ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 545/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Λέκκου Κωνσταντίνα, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα K.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………, για να δικάσει τις κάτωθι υποθέσεις μεταξύ:
Των εκκαλουσών – εφεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» [ΑΦΜ ………], η οποία εδρεύει στην ……. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» [ΑΦΜ …….], η οποία εδρεύει στην ….. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ιωάννα Λεγάκη [ΔΕ ΠΙΣΤΙΟΛΗΣ – ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ].
Του εκκαλούντος – εφεσιβλήτου : ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουντούρη [ΔΕ ΜΙΚΕΣ Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ], με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Ο ενάγων, ………., ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κατά των εναγομένων εταιρειών με την επωνυμία «………..» και «……….» την από 27.12.2023 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογράφου ………../27.12.2023) αγωγή του. Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης της 4.6.2024, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 4068/2024 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.
Οι εν μέρει ηττηθείσες στον πρώτο βαθμό εναγόμενες ως άνω εταιρείες με την από 7.8.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………./8.8.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) έφεσή τους, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/8.8.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου), προσβάλλουν την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Την ίδια απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσβάλλει και ο εν μέρει ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων, με την από 29.8.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./29-8-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/2.9.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου).
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω δικογράφων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, τα οποία συνεκφωνήθηκαν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος – εφεσιβλήτου, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε τις προτάσεις του και με σχετική δήλωσή του δήλωσε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παρασταθεί. Στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, παραστάθηκε η πληρεξουσία δικηγόρος των εκκαλουσών – εφεσιβλήτων και ζήτησε να γίνουν δεκτές οι προτάσεις της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες α) από 7.8.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………/8.8.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) έφεση των εκκαλουσών –εναγομένων [Α έφεση] και β) από 29.8.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………/29-8-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος [Β έφεση], που στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 4068/11.12.2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 27.12.2023 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογράφου …………/27.12.2023) αγωγής του εκκαλούντος …………, σε βάρος των ήδη εκκαλουσών – εφεσιβλήτων εταιρειών με την επωνυμία «……….» και «………….», αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 11.12.2024 αφού, όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές εκθέσεις κατάθεσης ενδίκου μέσου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η πρώτη των ενδίκων εφέσεων κατετέθη την 08.08.2025 και η δεύτερη εξ αυτών την 29.08.2025, ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, και ήδη § 3 εδ. τελευταίο του ιδίου άρθρου, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Εφόσον δε οι ένδικες εφέσεις αρμοδίως φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό την διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α΄ και 591 § 1 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ.
ΙΙ. Ο ενάγων, ……….., με την ένδικη αγωγή του, ήγειρε αξιώσεις από την υπ’ αυτού παροχή εξαρτημένης εργασίας στα υπό ελληνική σημαία επιβατηγά – οχηματαγωγά (Ε/Γ – Ο/Γ) πλοία «C» και «M», 8.125,72 και 8.128,98 κ.ο.χ., αντίστοιχα, δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή του διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν εντός του χρονικού διαστήματος από 3.1.2022 έως 17.5.2023, οπότε πλοιοκτήτρια των ανωτέρω πλοίων ήταν η πρώτη εναγομένη, πλην του χρονικού διαστήματος από 3.6.2022 έως 13.9.2022, οπότε εργάσθηκε στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων και τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη, ισχυριζόμενος ότι, απασχολήθηκε με την ειδικότητα του Υποναυκλήρου στα πλοία αυτά και αντί των προβλεπόμενων από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων μηνιαίου μισθού και επιδομάτων. Με βάση τις συμβάσεις αυτές και επικαλούμενος περαιτέρω, ότι κατά τις ναυτολογήσεις του εργαζόταν καθημερινά πλέον του νομίμου ωραρίου κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή του, πλην του χρονικού διαστήματος από 5.1.2023 έως 11.1.2023, οπότε διενεργούντο επισκευές επί του πρώτου πλοίου, χωρίς όμως να λαμβάνει το σύνολο των αποδοχών του, που αντιστοιχούσαν στις ώρες υπερωριακής εργασίας του κατά τις καθημερινές ημέρες, τις Κυριακές, τα Σάββατα και τις αργίες, ούτε τις πλήρεις αποδοχές του για τα αναλογούντα στην εργασία του δώρα εορτών, καθώς επίσης αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες διανυκτέρευσης, ούτε τη νόμιμη πρόσθετη αμοιβή του για δρομολόγια εξπρές που εκτέλεσαν τα ανωτέρω πλοία, ζητούσε ο ενάγων, κυρίως μεν με βάση τις εν λόγω συμβάσεις εργασίας, επικουρικώς δε με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, όπως το αρχικώς συνολικά καταψηφιστικό αίτημά του, παραδεκτώς περιορίστηκε πρωτοδίκως, σε εν μέρει αναγνωριστικό α] να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει, με διάταξη προσωρινώς εκτελεστή (i) το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα ενός ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (15.451,99 €) για διαφορές αποδοχών του λόγω της υπερωριακής απασχόλησής του στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων καθόν χρόνο την πλοιοκτησία αυτού είχε η πρώτη εναγομένη, νομιμοτόκως από την 17.5.2023, άλλως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, καθώς επίσης (ii) το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (3.577,36 €) για αποδοχές του λόγω της υπερωριακής απασχόλησής του στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων, καθώς επίσης για αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων 2022, πρόσθετη αμοιβή για την εκτέλεση δρομολογίων εξπρές από το πλοίο αυτό και για την αποζημίωσή του λόγω μη χορήγησης δύο συνολικά αδειών διανυκτέρευσης εκτός του πλοίου, καθόν χρόνο εργάσθηκε στο ανωτέρω δεύτερο πλοίο, νομιμοτόκως από την 21.10.2022, άλλως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και β] να αναγνωριστεί η απαίτησή του από την απασχόλησή του στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη για υπόλοιπο αναλογίας δώρων εορτών των ετών 2022 και 2023, πρόσθετη αμοιβή για την εκτέλεση δρομολογίων εξπρές και για την αποζημίωσή του λόγω μη χορήγησης δώδεκα συνολικά αδειών διανυκτέρευσης εκτός του πλοίου κατά τα έτη 2022 και 2023 και η απαίτησή του σε βάρος της δεύτερης εναγομένης για διαφορές αποδοχών του λόγω της υπερωριακής απασχόλησής του στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων καθόν χρόνο τον εφοπλισμού αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη και η πρώτη εναγομένη ήταν κυρία αυτού, της τελευταίας υποχρεουμένης προς καταβολή της εν λόγω αμοιβής του έως της αξίας του πλοίου της, καθώς επίσης για υπόλοιπο αναλογίας δώρου Χριστουγέννων του έτους 2022, πρόσθετη αμοιβή για την εκτέλεση δρομολογίων εξπρές και για την αποζημίωσή του λόγω μη χορήγησης πέντε συνολικά αδειών διανυκτέρευσης εκτός του ιδίου πλοίου κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, συνολικού ύψους είκοσι έξι χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι ενός ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (26.521,39 €), εκ των οποίων το ποσό των ευρώ 10.874,99 με το νόμιμο τόκο από την τελευταία αποναυτολόγησή του από το πρώτο πλοίο την 17.5.2023 και το υπόλοιπο ποσό των ευρώ 15.646,40 που αφορά απαιτήσεις του από την απασχόληση αυτού στο πρώτο πλοίο καθόν χρόνο τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη και κυρία αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, νομιμοτόκως από την 13.9.2022, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 4068/2024 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έγινε δεκτή ως νόμιμη η ένδικη αγωγή, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 481, 648, 652, 653, 655, 904 ΑΚ, 68, 70, 176, 907 και 908 παρ.1 περ.ε ΚΠολΔ, 1, 2, 53, 54, 60, 72, 75 παρ.2 εδ.β, 76 εδ.α, 82, 84 και 106 του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ), άρθρο μόνο ΥΑ 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/ 7.1.82 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β’ 1/1982), της ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2022 που κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/8785/2022 (ΦΕΚ Β 663/15.2.2022) και της ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2023, που κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/51894/2023 (ΦΕΚ Β 4621/19.7.2023), πλην του αγωγικού αιτήματος περί συνυπολογισμού στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος προς υπολογισμό της πρόσθετης αμοιβής δρομολογίων εξπρές της αναλογίας του επιδόματος εορτών, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και επαρκώς ορισμένη, αφού απορρίφθηκε ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εναγομένων, ακολούθως, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρικώς ασκηθείσα υπό των εναγομένων ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και ως αόριστη η επικουρικώς ασκηθείσα περί καταβολής ένσταση των εναγομένων του ποσού των ευρώ 5.588,02 έναντι των απαιτήσεων του ενάγοντος για καταβολή υπολοίπου αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση επί του πρώτου πλοίου κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και του ποσού των ευρώ 6.461,00 έναντι των απαιτήσεων του ενάγοντος για καταβολή υπολοίπου αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση επί του πρώτου πλοίου κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής και αφού απορρίφθηκε σιωπηρώς ο περί καταλογισμού στις απαιτήσεις του ενάγοντος για καταβολή αμοιβής για την υπερωριακή του απασχόληση, των καταβολών των εναγομένων με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», ακολούθως έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και (α) υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά, το ποσό των ευρώ 2.779,97, εκ των οποίων (i) ποσό ευρώ 1.901,55 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου, αργίας, τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής κατά τα έτη 2022 και 2023 που εργάσθηκε επί του ανωτέρω πρώτου πλοίου «C», καθόν χρόνο την πλοιοκτησία αυτού είχε η πρώτη εναγομένη, νομιμοτόκως από την 18.5.2023, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, ο ενάγων εργαζόταν στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 3.1.2022 έως 5.2.2022, επί εννέα ώρες καθ΄ εκάστη, πλην των ημερών Τρίτης, Τετάρτης και Πέμπτης, κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2022 έως 5.2.2022, οπότε δέχθηκε ότι εργάζονταν επί δέκα ώρες ημερησίως, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 14.2.2022 έως 12.5.2022 επί εννέα ώρες καθ’ εκάστη, πλην των ημερών Τρίτης, Τετάρτης και Πέμπτης κατά το χρονικό διάστημα από 14.2.2022 έως 10.3.2022 οπότε εργαζόταν επί δέκα ώρες ημερησίως, των ημερών Δευτέρας, Τρίτης, Τετάρτης και Πέμπτης κατά τα χρονικά διαστήματα από 11.3.2022 έως 12.4.2022 και από 2.5.2022 έως 12.5.2022 οπότε εργάζονταν επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη, των ημερών Παρασκευής και Σαββάτου κατά τα χρονικά διαστήματα από 11.3.2022 έως 12.4.2022 και από 2.5.2022 έως 12.5.2022 οπότε εργάζονταν επί δέκα ώρες καθ’ εκάστη και των ημερών Κυριακής κατά τα χρονικά διαστήματα από 11.3.2022 έως 12.4.2022 και από 2.5.2022 έως 12.5.2022 οπότε εργάζονταν επί δέκα τρεις ώρες καθ’ εκάστη, στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεών του που διήρκησε από 14.9.2022 έως 30.9.2022 επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη, πλην των ημερών Παρασκευής και Σαββάτου που εργάζονταν επί δέκα ώρες καθ΄ εκάστη και των ημερών Κυριακής που εργάζονταν επί δέκα τρεις ώρες, καθώς επίσης στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων αυτού στο ανωτέρω πλοίο που διήρκησε κατά το χρονικό διάστημα από 16.3.2023 έως 17.5.2023 επί εννέα ώρες καθ΄εκάστη, πλην των ημερών Δευτέρας και Τρίτης κατά το χρονικό διάστημα από 5.5.2023 έως 17.5.2023 οπότε εργάζονταν επί οκτώ ώρες καθ’ εκάστη, των ημερών Πέμπτης του αυτού χρονικού διαστήματος οπότε εργάζονταν επί δέκα τρεις ώρες καθ’ εκάστη και των ημερών Σαββάτου και Κυριακής του τελευταίου αυτού χρονικού διαστήματος, οπότε εργάζονταν επί δέκα ώρες καθ΄ εκάστη. Και (ii) ποσό ευρώ 878,42, νομιμοτόκως από την 22.10.2022, εκ του οποίου ποσό ευρώ 508,40 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου, αργίας, τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής κατά το χρονικό διάστημα από 30.9.2022 έως 21.10.2022 που εργάσθηκε επί του ανωτέρω πρώτου πλοίου «M», αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, ο ενάγων εργαζόταν επί οκτώ ώρες καθ’ εκάστη, πλην των ημερών Τρίτης, Τετάρτης, Πέμπτης και Κυριακής κατά τα χρονικά διαστήματα από 30.9.2022 έως 6.10.2022 και από 11.10.2022 έως 21.10.2022 οπότε εργάσθηκε επί δέκα ώρες καθ΄ εκάστη, καθώς επίσης επί δέκα ώρες εργάσθηκε την Δευτέρα 10.10.22 και επί εννέα ώρες την ημέρα Παρασκευή 7.10.2022 και την ημέρα Κυριακή 9.10.2022, το ποσό των ευρώ 311,70 ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022 και το ποσό των ευρώ 58,32 για μία άδεια διανυκτέρευσης που δεν έλαβε αν και εδικαιούτο κατά τον μήνα Οκτώβριο 2022, ενώ απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του το αίτημα επιδίκασης του ποσού των ευρώ 919,93 για 4,54 συνολικά δρομολόγια εξπρές του δευτέρου των ανωτέρω πλοίων και επιπλέον (β) αναγνωρίσθηκε ότι (i) η πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 2.007,65 ως πρόσθετη αμοιβή δρομολογίων εξπρές που εκτέλεσε το πρώτο πλοίο καθόν χρόνο την πλοιοκτησία αυτού είχε η πρώτη εναγομένη, το ποσό των ευρώ 1.558,92 για αναλογία Δώρου Πάσχα 2022, το ποσό των ευρώ 595,96 για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022, το ποσό των ευρώ 316,45 για αναλογία δώρου Πάσχα 2023, κατ’ αποδοχή ως βάσιμης στην ουσία της της περί καταβολής του ποσού των ευρώ 566,33 ένστασης της πρώτης εναγομένης, το ποσό των ευρώ 89,24 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2023, αφού δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την περί καταβολής ένσταση της πρώτης εναγομένης για το ποσό των ευρώ 195,59, το ποσό των ευρώ 466,56 ως αποζημίωση λόγω μη χορήγησης οκτώ αδειών διανυκτέρευσης εκτός του πλοίου κατά το έτος 2022 και το ποσό των ευρώ 247,28 ως αποζημίωση για μη χορήγηση τεσσάρων αδειών διανυκτέρευσης εντός του έτους 2023, (ii) η δεύτερη εναγομένη ομού μετά της πρώτη εναγομένης, της τελευταίας ενεχομένης έως της αξίας του ως άνω πρώτου πλοίου, νομιμοτόκως από την 18.5.2023, το ποσό των ευρώ 1.662,62 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου, αργίας, τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής καθόν χρόνο ο εφοπλισμός του πρώτου των ενδίκων πλοίων ανήκε στη δεύτερη εναγομένη, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, ο ενάγων εργαζόταν επί δέκα ώρες καθ΄ εκάστη των ημερών Παρασκευής και Σαββάτου κατά τα χρονικά διαστήματα από 3.6.2022 έως 13.9.2022 και από 25.7.2022 έως 3.9.2022, επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη των ημερών Δευτέρας, Τρίτης, Τετάρτης και Πέμπτης κατά τα αυτά χρονικά διαστήματα και επιπλέον κάθε Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή κατά τα χρονικά διαστήματα από 19.6.2022 έως 24.7.2022 και από 4.9.2022 έως 13.9.2022 και επί δέκα τρεις ώρες καθ’ εκάστη των ημερών Κυριακής κατά τα χρονικά διαστήματα από 3.6.2022 έως 13.9.2022 και από 25.7.2022 έως 3.9.2022 και Δευτέρας και Παρασκευής κατά τα χρονικά διαστήματα από 19.6.2022 έως 24.7.2022 και από 4.9.2022 έως 13.9.2022, το ποσό των ευρώ 1.730,46 ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022, το ποσό των ευρώ 2.349,91 ως υπόλοιπο πρόσθετης αμοιβής δρομολογίων εξπρές που εκτέλεσε το ανωτέρω πλοίο, αφού δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την περί καταβολής, κατά το ποσό των ευρώ 3.259,18, ένσταση των εναγομένων και το ποσό των ευρώ 77,55 ως υπόλοιπο αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης τεσσάρων αδειών διανυκτέρευσης εκτός του πλοίου, αφού δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την περί μερικής καταβολής ένσταση των εναγομένων για το ποσό των ευρώ 214,06. Τις καταψηφιστικές διατάξεις της κήρυξε στο σύνολό τους προσωρινά εκτελεστές και επεδίκασε σε βάρος αμφοτέρων των εναγομένων, μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, την οποία όρισε στο ποσό των τριακοσίων ευρώ και επιπλέον επεδίκασε για την ίδια αιτία σε βάρος της πρώτης εναγομένης το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται και οι εναγόμενες και ο ενάγων, ως εν μέρει ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό, έχοντες έννομο συμφέρον, που απορρέει από τη βλάβη τους, η οποία προκύπτει αμέσως από το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως, με τις συνεκδικαζόμενες με την παρούσα απόφαση εφέσεις τους. Ειδικότερα: 1) αμφότερες οι εναγόμενες άσκησαν την υπό στοιχείο Α έφεσή τους, με την οποία πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες εκτιμώμενες, ανάγονται πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του α) επί του κονδυλίου της αμοιβής του ενάγοντος λόγω υπερωριακής του απασχόλησης, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον πρώτο λόγο έφεσης ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι, εάν είχαν εκτιμηθεί ορθά τα προσαχθέντα από τις ίδιες αποδεικτικά μέσα, που κατονομάζουν και είχαν ληφθεί υπόψη οι ισχυρισμοί που παραθέτουν στην έφεση τους, καθώς επίσης και τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχε γίνει δεκτό ότι αυτός (ενάγων) δεν εργάσθηκε υπερωριακώς κατά τις ώρες που δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά εργαζόταν καθημερινά επί οκτώ και σπανιότερα και δη σε περιόδους αυξημένης επιβατικής κίνησης ή κακοκαιρίας επί εννέα και δέκα ώρες, για την εργασία του δε αυτή έχει πλήρως εξοφληθεί διά χρηματικών ποσών που ελάμβανε κάθε μήνα, β) ότι τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του ο ισχυρισμός τους περί συμβατικού συμψηφισμού των επίδικων αξιώσεων του ενάγοντος για καταβολή υπολοίπου αμοιβής του για υπερωριακή απασχόληση, των ποσών που αυτές του κατέβαλαν, πέραν των νομίμων αποδοχών του, ως επιμίσθιο, με αιτιολογία καταβολής του «έκτακτες αμοιβές», κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που πλήττεται και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με τον δεύτερο λόγο έφεσης, αλλά και για έλλειψη αιτιολογίας, γ) ότι ο ενάγων δικαιούται υπόλοιπο δώρων εορτών, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον τρίτο λόγο έφεσης οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι κανένα ποσό δεν δικαιούται ο ενάγων για την εν λόγω αιτία, αφού υπολογίσθηκαν εσφαλμένα από την εκκαλουμένη απόφαση, επί τη βάσει, συμπεριληφθέντος σ’ αυτά μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του ενάγοντος για υπερωριακή αυτού απασχόληση, κρίση που πλήττεται και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αφού στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ελήφθησαν υπόψη και τα χρηματικά ποσά που οι εναγόμενες κατέβαλαν στον ενάγοντα ως επίδομα αδείας, αφού πρόκειται για παροχή που δεν καταβάλλεται πάγια και σταθερά, αλλά η καταβολή του εξαρτάται από τη χορήγηση ή μη της εν λόγω άδειας, καθώς επίσης τα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν στον ενάγοντα με αιτιολογία «έκτακτες εργασίες» αφού αυτά καταβάλλονταν εκτάκτως και όχι πάγια και σταθερά, και τέλος το επίδομα άγονης γραμμής, αφού δεν αποτελεί σταθερή αμοιβή του ναυτικού αλλά σκοπός του είναι η επιδότηση ορισμένων επιπλέον δρομολογίων, δ) ότι τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης περί καταβολής του ποσού των ευρώ 1.501,69 για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022, καθόν χρόνο ο ενάγων εργάσθηκε στο πρώτο πλοίο, καθώς και του ποσού των ευρώ 247,70, καθόν χρόνο ο ενάγων εργάσθηκε στο δεύτερο πλοίο, ε) ότι ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες διανυκτέρευσης σε αμφότερα τα ανωτέρω πλοία, με τον πέμπτο λόγο έφεσης, στ) ότι ο ενάγων δικαιούται υπόλοιπο πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον έκτο λόγο έφεσης οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι, ο ενάγων κανένα ποσό δεν δικαιούται για την εν λόγω αιτία, αφού η εν λόγω αμοιβή υπολογίσθηκε εσφαλμένα από την εκκαλουμένη απόφαση, επί τη βάσει, συμπεριληφθέντος στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του ενάγοντος για υπερωριακή αυτού απασχόληση, κρίση που πλήττεται και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αφού στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ελήφθη υπόψη εσφαλμένως και το επίδομα αδείας και ζ) ότι η περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ένσταση αυτών τυγχάνει μη νόμιμη, κρίση που πλήττει για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ με τον έβδομο λόγο έφεσης. Ζήτησαν δε με την έφεσή τους, την εξαφάνιση, άλλως τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτως ώστε ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η, σε βάρος τους ασκηθείσα ανωτέρω, αγωγή, καθώς επίσης την καταδίκη του ενάγοντος στη δικαστική τους δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Επιπλέον, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου της ένδικης έφεσης, η δεύτερη εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της, υπέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, κατ’ άρθρο 914 Κ.Πολ.Δ. επειδή, όπως ισχυρίζεται, κατέβαλε στον αντίδικό της το χρηματικό ποσό των 2.779,97 ευρώ ως προς το οποίο η εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή. Το ποσό αυτό αξίωσε με το νόμιμο τόκο από της καταβολής αυτού στον ενάγοντα. Το τελευταίο αυτό αίτημα, ήτοι το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, είναι νόμιμο (άρθρο 914 ΚΠολΔ), πλην του παρεπομένου αιτήματος επιδίκασης τόκων από την ημερομηνία καταβολής, το οποίο είναι νόμιμο από την επίδοση της προκειμένης απόφασης, εφόσον στο μείζον αίτημα περιλαμβάνεται και το έλασσον, καθόσον πριν από την έκδοση της, περί επαναφοράς των πραγμάτων, απόφασης, δεν υπάρχει απαίτηση για επιστροφή των καταβληθέντων, δυνάμει προσωρινώς εκτελεστής απόφασης και, κατά τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ, απαιτείται επίδοση της απόφασης, για να επέλθει όχληση (Εφ.Πειρ. 31/2022, Εφ.Πειρ. 593/2021, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Αθ. 490/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Και β) ο ενάγων άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την ανωτέρω υπό στοιχείο Β έφεσή του, με την οποία πλήττει αυτήν με τους τρεις λόγους έφεσής του, οι οποίοι εκτιμώμενοι, ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του α) ως προς τις ώρες ημερήσιας απασχόλησής του στα ως άνω πλοία κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, καθό μέρος απέρριψε τους αγωγικούς του ισχυρισμούς με τον πρώτο λόγο έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση και για εσφαλμένη εφαρμογή του Ν. 4078/2012 με τον οποίο κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας 2006, του άρθρου 8 της ΥΑ 3522.2/08/2013, του Τμήματος Α-8/1, του Κεφάλαιο VIII της Διεθνούς Συμβάσεως STCW και των διατάξεων του άρθρου 12 παρ.1 των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω ΣΣΝΕ, αφού με τις διατάξεις αυτές δεν μπορούν να υπολογισθούν άνω των δύο περιόδων ανάπαυσης και για μη λήψη υπόψη της συνομολόγησης εκ μέρους των εναγομένων της επικαλούμενης με την αγωγή του υπερωριακής απασχόλησης, επικουρικά δε, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου έφεσης, για εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό της δικαιούμενης υπ’ αυτού υπερωριακής αμοιβής κατά το χρονικό διάστημα από 19.6.2022 έως 24.7.2022 και από 4.9.2022 έως 13.9.2022 που απασχολήθηκε στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων και τον εφοπλισμό είχε η δεύτερη εναγομένη, β) επί των γενομένων εν μέρει δεκτών ως κατ’ ουσίαν βασίμων κονδυλίων πρόσθετης αμοιβής δρομολογίων εξπρές, καθό μέρος απέρριψε το αίτημα επιδίκασης σχετικής πρόσθετης αμοιβή, με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου έφεσης για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 33 των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω ΣΣΝΕ καθό μέρος απέρριψε το αίτημα επιδίκασης αμοιβής για πρόσθετα δρομολόγια εξπρές, καθώς επίσης με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου έφεσης όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού αυτής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διότι, όπως διατείνεται, η εν λόγω αμοιβή υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μικρότερων συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, συμπεριληφθέντος σ’ αυτές, χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση σε σχέση με το πράγματι οφειλόμενο, και επιπλέον δεν συνυπελόγισε στις τακτικές αποδοχές του το επίδομα άγονης γραμμής, την αμοιβή του για τη συμμετοχή του στις εργασίες φορτοεκφόρτωσης και έχμασης των οχημάτων, την αμοιβή που ελάμβανε με αιτιολογία «έκτακτες εργασίες», καθώς επίσης και την μηνιαία αναλογία των επιδομάτων εορτών, ενώ τις εν λόγω αμοιβές ελάμβανε τακτικά κάθε μήνα και γ) επί των γενομένων εν μέρει δεκτών ως κατ’ ουσίαν βασίμων κονδυλίων δώρων εορτών όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού αυτών από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τον τρίτο λόγο έφεσης, διότι, όπως διατείνεται, τούτο υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μικρότερων συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, συμπεριληφθέντος σ’ αυτές, χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση σε σχέση με το πράγματι οφειλόμενο, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αφού δεν συνυπελόγισε στις τακτικές αποδοχές του το επίδομα άγονης γραμμής, την αμοιβή του για τη συμμετοχή του στις εργασίες φορτοεκφόρτωσης και έχμασης των οχημάτων, την αμοιβή που ελάμβανε με αιτιολογία «έκτακτες εργασίες», καθώς και την πρόσθετη αμοιβή του για τη συμμετοχή του σε δρομολόγια εξπρές, ενώ ελάμβανε τακτικά κάθε μήνα τις αμοιβές αυτές. Ζήτησε δε με την ένδικη έφεσή του να εξαφανισθεί άλλως μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της όπως διαμορφώθηκε πλέον με το αιτητικό της έφεσης και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
ΙΙΙ. Από την εκτίμηση της, περιεχομένης στη ληφθείσα ενώπιον των Δικηγόρου Πειραιώς ………….., υπ’ αριθ. ΔΣΠ_ΕΒ_…….._2024 από 3.6.2024 ένορκη βεβαίωση, ένορκης κατάθεσης του ……………, ο οποίος συνυπηρέτησε με τον ενάγοντα, στο κατωτέρω αναφερόμενο πρώτο πλοίο, απασχολούμενος με την ειδικότητα του Ναύτη και η οποία (ένορκη βεβαίωση) ελήφθη με την επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, κλητεύσεως των εναγομένων, όπως προκύπτει από τις με αριθμό …… και ……. από 28.5.2024 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……….., της περιεχομένης στη ληφθείσα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς, …….. υπ’ αριθ. …… από 04.06.2024 ένορκη βεβαίωση, ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρος …….., ο οποίος απασχολήθηκε στα κατωτέρω αναφερόμενα πλοία με την ειδικότητα του Υπάρχου και η οποία (ένορκη βεβαίωση) ελήφθη με την επιμέλεια των εναγομένων, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 5448Ε από 29.5.2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ……………….., κλητεύσεως του ενάγοντος, με επίδοση της σχετικής κλήσεως στον υπογράφοντα την ένδικη αγωγή (σχετικά άρθρο 96, 100 και 143 παρ.1 του ΚΠολΔ) Δικηγόρο Αθηνών ………………., έστω κι αν η επίδοση έλαβε χώρα προ της συζητήσεως αυτής (ένδικης αγωγής), εφόσον ο ανωτέρω υπογράφων την αγωγή δικηγόρος, κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο, θεωρείται, μέχρι την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο πληρεξούσιος και αυτοδικαίως αντίκλητος του ενάγοντος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στην ανοιγείσα με την αγωγή δίκη, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κλήση του εναγομένου, για να παραστεί κατά τη λήψη ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 1330/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), οι οποίες άπασες (οι ένορκες βεβαιώσεις) εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας εκάστου μαρτυρούντος, χωρίς το γεγονός ότι ο ενόρκως υπέρ του ενάγοντος βεβαιώσας τυγχάνει αντίδικος της πρώτης των εναγομένων, επειδή έχει ασκήσει εναντίον της έτερη, δική του, αγωγή με το ίδιο αντικείμενο να αποκλείει μόνον αυτό την αποδεικτική αξία των λεγομένων του (ΜονΕφΠειρ. 509/2022, αδημ.), όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι εναγομένες δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μη εξαρτώντας αυτός (ανωτέρω ενόρκως βεβαιών), εκ του λόγου τούτου, συμφέρον από την παρούσα δίκη, όπως οι ίδιες (εναγόμενες) διατείνονται, ενόψει μάλιστα του ότι, ήδη η διάταξη του άρθρου 400 αρ. 3 ΚΠολΔ κατά το οποίο «Δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες,1) …,2) …, 3) πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη», καταργήθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, ούτε το γεγονός ότι ο ενόρκως βεβαιώσας υπέρ των εναγομένων τυγχάνει εργαζόμενος σε αυτές, να αποκλείει την αποδεικτική αξία των λεγομένων του, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο ενάγων και από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα παρακάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται, κατά τα άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεων ναυτικής εργασίας που καταρτίσθηκαν μεταξύ του ενάγοντος, ………….., Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, κατόχου του με αριθμό …… ναυτικού φυλλαδίου της I ναυτικής περιφέρειας και των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….», πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία Ε/Γ – Ο/Γ πλοίου “C”, αριθ. νηολογίου Πειραιά …., κοχ 8.125,72, ο ενάγων ναυτολογήθηκε την 3.1.2022, την 14.2.2022, την 14.9.2022, την 5.1.2023 και την 16.3.2023, στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα του Υποναυκλήρου. Υπηρέτησε δε στο εν λόγω πλοίο έως την 5.2.2022, 12.5.2022, 30.9.2022, 11.1.2023 και 17.5.2023, αντίστοιχα, οπότε απολύθηκε λόγω ασθενείας, λόγω επιθεωρήσεως του πλοίου, λόγω μεταθέσεώς του, λόγω ασθενείας του και αμοιβαία συναινέσει αυτού και του Πλοιάρχου του πλοίου, αντίστοιχα. Επίσης, στο ίδιο ως άνω πλοίο, ο ενάγων ναυτολογήθηκε με την αυτή ειδικότητα και την 3.6.2022 και εργάσθηκε σε αυτό έως την 13.9.2022, οπότε όπως αυτός αναφέρει στην αγωγή του και δεν αμφισβητείται ειδικώς υπό των εναγομένων αντίθετα συνομολογείται υπ’ αυτών (σχετικά σελ. 19 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), τον εφοπλισμό του πλοίου είχε η δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «…………….». Για την εν λόγω ναυτολόγηση, ως αναφέρεται και ακολούθως, ο ενάγων κατήρτισε με την πρώτη εναγομένη, κυρία του πλοίου κατά το εν λόγω διάστημα, την από 4.6.2022 έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας. Εν τούτοις, εργοδότρια αυτού, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του, έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης απόφασης και κατά τούτο δεν πλήττεται από τις εναγόμενες, ήταν η δεύτερη εναγομένη. Πράγματι, η σύμβαση ναυτολόγησης [η οποία διακρίνεται της ιδιότυπης θεμελιούμενης στο άρθρο 361 ΑΚ σύμβασης ναυτικής εργασίας, που καταρτίζεται μεταξύ του ναυτικού και του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή ή του αντιπροσώπου αυτών και αποσκοπεί στη μέλλουσα επιβίβαση του ναυτικού σε ορισμένο πλοίο για την παροχή εργασίας έναντι αμοιβής την οποία και ακολουθεί] η οποία (σύμβαση ναυτολόγησης) καταρτίζεται, όπως συνάγεται σαφώς από τη διατύπωση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 53, 54 και 55 του ΚΙΝΔ, μεταξύ του ναυτικού και του πλοιάρχου, που ενεργεί με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή, κατά περίπτωση, για μεν τον ναυτικό είναι αυστηρώς προσωπική, για δε τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή δεν έχει προσωπικό χαρακτήρα, γιατί η εργασία προσφέρεται στην εκμετάλλευση του πλοίου (ΕΠ 1862/1988 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Δ. Καμβύση, Ιδιωτ. Ναυτ. Δικ. 1982 σελ. 138) και εμπίπτει στην έννοια της απαίτησης, που προέρχεται από τον εφοπλισμό (ΕΠ 1862/1988 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, πρβλ. ΕΠ 51/2016, ΕΠ 603/2015, ΕΠ 192/2015, ΕΠ 395/2014, ΕΠ 328/2014, ΕΠ 86/2014, ΕΠ 36/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, άπασες δεχόμενες ευθύνη του εφοπλιστή του πλοίου προς καταβολή απαιτήσεων του πληρώματος κατά τη διάρκεια του εφοπλισμού, παρά το γεγονός ότι παράλληλα δέχονται ότι τις συμβάσεις ναυτικής εργασίας είχε καταρτίσει με τον ενάγοντα ναυτικό η πλοιοκτήτρια του πλοίου). Επίσης, απεδείχθη ότι, ο ενάγων, δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εργασίας που κατήρτισε με τους νομίμους εκπροσώπους της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……….», πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία Ε/Γ – Ο/Γ πλοίου “M”, αριθ. νηολογίου Πειραιά ……, κοχ 8.128,98, ναυτολογήθηκε την 30.9.2022 στο πλοίο αυτό, με την αυτή ειδικότητα του Υποναυκλήρου και υπηρέτησε σε αυτό έως την 21.10.2022. Όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων – εργοδοτριών αυτού, στις επίδικες σχέσεις εργασίας κατά το έτος 2022 εφαρμόζονταν η ΣΣΝΕ των Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 που υπογράφηκε στις 13.12.2021, κυρώθηκε στις 9.2.2022 με την υπ’ αριθμ. 2242.5-1.5/8785/2022 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 663) στις 15.2.2022 και καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα εντός του έτους 2023, εφαρμόζονταν η ΣΣΝΕ των Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2023, που υπογράφηκε στις 10.3.2023, κυρώθηκε στις 17.7.2023 με την υπ’ αριθμ. 2242.5-1.5/51894/2023 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 4621) στις 19.7.2023. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 § 1 των ως άνω εφαρμοζομένων εν προκειμένω ΣΣΝΕ, οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμένα, ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές εν πλω και στο λιμένα καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή, υπό τύπο επιδόματος, για τις μέχρι οκταώρου εργασίες κατά Κυριακή, ανερχόμενη μηνιαίως σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού (μισθού ενέργειας). Όπως διευκρινίζεται με την § 2 του ίδιου άρθρου, το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί παρά ταύτα εργασία εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό, ενώ υπερωριακή είναι η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής (ΜονΕφΠειρ 328/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 626/2014 ΕλλΔνη 2015.508, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νμλγ.), αμειβομένη, όμως, με προσαύξηση 25% και όχι 50% (ΕφΠειρ 630/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 735/2006 ΕΝαυτΔ 34.351, ΕφΠειρ 567/2005 ΕΝαυτΔ 33.345). Επίσης, εξ ολοκλήρου υπερωριακά αμείβεται και η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες (άρθρα 11 και 13 § 5), δηλαδή την 1η του έτους, την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, την Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαΐου, την εορτή της Αναλήψεως, την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχίας του πλοίου (άρθρο 18). Η πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις ως άνω αργίες αμείβεται ανά ώρα με βάση το ωρομίσθιο, που κατ’ άρθρο 13 § 1 εδαφ. β και γ των ιδίων ΣΣΝΕ, υπολογίζεται ως πηλίκο της διαίρεσης του μισθού ενέργειας, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτής, δια του αριθμού των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης των ναυτικών, δηλαδή δια του αριθμού εκατόν εβδομήντα τρία (52 εβδομάδες του έτους 12 μήνες = 4,33 Χ 40 ώρες εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης = 173). Ακολούθως, το ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 50% (άρθρο 13 § 5). Επίσης, η υπερωριακή εργασία που παρέχεται κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές (πέραν του πρώτου οκταώρου εργασίας) αμείβεται ανά ώρα με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (άρθρο 13 § 2), ενώ, κατά το άρθρο 18 § 2, για τον υπολογισμό των ωρών εργασίας κατά τις ημέρες αργίας ανά μήνα πολλαπλασιάζεται ο μέσος μηνιαίος όρος αργιών (16 αργίες ετησίως δια 12 μήνες = 1,33) με τον αριθμό των ωρών της ημερήσιας απασχόλησης για κάθε αργία (1,33 Χ 8 ώρες = 10,67 ώρες μηνιαίως). Ενόψει όσων προεκτέθηκαν, κατά τη ΣΣΝΕ του έτους 2022 (άρθρα 1, 3, 6, 8 § 13, 10 § 4 και 15 §§ 1, 2) ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του Υποναυκλήρου ορίστηκε στο ποσό των χιλίων διακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και δέκα εννέα λεπτών (1.283,19 €), το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, δηλαδή σε διακόσια ογδόντα δύο ευρώ και τριάντα (282,30 €), το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας σε είκοσι ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (20,58 €) την ημέρα, δηλαδή σε εξακόσια δέκα επτά ευρώ και σαράντα λεπτά (20,58 € Χ 30 ημέρες = 617,40 €) το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε τριάντα επτά ευρώ και εβδομήντα τέσσερα λεπτά (37,74 €), το ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου σε δέκα πέντε ευρώ και σαράντα πέντε λεπτά (15,45 €), οι αποδοχές της άδειας του ως έχοντα συμπληρώσει διετή τουλάχιστον θαλάσσια υπηρεσία μετά τροφοδοσίας σε τετρακόσια σαράντα έξι ευρώ και ενενήντα επτά λεπτά [(μισθός ενεργείας 1.283,19 ευρώ + επίδομα Κυριακών 282,30 ευρώ δια 22 επί 5 =) 355,79 + (20,58 ευρώ Χ 5 ημέρες =) 102,90 =] 458,69 €, το δε ωρομίσθιο του Υποναυλήρου καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των επτά ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (7,42 €) και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε εννέα ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτά (9,28 €) και σε ένδεκα ευρώ και δέκα τρία λεπτά (11,13 €), αντίστοιχα. Οι συνολικές, επομένως, με βάση την αμέσως ανωτέρω ΣΣΝΕ ελάχιστες αποδοχές του ενάγοντος κατά το έτος 2022, μη συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος ιματισμού, ανέρχονταν σε δύο χιλιάδες εξακόσια ενενήντα τέσσερα ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (2.694,77 €). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη ΣΣΝΕ του έτους 2023, ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του Υποναυκλήρου ορίστηκε στο ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (1.360,18 €), το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, δηλαδή σε διακόσια ενενήντα εννέα ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (299,24 €), το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας σε είκοσι ένα ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (21,81 €) την ημέρα, δηλαδή σε εξακόσια πενήντα τέσσερα ευρώ και τριάντα λεπτών (21,81 € Χ 30 ημέρες = 654,30 €) το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε σαράντα ευρώ (40,00 €), το ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου σε δέκα έξι ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτά (16,38 €) και οι αποδοχές της άδειας του ως έχοντα συμπληρώσει διετή τουλάχιστον θαλάσσια υπηρεσία μετά τροφοδοσίας σε τετρακόσια ογδόντα έξι ευρώ και δέκα εννέα λεπτά [(μισθός ενεργείας 1.360,18 ευρώ + επίδομα Κυριακών 299,24 ευρώ : 22 Χ 5 ημέρες =) 377,14 + (21,81 Χ5=) 109,05 =] 486,19 €, το δε ωρομίσθιο του Υποναυκλήρου καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των επτά ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (7,86 €) και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε εννέα ευρώ και ογδόντα τρία λεπτά (9,83 €) και σε ένδεκα ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτά (11,79 €), αντίστοιχα. Οι συνολικές, επομένως, ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος κατά το έτος 2023, μη συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος ιματισμού, ανέρχονταν σε δύο χιλιάδες οκτακόσια πενήντα έξι ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (2.856,29 €). Τα γενικά και ειδικά καθήκοντα και οι λοιπές εργασιακές υποχρεώσεις των Υποναυκλήρων που εργάζονταν στο ανωτέρω πλοίο, ορίζονται στον Κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας που ισχύει για τα, υπό ελληνική σημαία, επιβατηγά πλοία χωρητικότητας μείζονος των πεντακοσίων (500) κόρων (ΒΔ 683/1960, ΦΕΚ Α΄ 158/4.8.1960). Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 59 του ιδίου ΒΔ «Ο Υποναύκληρος τελεί υπό τας αμέσους διαταγάς και τον έλεγχον του Ναυκλήρου και βοηθεί αυτόν εις την εκτέλεσιν των καθηκόντων του.». Επιπλέον, στις διατάξεις των άρθρων 136 § 1 και 137 του ιδίου Κανονισμού ορίζεται ότι: «Οι διηρημένοι εις τας γενικάς εργασίας καταστρώματος άνδρες εργάζονται υπό την επίβλεψιν του Ναυκλήρου και του Υπαναυκλήρου ένδον εις καθαρισμούς, αποσκωρίασιν ελασμάτων, χρωματισμούς, καθαρισμόν των υδροσυλλεκτών και δεξαμενών πρωραίας και πρυμναίας ζυγοσταθμίσεως, προετοιμασίαν των κυτών διά φόρτωσιν ή εκφόρτωσιν, ευθέτισιν εξαρτίων και αγομένων, εις πρωρατικά έργα, ευθέτισιν των αποθηκών υλικών συντηρήσεως σκάφους και των κυτών προς πρόληψιν μετατοπίσεως, αναμίξεως, βλάβης, φθοράς ή κλοπής του φορτίου πυρκαϊάς, τοποθέτησιν παραφραγμάτων φορτίου και εις πάσαν άλλην εργασίαν της ειδικότητός των, διατασσομένην υπό του Υπάρχου (άρθρο 136 § 1) και ότι: “1. Το προσωπικόν καταστρώματος κατανέμεται κατά τον κατάπλουν, την αγκυροβολίαν, την άπαρσιν και τον απόπλουν επί τη βάσει του οικείου πίνακος διαιρέσεως προσωπικού ως εξής: α) Ο Πλοίαρχος επί της γεφύρας, β) ο Ύπαρχος όπου θεωρείται αναγκαίον, γ) ο Υποπλοίαρχος εις το πρόστεγον μετά του Ναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος, δ) ο Ανθυποπλοίαρχος εις το επίστεγον μετά του Υποναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος…, ε) ο Δόκιμος αξιωματικός επί της γεφύρας διά την διαβίβασιν των παραγγελμάτων, στ) ο Πηδαλιούχος εις το πηδάλιον. 2. Κατά τον κατάπλουν και την αγκυροβολίαν, την μεθόρμισιν ως και την άπαρσιν και τον απόπλουν, δεν τηρούνται αι συνήθεις ώραι εργασίας, αλλά πάντες εργάζονται διά την κανονικήν και ασφαλή αγκυροβολίαν και όρμισιν του πλοίου ή διά την κανονικήν άπαρσιν αυτού και πέραν έτι των ωρών εργασίας, χωρίς τούτο να θεωρήται υπερωρία. Εάν το πλοίον είναι ηγκυροβολημένον εις ανοικτόν όρμον ή εις άλλο αγκυροβόλιον ουχί ασφαλές δύναται κατά την κρίσιν του Πλοιάρχου να εξακολουθήση η εργασία κατά φυλακάς ως εν πλώ” (άρθρο 137). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 146 § 2 του ιδίου ΒΔ «εν όρμω το προσωπικόν καταστρώματος υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπάρχου και υπό την διεύθυνσιν του Ναυκλήρου, ασχολείται εις καθαρισμούς, υποσκωρίασιν ελασμάτων χρωματισμούς, καθαρισμόν υδροσυλλεκτών και δεξαμενών, ευθέτισιν εξαρτίων και αγομένων, πρωρατικά έργα και εις πάσαν άλλην εργασίαν σκάφους, διατασσομένην υπό του Υπάρχου, συμφώνως προς το ωρολόγιον πρόγραμμα ημερησίας εργασίας εν όρμω, χειμερινόν ή θερινόν, αναλόγως της εποχής του έτους». Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει, μεταξύ άλλων, πρώτον, ότι στα λιμάνια προσέγγισης του πλοίου το προσωπικό καταστρώματος μετέχει σύσσωμο στις εργασίες κατάπλου (πρόσδεση και αγκυροβολία) και απόπλου (απόδεση και άπαρση) και, δεύτερον, ότι η εργασία αυτή, ακόμα και αν εκτείνεται πέραν του οκταώρου της καθημερινής απασχόλησης του Υποναυκλήρου, δεν θεωρείται υπερωριακή. Όμως, η τελευταία αυτή ρύθμιση υποχωρεί, καθόσον στη (μεταγενέστερη και ειδικότερη) διάταξη του άρθρου 13 § 1 των ως άνω ΣΣΝΕ, που έχουν ισχύ νόμου, ορίζεται αντιθέτως ότι για όλες τις εργασίες που εκτελούνται στο λιμάνι πέραν των κανονικών εργασίμων ωρών, ο ναυτικός δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, επειδή οι εργασίες αυτές, στις οποίες ρητά συμπεριλαμβάνονται και αυτές κατά τον κατάπλου και τον απόπλου, θεωρούνται υπερωριακές (ΜονΕφΠειρ 602/2015, 85/2015, 618/2014, 539/2014, 23/2014, άπασες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεν αμφισβητείται ειδικώς υπό των διαδίκων, το πρώτο εκ των ανωτέρω πλοίο “C”, πλην του χρονικού διαστήματος από 5.1.2023 έως 11.1.2023, οπότε σε αυτό διενεργούντο εργασίες επισκευής, εκτελούσε τα ακόλουθα δρομολόγια: [Ι] Καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη [Α] Κατά τη διάρκεια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ήτοι από 3.1.2022 έως 5.2.2022: (α) Κατά το χρονικό διάστημα από 3.1.2022 έως 24.1.2022 εκτελούσε καθημερνά το δρομολόγιο Πειραιάς (αναχ. 07.30) – Σύρο (αφ. 11.15 – αναχ. 11.30) – Τήνο (αφ. 12.00 – αναχ. 12.15) – Μύκονο (αφ. 12.45 – αναχ. 14.15) – Τήνο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00) – Σύρο (αφ. 15.30 – αναχ. 16.00) – Πειραιάς (αφ. 19.45), (β) Κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2022 έως 5.2.2022: Κάθε Δευτέρα απέπλεε από το Λιμάνι του Πειραιά όπου είχε καταπλεύσει την προηγούμενη ημέρα Κυριακή ώρα 16.00 για Σύρο (αφ. 19.35 – αναχ. 19.55), Τήνο (αφ. 20.25 – αναχ. 20.35), Μύκονο (αφ. 21.05 – αναχ. 21.25), Εύδηλο (αφ. 23.30 – αναχ. 23.55), Καρλόβασι (αφ. 01.05 της επομένης ημέρας Τρίτης – αναχ. 01.30), Βαθύ (αφ. 02.10 – αναχ. 03.00), Καρλόβασι (αφ. 03.40 – αναχ. 04.00), Εύδηλο (αφ. 05.10 – αναχ. 05.30), Μύκονο (αφ. 07.35 – αναχ. 07.50), Τήνο (αφ. 08.20 – αναχ. 08.30), Σύρο (αφ. 09.00 – αναχ. 09.15) και κατεπλεε στον Πειραιά ώρα 12.50 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 16.00 για Σύρο (αφ. 19.45 – αναχ. 20.00), Μύκονο (αφ. 20.50 – αναχ. 21.10), Άγιο Κήρυκο (αφ. 23.30 – αναχ. 23.55), Φούρνοι (αφ. 00.25 της επομένης ημέρας Τετάρτης – αναχ. 00.35), Καρλόβασι (αφ. 01.25 – αναχ. 01.50), Βαθύ (αφ. 02.30 – αναχ. 03.10), Χίος (αφ. 05.55 – αναχ. 06.15), Οινούσσες (αφ. 06.40 – αναχ. 06.50), Μυτιλήνη (αφ. 08.55 – αναχ. 09.55), Λήμνο (αφ. 14.10 – αναχ. 14.30), Καβάλα (αφ. 17.45 – αναχ. 21.30), Λήμνο (αφ. 00.40 της επομένης ημέρας Πέμπτης – αναχ. 01.00), Μυτιλήνη (αφ. 05.15 – αναχ. 06.00), Οινούσσες (αφ. 08.05 – αναχ. 08.15), Χίος (αφ. 08.45 – αναχ. 09.05), Βαθύ (αφ. 11.45 – αναχ. 12.30), Καρλόβασι (αφ. 13.10 – αναχ. 13.35), Φούρνοι (αφ. 14.25 – αναχ. 14.35), Άγιος Κήρυκος (αφ. 15.05 – αναχ. 15.25), Μύκονος (αφ. 17.45 – αναχ. 18.00), Σύρος (αφ. 18.50 – αναχ. 19.05) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 22.50 της ίδιας ημέρας (Πέμπτης) απ’ όπου απέπλεε την επομένη ημέρα Παρασκευή και ώρα 15.00 για Σύρο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Μύκονο (αφ. 19.35 – αναχ. 19.50), Εύδηλο (αφ. 21.55 – αναχ. 22.20), Φούρνοι (αφ. 23.15 – αναχ. 23.25), Καρλόβασι (αφ. 00.10 της επομένης ημέρας Σαββάτου – αναχ. 00.30), Βαθύ (αφ. 01.10 – αναχ. 01.55), Χίος (αφ. 04.30 – αναχ. 04.50), Μυτιλήνη (αφ. 07.05 – αναχ. 07.50), Λήμνο (αφ. 11.55 – αναχ. 12.15), Θεσσαλονίκη (αφ. 17.50 – αναχ. 21.00), Λήμνο (αφ. 02.30 της επομένης ημέρας Κυριακής – αναχ. 02.50), Μυτιλήνη (αφ. 06.55 – αναχ. 07.40), Χίος (αφ. 09.55 – αναχ. 10.15), Βαθύ (αφ. 12.50 – αναχ. 13.35), Καρλόβασι (αφ. 14.15 – αναχ. 14.40), Φούρνοι (αφ. 15.25 – αναχ. 15.35), Εύδηλο (αφ. 16.30 – αναχ. 17.00), Μύκονο (αφ. 19.05 – αναχ. 19.20), Σύρο (αφ. 20.05 – αναχ. 20.20) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 23.55 της ίδιας ημέρας (Κυριακής) απ’ όπου απέπλεε ώρα 16.00 της επομένης ημέρας Δευτέρας προς εκτέλεση του ανωτέρω δρομολογίου. [Β] Κατά τη διάρκεια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ήτοι από 14.2.2022 έως 12.5.2022: (α) Κατά το χρονικό διάστημα από 14.2.2022 έως 10.3.2022 εκτελούσε το δρομολόγιο: Κάθε Δευτέρα απέπλεε από το Λιμάνι του Πειραιά όπου είχε καταπλεύσει την προηγούμενη ημέρα Κυριακή ώρα 16.00 για Σύρο (αφ. 19.35 – αναχ. 19.55), Τήνο (αφ. 20.25 – αναχ. 20.35) , Μύκονο (αφ. 21.05 – αναχ. 21.25), Εύδηλο (αφ. 23.30 – αναχ. 23.55), Καρλόβασι (αφ. 01.05 της επομένης ημέρας Τρίτης – αναχ. 01.30), Βαθύ (αφ. 02.10 – αναχ. 03.00), Καρλόβασι (αφ. 03.40 – αναχ. 04.00), Εύδηλο (αφ. 05.10 – αναχ. 05.30), Μύκονο (αφ. 07.35 – αναχ. 07.50), Τήνο (αφ. 08.20 – αναχ. 08.30), Σύρο (αφ. 09.00 – αναχ. 09.15) και κατεπλεε στον Πειραιά ώρα 12.50 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 16.00 για Σύρο (αφ. 19.45 – αναχ. 20.00), Μύκονο (αφ. 20.50 – αναχ. 21.10), Άγιο Κήρυκο (αφ. 23.30 – αναχ. 23.55), Φούρνοι (αφ. 00.25 της επομένης ημέρας Τετάρτης – αναχ. 00.35), Καρλόβασι (αφ. 01.25 – αναχ. 01.50), Βαθύ (αφ. 02.30 – αναχ. 03.10), Χίος (αφ. 05.55 – αναχ. 06.15), Οινούσσες (αφ. 06.40 – αναχ. 06.50), Μυτιλήνη (αφ. 08.55 – αναχ. 09.55), Λήμνο (αφ. 14.10 – αναχ. 14.30), Καβάλα (αφ. 17.45 – αναχ. 21.30), Λήμνο (αφ. 00.40 της επομένης ημέρας Πέμπτης – αναχ. 01.00), Μυτιλήνη (αφ. 05.15 – αναχ. 06.00), Οινούσσες (αφ. 08.05 – αναχ. 08.15), Χίος (αφ. 08.45 – αναχ. 09.05), Βαθύ (αφ. 11.45 – αναχ. 12.30), Καρλόβασι (αφ. 13.10 – αναχ. 13.35), Φούρνοι (αφ. 14.25 – αναχ. 14.35), Άγιος Κήρυκος (αφ. 15.05 – αναχ. 15.25), Μύκονος (αφ. 17.45 – αναχ. 18.00), Σύρος (αφ. 18.50 – αναχ. 19.05) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 22.50 της ίδιας ημέρας (Πέμπτης) απ’ όπου απέπλεε την επομένη ημέρα Παρασκευή και ώρα 15.00 για Σύρο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Μύκονο (αφ. 19.35 – αναχ. 19.50), Εύδηλο (αφ. 21.55 – αναχ. 22.20), Φούρνοι (αφ. 23.15 – αναχ. 23.25), Καρλόβασι (αφ. 00.10 της επομένης ημέρας Σαββάτου – αναχ. 00.30), Βαθύ (αφ. 01.10 – αναχ. 01.55), Χίος (αφ. 04.30 – αναχ. 04.50), Μυτιλήνη (αφ. 07.05 – αναχ. 07.50), Λήμνο (αφ. 11.55 – αναχ. 12.15), Θεσσαλονίκη (αφ. 17.50 – αναχ. 21.00), Λήμνο (αφ. 02.30 της επομένης ημέρας Κυριακής – αναχ. 02.50), Μυτιλήνη (αφ. 06.55 – αναχ. 07.40), Χίος (αφ. 09.55 – αναχ. 10.15), Βαθύ (αφ. 12.50 – αναχ. 13.35), Καρλόβασι (αφ. 14.15 – αναχ. 14.40), Φούρνοι (αφ. 15.25 – αναχ. 15.35), Εύδηλο (αφ. 16.30 – αναχ. 17.00), Μύκονο (αφ. 19.05 – αναχ. 19.20), Σύρο (αφ. 20.05 – αναχ. 20.20) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 23.55 της ίδιας ημέρας (Κυριακής) απ’ όπου απέπλεε ώρα 16.00 της επομένης ημέρας Δευτέρας προς εκτέλεση του ανωτέρω δρομολογίου. (β) Κατά το χρονικό διάστημα από 11.3.2022 έως 12.4.2022 εκτελούσε το δρομολόγιο: Κάθε Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη με την άφιξή του στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50, αναχωρούσε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Ίο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00), Θήρα (αφ. 15.55 – αναχ. 16.15), Ίο (αφ. 17.10 – αναχ. 17.25), Νάξο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Πάρο (αφ. 19.30 – αναχ. 19.50), Μύκονο (αφ. 20.55 – αναχ. 21.10), Τήνο (αφ. 21.35 – αναχ. 21.50), Άνδρο (αφ. 23.05 – αναχ. 23.20) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50 της επομένης ημέρας (Τρίτης, Τετάρτης, Πέμπτης και Παρασκευής). Τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη αναχωρούσε την επομένη ημέρα και ώρα 07.20 προς εκτέλεση του ιδίου ως άνω δρομολογίου. Την ημέρα Παρασκευής αναχωρούσε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Πάρο (αφ. 14.25 – αναχ. 14.40) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 18.35, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 23.55 για Θήρα (αφ. 05.30 της επομένςη ημέρας Σαββάτου – αναχ. 09.00), Ίο (αφ. 09.55 – αναχ. 10.15), Νάξο (αφ. 11.20 – αναχ. 11.40), Πάρο (αφ. 12.15 – αναχ. 12.35), Μύκονο (αφ. 13.40 – αναχ. 14.00), Τήνο (αφ. 14.20 – αναχ. 14.40), Άνδρο (αφ. 15.50 – αναχ. 16.10) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 17.35, απ’όπου απέπλεε την επομένη ημέρα (Κυριακή) ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Ίο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00), Θήρα (αφ. 15.55 – αναχ. 16.15), Ίο (αφ. 17.10 – αναχ. 17.25), Νάξο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Πάρο (αφ. 19.30 – αναχ. 19.50), Μύκονο (αφ. 20.55 – αναχ. 21.10), Τήνο (αφ. 21.35 – αναχ. 21.50), Άνδρο (αφ. 23.05 – αναχ. 23.20) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50 της επομένης ημέρας (Δευτέρας), απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα ώρα 07.20 εκτελώντας το ανωτέρω δρομολόγιο. (γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 13.4.2022 έως 1.5.2022 εκτελούσε καθημερνά το δρομολόγιο Πειραιάς (αναχ. 07.30) – Σύρο (αφ. 11.15 – αναχ. 11.30) – Τήνο (αφ. 12.00 – αναχ. 12.15) – Μύκονο (αφ. 12.45 – αναχ. 14.15) – Τήνο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00) – Σύρο (αφ. 15.30 – αναχ. 16.00) – Πειραιάς (αφ. 19.45). Ειδικώς την 20.4.2022 ημέρα Τετάρτη το πλοίο απέπλευσε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 21.30 για Πάρο (αφ. 01.30 της επομένης ημέρας 21.4.2022 – αναχ. 01.50) – Νάξο (αφ. 02.40 – αναχ. 03.00) και κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 07.40 της ίδιας ημέρας (21.4.2022), απ’ όπου απέπλευσε εκ νέου ώρα 09.00 της ίδιας ημέρας για Σύρο (αφ. 12.45 – αναχ. 13.00) – Τήνο (αφ. 13.30 – αναχ. 13.45) – Μύκονο (αφ. 14.15 – αναχ. 14.45) – Τήνο (αφ. 15.15 – αναχ. 15.30) – Σύρο (αφ. 16.00 – αναχ. 16.30) – Πειραιάς (αφ. 20.00), απ’ όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα ώρα 21.30 για Πάρο (αφ. 01.30 της επομένης ημέρας 22.4.2022 – αναχ. 01.50) – Νάξο (αφ. 02.40 – αναχ. 03.00) και κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 07.40, απ’ όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα ώρα 10.00 για Πάρο (αφ. 14.00 – αναχ. 14.20) – Νάξο (αφ. 15.10 – αναχ. 15.40) και κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 20.20. Επίσης, το δρομολόγιο της 24.4.2022 δεν εκτελέσθηκε. Και (δ) κατά το χρονικό διάστημα από 2.5.2022 έως 12.5.2022 εκτελούσε το δρομολόγιο: Κάθε Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη με την άφιξή του στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50, αναχωρούσε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Ίο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00), Θήρα (αφ. 15.55 – αναχ. 16.15), Ίο (αφ. 17.10 – αναχ. 17.25), Νάξο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Πάρο (αφ. 19.30 – αναχ. 19.50), Μύκονο (αφ. 20.55 – αναχ. 21.10), Τήνο (αφ. 21.35 – αναχ. 21.50), Άνδρο (αφ. 23.05 – αναχ. 23.20) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50 της επομένης ημέρας (Τρίτης, Τετάρτης, Πέμπτης και Παρασκευής). Τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη αναχωρούσε την επομένη ημέρα και ώρα 07.20 προς εκτέλεση του ιδίου ως άνω δρομολογίου. Την ημέρα Παρασκευής αναχωρούσε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Πάρο (αφ. 14.25 – αναχ. 14.40) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 18.35, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 23.55 για Θήρα (αφ. 05.30 της επομένςη ημέρας Σαββάτου – αναχ. 09.00), Ίο (αφ. 09.55 – αναχ. 10.15), Νάξο (αφ. 11.20 – αναχ. 11.40), Πάρο (αφ. 12.15 – αναχ. 12.35), Μύκονο (αφ. 13.40 – αναχ. 14.00), Τήνο (αφ. 14.20 – αναχ. 14.40), Άνδρο (αφ. 15.50 – αναχ. 16.10) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 17.35, απ’όπου απέπλεε την επομένη ημέρα (Κυριακή) ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Ίο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00), Θήρα (αφ. 15.55 – αναχ. 16.15), Ίο (αφ. 17.10 – αναχ. 17.25), Νάξο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Πάρο (αφ. 19.30 – αναχ. 19.50), Μύκονο (αφ. 20.55 – αναχ. 21.10), Τήνο (αφ. 21.35 – αναχ. 21.50), Άνδρο (αφ. 23.05 – αναχ. 23.20) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50 της επομένης ημέρας (Δευτέρας), απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα ώρα 07.20 εκτελώντας το ανωτέρω δρομολόγιο. [Γ] Κατά τη διάρκεια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ήτοι από 14.9.2022 έως 30.9.2022: Κάθε Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη με την άφιξή του στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50, αναχωρούσε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Ίο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00), Θήρα (αφ. 15.55 – αναχ. 16.15), Ίο (αφ. 17.10 – αναχ. 17.25), Νάξο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Πάρο (αφ. 19.30 – αναχ. 19.50), Μύκονο (αφ. 20.55 – αναχ. 21.10), Τήνο (αφ. 21.35 – αναχ. 21.50), Άνδρο (αφ. 23.05 – αναχ. 23.20) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50 της επομένης ημέρας (Τρίτης, Τετάρτης, Πέμπτης και Παρασκευής). Τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη αναχωρούσε την επομένη ημέρα και ώρα 07.20 προς εκτέλεση του ιδίου ως άνω δρομολογίου. Την ημέρα Παρασκευής αναχωρούσε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Πάρο (αφ. 14.25 – αναχ. 14.40) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 18.35, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 23.55 για Θήρα (αφ. 05.30 της επομένςη ημέρας Σαββάτου – αναχ. 09.00), Ίο (αφ. 09.55 – αναχ. 10.15), Νάξο (αφ. 11.20 – αναχ. 11.40), Πάρο (αφ. 12.15 – αναχ. 12.35), Μύκονο (αφ. 13.40 – αναχ. 14.00), Τήνο (αφ. 14.20 – αναχ. 14.40), Άνδρο (αφ. 15.50 – αναχ. 16.10) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 17.35, απ’όπου απέπλεε την επομένη ημέρα (Κυριακή) ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Ίο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00), Θήρα (αφ. 15.55 – αναχ. 16.15), Ίο (αφ. 17.10 – αναχ. 17.25), Νάξο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Πάρο (αφ. 19.30 – αναχ. 19.50), Μύκονο (αφ. 20.55 – αναχ. 21.10), Τήνο (αφ. 21.35 – αναχ. 21.50), Άνδρο (αφ. 23.05 – αναχ. 23.20) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50 της επομένης ημέρας (Δευτέρας), απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα ώρα 07.20 εκτελώντας το ανωτέρω δρομολόγιο και [Δ] κατά τη διάρκεια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ήτοι από 16.3.2023 έως 17.5.2023: (α) Κατά το χρονικό διάστημα από 16.3.2023 έως 4.5.2023 εκτελούσε καθημερνά το δρομολόγιο Πειραιάς (αναχ. 07.30) – Σύρο (αφ. 11.15 – αναχ. 11.30) – Τήνο (αφ. 12.00 – αναχ. 12.15) – Μύκονο (αφ. 12.45 – αναχ. 14.15) – Τήνο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00) – Σύρο (αφ. 15.30 – αναχ. 16.00) – Πειραιάς (αφ. 19.45). Ειδικώς τις ημέρες 21.3.2023, 23.3.2023, 28.3.2023 και 30.3.2023 το πλοίο επιπλέον των ανωτέρω δρομολογίων με την άφιξή του στο λιμάνι του Πειραιά, αναχωρούσε ώρα 21.30 για Πάρο (αφ. 01.35 της επομένης ημέρας – αναχ. 02.05 και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.10 απ’ όπου απέπλεε ώρα 07.30 προς εκτέλεση του αρχικού δρομολογίου. Και (β) κατά το χρονικό διάστημα από 5.5.2023 έως 17.5.2023: Κάθε Δευτέρα, με την άφιξή του στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 05.55, αναχωρούσε εκ νέου ώρα 18.00 για Θήρα (αφ. 23.55- αναχ. 00.55 της επομένης ημέρας Τρίτης), Ηράκλειο (αφ. 04.05 – αναχ. 05.30), Σητεία (αφ. 07.25 – αναχ. 08.25), Κάσο (αφ. 10.25 – αναχ. 10.45), Πηγάδια Καρπάθου (αφ. 12.00 – αναχ. 12.30), Ρόδο (αφ. 16.10 – αναχ. 17.30), Πηγάδια Καρπάθου (αφ. 21.20 – αναχ. 21.50), Κάσο (αφ. 23.00 – αναχ. 23.25), Σητεία (αφ. 01.25 της επομένης ημέρας Τετάρτης – αναχ. 01.55), Ηράκλειο (αφ. 04.20 – αναχ. 05.20), Θήρα (αφ. 08.00 – αναχ. 08.30), Πειραιά (αφ. 14.25 – αναχ. 18.00), Θήρα (αφ. 23.55 – αναχ. 00.55 της επομένης ημέρας Πέμπτης – αναχ. Ανάφη (αφ. 02.15 – αναχ. 02.30), Σητεία (αφ. 06.00 – αναχ. 06.45), Κάσο (αφ. 08.45 – αναχ. 09.05), Πηγάδια Καρπάθου (αφ. 10.20 – αναχ. 11.05), Διαφάνι (αφ. 11.55 – αναχ. 12.15), Χάλκη (αφ. 13.45 – αναχ. 14.05), Ρόδο (αφ. 15.35 – αναχ. 17.00), Χάλκι (αφ. 18.30 – αναχ. 18.50) Διαφάνι (αφ. 20.20 – αναχ. 20.40), Πηγάδια (αφ. 21.30 – αναχ. 22.00), Κάσο (αφ. 23.15 – αναχ. 23.35), Σητεία (αφ. 01.25 της επομένης ημέρας Παρασκευής – αναχ. 01.55), Ηράκλειο (αφ. 04.20 – αναχ. 05.20), Θήρα (αφ. 08.00 – αναχ. 08.30), Πειραιά (αφ. 14.25 – αναχ. 18.00), Θήρα (αφ. 23.55 – αναχ. 00.55 της επομένης ημέρας Σαββάτου), Ανάφη (αφ. 02.15 – αναχ. 02.30), Κάσο (αφ. 06.40 – αναχ. 07.00), Πηγάδια Καρπάθου (αφ. 08.15 – αναχ. 09.00), Διαφάνι (αφ. 09.50 – αναχ. 10.10), Χάλκη (αφ. 11.40 – αναχ. 12.00), Ρόδο (αφ. 13.30), απ’ όπου απέπλεε την επομένη ημέρα Κυριακής ώρα 11.00 για Χάλκη (αφ. 12.30 – αναχ. 12.50) Διαφάνι (αφ. 14.20 – αναχ. 14.40), Πηγάδια (αφ. 15.30 – αναχ. 16.10), Κάσο (αφ. 17.25 – αναχ. 17.45), Ανάφη (αφ. 21.55 – αναχ. 22.10), Θήρα (αφ. 23.30 – αναχ. 23.59) και συνέχιζε το ως άνω δρομολόγιο. [ΙΙ] Καθόν χρόνο τον εφοπλισμό του ως άνω πρώτου των ενδίκων πλοίου είχε η δεύτερη εναγομένη, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως 13.9.2022, το πλοίο εκτέλεσε τα ακόλουθα δρομολόγια: (α) Κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως και 18.6.2022: Κάθε Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη με την άφιξή του στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50, αναχωρούσε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Ίο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00), Θήρα (αφ. 15.55 – αναχ. 16.15), Ίο (αφ. 17.10 – αναχ. 17.25), Νάξο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Πάρο (αφ. 19.30 – αναχ. 19.50), Μύκονο (αφ. 20.55 – αναχ. 21.10), Τήνο (αφ. 21.35 – αναχ. 21.50), Άνδρο (αφ. 23.05 – αναχ. 23.20) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50 της επομένης ημέρας (Τρίτης, Τετάρτης, Πέμπτης και Παρασκευής). Τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη αναχωρούσε την επομένη ημέρα και ώρα 07.20 προς εκτέλεση του ιδίου ως άνω δρομολογίου. Την ημέρα Παρασκευής αναχωρούσε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Πάρο (αφ. 14.25 – αναχ. 14.40) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 18.35, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 23.55 για Θήρα (αφ. 05.30 της επομένςη ημέρας Σαββάτου – αναχ. 09.00), Ίο (αφ. 09.55 – αναχ. 10.15), Νάξο (αφ. 11.20 – αναχ. 11.40), Πάρο (αφ. 12.15 – αναχ. 12.35), Μύκονο (αφ. 13.40 – αναχ. 14.00), Τήνο (αφ. 14.20 – αναχ. 14.40), Άνδρο (αφ. 15.50 – αναχ. 16.10) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 17.35, απ’όπου απέπλεε την επομένη ημέρα (Κυριακή) ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Ίο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00), Θήρα (αφ. 15.55 – αναχ. 16.15), Ίο (αφ. 17.10 – αναχ. 17.25), Νάξο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Πάρο (αφ. 19.30 – αναχ. 19.50), Μύκονο (αφ. 20.55 – αναχ. 21.10), Τήνο (αφ. 21.35 – αναχ. 21.50), Άνδρο (αφ. 23.05 – αναχ. 23.20) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50 της επομένης ημέρας (Δευτέρας), απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα ώρα 07.20 εκτελώντας το ανωτέρω δρομολόγιο. (β) Κατά το χρονικό διάστημα από 19.6.2022 έως και 24.7.2022: Κάθε Δευτέρα, το πλοίο απέπλεε από το λιμάνι της Νάξου. όπου είχε καταπλεύσει την προηγούμενη ημέρα (Κυριακή και ώρα 23.55) για Ίο (αφ. 01.30 – αναχ. 01.45), Θήρα (αφ. 02.45 – αναχ. 03.15), Ανάφη (αφ. 04.30 – αναχ. 04.50), Θήρα (αφ. 06.05 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.40 – αναχ. 22.00), Νάξο (αφ. 22.50- αναχ. 23.10), Ίο (αφ. 00.25 της επομένης ημέρας Τρίτης – αναχ. 00.45), Θήρα (αφ. 01.45 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Σύρο (αφ. 21.15 – αναχ. 21.35), Πάρο (αφ. 22.45 – αναχ. 23.05), Νάξο (αφ. 23.55 – αναχ. 00.15 της επομένης ημέρας Τετάρτης), Ίο (αφ. 01.30 – αναχ. 01.45), Θήρα (αφ. 02.45 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45, απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.40 – αναχ. 22.00), Νάξο (αφ. 22.50- αναχ. 23.10), Ίο (αφ. 00.25 της επομένης ημέρας Πέμπτης – αναχ. 00.45), Θήρα (αφ. 01.45 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Σύρο (αφ. 21.15 – αναχ. 21.35), Πάρο (αφ. 22.45 – αναχ. 23.05), Νάξο (αφ. 23.55 – αναχ. 00.15 της επομένης ημέρας Παρασκευής), Ίο (αφ. 01.30 – αναχ. 01.45), Θήρα (αφ. 02.45 – αναχ. 03.15), Ανάφη (αφ. 04.30 – αναχ. 04.50), Θήρα (αφ. 06.05 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.40 – αναχ. 22.00), Νάξο (αφ. 22.50- αναχ. 23.10), Ίο (αφ. 00.25 της επομένης ημέρας Σαββάτου – αναχ. 00.45), Θήρα (αφ. 01.45 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.40 – αναχ. 22.00), Νάξο (αφ. 22.50- αναχ. 23.10), Ίο (αφ. 00.25 της επομένης ημέρας Κυριακής – αναχ. 00.45), Θήρα (αφ. 01.45 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Σύρο (αφ. 21.15 – αναχ. 21.35), Πάρο (αφ. 22.45 – αναχ. 23.05), Νάξο (αφ. 23.55 – αναχ. 00.15 της επομένης ημέρας Δευτέρας) και συνέχιζε το ανωτέρω δρομολόγιο. Την 19.6.2022 το δρομολόγιο εκκίνησε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 17.30. Το δρομολόγιο δε της 24.7.2022 το δρομολόγιο τερματίσθηκε με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45. (γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 25.7.2022 έως και 3.9.2022: Κάθε Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη με την άφιξή του στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50, αναχωρούσε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Ίο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00), Θήρα (αφ. 15.55 – αναχ. 16.15), Ίο (αφ. 17.10 – αναχ. 17.25), Νάξο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Πάρο (αφ. 19.30 – αναχ. 19.50), Μύκονο (αφ. 20.55 – αναχ. 21.10), Τήνο (αφ. 21.35 – αναχ. 21.50), Άνδρο (αφ. 23.05 – αναχ. 23.20) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50 της επομένης ημέρας (Τρίτης, Τετάρτης, Πέμπτης και Παρασκευής). Τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη αναχωρούσε την επομένη ημέρα και ώρα 07.20 προς εκτέλεση του ιδίου ως άνω δρομολογίου. Την ημέρα Παρασκευής αναχωρούσε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Πάρο (αφ. 14.25 – αναχ. 14.40) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 18.35, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 23.55 για Θήρα (αφ. 05.30 της επομένςη ημέρας Σαββάτου – αναχ. 09.00), Ίο (αφ. 09.55 – αναχ. 10.15), Νάξο (αφ. 11.20 – αναχ. 11.40), Πάρο (αφ. 12.15 – αναχ. 12.35), Μύκονο (αφ. 13.40 – αναχ. 14.00), Τήνο (αφ. 14.20 – αναχ. 14.40), Άνδρο (αφ. 15.50 – αναχ. 16.10) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 17.35, απ’όπου απέπλεε την επομένη ημέρα (Κυριακή) ώρα 07.20 για Άνδρο (αφ. 08.50 – αναχ. 09.05), Τήνο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.35), Μύκονο (αφ. 11.00 – αναχ. 11.15), Πάρο (αφ. 12.20 – αναχ. 12.40), Νάξο (αφ. 13.20 – αναχ. 13.35), Ίο (αφ. 14.45 – αναχ. 15.00), Θήρα (αφ. 15.55 – αναχ. 16.15), Ίο (αφ. 17.10 – αναχ. 17.25), Νάξο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Πάρο (αφ. 19.30 – αναχ. 19.50), Μύκονο (αφ. 20.55 – αναχ. 21.10), Τήνο (αφ. 21.35 – αναχ. 21.50), Άνδρο (αφ. 23.05 – αναχ. 23.20) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ραφήνας ώρα 00.50 της επομένης ημέρας (Δευτέρας), απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα ώρα 07.20 εκτελώντας το ανωτέρω δρομολόγιο. (δ) Κατά το χρονικό διάστημα από 4.9.2022 έως και 13.9.2022: Κάθε Δευτέρα, το πλοίο απέπλεε από το λιμάνι της Νάξου. όπου είχε καταπλεύσει την προηγούμενη ημέρα (Κυριακή και ώρα 23.55) για Ίο (αφ. 01.30 – αναχ. 01.45), Θήρα (αφ. 02.45 – αναχ. 03.15), Ανάφη (αφ. 04.30 – αναχ. 04.50), Θήρα (αφ. 06.05 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.40 – αναχ. 22.00), Νάξο (αφ. 22.50- αναχ. 23.10), Ίο (αφ. 00.25 της επομένης ημέρας Τρίτης – αναχ. 00.45), Θήρα (αφ. 01.45 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Σύρο (αφ. 21.15 – αναχ. 21.35), Πάρο (αφ. 22.45 – αναχ. 23.05), Νάξο (αφ. 23.55 – αναχ. 00.15 της επομένης ημέρας Τετάρτης), Ίο (αφ. 01.30 – αναχ. 01.45), Θήρα (αφ. 02.45 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45, απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.40 – αναχ. 22.00), Νάξο (αφ. 22.50- αναχ. 23.10), Ίο (αφ. 00.25 της επομένης ημέρας Πέμπτης – αναχ. 00.45), Θήρα (αφ. 01.45 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Σύρο (αφ. 21.15 – αναχ. 21.35), Πάρο (αφ. 22.45 – αναχ. 23.05), Νάξο (αφ. 23.55 – αναχ. 00.15 της επομένης ημέρας Παρασκευής), Ίο (αφ. 01.30 – αναχ. 01.45), Θήρα (αφ. 02.45 – αναχ. 03.15), Ανάφη (αφ. 04.30 – αναχ. 04.50), Θήρα (αφ. 06.05 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.40 – αναχ. 22.00), Νάξο (αφ. 22.50- αναχ. 23.10), Ίο (αφ. 00.25 της επομένης ημέρας Σαββάτου – αναχ. 00.45), Θήρα (αφ. 01.45 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.40 – αναχ. 22.00), Νάξο (αφ. 22.50- αναχ. 23.10), Ίο (αφ. 00.25 της επομένης ημέρας Κυριακής – αναχ. 00.45), Θήρα (αφ. 01.45 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.45 απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Σύρο (αφ. 21.15 – αναχ. 21.35), Πάρο (αφ. 22.45 – αναχ. 23.05), Νάξο (αφ. 23.55- αναχ. 00.15 της επομένης ημέρας Δευτέρας) και συνέχιζε το ανωτέρω δρομολόγιο. Την 4.9.2022 το δρομολόγιο εκκίνησε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 17.30. Τα δρομολόγια της 8.9.2022 και 11.9.2022 εκτελέσθηκαν ως εξής: Πειραιάς (αναχ, 17,30), Σύρος (αφ. 21.15- αναχ. 21.35), Πάρος (αφ. 22.45 – αναχ. 23.05), Νάξος (αφ. 23.55 – αναχ. 00.15 της επομένης ημέρας), Ίος (αφ. 01.30 – αναχ. 01.45), Θήρα (αφ. 02.45 – αναχ. 06.45), Ίο (αφ. 07.45 – αναχ. 08.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αναχ. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αναχ. 10.45), Πειραιάς (αφ. 14.45). Το δρομολόγιο της 12.9.2022 τερματίσθηκε με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά. Εξάλλου, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω χρονικά διαστήματα, το δεύτερο εκ των ανωτέρω πλοίο “M”, εκτελούσε τα ακόλουθα δρομολόγια: (α) Κατά το χρονικό διάστημα από 30.9.2022 έως 6.10.2022 και από 11.10.2022 έως 21.10.2022: Κάθε Δευτέρα απέπλεε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 16.00 για Σύρο (αφ. 19.35 – αναχ. 19.55), Μύκονο (αφ. 21.05 – αναχ. 21.25), Εύδηλο (αφ. 23.30 – αναχ. 23.55), Καρλόβασι (αφ. 01.05 της επομένης ημέρας Τρίτης – αναχ. 01.30), Βαθύ (αφ. 02.10 – αναχ. 03.00), Καρλόβασι (αφ. 03.40 – αναχ. 04.00), Εύδηλο (αφ. 05.10 – αναχ. 05.30), Μύκονο (αφ. 07.35 – αναχ. 07.50), Σύρο (αφ. 09.00 – αναχ. 09.15) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 12.50 της ίδιας ημέρας (Τρίτης) απ’ όπου απέπλεε ώρα 16.00 για Σύρο (αφ. 19.45 – αναχ. 20.00), Μύκονο (αφ. 20.50 – αναχ. 21.10), Άγιο Κήρυκο (αφ. 23.30 – αναχ. 23.55), Φούρνοι (αφ. 00.25 της επομένης ημέρας Τετάρτης – αναχ. 00.35), Καρλόβασι (αφ. 01.25 – αναχ. 01.50), Βαθύ (αφ. 02.30 – αναχ. 03.10), Χίο (αφ. 05.55 – αναχ. 06.15) Οινούσσες (αφ. 06.40 – αναχ. 06.50), Μυτιλήνη (αφ. 08.55 – αναχ. 09.55), Λήμνο (αφ. 14.10 – αναχ. 14.30), Καβάλα (αφ. 17.45 – αναχ. 21.30), Λήμνο (αφ. 00.40 της επομένης ημέρας Πέμπτης – αναχ. 01.00), Μυτιλήνη (αφ. 05.15 – αναχ. 06.00), Οινούσσες (αφ. 08.05 – αναχ. 08.15), Χίος (αφ. 08.45- αναχ. 09.05), Βαθύ (αφ. 11.45 – αναχ. 12.30), Καρλόβασι (αφ. 13.10 – αναχ. 13.35), Φούρνοι (αφ. 14.25 – αναχ. 14.35), Άγιο Κήρυκο (αφ. 15.05 – αναχ. 15.25), Μύκονο (αφ. 17.45 – αναχ. 18.00) Σύρο (αφ. 18.50 – αναχ. 19.05) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 22.05, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 15.00 της επομένης ημέρας Παρασκευής για Σύρο (αφ. 18.35 – αναχ. 18.50), Μύκονο (αφ. 19.35 – αναχ. 19.50), Εύδηλο (αφ. 21.55 – αναχ. 22.20), Φούρνοι (αφ. 23.15 – αναχ. 23.25), Καρλόβασι (αφ. 00.10 της επομένης ημέρας Σαββάτου – αναχ. 00.30), Βαθύ (αφ. 01.10 – αναχ. 01.55), Χίο (αφ. 04.30 – αναχ. 04.50), Μυτιλήνη (αφ. 07.05 – αναχ. 07.50), Λήμνο (αφ. 11.55 – αναχ. 12.15), Θεσσαλονίκη (αφ. 17.50 – αναχ. 21.30), Λήμνο (αφ. 02.30 της επομένης ημέρας Κυριακής – αναχ. 02.50), Μυτιλήνη (αφ. 06.55 – αναχ. 07.40), Χίο (αφ. 09.55- αναχ. 10.15), Βαθύ (αφ. 12.50 – αναχ. 13.35), Καρλόβασι (αφ. 14.15 – αναχ. 14.40), Φούρνοι (αφ. 15.25 – αναχ. 15.35), Εύδηλο (αφ. 16.30 – αναχ. 17.00), Μύκονο (αφ. 19.05 – αναχ. 19.20) Σύρο (αφ. 20.05 – αναχ. 20.20) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 23.55, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 16.00 της επομένης ημέρας Δευτέρας και συνέχιζε το ανωτέρω δρομολόγιο και (β) κατά το χρονικό διάστημα από 7.10.2022 έως 10.10.2022, την 7.10.2022 ημέρα Παρασκευή απέπλευσεαπό το λιμάνι του Πειραιά ώρα 12.00 για Σύρο (αφ. 15.35 – αναχ. 15.50), Μύκονο (αφ. 16.35 – αναχ. 16.50), Εύδηλο (αφ. 18.55 – αναχ. 19.20), Φούρνοι (αφ. 20.15 – αναχ. 20.25), Καρλόβασι (αφ. 21.10– αναχ. 21.30), Βαθύ (αφ. 22.10 – αναχ. 22.55), Χίο (αφ. 01.30 της επομένης ημέρας 9.10.2022 ημέρα Σάββατο – αναχ. 01.50), Μυτιλήνη (αφ. 04.05 – αναχ. 04.50), Λήμνο (αφ. 08.55 – αναχ. 09.15), Θεσσαλονίκη (αφ. 14.50, απ’ όπου απέπλευσε την επομένη ημέρα 9.10.2022 Κυριακή και ώρα 09.00 για Λήμνο (αφ. 14.30 – αναχ. 14.50), Μυτιλήνη (αφ. 18.55 – αναχ. 19.40), Χίο (αφ. 21.55- αναχ. 22.15), Βαθύ (αφ. 00.50 της επομένης ημέρας 10.10.2022 Δευτέρας – αναχ. 01.35), Καρλόβασι (αφ. 02.15 – αναχ. 02.40), Φούρνοι (αφ. 03.25 – αναχ. 03.35), Εύδηλο (αφ. 04.30 – αναχ. 05.00), Μύκονο (αφ. 07.05 – αναχ. 07.20), Σύρο (αφ. 08.05 – αναχ. 08.20) και κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 11.55, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 16.00 της ίδιας ημέρας και συνέχισε το ανωτέρω δρομολόγιο. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μηνιαίες αποδείξεις μισθοδοσίας, άπασες εκδόσεως της πρώτης εναγομένης, ο ενάγων, καθόν χρόνο απασχολήθηκε στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων, ελάμβανε κάθε μήνα αμοιβή για υπερωριακή εργασία κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, καθώς επίσης ελάμβανε αμοιβή για την εργασία του κατά τις ημέρες Σαββάτου και τις αργίες, οπότε η εργασία κατά τις ημέρες αυτές θεωρείται στο σύνολό της υπερωριακή. Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας του ενάγοντος αφορώσες την εργασία του στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων κατά τους μήνες Μάρτιο 2022, Απρίλιο 2022, Ιούλιο 2022, Αύγουστο 2022 και Απρίλιο 2023, οπότε ο ενάγων εργάσθηκε έναν πλήρη μήνα, εκ των οποίων η μισθοδοσία μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2022 αφορά χρόνο κατά τον οποίο τον εφοπλισμό του εν λόγω πλοίου είχε η δεύτερη εναγομένη, ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών το ποσό των ευρώ 508,01 έκαστο των ανωτέρω μηνών, πλην του μηνός Ιουλίου 2022, οπότε έλαβε το ποσό των ευρώ 508,02. Επιπλέον, κατά τους ίδιους μήνες, έλαβε αμοιβή και για την απασχόλησή του πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών κατά τις καθημερινές και Κυριακές και δη το ποσό των ευρώ 609,15 τον μήνα Μάρτιο 2022 που αντιστοιχεί σε (609,15 δια 9,28=) 65,68 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες υπερωριακής απασχόλησης. Παράλληλα, στην ίδια απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 65,70», ενώ στην αντίστοιχη (μηνός Μαρτίου 2022) Κατάσταση Υπερωριών Πληρώματος του εν λόγω πλοίου (σχετικό προσκομιζόμενο 33) αναγράφονται 44,00 ώρες υπερωρίας. Κατά τον ίδιο μήνα Μάρτιο 2022, το σύνολο των καθημερινών ημερών εργασίας του ενάγοντος ανήλθε σε είκοσι μία ημέρες και το σύνολο των ημερών Κυριακής σε τέσσερις, ήτοι συνολικά καθημερινές και Κυριακές ανήλθαν σε είκοσι πέντε ημέρες. Ως εκ τούτου, η πρώτη των εναγομένων κατέβαλε στον ενάγοντα τον εν λόγω μήνα, κατά μέσο όρο, καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών αμοιβή για (65,68 δια 25=) 2,63 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες υπερωριακής απασχόλησης. Κατά τον μήνα Απρίλιο 2022, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 6 απόδειξη μισθοδοσίας, ο ενάγων έλαβε για την ίδια αιτία το ποσό των ευρώ 589,98, το οποίο αντιστοιχεί σε (589,98 δια 9,28=) 63,57 ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 63,63». Η αντίστοιχη Κατάσταση υπερωριών πληρώματος δεν προσκομίζεται. Δοθέντος ότι κατά τον ίδιο μήνα (Απρίλιο 2022) οι καθημερινές ημέρες ανήλθαν σε δέκα οκτώ ημέρες και οι ημέρες Κυριακής σε τέσσερις και συνολικά καθημερινές και Κυριακές σε είκοσι δύο ημέρες, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή αναλογεί, κατά μέσο όρο, καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών, σε (63,57 δια 22=) 2,89 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας. Κατά τον μήνα Ιούλιο 2022, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 9 απόδειξη μισθοδοσίας, ο ενάγων έλαβε για την ίδια αιτία το ποσό των ευρώ 617,18, το οποίο αντιστοιχεί σε (617,18 δια 9,28=) 66,51 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 66,57». Η αντίστοιχη προσκομιζόμενη ως σχετικό 44 Κατάσταση υπερωριών πληρώματος αναγράφει υπερωρίες 44,00. Δοθέντος ότι κατά τον ίδιο μήνα (Ιούλιο 2022) οι καθημερινές ημέρες ανήλθαν σε είκοσι μία ημέρες και οι ημέρες Κυριακής σε πέντε και συνολικά καθημερινές και Κυριακές σε είκοσι έξι ημέρες, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή αναλογεί, κατά μέσο όρο, καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών σε (66,51 δια 26 =) 2,56 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας. Κατά τον μήνα Αύγουστο 2022, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 10 απόδειξη μισθοδοσίας, ο ενάγων έλαβε για την ίδια αιτία το ποσό των ευρώ 695,37, το οποίο αντιστοιχεί σε (695,37 δια 9,28=) 74,93 ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 75,00». Η αντίστοιχη Κατάσταση υπερωριών πληρώματος μηνός Αυγούστου 2022 δεν προσκομίζεται. Δοθέντος ότι κατά τον ίδιο μήνα (Αύγουστο 2022) οι καθημερινές ημέρες ανήλθαν σε είκοσι δύο και οι ημέρες Κυριακής σε τέσσερις και συνολικά καθημερινές και Κυριακές σε είκοσι έξι ημέρες, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή αναλογεί, κατά μέσο όρο, καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών σε (74,93 δια 26 =) 2,88 ώρες εργασίας. Κατά τον μήνα Απρίλιο 2023, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 17 απόδειξη μισθοδοσίας, ο ενάγων έλαβε για την ίδια αιτία το ποσό των ευρώ 457,41, το οποίο αντιστοιχεί σε (457,41 δια 9,83=) 46,53 ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 49,34». Ο αριθμός δε αυτός (49,34) αναγράφεται και στην αντίστοιχη προσκομιζόμενη ως σχετικό 37 Κατάσταση υπερωριών πληρώματος υπό του τίτλου «ώρες υπερωριών απλές». Δοθέντος ότι κατά τον ίδιο μήνα (Απρίλιος 2023) οι καθημερινές ημέρες ανήλθαν σε δέκα οκτώ ημέρες και οι ημέρες Κυριακής σε τέσσερις και συνολικά καθημερινές και Κυριακές σε είκοσι δύο ημέρες, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή αναλογεί, κατά μέσο όρο, καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών σε (46,53 δια 22 =) 2,11 ώρες εργασίας, ενώ με βάση αριθμό υπερωριών 49,34, κατά μέσο όρο σε (49,34 δια 22=) 2,24 ώρες. Από τις εναγόμενες επίσης προσκομίζεται ως σχετικό 11 μία απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Σεπτεμβρίου 2022 για ολόκληρο τον μήνα απασχόλησης του ενάγοντος, ήτοι και για το διάστημα απασχόλησης καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια του πρώτου πλοίου ήταν η πρώτη εναγομένη ήτοι από 14.9.2022 έως 30.9.2022 και για το διάστημα που τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη, ήτοι από 1.9.2022 έως 13.9.2022. Όπως αποδεικνύεται από την εν λόγω απόδειξη, ο ενάγων έλαβε για την ίδια αιτία το ποσό των ευρώ 664,79, το οποίο αντιστοιχεί σε (664,79 δια 9,28=) 71,64 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 71,70». Στην Κατάσταση υπερωριών πληρώματος εν τούτοις η οποία προσκομίζεται ως σχετικό 35 αναγράφεται ο αριθμός 44. Δοθέντος ότι κατά τον ίδιο μήνα (Σεπτέμβριο 2022) οι καθημερινές ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος στο ως άνω πλοίο ανήλθαν σε είκοσι μία ημέρες και οι ημέρες Κυριακής σε τέσσερις και συνολικά καθημερινές και Κυριακές σε είκοσι πέντε ημέρες, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή αναλογεί, κατά μέσο όρο, καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών σε (71,64 δια 25 =) 2,86 ώρες εργασίας. Περαιτέρω, ως σχετικό 1 προσκομίζεται η απόδειξη μισθοδοσίας του ενάγοντος αφορώσα την απασχόλησή του στο ανωτέρω (πρώτο) πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 3.1.2022 έως 31.1.2022 από την οποία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας το ποσό των ευρώ 491,07 και το ποσό των ευρώ 394,36 ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής. Η αμοιβή των 394,36 ευρώ, αναλογεί σε (394,36 δια 9,28 =) 42,49 ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 42,54». Στην Κατάσταση υπερωριών πληρώματος εν τούτοις που προσκομίζεται ως σχετικό 31 αναγράφεται ο αριθμός 44. Δοθέντος ότι κατά τον ίδιο μήνα (Ιανουάριο 2022) οι καθημερινές ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος ανήλθαν σε είκοσι ημέρες και οι ημέρες Κυριακής σε τέσσερις και συνολικά, καθημερινές και Κυριακές σε είκοσι τέσσερις ημέρες, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή των ευρώ 394,36 αναλογεί κατά μέσο όρο καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών σε (42,49 δια 24 =) 1,77 ώρες εργασίας. Ως σχετικό 2 προσκομίζεται η απόδειξη μισθοδοσίας του ενάγοντος αφορώσα την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2022 έως 5.2.2022 από την οποία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας το ποσό των ευρώ 84,67 και το ποσό των ευρώ 67,99 ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές και Κυριακές. Η τελευταία αυτή αμοιβή των ευρώ 67,99, αναλογεί σε (67,99 δια 9,28 =) 7,32 ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 7,33». Η Κατάσταση υπερωριών πληρώματος που προσκομίζεται ως σχετικό 32 τυγχάνει δυσανάγνωστη. Δοθέντος ότι κατά ανωτέρω χρονικό διάστημα οι καθημερινές ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος ανήλθαν σε τέσσερις ημέρες, χωρίς να περιλαμβάνει το χρονικό διάστημα από 1.5 έως 5.5.2022 απασχόλησής του ημέρα Κυριακής, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή των ευρώ 67,99 αναλογεί, κατά μέσο όρο, καθ΄ εκάστη των τεσσάρων καθημερινών ημερών σε (7,32 δια 4 =) 1,83 ώρες εργασίας. Ως σχετικό 4 προσκομίζεται η απόδειξη μισθοδοσίας του ενάγοντος αφορώσα την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 14.2.2022 έως 28.2.2022 από την οποία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας το ποσό των ευρώ 254,01 και το ποσό των ευρώ 347,69 ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές και Κυριακές. Η τελευταία αυτή αμοιβή των ευρώ 347,69, αναλογεί σε (347,69 δια 9,28 =) 37,47 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 37,50». Η Κατάσταση υπερωριών πληρώματος που προσκομίζεται ως σχετικό 32 τυγχάνει δυσανάγνωστη. Δοθέντος ότι κατά ανωτέρω χρονικό διάστημα οι καθημερινές ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος ανήλθαν σε ένδεκα ημέρες και δύο οι ημέρες Κυριακής και συνολικά δέκα τρεις ημέρες, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή αναλογεί, κατά μέσο όρο, καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών σε (37,47 δια 13 =) 2,88 ώρες εργασίας. Ως σχετικό 5 προσκομίζεται η απόδειξη μισθοδοσίας του ενάγοντος αφορώσα την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2022 έως 12.5.2022 από την οποία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας το ποσό των ευρώ 203,20 και το ποσό των ευρώ 163,18 ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές και Κυριακές. Η τελευταία αυτή αμοιβή των ευρώ 163,18, αναλογεί σε (163,18 δια 9,28 =) 17,58 ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 17,60». Κατάσταση υπερωριών πληρώματος για το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν προσκομίζεται. Δοθέντος ότι κατά ανωτέρω χρονικό διάστημα οι καθημερινές ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος ανήλθαν σε εννέα ημέρες και μία ημέρα Κυριακής και συνολικά δέκα ημέρες, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή αναλογεί, κατά μέσο όρο, καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών σε (17,58 δια 10 =) 1,76 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας. Ως σχετικό 8 προσκομίζεται η απόδειξη μισθοδοσίας του ενάγοντος αφορώσα την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως 30.6.2022 από την οποία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας το ποσό των ευρώ 474,14 και το ποσό των ευρώ 598,64 ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές και Κυριακές. Η τελευταία αυτή αμοιβή των ευρώ 598,64, αναλογεί σε (598,64 δια 9,28 =) 64,51 ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 64,57». Κατάσταση υπερωριών πληρώματος του εν λόγω χρονικού διαστήματος δεν προσκομίζεται. Δοθέντος ότι κατά ανωτέρω χρονικό διάστημα οι καθημερινές ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος ανήλθαν σε είκοσι ημέρες και οι ημέρες Κυριακής σε τέσσερις και συνολικά είκοσι τέσσερις ημέρες, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή αναλογεί, κατά μέσο όρο, καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών σε (64,51 δια 24 =) 2,69 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας. Ως σχετικό 16 προσκομίζεται η απόδειξη μισθοδοσίας του ενάγοντος αφορώσα την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 16.3.2023 έως 31.3.2023 από την οποία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας το ποσό των ευρώ 270,94 και το ποσό των ευρώ 217,58 ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές και Κυριακές. Η τελευταία αυτή αμοιβή των ευρώ 217,58, αναλογεί σε (217,58 δια 9,83 =) 22,13 ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 23,47». Κατάσταση υπερωριών πληρώματος του εν λόγω χρονικού διαστήματος δεν προσκομίζεται. Δοθέντος ότι κατά ανωτέρω χρονικό διάστημα οι καθημερινές ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος ανήλθαν σε δώδεκα ημέρες και οι ημέρες Κυριακής σε δύοκαι συνολικά δέκα τέσσερις ημέρες, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή αναλογεί κατά μέσο όρο καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών σε (22,13 δια 14 =) 1,58 ώρες εργασίας. Τέλος, ως σχετικό 18 προσκομίζεται η απόδειξη μισθοδοσίας του ενάγοντος αφορώσα την απασχόλησή του στο ανωτέρω πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2023 έως 17.5.2023 από την οποία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας το ποσό των ευρώ 287,87 και το ποσό των ευρώ 355,73 ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές και Κυριακές. Η τελευταία αυτή αμοιβή των ευρώ 355,73, αναλογεί σε (355,73 δια 9,83 =) 36,19 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 38,37». Ο ίδιος αριθμός αναγράφεται και στην προσκομιζόμενη ως σχετικό 38 Κατάσταση υπερωριών πληρώματος υπό του τίτλου «Ώρες υπερωριών απλές». Δοθέντος ότι κατά ανωτέρω χρονικό διάστημα οι καθημερινές ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος ανήλθαν σε δώδεκα ημέρες και οι ημέρες Κυριακής σε δύο και συνολικά δέκα τέσσερις ημέρες, η ανωτέρω καταβληθείσα αμοιβή αναλογεί, κατά μέσο όρο, καθ΄ εκάστη των καθημερινών και Κυριακών σε (36,19 δια 14 =) 2,58 ώρες εργασίας. Όσον αφορά στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων προσκομίζεται ως σχετικό 12 μία απόδειξη μισθοδοσίας του ενάγοντος αφορώσα το χρονικό διάστημα από 1.10.2022 έως 21.10.2022 από την οποία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας το ποσό των ευρώ 355,61 και το ποσό των ευρώ 486,76 ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές και Κυριακές. Η εκ ποσού ευρώ 355,61 αμοιβή για την εργασία του ενάγοντος αντιστοιχεί σε (355,61 δια 11,13=) 31,95 ώρες εργασίας, δοθέντος δε ότι το ίδιο διάστημα από 1.10.2022 έως 21.10.2022 περιλαμβάνει τρεις ημέρες Σαββάτου και καμία ημέρα αργίας, αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα αμοιβή για απασχόληση επί (31,95 δια 3=) 10,65 ώρες απασχόλησης κατά μέσο όρο για εκάστη ημέρα Σαββάτου. Περαιτέρω, η αμοιβή των ευρώ 486,76 που η ίδια κατέβαλε στον ενάγοντα για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, αναλογεί σε (486,76 δια 9,83 =) 49,52 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας, ενώ στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται «υπερωρίες εταιρείας 52,50». Στην προσκομιζόμενη ως σχετικό 36, μία Κατάσταση Υπερωριών του πληρώματος του εν λόγω πλοίου, μηνός Οκτωβρίου 2022, η συντάξασα αυτήν (εν λόγω κατάσταση) πρώτη εναγομένη, εδήλωσε ότι απασχόλησε τον ενάγοντα 31,96 ώρες κατά τις ημέρες Σαββάτου και επιπλέον επί 52,50 ώρες πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών κατά τις καθημερινές και Κυριακές, αφού τις ανωτέρω ώρες (52,50) αναγράφει υπό του τίτλου «απλές ώρες υπερωρίας». Δοθέντος ότι κατά το διάστημα από 1.10.2022 έως 21.10.2022 οι καθημερινές ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος ανήλθαν σε δέκα πέντε και οι ημέρες Κυριακής σε τρεις, οι 52,50 ώρες συνολικής υπερωριακής απασχόλησης αναλογούν σε (52,50 δια 18=) 2,92 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας, κατά μέσο όρο, ημερησίως κατά τις καθημερινές και Κυριακές. Αναφορικά με την προσκομιζόμενη ως σχετικό 37 Κατάσταση αυτή δεν προκύπτει ποίο πλοίο αφορά. Κατά την επίδικη περίοδο, απεδείχθη επίσης ότι, στα ανωτέρω πλοία, σύμφωνα με την οργανική τους σύνθεση, υπηρετούσαν ένας (1) Ναύκληρος, δύο (2) Υποναύκληροι, δώδεκα (12) Ναύτες και δύο (2) Ναυτόπαιδες. Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ο ενάγων εργαζόταν: (α) Καθόν χρόνο στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων την πλοιοκτησία αυτού είχε η πρώτη εναγομένη στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων από 3.1.2022 έως 5.2.2022: Κατά το χρονικό διάστημα από 3.1.2022 έως 24.1.2022 επί δέκα έξι ώρες καθ’ εκάστη και κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2022 έως 5.2.2022 την ημέρα Δευτέρα επί δέκα τέσσερις ώρες, τις ημέρες Τρίτη και Σάββατο επί δέκα εννέα ώρες καθ’ εκάστη, επί είκοσι ώρες τις ημέρες Τετάρτη, επί δέκα οκτώ ώρες τις ημέρες Πέμπτη, επί δέκα πέντε ώρες τις ημέρες Παρασκευή και επί 16,5 ώρες τις ημέρες Κυριακής. Στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων, η οποία διήρκησε από 14.2.2022 έως 12.5.2022: Κατά το χρονικό διάστημα από 14.2.2022 έως 10.3.2022 την ημέρα Δευτέρα επί δέκα τέσσερις ώρες, τις ημέρες Τρίτη και Σάββατο επί δέκα εννέα ώρες καθ’ εκάστη, επί είκοσι ώρες τις ημέρες Τετάρτη, επί δέκα οκτώ ώρες τις ημέρες Πέμπτη, επί δέκα πέντε ώρες τις ημέρες Παρασκευή και επί 16,5 ώρες τις ημέρες Κυριακής, κατά το χρονικό διάστημα από 11.3.2022 έως 12.4.2022 και από 2.5.2022 έως 12.5.2022 τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη επί 19,5 ώρες καθ’ εκάστη, τις ημέρες Παρασκευής επί 16,5 ώρες, τις ημέρες Σαββάτου επί 13,5 ώρες και τις ημέρες Κυριακής επί δέκα οκτώ ώρες και κατά το χρονικό διάστημα από 13.4.2022 έως 1.5.2022 επί δέκα έξι ώρες καθ’ εκάστη. Στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 14.9.2022 έως 30.9.2022 τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη επί 19,5 ώρες καθ’ εκάστη, τις ημέρες Παρασκευής επί 16,5 ώρες, τις ημέρες Σαββάτου επί 13,5 ώρες και τις ημέρες Κυριακής επί δέκα οκτώ ώρες και στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, η οποία διήρκησε από 16.3.2023 έως 17.5.2023: Κατά το χρονικό διάστημα από 16.3.2023 έως 4.5.2023 επί δέκα έξι ώρες καθ’ εκάστη και από 5.5.2023 έως 17.5.2023 τις ημέρες Δευτέρα επί δέκα τέσσερις ώρες, επί 14,5 ώρες καθ’ εκάστη των ημερών Τετάρτης και Παρασκευής, επί 18,5 ώρες τις ημέρες Τρίτη, επί 21,5 ώρες τις ημέρες Πέμπτη, επί δέκα πέντε ώρες τις ημέρες Σαββάτου και επί ένδεκα ώρες τις ημέρες Κυριακής. (β) Καθόν χρόνο τον εφοπλισμό του πρώτου των ανωτέρω πλοίων είχε η δεύτερη εναγομένη, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως 13.9.2022: Κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως 18.6.2022 και από 25.7.2022 έως 3.9.2022 τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη επί 19,5 ώρες καθ’ εκάστη, τις ημέρες Παρασκευής επί 16,5 ώρες, τις ημέρες Σαββάτου επί 13,5 ώρες και τις ημέρες Κυριακής επί δέκα οκτώ ώρες και κατά το χρονικό διάστημα από 19.6.2022 έως 24.7.2022 και από 4.9.2022 έως 13.9.2022, επί δέκα οκτώ ώρες καθ’ εκάστη και (γ) καθόν χρόνο απασχολήθηκε στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων, κατά τα χρονικά διαστήματα από 30.9.2022 έως 6.10.2022 και από 11.10.2022 έως 21.10.2022 εργάζονταν επί 13,5 ώρες καθ’ εκάστη των ημερών Δευτέρας και Παρασκευής, επί δέκα οκτώ ώρες κάθε Τρίτη, επί δέκα εννέα ώρες κάθε Τετάρτη και Πέμπτη, επί δέκα επτά ώρες κάθε Σάββατο και επί 16,5 ώρες κάθε Κυριακή, ενώ την 7.10.2022 ημέρα Παρασκευή εργάσθηκε επί δέκα τρεις ώρες, την 8.10.2022 ημέρα Σάββατο εργάσθηκε επί 11,5 ώρες, την 9.10.2022 ημέρα Κυριακή επί 13,5 ώρες και την 10.10.2022 ημέρα Δευτέρα επί 16,5 ώρες. Κατά την αγωγή, ο ενάγων απασχολείτο στις εργασίες κατάπλου και απόπλου του πλοίου σε όλα τα λιμάνια απόπλου και κατάπλου του πλοίου, απασχολούμενος στον καταπέλτη αυτού κατά τη φόρτωση, εκφόρτωση και έχμαση των οχημάτων, επιβλέποντας τις εργασίες συντήρησης και ευπρεπισμού του πλοίου, οι οποίες εκτελούντο κατά τη διάρκεια της ημέρας από ώρα 08.00 έως ώρα 12.00 και από ώρα 14.00 έως ώρα 18.00, εφόσον οι ώρες αυτές δεν συνέπιπταν με τον κατάπλου ή απόπλου του πλοίου σε λιμάνι, καθώς επίσης κατά τις ίδιες ώρες στον καθαρισμό των καταστρωμάτων των ως άνω πλοίων και το πλύσιμο αυτών. Οι εναγόμενες αρνήθηκαν τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ισχυριζόμενες ότι ο ενάγων εργάζονταν καθ’ εκάστη επί οκτώ ώρες και μόνον εξαιρετικά και δη σε περιόδους αυξημένης επιβατικής κίνησης ή σε περίπτωση κακοκαιρίας ο ενάγων εργάζονταν επί εννέα και σπανίως επί δέκα ώρες. Αμφότερες οι διάδικες πλευρές συμφωνούν ότι στο εν λόγω πλοίο απασχολούντο δύο Υποναύκληροι. Εν τούτοις, ο μεν ενάγων διατείνεται ότι κατά τις εργασίες απόπλου και κατάπλου των εν λόγω δύο πλοίων απασχολούντο αμφότεροι οι Υποναύκληροι και δη αυτός (ενάγων) στον καταπέλτη, ο έτερος δε Υποναύκληρος στην πλώρη του πλοίου κατά την πόντιση της άγκυρας, οι δε εναγόμενες διατείνονται ότι στις εν λόγω εργασίες οι δύο Υποναύκληροι εργάζονταν εναλλάξ στην πλώρη του πλοίου για το χειρισμό της άγκυρας. Κατά τις εναγόμενες, η εργασία αυτή του Υποναυκλήρου εκκινούσε δέκα πέντε λεπτά προ του κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι και ολοκληρώνονταν με τον απόπλου του πλοίου. Επίσης, οι εναγόμενες υποστηρίζουν ότι ο Υποναύκληρος επέβλεπε τις εργασίες συντήρησης και ευπρεπισμού των πλοίων και τις εργασίες καθαριότητας αυτού, οι οποίες πραγματοποιούντο μόνον στο λιμάνι του Πειραιά και διαρκούσαν 1 – 1,5 ώρα, αρνούνται δε ότι πραγματοποιούντο εργασίες καθαριότητας και συντήρησης επί του πλοίου καθόν χρόνο αυτό εκτελούσε πλόες. Επίσης, αρνούνται ότι ο ενάγων μετείχε στις εργασίες έχμασης των οχημάτων. Ως προς τις συνθήκες απασχόλησης του ενάγοντος στα ανωτέρω δύο πλοία και την ημερήσια διάρκεια της εργασίας του, κατέθεσαν ενόρκως οι μάρτυρες των διαδίκων οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις και οι οποίες (καταθέσεις) λαμβάνονται υπόψη κατά το μέτρο αξιοπιστίας και κατά το λόγο γνώσεως εκάστου και συνεκτιμώνται ελευθέρως, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής. Συγκεκριμένα, ο με επιμέλεια του ενάγοντος ενόρκως βεβαιώσας, …………, υπηρετήσας στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων κατά τα χρονικά διαστήματα από 24.1.2022 έως 7.2.2022, από 14.2.2022έως 30.9.2022, από 7.12.2022 έως 11.4.2023 και από 20.4.2023 έως 7.6.2023 ως Ναύτης και ως Υποναύκληρος από 11.4.2023 έως 20.4.2023 και από 7.6.2023 έως 20.12.2023 και συνυπηρετήσας με τον ενάγοντα κατά τα χρονικά διαστήματα από 24.1.2022 έως 5.2.2022, 14.2.2022 έως 12.5.2022, από 3.6.2022 έως 30.9.2022, από 5.1.2023 έως 1.1.2023 από 16.3.2023 έως 11.4.2023 και από 20.4.2023 έως 17.5.2023, κατέθεσε ότι, ο ενάγων ως Υποναύκληρος δεν εκτελούσε βάρδιες, αλλά ήταν ημερεργάτης, είχε δηλαδή ένα βασικό ωράριο 08.00 έως 18.00, με ενδιάμεση διακοπή μιας ώρας για φαγητό και ανάπαυση. Ότι αυτός (ενάγων) ήταν υπεύθυνος για την επίβλεψη της απασχόλησης των ναυτών και των ναυτοπαίδων του πλοίου στις εργασίες συντήρησης και καθαριότητας των καταστρωμάτων, των χώρων στάθμευσης και των εξωτερικών χώρων αυτού, καθώς επίσης ότι συμμετείχε στις εργασίες κατάπλου, απόπλου και φορτοεκφόρτωσης του πλοίου σε όλα τα λιμάνια τα οποία προσέγγιζε το ανωτέρω πλοίο. Για τον λόγο αυτό αναλάμβανε υπηρεσία μισή ώρα προ της αφίξεως του πλοίου στο λιμάνι και συνέχιζε να απασχολείται επί μισή ώρα μετά τον απόπλου αυτού. Κατά τη διάρκεια το κατάπλου και απόπλου, ο ενάγων ευρίσκονταν πάντα στον καταπέλτη του πλοίου, ενώ κατά τη διάρκεια των εργασιών της φορτοεκφόρτωσης αυτού συνήθως ευρίσκονταν στο κεντρικό γκαράζ του πλοίου, δίδοντας οδηγίες για την ασφαλή φόρτωση των οχημάτων που εισέρχονταν σε αυτό, καθώς επίσης υποδεικνύοντας το χώρο στάθμευσης των εν λόγω οχημάτων, ανάλογα του όγκου εκάστου και του λιμένα προορισμού του. Επίσης, με το πέρας των εργασιών φορτώσεως, μετέβαινε στο «πόστο» του, προφανώς εννοώντας τον καταπέλτη του πλοίου, για τον απόπλου αυτού. Ακολούθως, με την απομάκρυνση του πλοίου από τον λιμένα, επέστρεφε στο γκαράζ αυτού, ελέγχοντας τη διαδικασία έχμασης των εν λόγω οχημάτων και δη την ασφάλιση αυτών με τάκους και αλυσίδες για την αποφυγή τυχόν ατυχήματος εκ της μετατόπισης οχημάτων. Κατέθεσε επίσης ότι ο ενάγων μετείχε και στις εργασίες φορτώσεως του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, οι οποίες εκκινούσαν δύο ώρες προ του απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αυτό, κατά τη διάρκεια των οποίων (εργασιών φορτώσεως) ο ενάγων ευρίσκονταν στο γκαράζ του πλοίου. Κατά την ίδια κατάθεση, ο ενάγων ήταν υπεύθυνος να επιβλέπει τις εργασίας καθαριότητας των καταστρωμάτων, των γκαράζ και των εξωτερικών κοινοχρήστων χώρων του πλοίου, καθώς επίσης τις εργασίες συντήρησης αυτού, όπως γρασαρίσματα καταπέλτη και θυρών, ματσακονίσματα επιφανειών και βάψιμο αυτών, εργασίες τις οποίες εκτελούσαν οι ντειμάνιδες ναύτες τόσο εν πλω όσο και στους λιμένες αφετηρίας ή προορισμού. Στους εν λόγω λιμένες πραγματοποιούνται το γενικό πλύσιμο και η καθαριότητα των καταστρωμάτων, των γκαράζ και των εξωτερικών χώρων του πλοίου, καθώς επίσης ότι ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για την περισυλλογή των εργαλείων και υλικών με το πέρας των εν λόγω εργασιών. Κατά την ίδια ένορκη βεβαίωση, ο ενάγων εργάσθηκε ανάλογα και στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων. Ο μάρτυρας ο οποίος εξετάσθηκε με επιμέλεια των εναγομένων, ….., ναυτολογημένος στα ανωτέρω δύο πλοία με την ειδικότητα του Υπάρχου, συνυπηρετήσας με τον ενάγοντα στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2023 έως 14.7.2023 και στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων από 18.11.2022 έως 31.1.2023, κατέθεσε ότι, οι δύο Υποναύκληροι των ανωτέρω πλοίων εργάζονταν κυρίως στους λιμένες και ήταν επιφορτισμένοι με την φορτοεκφόρτωση των πλοίων, βοηθώντας τον Ναύκληρο. Ο ίδιος κατέθεσε ότι αυτοί (Υποναύκληροι) δεν μετείχαν στις εργασίες έχμασης, αφού οι εργασίες αυτές ήταν αρμοδιότητος αποκλειστικά των ναυτών. Ότι ο ενάγων εργάζονταν εναλλάξ με τον δεύτερο Υποναύκληρο στην πλώρη του πλοίου και ιδίως στον χειρισμό της άγκυρας κατά τη διαδικασία απόπλου και κατάπλου. Κατά την εν λόγω κατάθεση αυτός (ενάγων) αναλάμβανε υπηρεσία δέκα πέντε λεπτά προ του κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι και ολοκλήρωνε την εργασία του αμέσως μετά τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι. Επίσης, κατά τον ίδιο μάρτυρα, ο ενάγων επέβλεπε και συντόνιζε το πλήρωμα καταστρώματος κατά τις εργασίες καθαριότητας του πλοίου, χωρίς να μετέχει και ο ίδιος στις εργασίες αυτές. Ότι οι εν λόγω εργασίες δεν ελάμβαναν χώρα καθημερινά και σε κάθε περίπτωση δεν διαρκούσαν οκτώ ώρες, όπως ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του. Οι εν λόγω εργασίες ελάμβαναν χώρα κατά κύριο λόγο στο λιμάνι του Πειραιά ενώ, λόγω της συχνότητας των δρομολογίων, δεν υπήρχε χρόνος για τις εν λόγω εργασίες εν πλω. Κατά τον εν λόγω μάρτυρα, ο ενάγων παρείχε υπερωριακή εργασία μόνον κατ’ εξαίρεση μία ώρα και σπανιότερα δύο ώρες λόγω εκτάκτων συνθηκών, χωρίς εν τούτοις να περιγράφει τις εν λόγω έκτακτες συνθήκες. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, κατά τις ημέρες κατά τις οποίες τα δύο ανωτέρω πλοία εκτελούσαν δρομολόγια, ο ενάγων μετείχε σε όλες τις εργασίες κατάπλου και απόπλου του πλοίου στα ενδιάμεσα λιμάνια του δρομολογίου, καθώς επίσης και στο λιμάνι αφετηρίας και προορισμού, καθώς επίσης μετείχε και στις εργασίες φορτοεκφόρτωσης των οχημάτων. Τούτο αποδεικνύεται από την ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρος, η κατάθεση του οποίου ενισχύεται και από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 137 του ανωτέρω Κανονισμού σύμφωνα με τις οποίες: “1. Το προσωπικόν καταστρώματος κατανέμεται κατά τον κατάπλουν, την αγκυροβολίαν, την άπαρσιν και τον απόπλουν επί τη βάσει του οικείου πίνακος διαιρέσεως προσωπικού ως εξής: α) Ο Πλοίαρχος επί της γεφύρας, β) ο Ύπαρχος όπου θεωρείται αναγκαίον, γ) ο Υποπλοίαρχος εις το πρόστεγον μετά του Ναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος, δ) ο Ανθυποπλοίαρχος εις το επίστεγον μετά του Υποναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος…, ε) ο Δόκιμος αξιωματικός επί της γεφύρας διά την διαβίβασιν των παραγγελμάτων, στ) ο Πηδαλιούχος εις το πηδάλιον. 2. Κατά τον κατάπλουν και την αγκυροβολίαν, την μεθόρμισιν ως και την άπαρσιν και τον απόπλουν, δεν τηρούνται αι συνήθεις ώραι εργασίας, αλλά πάντες εργάζονται διά την κανονικήν και ασφαλή αγκυροβολίαν και όρμισιν του πλοίου ή διά την κανονικήν άπαρσιν αυτού και πέραν έτι των ωρών εργασίας, χωρίς τούτο να θεωρήται υπερωρία. Εάν το πλοίον είναι ηγκυροβολημένον εις ανοικτόν όρμον ή εις άλλο αγκυροβόλιον ουχί ασφαλές δύναται κατά την κρίσιν του Πλοιάρχου να εξακολουθήση η εργασία κατά φυλακάς ως εν πλώ” (άρθρο 137), καθώς από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι στα λιμάνια προσέγγισης του πλοίου το προσωπικό καταστρώματος μετέχει σύσσωμο στις εργασίες κατάπλου (πρόσδεση και αγκυροβολία) και απόπλου (απόδεση και άπαρση), δοθέντος μάλιστα ότι οι υπηρετούντες στα εν λόγω πλοία δύο Υποναύκληροι, προβλέπονταν στην οργανική σύνθεση του πληρώματος αυτών, με αποτέλεσμα να κρίνεται ότι στις εν λόγω εργασίες μετείχαν αμφότεροι οι Υποναύκληροι και όχι εναλλάξ, όπως υποστηρίζουν οι εναγόμενες. Επίσης, εκ του γεγονότος ότι στον ενάγοντα καταβάλλονταν αμοιβή έχμασης, αποδεικνύεται ότι αυτός (ενάγων) μετείχε και στις εργασίες έχμασης των οχημάτων που έπονταν της φορτώσεως αυτών, επιβλέποντας τους εκτελούντες τις εν λόγω εργασίες ναύτες. Απεδείχθη επίσης ότι ο ενάγων μετείχε και στις εργασίες φόρτωσης του εν λόγω πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας, καθώς επίσης ότι αυτός επέβλεπε και τους εκτελούντες τις εργασίες καθαριότητας και συντήρησης ημερεργάτες ναύτες, εργασίες που εκτελούντο κατά κύριο λόγο στο λιμάνι του Πειραιά. Εν τούτοις, απεδείχθη ότι εργασίες καθαριότητας μικρότερης εκτάσεως πραγματοποιούντο και κατά τη διάρκεια του πλου, όπως περί τούτου κατέθεσε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος, αλλά και όπως προκύπτει και από την ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος με επιμέλεια των εναγομένων, αφού αυτός κατέθεσε κατ’ ακριβή διατύπωση «… ο ενάγων επέβλεπε τις εργασίες καθαριότητας του πλοίου κυρίως στο λιμάνι του Πειραιά…», χωρίς να καταθέτει σαφώς ότι τέτοιες εργασίες δεν γίνονταν κατά τη διάρκεια του πλου, αφού κατέθεσε περαιτέρω «… λόγω του πυκνού δρομολογίου των πλοίων δεν υπήρχε πολύς χρόνος γι’ αυτές τις εργασίες εν πλω…». Τέλος, απεδείχθη ότι ο ενάγων επέβλεπε και τις εργασίες συντήρησης του πλοίου καθόν χρόνο αυτό ευρίσκετο στο λιμάνι. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων απεδείχθη ότι ο ενάγων δεν εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου: (α) στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο πρώτο πλοίο την 25.1.2022 ημέρα Τρίτη, αφού το πλοίο, μετά την άφιξή του στο λιμάνι του Πειραιά την 24.1.2022 απέπλευσε εκ νέου την επομένη ημέρα Τρίτη 25.1.2022 και ώρα 16.00 και έως ώρα 24.00 της ίδιας ημέρα προσέγγισε μόνον το λιμάνι της Σύρου (αφ. 19.45 αναχ. 20.00), το λιμάνι της Μυκόνου (αφ. 20.50 – αναχ. 21.10) και το λιμάνι Αγίου Κήρυκα (αφ. 23.30 – αναχ. 23.55) και (β) στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων την 24.4.2022, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, ενόψει του ότι το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο. Όσον αφορά στις υπόλοιπες [πλην των αμέσως ανωτέρω ημερών που απεδείχθη ότι ο ενάγων δεν εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου] ημέρες ναυτολόγησης του ενάγοντος στα ως άνω πλοία καθόν χρόνο αυτά εκτελούσαν δρομολόγια και δεν διενεργούντο επ’ αυτών εργασίες συντήρησης, προς κάλυψη των ποικίλων λειτουργικών αναγκών, που προέκυπταν στα πλοία κατά τη διάρκεια των ανωτέρω πολύωρων δρομολογίων του, όπως ανωτέρω αναλύονται, ο ενάγων απασχολούνταν με τις προεκτιθέμενες εργασίες της ειδικότητάς του, καθημερινώς, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και Κυριακών και αργιών και μάλιστα, πέραν της προβλεπομένης οκτάωρης διάρκειας της εργασίας του, αφού αυτή δεν επαρκούσε, λόγω της προαναφερθείσας φύσεως και της διάρκειας των δρομολογίων, που διενεργούσαν τα ως άνω πλοία, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες. Έτσι, ο ενάγων πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία πέραν του νομίμου οκταώρου της ημερήσιας απασχόλησης του κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, προκειμένου να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του, που αφορούν τις ως άνω εργασίες, για την εκτέλεση των οποίων δεν επαρκούσε απασχόληση μόνον οκτώ ωρών, ενόψει της συνάρτησης τους με την ιδιαιτερότητα εξωγενών παραγόντων, συνδεομένων με την διαρκή εξυπηρέτηση των συγκεκριμένων ακτοπλοϊκών γραμμών. Η ανάγκη παροχής εργασίας, πέραν των νομίμων, κατά τα άνω, χρονικών ορίων, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι εναγόμενες, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, κατέβαλαν κάθε μήνα αμοιβή στον ενάγοντα για υπερωριακή απασχόληση. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων, που επικρατούσαν κατά την απασχόληση του ενάγοντος επί των εν λόγω πλοίων, τα οποία ήταν δρομολογημένα στις ως άνω ακτοπλοϊκές γραμμές και εκτελούσαν τα συγκεκριμένα δρομολόγια που προαναφέρθηκαν, της αυξομείωσης της επιβατικής κίνησης αναλόγως των περιόδων του έτους (μειωμένη τη χειμερινή, σημαντικά μεγαλύτερη κατά τη θερινή), τη χωρητικότητα των εν λόγω πλοίων και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους αφού, ως απεδείχθη, αμφότερα έχουν μήκος 141 μ. και πλάτος 21 μ., ικανότητα μεταφοράς το πρώτο 1.782 επιβατών και 418 οχημάτων και το δεύτερο 1.915 επιβατών και 418 οχημάτων, τη συνολική διάρκεια εκάστου δρομολογίου από την αναχώρηση του πλοίου από το λιμένα της αφετηρίας του μέχρι τον κατάπλου του στον ίδιο, την οργανική σύνθεση του πληρώματος καταστρώματος αυτών, τη σταθερή καταβολή σ’ αυτόν (ενάγοντα) από τις εργοδότριές του, παγίως κάθε μήνα χρηματικών ποσών, ως αμοιβή για υπερωριακή του απασχόληση, όπερ εκ των πραγμάτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αντίδικές του αναγνώριζαν στην πράξη την ανάγκη υπερωριακής απασχόλησης των μελών του κατώτερου πληρώματος καταστρώματος των ως άνω πλοίων για την εύρυθμη λειτουργία τους, της φύσεως και του αντικειμένου της απασχόλησής του και των καθηκόντων της ειδικότητάς του, όπως αυτά επίσης εκτενώς περιγράφηκαν ανωτέρω και των εν γένει ιδιαιτεροτήτων της ναυτικής εργασίας, ενόψει και του ότι οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητάς του στο πλοίο δεν θα μπορούσαν, εξ ορισμού, να χαρακτηριστούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας του, εφόσον ο ναυτικός, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών, υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του, κατ’ άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΙΝΔ (ΕφΠειρ 45/2010 ΕΝαυτΔ 2010 405, ΜονΕφΠειρ 231/2013 ΕΝαυτΔ 2013 220, ΕφΠειρ 548/2001 ΕΕργΔ 61.340), με αποτέλεσμα ο χρόνος παραμονής αυτού στο πλοίο, να μην ταυτίζεται αναγκαίως με τον χρόνο πραγματικής απασχόλησής του σ’ αυτό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, όπως αναλύονται ανωτέρω, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι, η ημερήσια εργασία του ενάγοντος ανήλθε: [Α] Καθόν χρόνο εργάσθηκε στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων και πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη: [Ι] στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων από 3.1.2022 έως 5.2.2022: (α) κατά το χρονικό διάστημα από 3.1.2022 έως και 24.1.2022, σε δέκα [10] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα έξι [16] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και (β) κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2022 έως 5.2.2022: μία ημέρα Δευτέρα (31.1.2022) σε δέκα [10] ώρες και όχι σε δέκα τέσσερις [14] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα Τρίτης (1.2.2022) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες και όχι σε δέκα εννέα [19] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Τετάρτης (26.1 και 2.2.) σε δώδεκα [12] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε είκοσι [20] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Πέμπτης (27.1 και 3.2.2022) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα οκτώ [18] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Παρασκευής (28.1. και 4.2.2022) σε δέκα [10] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα πέντε [15] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Σαββάτου (29.1 και 5.2.2022) σε ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα εννέα [19] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και μια ημέρα Κυριακής (30.1.2022) σε δέκα τρεις [13] ώρες και όχι σε [16,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης. [ΙΙ] Στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων από 14.2.2022 έως 12.5.2022: (α) κατά το χρονικό διάστημα από 14.2.2022 έως και 10.3.2022: τρεις ημέρες Δευτέρας (14.2, 21.2 και 28.2) σε δέκα [10] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα τέσσερις [14] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, τέσσερις ημέρες Τρίτης (15.2, 22.2, 1.3 και 8.3) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα εννέα [19] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, τέσσερις ημέρες Τετάρτης (16.2, 23.2, 2.3 και 9.3) σε δώδεκα [12] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε είκοσι [20] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, τέσσερις ημέρες Πέμπτης (17.2, 24.2, 3.3 και 10.3) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα οκτώ [18] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, τρεις ημέρες Παρασκευής (18.2, 25.2 και 4.3) σε δέκα [10] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα πέντε [15] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, τρεις ημέρες Σαββάτου (19.2, 26.2 και 5.3) σε ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα εννέα [19] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, τρεις ημέρες Κυριακής (20.2, 27.2 και 6.3) σε δέκα τρεις [13] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [16,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και μία ημέρα αργίας (7.3) σε δέκα [10] ώρες και όχι σε δέκα τέσσερις [14] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, (β) κατά το χρονικό διάστημα από 11.3.2022 έως και 12.4.2022: πέντε ημέρες Δευτέρας (14.3, 21.3, 28.3, 4.4. και 11.4), πέντε ημέρες Τρίτης (15.3, 22.3, 29.3, 5.4, και 12.4), τέσσερις ημέρες Τετάρτης (16.3, 23.3, 30.3. και 6.4) και τέσσερις ημέρες Πέμπτης (17.3, 24.3, 31.3, και 7.4) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [19,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δώδεκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, τέσσερις ημέρες Παρασκευής (11.3, 18.3, 1.4 και 8.4) σε ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [16,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, πέντε ημέρες Σαββάτου (12.3, 19.3, 26.3, 2.4 και 9.4) σε δέκα [10] ώρες καθ’ εκάστη, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε [13,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα αργίας (25.3) σε ένδεκα [11] ώρες και όχι σε [16,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και πέντε ημέρες Κυριακής (13.3., 20.3, 27.3, 3.4 και 10.4) σε δέκα τρεις [13] ώρες καθ’ εκάστη, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε δέκα οκτώ [18] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, (γ) κατά το χρονικό διάστημα από 13.4.2022 έως και 1.5.2022 [πλην της ημέρας Κυριακής 24.4.2022 οπότε το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο και ο ενάγων δεν εργάσθηκε υπερωριακά] σε δέκα [10] ώρες καθ’ εκάστη και όχι δέκα έξι [16] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και (δ) κατά το χρονικό διάστημα από 2.5.2022 έως 12.5.2022: δύο ημέρες Δευτέρας (2.5, 9.5.), δύο ημέρες Τρίτης (3.5, 10.5), δύο ημέρες Τετάρτης (4.5, 11.5,) και δύο ημέρες Πέμπτης (5.5., 12.5) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [19,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δώδεκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα Παρασκευής (6.5) σε ένδεκα [11] ώρες και όχι σε [16,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα Σαββάτου (7.5) σε δέκα [10] ώρες, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε [13,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και μία ημέρα Κυριακής (8.5) σε δέκα τρεις [13] ώρες, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε δέκα οκτώ [18] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, [ΙΙΙ] Στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων από 14.9.2022 έως 30.9.2022: δύο ημέρες Δευτέρας (19.9, 26.9.), δύο ημέρες Τρίτης (20.9, 27.9), δύο ημέρες Τετάρτης (21.9, 28.9,) και τρεις ημέρες Πέμπτης (15.9., 22.9 και 29.9) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [19,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δώδεκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, τρεις ημέρες Παρασκευής (16.9, 23.9 και 30.9) σε ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [16,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Σαββάτου (17.9 και 24.9) σε δέκα [10] ώρες καθ’ εκάστη, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε [13,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα αργίας (14.9.) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες και όχι σε [19,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δώδεκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και δύο ημέρα Κυριακής (18.9 και 25.9) σε δέκα τρεις [13] ώρες καθ’ εκάστη, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε δέκα οκτώ [18] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης. [ΙV] Στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων από 16.3.2023 έως 17.5.2023: (α) κατά το χρονικό διάστημα από 16.3.2023 έως και 4.5.2023 σε δέκα [10] ώρες καθ’ εκάστη και όχι δέκα έξι [16] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και (β) κατά το χρονικό διάστημα από 5.5.2023 έως 17.5.2023: Δύο ημέρες Δευτέρας (8.5 και 15.5.) σε οκτώ [8] ώρες καθ’ εκάστη, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε δέκα τέσσερις [14] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Τρίτης (9.5 και 16.5) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [18,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε οκτώ ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Τετάρτης (10.5 και 17.5) σε ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [14,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα Πέμπτη (11.5) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες και όχι σε [21,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του ούτε σε δέκα τρεις ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Παρασκευής (5.5 και 12.5) σε ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [14,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Σαββάτου (6.5 και 13.5.) σε ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [15,00] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και δύο ημέρες Κυριακής (7.5 και 14.5) σε δέκα [10] ώρες καθ’ εκάστη, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε ένδεκα [11] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης. [Β] Καθόν χρόνο εργάσθηκε στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων και τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως 13.9.2022: [Ι] Κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως 18.6.2022: δύο ημέρες Δευτέρας (6.6. και 13.6), δύο ημέρες Τρίτης (7.6. και 14.6.), δύο ημέρες Τετάρτης (8.6 και 15.6) και δύο ημέρες Πέμπτης (9.6. και 16.6) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [19,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δώδεκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων, τρεις ημέρες Παρασκευής (3.6., 10.6. και 17.6) σε ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [16,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων, τρεις ημέρες Σαββάτου (4.6., 11.6 και 18.6) σε δέκα [10] ώρες καθ’ εκάστη, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε [13,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων και δύο ημέρες Κυριακής (5.6. και 12.6.) σε δέκα τρεις [13] ώρες καθ’ εκάστη, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε δέκα οκτώ [18] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων. [ΙΙ] Κατά το χρονικό διάστημα από 19.6.2022 έως 24.7.2022: επί δέκα τρεις [13] ώρες καθ’ εκάστη κατά μέσο όρο, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση αναφορικά με τις ημέρες Δευτέρα και Παρασκευή και όχι επί δέκα οκτώ ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη των ημερών Τρίτης, Τετάρτης, Πέμπτης. Σαββάτου και Κυριακής, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων. [ΙΙΙ] Κατά το χρονικό διάστημα από 25.7.2022 έως 3.9.2022: πέντε ημέρες Δευτέρας (25.7., 1.8., 8.8., 22.8., 29.8), έξι ημέρες Τρίτης (26.7, 2.8, 9.8., 16.8., 23.8. και 30.8), έξι ημέρες Τετάρτης (27.7., 3.8., 10.8., 17.8, 24.8 και 31.8) και έξι ημέρες Πέμπτης (28.7., 4.8., 11.8., 18.8., 25.8., και 1.9.) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [19,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δώδεκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων, έξι ημέρες Παρασκευής (29.7., 5.8., 12.8., 19.8., 26.8. και 2.9) σε ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [16,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων, έξι ημέρες Σαββάτου (30.7., 6.8., 13.8., 20.8., 27.8. και 3.9.) σε δέκα [10] ώρες καθ’ εκάστη, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε [13,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων, μία ημέρα αργίας (15.8.) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες και όχι σε [19,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δώδεκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων και πέντε ημέρες Κυριακής (31.7., 7.8., 14.8., 21.8. και 28.8.) σε δέκα τρεις [13] ώρες καθ’ εκάστη, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε δέκα οκτώ [18] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων και [ΙV] Κατά το χρονικό διάστημα από 4.9.2022 έως 13.9.2022: σε δέκα τρεις [13] ώρες καθ’ εκάστη κατά μέσο όρο, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση απορριπτομένων των περί του αντιθέτου πρώτων λόγων έφεσης αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, αναφορικά με τις ημέρες Δευτέρα και Παρασκευή του εν λόγω χρονικού διαστήματος και όχι επί δέκα οκτώ ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη των ημερών Τρίτης, Τετάρτης και Πέμπτης. Σαββάτου και Κυριακής, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων. [Γ] Καθόν χρόνο εργάσθηκε στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 30.9.2022 έως 21.10.2022: [Ι] Κατά το χρονικό διάστημα από 30.9.2022 έως 6.10.2022: μία ημέρα Δευτέρας (3.10) σε δέκα [10] ώρες και όχι σε [13,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε οκτώ ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα Τρίτης (4.10) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες και όχι σε [18,00] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα Τετάρτης (5.10.) σε δώδεκα [12] ώρες και όχι σε δέκα εννέα [19] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα Πέμπτης (6.10) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες και όχι σε δέκα εννέα [19] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα Παρασκευής (30.9.2022) σε δέκα [10] ώρες και όχι σε [13,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε οκτώ ώρες όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα Σαββάτου (1.10.2022) σε ένδεκα [11] ώρες και όχι σε δέκα επτά [17] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε οκτώ ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και μια ημέρα Κυριακής (2.10.2022) σε δέκα τρεις [13] ώρες και όχι σε [16,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης. [ΙΙ] Κατά το χρονικό διάστημα από 7.10.2022 έως 10.10.2022: Την Παρασκευή (7.10.2022) σε δέκα [10] ώρες και όχι σε δέκα τρεις [13] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε εννέα ώρες όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης. Το Σάββατο (8.10.2022) σε ένδεκα [11] ώρες και όχι σε [11,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε οκτώ ώρες όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης. Την Κυριακή (9.10.2022) σε εννέα [9] ώρες, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και όχι σε [13,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, καθώς και του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και τη Δευτέρα (10.10) σε δέκα τρεις [13] ώρες και όχι σε [16,5], όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και [ΙΙΙ] Κατά το χρονικό διάστημα από 11.10.2022 έως 21.10.2022: μία ημέρα Δευτέρας (17.10) σε δέκα [10] ώρες και όχι σε [13,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε οκτώ ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Τρίτης (11.10. και 18.10.2022) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε [18,00] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Τετάρτης (12.10. και 19.10.2022) σε δώδεκα [12] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα εννέα [19] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Πέμπτης (13.10. και 20.10.2022) σε δέκα τέσσερις [14] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα εννέα [19] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, δύο ημέρες Παρασκευής (14.9. και 21.9.2022) σε δέκα [10] ώρες καθ΄εκάστη και όχι σε [13,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε οκτώ ώρες όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, μία ημέρα Σαββάτου (15.10.2022) σε ένδεκα [11] ώρες και όχι σε δέκα επτά [17] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε οκτώ ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και μια ημέρα Κυριακής (16.10.2022) σε δέκα τρεις [13] ώρες και όχι σε [16,5] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, ούτε σε δέκα ώρες, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης. Το γεγονός ότι τα ένδικα πλοία, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ταξίδευαν με πλήρη σύνθεση πληρώματος, δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς την πραγματοποιούμενη καθημερινά υπερωριακή εργασία του ενάγοντος, δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87, 88 και 89 του ΝΔ 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» (ΚΔΝΔ, ΦΕΚ Α 261/3.10.1973), η πληρότητα ως προς την οργανική σύνθεση του πληρώματος του πλοίου αποσκοπεί στην ασφάλεια αυτού κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν υποδηλώνει ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία (ΜονΕφΠειρ. 207/2023, ΜονΕφΠειρ. 677/2023, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 655/2022, ΜονΕφ.Πειρ. 569/2022, ΜονΕφ.Πειρ. 423/2021, διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στο Διαδίκτυο, ΜονΕφΠειρ. 23/2014, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 180/2008, ΕΝαυτΔ 2008/308 = ΠειρΝομ. 2009/197, ΕφΠειρ. 1/2003, ΕΝαυτΔ 2003/124). Εξ άλλου, η ανάγκη παροχής εργασίας, πέραν των νομίμων, κατά τα άνω, χρονικών ορίων, επιβεβαιώνεται και από το ότι, κάθε μήνα καταβαλλόταν στον ενάγοντα υπό των εναγομένων ένα χρηματικό ποσό για την υπερωριακή του εργασία, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, αναγνωριζομένης εκ προοιμίου υπ’ αυτών (εναγομένων) της ανάγκης υπερωριακής εργασίας του. Το γεγονός ότι η παραπάνω υπερωριακή εργασία του ενάγοντος δεν αναγραφόταν στο βιβλίο υπερωριών και ιδιαίτερων αμοιβών του πληρώματος, το οποίο τηρούσαν οι εναγόμενες, διά του προεστημένου οργάνου τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 107 του Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επιβατηγών πλοίων και 19 των ως άνω ΣΣΝΕ, καθώς και το ότι ο ενάγων υπέγραφε στο εν λόγω βιβλίο χωρίς επιφύλαξη, όπως και η έλλειψη διαμαρτυρίας εκ μέρους αυτού (ενάγοντος) για τη μη καταβολή του συνόλου των δικαιούμενων από αυτόν αποδοχών για την υπερωριακή του απασχόληση και η μη έκφραση επιφύλαξης από αυτόν (ενάγοντα) σχετικά με την ακρίβεια των καταβαλλομένων αποδοχών του όπως αυτές αναλύονταν στα σχετικά εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών που συνέτασσε η πρώτη εναγομένη, δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών αυτού (ΜονΕφΠειρ. 48/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 716/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 526/2012, ΕΝαυτΔ 2012/381, ΕφΠειρ. 452/2010, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα του βιβλίου υπερωριών – Μηνιαίων καταστάσεων υπερωριών του πληρώματος, ενέχει παραίτηση από τις επίδικες αξιώσεις του από την προσφορά της εργασίας του, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω ο ενάγων πράγματι εργάσθηκε ως άνω πέραν του νομίμου ωραρίου, η παραίτηση αυτή (νοούμενη ως άφεση χρέους) είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματά του που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι άκυρη (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 1554/2011, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 495/2006, ΔΕΕ 2006/948, ΜονΕφΠειρ. 464/2021, ΜονΕφΠειρ. 196/2020, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονEφΠειρ. 698/2014, Δνη 2015/504, ΜονΕφΠειρ. 626/2014, Δνη 2015/508, ΜονΕφΠειρ. 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208), απορριπτομένων συνεπώς ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ειδικότερων ισχυρισμών των εναγομένων, που επαναφέρονται στα πλαίσια του πρώτου λόγου της έφεσής τους. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση ως προς τις ώρες εργασίας του ενάγοντος από το γεγονός ότι ουδέποτε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τις εναγόμενες εξέφρασε παράπονα για τη μισθοδοσία του ή το ωράριο εργασίας του, αλλά ούτε και εκ της επικαλούμενης από τις εναγόμενες εξώδικης ομολογίας αυτού (ενάγοντος) ως προς τις ώρες πραγματικής του εργασίας δια της προσυπογραφής από αυτόν (ενάγοντα) των Μηνιαίων Καταστάσεων Υπερωριών του Πληρώματος όπου κάθε μήνα με επιμέλεια των εναγομένων εταιρειών αναγράφονταν οι ώρες απασχόλησής του και τις οποίες προσυπέγραφε ο ενάγων, αφού αυτός (ενάγων) απέδειξε πράγματι, ως ανωτέρω αναλύεται, ότι οι αναγραφόμενες στις εν λόγω καταστάσεις ώρες απασχόλησής του δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Τέτοια εξώδικη ομολογία δεν δύναται να συναχθεί ούτε από το γεγονός ότι ο ενάγων ελάμβανε τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών που συντάσσονταν από την πρώτη εναγομένη χωρίς να διατυπώσει οιαδήποτε αμφισβήτηση για τις αναγραφόμενες σε αυτά ώρες απασχόλησής του, όπως και από το γεγονός ότι αυτός εισέπραττε μέσω του τραπεζικού του λογαριασμού τις αποδοχές του χωρίς να εκφράσει ουδέποτε οιαδήποτε επιφύλαξη, ορισμένα εκ των οποίων μάλιστα προσυπέγραφε, αφού η προσυπογραφή εξοφλητικής απόδειξης αποτελεί εξώδικη ομολογία αναφορικά μόνον με το γεγονός της καταβολής του ποσού που αναγράφεται στην εν λόγω απόδειξη. Ο ενάγων στα πλαίσια του πρώτου λόγου έφεσης επικαλούμενος (α) τις διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως Ναυτικής εργασίας 2006, η οποία κυρώθηκε με τον Ν. 4078/2012, κατά τις οποίες στις ώρες ανάπαυσης δεν περιλαμβάνονται σύντομα διαλείμματα και επιπλέον οι ώρες αυτές (ανάπαυσης) δεν πρέπει να διαιρούνται σε περισσότερες των δύο περιόδων, μία εκ των οποίων θα πρέπει να έχει διάρκεια τουλάχιστον έξι ωρών, (β) τις διατάξεις του άρθρου 8 του Κανονισμού για την εφαρμογή των απαιτήσεων της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΥΑ 3522.2/08/2013 ΦΕΚ Β 1671/5.7.2013), κατά τις οποίες οι ώρες ανάπαυσης δεν μπορούν να διαιρούνται σε περισσότερες από δύο περιόδους η μία εκ των οποίων διαρκεί τουλάχιστον έξι ώρες, (γ) το τμήμα Α-8/1 του κεφαλαίου VIII της Διεθνούς Συμβάσεως STCW, κατά το οποίο η περίοδος ανάπαυσης δεν μπορεί να έχει διάρκεια μικρότερη από μία ώρα και (δ) τις σχετικές προβλέψεις του άρθρου 12 των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω ΣΣΝΕ, οι οποίες αφορούν την κατανομή των ωρών εργασίας καθ΄ εκάστη ημέρα του Προσωπικού Γενικών Υπηρεσιών των πλοίων, καθώς επίσης και το γεγονός ότι αυτός εργάζονταν σε όλα τα λιμάνια που προσέγγιζαν τα εν λόγω πλοία κατά την εκτέλεση των ανωτέρω δρομολογίων τους, ισχυρίσθηκε ότι θα πρέπει να γίνουν δεκτοί οι αγωγικοί του ισχυρισμοί ως προς τη διάρκεια της υπερωριακής του απασχόλησης ημερησίως, αφού κατά την επικαλούμενη από αυτόν νομοθεσία δεν μπορούν να υπολογισθούν άνω των δύο περιόδων χρόνος ανάπαυσης. Ισχυρίζεται δηλαδή ο ενάγων ότι θα πρέπει να συνυπολογισθεί στην υπερωριακή του απασχόληση και ο χρόνος, ενδιάμεσα των επιμέρους λιμένων, κατά τον οποίο αυτός (ενάγων) ευρίσκονταν σε ετοιμότητα προκειμένου και για τη συμμετοχή του στο επόμενο λιμάνι προσέγγισης του πλοίου. Πράγματι, ως προς το χρονικό εύρος παροχής της ναυτικής εργασίας, η Διεθνής Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας 2006 (MLC) της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, που υιοθετήθηκε στη Γενεύη στις 23.2.2006, κυρώθηκε με το Ν. 4078/2012 (ΦΕΚ Α 179/20.9.2012) και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, με σκοπό την εξάλειψη κάθε μορφής αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας (άρθρο ΙΙΙ αυτής) και την διασφάλιση του δικαιώματος του ναυτικού σε αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και διαβίωσης επί του πλοίου (άρθρο IV), καθορίζει πρότυπο ωρών εργασίας και αναπαύσεως, προς τα οποία οι εθνικές νομοθεσίες οφείλουν καταρχήν να συμμορφώνονται. Ειδικότερα, στο δεύτερο Τίτλο των Κανονισμών της MLC, υποδεικνύεται το υπ’ αριθμ. Α2.3 Πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο μέγιστο ωράριο εργασίας του οποίου δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση πρέπει να είναι οι δεκατέσσερις [14] ώρες μέσα σε οποιαδήποτε περίοδο είκοσι τεσσάρων [24] ωρών και οι εβδομήντα δύο [72] ώρες μέσα σε οποιαδήποτε περίοδο επτά [7] ημερών [ § 5 περ. (α)], ενώ το ελάχιστο σύνολο των ωρών ανάπαυσης δεν πρέπει να είναι λιγότερο από δέκα [10] ώρες μέσα σε οποιαδήποτε περίοδο είκοσι τεσσάρων [24] ωρών και εβδομήντα επτά [77] ώρες μέσα σε οποιαδήποτε περίοδο επτά [7] ημερών [ § 5 περ. (β)]. Περαιτέρω, εν τούτοις, στις διατάξεις των §§ 13 και 14 του ιδίου Τίτλου των ως άνω Κανονισμών ορίζεται αντιστοίχως ότι «Καμία διάταξη των παραγράφων 5 και 6 του παρόντος Προτύπου δεν πρέπει να εμποδίζει ένα Μέλος από το να διαθέτει εθνικούς νόμους ή κανονισμούς ή διαδικασία για την αρμόδια αρχή να εγκρίνει ή να καταχωρεί συλλογικές συμβάσεις που να επιτρέπουν εξαιρέσεις των ορίων που καθορίζονται. Οι εν λόγω εξαιρέσεις θα πρέπει, κατά το δυνατό, να ακολουθούν τις διατάξεις του παρόντος Προτύπου αλλά μπορούν να λαμβάνουν υπόψη πιο συχνές ή μεγαλύτερες περιόδους άδειας ή τη χορήγηση αντισταθμιστικής άδειας για ναυτικούς που εκτελούν φυλακές ή που εργάζονται επί πλοίων που πραγματοποιούν βραχείς πλόες» (§ 13) και ότι «Καμία διάταξη του παρόντος Προτύπου δεν πρέπει να θεωρείται ότι παρεμποδίζει το δικαίωμα του πλοιάρχου να απαιτήσει από το ναυτικό να εκτελέσει όσες ώρες εργασίας είναι απαραίτητες για την άμεση ασφάλεια του πλοίου, των επιβαινόντων ή του φορτίου ή με σκοπό την παροχή συνδρομής σε άλλα πλοία ή πρόσωπα που κινδυνεύουν στη θάλασσα. Αναλόγως, ο πλοίαρχος μπορεί να αναστείλει το πρόγραμμα των ωρών εργασίας ή των ωρών ανάπαυσης και να απαιτήσει από έναν ναυτικό να εκτελέσει όσες ώρες εργασίας είναι απαραίτητες έως ότου αποκατασταθεί η φυσιολογική κατάσταση. Το ταχύτερο δυνατόν μετά την αποκατάσταση της φυσιολογικής κατάστασης, ο πλοίαρχος πρέπει να εξασφαλίζει ότι όποιοι ναυτικοί εκτέλεσαν εργασία σε προγραμματισμένη περίοδο ανάπαυσης, λαμβάνουν επαρκή περίοδο ανάπαυσης» (§ 14). Κατόπιν νομοθετικής δε εξουσιοδοτήσεως που παρασχέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τρίτου του Ν. 4078/2012 εξεδόθη η ΥΑ 3522.2/08/2013 (ΦΕΚ Β 1671/5.7.2013) κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 της οποίας, προβλέφθηκε ότι «το σύνηθες πρότυπο ωράριο εργασίας ναυτικού βασίζεται, κατά κανόνα, σε εργάσιμη ημέρα οκτώ ωρών με μια ημέρα ανάπαυσης την εβδομάδα και με ανάπαυση κατά τις δημόσιες αργίες. Με συλλογικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας μπορούν να καθορίζονται τα ανώτατα όρια του κανονικού χρόνου εργασίας των ναυτικών στη βάση του προτύπου που καθορίζεται στον παρόν άρθρο.» (παρ.3), ενώ τα όρια των ωρών ανάπαυσης καθορίσθηκαν σε «α. δέκα (10) ώρες μέσα σε οποιαδήποτε περίοδο είκοσι τεσσάρων (24) ωρών και β. εβδομήντα επτά (77) ώρες μέσα σε οποιαδήποτε περίοδο επτά (07) ημερών.» (παρ.5). Ορίσθηκε επίσης ότι «Οι ώρες ανάπαυσης δεν μπορεί να διαιρούνται σε περισσότερες από δύο περιόδους, η μία από τις οποίες διαρκεί τουλάχιστον έξι (06) ώρες, ενώ το διάστημα μεταξύ διαδοχικών περιόδων ανάπαυσης δεν υπερβαίνει τις δεκατέσσερις (14) ώρες.» (παρ.6). Προβλέφθηκε, εν τούτοις, παράλληλα ότι «Ο πλοίαρχος έχει το δικαίωμα να απαιτεί από ναυτικό να εκτελεί όσες ώρες εργασίας απαιτούνται για την άμεση ασφάλεια του πλοίου, των ατόμων που επιβαίνουν σε αυτό ή του φορτίου ή για την παροχή βοήθειας σε άλλο πλοίο ή άτομα που ευρίσκονται σε κατάσταση κινδύνου στη θάλασσα. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πλοίαρχος μπορεί να αναστείλει την ισχύ του προγράμματος ωρών ανάπαυσης και να απαιτήσει από ναυτικό να εκτελέσει όσες ώρες εργασίας απαιτούνται μέχρις ότου αποκατασταθεί η ομαλή κατάσταση. Μόλις καταστεί δυνατό μετά την αποκατάσταση των κανονικών συνθηκών, ο πλοίαρχος εξασφαλίζει τη χορήγηση επαρκούς περιόδου ανάπαυσης σε όλους τους ναυτικούς που εκτέλεσαν εργασία στη διάρκεια περιόδου ανάπαυσης, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα υπηρεσίας. Σε περίπτωση αναστολής του προγράμματος ωρών ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω καταχωρείται σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη του περιστατικού σχετική εγγραφή σε στήλη σχολίων της μερίδας του αρχείου που αφορά στο ναυτικό.» (παρ.14). Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με το Μέρος Α της Διεθνούς Συμβάσεως STCW, Κεφάλαιο VIII, Τμήμα Α-VIII/1 που κυρώθηκε με το ΠΔ 79/2012 (ΦΕΚ Α΄ 137), το οποίο τροποποίησε τον Ν. 1314/1983 με τον οποίο κυρώθηκε η ανωτέρω Διεθνή Σύμβαση (Τροποποιήσεις Μανίλα) υπό του τίτλου «Καταλληλότητα προς άσκηση καθηκόντων/Fitness for duty»), προβλέφθηκε ότι «1. Οι Αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο που επιφέρει η κόπωση των ναυτικών, ιδιαιτέρως εκείνων των οποίων τα καθήκοντα σχετίζονται με την ασφαλή λειτουργία του πλοίου. 2 Σε όλα τα πρόσωπα στα οποία ανατίθενται καθήκοντα αξιωματικού υπεύθυνου φυλακής ή κατώτερου πληρώματος που λαμβάνει μέρος σε φυλακή και σε εκείνα που τους έχουν ανατεθεί καθήκοντα τα οποία σχετίζονται με την καθορισμένη ασφάλεια, την πρόληψη της ρύπανσης και την ασφάλεια (security) χορηγείται περίοδος ανάπαυσης που δεν πρέπει να είναι λιγότερη από: 1. κατ’ ελάχιστο δέκα (10) ώρες ανάπαυσης σε οποιαδήποτε περίοδο είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, και 2, εβδομήντα επτά (77) ώρες μέσα σε οποιαδήποτε περίοδο επτά (07) ημερών. 3, Οι ώρες ανάπαυσης δεν μπορεί να διαιρούνται σε περισσότερες από δύο περιόδους, μία εκ των οποίων πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον έξι (06) ώρες και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ διαδοχικών περιόδων ανάπαυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τις δεκατέσσερις (14) ώρες.». Εν τούτοις, στην παράγραφο 8 του ιδίου άρθρου προβλέφθηκε ότι «Καμία πρόβλεψη του παρόντος τμήματος δεν επηρεάζει το δικαίωμα του πλοιάρχου να απαιτεί από ναυτικό να εκτελεί όσες ώρες εργασίας απαιτούνται για την άμεση ασφάλεια του πλοίου, των ατόμων που επιβαίνουν σε αυτό ή του φορτίου, ή για την παροχή βοήθειας σε άλλα πλοία ή άτομα που βρίσκονται σε κατάσταση κινδύνου στη θάλασσα. Ομοίως, ο πλοίαρχος μπορεί να αναστείλει την ισχύ του προγράμματος των ωρών ανάπαυσης και να απαιτήσει από ναυτικό να εκτελέσει όσες ώρες εργασίας απαιτούνται μέχρις ότου αποκατασταθεί η ομαλή κατάσταση. Μόλις καταστεί δυνατό μετά την αποκατάσταση της ομαλής κατάστασης ο πλοίαρχος εξασφαλίζει τη χορήγηση επαρκούς περιόδου ανάπαυσης σε όλους τους ναυτικούς που εκτέλεσαν εργασία στη διάρκεια περιόδου ανάπαυσης σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα υπηρεσίας.». Από τις ως άνω διατάξεις [§ 14 στο δεύτερο Τίτλο των Κανονισμών της MLC, υποδεικνύεται το υπ’ αριθμ. Α2.3 Πρότυπο] της MLC, την παράγραφο 17 του άρθρου 8 της ως άνω ΥΑ και την παράγραφο 8 του Μέρους Α της Διεθνούς Συμβάσεως STCW, Κεφάλαιο VIII, Τμήμα Α-VIII/1 που κυρώθηκε με το ΠΔ 79/2012, το τελευταίο νομοθέτημα αναφορικά ειδικώς με τους εκτελούντες καθήκοντα αξιωματικού υπεύθυνου φυλακής ή μέλους του κατώτερου πληρώματος που λαμβάνει μέρος σε φυλακή και σε ναυτικούς που τους έχουν ανατεθεί καθήκοντα τα οποία σχετίζονται με την καθορισμένη ασφάλεια, την πρόληψη της ρύπανσης και την ασφάλεια (security), συνάγεται ότι, η MLC, η ανωτέρω Υπουργική απόφαση, αλλά και η Διεθνής Σύμβαση STCW, επιτρέπει την υπέρβαση των ανώτατων χρονικών ορίων εργασίας και την περιστολή του ελάχιστου χρόνου ανάπαυσης των ναυτικών, εφόσον τούτο προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία ή σε συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας. Στην Ελλάδα παρεμφερείς ρυθμίσεις θεσπίζονται (α) με τις διατάξεις του άρθρου 137 του Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας που ισχύει για τα, υπό ελληνική σημαία, επιβατηγά πλοία χωρητικότητας μείζονος των πεντακοσίων (500) κόρων (ΒΔ 683/1960, ΦΕΚ Α΄ 158/4.8.1960) σύμφωνα με τις οποίες «1. Το προσωπικόν καταστρώματος κατανέμεται κατά τον κατάπλουν, την αγκυροβολίαν, την άπαρσιν και τον απόπλουν επί τη βάσει του οικείου πίνακος διαιρέσεως προσωπικού ως εξής: α) Ο Πλοίαρχος επί της γεφύρας, β) ο Ύπαρχος όπου θεωρείται αναγκαίον, γ) ο Υποπλοίαρχος εις το πρόστεγον μετά του Ναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος, δ) ο Ανθυποπλοίαρχος εις το επίστεγον μετά του Υποναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος…, ε) ο Δόκιμος αξιωματικός επί της γεφύρας διά την διαβίβασιν των παραγγελμάτων, στ) ο Πηδαλιούχος εις το πηδάλιον. 2. Κατά τον κατάπλουν και την αγκυροβολίαν, την μεθόρμισιν ως και την άπαρσιν και τον απόπλουν, δεν τηρούνται αι συνήθεις ώραι εργασίας, αλλά πάντες εργάζονται διά την κανονικήν και ασφαλή αγκυροβολίαν και όρμισιν του πλοίου ή διά την κανονικήν άπαρσιν αυτού και πέραν έτι των ωρών εργασίας, χωρίς τούτο να θεωρήται υπερωρία. Εάν το πλοίον είναι ηγκυροβολημένον εις ανοικτόν όρμον ή εις άλλο αγκυροβόλιον ουχί ασφαλές δύναται κατά την κρίσιν του Πλοιάρχου να εξακολουθήση η εργασία κατά φυλακάς ως εν πλώ». Με την εν λόγω διάταξη προβλέπεται δηλαδή ότι, στα λιμάνια προσέγγισης του πλοίου, το προσωπικό καταστρώματος μετέχει σύσσωμο στις εργασίες κατάπλου (πρόσδεση και αγκυροβολία) και απόπλου (απόδεση και άπαρση), η εργασία δε αυτή, ακόμα και αν εκτείνεται πέραν του οκταώρου της καθημερινής απασχόλησης του Υποναυκλήρου, δεν θεωρείται υπερωριακή. Βέβαια, με τη μεταγενέστερη και ειδικότερη διάταξη του άρθρου 13 § 1 των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω ως άνω ΣΣΝΕ, που έχουν ισχύ νόμου, ορίζεται ότι για όλες τις εργασίες που εκτελούνται στο λιμάνι πέραν των κανονικών εργασίμων ωρών, ο ναυτικός δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, επειδή οι εργασίες αυτές, στις οποίες ρητά συμπεριλαμβάνονται και αυτές κατά τον κατάπλου και τον απόπλου, θεωρούνται υπερωριακές (ΜονΕφΠειρ 602/2015, 85/2015, 618/2014, 539/2014, 23/2014, όλες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πλην όμως, από την τελευταία αυτή διάταξη, δεν προβλέπεται πρόσθετη αμοιβή για το προσωπικό καταστρώματος και για τα ενδιάμεσα των προσεγγίσεων των επιμέρους λιμένων χρονικά διαστήματα κατά τα οποία τα μέλη του προσωπικού καταστρώματος ευρίσκονται σε ετοιμότητα, (β) με τις διατάξεις του άρθρου 659 ΑΚ, κατά την οποία ο εργαζόμενος, αν παρουσιαστεί ανάγκη για εργασία πέρα από τη συμφωνημένη ή τη συνηθισμένη, έχει, έναντι συμπληρωματικής αμοιβής, την υποχρέωση να την παράσχει, εφόσον είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του θα ήταν αντίθετη με την καλή πίστη, καθώς και (γ) με εκείνες των άρθρων 98 ΚΔΝΔ και 57 εδαφ. β ΚΙΝΔ. Πέραν, όμως, των νομοθετικών αυτών ρυθμίσεων, στις ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων, με τις οποίες το ωράριο της εργασίας τους καθορίζεται σε οκτώ [8] ώρες ημερησίως και σε σαράντα [40] ώρες εβδομαδιαίως από Δευτέρα έως Παρασκευή, ενώ για τα Σάββατα και τις Κυριακές προβλέπεται ιδιαίτερη αμοιβή, παγίως περιλαμβάνεται κανονιστικός όρος κατά τον οποίο η παροχή πρόσθετης, μετά τη συμπλήρωση του οκταώρου, εργασίας, που είναι υποχρεωτική για το ναυτικό, αμείβεται προσθέτως, ανεξαρτήτως μάλιστα του αριθμού των ωρών της ημερήσιας υπερωριακής απασχόλησης, στις οποίες δεν τίθεται κανένας περιορισμός (πρβλ ΑΠ 515/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), μη θεσπίζουσες δε ανώτατο όριο τέτοιας αμοιβής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω ΣΣΝΕ δεν θέτουν ούτε ανώτατα όρια υπερωριακής απασχόλησης, κατά τρόπο συμβατό με τις νόμιμες προβλέψεις (ΕΠ 144/2022 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Επομένως, όπως προαναφέρθηκε και παρά τα ως άνω περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής του, οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητάς του στα ως άνω πλοία, κατά τα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούσαν από τη στιγμή που ολοκληρώνονταν οι εργασίες απόπλου του πλοίου και έχμασης των οχημάτων από το ένα λιμάνι του δρομολογίου έως της ενάρξεως των εργασιών κατάπλου στο επόμενο λιμάνι, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας αυτού, αφού λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών, υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του, κατ’ άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΙΝΔ (ΕφΠειρ 45/2010 ΕΝαυτΔ 2010 405, ΜονΕφΠειρ 231/2013 ΕΝαυτΔ 2013 220, ΕφΠειρ 548/2001 ΕΕργΔ 61.340). Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, επομένως, ο ενάγων εδικαιούτο ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση, τα ακόλουθα ποσά: Α) Κατά τη διάρκεια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων αυτού στο πρώτο πλοίο, καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 3-1-2022 έως 5-2-2022: α) Για 23 ημέρες καθημερινές και 4 ημέρες Κυριακής και συνολικά για είκοσι επτά ημέρες, το ποσό των ευρώ 677,44 [{(18 Χ 2 =) 36 + (3Χ2 =) 6 + (3 Χ 6=) 18 + (2 Χ 4=) 8 + (1 Χ 5=) 5=} 73 Χ 9,28 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Υποναυκλήρου, με βάση την ισχύσασα κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για 5 ημέρες Σαββάτου και 1 ημέρα αργίας (6.1.) και συνολικά για έξι ημέρες, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, το ποσό των 690,06 ευρώ [(4 ημέρες Σαββάτου και αργίες Χ 10 ώρες εργασίας του την ημέρα =) 40 ώρες = (2 ημέρες Σαββάτου Χ 11 ώρες εργασίας =) 22 = 62,00 Χ 11,13 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες). Συνολικά για την υπερωριακή του απασχόληση στα πλαίσια της εν λόγω [πρώτης καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια του πρώτου πλοίου ήταν η πρώτη εναγομένη] σύμβασης ναυτολόγησης ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (677,44 + 690,06 =) 1.367,50. Β) Κατά τη διάρκεια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων αυτού στο πρώτο πλοίο, καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 14-2-2022 έως 12-5-2022: [i] Κατά το χρονικό διάστημα από 14.2.2022 έως 30.4.2022: α) Για 51 ημέρες καθημερινές και 9 ημέρες Κυριακής και συνολικά για εξήντα ημέρες, το ποσό των ευρώ 2.412,80 [{(3 Χ 2 =) 6 + (4 Χ 6 =) 24 + (4 Χ 4=) 16 + (4 Χ 6=) 24 + (2 Χ 3=) 6 + (3 Χ5=) 15 =} 91 + {(18 Χ6=) 108 + (4Χ 3=) 12 + (5 Χ 5=) 25 =} 145 + { (11 Χ 2=) 22 + (1Χ2=) 2 =} 24 =} 260 Χ 9,28 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Υποναυκλήρου, με βάση την ισχύσασα κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για 11 ημέρες Σαββάτου και 4 ημέρες αργίας (7.1., 25.3, 22.4 και 25.4) και συνολικά για δέκα πέντε ημέρες Σαββάτου και αργίας, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, το ποσό των 1.714,02 ευρώ [{(3 Χ 11=) 33 + (1 Χ10=) 10 + (5 Χ 10=) 50 + (1 Χ 11=) 11 + (3 Χ 10=) 30 + (2 Χ 10=) 20 =} 154 ώρες Χ 11,13 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες). [ii] Κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2022 έως 12.5.2022: α) Για 9 ημέρες καθημερινές και μία ημέρα Κυριακής και συνολικά για δέκα ημέρες, το ποσό των ευρώ 519,68 [{(8 Χ 6 =) 48 + (1 Χ 3 =) 3 + (1 Χ 5=) 5=} 56 Χ 9,28 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Υποναυκλήρου, με βάση την ισχύσασα κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για μία ημέρα Σαββάτου και μία ημέρα αργίας (1.5) και συνολικά για δύο ημέρες, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, το ποσό των 222,60 ευρώ [(2 Χ 10=) 20 ώρες Χ 11,13 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες). Συνολικά για την υπερωριακή του απασχόληση στα πλαίσια της εν λόγω [δεύτερης καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια του πρώτου πλοίου ήταν η πρώτη εναγομένη] σύμβασης ναυτολόγησης ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (2.412,80 + 1.714,02 + 519,68 + 222,60 =) 4.869,10. Γ) Κατά τη διάρκεια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων αυτού στο πρώτο πλοίο, καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 14-9-2022 έως 30-9-2022: α) Για 12 ημέρες καθημερινές και 2 ημέρες Κυριακής και συνολικά για δέκα τέσσερις ημέρες, το ποσό των ευρώ 677,44 [{(9 Χ 6 =) 54 + (3 Χ 3 =) 9 + (2 Χ 5=) 10= } 73 Χ 9,28 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Υποναυκλήρου, με βάση την ισχύσασα κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για δύο ημέρες Σαββάτου και μία ημέρα αργίας (14.9) και συνολικά για τρεις ημέρες, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, το ποσό των ευρώ 378,42 [{(2 Χ 10=) 20 + (1Χ 14=) 14=} 34 ώρες Χ 11,13 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες). Συνολικά για την υπερωριακή του απασχόληση στα πλαίσια της εν λόγω [τρίτης καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια του πρώτου πλοίου ήταν η πρώτη εναγομένη] σύμβασης ναυτολόγησης ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (677,44 + 378,42 =) 1.055,86. Δ) Κατά τη διάρκεια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων αυτού στο πρώτο πλοίο, καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 16-3-2023 έως 17-5-2023: [i] Κατά το χρονικό διάστημα από 16.3.2023 έως 30.4.2023: α) Για 30 ημέρες καθημερινές και 6 ημέρες Κυριακής και συνολικά για τριάντα έξι ημέρες, το ποσό των ευρώ 707,76 [{(30 Χ 2 =) 60 + (2 Χ 6 =) 12 =} 72 Χ 9,83 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Υποναυκλήρου, με βάση την ισχύσασα κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2023 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για 6 ημέρες Σαββάτου και 4 ημέρες αργίας (25.3., 14.4, 17.4 και 23.4) και συνολικά για δέκα ημέρες, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, το ποσό των 1.179,00 ευρώ [{(6 Χ 10=) 60 + (4 Χ10=) 40 =} 100 ώρες Χ 11,79 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες). [ii] Κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2023 έως 17.5.2023: α) Για 10 ημέρες καθημερινές (τις καθημερινές ημέρες Δευτέρας 8.5. και 15.5. ο ενάγων δεν εργάσθηκε πέραν των οκτώ ωρών) και δύο ημέρες Κυριακής και συνολικά για δώδεκα ημέρες, το ποσό των ευρώ 393,20 [{(3 Χ 2 =) 6 + (2 Χ 6 =) 12 + (2 Χ 3=) 6 +(1 Χ 6 =) 6 + (2 Χ 3=) 6 + (2Χ 2=) 4 =} 40 Χ 9,83 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Υποναυκλήρου, με βάση την ισχύσασα κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2023 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για δύο ημέρες Σαββάτου και μία ημέρα αργίας (1.5) και συνολικά για τρεις ημέρες, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, το ποσό των 377,28 ευρώ [{(2 Χ 11 =) 22 + (1 Χ 10=) 10 =} 32 ώρες Χ 11,79 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες). Συνολικά για την υπερωριακή του απασχόληση στα πλαίσια της εν λόγω [πέμπτης καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια του πρώτου πλοίου ήταν η πρώτη εναγομένη] σύμβασης ναυτολόγησης ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (707,76 + 1.179,00 + 393,20 + 377,28 =) 2.657,24. Ε) Κατά τη διάρκεια της ναυτολογήσεως αυτού στο πρώτο πλοίο, καθόν χρόνο τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 3-6-2022 έως 13-9-2022: α) Για 72 ημέρες καθημερινές και 15 ημέρες Κυριακής και συνολικά για ογδόντα επτά ημέρες, το ποσό των ευρώ 4.157,44 [{(8 Χ 6 =) 48 + (3 Χ 3 =) 9 + (2 Χ 5=) 10 + (25 Χ 5=) 125 + (6 Χ 5=) 30 + (23 Χ 6=) 138 + (6 Χ 3=) 18 + (5 Χ 5=) 25 + (7 Χ 5=) 35 + (2 Χ 5=) 10 =} 448 Χ 9,28 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Υποναυκλήρου, με βάση την ισχύσασα κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για 15 ημέρες Σαββάτου και μία ημέρα αργίας (15.8) και συνολικά για δέκα έξι ημέρες, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, το ποσό των 2.025,66 ευρώ [{(9 Χ 10=) 90 + (6 Χ13=) 78 + (1 Χ 14=) 14 =} 182 ώρες Χ 11,13 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες). Συνολικά για την υπερωριακή του απασχόληση στα πλαίσια της εν λόγω σύμβασης ναυτολόγησης ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (4.157,44 + 2.025,66 =) 6.183,10. Και ΣΤ) κατά τη διάρκεια ναυτολογήσεως αυτού στο δεύτερο των ενδίκων πλοίο, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 30-9-2022 έως 21-10-2022: α) Για 16 ημέρες καθημερινές και 3 ημέρες Κυριακής και συνολικά για δέκα εννέα ημέρες, το ποσό των ευρώ 705,28 [{(2 Χ 2 =) 4 + (2 Χ 6 =) 12 + (1 Χ 4=) 4 + (1 Χ 5=) 5 + (1 Χ 2=) 2 + (1 Χ 5=) 5 + (1 Χ 1=) 1 + (3 Χ 2=) 6 + (4 Χ 6=) 24 + (2 Χ 4=) 8 + (1 Χ 5=) 5 =} 76 Χ 9,28 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Υποναυκλήρου, με βάση την ισχύσασα κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για τρεις ημέρες Σαββάτου, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, το ποσό των 367,29 ευρώ [(3 Χ 11=) 33 ώρες Χ 11,13 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες). Συνολικά για την υπερωριακή του απασχόληση στα πλαίσια της εν λόγω σύμβασης ναυτολόγησης ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (705,28 + 367,29 =) 1.072,57. Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων ο ενάγων για την υπερωριακή του απασχόληση στο πρώτο των ενδίκων πλοίων εδικαιούτο (α) το ποσό των ευρώ 4.561,38 για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και το ποσό των ευρώ 5.388,32 κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, για το διάστημα που πλοιοκτήτρια και επομένως εργοδότρια αυτού (ενάγοντος) ήταν η πρώτη εναγομένη και β) το ποσό των ευρώ 2.025,66 για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και το ποσό των ευρώ 4.157,44 κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, για το διάστημα κατά το οποίο η δεύτερη εναγομένη είχε τον εφοπλισμού αυτού και ως εκ τούτου ήταν εργοδότρια του ενάγοντος. Επιπλέον, απεδείχθη ότι ο ίδιος (ενάγων) για την υπερωριακή του απασχόληση στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 367,29 για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και το ποσό των ευρώ 705,28 κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε τις ως άνω, λεπτομερώς αναφερόμενες ώρες στα ως άνω πλοία και εν τέλει δέχθηκε ότι (α) καθόν χρόνο ο ενάγων απασχολήθηκε στο πρώτο των ενδίκων πλοίων C και πλοιοκτήτρια αυτού, καθώς επίσης εργοδότριά του ήταν η πρώτη εναγομένη, αυτός (ενάγων) εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 4.128,99 για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και το ποσό των ευρώ 3.295,16 για την εργασία του κατά τις καθημερινές και Κυριακές [και αφού αφήρεσε το ποσό των ευρώ 2.743,25 και 2.779,35, αντίστοιχα, που συνομολόγησε ο ίδιος (ενάγων) με την αγωγή του ότι έλαβε επεδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 1.385,74 και 515,81, αντίστοιχα], (β) καθόν χρόνο ο ενάγων, απασχολήθηκε στο πρώτο των ενδίκων πλοίων C και τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη η οποία ήταν και εργοδότριά του κατά τον ίδιο χρόνο, αυτός (ενάγων) εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 1.936,62 για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και το ποσό των ευρώ 3.127,36 για την εργασία του κατά τις καθημερινές και Κυριακές [και αφού αφήρεσε το ποσό των ευρώ 1.490,17 και 1.911,19, αντίστοιχα, που συνομολόγησε ο ενάγων με την αγωγή του ότι έλαβε επεδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 446,45 και 1.216,17, αντίστοιχα] και (γ) καθόν χρόνο ο ενάγων απασχολήθηκε στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων M και πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 267,12 για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής και το ποσό των ευρώ 241,28 για την εργασία του κατά τις καθημερινές και Κυριακές, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου του αντίστοιχου πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων και πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανισθεί (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και το παρόν Δικαστήριο αφού κρατήσει να δικάσει την ένδικη αγωγή. Ενόψει των ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντων, απεδείχθη ότι ενάγων για την υπερωριακή του απασχόληση στο πρώτο των ενδίκων πλοίων εδικαιούτο (α) το ποσό των ευρώ 4.561,38 για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και το ποσό των ευρώ 5.388,32 για την απασχόλησή του κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, για το διάστημα που πλοιοκτήτρια του πλοίου αυτού και εργοδότρια του ενάγοντος ήταν η πρώτη εναγομένη και β) το ποσό των ευρώ 2.025,66 για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και το ποσό των ευρώ 4.157,44 κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, για το διάστημα που τον εφοπλισμό του εν λόγω πλοίου είχε η δεύτερη εναγομένη, ούσα κατά τον ίδιο χρόνο εργοδότρια αυτού (ενάγοντος). Επιπλέον, απεδείχθη ότι ο ίδιος (ενάγων) για την υπερωριακή του απασχόληση στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 367,29 για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και το ποσό των ευρώ 705,28 κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής.
IV. Με την εκκαλουμένη απόφαση, έγινε περαιτέρω δεκτό, όπως ο ίδιος ο ενάγων ανέφερε στην αγωγή του ότι αυτός (ενάγων) έναντι των ανωτέρω απαιτήσεών του έλαβε (α) για το χρόνο απασχόλησής του στο πρώτο των ενδίκων πλοίων C, όταν πλοιοκτήτρια του πλοίου αυτού και εργοδότρια του ενάγοντος ήταν η πρώτη εναγομένη, το ποσό των ευρώ 2.743,25 για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής και το ποσό των ευρώ 2.779,35 για την εργασία του κατά τις καθημερινές και Κυριακές και (β) για το χρόνο απασχόλησής του στο πρώτο των ενδίκων πλοίων C, όταν τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη και αυτή (δεύτερη εναγομένη) ήταν εργοδότρια του ενάγοντος, το ποσό των ευρώ 1.490,17 για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής και το ποσό των ευρώ 1.911,19 για την εργασία του κατά τις καθημερινές και Κυριακές, ενώ (γ) κανένα ποσό δεν έλαβε για την εν λόγω εργασία του στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων Μ. Οι εναγόμενες με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υπό του τίτλου «Επικουρικώς, Ένσταση Μερικής Εξόφλησης» (σελ. 13 επομ.), ισχυρίσθηκαν ότι, όπως προκύπτει από τις εξοφλητικές αποδείξεις και τα αντίστοιχα αποδεικτικά κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, σχετικά που επικαλέσθηκαν, ο ενάγων έλαβε για τις συνολικές ένδικες απαιτήσεις του για καταβολή της εκ ποσού ευρώ 5.969,77 αμοιβής για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και στα δύο πλοία, καθόλα τα επίδικα χρονικά διαστήματα, το συνολικό ποσό των ευρώ 5.588,02 και συγκεκριμένα έλαβε, τον μήνα Ιανουάριο 2022 το ποσό των ευρώ 491,07 και 118,54 και συνολικά το ποσό των ευρώ 609,61, τον μήνα Φεβρουάριο 2022 το ποσό των ευρώ 84,57 και 254,01 και συνολικά το ποσό των ευρώ 338,58, τον μήνα Μάρτιο 2022 το ποσό των ευρώ 508,01, τον μήνα Απρίλιο 2022 το ποσό των ευρώ 508,01, τον μήνα Μάιο 2022 το ποσό των ευρώ 203,20 και 287,87 και συνολικά το ποσό των ευρώ 491,07, τον μήνα Ιούνιο 2022 το ποσό των ευρώ 491,07, τον μήνα Ιούλιο 2022 το ποσό των ευρώ 508,01, τον μήνα Αύγουστο 2022 το ποσό των ευρώ 508,01, τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 το ποσό των ευρώ 508,01, τον μήνα Οκτώβριο 2022 το ποσό των ευρώ 355,61, τον μήνα Μάρτιο 2023 το ποσό των ευρώ 270,94 και τον μήνα Απρίλιο 2023 το ποσό των ευρώ 508,01. Επίσης, ισχυρίσθηκαν ότι, όπως προκύπτει από τις εξοφλητικές αποδείξεις και τα αντίστοιχα αποδεικτικά κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, σχετικά που επικαλέσθηκαν, ο ενάγων έλαβε για τις συνολικές ένδικες απαιτήσεις του για καταβολή της εκ ποσού ευρώ 19.145,63 αμοιβής για την υπερωριακή του απασχόληση του κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής και στα δύο πλοία, καθόλα τα επίδικα χρονικά διαστήματα, το συνολικό ποσό των ευρώ 6.461,00 και συγκεκριμένα, τον μήνα Ιανουάριο 2022 το ποσό των ευρώ 394,36 και 95,19 και συνολικά το ποσό των ευρώ 489,55, τον μήνα Φεβρουάριο 2022 το ποσό των ευρώ 67,99 και 347,69 και συνολικά το ποσό των ευρώ 415,68, τον μήνα Μάρτιο 2022 το ποσό των ευρώ 609,15, τον μήνα Απρίλιο 2022 το ποσό των ευρώ 689,98, τον μήνα Μάιο 2022 το ποσό των ευρώ 163,18 και 355,73 και συνολικά το ποσό των ευρώ 518,91, τον μήνα Ιούνιο 2022 το ποσό των ευρώ 598,64, τον μήνα Ιούλιο 2022 το ποσό των ευρώ 617,18, τον μήνα Αύγουστο 2022 το ποσό των ευρώ 695,37, τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 το ποσό των ευρώ 664,79, τον μήνα Οκτώβριο 2022 το ποσό των ευρώ 486,76, τον μήνα Μάρτιο 2023 το ποσό των ευρώ 217,58 και τον μήνα Απρίλιο 2023 το ποσό των ευρώ 457,41. Ο ισχυρισμός αυτός ως ένσταση καταβολής απορρίφθηκε ως αόριστος υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως εκ του λόγου ότι οι εναγόμενες «δεν προσδιόρισαν από ποίον κατεβλήθησαν τα ανωτέρω επιμέρους ποσά αφού ο ενάγων με την ένδικη αγωγή αξιώνει διαφορετικά ποσά από κάθε εναγομένη και για διαφορετικά χρονικά διαστήματα». Την εν λόγω απορριπτική διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεως, οι εναγόμενες δεν έπληξαν με λόγο έφεσης, αλλά με τις προτάσεις που κατέθεσαν επί της ένδικης εφέσεως του ενάγοντος, ως εφεσίβλητες επανέφεραν τον εν λόγω ισχυρισμό τους. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η απόσβεση ενοχής επέρχεται με καταβολή. Αν πρόκειται για χρηματική παροχή, πρέπει για το ορισμένο της σχετικής ένστασης εξόφλησης, ο οφειλέτης να αναφέρει τόσο το συνολικό ποσό, όσο και τα επιμέρους κονδύλια, τα οποία το απαρτίζουν την αιτία, καθώς και τον χρόνο καταβολής, όχι όμως και τον ισχυρισμό ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, το οποίο εξυπακούεται [ΑΠ 1218/2020 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή και η καταβαλλόμενη παροχή δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων, τότε ο προσδιορισμός του εξοφλούμενου χρέους θα γίνει με βάση την τυχόν συμφωνία των μερών, ελλείψει δε τέτοιας συμφωνίας, ο προσδιορισμός αυτός θα γίνει μονομερώς από τον οφειλέτη κατά την καταβολή, ενώ σε περίπτωση που ούτε ο οφειλέτης άσκησε το εν λόγω δικαίωμα επιλογής, η παροχή θα καταλογιστεί με τη σειρά που ορίζει το εδάφιο β του άρθρου 422 ΑΚ. Ειδικότερα, ο δανειστής αμυνόμενος στην ένσταση εξόφλησης του οφειλέτη δικαιούται, κατ’ αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά το επίδικο, αλλά άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος ν’ αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης ν’ αποκρούσει την αντένσταση, προβάλλοντας, κατ’ επαντένσταση και αποδεικνύοντας ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση τον μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου [από τα περισσότερα] χρέους, είτε βάσει της διάταξης του άρθρου 422 εδ. β ΑΚ [ΑΠ 1255/2024 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, οι ενστάσεις ή αντενστάσεις του εκκαλούντος, εφόσον είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως και αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), και ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών δεν μπορεί να προτείνει νέες ενστάσεις, τις οποίες δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως, ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν πρόκειται για ενστάσεις, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, ή εάν δεν είχαν προβληθεί εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, ή αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, ή αν αποδεικνύονται εγγράφως, ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και υπό την προϋπόθεση ότι προβάλλονται και αποδεικνύονται με ελεύθερη απόδειξη από τον προτείνοντα οι λόγοι της βραδείας προβολής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του ιδίου Κώδικα, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στη πρωτόδικη δίκη, το δε απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Κατ` εξαίρεση όμως της πιο πάνω απαγόρευσης, κατά τον αριθμό 1 της διάταξης αυτής, είναι επιτρεπτή η προβολή των εν λόγω ισχυρισμών για πρώτη φορά στο Εφετείο, πολύ δε περισσότερο η επαναφορά τους στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εάν αυτοί είχαν προβληθεί, έστω απαραδέκτως, στο πρώτο βαθμό, όταν τους προβάλλει ο εναγόμενος (ή ο ενάγων), ως εφεσίβλητος προς απόκρουση της κατ` αυτού ασκηθείσας έφεσης και προς διατήρηση του διατακτικού της εκκαλουμένης από τον αντίδικό του απόφασης [ΑΠ 239/2025 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Εξάλλου, από τα άρθρα 522, 534 και 536 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται, στα όρια που καθορίζονται από αυτήν και τους πρόσθετους λόγους, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Στην περίπτωση, που το εκκληθέν κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης αφορά αίτημα της αγωγής που έγινε μερικά δεκτό και απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο ναι μεν μεταβιβάζεται ολόκληρο το κεφάλαιο (αδιαιρέτως) στο Εφετείο (γι`αυτό και μπορεί να ασκηθεί αντέφεση καθόσον αφορά το μέρος του αιτήματος που έγινε δεκτό), το Εφετείο όμως μπορεί να το εξετάσει μόνο στο μέτρο κατά το οποίο πλήττεται με λόγο έφεσης. Λόγοι δε έφεσης δεν είναι παραδεκτοί (και αν καθ` υπόθεση υποβάλλονται) εφόσον αναφέρονται στο μέρος του κεφαλαίου της εκκαλουμένης αποφάσεως που ωφελεί τον εκκαλούντα. Έτσι, οι μόνοι δυνάμενοι να υποβληθούν παραδεκτώς λόγοι θα αφορούν, κατ` ανάγκη, τη βλαπτική για τον εκκαλούντα διάταξη ως προς την οποία και μόνο έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση, γι` αυτό και σε περίπτωση παραδοχής κάποιου από τους λόγους της έφεσης, η εξαφάνιση της απόφασης θα είναι μερική, αποκλειομένης της αποδικάσεως του μέρους του κεφαλαίου που επιδικάστηκε με μόνη την έφεση του ενάγοντος – εκκαλούντος και χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης από τον εφεσίβλητο εναγόμενο [ΑΠ 168/2026, ΑΠ 1344/2015, ΑΠ 12/1992 άπασες δημοσιευμένες σε Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Ενόψει των ανωτέρω, αφού κατά το κεφάλαιο της αξιούμενης υπό του ενάγοντος αμοιβής για την υπερωριακή του απασχόληση στα ανωτέρω πλοία η ένδικη έφεση των εκκαλούντων – εναγομένων και δη ο πρώτος λόγος αυτής απορρίφθηκε ως αβάσιμος στην ουσία του, ενώ έγινε δεκτός ο αντίστοιχος πρώτος λόγος έφεσης του ενάγοντος, ο περί καταβολής ισχυρισμός των εφεσιβλήτων – εναγομένων καταρχήν, παραδεκτώς επαναφέρεται με τις έγγραφες προτάσεις του και όχι με λόγο έφεσης προς απόκρουση μόνον της κατ` αυτών (εναγομένων) ασκηθείσας υπό του ενάγοντος εφέσεως, με σκοπό τη διατήρηση του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθό μέρος δηλαδή με την εκκαλουμένη απόφαση απερρίφθη (μερικώς) το εν λόγω κονδύλιο. Περαιτέρω, αφού οι εναγόμενες αναφέρουν ανά μήνα τις επιμέρους καταβολές προς τον ενάγοντα για την εν λόγω αιτία (υπερωριακή απασχόλησή του) διακρίνοντας μάλιστα ποίες καταβολές αφορούν στην απασχόληση αυτού κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και ποίες κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, ενόψει του ότι ο ενάγων ήδη με την αγωγή του αναφέρει καθ’ έκαστο των ενδίκων μηνών σε ποίο πλοίο και σε ποία εργοδότρια εργάσθηκε, ο υπό κρίση περί καταβολής ισχυρισμός των εναγομένων που επαναφέρεται με τις προτάσεις, τυγχάνει επαρκώς ορισμένος, πλην των καταβολών που έλαβαν χώρα τον μήνα Σεπτέμβριο 2022, για τον οποίο θα γίνει λόγος ακολούθως. Συγκεκριμένα, αφού ο ενάγων με την αγωγή του αναφέρει ότι απασχολήθηκε (α) για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, πλοιοκτήτριας του πρώτου πλοίου κατά τα χρονικά διαστήματα από 3.1.2022 έως 5.2.2022, από 14.2.2022 έως 12.5.2022, από 14.9.2022 έως 30.9.2022 και από 16.3.2023 έως 17.5.2023, διαστήματα για τα οποία αξιώνει αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση, (β) για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, εφοπλίστριας του πρώτου πλοίου και εργοδότριας αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως 13.9.2022 και (γ) για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης ως πλοιοκτήτριας του δευτέρου πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από 30.9.2022 έως 21.10.2022, οι καταβολές που οι εναγόμενες επικαλούνται για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του έτους 2022, καθώς επίσης οι καταβολές που επικαλούνται για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 2023 και δη για τις ημέρες Σαββάτου και αργίας η καταβολή του συνολικού ποσού των ευρώ (491,07 + 118,54 +84,57 + 254,01 + 508,01 + 508,01 + 203,20 + 287,87 + 270,94 + 508,01 =) 3.234,23 και για τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής η καταβολή του συνολικού ποσού των ευρώ (394,36 + 95,19 + 67,99 + 347,69 + 609,15 + 689,98 + 163,18 + 355,73 + 217,58 + 457,41 =) 3.398,26, αφορούν καταβολές για την απασχόληση του ενάγοντος στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού και επομένως εργοδότρια του ενάγοντος ήταν η πρώτη εναγομένη. Αντίστοιχα, οι καταβολές που οι εναγόμενες επικαλούνται για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2022 και δη για τις ημέρες Σαββάτου και αργίας η καταβολή του συνολικού ποσού των ευρώ (474,14 + 508,02 + 508,01 =) 1.490,17 και για τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής η καταβολή του συνολικού ποσού των ευρώ (598,64 + 617,18 + 695,37 =) 1.911,19 αφορούν καταβολές για την απασχόληση του ενάγοντος στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο τον εφοπλισμό αυτού είχε και επομένως εργοδότρια του ενάγοντος ήταν η δεύτερη εναγομένη. Τέλος, η καταβολή που οι εναγόμενες επικαλούνται για τον μήνα Οκτώβριο 2022 και δη για τις ημέρες Σαββάτου και αργίας η καταβολή του ποσού των ευρώ 355,61 και για τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής η καταβολή του ποσού των ευρώ 486,76, αφορά καταβολή για την απασχόληση του ενάγοντος στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού και επομένως εργοδότρια του ενάγοντος ήταν η πρώτη εναγομένη. Περαιτέρω, με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε δεκτό, όπως άλλωστε ανέφερε ο ίδιος ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, ότι αυτός έλαβε για την υπερωριακή του εργασία καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια του πρώτου πλοίου ήταν η πρώτη εναγομένη το ποσό των ευρώ 2.743,25 για την υπερωριακή του απασχόληση στο πλοίο αυτό κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και το ποσό των ευρώ 2.779,35 για την υπερωριακή του απασχόληση στο πλοίο αυτό κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, με αποτέλεσμα ο περί καταβολής ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης, καθό μέρος ο ενάγων αξιώνει αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, να αφορά το ποσό των ευρώ (3.234,23 μείον 2.743,25 =) 490,98 και το ποσό των ευρώ (3.398,26 μείον 2.779,35=) 618,91 να αφορά την αξιούμενη αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, αφού οι εναγόμενες δεν ισχυρίζονται ότι τα ποσά ευρώ 3.234,23 και 3.398,26 κατεβλήθησαν επιπλέον των ποσών ευρώ 2.743,25 και 2.779,35, που ο ίδιος ο ενάγων συνομολόγησε με την αγωγή του ότι έλαβε. Η εκκαλουμένη απόφαση περαιτέρω δέχθηκε, όπως άλλωστε ανέφερε ο ίδιος ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, ότι αυτός έλαβε για την υπερωριακή του εργασία καθόν χρόνο τον εφοπλισμό του πρώτου πλοίου είχε και εργοδότρια του ενάγοντος ήταν η δεύτερη εναγομένη, το ποσό των ευρώ 1.490,17 για την υπερωριακή του απασχόληση στο πλοίο αυτό κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και το ποσό των ευρώ 1.911,19 για την υπερωριακή του απασχόληση στο πλοίο αυτό κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, όσα δηλαδή και τα ποσά που οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν στον ενάγοντα κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2022. Αφού οι εναγόμενες δεν ισχυρίζονται ότι επιπλέον των ποσών που ο ενάγων ανέφερε στην αγωγή του κατέβαλαν στον ενάγοντα τα ανωτέρω επικαλούμενα από αυτές ποσά, ο περί καταβολής ισχυρισμός των εναγομένων κατά τα ποσά που κατέβαλαν στον ενάγοντα τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2022, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στη ουσία του, αφού αυτά δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση ότι ο ενάγων έλαβε και αφήρεσε αυτά από την αποδειχθείσα δικαιούμενη υπ’ αυτού αμοιβή. Ειδικώς, εν τούτοις, όσον αφορά στην επικαλούμενη από τις εναγόμενες καταβολή του ποσού των ευρώ 508,01 ως αμοιβή του ενάγοντος για την υπερωριακή του εργασία κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και του ποσού των ευρώ 664,79 ως αμοιβή του ενάγοντος για την υπερωριακή του εργασία κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022, ο υπό κρίση περί καταβολής ισχυρισμός τυγχάνει αόριστος και ως τέτοιος απορριπτέος, αφού κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 ο ενάγων αφενός μεν εργάσθηκε και στα δύο πλοία (30.9.2022) ως ανωτέρω απεδείχθη και αναλύεται, αφ’ ετέρου δε κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2022 έως 13.9.2022 εργάσθηκε στο πρώτο πλοίο με εργοδότρια τη δεύτερη εναγομένη και από 14.9.2022 έως 30.9.2022 εργάσθηκε στο πρώτο πλοίο με εργοδότρια την πρώτη εναγομένη. Παρά ταύτα οι εναγόμενες δεν αναφέρουν η ως άνω επικαλούμενοι από αυτούς αμοιβή στην υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος σε ποίο πλοίο αφορά και για ποίο χρονικό διάστημα. Κατόπιν των ανωτέρω, καθό μέρος ο περί καταβολής ισχυρισμός των εναγομένων κρίθηκε ορισμένος και λυσιτελής, ήτοι καθό μέρος αφορά την πρώτη εναγομένη με την ιδιότητά της ως πλοιοκτήτρια των ανωτέρω δύο πλοίων και εργοδότρια του ενάγοντος, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία του, μόνον προς απόκρουση της κατ` αυτής (πρώτης των εναγομένων) ασκηθείσας υπό του ενάγοντος εφέσεως, με σκοπό τη διατήρηση του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθό μέρος δηλαδή η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε μερικώς το εν λόγω κονδύλιο και όχι αναφορικά με τα ήδη επιδικασθέντα και συγκεκριμένα (α) όσον αφορά στην απασχόληση του ενάγοντος στο πρώτο πλοίο καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη κατά το ποσό των 490,98 καθό μέρος ο ενάγων αξιώνει επιπλέον της επιδικασθείσας με την εκκαλουμένη απόφαση αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και το ποσό των ευρώ 618,91, καθό μέρος ο ενάγων αξιώνει επιπλέον της επιδικασθείσας με την εκκαλουμένη απόφαση αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερνές ημέρες και ημέρες Κυριακής και (β) όσον αφορά στην απασχόληση του ενάγοντος στο δεύτερο πλοίο κατά το ποσό των 355,61 καθό μέρος ο ενάγων αξιώνει επιπλέον της επιδικασθείσας με την εκκαλουμένη απόφαση αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και το ποσό των ευρώ 486,76, καθό μέρος ο ενάγων αξιώνει επιπλέον της επιδικασθείσας με την εκκαλουμένη απόφαση αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερνές ημέρες και ημέρες Κυριακής. Από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας, αποδεικνύεται ότι, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη τον μήνα Ιανουάριο 2022 το ποσό των ευρώ 491,07 και όχι το ποσό των ευρώ 609,61, όπως ισχυρίσθηκε, τον μήνα Φεβρουάριο 2022 το ποσό των ευρώ 84,57 και 254,01 και συνολικά το ποσό των ευρώ 338,58, τον μήνα Μάρτιο 2022 το ποσό των ευρώ 508,01, τον μήνα Απρίλιο 2022 το ποσό των ευρώ 508,01, τον μήνα Μάιο 2022 το ποσό των ευρώ 203,20 και όχι το ποσό των ευρώ 491,07, όπως ισχυρίσθηκε, τον μήνα Μάρτιο 2023 το ποσό των ευρώ 270,94 και τον μήνα Απρίλιο 2023 το ποσό των ευρώ 508,01 και συνολικά το ποσό των ευρώ [491,07 + 338,58 + 508,01 + 508,01 + 203,20 + 270,94 + 508,01 =] 2.827,82, ήτοι ποσό ευρώ (2.827,82 μείον 2.743,25=) 84,57, επιπλέον όσων ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι έλαβε. Επίσης, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας, αποδεικνύεται ότι, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για την απασχόλησή του κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, τον μήνα Ιανουάριο 2022 το ποσό των ευρώ 394,36 και όχι το ποσό των ευρώ 489,55, όπως ισχυρίσθηκε, τον μήνα Φεβρουάριο 2022 το ποσό των ευρώ 67,99 και 347,69 και συνολικά το ποσό των ευρώ 415,68, τον μήνα Μάρτιο 2022 το ποσό των ευρώ 609,15, τον μήνα Απρίλιο 2022 το ποσό των ευρώ 589,98 και όχι το ποσό των ευρώ 689,98, όπως ισχυρίσθηκε τον μήνα Μάιο 2022 το ποσό των ευρώ 163,18 και όχι το ποσό των ευρώ 518,91, όπως ισχυρίσθηκε, τον μήνα Μάρτιο 2023 το ποσό των ευρώ 217,58 και τον μήνα Απρίλιο 2023 το ποσό των ευρώ 457,41 και συνολικά το ποσό των ευρώ [394,36 + 415,68 + 609,15 + 589,98 + 163,18 + 217,58 + 457,41 =] 2.847,34, ήτοι ποσό ευρώ (2.847,34 μείον 2.779,35=) 67,99, επιπλέον όσων ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι έλαβε. Κατόπιν των ανωτέρω (α) αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ο ενάγων για την υπερωριακή του απασχόληση στο πρώτο των ενδίκων πλοίων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 4.561,38 για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας καθόν χρόνο την πλοιοκτησία αυτού είχε η πρώτη εναγομένη και όχι το ποσό των ευρώ 4.128,99, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και έναντι του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 2.827,82, γενομένης εν μέρει δεκτής ως βάσιμης στην ουσία της της περί καταβολής ένστασης αυτής (πρώτης εναγομένης), η οποία παραδεκτώς επαναφέρεται με τις έγγραφες προτάσεις της ως αναλύεται ανωτέρω, αυτή (πρώτη εναγομένη) για την εν λόγω αιτία συνεχίζει να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ (4.561,38 μείον 2.827,82=) 1.733,56, (β) αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ο ενάγων για την υπερωριακή του απασχόληση στο πρώτο των ενδίκων πλοίων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 5.388,32 για την απασχόλησή του κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, καθόν χρόνο την πλοιοκτησία αυτού είχε η πρώτη εναγομένη και όχι το ποσό των ευρώ 3.295,16, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και έναντι του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 2.847,34, γενομένης εν μέρει δεκτής ως βάσιμης στην ουσία της της περί καταβολής ένστασης αυτής (πρώτης εναγομένης), η οποία παραδεκτώς επαναφέρεται με τις έγγραφες προτάσεις της ως αναλύεται ανωτέρω , αυτή (πρώτη εναγομένη) για την εν λόγω αιτία συνεχίζει να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ (5.388,32 μείον 2.847,34 =) 2.540,98, (γ) αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ο ενάγων για την υπερωριακή του απασχόληση στο πρώτο των ενδίκων πλοίων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 2.025,66 για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, καθόν χρόνο τον εφοπλισμού αυτού είχε και εργοδότριά του ήταν η δεύτερη εναγομένη και όχι το ποσό των ευρώ 1.936,62, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και έναντι του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 1.490,17, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, η δεύτερη εναγομένη για την εν λόγω αιτία συνεχίζει να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ (2.025,66 μείον 1.490,17 =) 535,49, (δ) αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ο ενάγων για την υπερωριακή του απασχόληση στο πρώτο των ενδίκων πλοίων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 4.157,44 για την απασχόλησή του κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, καθόν χρόνο τον εφοπλισμού αυτού είχε και εργοδότριά του ήταν η δεύτερη εναγομένη και όχι το ποσό των ευρώ 3.127,36, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και έναντι του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 1.911,19, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, η δεύτερη εναγομένη για την εν λόγω αιτία συνεχίζει να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ (4.157,44 μείον 1.911,19 =) 2.246,25. Περαιτέρω (ε) ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ο ενάγων για την υπερωριακή του απασχόληση στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 367,29 για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και όχι το ποσό των ευρώ 267,12, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Έναντι του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 355,61, πλην όμως ως αναλύεται διεξοδικά ανωτέρω η περί μερικής καταβολής ένσταση της πρώτης εναγομένης τυγχάνει παραδεκτή (αφού ασκήθηκε με τις προτάσεις και όχι ως λόγος έφεσης) μόνον κατά το επιπλέον του επιδικασθέντος με την εκκαλουμένη απόφαση ποσού, ήτοι κατά το ποσό των ευρώ (367,29 μείον 267,12=) 100,17, γενομένης δε αυτής κατά το ποσό αυτό δεκτής ως βάσιμης στην ουσία της, αυτή (πρώτη εναγομένη) για την εν λόγω αιτία συνεχίζει να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ (367,29 μείον 100,17=) 267,12 και (στ) ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ο ενάγων για την υπερωριακή του απασχόληση στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 705,28 για την απασχόλησή του κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες και όχι το ποσό των ευρώ 241,28, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Έναντι του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 486,76, πλην όμως ως αναλύεται διεξοδικά ανωτέρω η περί μερικής καταβολής ένσταση της πρώτης εναγομένης τυγχάνει παραδεκτή (αφού ασκήθηκε με τις προτάσεις και όχι ως λόγος έφεσης) μόνον κατά το επιπλέον του επιδικασθέντος με την εκκαλουμένη απόφαση ποσού, ήτοι κατά το ποσό των ευρώ (705,28 μείον 241,28=) 464,00, γενομένης δε αυτής κατά το ποσό αυτό ως βάσιμης στην ουσία της, αυτή (πρώτη εναγομένη) για την εν λόγω αιτία συνεχίζει να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ (705,28 μείον 464,00 =) 241,28.
V. Στη ναυτική πρακτική, «κλειστός» μισθός ονομάζεται η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, η οποία είναι έγκυρη κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον συμβατικό «κλειστό» μισθό, διαφορετικά, αν δηλαδή ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών, η σχετική συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, Δνη 44/160 = ΔΕΝ 2002/1314 = ΕΕΔ 2003/1166 = ΔΕΕ 2003/331, ΑΠ 1700/1998, ΔΕΝ 1999/851 = ΕΕΔ 2000/176 = ΕΝαυτΔ 1999/465, ΜονΕφΠειρ. 48/2021, 202/2021, 464/2021, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η έννοια του «κλειστού» μισθού προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου, προς το οποίο ο συμβατικός μισθός μπορεί είτε να ισούται είτε να το υπερβαίνει, όπως συμβαίνει όταν με την ατομική σύμβαση ναυτικής εργασίας έχει συμφωνηθεί και καταβάλλεται τακτικώς και παγίως στο ναυτικό, κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός από το μισθό και τα επιδόματα που προβλέπονται για την ειδικότητά του στην οικεία ΣΣΝΕ και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, της δραστηριότητας και του ζήλου του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν στην ατομική σύμβαση δεν υφίσταται πρόβλεψη περί καταλογισμού του προς άλλες αποδοχές, το επιμίσθιο αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του εργοδότη, ελευθέρως ανακλητή ή δυνάμενη να καταλογιστεί μονομερώς προς άλλες συμβατικές αξιώσεις του ναυτικού, γιατί τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των συμβατικών αποδοχών του ναυτικού μονομερώς από τον εργοδότη του (ΑΠ 1089/1987, ΕΝαυτΔ 1988/114, ΜονΕφΠειρ. 50/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2004, άρθρο 60, σελ. 326, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 205). Στην αντίθετη περίπτωση, της ύπαρξης δηλαδή ειδικής και ορισμένης συμφωνίας καταλογισμού του, το επιμίσθιο μπορεί να συμψηφιστεί προς τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΝΕ αποδοχές, δηλαδή προς τα τυχόν ήδη καταβαλλόμενα ή και μελλοντικά επιδόματα, χωρίς ανάγκη άλλου ειδικού καθορισμού αυτών των τελευταίων (ΑΠ 943/1988, ΕΕΝ 1989/502 = ΕΕΔ 1989/873 = ΕΝαυτΔ 1990/99, ΜονΕφΠειρ. 196/2020, 369/2016, 213/2016, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι εναγόμενες ήδη με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υποστήριξαν ότι, επιπλέον των νομίμων αποδοχών κατέβαλαν στον ενάγοντα με αιτιολογία καταβολής του τη φράση «έκτακτες αμοιβές» το ποσό των ευρώ 17,49 κατά τον μήνα Ιανουάριο 2022, το ποσό των ευρώ (3,37 + 14,47=) 17,84 συνολικά κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2022, το ποσό των ευρώ 36,70 κατά τον μήνα Μάρτιο 2022, το ποσό των ευρώ 58,16 κατά τον μήνα Απρίλιο 2022, το ποσό των ευρώ 15,38 κατά τον μήνα Μάιο 2022, το ποσό των ευρώ 57,63 κατά τον μήνα Ιούνιο 2022, το ποσό των ευρώ 78,85 κατά τον μήνα Ιούλιο 2022, το ποσό των ευρώ 62,77 κατά τον μήνα Αύγουστο 2022, το ποσό των ευρώ 41,23 κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022, το ποσό των ευρώ 20,79 κατά τον μήνα Οκτώβριο 2022, το ποσό των ευρώ 14,95 κατά τον μήνα Μάρτιο 2023, το ποσό των ευρώ 29,61 κατά τον μήνα Απρίλιο 2023 και το ποσό των ευρώ 18,30 και συνολικά το ποσό των ευρώ 469,70. Επικαλούμενες δε τον συμπληρωματικό όρο των από 14.2.2022, 4.6.2022, 16.9.2022 και 17.3.2023 εγγράφων συμβάσεων ναυτικής εργασίας που κατήρτισε η πρώτη εναγομένη με τον ενάγοντα και αφορούσαν τη ναυτολόγηση του ενάγοντος στο πρώτο πλοίο στα πλαίσια της δεύτερης, τρίτης και πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων σε αυτό οπότε πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη και τη ναυτολόγηση του ενάγοντος στο ίδιο πλοίο, καθόν χρόνο τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη, ισχυρίσθηκαν ότι, κατόπιν συμφωνίας τους με τον ενάγοντα, τα ως άνω ποσά θα συμψηφίζονταν με τυχόν πραγματοποιούμενες υπερωρίες αυτού (ενάγοντος). Τον ισχυρισμό τους αυτό, η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε σιωπηρά. Οι εναγόμενες, στα πλαίσια του δευτέρου λόγου της ένδικης έφεσής τους, επανέφεραν τον ως άνω ισχυρισμό, πλήττοντας την εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό τους ως αβάσιμο. Ο ισχυρισμός αυτός, ως λόγος απόσβεσης των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος για καταβολή αμοιβής για υπερωριακή εργασία, παραδεκτώς επαναφέρεται με τον υπό κρίση λόγο έφεσης, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία του.
Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και ιδίως από τις προσκομιζόμενες από 14.2.2022, 4.6.2022, 16.9.2022 και 17.3.2023 έγγραφες συμβάσεις εργασίας που η πρώτη εναγομένη κατήρτισε με τον ενάγοντα, ενόψει των ενδίκων ναυτολογήσεών του στο πρώτο των ενδίκων πλοίων, αποδεικνύεται ότι, ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος συνομολογήθηκε κλειστός, ανερχόμενος στο συνολικό [μεικτό] χρηματικό ποσό των ευρώ [3.633,52], με τις τρεις πρώτες των ως άνω συμβάσεων και στο ποσό των ευρώ [3.310,17] την τέταρτη εξ αυτών. Στις ίδιες συμβάσεις, περιελήφθησαν και όροι, κατά τους οποίους «Ο βασικός μισθός ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της κατηγορίας που υπάγεται το Πλοίο», καθώς επίσης ότι «…στον εν λόγω κλειστό μηνιαίο μισθό συμπεριλαμβάνονται: βασικός μισθός, επίδομα Κυριακών, επίδομα Σαββάτων και αργιών, επίδομα άδειας και τροφοδοσίας, επίδομα υπερωριών, τυχόν επίδομα εταιρίας καθώς και όλα τα διάφορα επιδόματα που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας. Ο Ναυτικός δεν θα δικαιούται οποιαδήποτε άλλη πληρωμή πέραν του κατά του ως άνω ποσού του κλειστού μισθού του» και ότι «Εφαρμοστέα τυγχάνει η εκάστοτε Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών επιβατηγών Πλοίων». Επίσης, περιελήφθη υπό του τίτλου «Συμπληρωματικοί όροι» όρος, κατά την ακριβή διατύπωση του οποίου «1. Κάθε ποσό που καταβάλει η Εταιρεία στο Ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες vόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το Ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της Εταιρείας σχετικές με την παρούσα σύμβαση. Ως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας….». Από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις καταβολής, αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη η οποία κατέβαλε τον μισθό του ενάγοντος, κάθε μήνα κατελόγιζε, κατά την καταβολή του μηνιαίου μισθού αυτού, την αιτία καταβολής εκάστου επιμέρους ποσού, ενώ μέρος του μισθού κατελόγιζε με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» το οποίο δεν προέκυψε για ποία ειδικότερη εργασία κατέβαλε στον ενάγοντα. Εν τούτοις, από τις προβλέψεις των ανωτέρω εγγράφων συμβάσεων υπό του τίτλου «Συμπληρωματικοί όροι» [κατά την ακριβή διατύπωση του οποίου «1. Κάθε ποσό που καταβάλει η Εταιρεία στο Ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες vόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το Ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της Εταιρείας σχετικές με την παρούσα σύμβαση. Ως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας…. 4. Σε περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία πιστωθούν στον λογαριασμό μισθοδοσίας του Ναυτικού ποσά που δεν δικαιούται αυτός, είτε γιατί δεν προβλέπονται από την παρούσα σύμβαση εργασίας, είτε γιατί δεν πραγματοποιήθηκε η εργασία, είτε γιατί δεν δικαιολογείται το πιστωθέν ποσό από την όλη εργασιακή σχέση, η Εταιρία ή ο Πλοίαρχος δικαιούται να καταλογίσει τα αχρεωστήτως πιστωθέντα ποσά στον επόμενο λογαριασμό μισθοδοσίας.»], ερμηνευόμενοι οι όροι αυτοί, κατά τις υποδείξεις των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν επιτρέπουν οποιονδήποτε συμψηφισμό, εφόσον δια των όρων αυτών δεν προσδιορίζονται ειδικά και ορισμένα οι υπέρτερες των συμφωνημένων και νομίμων αποδοχές του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με πραγματοποιούμενες υπερωρίες του ή με άλλες συμβατικές υποχρεώσεις της εργοδότριας αυτού. Δεν συνέτρεξαν, επομένως, εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις του επιτρεπτού συμβατικού συμψηφισμού, αφού δεν προσδιορίσθηκαν ειδικά κατά ποιόν και ποσόν οι υπέρτερες αποδοχές (ως επιμίσθιο, τακτικά και παγίως καταβαλλόμενο) του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με μελλοντικές υποχρεώσεις των εναγομένων προς αυτόν, προερχόμενες από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία. Πράγματι, η αόριστη διατύπωση της εν λόγω συμφωνίας («κάθε ποσό … πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές … αχρεωστήτως πιστωθέντα ποσά»), δεν δύναται να θεμελιώσει δυνατότητα συμβατικού συμψηφισμού των εν λόγω «εκτάκτων αμοιβών», όπως, αντιθέτως, θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία στους επίμαχους όρους προβλεπόταν ρητώς ότι οι συγκεκριμένες παροχές, υπό την ένδειξη «έκτακτες αμοιβές», θα καλύπτουν την οφειλόμενη υπερωριακή αμοιβή του ενάγοντος (ΕφΠειρ. 464/2021 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τον ως άνω, περί καταλογισμού στις απαιτήσεις του ενάγοντος για καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση στο ως άνω πλοίο, των ποσών που η πρώτη εναγομένη του κατέβαλε με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, έστω και σιωπηρώς με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένου κατά τούτο του δευτέρου λόγου έφεσης των εναγομένωνμε τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
VΙ. Με τις διατάξεις του άρθρου 33 των εφαρμοζομένων εν προκειμένω ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων, υπό του τίτλου «Δρομολόγια Εξπρές», προβλέπεται ότι, σε κάθε περίπτωση κατά τον καθορισμό, την έγκριση και την εκτέλεση των δρομολογίων, πρέπει να προνοείται, από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΕΝ και από τους πλοιοκτήτες, η παραμονή των πλοίων στο λιμάνι αφετηρίας τουλάχιστον έξι (6) ώρες πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο, προκειμένου να παρασχεθεί στον πλοίαρχο και το πλήρωμα ο αναγκαίος χρόνος ανάπαυσης, καθώς και προετοιμασίας του πλοίου για το επόμενο δρομολόγιο (παρ. 1). Αν κατ` εξαίρεση αυτό δεν καθίσταται δυνατόν ή αποφασίζεται και εκτελείται έκτακτο δρομολόγιο, καταβάλλεται στον πλοίαρχο και στο πλήρωμα πρόσθετη αμοιβή, όπως καθορίζεται στις επόμενες παραγράφους αυτού του άρθρου (παρ. 2). Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου τέτοια δρομολόγια (Express) για τα οποία καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα του πλοίου, η κατά την παρ. 7 πρόσθετη αμοιβή, θεωρούνται εκείνα για την εκτέλεση των οποίων το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού, κατά περίπτωση, πριν περάσουν τουλάχιστον έξι (6) ώρες από τον κατάπλου του πλοίου στο αντίστοιχο λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού. Για τον υπολογισμό της πρόσθετης αυτής αμοιβής, αθροίζονται οι ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου εβδομαδιαίως, δηλαδή προ της συμπληρώσεως 6 ωρών από της αφίξεως στο λιμάνι και το άθροισμα διαιρείται διά του αριθμού 8, το δε πηλίκον αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων, για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή. Όμως, σύμφωνα με τη παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ειδικά προκειμένου περί πλοίων τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή για τα πέραν των 5 δρομολογίων κάθε εβδομάδα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, του, κατά την προαναφερθείσα παρ. 2 προσδιορισμού. Για την πρόσθετη αυτή απασχόληση καταβάλλεται στον πλοίαρχο και στο πλήρωμα αμοιβή υπολογιζόμενη ως εξής: Εφόσον η διάρκεια του κυκλικού ταξιδιού (δηλαδή η μετάβαση στο λιμάνι ή τους λιμένας προορισμού και η επιστροφή στο λιμένα αφετηρίας) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, η αμοιβή είναι ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών (παρ. 7α). Εάν είναι μικρότερη των δώδεκα (12) ωρών είναι ίση προς το ήμισυ της, ως άνω προβλεπόμενης (παρ. 7β). Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι, καθόσον αφορά την προβλεπόμενη απ` αυτές πρόσθετη αμοιβή, αυτή καταβάλλεται εφόσον σε κάθε δρομολόγιο το πλοίο δεν παραμείνει τουλάχιστον έξι (6) ώρες στο λιμάνι αφετηρίας πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο. Κατά τη σαφή δε έννοια της παρ. 1 του άρθρου αυτού, δρομολόγιο νοείται το ταξίδι του πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής, δηλαδή το δρομολόγιο αρχίζει με τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας προς το λιμάνι (ή τα λιμάνια) προορισμού και λήγει με τον κατάπλου στο λιμάνι αφετηρίας. Η παραπάνω έννοια του δρομολογίου ταυτίζεται με εκείνη η οποία δίδεται και με το άρθρο 1 του Π.Δ. 814/1974 “περί καθορισμού κατηγοριών δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότητος δρομολογήσεως”, το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 170 του ΝΔ 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου», στο οποίο, το μεν δρομολόγιο νοείται ως “το κατά ημέρα και ώρα ιδιαίτερο ταξίδι προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής” (ΕΠ 71/2014 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), ο δε λιμένας αφετηρίας ως “ο λιμήν ή το σημείο εκκινήσεως και επανόδου του επιβατηγού πλοίου κατά την εκτέλεση του δρομολογίου του”. Η υποχρέωση δε εξάωρης παραμονής του πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας ορίζεται σαφώς ότι πρέπει να γίνεται “πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο”. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 33 των πιο πάνω Σ.Σ.Ν.Ε. δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση από εκείνη της παρ. 1, με την έννοια ότι το πλοίο πρέπει να παραμείνει έξι (6) ώρες τόσο στο λιμάνι αφετηρίας όσο και στο λιμάνι προορισμού. Δίδεται, όμως, η δυνατότητα, με τη διάταξη αυτή, παραμονής του πλοίου επί εξάωρο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρ. 1, είτε στο λιμάνι αφετηρίας είτε στο λιμάνι προορισμού, οπότε, στη δεύτερη περίπτωση, δρομολόγιο, για το οποίο θα καταβληθεί η πρόσθετη αμοιβή της παρ. 7, θεωρείται εκείνο για την εκτέλεση του οποίου το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι προορισμού πριν περάσουν έξι (6) τουλάχιστον ώρες από τον κατάπλου στο λιμάνι αυτό. Το ότι η αμοιβή που προβλέπεται στο άρθρο αυτό καταβάλλεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο δεν παρέμεινε στο λιμάνι επί έξι (6) ώρες σε κάθε πλήρες ταξίδι του, προκύπτει και από τον αναφερόμενο στην παρ. 7 τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, όπου ο υπολογισμός γίνεται ανάλογα με την πλήρη διάρκεια του ταξιδιού, δηλαδή από την αναχώρηση του πλοίου έως την επιστροφή του (Εφ.Πειρ.546/2016 ΕΝΔ 44.323). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο εκτελεί έως πέντε κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως, για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης πρόσθετης αμοιβής αθροίζονται οι ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου εβδομαδιαίως, δηλαδή προ της συμπληρώσεως έξι (6) ωρών από της αφίξεως στο λιμάνι και το άθροισμα διαιρείται διά του αριθμού 8, το δε πηλίκον αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων, για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή, εννοείται για τα δρομολόγια της εν λόγω εβδομάδας. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 6 του ίδιου ως άνω άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου δεν ισχύουν και δεν εφαρμόζονται σε ημερόπλοια, καθώς και σε πλοία τοπικών γραμμών, εκτός εάν τα πλοία αυτά εκτελούν δρομολόγια ή επεκτείνουν τα δρομολόγιά τους τις νυκτερινές ώρες, δηλαδή από 23.00 μέχρι 07.00 ώρας. Η παραπάνω έννοια της τοπικής γραμμής, ταυτίζεται με εκείνη η οποία δίδεται με το άρθρο 2 του προαναφερομένου Π.Δ. 814/1974 “περί καθορισμού κατηγοριών δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότητος δρομολογήσεως”, κατά το οποίο «Αι κατά την διάταξιν του άρθρου 170 παρ. 1 περίπτ. α`του Κώδικος κατηγορίαι δρομολογιακών γραμμών καθορίζονται ως κάτωθι: 1. Κύριαι δρομολογιακαί γραμμαί: Αι συνδέουσαι δύο (2) τουλάχιστον λιμένας, έχουσαι ως αφετήριον λιμένα τον Πειραιά και εκτεινόμεναι εις πλείονας του ενός Νομούς. 2. Δευτερεύουσαι δρομολογιακαί γραμμαί: Αι συνδέουσαι δύο (2) τουλάχιστον λιμένας, έχουσαι ως αφετήριον λιμένα έτερον του Πειραιώς και εκτεινόμεναι εις πλείονας του ενός Νομούς. 3. Τοπικαί δρομολογιακαί γραμμαί: Αι συνδέουσαι δύο (2) τουλάχιστον λιμένας, υπό τας κατωτέρω διακρίσεις: α) Αι εκτεινόμεναι εντός των ορίων του αυτού Νομού και επί αποστάσεως μέχρι τριών (3) ναυτικών μιλλίων. β) Αι εκτεινόμεναι εντός των ορίων του αυτού Νομού και επί αποστάσεως άνω των τριών (3) ναυτικών μιλλίων. γ) Αι εκτεινόμεναι εντός των ορίων του αυτού Νομού και επί αποστάσεως άνω των τριών (3) ναυτικών μιλλίων, υφισταμένης όμως παραλλήλως και κυρίας ή δευτερευούσης δρομολογιακής γραμμής, συνδεούσης εν όλω ή εν μέρει τους αυτούς λιμένας και δ) Η γραμμή Αργοσαρωνικού … 4. Ομοίως ως τοπικαί δρομολογιακαί γραμμαί θεωρούνται αι συνδέουσαι δύο (2) χερσαίας οδικάς αρτηρίας διακοπτομενας δια λωρίδος θαλάσσης εύρους μέχρι τριών (3) ναυτικών μιλλίων ή σημεία των ακτών της Ηπειρωτικής Ελλάδος μετά των έναντι νήσων, της αυτής ως ανωτέρω κατά μέγιστον αποστάσεως ανεξαρτήτως της υπαγωγής των συνδεομένων σημείων εις τα όρια του αυτού Νομού, εξυπηρετούσαι δε, κυρίως, την διακίνησιν οχήματων.». Με βάση, επομένως, την εν λόγω διάταξη, τοπική γραμμή είναι αυτή που δεν είναι κύρια ή δευτερεύουσα δρομολογιακή γραμμή και η οποία συνδέει δύο (2) τουλάχιστον λιμένες εντός των ορίων του αυτού Νομού. Εξάλλου, για την εφαρμογή της παραπάνω § 7, στο σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του δικαιούχου συμπεριλαμβάνεται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το ναυτικό εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά (ΜονΕφΠειρ. 317/2018, αδημ., ΜονΕφΠειρ. 265/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνυπολογίζονται, επομένως, ο μισθός ενέργειας, τα επιδόματα Κυριακών και βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, ο μέσος όρος της αμοιβής που καταβάλλεται τακτικά για επαναλαμβανόμενη υπερωριακή εργασία (ΤριμΕφΠειρ. 53/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 1/2003, ΕΝαυτΔ 2003/124), το επίδομα αδείας (ΜονΕφΠειρ. 317/2018, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 265/2016, ΜονΕφΠειρ. 51/2016, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και ο μέσος όρος των πρόσθετων αμοιβών που εισπράττει ο ναυτικός από τον εργοδότη του, αν αυτές του καταβάλλονται σταθερά και αδιαλείπτως κάθε μήνα (ΜονΕφΠειρ. 57/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ο.π.). Κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, στις μηνιαίες αποδοχές επί των οποίων υπολογίζεται η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή, περιλαμβάνονται και τα εορταστικά επιδόματα (δώρα), έστω κι αν κατά το άρθρο 14 της ως άνω ΣΣΝΕ καταβάλλονται «επ’ ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων, Νέου έτους και Πάσχα», εφόσον αυτά καταβάλλονται τακτικώς κάθε μήνα (όμοια ΕΠ 328/2023 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, Δ. Καμβύση, Ναυτεργατικό Δίκαιο 1977, σελ. 148). Τούτο βέβαια με την προϋπόθεση ότι δεν ζητείται όπως συνυπολογισθεί η αμοιβή για τη συμμετοχή σε δρομολόγια εξπρές και στα δώρα εορτών, καθόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση οδηγούμαστε σε αδιέξοδο, αφού για την ανεύρεση της αμοιβής των δρομολογίων εξπρές θα πρέπει να υπολογισθούν και τα δώρα εορτών, για την ανεύρεση του ύψους των οποίων (δώρων εορτών) πρέπει να προηγηθεί η ανεύρεση της πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές. Ο ενάγων, με την ένδικη αγωγή ισχυρίσθηκε ότι [Α] καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια του πρώτου των ανωτέρω πλοίων ήταν η πρώτη εναγομένη (α) στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεών του στο πλοίο αυτό, που διήρκησε από 3.1.2022 έως 5.2.2022 καθώς επίσης στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 14.2.2022 έως 12.5.2022 το πλοίο (ι) κατά τα χρονικά διαστήματα από 25.1.2022 έως 5.2.2022 και από 14.2.2022 έως 10.3.2022, εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιά – Σύρο – Μύκονο – Άγιο Κήρυκο – Φούρνους – Καρλόβασι – Βαθύ – Χίο – Οινούσσες – Μυτιλήνη, με επιστροφή, το οποίο διαρκούσε άνω των δώδεκα ωρών και προς εκτέλεση του δρομολογίου αυτού κάθε Τρίτη, με την άφιξή του στο λιμάνι του Πειραιά, αυτό (εν λόγω πλοίο) δεν παρέμενε στο λιμάνι επί έξι ώρες, αλλά αναχωρούσε πρόωρα κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, προς εκτέλεση του ανωτέρω δρομολογίου, καθώς επίσης ότι δεν παρέμενε επί έξι ώρες, προ της αναχωρήσεώς του για την επιστροφή του στο λιμάνι του Πειραιά, ούτε στο λιμάνι προορισμού, ήτοι στο λιμάνι της Μυτιλήνης και (β) εντός των ιδίων χρονικών διαστημάτων (από 25.1.2022 έως 5.2.2022 και από 14.2.2022 έως 10.3.2022), το ανωτέρω πλοίο, κατά τις ημέρες Τετάρτη και Σάββατο, με την άφιξή του στο λιμάνι της Μυτιλήνης (έχοντας προηγούμενα αποπλεύσει προς εκτέλεση του δρομολογίου Πειραιά – Σύρο – Μύκονο – Άγιο Κήρυκο – Φούρνους – Καρλόβασι – Βαθύ – Χίο – Οινούσσες – Μυτιλήνη, με επιστροφή), δεν παρέμενε στο λιμάνι της Μυτιλήνης επί εξάωρο, αλλά πρόωρα απέπλεε προς εκτέλεση προσθέτου κυκλικού δρομολογίου και δη απέπλεε τις ώρες και ημέρες που αναλυτικά αναφέρει στην αγωγή, από το λιμάνι της Μυτιλήνης, την ίδια ημέρα με την άφιξή του από τον Πειραιά με προορισμό το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ή της Καβάλας κατά περίπτωση και αφού επέστρεφε στο λιμάνι της Μυτιλήνης αναχωρούσε αυθημερόν με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά, χωρίς να παραμείνει στο λιμάνι επί έξι ώρες, η διάρκεια δε του εν λόγω κυκλικού δρομολογίου διαρκούσε άνω των δώδεκα ωρών. Συνολικά, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το πλοίο προς εκτέλεση του εν λόγω ενδιάμεσου δρομολογίου αναχώρησε πρόωρα επί (73,23 μείον 2,83=) 70,40 ώρες. Με βάση το ιστορικό αυτό εζήτησε όπως του επιδικασθεί ως πρόσθετη αμοιβή για (73,23 δια 8=) 9,15 δρομολόγια εξπρές, υπολογιζομένη για ένα έκαστο δρομολόγιο εξπρές σε ποσοστό 1/30 επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών του στις οποίες συμπεριέλαβε, πλην του μισθού ενεργείας, του επιδόματος Κυριακής, του μηνιαίου αντιτίμου τροφής, του επιδόματος βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, του επιδόματος Υποναυκλήρου, το μηνιαίο επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, τον κατά μήνα μέσο όρο αποζημίωσης υπερωριακής του απασχόλησης, τον ανά μήνα μέσο όρο επιδόματος άγονης γραμμής, τον ανά μήνα μέσο όρο αμοιβής του για συμμετοχή του σε εργασίες φορτοεκφόρτωσης και έχμασης οχημάτων, τον ανά μήνα μέσο όρο αμοιβής του που του καταβάλλονταν με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», καθώς και τη μηνιαία αναλογία του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και συνολικά το ποσό των ευρώ 2.130,30. (γ) Ισχυρίσθηκε επίσης ότι, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεών του στο πλοίο αυτό, που διήρκησε από 14.2.2022 έως 12.5.2022, καθώς επίσης στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 14.9.2022 έως 30.9.2022, το ως άνω πλοίο κατά τα χρονικά διαστήματα από 11.3.2022 έως 12.4.2022, από 2.5.2022 έως 12.5.2022 και από 14.9.2022 έως και 30.9.2022, το πλοίο αυτό, το οποίο δεν ήταν ημερόπλοιο, εκτελούσε κάθε εβδομάδα, με λιμάνι αφετηρίας το λιμάνι της Ραφήνας και με προορισμό τις Κυκλάδες, επτά κυκλικά δρομολόγια, διάρκειας άνω των δώδεκα ωρών, εκ των οποίων τα πέραν των πέντε δρομολογίων καθ’ εκάστη εβδομάδα, ήτοι τα δύο, ήταν δρομολόγια εξπρές και ότι συνολικά για 8,71 εβδομάδες των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων, εκτέλεσε 12,42 δρομολόγια εξπρές για τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του, στις οποίες συμπεριέλαβε όλες τις ανωτέρω επιμέρους αποδοχές του, εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 4.055,72. Ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι στα πλαίσια της πρώτης, δεύτερης και τρίτης των ως άνω ναυτολογήσεων στο πλοίο αυτό, καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, έλαβε ως αμοιβή για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ 447,53, αξίωσε ως υπόλοιπο πρόσθετης αμοιβής για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ 5.738,49. [Β] Καθόν χρόνο τον εφοπλισμό του πρώτου των ανωτέρω πλοίων είχε η δεύτερη εναγομένη – εργοδότριά του κατά το ίδιο διάστημα, ήτοι στα πλαίσια της ναυτολόγησής του στο πλοίο αυτό κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως 13.9.2022, το πλοίο, το οποίο δεν ήταν ημερόπλοιο, κατά τα χρονικά διαστήματα από 3.6.2022 έως 18.6.2022 και από 25.7.2022 έως και 3.9.2022, με λιμάνι αφετηρίας το λιμάνι της Ραφήνας και κατά τα χρονικά διαστήματα από 19.6.2022 έως 24.7.2022 και από 4.9.2022 έως 13.9.2022, με λιμάνι αφετηρίας του το λιμάνι του Πειραιά, εκτελούσε κάθε εβδομάδα επτά κυκλικά δρομολόγια, διάρκειας άνω των δώδεκα ωρών, εκ των οποίων τα πέραν των πέντε δρομολογίων καθ’ εκάστη εβδομάδα, ήτοι τα δύο, ήταν δρομολόγια εξπρές και ότι συνολικά, για 8,14 εβδομάδες καθόν χρόνο το λιμάνι αφετηρίας του ήταν η Ραφήνα και για 6,42 εβδομάδες καθόν χρόνο το λιμάνι αφετηρίας του ήταν το λιμάνι του Πειραιά, εκτέλεσε 16,28 και 12,84 δρομολόγια εξπρές, αντίστοιχα, για τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του στις οποίες συμπεριέλαβε, πλην του μισθού ενεργείας, του επιδόματος Κυριακής, του μηνιαίου αντιτίμου τροφής, του επιδόματος βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, του επιδόματος Υποναυκλήρου, το μηνιαίο επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, την κατά μήνα μέσο όρο αποζημίωση υπερωριακής του απασχόλησης, το ανά μήνα μέσο όρο επίδομα άγονης γραμμής, τον ανά μήνα μέσο όρο αμοιβής του για τη συμμετοχή του σε εργασίες φορτοεκφόρτωσης και έχμασης οχημάτων, τον ανά μήνα μέσο όρο αμοιβής του με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», καθώς και τη μηνιαία αναλογία του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, εδικαιούτο πρόσθετη αμοιβή συνολικά ποσού ευρώ 7.105,56, εκ του οποίου ποσού έλαβε μόνον το ποσό των ευρώ 2.199,81, με αποτέλεσμα να δικαιούται το υπόλοιπο ποσό των ευρώ 4.905,75. Και [Γ] καθόν χρόνο ήταν ναυτολογημένος στο δεύτερο των ως άνω πλοίων ήτοι από 30.9.2022 έως 21.10.2022 το πλοίο (ι) κατά τα χρονικά διαστήματα από 30.9.2022 έως 6.10.2022 και από 11.10.2022 έως 21.10.2022, εκτελούσε το δρομολόγιο …………….., με επιστροφή, το οποίο διαρκούσε άνω των δώδεκα ωρών και προς εκτέλεση του οποίου, το εν λόγω πλοίο κάθε Τρίτη, μετά την άφιξή του στο λιμάνι του Πειραιά, δεν παρέμενε σε αυτό (λιμάνι) επί έξι ώρες, αλλά αναχωρούσε πρόωρα, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, προς εκτέλεση του ανωτέρω δρομολογίου, καθώς επίσης ότι δεν παρέμενε ούτε στο λιμάνι προορισμού, ήτοι στο λιμάνι της Μυτιλήνης επί έξι ώρες και (ιι) εντός του ιδίου χρονικού διαστήματος, το ανωτέρω πλοίο, κατά τις ημέρες Τετάρτη και Σάββατο, με την άφιξή του στο λιμάνι της Μυτιλήνης (έχοντας προηγούμενα αποπλεύσει προς εκτέλεση του δρομολογίου ……………………., με επιστροφή, από το λιμάνι του Πειραιά), δεν παρέμενε στο λιμάνι της Μυτιλήνης επί εξάωρο, αλλά αναχωρούσε πρόωρα προς εκτέλεση προσθέτου κυκλικού δρομολογίου και δη απέπλεε τις ώρες και ημέρες που αναλυτικά αναφέρει στην αγωγή, από το λιμάνι της Μυτιλήνης, την ίδια ημέρα με την άφιξή του από τον Πειραιά με προορισμό το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ή της Καβάλας κατά περίπτωση, ως ειδικότερα στην αγωγή και επέστρεφε στο λιμάνι της Μυτιλήνης, οπότε και αναχωρούσε αυθημερόν χωρίς να παραμείνει στο λιμάνι αυτό επί έξι ώρες, με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά, το εν λόγω δε κυκλικό δρομολόγιο διαρκούσε άνω των δώδεκα ωρών. Επίσης, ισχυρίσθηκε ότι (ιιι) την ημέρα Παρασκευή, 7.10.2022, το πλοίο δεν παρέμεινε στο λιμάνι του Πειραιά επί έξι ώρες, αλλά αναχώρησε πρόωρα, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, προς εκτέλεση του ανωτέρω δρομολογίου Πειραιά – Σύρο – Μύκονο – Άγιο Κήρυκο – Φούρνους – Καρλόβασι – Βαθύ – Χίο – Οινούσσες – Μυτιλήνη, με επιστροφή και (ιv) το Σάββατο, 8.10.2022, με την άφιξή του στο λιμάνι της Μυτιλήνης (έχοντας προηγούμενα αποπλεύσει προς εκτέλεση δρομολογίου από το λιμάνι του Πειραιά), δεν παρέμεινε στο λιμάνι αυτό επί εξάωρο, αλλά αναχώρησε πρόωρα προς εκτέλεση προσθέτου κυκλικού δρομολογίου και δη απέπλευσε την ώρα που αναλυτικά αναφέρει στην αγωγή του, από το λιμάνι της Μυτιλήνης, την ίδια ημέρα με την άφιξή του από τον Πειραιά, με προορισμό το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και επέστρεψε στο λιμάνι της Μυτιλήνης, από το οποίο αναχώρησε αυθημερόν πρόωρα ήτοι χωρίς να παραμείνει στο λιμάνι αυτό επί έξι ώρες με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά, το εν λόγω δε κυκλικό δρομολόγιο διήρκησε άνω των δώδεκα ωρών. Συνολικά, κατά την αγωγή, το εν λόγω (δεύτερο των ενδίκων) πλοίο εκτέλεσε (3,89 + 0,65=) 4,54 εξπρές δρομολόγια. Με βάση το ιστορικό αυτό εζήτησε όπως του επιδικασθεί πρόσθετη αμοιβή για τα εν λόγω δρομολόγια εξπρές, ανερχομένη για έκαστο δρομολόγιο εξπρές σε ποσοστό 1/30 επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών του, στις οποίες συμπεριέλαβε πλην του μισθού ενεργείας, του επιδόματος Κυριακής, του μηνιαίου αντιτίμου τροφής, του επιδόματος βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, του επιδόματος Υποναυκλήρου, το μηνιαίο επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, την κατά μήνα μέσο όρο αποζημίωση υπερωριακής του απασχόλησης, το ανά μήνα μέσο όρο επίδομα άγονης γραμμής, τον ανά μήνα μέσο όρο αμοιβής του για συμμετοχή του σε εργασίες φορτοεκφόρτωσης και έχμασης οχημάτων, τον ανά μήνα μέσο όρο αμοιβής του με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» καθώς και μηνιαία αναλογία του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και δη αμοιβή εκ ποσού ευρώ (788,23 + 131,70 =) 919,93. Με την εκκαλουμένη απόφαση (ι) απορρίφθηκε ως αβάσιμο στην ουσία του το αίτημα του ενάγοντος περί επιδίκασης πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές τα οποία το εν λόγω πλοίο εκτέλεσε στα πλαίσια της πρώτης και δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων, όπως αυτά αναφέρονται παραπάνω στην περίπτωση [Α] (α), καθώς επίσης απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της και η αξίωση αυτού περί καταβολής πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές που εκτέλεσε το δεύτερο των ανωτέρω πλοίων, διότι κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, κατ’ ακριβή διατύπωση «δεν νοείται εξπρές δρομολόγιο με διαφορετικά λιμάνια αφετηρίας εντός της ίδιας εβδομάδας, αφού για τον υπολογισμό των δρομολογίων εξπρές, λαμβάνεται υπόψη το συγκεκριμένο λιμάνι ως λιμάνι αφετηρίας». Το αμέσως ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως πλήττεται από τον ενάγοντα με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, κατά το πρώτο του σκέλος, για κακή εκτίμηση αποδείξεων αλλά και εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ έτους 2022. Περαιτέρω, με την εκκαλουμένη απόφαση (ιι) όσον αφορά στα χρονικά διαστήματα από 11.3.2022 έως 12.4.2022, από 2.5.2022 έως 12.5.2022 και από 14.9.2022 έως και 30.9.2022, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, το πλοίο με λιμάνι αφετηρίας το λιμάνι της Ραφήνας, πραγματοποιούσε επτά κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως διάρκειας, εκάστο εξ αυτών, άνω των δώδεκα ωρών, εκ των οποίων τα δύο ήταν δρομολόγια εξπρές και συνολικά για 8,71 συνολικά εβδομάδες, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, αφού δέχθηκε ότι το πρώτο πλοίο εκτέλεσε 17,42 δρομολόγια εξπρές, δέχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων εδικαιούτο πρόσθετης αμοιβής για τη συμμετοχή του στα εν λόγω δρομολόγια, ανερχομένης αυτής (πρόσθετης αμοιβής) σε ποσοστό 1/30 για έκαστο εξ αυτών επί των τακτικών του αποδοχών, στις οποίες (τακτικές αποδοχές) συνυπολόγισε τον μισθό ενεργείας, το επίδομα Κυριακών, το μηνιαίο αντίτιμο τροφής, το μηνιαίο επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, το μηνιαίο επίδομα Υποναυκλήρου, το επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας και μέσο όρο μηνιαίως της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση το ποσό των ευρώ 2.284,73. Συνολικά, δέχθηκε ότι, ο ενάγων, για την εν λόγω αιτία, εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 2.891,37, από το οποίο αφήρεσε το ποσό των ευρώ 883,72, κατ’ αποδοχή ως βάσιμης στην ουσία της την περί μερικής καταβολής σχετικής ένστασης της πρώτης εναγομένης και επεδίκασε εν τέλει στον ενάγοντα, για την εν λόγω αιτία, το ποσό των ευρώ 2.007,65 και (ιιι) καθόν χρόνο τον εφοπλισμό του πρώτου πλοίου είχε η δεύτερη εναγομένη (α) όσον αφορά στα χρονικά διαστήματα από 3.6.2022 έως 18.6.2022 και από 25.7.2022 έως 3.9.2022, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα το πλοίο, με λιμάνι αφετηρίας το λιμάνι της Ραφήνας, πραγματοποιούσε επτά κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως, διάρκειας έκαστο εξ αυτών άνω των δώδεκα ωρών, εκ των οποίων τα δύο ήταν δρομολόγια εξπρές και συνολικά για 8,14 συνολικά εβδομάδες, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, αφού δέχθηκε ότι το πρώτο πλοίο εκτέλεσε 16,28 δρομολόγια εξπρές, δέχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων εδικαιούτο πρόσθετης αμοιβής, ανερχομένης σε ποσοστό 1/30 επί των τακτικών του αποδοχών για έκαστο εξ αυτών, στις οποίες (τακτικές αποδοχές) συνυπολόγισε τον μισθό ενεργείας, το επίδομα Κυριακών, το μηνιαίο αντίτιμο τροφής, το μηνιαίο επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, το μηνιαίο επίδομα Υποναυκλήρου, το επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας και μέσο όρο μηνιαίας υπερωριακής αμοιβής του ποσού ευρώ 3.083,28. Συνολικά, δέχθηκε ότι ο ενάγων για την εν λόγω αιτία εδικαιούτο το ποσό των ευρώ 3.135,37. Επίσης (β) όσον αφορά στα χρονικά διαστήματα από 19.6.2022 έως 24.7.2022 και από 4.9.2022 έως 13.9.2022, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα το πλοίο, με λιμάνι αφετηρίας το λιμάνι του Πειραιά, πραγματοποιούσε επτά κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως, διάρκειας έκαστο εξ αυτών άνω των δώδεκα ωρών, εκ των οποίων τα δύο ήταν δρομολόγια εξπρές και συνολικά για 6,42 συνολικά εβδομάδες, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, αφού δέχθηκε ότι το πρώτο πλοίο εκτέλεσε 12,84 δρομολόγια εξπρές, δέχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων εδικαιούτο πρόσθετης αμοιβής, ανερχομένης συνολικά στο ποσό των ευρώ 2.473,24. Εν τέλει, κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων, στα πλαίσια της ναυτολόγησής του στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη, εδικαιούτο για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ 5.609,09 και αφού αφήρεσε το ποσό των ευρώ 3.259,18, κατ’ αποδοχή ως βάσιμης στην ουσία της την περί μερικής καταβολής ένσταση των εναγομένων, επιδίκασε σε αυτόν (ενάγοντα), για την εν λόγω αιτία, το ποσό των ευρώ 2.349,91. Το αμέσως ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθό μέρος δηλαδή έγινε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της η ένδικη αγωγή και επιδικάσθηκε πρόσθετη αμοιβή για δρομολόγια εξπρές, ως ανωτέρω ειδικότερα αναλύεται, πλήττουν αμφότερες οι διάδικες πλευρές και δη ο ενάγων με τον δεύτερο λόγο της έφεσης του, κατά το δεύτερο σκέλος του, για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 33 παρ.7 των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω ΣΣΝΕ και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, εκ του λόγου ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον υπολογισμό της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής, στις τακτικές αποδοχές του δεν συνυπελόγισε τον ορθό μέσο όρο της υπερωριακής αμοιβής του, καθώς επίσης διότι δεν συμπεριέλαβε σε αυτές (τακτικές αποδοχές του) επί τη βάσει των οποίων υπελόγισε την εν λόγω πρόσθετη αμοιβή του, το επίδομα άγονης γραμμής, την αμοιβή του για έχμαση και φορτοεκφόρτωση των οχημάτων, την αμοιβή η οποία του καταβάλλονταν με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» και τον μέσο όρο των επιδομάτων εορτών, αν και οι αποδοχές αυτές του καταβάλλονταν σταθερώς και αδιαλείπτως κάθε μήνα. Οι εναγόμενες, ομοίως πλήττουν το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως με τον έκτο λόγο έφεσής τους, ισχυριζόμενες ότι ο ενάγων κανένα ποσό δεν δικαιούται για την εν λόγω αιτία, αφού η εν λόγω αμοιβή υπολογίσθηκε εσφαλμένα από την εκκαλουμένη απόφαση, επί τη βάσει, συμπεριληφθέντος σ’ αυτή μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του ενάγοντος για υπερωριακή αυτού απασχόληση, κρίση που πλήττεται και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αφού στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ελήφθη υπόψη εσφαλμένως και το επίδομα αδείας, αν και αυτό δεν πρόκειται για παροχή που καταβάλλεται πάγια και σταθερά κάθε μήνα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εναγόμενες, μόνες έχουσες έννομο συμφέρον δεν έπληξαν ειδικώς το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης ως προς τον αριθμό των δρομολογίων εξπρές που σύμφωνα με την εκκαλουμένη απόφαση εκτέλεσε το εν λόγω πλοίο κατά τα ανωτέρω επίδικα χρονικά διαστήματα. Επίσης, ο ενάγων δεν έπληξε την εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος έκανε δεκτή στο σύνολό της την περί μερικής καταβολής ένσταση των εναγομένων. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι [Ι] καθόν χρόνο την πλοιοκτησία του πρώτου των ενδίκων πλοίων C, είχε η πρώτη εναγομένη: (α) κατά τη διάρκεια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων το πλοίο αυτό, την 24.1.2022, μετά την άφιξή του στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 19.45, αφού είχε εκτελέσει το δρομολόγιο Πειραιάς – Σύρος – Τήνος – Μύκονος – Τήνος – Σύρος – Πειραιάς, παρέμεινε σε αυτό έως την επομένη ημέρα 25.1.2022, οπότε απέπλευσε ώρα 16.00, προς εκτέλεση νέου δρομολογίου. Ως εκ τούτου, τυγχάνει αβάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι την 25.1.2022, το εν λόγω πλοίο απέπλευσε από το λιμάνι ώρα 16.00, αφού είχε καταπλεύσει σε αυτό ώρα 12.50 της ίδιας ημέρας και εκ του λόγου τούτου εδικαιούται πρόσθετη αμοιβή δρομολογίου εξπρές. Όμοια κρίνοντας η εκκαλουμένη απόφαση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά το νόμο εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου κατά τούτο του περί του αντιθέτου δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος. Περαιτέρω, πράγματι απεδείχθη ότι το εν λόγω πλοίο την ημέρα Τρίτη, 1.2.2022, αφού κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 12.50, έχοντας εκτελέσει το δρομολόγιο «……………………..», απέπλευσε εκ νέου από το λιμάνι αυτό, ώρα 16.00, ήτοι προ της συμπληρώσεως έξι ωρών, κατά δύο ώρες και 50 λεπτά, ήτοι κατά 2,83 ώρες. Επίσης, (β) κατά τη διάρκεια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων το ίδιο πλοίο [C], την 15.2.2022, 22.2.2022, 1.3.2022 και 8.3.2022, ημέρα Τρίτη, αφού κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 12.50 καθ’ εκάστη των ανωτέρω ημερών, έχοντας εκτελέσει το δρομολόγιο «………………..ιά», απέπλευσε εκ νέου από το λιμάνι αυτό, την ίδια ημέρα και ώρα 16.00, ήτοι προ της συμπληρώσεως έξι ωρών, κατά δύο ώρες και 50 λεπτά ήτοι 2,83 ώρες και συνολικά απέπλευσε κατά τις ανωτέρω ημέρες πρόωρα κατά (2,83 επί 4=) 11,32 ώρες. Επιπλέον, όπως αποδεικνύεται από τη με αριθμό πρωτοκόλλου 2251.1-1/73403/21 από 7.10.2021 «Ανακοίνωση Δήλωσης Τακτικής Δρομολόγησης Ε/Γ-Ο/Γ «Χ» δρομολογιακής περιόδου 2021 – 2022» του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, την οποία προσκομίζει ο ενάγων, από την 1/11/2021 έως την 31/10/2022 το εν λόγω πρώτο πλοίο, ήταν δρομολογημένο στις ακόλουθες ακτοπλοϊκές γραμμές: (α) Ραφήνα – Άνδρος – Τήνος – Μύκονος – Πάρος -Νάξος – ‘Ιος -Θήρα – με επιστροφή, (β) Ραφήνα – Άνδρος – Τήνος – Μύκονος – Πάρος -Νάξος – Πάρος – Πειραιά, (γ) Πειραιάς – Θήρα – Ίος – Νάξος – Πάρος – Μύκονος – Τήνος – Άνδρος – Ραφήνα, (δ) Πειραιάς – Πάρος -Νάξος – Θήρα, με επιστροφή, (ε) Πειραιάς – Σύρος – Τήνος – Μύκονος – Εύδηλος – Καρλόβασι – Βαθύ, με επιστροφή, (στ) Πειραιάς – Σύρος – Μύκονος – Άγιο Κήρυκο – Φούρνοι – Καρλόβασι – Βαθύ, με επιστροφή, και (ζ) Πειραιάς – Σύρος – Τήνος – Μύκονος – Εύδηλος – Φούρνοι – Καρλόβασι – Βαθύ, με επιστροφή. Απεδείχθη, επίσης ότι, το ίδιο πλοίο, κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2022 έως 5.2.2022 στα πλαίσια της πρώτης ως άνω ναυτολογήσεως του ενάγοντος σε αυτό, αλλά και ακολούθως, κατά το χρονικό διάστημα από 14.2.2022 έως και 10.3.2022 στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων, κάθε Τετάρτη, έχοντας αποπλεύσει από το λιμάνι του Πειραιά ημέρα Τρίτη και ώρα 16.00 προς εκτέλεση του εγκεκριμένου ως άνω τακτικού δρομολογίου «………………., με επιστροφή», με την άφιξή του (την ημέρα Τετάρτη) στο λιμάνι Βαθύ [και όχι στο λιμάνι της Μυτιλήνης, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων με την αγωγή του] ώρα 12.30, αναχωρούσε αυθημερόν, πρόωρα, δηλαδή προ της παρελεύσεως έξι ωρών και δη ώρα 03.10, προς πραγματοποίηση του δρομολογίου «…………..α, με επιστροφή» που δεν ήταν τοπικό δρομολόγιο και αφού κατέπλεε στο λιμάνι της Καβάλας ώρα 17.45 της ημέρας Τετάρτης, απέπλεε αυθημερόν ώρα 21.30 και κατέπλεε, με την ολοκλήρωση του τελευταίου αυτού δρομολογίου στο λιμάνι Βαθύ [και όχι στο λιμάνι της Μυτιλήνης, όπως ισχυρίζεται με την αγωγή του], την επομένη ημέρα Πέμπτη και ώρα 11.45, απ’ όπου απέπλεε αυθημερόν ώρα 12.30, προ της παρελεύσεως δηλαδή έξι ωρών από την άφιξή του, με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά, όπου κατέπλεε, αφού προσέγγιζε τους ίδιους ως άνω λιμένες [της δρομολογιακής γραμμής Πειραιάς – Σύρος – Μύκονος – Άγιο Κήρυκο – Φούρνοι – Καρλόβασι] με αντίστροφη φορά, ώρα 22.50, της ίδιας ημέρας (Πέμπτης). Επίσης, απεδείχθη ότι, το ίδιο (πρώτο των ενδίκων) πλοίο, κάθε Σάββατο, έχοντας αποπλεύσει από το λιμάνι του Πειραιά ημέρα Παρασκευή και ώρα 15.00 προς εκτέλεση του τακτικού δρομολογίου «………………, με επιστροφή», με την άφιξή του την ίδια ημέρα (Σάββατο) στο λιμάνι Βαθύ [και όχι στο λιμάνι της Μυτιλήνης, όπως ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του] ώρα 01.10, αναχωρούσε την ίδια ημέρα, ώρα 01.55 ήτοι πρόωρα, δηλαδή προ της παρελεύσεως έξι ωρών, προς πραγματοποίηση του δρομολογίου «Βαθύ – Χίος –Μυτιλήνη – Λήμνος – Θεσσαλονίκη, με επιστροφή» που δεν ήταν τοπικό δρομολόγιο και αφού κατέπλεε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης ώρα 17.50 της ίδιας ημέρας (Σαββάτου), απέπλεε αυθημερόν ώρα 21.00 και κατέπλεε, με την ολοκλήρωση του τελευταίου αυτού δρομολογίου, στο λιμάνι Βαθύ την επομένη ημέρα Κυριακή και ώρα 12.50, απ’ όπου απέπλεε αυθημερόν ώρα 13.35, προ δηλαδή της παρελεύσεως έξι ωρών από την άφιξή του, με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά, όπου κατέπλεε, αφού προσέγγιζε τους ίδιους ως άνω λιμένες [της δρομολογιακής γραμμής Πειραιάς – Σύρος – Μύκονος – Εύδηλος – Φούρνοι – Καρλόβασι] με αντίστροφη φορά, ώρα 23.55 της ίδιας ημέρας. Η πρώτη εναγομένη, δεν αμφισβήτησε την εκτέλεση των προαναφερομένων δρομολογίων [κάθε Τετάρτη «Βαθύ – Χίος – Οινούσσες – Μυτιλήνη – Λήμνος – Καβάλα, με επιστροφή» και κάθε Σάββατο «Βαθύ – Χίος –Μυτιλήνη – Λήμνος – Θεσσαλονίκη, με επιστροφή»], καθώς επίσης δεν αμφισβήτησε και τους χρόνους απόπλου και κατάπλου του πλοίου που αναφέρει ο ενάγων στην ένδικη αγωγή του, αλλά με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι το δρομολόγιο που εκτελούσε το ανωτέρω πλοίο, με τον απόπλου αυτού από το λιμάνι του Πειραιά ημέρα Τρίτη και ώρα 16.00, καθώς επίσης ημέρα Παρασκευή και ώρα 15.00 έως του κατάπλου αυτού στο λιμάνι του Πειραιά, ημέρα Πέμπτη και ώρα 22.50 και ημέρα Κυριακή και ώρα 23.55, αντίστοιχα, ήταν ένα ενιαίο δρομολόγιο με μοναδικό λιμάνι αφετηρίας αυτό του Πειραιά. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατό στο ίδιο δρομολόγιο κατά την αυτή χρονική περίοδο να υφίστανται δύο λιμάνια αφετηρίας. Εν τούτοις, εν προκειμένω από τα ως άνω έγγραφα που προσεκόμισε ο ενάγων, απεδείχθη ότι, κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα, στο ανωτέρω πλοίο είχαν ανατεθεί, με τις προαναφερόμενες διοικητικές πράξεις και αυτό εξυπηρετούσε, τις ανωτέρω υπό στοιχεία (α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ) και (ζ) επτά κύριες και δευτερεύουσες δρομολογιακές γραμμές, ήτοι γραμμές συνδέουσες δύο (2) τουλάχιστον λιμένες, έχουσες ως αφετήριο λιμένα τον Πειραιά ή αυτό της Ραφήνας, κατά περίπτωση και εκτεινόμενες σε πλείονες του ενός Νομούς (άρθρο 2 περ. 1 του άρθρου 2 του ΠΔ 814/1974) και δη τις δρομολογιακές γραμμές (α) Ραφήνα – Άνδρος – Τήνος – Μύκονος – Πάρος -Νάξος – ‘Ιος -Θήρα – με επιστροφή, (β) Ραφήνα – Άνδρος – Τήνος – Μύκονος – Πάρος -Νάξος – Πάρος – Πειραιά, (γ) Πειραιάς – Θήρα – Ίος – Νάξος – Πάρος – Μύκονος – Τήνος – Άνδρος – Ραφήνα, (δ) Πειραιάς – Πάρος -Νάξος – Θήρα, με επιστροφή, (ε) Πειραιάς – Σύρος – Τήνος – Μύκονος – Εύδηλος – Καρλόβασι – Βαθύ, με επιστροφή, (στ) Πειραιάς – Σύρος – Μύκονος – Άγιο Κήρυκο – Φούρνοι – Καρλόβασι – Βαθύ, με επιστροφή, και (ζ) Πειραιάς – Σύρος – Τήνος – Μύκονος – Εύδηλος – Φούρνοι – Καρλόβασι – Βαθύ, με επιστροφή. Τα λιμάνια αφετηρίας των εν λόγω δρομολογίων ήταν κατά περίπτωση το λιμάνι της Ραφήνας ή το λιμάνι του Πειραιά, το δε λιμάνι προορισμού στις ενδιαφέρουσες εν προκειμένω υπό στοιχεία (ε), (στ) και (ζ) ως άνω δρομολογιακές γραμμές ήταν το λιμάνι Βαθύ της Σάμου. Παράλληλα, δεν περιλαμβάνονταν ως λιμάνια προσεγγίσεως των εν λόγω δρομολογιακών γραμμών τα λιμάνια Χίος – Οινούσσες – Μυτιλήνη – Λήμνος – Καβάλα και Θεσσαλονίκη. Η πρώτη εναγομένη (δοθέντος ότι τα εν λόγω δρομολόγια αφορούν σε χρονική περίοδο που αυτή ήταν πλοιοκτήτρια του πλοίου), προς αντίκρουση των ισχυρισμών του ενάγοντος, δεν προσεκόμισε αντίστοιχες εγκριτικές πράξεις εκτέλεσης από το ανωτέρω (πρώτο) πλοίο της τακτικού δρομολογίου με λιμάνι αφετηρίας τον Πειραιά και λιμάνια προσέγγισης τους ως άνω λιμένες «Χίος – Οινούσσες – Μυτιλήνη – Λήμνος – Καβάλα και Χίος – Οινούσσες – Μυτιλήνη – Λήμνος -Θεσσαλονίκη». Παράλληλα, από τις προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα (α) με αριθμό πρωτ. 2252.1.3.08/4842/22 από 25.1.2022 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Λ.Λ.Π.Ν.Ε. με θέμα «Τροποποίηση περιόδου Ακινησίας Ε/Γ-Ο/Γ «Μ» και της περιόδου αντικατάστασής του από το Ε/Γ-Ο/Γ «Χ», (β) με αριθμό πρωτ. 2252.1.3.08/7582/22 από 3.2.2022 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Λ.Λ.Π.Ν.Ε. με θέμα «Τροποποίηση περιόδου Ακινησίας Ε/Γ-Ο/Γ «Μ» και της περιόδου αντικατάστασής του από το Ε/Γ-Ο/Γ «Χ» και (γ) με αριθμό πρωτ. 2252.1.3.08/14521/22 από 28.2.2022 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Λ.Λ.Π.Ν.Ε. με θέμα «Αντικατάσταση Ε/Γ-Ο/Γ Μ από το Ε/Γ-Ο/Γ «Χ», απεδείχθη ότι, η εξυπηρέτηση των δρομολογιακών γραμμών «……….και επιστροφή», «………….και επιστροφή» και «………… και επιστροφή», κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2022 έως και 10.3.2022, είχε ανατεθεί στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων Μ, πλοιοκτησίας ομοίως της πρώτης εναγομένης δυνάμει (α) της με αριθμό ………/26.2.2021 και (β) της με αριθμό …………./26.2.2021 σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας. Αφού δρομολόγιο, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 33 των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω ΣΣΝΕ, ορίζεται το ταξίδι του πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής, δηλαδή το δρομολόγιο αρχίζει με τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας προς το λιμάνι προορισμού και λήγει με τον κατάπλου στο λιμάνι αφετηρίας, το εν θέματι (πρώτο των ενδίκων) πλοίο εκτελούσε προς εξυπηρέτηση των ανωτέρω δρομολογιακών γραμμών, πλείονα του ενός δρομολόγια, η αφετηρία των οποίων διέφερε ανάλογα με το ποία δρομολογιακή γραμμή εξυπηρετείτο κάθε φορά. Κατά συνέπεια, το δρομολόγιο «………» καθώς επίσης και το δρομολόγιο «…………», είχε ως λιμάνι αφετηρίας το λιμάνι Βαθύ. Το γεγονός ότι τα ανωτέρω δρομολόγια [……………], το εν λόγω (πρώτο) πλοίο, εκτελούσε μετά την άφιξή του στο λιμάνι προορισμού στα πλαίσια δρομολογίου προς εκτέλεση κάποιας από τις (ε), (στ) και (ζ) ως άνω κύριες δρομολογιακές γραμμές που είχαν εγκριθεί και εκτελούσε το εν λόγω (πρώτο) πλοίο και πριν την επιστροφή του στο λιμάνι αφετηρίας αυτού του δρομολογίου, δεν καθιστούν τα λιμάνια …………., ενδιάμεσα λιμάνια του δρομολογίου της κύριας δρομολογιακής γραμμής σε εκτέλεση της οποίας το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι Βαθύ τις ανωτέρω ημέρες Τετάρτη και Σάββατο ως λιμάνι προορισμού με λιμένα αφετηρίας τον Πειραιά, διότι, όπως απεδείχθη και αναφέρεται ανωτέρω, οι εν λόγω λιμένες (………………..) δεν περιλαμβάνονταν στις ως άνω εγκεκριμένες κύριες υπό στοιχεία (ε), (στ) και (ζ) δρομολογιακές γραμμές. Τούτο αφού, όπως αναφέρεται και στην οικεία σκέψη της παρούσας, η έννοια του δρομολογίου της παρ. 1 του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, ταυτίζεται με εκείνη η οποία δίδεται με το άρθρο 1 του Π.Δ. 814/1974 “περί καθορισμού κατηγοριών δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότητος δρομολογήσεως”, το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 170 του ΝΔ 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου», κατά τις οποίες, το δρομολόγιο νοείται ως “το κατά ημέρα και ώρα ιδιαίτερο ταξίδι προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής”. Κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, ο σκοπός της θέσπισης του άρθρου 33 της ανωτέρω ΣΣΝΕ, όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της παραγράφου 1 αυτού, κατά το οποίο «σε κάθε περίπτωση κατά τον καθορισμό, την έγκριση και την εκτέλεση των δρομολογίων, πρέπει να προνοείται, από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΕΝ και από τους πλοιοκτήτες, η παραμονή των πλοίων στο λιμάνι αφετηρίας τουλάχιστον έξι (6) ώρες πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο, προκειμένου να παρασχεθεί στον πλοίαρχο και το πλήρωμα ο αναγκαίος χρόνος ανάπαυσης, καθώς και προετοιμασίας του πλοίου για το επόμενο δρομολόγιο (παρ. 1).», είναι η χορήγηση ικανού χρόνου ανάπαυσης στον Πλοίαρχο του πλοίου και στο πλήρωμά του, για λόγους ασφαλείας. Η παροχή πρόσθετης αμοιβής στον ναυτικό, κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου της εν λόγω ΣΣΝΕ προβλέπεται μόνον «Αν κατ` εξαίρεση αυτό δεν καθίσταται δυνατόν ή αποφασίζεται και εκτελείται έκτακτο δρομολόγιο, καταβάλλεται στον πλοίαρχο και στο πλήρωμα πρόσθετη αμοιβή, όπως καθορίζεται στις επόμενες παραγράφους αυτού του άρθρου.». Ως εκ τούτου, απεδείχθη ότι, το ανωτέρω πλοίο, μετά την άφιξή του στο λιμάνι Βαθύ [και όχι στο λιμάνι Μυτιλήνης κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς] ως λιμάνι προορισμού της εκάστοτε εκ των υπό στοιχείο (ε), (στ) και (ζ) δρομολογιακών γραμμών εκτελούμενης από το πλοίο δρομολογιακής γραμμής, δεν παρέμενε στο λιμάνι Βαθύ, λιμάνι αφετηρίας των ανωτέρω δύο δρομολογιακών γραμμών [………..], προ της εξυπηρέτησης αυτών των τελευταίων δρομολογιακών γραμμών, τουλάχιστον έξι ώρες προ τον απόπλου (για την εκτέλεση αυτών), προκειμένου να παρασχεθεί στον Πλοίαρχο και το πλήρωμα αυτού ο αναγκαίος χρόνος ανάπαυσης, καθώς και προετοιμασίας του πλοίου για το επόμενο δρομολόγιο, με αποτέλεσμα να κρίνεται ότι ο ενάγων δικαιούται πρόσθετης αμοιβής (πρβλ. ΕΠ 34/2018 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιά) η οποία θα πρέπει να υπολογισθεί, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 33 της ανωτέρω ΣΣΝΕ, όπως αξιώνει και ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, ήτοι το πλοίο δεν εκτελούσε τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας των εν λόγω δρομολογίων […………………], ήτοι το λιμάνι Βαθύ. Κατόπιν των ανωτέρω, έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση στην εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, καθώς επίσης και στην εκτίμηση των αποδείξεων, απορρίπτοντας αυτήν ως αβάσιμη στην ουσία της καθό μέρος ο ενάγων αξιώνει καταβολή πρόσθετης αμοιβής για τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα δρομολόγια και πρέπει, γενομένου δεκτού του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου της ένδικης έφεσης του ενάγοντος, να εξαφανισθεί κατά τούτο και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει την ένδικη υπόθεση, πρέπει να δικάσει αυτή περαιτέρω στην ουσία της (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, το εν λόγω (πρώτο των ενδίκων) πλοίο, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα (από 25.1.2022 έως 5.2.2022 και από 14.2.2022 έως 10.3.2022), εκτελούσε ακτοπλοϊκά (κυκλικά) δρομολόγια, διάρκειας μεγαλύτερης των δώδεκα [12] ωρών, με αφετηρία το λιμάνι Βαθύ, αφού την ημέρα Τετάρτη αναχωρούσε από το λιμάνι αυτό (Βαθύ) προς εκτέλεσε του δρομολογίου «………….» ώρα 03.10 και κατέπλεε στο ίδιο λιμάνι ώρα 11.45 της επομένης ημέρας Πέμπτης και με αφετηρία το λιμάνι Βαθύ την ημέρα Σάββατο, αναχωρούσε από το λιμάνι αυτό (Βαθύ) προς εκτέλεσε του δρομολογίου «………………………….» ώρα 01.55 και κατέπλεε στο ίδιο λιμάνι (Βαθύ) ώρα 12.50 της επομένης ημέρας Κυριακής, λιγότερα από πέντε (5) εβδομαδιαίως (περίπτωση που ρυθμίζεται από τη διάταξη της § 3 του ως άνω άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ), όπως αυτά περιγράφονται με λεπτομέρεια ανωτέρω και αναχωρούσε, προς εκτέλεση δρομολογίου για την εξυπηρέτηση των ανωτέρω δύο δρομολογιακών γραμμών [………….] πρόωρα, ήτοι προ της συμπληρώσεως έξι (6) ωρών από την άφιξή του στο ανωτέρω λιμάνι Βαθύ και συγκεκριμένα (α) την 26.1.2022 και 2.2.2022, ημέρα Τετάρτη, το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι Βαθύ ώρα 12.30 και απέπλευσε προς εκτέλεση του ως άνω δρομολογίου «……………….., με επιστροφή», ώρα 03.10, ήτοι καθ’ εκάστη των ανωτέρω ημερών αναχώρησε πρόωρα κατά τρεις ώρες και είκοσι λεπτά, ήτοι κατά 3,33 ώρες και συνολικά πραγματοποίησε (3,33 επί 2=) 6,66 ώρες πρόωρης αναχώρησης, [β] την 29.1.2022 και 5.2.2022, ημέρα Σάββατο το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι Βαθύ ώρα 01.10 καθ’ εκάστη και απέπλευσε προς εκτέλεση του ως άνω δρομολογίου «…………………, με επιστροφή, ώρα 01.55 καθ’ εκάστη, ήτοι πρόωρα κατά πέντε ώρες και 15 λεπτά, ήτοι κατά 5,25 ώρες, πραγματοποιώντας συνολικά (5,25 επί 2=) 10,50 ώρες πρόωρης αναχώρησης, [γ] την 16.2.2022, 23.2.2022, 2.3.2022 και 9.3.2022, ημέρα Τετάρτη, το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι Βαθύ ώρα 12.30 και απέπλευσε προς εκτέλεση του ως άνω δρομολογίου «…………, με επιστροφή», ώρα 03.10, ήτοι καθ’ εκάστη των ανωτέρω ημερών αναχώρησε πρόωρα κατά τρεις ώρες και είκοσι λεπτά, ήτοι κατά 3,33 ώρες και συνολικά πραγματοποίησε (3,33 επί 4=) 13,32 ώρες πρόωρης αναχώρησης και [δ] την 19.2.2022, 26.2.2022 και 5.3.2022, ημέρα Σάββατο, το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι Βαθύ ώρα 01.10 καθ’ εκάστη και απέπλευσε προς εκτέλεση του ως άνω δρομολογίου «…………….., με επιστροφή, ώρα 01.55 καθ’ εκάστη, ήτοι πρόωρα κατά πέντε ώρες και 15 λεπτά, ήτοι κατά 5,25 ώρες, πραγματοποιώντας συνολικά (5,25 επί 3=) 15,75 ώρες πρόωρης αναχώρησης. Συνολικά, το ανωτέρω πλοίο, στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος στο πλοίο αυτό, οπότε πλοιοκτήτρια αυτού και εργοδότρια του ενάγοντος ήταν η πρώτη εναγομένη, πραγματοποίησε συνολικά, ως αναλύεται ανωτέρω (2,83 + 10,00 + 10,50=) 23,33 ώρες πρόωρης αναχώρησης, οι οποίες αναλογούν σε (23,33 /8=) 2,92 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) δρομολόγια εξπρές, διάρκειας μεγαλύτερης των δώδεκα [12] ωρών. Κατά συνέπεια, ο ενάγων δικαιούται ως πρόσθετη αμοιβή, για τα ως άνω δρομολόγια εξπρές που το εν λόγω (πρώτο) πλοίο εκτέλεσε στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με βάση τις τακτικές αποδοχές αυτού στα πλαίσια της ίδιας (πρώτης) ναυτολογήσεώς του το ποσό των ευρώ [μισθός ενεργείας 1.283,19 € + επίδομα Κυριακών 282,30 € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,45 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 458,69 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής για την έχμαση οχημάτων 245,02 € {(227,79 + 49,90=) 277,69 δια 34 επί 30=} + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές 18,40 € {(17,49 + 3,37=) 20,86 δια 34 επί 30=} + μέσος όρος μηνιαίας αναλογίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης 1.206,62 € (1.367,50 δια 34 επί 30=) =] 4.164,81 επί 1/30 επί 2,92 δρομολόγια=} 405,37. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τα αναφέρομενα στην οικεία νομική σκέψη, στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος περιλαμβάνεται και το επίδομα αδείας, αφού αυτό καταβάλλονταν στον ενάγοντα σταθερά κάθε μήνα όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις μισθοδοσίας του, όπως επίσης, για τον ίδιο λόγο, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος προς υπολογισμό της εν λόγω αμοιβής του, η αμοιβή αυτού που του καταβάλλονταν σταθερά και αδιαλείπτως κάθε μήνα με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», αλλά και η αμοιβή αυτού για έχμαση οχημάτων, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων. Αντίθετα, από τις αποδείξεις μισθοδοσίας δεν απεδείχθη, ότι στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος στο πρώτο πλοίο, καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, καταβάλλονταν σε αυτόν (ενάγοντα), σταθερώς και αδιαλείπτως κάθε μήνα, αμοιβή για δρομολόγια άγονης γραμμής. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω αποδείξεις και για τις ανωτέρω αιτίες ο ενάγων, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο πρώτο πλοίο, οπότε πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, πραγματοποίησε συνολικά, ως ανωτέρω αναλύεται (11,32 + 20,00 + 15,75 =) 47,07 ώρες πρόωρης αναχώρησης, οι οποίες αναλογούν σε (47,07 /8=) 5,88 δρομολόγια εξπρές, διάρκειας μεγαλύτερης των δώδεκα [12] ωρών. Επιπλέον, όπως ο ενάγων ισχυρίσθηκε και κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένη απόφασης, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων κατά τα χρονικά διαστήματα από 11.3.2022 έως 12.4.2022 και από 2.5.2022 έως 12.5.2022, το ως άνω πρώτο πλοίο, το οποίο δεν ήταν ημερόπλοιο, είχε καθημερινές τακτικές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας και δη το λιμάνι της Ραφήνας προς τις Κυκλάδες, με επιστροφή, πραγματοποιώντας επτά κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως, διάρκειας εκάστου άνω των δώδεκα ωρών. Το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης δεν πλήττεται ειδικώς υπό της πρώτης εναγομένης, μόνης έχουσας έννομο συμφέρον, με τον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της. Κατά συνέπεια, όπως έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση, τα δύο εκ των ανωτέρω επτά συνολικά εβδομαδιαίως κυκλικά δρομολόγια που εκτέλεσε το ανωτέρω πλοίο κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα θεωρούνται δρομολόγια εξπρές, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 5 και 7 του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών πλοίων. Κατά τα εν λόγω χρονικά διαστήματα από 11.3.2022 έως 12.4.2022 και από 2.5.2022 έως 12.5.2022, ήτοι διάστημα 33 ημερών και 11 ημερών αντίστοιχα δηλαδή διάστημα (33 + 11 = 44 δια 7=) έξι εβδομάδων και δύο ημερών ήτοι 6,28 εβδομάδων, όπως ισχυρίσθηκε ο ενάγων και δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται ειδικώς από την μόνη έχουσα έννομο συμφέρον πρώτη εναγομένη, το πλοίο πραγματοποίησε [6,28 επί 2=] 12,56 δρομολόγια εξπρές. Συνολικά, επομένως, κατά τη διάρκεια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος στο πρώτο των εν λόγω πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, ο ενάγων, για τους λεπτομερώς αναφερομένους ως άνω λόγους δικαιούται πρόσθετης αμοιβής για (5,88 + 12,56=) 18,44 δρομολόγια εξπρές, διάρκειας μεγαλύτερης των δώδεκα [12] ωρών. Κατά συνέπεια, ο ενάγων δικαιούται ως πρόσθετη αμοιβή, για τα δρομολόγια εξπρές που το εν λόγω (πρώτο) πλοίο εκτέλεσε στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων οπότε εργοδότρια του ενάγοντος ήταν η πρώτη εναγομένη, με βάση τις τακτικές αποδοχές αυτού στα πλαίσια της ίδιας (δεύτερης) ναυτολογήσεως στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων καθό χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, το ποσό των ευρώ [μισθός ενεργείας 1.283,19 € + επίδομα Κυριακών 282,30 € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,45 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 458,69 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής για την έχμαση οχημάτων 369,78 € {(209,69 + 363,24 + 387,33 + 124,43 =) 1.084,69 δια 88 επί 30=}, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία αξιώνει όπως συνυπολογισθεί το ποσό των ευρώ 283,26 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές 42,51 € {(14,47 + 36,70 + 58,16 + 15,38 =) 124,71 δια 88 επί 30=}, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία αξιώνει όπως συνυπολογισθεί το ποσό των ευρώ 30,69 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαία αναλογία αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη 1.659,92 € (4.869,10 δια 88 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 3.174,22 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του λόγου αυτού, ούτε το ποσό των ευρώ 1.901,55, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης =] 4.668,64 επί 1/30 επί 18,44 δρομολόγια=} 2.869,66 (κατόπιν στρογγυλοποίησης). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος περιλαμβάνεται και το επίδομα αδείας, αφού τέτοια αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα σταθερά κάθε μήνα, απορριπτομένου κατά τούτο του έκτου λόγου έφεσης των εναγομένων, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις μισθοδοσίας του, καθώς επίσης για τον ίδιο λόγο περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος προς υπολογισμό της εν λόγω αμοιβής του, η αμοιβή αυτού που του καταβλήθηκε με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», αλλά και η αμοιβή αυτού για έχμαση οχημάτων. Αντίθετα, από τις αποδείξεις μισθοδοσίας δεν απεδείχθη, ότι στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος στο πρώτο πλοίο, καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, καταβάλλονταν σε αυτόν (ενάγοντα), σταθερώς και αδιαλείπτως κάθε μήνα, αμοιβή για δρομολόγια άγονης γραμμής. Περαιτέρω, όπως ισχυρίσθηκε ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του και έγινε δεκτό και υπό της εκκαλουμένης απόφασης, χωρίς κατά τούτο να πλήττεται ειδικώς από την μόνη έχουσα έννομο συμφέρον πρώτη εναγομένη, το ίδιο ως άνω (πρώτο των ενδίκων) πλοίο, κατά το χρονικό διάστημα από 14.9.2022 έως 30.9.2022, οπότε αυτό ανήκε στην πλοιοκτησία της πρώτης εναγομένης, αυτό (πρώτο των ενδίκων πλοίων) το οποίο δεν ήταν ημερόπλοιο είχε καθημερινές τακτικές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας και δη το λιμάνι της Ραφήνας προς τις Κυκλάδες, με επιστροφή, πραγματοποιώντας επτά κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως, διάρκειας εκάστου άνω των δώδεκα ωρών. Κατά συνέπεια, όπως έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση, τα δύο εκ των ανωτέρω επτά συνολικά εβδομαδιαίως κυκλικά δρομολόγια που εκτέλεσε το ανωτέρω πλοίο κατά το άνω χρονικό διάστημα, θεωρούνται δρομολόγια εξπρές, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 5 και 7 του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών πλοίων. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα από 14.9.2022 έως 30.9.2022, για διάστημα 17 ημερών ήτοι (17 δια 7=) δύο εβδομάδων και τριών ημερών δηλαδή 2,43 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) εβδομάδων, όπως ισχυρίσθηκε ο ενάγων και δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται ειδικώς από την μόνη έχουσα έννομο συμφέρον πρώτη εναγομένη, το πλοίο πραγματοποίησε [2,43 επί 2=] 4,86 δρομολόγια εξπρές, διάρκειας μεγαλύτερης των δώδεκα [12] ωρών. Κατά συνέπεια, ο ενάγων δικαιούται ως πρόσθετη αμοιβή, για τα δρομολόγια εξπρές που το εν λόγω (πρώτο) πλοίο εκτέλεσε στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με βάση τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές αυτού στα πλαίσια της ίδιας (τρίτης) ναυτολογήσεως στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, υπολογιζομένων με βάση την μία απόδειξη μηνός Σεπτεμβρίου 2022 που προσκομίζεται και αφορά το εν λόγω πλοίο, το ποσό των ευρώ [μισθός ενεργείας 1.283,19 € + επίδομα Κυριακών 282,30 € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,45 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 458,69 € + αμοιβή αυτού για έχμαση οχημάτων 542,58 €, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 283,26 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + αμοιβή με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές» 41,23 €, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 30,69 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + αμοιβή για επίδομα άγονης γραμμής 35,92 €, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 25,84 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαία αναλογία αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος, στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων αυτού στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη 1.863,28 € (1.055,86 δια 17 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 3.174,22 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου του λόγου αυτού στην ουσία του, ούτε το ποσό των ευρώ 1.901,55, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης =] 4.897,84 επί 1/30 επί 4,86 δρομολόγια=} 793,45 (κατόπιν στρογγυλοποίησης). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος περιλαμβάνεται και το επίδομα αδείας, αφού τέτοια αμοιβή καταβλήθηκε στον ενάγοντα τον εν λόγω μήνα, απορριπτομένου κατά τούτο του έκτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, καθώς επίσης για τον ίδιο λόγο περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές αυτού (ενάγοντος) προς υπολογισμό της εν λόγω αμοιβής του, η αμοιβή που του καταβλήθηκε με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», για έχμαση οχημάτων καθώς και ως επίδομα άγονης γραμμής, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης. Όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά παραδοχή σχετικής περί καταβολής ένστασης της πρώτης εναγομένης αποδεικτικό πόρισμα το οποίο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, για τα δρομολόγια εξπρές που ο ενάγων εκτέλεσε στα πλαίσια της δεύτερης και τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, αυτός (ενάγων) έλαβε συνολικά το ποσό των ευρώ 883,72. Επομένως, ως πρόσθετη αμοιβή για δρομολόγια εξπρές ο ενάγων δικαιούται (i) στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, το ποσό των ευρώ 405,37 και (ii) στα πλαίσια της δεύτερης και τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων το ποσό των ευρώ (2.869,66 + 793,45)= 3.663,11 και όχι το ποσό των ευρώ 2.891,37, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον βάσιμο κατά ένα μέρος στην ουσία του, δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος. Έναντι του ποσού αυτού, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, το ποσό των ευρώ 883,72 και επομένως, αυτή (πρώτη εναγομένη) συνεχίζει να του οφείλει για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ 2.779,39. Περαιτέρω, στα πλαίσια της ναυτολόγησης του ενάγοντος στο πρώτο των ενδίκων πλοίων C κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως 13.9.2022 καθόν χρόνο δηλαδή τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη, η οποία ήταν και η εργοδότρια του ενάγοντος κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, όπως ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του και έγινε δεκτό και υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, χωρίς κατά τούτο να πλήττεται ειδικώς από τις μόνες έχουσες έννομο συμφέρον εναγόμενες, το εν λόγω πλοίο, το οποίο δεν ήταν ημερόπλοιο (α) κατά τα χρονικά διαστήματα από 3.6.2022 έως και 18.6.2022 και από 25.7.2022 έως 3.9.2022, είχε καθημερινές τακτικές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας και δη το λιμάνι της Ραφήνας προς τις Κυκλάδες, με επιστροφή, πραγματοποιώντας επτά κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως, διάρκειας εκάστου άνω των δώδεκα ωρών και (β) κατά τα χρονικά διαστήματα από 19.6.2022 έως και 24.7.2022 και από 4.9.2022 έως 13.9.2022 είχε καθημερινές τακτικές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας και δη το λιμάνι του Πειραιά προς τις Κυκλάδες, με επιστροφή, πραγματοποιώντας επτά κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως, διάρκειας εκάστου άνω των δώδεκα ωρών. Κατά συνέπεια, όπως έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση, τα δύο εκ των ανωτέρω επτά συνολικά εβδομαδιαίως κυκλικά δρομολόγια που εκτέλεσε το ανωτέρω πλοίο κατά τας άνω χρονικά διαστήματα θεωρούνται δρομολόγια εξπρές, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 5 και 7 του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών πλοίων. Κατά τα εν λόγω χρονικά διαστήματα [από 3.6.2022 έως και 18.6.2022, από 25.7.2022 έως 3.9.2022, από 19.6.2022 έως 24.7.2022 και από 4.9.2022 έως 13.9.2022], ήτοι για διάστημα 14,56 εβδομάδων, το πλοίο πραγματοποίησε [14,56 επί 2=] 29,12 δρομολόγια εξπρές. Συνολικά, επομένως, κατά τη διάρκεια της ναυτολογήσεως του ενάγοντος στο πρώτο των εν λόγω πλοίων καθόν χρόνο τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη, ο ενάγων εδικαιούτο πρόσθετης αμοιβής για 29,12 δρομολόγια εξπρές, διάρκειας μεγαλύτερης των δώδεκα [12] ωρών και συγκεκριμένα, εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [μισθός ενεργείας 1.283,19 € + επίδομα Κυριακών 282,30 € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,45 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 458,69 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής για την έχμαση οχημάτων 616,30 € {(402,12 + 622,26 + 549,01 + 542,58 =) 2.115,97 δια 103 επί 30=}, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 458,26 ,το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές» 70,04 € {(57,63 + 78,85 + 62,77 + 41,23 =) 240,48 δια 103 επί 30=}, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 58,03, το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής για την επίδομα άγονης γραμμής 58,42 € {(44,91 + 38,92 + 80,84 + 35,92 =) 200,59 δια 103 επί 30=}, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 47,96, το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαία αναλογία αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης αυτού στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη 1.800,90 € (6.183,10 δια 103 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 3.247,92 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του λόγου αυτού, ούτε το ποσό των ευρώ 3.083,28, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης των εναγομένων =] 5.059,92 επί 1/30 επί 29,12 δρομολόγια εξπρές =} 4.911,49 και όχι το ποσό των ευρώ 5.609,09 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης των εναγομένων, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος περιλαμβάνεται και η μηνιαία αμοιβή του για επίδομα αδείας, αφού τέτοια αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα σταθερά κάθε μήνα, καθώς επίσης για τον ίδιο λόγο περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος προς υπολογισμό της εν λόγω αμοιβής του, η αμοιβή αυτού που του καταβλήθηκε με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», η αμοιβή αυτού για έχμαση οχημάτων, καθώς επίσης η αμοιβή αυτού για δρομολόγια άγονης γραμμής, αφού οι ανωτέρω αμοιβές του καταβάλλονταν σταθερά και αδιαλείπτως κάθε μήνα. Έναντι της εν λόγω απαίτησης, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, κατ’ αποδοχή ως βασίμου στην ουσία του σχετικού περί καταβολής ισχυρισμού των εναγομένων, ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 3.259,18 και επομένως συνεχίζει να δικαιούται το ποσό των ευρώ [4.911,49 μείον 3.259,18=] 1.652,31. Τέλος, καθόν χρόνο ο ενάγων απασχολήθηκε στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων M την ημέρα Τρίτη 4.10.2022 και 18.10.2022, αφού κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 12.50, έχοντας εκτελέσει το δρομολόγιο …………., απέπλευσε εκ νέου από το λιμάνι αυτό την ίδια ημέρα και ώρα 16.00, ήτοι πρόωρα, δηλαδή προ της συμπληρώσεως έξι ωρών κατά δύο ώρες και 50 λεπτά, ήτοι συνολικά κατά (2,83 επί 2=) 5.66 ώρες, προς εκτέλεση του δρομολογίου …………………, χωρίς να παραμείνει στο λιμάνι αφετηρίας ήτοι στον Πειραιά είτε στο λιμάνι προορισμού και δη στο λιμάνι της Καβάλας για διάστημα έξι ωρών. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της εν λόγω ναυτολογήσεως του ενάγοντος στο δεύτερο των ενδίκων πλοίο, αυτό (εν λόγω πλοίο) πραγματοποίησε συνολικά 5,66 ώρες πρόωρης αναχώρησης, οι οποίες αναλογούν σε (5,66/8=) 0,71 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) δρομολόγια εξπρές, διάρκειας μεγαλύτερης των δώδεκα [12] ωρών με συνέπεια ο ενάγων να δικαιούται πρόσθετη αμοιβή για τα εν λόγω 0,71 δρομολόγια εξπρές. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατά τούτο την ένδικη αγωγή, έσφαλε περί την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ 2022, αλλά και στην εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον βάσιμο κατά τούτο δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος. Περαιτέρω, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων εδικαιούτο ως πρόσθετη αμοιβή το ποσό των ευρώ [μισθός ενεργείας 1.283,19 € + επίδομα Κυριακών 282,30 € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,45 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 458,69 € + μηνιαία αναλογία αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης αυτού στο εν λόγω (δεύτερο) των ενδίκων πλοίων 1.417,06 € (1.039,18 δια 22 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 2.708,95 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος =] 4.111,83 επί 1/30 επί 0,71 δρομολόγια εξπρές =} 97,31. Περαιτέρω, ο ενάγων, με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι, επιπλέον των ανωτέρω, το εν λόγω πλοίο κατά τα ίδια ως άνω χρονικά διαστήματα, κάθε Τετάρτη και Σάββατο, πέραν του τακτικού δρομολογίου του ……………………, με επιστροφή, με την άφιξή του στο λιμάνι της Μυτιλήνης, αναχωρούσε αμέσως, ήτοι προ της παρέλευσης έξι ωρών στο λιμάνι προς εκτέλεση ενός επιπλέον «παρένθετου» κατά την ακριβή διατύπωση της αγωγής δρομολογίου και δη το δρομολόγιο …………, με επιστροφή, με αποτέλεσμα εκ του λόγου τούτου να δικαιούται πρόσθετης αμοιβής. Επίσης, ισχυρίσθηκε ότι τέτοιο πρόσθετο δρομολόγιο το εν λόγω πλοίο εκτέλεσε και την 8.10.2022, για το οποίο ομοίως αξιώνει αμοιβή. Ο εν λόγω αγωγικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αβάσιμος στην ουσία του με την εκκαλουμένη απόφαση, ως αναλύεται και ανωτέρω και πλήττεται από τον ενάγοντα με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και ιδίως από τον επισυναπτόμενο στο με αριθμό …….. ΣΗΜΑ ΨΝΑΝΠ/ΑΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ/ΔΘΣ-Β’ πίνακα δρομολογίων, όπως υποστήριξε και η πρώτη εναγομένη, πλοιοκτήτρια του εν λόγω πλοίου κατά τον επίδικο χρόνο, με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στο πλοίο αυτό, κατά τον ως άνω επίδικο χρόνο, με το ανωτέρω Σήμα, επετράπη και εκτέλεσε από ημέρα Τρίτη έως και ημέρα Πέμπτη ένα δρομολόγιο με λιμάνι αφετηρίας το λιμάνι του Πειραιά, λιμάνια προσέγγισης τα λιμάνια ……….. και λιμάνι προορισμού του λιμάνι της Καβάλας, με επιστροφή, ενώ από την ημέρα Παρασκευή έως και την ημέρα Σάββατο εκτελούσε ένα δρομολόγιο με λιμάνι αφετηρίας το λιμάνι του Πειραιά, λιμάνια προσέγγισης τα λιμάνια …………….. και λιμάνι προορισμού το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, με επιστροφή. Επομένως, το εν λόγω πλοίο εκτελούσε τις ανωτέρω εγκεκριμένες με το ως άνω σήμα δρομολογιακές γραμμές, στις οποίες το λιμάνι προορισμού δεν ήταν το λιμάνι της Μυτιλήνης ως ισχυρίσθηκε ο ενάγων, αλλά κατά περίπτωση το λιμάνι της Καβάλας ή της Θεσσαλονίκης, με ενδιάμεσα τα ως άνω λιμάνια μεταξύ των οποίων και αυτό της Μυτιλήνης, με αποτέλεσμα να μη δύναται να γίνει λόγος για εκτέλεση προσθέτου δρομολογίου από αυτό το πλοίο με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι της Μυτιλήνης, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου κατά τούτο του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του ενάγοντος που περιέχεται στον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, οι εναγόμενες, με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επί της εφέσεως του ενάγοντος επανέφεραν τον ισχυρισμό τους περί καταβολής στον ενάγοντα του ποσού των ευρώ 4.142,90 για την εν λόγω αιτία. Εν τούτοις, ο ισχυρισμός αυτός έγινε δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του στο σύνολό του με την εκκαλουμένη απόφαση, όπως αναλύεται και ανωτέρω, με αποτέλεσμα αλυσιτελώς ο ισχυρισμός αυτός να επαναφέρεται εκ νέου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων, η πρώτη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα ως αμοιβή για τη συμμετοχή του σε δρομολόγια εξπρές που τα εν λόγω πλοία εκτέλεσαν, ως άνω απεδείχθη και αναλύεται, το ποσό των ευρώ (405,37 + 2.779,39 + 97,31=) 3.282,07 και η δεύτερη εναγομένη για την ίδια αιτία το ποσό των ευρώ 1.652,31.
VΙI. Από τη διάταξη του άρθρου 14 της προαναφερθείσας ΣΣΝΕ, σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι, οι ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ίσων προς ένα [1] μηνιαίο μισθό και προς μισθό δεκαπέντε [15] ημερών αντιστοίχως, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου αντιστοίχως ή, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε ολόκληρα τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα, αναλογία 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα και 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή, επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του δεκαεννεαημέρου ή του οκταημέρου, ανάλογο κλάσμα. Επιπλέον, για τον υπολογισμό των προαναφερόμενων επιδομάτων, λαμβάνεται υπόψη, ο πραγματικά καταβαλλόμενος μισθός την 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντιστοίχως, δηλαδή το σύνολο των τακτικών αποδοχών του ναυτικού, στις οποίες περιλαμβάνονται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας που παρέχει ο ναυτικός τακτικώς, κάθε μήνα ή περιοδικώς, κατ’ επανάληψη και καθ’ ορισμένα διαστήματα χρόνου (ΜονΕφΠειρ. 603/2015, ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ΜονΕφΠειρ. 23/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικώς στην πιο πάνω Υπουργική Απόφαση: α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής αμοιβής της εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίδεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του κατά τις ημέρες αυτές τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον, η πρόσθετη αυτή αμοιβή για την παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος παγίως και τακτικώς κατά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικώς, γ) το επίδομα αδείας και το αντίτιμο τροφής είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως, διότι αποτελεί συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών του ναυτικού, λόγω του είδους και της φύσης της εργασίας του πάνω στο πλοίο (ΑΠ 1013/2003, ΔΕΕ 2004/212, ΜονΕφΠειρ. 430/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΜονΕφΠειρ. 412/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνυπολογιστέα δεν είναι καταρχήν η πρόσθετη αμοιβή για τα δρομολόγια εξπρές, αφού αυτή, όταν δεν καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα, δεν έχει το χαρακτήρα τακτικής παροχής (ΜονΕφΠειρ. 164/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 328/2014, ο.π., ΕφΠειρ. 177/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 517/2011, αδημ.) και συνυπολογίζεται μόνον αν πραγματοποιούνται τακτικά δρομολόγια εξπρές και η αντίστοιχη προς αυτά πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται αδιαλείπτως (ΤριμΕφΠειρ. 66/2013, ΜονΕφΠειρ. 590/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 364/2012, αδημ.), πλην του επιδόματος ιματισμού διότι το εν λόγω επίδομα δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, αφού η αιτία χορήγησης αυτού αποτελεί η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου [ΑΠ 774/2003 ΕΕΔ 2005.237]. Ενόψει των ανωτέρω ο ενάγων εδικαιούτο: (α) Για αναλογία Δώρου Πάσχα 2022 (i) στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 3.1.2022 έως 5.2.2022: {[μισθός ενεργείας 1.283,19 € + επίδομα Κυριακών 282,30 € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,45 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 458,69 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής για την έχμαση οχημάτων 245,02 € {(227,79 + 49,90=) 277,69 δια 34 επί 30=} και όχι το ποσό των ευρώ 283,26 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης + μέσο όρο αμοιβής με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» αφού κάθε μήνα τακτικώς και αδιαλείπτως καταβάλλονταν στον ενάγοντα τέτοια αμοιβή, απορριπτομένου κατά τούτο, του τρίτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης 18,40 € {(17,49 + 3,37=) 20,86 δια 34 επί 30=} και όχι το ποσό των ευρώ 30,69 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης + μηνιαία αναλογία αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης 1.206,62 € (1.367,50 δια 34 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 3.174,22 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ούτε το ποσό των ευρώ 2.284,73 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης + μηνιαία αναλογία πρόσθετης αμοιβής δρομολογίων εξπρές 357,68 € (405,37 δια 34 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 1.335,11 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ούτε το ποσό των ευρώ 624,03 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης =} 4.522,49 δια 2 επί 1/15 επί (34 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 4,25 οκταήμερα=} 640,69 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ευρώ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, από τις αποδείξεις μισθοδοσίας δεν απεδείχθη, ότι στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος στο πρώτο πλοίο, καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, καταβάλλονταν σε αυτόν (ενάγοντα), σταθερώς και αδιαλείπτως κάθε μήνα, αμοιβή για δρομολόγια άγονης γραμμής. Η εκκαλουμένη απόφαση, επομένως, η οποία περιέλαβε στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος προς υπολογισμό της αναλογίας Δώρου Πάσχα 2022 στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο πρώτο πλοίο, καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, το ποσό των ευρώ 25,84 για την εν λόγω αιτία, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης. Και (ii) στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων, η οποία διήρκησε από 14.2.2022 έως 12.5.2022 για το χρονικό διάστημα από 14.2.2022 έως 30.4.2022: [μισθός ενεργείας 1.283,19 € + επίδομα Κυριακών 282,30 € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,45 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 458,69 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής για την έχμαση οχημάτων 379,05 € {(209,69 + 363,24 + 387,33 =) 960,26 δια 76 επί 30=}, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 283,26, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μέσο όρο μηνιαίως της αμοιβής με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές 43,16 € {(14,47 + 36,70 + 58,16 =) 109,33 δια 76 επί 30=}, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 30,69 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαία αναλογία αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 14.2.2022 έως 30.4.2022 στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη 1.629,01 € (κατόπιν στρογγυλοποίησης) (4.126,82 δια 76 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 3.174,22 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου του λόγου αυτού στην ουσία του, ούτε το ποσό των ευρώ 2.284,72, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης + μέσο όρο μηνιαίως πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές 978,29 € (2.869,66 δια 88 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 1.335,11 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 624,03, όπως κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, κατ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης =] 5.616,02 δια 2 επί 1/15 επί (76 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 9,5 οκταήμερα=} 1.778,41 ευρώ (κατόπιν στρογγυλοποίησης). Συνολικά, για αναλογία Δώρου Πάσχα 2022 ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [640,69 + 1.778,41 =] 2.419,10 και όχι το ποσό των ευρώ 3.457,57 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 2.724.02, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης. Έναντι του ποσού αυτού, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 1.165,10 και ως εκ τούτου για την εν λόγω αιτία δικαιούται το ποσό των ευρώ (2.419,10 μείον 1.165,10 =) 1.254,00 και όχι το ποσό των ευρώ 1.558,92 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης, απορριπτομένου κατά τούτο του αντιστοίχου τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος. (β) Για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022: (i) Για αναλογία δώρου Χριστουγέννων στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων από 1-5-2022 έως 12-5-2022 οπότε έληξε η δεύτερη των ενδίκων ναυτολόγηση του ενάγοντος στο πρώτο πλοίο καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη: [μισθός ενεργείας 1.283,19 € + επίδομα Κυριακών 282,30 € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,45 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 458,69 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής για την έχμαση οχημάτων 311,07 € {(124,43 δια 12 επί 30=}, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 283,26, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μέσος όρος μηνιαίως της αμοιβής με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές 38,45 € {(15,38 δια 12 επί 30=}, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 30,69 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαία αναλογία αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2022 έως 12.5.2022 στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη 1.855,70 € (742,28 δια 12 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 3.174,22 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου του λόγου αυτού στην ουσία του, ούτε το ποσό των ευρώ 2.284,72, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης + μέσο όρο μηνιαίως πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές 978,29 € (2.869,66 δια 88 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 1.335,11 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 624,03, όπως κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης =] 5.842,71 επί 2/25 επί (12 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 0,63 δεκαεννιαήμερα=} 294,47 και (ii) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2022 στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος στο πρώτο πλοίο καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη. ήτοι από 14-9-2022 έως 30-9-2022 [μισθός ενεργείας 1.283,19 € + επίδομα Κυριακών 282,30 € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,45 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 458,69 € + μηνιαία αμοιβή για την έχμαση οχημάτων 542,58 € πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 283,26, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαία αμοιβή με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές» 41,23 €, πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 30,69 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαία αναλογία αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 14.9.2022 έως 30.9.2022 στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη 1.863,28 € (1.055,86 δια 17 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 3.174,22 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου του λόγου αυτού στην ουσία του, ούτε το ποσό των ευρώ 2.284,72, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης + μέσο όρο μηνιαίως πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές 1.400,20 € (793,45 δια 17 επί 30=), πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 1.335,11 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί =] 6.272,20 επί 2/25 επί (17 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 0,89 =} 446,58. Συνολικά για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022 για το χρόνο που απασχολήθηκε στο πρώτο των ενδίκων πλοίων και την πλοιοκτησία αυτού είχε η πρώτη εναγομένη, ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [294,47 + 446,58 =] 741,05 και όχι το ποσό των ευρώ 917,33 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 722,70, όπως εσφαλμένως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου του αντιστοίχου τρίτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης. Έναντι του ποσού αυτού, όπως ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την αγωγή του, αυτός έλαβε το ποσό των ευρώ 126,74, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση. Πράγματι, από την απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Μαΐου 2022 που προσκομίζεται, αποδεικνύεται ότι, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων έλαβε μεικτές αποδοχές εκ ποσού ευρώ 126,74 και ως εκ τούτου συνεχίζει να δικαιούται το ποσό των ευρώ (741,05 μείον 126,74=) 614,31. Περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε ήδη από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία με τις έγγραφες προτάσεις της (σχετικά σελίδα 17) ότι στον ενάγοντα καταβλήθηκε για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022 καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια του εν λόγω (πρώτου των ενδίκων) πλοίου ήταν αυτή (πρώτη εναγομένη), επιπλέον του ανωτέρω ποσού, το ποσό των ευρώ 323,83 τον μήνα Ιούνιο 2022, το ποσό των ευρώ 342,96 τον μήνα Ιούλιο 2022, το ποσό των ευρώ 355,47 τον μήνα Αύγουστο 2022 και τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 το ποσό των ευρώ 352,69, προσκομίζοντας και τις σχετικές αποδείξεις μισθοδοσίας. Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση σιωπηρά ως αβάσιμος στην ουσία του και όχι ως αόριστος, ως διατείνεται ο ενάγων με τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός αυτός, δια της αναφοράς υπό της πρώτης εναγομένης στη σελίδα 17 των εγγράφων προτάσεών της ότι, ο ενάγων διατείνεται με την ένδικη αγωγή του ότι έναντι του Δώρου Χριστουγέννων 2022 για την απασχόλησή του στο πρώτο πλοίο έλαβε μόνον το ποσό των ευρώ 126,74 και επομένως συνεχίζει να δικαιούται ως υπόλοιπο το ποσό των ευρώ 790,59, προεβλήθη κατά τρόπο ορισμένο έναντι δηλαδή του ποσού των ευρώ 790,59 που ο ενάγων αξιώνει με την αγωγή του ως αναλογία Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2022 για τα χρονικά διαστήματα από 1.5.2022 έως 12.5.2022 και από 14.9.2022 έως 30.9.2022, οπότε δηλαδή εργάσθηκε στο πρώτο των ενδίκων πλοίων και η πρώτη εναγομένη ήταν πλοιοκτήτρια αυτού (σχετικά σελ. (25-26 ένδικης αγωγής), απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του ενάγοντος. Περαιτέρω, πράγματι από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 11 απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Σεπτεμβρίου 2022 αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022 το ποσό των ευρώ 352,69. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τη μισθοδοσία του ενάγοντος και για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τον εφοπλισμό του εν λόγω πρώτου πλοίου είχε η δεύτερη εναγομένη εταιρεία κατέβαλε στον ενάγοντα η πρώτη εναγομένη εταιρεία, όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές αποδείξεις μισθοδοσίας που προσκομίζονται. Από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας μηνών Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου 2022 αποδεικνύεται ότι τα ανωτέρω ποσά των ευρώ 323,83 κατά τον μήνα Ιούνιο 2022, ευρώ 342,96 κατά τον μήνα Ιούλιο και ευρώ 355,47 κατά τον μήνα τον μήνα Αύγουστο 2022 για αναλογία δώρων εορτών, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για την αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων 2022 κατά την απασχόληση του ενάγοντος στο εν λόγω πλοίο κατά τους μήνες αυτούς ήτοι κατά τους μήνες που τον εφοπλισμό αυτού του πλοίου είχε η δεύτερη εναγομένη και μάλιστα ο ενάγων, με την ένδικη αγωγή του, αφαιρεί από την δικαιούμενη υπ΄ αυτού αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022 για την απασχόλησή του στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη το ποσό των ευρώ 1.019,56. Ως εκ τούτου, για τα ανωτέρω ποσά, η σχετική περί καταβολής ένσταση της πρώτης εναγομένης κρίνεται αβάσιμη στην ουσία της. Περαιτέρω, εν τούτοις, όσον αφορά στο ποσό των ευρώ 352,69 που η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για αναλογία δώρου εορτών τον μήνα Σεπτέμβριο 2022, ο περί καταβολής ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης κρίνεται βάσιμος στην ουσία του, ήτοι κρίνεται ότι το ποσό αυτό η πρώτη εναγομένη πράγματι κατέβαλε στον ενάγοντα ως αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων 2022 για την απασχόληση αυτού (ενάγοντος) στο πρώτο των ενδίκων πλοίων κατά το χρονικό διάστημα από 14.9.2022 έως 30.9.2022, αφού ο ενάγων αρνείται μεν τον εν λόγω ισχυρισμό, πλην όμως δεν ισχυρίσθηκε ότι το ποσό αυτό αφορά την απασχόλησή του στο ίδιο πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2022 έως 13.9.2022. Επομένως, για αναλογία Δώρου εορτών Χριστουγέννων 2022 για τα χρονικά διαστήματα από 1.5.2022 έως 12.5.2022 και από 14.9.2022 έως 30.9.2022 που ο ενάγων εργάσθηκε στο πρώτο των ενδίκων πλοίων και η πρώτη εναγομένη ήταν πλοιοκτήτρια αυτού, αυτός (ενάγων δικαιούτο ως υπόλοιπο το ποσό των ευρώ [741,05 μείον (126,74 + 352,69=) 479,43=] 261,62. (γ) Για αναλογία Δώρου Πάσχα 2023 του ενάγοντος στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη: (i) στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 5.1.2023 έως 11.1.2023, οπότε στο πλοίο διενεργούντο εργασίες συντήρησης: {[μισθός ενεργείας 1.360,18 € + επίδομα Κυριακών 299,24 € € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 16,38 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 40,00 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 654,30 + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 486,19 € + μηνιαία αναλογία αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης 915,98 € [(118,54 ευρώ αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα και τις αργίες σύμφωνα με την προσκομιζόμενη ως σχετικό 15 απόδειξη μισθοδοσίας + 95,19 ευρώ αμοιβή για υπερωριακή εργασία κατά τις καθημερινές και Κυριακές, κατά την ίδια απόδειξη μισθοδοσίας=) 213,73 δια 7 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 2.686,00 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, δοθέντος μάλιστα ότι ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του δεν προβάλλει απαιτήσεις για μη καταβληθείσες αποδοχές υπερωριακής της εν λόγω χρονικής περιόδου =} 3.772,27 δια 2 επί 1/15 επί (7 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 0,87 οκταήμερα=} 109,39 ευρώ. Στα πλαίσια της εν λόγω σύμβασης ναυτολόγησης δεν απεδείχθη ότι ο ενάγων εδικαιούτο αμοιβής για δρομολόγια εξπρές, αφού το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγια εξπρές, αμοιβή για έχμαση οχημάτων αφού ο ενάγων δεν έλαβε τέτοια αμοιβή, ούτε αμοιβή με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές». Επομένως, κατά τον βάσιμο περί τούτου τρίτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως συνυπελόγισε τοιούτου είδους αμοιβές και εν τέλει δέχθηκε ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά το εν λόγω διάστημα ανήλθαν σε ευρώ 4.000,52, απορριπτομένου του αντιστοίχου τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος. Και (ii) στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων η οποία διήρκησε από 16.3.2023 έως 17.5.2023 για το χρονικό διάστημα από 16.3.2023 έως 30.4.2023: {[μισθός ενεργείας 1.360,18 € + επίδομα Κυριακών 299,24 € € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 16,38 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 40,00 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 654,30 + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 486,19 € + μηνιαίος μέσος όρος αμοιβής για την έχμαση οχημάτων 471,62 € (234,68 + 488,49 = 723,17 δια 46 επί 30=), πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 309,93, το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαίος μέσος όρος αμοιβής με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» 29,06 € (14,95 + 29,61 = 44,56 δια 46 επί 30=), πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 19,09 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαίος μέσος όρος πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές 615,12 € (270,90 + 672,29 = 943,19 δια 46 επί 30=) πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 404,22 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαίος μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 16.3.2023 έως 30.4.2023 στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη 1.230,49 € (1.886,76 δια 46 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 2.686,00 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου του λόγου αυτού στην ουσία του =] 4.820,02 και όχι το ποσό των ευρώ 4.000,52 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, με την οποία πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δια 2 επί 1/15 επί (46 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 5,75 οκταήμερα=} 923,84 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ευρώ. Συνολικά ο ενάγων, για αναλογία Δώρου Πάσχα 2023 από την εργασία του στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (109,39 + 923,84=) 1.033,23 και όχι το ποσό των ευρώ 1.384,77 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 882,78 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο του ενάγοντος έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορριπτομένου του αντίστοιχου τρίτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης. Έναντι του ποσού αυτού, όπως ισχυρίσθηκε η πρώτη εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 566,33 και επομένως δικαιούτο το υπόλοιπο εκ ποσού ευρώ (1.033,23 μείον 566,33=) 466,90. (δ) Για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2023 στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος στο πρώτο πλοίο καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2023 έως 17-5-2023: {[μισθός ενεργείας 1.360,18 € + επίδομα Κυριακών 299,24 € € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 16,38 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 40,00 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 654,30 + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 486,19 € + μηνιαίος μέσος όρος αμοιβής για την έχμαση οχημάτων 302,70 € (171,53 δια 17 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 309,93 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος + μηνιαίος μέσος όρος αμοιβής με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» 32,29 € (18,30 δια 17 επί 30=), πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 19,09 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαίος μέσος όρος πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές 31,13 € κατόπιν στρογγυλοποίησης (17,64 δια 17 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 404,22 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος + μηνιαίος μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2023 έως 17.5.2023 στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη 1.359,67 € (770,48 δια 17 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 2.686,00 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου του λόγου αυτού στην ουσία του =] 4.568,88 επί 2/25 επί (17 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 0,89 =} 325,30 έναντι του οποίου, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ αποδοχή σχετικής ενστάσεως καταβολής της πρώτης εναγομένης, ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 195,59 και επομένως δικαιούται για την εν λόγω αιτία το υπόλοιπο ποσό των ευρώ (325,30 μείον 195.59=) 129,71 και όχι το ποσό των ευρώ 89,24, όπως κατ΄ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη εναγομένη δια των εγγράφων προτάσεών της που κατέθεσε επί της έφεσης του ενάγοντος (σχετικά σελ. 10) ισχυρίζεται ότι επαναφέρει ισχυρισμό περί καταβολής έναντι της εν λόγω απαίτησης, πέραν του ποσού των ευρώ 195,59 και για το ποσό των ευρώ 247,20, παραπέμποντας στη σελίδα 18 των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Εν τούτοις, η πρώτη εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου είχε ισχυρισθεί ότι έναντι της εν λόγω απαίτησης είχε καταβάλει στον ενάγοντα μόνον το ποσό των ευρώ 195,59, ισχυρισμός που έχει γίνει δεκτός στο σύνολό του με την εκκαλουμένη απόφαση. Με τις εν λόγω έγγραφες προτάσεις τους οι εναγόμενες ισχυρίσθηκαν ότι το ποσό των ευρώ 247,40 κατέβαλε η πρώτη εναγομένη στον ενάγοντα ως Δώρο Χριστουγέννων 2022 για την απασχόλησή του στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων. Σε κάθε περίπτωση, δεν απεδείχθη ότι η πρώτη εναγομένη, πέραν του ανωτέρω ποσού των ευρώ 195,59 κατέβαλε στον ενάγοντα για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2023 και το ποσό των ευρώ 247,40 όπως ισχυρίζεται με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αφού καμία σχετική έγγραφη απόδειξη προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού της δεν προσεκόμισε. (ε) Για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2022 στα πλαίσια της ναυτολογήσεως του ενάγοντος στο πρώτο πλοίο καθόν χρόνο τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη, ήτοι από 3-6-2022 έως 13-9-2022: [μισθός ενεργείας 1.283,19 € + επίδομα Κυριακών 282,30 € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,45 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 458,69 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής για την έχμαση οχημάτων 616,30 € [(402,12 + 622,26 + 549,01 + 542,58 =) 2.115,97 δια 103 επί 30=], πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 458,26, το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές 70,04 € (57,63 + 78,85 + 62,77 + 41,23 =) 240,48 δια 103 επί 30=], πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 58,03 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής για επίδομα άγονης γραμμής 58,42 € [(44,91 + 38,92 + 80,84 + 35,92 =) 200,59 δια 103 επί 30=], πλην όμως ο ενάγων για την εν λόγω αιτία συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 47,96, το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μηνιαία αναλογία αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως 13.9.2022 στο πρώτο των ενδίκων πλοίων 1.800,90 € (6.183,10 δια 103 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 3.247,92 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου του λόγου αυτού στην ουσία του + μέσο όρο μηνιαίως πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές 1.430,53 € (4.911,49 δια 103 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 2.069,58 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος =] 6.490,45 και όχι το ποσό των ευρώ 8.576,52 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης, επί 2/25 επί (103 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 5,42 =} 2.814,26 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 3.718,77 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 2.750,02 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου του αντίστοιχου τρίτου λόγου έφεσης των εναγομένων με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, οι ανωτέρω αμοιβές και ιδίως η αμοιβή έχμασης, η έχουσα αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές» αμοιβή, το επίδομα άγονης γραμμής, καθώς επίσης και η πρόσθετη αμοιβή δρομολογίων εξπρές, καταβάλλονταν στον ενάγοντα τακτικά κάθε μήνα όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις μισθοδοσίας, με αποτέλεσμα, οι εν λόγω αποδοχές όπως και το επίδομα αδείας να συνυπολογίζεται στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου έφεσης των εναγομένων κατά τούτο. Έναντι του ποσού αυτού, όπως ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την αγωγή του και δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 1.019,56 και ως εκ τούτου του οφείλεται ως υπόλοιπο το ποσό των ευρώ (2.814,26 μείον 1.019,56=) 1.794,70. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αναφορικά με τον περί καταβολής ισχυρισμό του ποσού των ευρώ 1.501,69, τον οποίο επανέφεραν οι εναγόμενες με τον τέταρτο λόγο έφεσης έγινε ειδικώς αναφορά ανωτέρω στα πλαίσια του Δώρου Χριστουγέννων 2022 καθόν χρόνο ο ενάγων απασχολήθηκε στο εν λόγω πλοίο με εργοδότρια την πρώτη εναγομένη, στα πλαίσια της οποίας και προεβλήθη. Τέλος, (στ) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2022 στα πλαίσια της ναυτολογήσεως του ενάγοντος στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων M, ήτοι από 30-9-2022 έως 21-10-2022: [μισθός ενεργείας 1.283,19 € + επίδομα Κυριακών 282,30 € + ειδικό επίδομα Υποναυκλήρου 15,45 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 458,69 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης 1.462,59 € (1.072,57 δια 22 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 2.708,95 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου του λόγου αυτού στην ουσία του, ούτε το ποσό των ευρώ 693,27 όπως κατά τον εν μέρει βάσιμο την ουσία του τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της πρώτης των εναγομένων + μέσος όρος μηνιαίως πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές 134,37 € (98,54 που έλαβε δια 22 επί 30=) και όχι το ποσό των ευρώ 1.254,45 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος (η εκκαλουμένη απόφαση η οποία ουδέν ποσό συμπεριέλαβε στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος για την εν λόγω αιτία, όπως βασίμως περί τούτου ισχυρίζεται ο ενάγων με τον τρίτο λόγο έφεσης, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού ως αποδεικνύεται από την σχετική προσκομιζόμενη απόδειξη μισθοδοσίας ο ενάγων έλαβε την ως άνω αμοιβή) =] 4.291,73 επί 2/25 επί (22 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 1,15 =} 394,84 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 612,54 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 311,70 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου του αντίστοιχου τρίτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Έναντι του ποσού αυτού, όπως βασίμως υποστηρίζει η πρώτη εναγομένη με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της κατά το δεύτερο σκέλος (σχετικά προσκομιζόμενη ως σχετικό 12 απόδειξη πληρωμής του ενάγοντος μετά του αποδεικτικού κατάθεσης στον τραπεζικό του λογαριασμό), κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 247,40. Έσφαλε, επομένως, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τέταρτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία σιωπηρά, απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την περί μερικής καταβολής ως άνω ένσταση της εναγομένης. Επομένως, για την εν λόγω αιτία η πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ (394,84 μείον 247,40=) 147,44.
VIIΙ. Στο υπό του τίτλου «Διανυκτέρευση εις λιμένα» άρθρο 16 των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω ως άνω ΣΣΝΕ ορίζεται ότι «Κάθε πλοιοκτήτης υποχρεούται να ρυθμίζει τα της υπηρεσίας των πλοίων του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται μία φορά τον μήνα κατά τους μήνας Ιούλιο έως και Σεπτέμβριο και δύο φορές το μήνα κατά τους λοιπούς μήνες, η διανυκτέρευση των μελών του πληρώματος στο λιμάνι αφετηρίας ή στο λιμάνι προορισμού του δρομολογίου του πλοίου, κατά την επιθυμία του ναυτικού και εφόσον τούτο είναι δυνατόν (§ 1). Σε περίπτωση που για λόγους ασφαλείας του πλοίου ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο δεν καθίσταται δυνατή η διανυκτέρευση, καταβάλλεται στο ναυτικό για κάθε μη παρεχομένη διανυκτέρευση αποζημίωση ίση με ένα ημερομίσθιο, ήτοι το 1/22 του υπό της Συλλογικής Συμβάσεως προβλεπομένου μισθού ενεργείας της παραγρ. 1 του άρθρου 1 (§ 2). Για την παρεχομένη ως άνω άδεια διανυκτερεύσεως θα γίνεται από τον Πλοίαρχο μνεία στο ημερολόγιο του πλοίου που θα επικυρώνεται από την Λιμενική Αρχή (§ 3). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ερμηνευόμενων σύμφωνα με το σκοπό τους, η υποχρέωση του εργοδότη του ναυτικού να του χορηγεί άδεια διανυκτέρευσης εκτός του πλοίου μία [1] φορά έκαστο των μηνών από Ιούλιο έως Σεπτέμβριο ανακύπτει για κάθε εξ αυτών μήνα πλήρους απασχόλησης του ναυτικού και όχι για κάθε μήνα κατά τον οποίο η ναυτολόγησή του διήρκησε έλασσον του μηνός. Αντίστοιχα, κατά τους υπόλοιπους μήνες, οπότε ο εργαζόμενος ναυτικός δικαιούται δύο άδειες διανυκτέρευσης, εάν ο ναυτικός εργάσθηκε διάστημα μικρότερο του μηνός, προκειμένου και για τη θεμελίωση δικαιώματος για μία [1] άδεια, θα πρέπει αυτός να εργάσθηκε τουλάχιστον δέκα πέντε ημέρες. Με την ένδικη αγωγή του, ο ενάγων επικαλέστηκε ότι, κατά τη διάρκεια λειτουργίας των ενδίκων ναυτολογήσεών του, οι εναγόμενες δεν του χορήγησαν τις οφειλόμενες άδειες διανυκτέρευσης εκτός του πλοίου και δη δεν του χορήγησαν (α) η πρώτη εναγομένη, καθόν χρόνο ήταν πλοιοκτήτρια του πρώτου πλοίου C κατά τη διάρκεια του έτους 2022 δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τους μήνες Ιανουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο και μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάιο 2022 και κατά τη διάρκεια του έτους 2023 δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Απρίλιο 2023 και μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τους μήνες Μάρτιο και Μάιο 2023, (β) η δεύτερη εναγομένη, καθόν χρόνο είχε τον εφοπλισμό του ανωτέρω πλοίου δύο άδειες διανυκτέρευσης τον μήνα Ιούνιο 2022 και μία άδεια διανυκτέρευσης έκαστο των μηνών Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2022 και (γ) η πρώτη εναγομένη ως πλοιοκτήτρια του δευτέρου των ενδίκων πλοίων M δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Οκτώβριο 2022, όπως η αγωγή εκτιμάται. Με την εκκαλουμένη απόφαση, οι ανωτέρω αγωγικοί ισχυρισμοί έγιναν δεκτοί ως βάσιμοι καθό μέρος αφορούν την πρώτη εναγομένη ως πλοιοκτήτρια του πλοίου C και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 713,84 ως αποζημίωση για τις μη ληφθείσες άδειες διανυκτέρευσης. Όμοια, δεκτοί έγιναν και οι αγωγικοί ισχυρισμοί καθό μέρος αφορούν τη δεύτερη εναγομένη ως εφοπλίστρια του ιδίου ως άνω πλοίου και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 77,55, αφού έγινε δεκτή η περί μερικής καταβολής εκ ποσού ευρώ 214,06 ένσταση των εναγομένων. Τέλος, οι ανωτέρω αγωγικοί ισχυρισμοί έγιναν εν μέρει δεκτοί ως βάσιμοι στην ουσία τους καθό μέρος αφορούν την πρώτη εναγομένη ως πλοιοκτήτρια του πλοίου M και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 58,32 ως αποζημίωση για μη ληφθείσα μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Οκτώβριο 2022. Το ως αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως πλήττεται από τις εναγόμενες με τον πέμπτο λόγο έφεσης, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αφού, ως ισχυρίζονται, οι ίδιες χορήγησαν άπασες τις δικαιούμενες από τον ενάγοντα άδειες διανυκτέρευσης. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αποδεικνύεται ότι, ο ενάγων εδικαιούτο καθόν χρόνο απασχολήθηκε στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων και πλοιοκτήτρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη: (α) στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 3.1.2022 έως 5.2.2022 μία άδεια διανυκτέρευσης για τον μήνα Ιανουάριο 2022 και όχι δύο, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του πέμπτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αφού αυτός (ενάγων) δεν εργάσθηκε ολόκληρο τον μήνα Ιανουάριο 2022, ενώ καμία άδεια διανυκτέρευσης δεν εδικαιούτο για τον μήνα Φεβρουάριο (β) στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο ίδιο ως άνω πλοίο που διήρκησε από 14.2.2022 έως 12.5.2022, ο ενάγων εδικαιούτο μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2022 και δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τους μήνες Μάρτιο 2022 και Απρίλιο 2022. Αντίθετα, ο ενάγων δεν εδικαιούτο άδεια διανυκτέρευσης για την απασχόλησή του στο ως άνω πλοίο κατά τον μήνα Μάιο 2022, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πέμπτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αφού αυτός (ενάγων) απασχολήθηκε στο ως άνω πλοίο λιγότερο του ημίσεως του μηνός Μαΐου 2022 ήτοι από 1.5.2022 έως 12.5.2022 και (γ) στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 16.3.2023 έως 17.5.2023 ο ενάγων εδικαιούτο πράγματι μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Μάρτιο 2023, δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Απρίλιο 2023 και μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Μάιο 2023. Περαιτέρω, καθόν χρόνο τον εφοπλισμό του ως άνω πλοίου είχε η δεύτερη εναγομένη, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2022 έως 13.9.2022, ο ενάγων εδικαιούτο μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Ιούνιο 2022 και όχι δύο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς όπως εσφαλμένως έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πέμπτο λόγο έφεσης των εναγομένων, αφού αυτός δεν εργάσθηκε ολόκληρο τον μήνα Ιούνιο και μία άδεια διανυκτέρευσης καθ’ έκαστο των μηνών Ιούλιο και Αύγουστο 2022. Αντίθετα, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του πέμπτο λόγο έφεσης των εναγομένων, ο ενάγων δεν εδικαιούτο άδεια διανυκτέρευσης για τον μήνα Σεπτέμβριο 2022, αφού δεν εργάσθηκε ολόκληρο τον μήνα αυτό. Τέλος, καθόν χρόνο ο ενάγων εργάσθηκε στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων, αυτός (ενάγων) εδικαιούτο μία άδεια διανυκτέρευσης, ως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι στον ενάγοντα χορηγήθηκαν όλες οι νόμιμες άδειες διανυκτερεύσεις. Εν τούτοις, από τη σαφή ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρος, ο οποίος κατέθεσε «… Επίσης βεβαιώνω ότι ούτε τη αμοιβή για τις μη χορηγηθείσες διανυκτερεύσεις μας κατέβαλε …» αποδεικνύεται ότι, ο ενάγων δεν έλαβε τις ως άνω δικαιούμενες υπ’ αυτού άδειες διανυκτέρευσης. Και πράγματι, όπως οι εναγόμενες ισχυρίζονται ο εξετασθείς με επιμέλειά τους μάρτυρας κατέθεσε ότι οι εναγόμενες χορηγούσαν στον ενάγοντα κανονικά άδειες διανυκτέρευσης, άλλως του κατέβαλαν τη νόμιμη αμοιβή του, αφού κατέθεσε σχετικά «… Ακόμα, επιβεβαιώνω ότι διανυκτερεύσεις λάμβανε κανονικά, όπως και όλο το πλήρωμα…. Αν κατ’ εξαίρεση δεν χορηγήθηκε κάποια διανυκτέρευση για οποιαδήποτε αιτία, γνωρίζω ότι η εταιρεία πλήρωνε την αντίστοιχη αποζημίωση…». Εν τούτοις, σχετικά με τη χορήγηση των αδειών διανυκτέρευσης οι εναγόμενες δεν επικαλούνται και δεν προσκομίζουν αντίγραφα του ημερολογίου γέφυρας του πλοίου με τις εγγραφές που αφορούν τις χορηγηθείσες στον ενάγοντα άδειες, δοθέντος ότι οι σχετικές εγγραφές στο ημερολόγιο γέφυρας συνιστούν νόμιμη υποχρέωση του Πλοιάρχου κάθε ακτοπλοϊκού πλοίου, που θεσπίστηκε όχι μόνο για λόγους ασφάλειας των πλόων του, δια της συμμετοχής σ’ αυτούς επαρκούς για την αξιοπλοΐα του αριθμού, ναυτικών αλλά και για αποδεικτικούς λόγους. Επομένως, ενόψει του ότι δεν αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενες είχαν ρυθμίσει τις υπηρεσίες των μελών του πληρώματος, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η χορήγηση των ως άνω αδειών διανυκτερεύσεως του ενάγοντος σε οποιοδήποτε από τους λιμένες αφετηρίας ή προορισμού των δρομολογίων των ανωτέρω πλοίων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οφείλεται σ’ αυτόν η προβλεπόμενη αποζημίωση διανυκτέρευσης. Συγκεκριμένα, οφείλεται στον ενάγοντα (α) για μη χορηγηθείσες από την πρώτη εναγομένη, πλοιοκτήτρια του πρώτου των ανωτέρω πλοίων έξι άδειες διανυκτέρευσης κατά το έτος 2022 το ποσό των ευρώ [1.283,19 /22 επί 6 =] 349,96 και όχι το ποσό των ευρώ 466,56, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πέμπτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και για μη χορηγηθείσες τέσσερις άδειες διανυκτέρευσης κατά το έτος 2023 το ποσό των ευρώ [1.360,18 /22 επί 4=] 247,30, πλην όμως ο ενάγων αξίωσε και με την εκκαλουμένη απόφαση επιδικάσθηκε το ποσό των ευρώ 247,28, απορριπτομένου κατά τούτο του πέμπτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης και (β) για μη χορηγηθείσα από την πρώτη εναγομένη, πλοιοκτήτρια του δευτέρου των ανωτέρω πλοίων μίας άδειας διανυκτέρευσης κατά το έτος 2022 το ποσό των ευρώ [1.283,19 /22 επί 1=] 58,33 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) πλην όμως η εκκαλουμένη απόφαση επεδίκασε το ποσό των ευρώ 58,32, απορριπτομένου κατά τούτο του πέμπτου λόγου έφεσης της πρώτης εναγομένης. Τέλος για μη χορηγηθείσες από τη δεύτερη εναγομένη, εφοπλίστρια του πρώτου των ανωτέρω πλοίων, τρεις άδειες διανυκτέρευσης κατά το έτος 2022 αυτή όφειλε ως αποζημίωση το ποσό των ευρώ [1.283,19 /22 επί 3=] 174,98, έναντι του οποίου κατέβαλε στον ενάγοντα, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, το ποσό των ευρώ 214,06, με αποτέλεσμα κανένα ποσό να μην οφείλει στον ενάγοντα για την εν λόγω αιτία. Έσφαλε, επομένως η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο πέμπτο λόγο των εναγομένων, η οποία για την εν λόγω αιτία επεδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 77,55.
ΙΧ. Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της έφεσής τους οι εναγόμενες – εκκαλούσες επαναφέρουν τον και πρωτοδίκως προβληθέντα αμυντικό ισχυρισμό τους ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής, με την οποία επιδιώκεται υπό του ενάγοντος η ικανοποίηση υπέρογκων αξιώσεων που τους δημιουργούν τεράστιο οικονομικό βάρος, είναι καταχρηστική. Ειδικότερα, οι εναγόμενες, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σελ. 23 επ.), υπό του τίτλου «Επικουρικώς – ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος» αφού ισχυρίσθηκαν, παραθέτοντας και σχετική νομολογία, ότι η άσκηση αξίωσης από εκτέλεση εργασίας πάνω από τα νόμιμα όρια, ελέγχεται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και περαιτέρω, αφού επικαλέσθηκαν νομολογία των Δικαστηρίων κατά την οποία δύναται να χαρακτηριστεί καταχρηστική η εργασία που εκτελέσθηκε, πέραν των νομίμων ορίων, υπό του εργαζομένου, παρά τη ρητή προηγούμενη απαγόρευση του εργοδότη, επικαλούμενες επιπλέον ότι με βάση ρητές εντολές αυτών (εναγομένων) η εκτέλεση υπερωριακής εργασίας επί των εν λόγω πλοίων, τελούσε υπό απαρεγκλίτως τηρουμένη διαδικασία που δεν αμφισβητήθηκε υπό του ενάγοντος, ισχυρίσθηκαν επιπλέον ότι, ο ενάγων με θετικές ενέργειές του, δημιούργησε σε αυτές την εύλογη βεβαιότητα ότι δεν θα ασκήσει τις ένδικες απαιτήσεις του. Ειδικότερα ισχυρίσθηκαν ότι (1) αυτός (ενάγων), ουδέποτε όχλησε αυτές (εναγόμενες) προς εξόφληση των επίδικων απαιτήσεών του, καθώς επίσης ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για δήθεν μη καταβολή της προσήκουσας αμοιβής του, (2) ο ίδιος (ενάγων) ελάμβανε τις οικειοθελείς παροχές που αυτές του κατέβαλαν, καθώς και αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, χωρίς ουδέποτε αυτός (ενάγων) να εγείρει έτερες αξιώσεις, (3) αυτός (ενάγων) παρέλαβε και υπέγραψε ανεπιφύλακτα τις αναλυτικές αποδείξεις του, προφανώς εννοώντας τις αποδείξεις μισθοδοσίας, χωρίς να εκφράσει αντιρρήσεις ως προς το ύψος των βασικών ή πρόσθετων αμοιβών, οι οποίες κατετίθεντο σε τραπεζικό του λογαριασμό, (4) υπέγραφε, άνευ επιφυλάξεως, τις μηνιαίες καταστάσεις της υπερωριακής του απασχόλησης, (5) με τη σύνταξη και υπογραφή υπ’ αυτού των μηνιαίων δελτίων ωρών εργασίας του, κατ’ ουσίαν αναγνώριζε και διαβεβαίωνε αυτές (εναγόμενες) ότι δεν υπάρχουν ώρες εργασίας του που δεν περιλαμβάνονται στα εν λόγω έγγραφα, (6) ο ίδιος, ουδέποτε κατά την πολυετή εργασιακή σχέση τους, προέβαλε οιαδήποτε αξίωση, παρά οψίμως, αφού αποχώρησε από την εργασία του άσκησε τις ένδικες αξιώσεις του, ως προς τις οποίες υπήρχε η ανά μισθολογική περίοδος άμεση και ρητή διαβεβαίωση αυτών (εναγομένων) υπό του ενάγοντος ότι δεν υφίστανται αξιώσεις σε βάρος τους και (7) οι ίδιες (εναγόμενες), καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, του κατέβαλαν αποδοχές ανώτερες των νομίμων. Τέλος, ισχυρίσθηκαν ότι, το ύψος των ενδίκων απαιτήσεων είναι υψηλό, με αποτέλεσμα να τους προκαλείται τεράστιο οικονομικό βάρος, τυχόν δε καταβολή τους θα έχει δυσβάσταχτες συνέπειες για τις ίδιες και τους εργαζομένους τους. Στα πλαίσια του υπό κρίση εβδόμου λόγου έφεσης, οι εναγόμενες ισχυρίσθηκαν επιπλέον ότι, πέραν της ανυπαρξίας οποιασδήποτε διαμαρτυρίας ή όχλησης από την πλευρά του εφεσιβλήτου – ενάγοντος, αυτός προέβη δια θετικών ενεργειών στη δημιουργία σε αυτές της εύλογης βεβαιότητας ότι δεν υφίστανται και δεν θα ασκήσει απαιτήσεις όπως οι ένδικες, αφού απασχολήθηκε για λογαριασμό τους επί πολλά έτη, όπερ δεν θα έπραττε εάν είχε το οιοδήποτε παράπονο. Επιπλέον, στα πλαίσια του ιδίου λόγου έφεσης, ισχυρίσθηκαν ότι, οι ένδικες απαιτήσεις είναι υψηλές και δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση, αλλά αποτελεί συνέχεια της πρακτικής που έχει επικρατήσει να ασκούνται πανομοιότυπες αγωγές από ναυτικούς με τους οποίους αυτές είχαν μακρά και αρμονική συνεργασία και προς υποστήριξη των οποίων ο ένας εργαζόμενός τους να καταθέτει υπέρ του ετέρου, με αποτέλεσμα να προκαλείται σε αυτές τεράστιο οικονομικό βάρος. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγομένων, απερρίφθησαν υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως ως μη νόμιμοι, διότι τα επικαλούμενα από αυτές περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν δύνανται να συγκροτήσουν το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η περιγραφόμενη συμπεριφορά του ενάγοντος συνιστά αδράνεια και όχι θετική συμπεριφορά ικανή να δημιουργήσει στις εναγόμενες – εργοδότριες αυτού, την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά του. Με τον υπό κρίση έβδομο λόγο της κρινόμενης έφεσης, οι εναγόμενες διατείνονται ότι, κατ’ εσφαλμένη του νόμου ερμηνεία και εφαρμογή, ο ανωτέρω ισχυρισμός τους κρίθηκε ως μη νόμιμος. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο, είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου, είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με τη δική του (υπόχρεου) συμπεριφορά, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 529/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για το παραδεκτό της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε, να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι, τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 472Λ983 ΑΠ 1215/2021 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Από δε τη διάταξη του άρθρου 527 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στην κατ` έφεση δίκη είναι κατ` εξαίρεση παραδεκτή η προβολή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη ή προτάθηκαν απαραδέκτως, όταν οι ισχυρισμοί αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι, για να θεωρηθεί ως παραδεκτώς προτεινόμενη στο Εφετείο ένσταση, που δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα, ήτοι εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, ολόκληρος ο ισχυρισμός που συνιστά την ένσταση, ήτοι καθόλα τα επί μέρους πραγματικά αυτού στοιχεία. Στην πιο πάνω εξαίρεση υπάγονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την, από το άρθρο 281 ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος [ΑΠ 1215/2021 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Η υπό κρίση ένσταση με το περιεχόμενο αυτής, όπως αναπτύχθηκε με τις προτάσεις που κατετέθησαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ορθώς απερρίφθη υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως ως μη νόμιμη, το δε πρωτοβάθμιο δικαστηρίου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο κατά τούτο, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα από τις εναγόμενες πραγματικά περιστατικά, δεν συγκροτούν το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ. Πράγματι, και υπό την εκδοχή ότι ο ενάγων ρητά διαβεβαίωνε τις εναγόμενες ανά μισθολογική περίοδο ότι δεν διατηρεί αξιώσεις σε βάρος τους, όπως αυτές (εναγόμενες) διατείνονται, αυτός (ενάγων), δεν μπορεί να στερηθεί του δικαιώματός του στη δικαστική επιδίωξη των νόμιμων απαιτήσεών του από την παροχή της εργασίας του, έστω και αν υπέγραφε ανεπιφύλακτα τις αποδείξεις μισθοδοσίας και τις καταστάσεις υπερωριών, ενόψει του ότι, κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου, έστω και υπό τη μορφή της άφεσης χρέους, από το δικαίωμα να λάβει τα κατά νόμο ελάχιστα όρια των αποδοχών του (Α.Π. 1569/2017, Α.Π. 1554/2011, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, μόνη η ανοχή του εργαζομένου ως προς την καταβολή μειωμένων αποδοχών, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της αξίωσής του για την καταβολή σ’ αυτόν των νόμιμων ελάχιστων αποδοχών του (Α.Π. 1158/2009, Α.Π. 1203/2000, Εφ.Πειρ. 48/2021, Εφ.Πειρ. 464/2021, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 173/2022, Εφ.Πειρ. 549/2022, Εφ.Πειρ. 397/2020, Εφ.Πειρ.670/2019, www.efeteio-peir.gr). Στην προκειμένη περίπτωση, η περιγραφόμενη στάση του ενάγοντος και δη η μη όχληση των εναγομένων ως προς την εξόφληση των ενδίκων απαιτήσεών του, η μη διαμαρτυρία του για τη μη καταβολή της προσήκουσας αμοιβής του, η υπ’ αυτού (ενάγοντος) λήψη των οικειοθελών παροχών που του κατέβαλαν οι εναγόμενες, καθώς και της αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση, χωρίς ουδέποτε να εγείρει ζήτημα ετέρων αξιώσεών του, η υπό του ιδίου (ενάγοντος) αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη παραλαβή των αποδείξεων μισθοδοσίας, χωρίς να εκφράσει αντίρρηση ως προς το ύψος των αμοιβών του, που κατετίθοντο σε τραπεζικό του λογαριασμό, η ανεπιφύλακτη υπ’ αυτού υπογραφή των μηνιαίων καταστάσεων της υπερωριακής του απασχόλησης, η άσκηση των ενδίκων αξιώσεών του με τη λήξη της συνεργασίας των διαδίκων, συνιστά αδράνεια και όχι θετική συμπεριφορά του, ώστε να αρκεί για τη δημιουργία στις εργοδότριες – εναγόμενες της εύλογης πεποίθησης ότι δεν πρόκειται να ασκήσει τις επίδικες αξιώσεις του. Θετική συμπεριφορά, που θα μπορούσε να στηρίξει ισχυρισμό περί κατάχρησης δικαιώματος του ενάγοντος, θα συνιστούσε η υπογραφή του ενάγοντος σε μηνιαίες καταστάσεις υπερωριακής του απασχόλησης, αν τις σχετικές καταστάσεις συνέτασσε ο ίδιος και τις υπέβαλε προς έγκριση στις εργοδότριές του – εναγόμενες, οι οποίες θα τις ενέκριναν και εν συνεχεία εκείνος (ενάγων) αμφισβητούσε τον αριθμό των υπερωριών που ο ίδιος υποστήριξε εξαρχής ότι πραγματοποίησε. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η μη αμφισβήτηση της ορθότητας των εγγραφών στις μηνιαίες καταστάσεις υπερωριών ή στις αποδείξεις πληρωμής του εργαζόμενου ναυτικού, συνιστά απλή ανοχή προς αποφυγή του κινδύνου λύσης της εργασιακής σχέσης με πρωτοβουλία του εργοδότη (Εφ.Πειρ. 435/2022, Εφ.Πειρ. 593/2021, Εφ.Πειρ. 464/2021, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Πειρ. 464/2021, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αόριστη αναφορά των εναγομένων δια της φράσεως «… Ο αντίδικος, με τη σύνταξη και υπογραφή των μηνιαίων δελτίων ωρών εργασίας του, κατ’ ουσίαν αναγνώριζε και διαβεβαίωνε την εταιρεία μας ότι δεν υπάρχουν ώρες εργασίας του που δεν περιλαμβάνονται στα εν λόγω έγγραφα…» δεν περιλαμβάνει σαφή ισχυρισμό ότι ο ενάγων ήταν αυτός που συνέτασσε τις προσκομιζόμενες Μηνιαίες Καταστάσεις Υπερωριών του πληρώματος και περαιτέρω ότι, αυτός (ενάγων) υπέβαλε αυτές προς έγκριση στις εναγόμενες. Ειδικώς οι αιτιάσεις των εναγομένων ότι κατέβαλαν στον ενάγοντα υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, άνευ άλλου τινός, δεν οδηγεί σε καταχρηστική εκ μέρους του αξίωση καταβολής των ενδίκων απαιτήσεών του. Εξάλλου, μόνο το οικονομικό κόστος που θα προκαλέσει στις εναγόμενες η ευδοκίμηση της ένδικη αγωγής, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (Εφ.Πειρ. 549/2022, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Πειρ. 464/2021, ό.α.). Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι με βάση ρητές εντολές τους, η εκτέλεση υπερωριακής εργασίας τελούσε υπό ορισμένη διαδικασία η οποία ετηρείτο απαρέγκλιτα και δεν αμφισβητήθηκε υπό του ενάγοντος τυγχάνει μη νόμιμος διότι, πέραν του γεγονότος ότι δεν παρατίθεται η ορισμένη αυτή διαδικασία η οποία έπρεπε να τηρηθεί προκειμένου να πραγματοποιηθεί υπερωριακή εργασία υπό του ενάγοντος, οι εναγόμενες δεν αναφέρουν ότι, εν προκειμένω, ρητώς απαγόρευσαν στον ενάγοντα, προ της υπ’ αυτού παροχής της ανωτέρω αποδειχθείσας υπερωριακής εργασίας, την παροχή αυτής. Τέτοια αναφορά, δεν δύναται να εκτιμηθεί ότι περιέχεται με την παράθεση υπό των ιδίων (εναγομένων), νομολογίας των Δικαστηρίων [κατά την οποία, τυγχάνει καταχρηστική η αξίωση καταβολής αμοιβής για υπερωριακή εργασία που πραγματοποιήθηκε από εργαζόμενο παρά την προηγούμενη ρητή απαγόρευση από τον εργοδότη του], εφόσον εν προκειμένω δεν αναφέρεται, ως προεκτέθηκε, ότι αυτές (εναγόμενες) ρητώς απαγόρευσαν στον ενάγοντα, προ της παροχής υπ’ αυτού της αποδειχθείσας ανωτέρω υπερωριακής εργασίας, την παροχή της εν λόγω εργασίας και παρά ταύτα ο ενάγων αυτοβούλως παρείχε εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά απέρριψε τον επίμαχο ισχυρισμό των εναγομένων και, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της απορριπτικής κρίσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, ο ερευνώμενος λόγος θα πρέπει απορριφθεί. Οι εναγομένες δια του εβδόμου λόγου της ένδικης εφέσεως ισχυρίζονται επιπλέον των ανωτέρω ότι, η συμπεριφορά του ενάγοντος και δη η από μέρους του διεκδίκηση των ενδίκων απαιτήσεών του, τυγχάνει καταχρηστική και εκ του λόγου ότι, προέβη σε θετικές ενέργειες, οι οποίες τους δημιούργησε την εύλογη βεβαιότητα ότι δεν υφίστανται και δεν θα ασκήσει απαιτήσεις όπως οι ένδικες, διότι, όπως και ο ίδιος συνομολόγησε, απασχολήθηκε από τις εναγόμενες επί πολλά έτη, όπερ δεν θα έπραττε, αν υπήρχε το παραμικρό παράπονο. Ο ισχυρισμός, εν τούτοις, αυτός πέραν του γεγονότος ότι προβάλλεται απαραδέκτως κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ, εφόσον ως περιστατικό δεν αναφέρθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η δε επικαλούμενη ομολογία του ενάγοντος, κατά τον ίδιο ισχυρισμό καλύπτει μόνον το γεγονός ότι εργάσθηκε στις εναγόμενες επί πολλά έτη, κατά το δεύτερο δε σκέλος του ότι δηλαδή δεν θα έπραττε τούτο ο ενάγων αν είχε οιοδήποτε παράπονο σε βάρος τους, αποτελεί εκτίμηση των εναγομένων, δεν δύνανται κατά νόμο να συγκροτήσει το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, διότι το γεγονός ότι ο ενάγων, ο οποίος εγείρει αξιώσεις από τη συνεργασία του με τις εναγόμενες από την 3-1-2022 και εφεξής, συνέχισε να ναυτολογείται στα ανωτέρω πλοία της και δη στο πρώτο εξ αυτών έως την 17-5-2023, δεν είναι ικανό να δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση στις εναγόμενες ότι δεν πρόκειται να ασκήσει τις τυχόν αξιώσεις του από προηγούμενες, της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του, ναυτολογήσεις του, σε κάθε δε περίπτωση η περιγραφόμενη με τον ισχυρισμό αυτό συμπεριφορά του ενάγοντος – εργαζομένου και αληθής υποτιθέμενη, δεν κρίνεται ότι υπερβαίνει και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος του ενάγοντος να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του. Τέλος, οι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για πρώτη φορά στα πλαίσια της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ αναφορές των εναγομένων ότι οι εργαζόμενοί τους κατόπιν μιας αρμονικής και μακράς συνεργασίας ασκούν αγωγές σε βάρος τους και μάλιστα προβάλλοντας πανομοιότυπες απαιτήσεις, αξιώνοντας υπέρογκες αποδοχές, στις οποίες ο ένας εργαζόμενος ενάγων εξετάζεται ως μάρτυρας στην αγωγή του ετέρου εργαζομένου τους, εκτιμώνται ως άρνηση των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος. Επομένως, τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά υπό των εναγομένων, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό μεταξύ τους, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος. Κατά συνέπεια, ο έβδομος λόγος της ένδικης έφεσης τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του.
Κατόπιν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει αμφότερες οι ένδικες εφέσεις να γίνουν δεκτές ως εν μέρει βάσιμες στην ουσία τους, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και κατά το μη ανατραπέν μέρος αυτής, ήτοι καθό μέρος με την εκκαλουμένη απόφαση επιδικάσθηκε σε βάρος της πρώτης εναγομένης το ποσό των ευρώ 247,28 και το ποσό των ευρώ 58,32, ως αποζημίωση λόγω μη χορήγησης των νομίμων διανυκτερεύσεων του ενάγοντος εκτός του πρώτου πλοίου κατά το έτος 2023 και εκτός του δεύτερου πλοίου κατά το έτος 2022, αντίστοιχα, αφού κατά τούτο ο πέμπτος λόγος έφεσης της πρώτης εναγομένης απερρίφθη ως αβάσιμος στην ουσία του, για την ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτελέσεώς της (ΑΠ 748/1984, Δνη 26/642, ΜονΕφΠειρ. 605/2014, αδημ. ΕφΠειρ. 700/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 277/2005, ΔΕΕ 2005/685, ΕφΠειρ. 91/2004, Πειρ. Νομ. 2004/160) και, αφού η υπόθεση κρατηθεί προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο πρέπει, η ένδικη αγωγή, η οποία τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 652, 653, 655, 340, 341, 345, 346, 481, 904 ΑΚ, 68, 70, 176 ΚΠολΔ, 1, 2, 53, 54, 60, 72, 75 παρ. 2 εδ. β, 76 εδ.α, 82, 84 και 106 του ΚΙΝΔ, άρθρο μόνο της ΥΑ 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/7.1.82 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς» και των ανωτέρω ΣΣΝΕ και επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων, αφού στο ελάχιστο περιεχόμενο της αυτής (ένδικης αγωγής) αναφορικά με την αξιούμενη αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση ο ενάγων αναφέρει το σύνολο των ωρών της υπερωριακής εργασίας ανά ημέρα, χωρίς για το ορισμένο αυτής να απαιτείται, ως οι εναγόμενες υποστηρίζουν, η αναφορά των επιμέρους εργασιών που ο ενάγων εκτέλεσε τις ώρες αυτές και τις ανάγκες του πλοίου που επέβαλαν την υπερωριακή του εργασία, καθώς και τα ειδικότερα καθήκοντα του Υποναυκλήρου εν πλω και στο λιμάνι, αφού το περιεχόμενο των εργασιών που παρείχε προκύπτει από την αναφορά της ειδικότητας και του βαθμού του ενάγοντος ναυτικού, δεδομένου ότι το είδος και η φύση των καθηκόντων κάθε ναυτικού και των εργασιών που αυτός εκτελεί κατά τον πλου ή όταν το πλοίο ναυλοχεί, καθορίζονται λεπτομερώς από τους κανονισμούς εργασίας και τις ναυτικές συνήθειες [ΕΠ 636/2021 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς], πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως και ουσιαστικά βάσιμη και [Α] να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων ογδόντα έξι ευρώ και ενός λεπτού [5.086,01 ευρώ] (1.733,56 + 2.540,98 + 267,12 + 241,28 + 97,31 + 147,44 + 58,32=) ως διαφορές αποδοχών υπερωριακής απασχόλησης κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, καθόν χρόνο ο ενάγων εργάσθηκε στο πρώτο των ενδίκων πλοίων και εργοδότρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, καθώς και ως διαφορές αποδοχών υπερωριακής απασχόλησης κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, πρόσθετη αμοιβή δρομολογίων εξπρές, αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων 2022 και αποζημίωση για μη ληφθείσα μία άδεια διανυκτέρευσης, καθόν χρόνο ο ενάγων εργάσθηκε στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων, αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο το ποσό των ευρώ (4.274,54) από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησης του ενάγοντος από το πρώτο πλοίο ήτοι από την 18.5.2023 και το υπόλοιπο ποσό των ευρώ (811,47) από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησης του ενάγοντος από το δεύτερο πλοίο ήτοι από την 22.10.2022 μέχρι την εξόφληση, όπως και πρωτοδίκως κρίθηκε αναφορικά με το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας του επιδικασθέντος ποσού, χωρίς εναντίον της σχετικής διάταξης της εκκαλουμένης απόφασης να εγείρεται από τους διαδίκους οποιαδήποτε αντίρρηση και [Β] να αναγνωρισθεί ότι (i) η πρώτη εναγομένη επιπλέον του ανωτέρω ποσού οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι τριών λεπτών [5.894,23 ευρώ] (3.184,76 + 1.254,00 + 261,62 + 466,90 + 129,71 + 349,96 + 247,28 =) ως πρόσθετη αμοιβή δρομολογίων εξπρές, υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2022, υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2022, υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2023, υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2023, αποζημίωση λόγω μη λήψης άδειας διανυκτέρευσης κατά το έτος 2022 και κατά το έτος 2023, αντίστοιχα, από την εργασία του στο πρώτο των ενδίκων πλοίων καθόν χρόνο εργοδότρια αυτού ήταν η πρώτη εναγομένη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησης του ενάγοντος από το πρώτο πλοίο ήτοι από την 18.5.2023, μέχρι την εξόφληση, όπως και πρωτοδίκως κρίθηκε αναφορικά με το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας του επιδικασθέντος ποσού, χωρίς εναντίον της σχετικής διάταξης της εκκαλουμένης απόφασης να εγείρεται από τους διαδίκους οποιαδήποτε αντίρρηση και (ii) αμφότερες οι εναγόμενες, ενεχόμενες εις ολόκληρον, της πρώτης δια του πρώτου των ενδίκων πλοίων της και έως της αξίας του, οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των έξι χιλιάδων διακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών [6.228,75 ευρώ] (535,49 + 2.246,25 + 1.652,31 + 1.794,70 =) ως διαφορές αποδοχών υπερωριακής απασχόλησης κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, ως πρόσθετη αμοιβή δρομολογίων εξπρές και ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2022, αντίστοιχα, για την εργασία του ενάγοντος στο πρώτο των ενδίκων πλοίων, οπότε τον εφοπλισμό αυτού είχε η δεύτερη εναγομένη, με το νόμιμο τόκο από την 18.5.2023, μέχρι την εξόφληση, όπως και πρωτοδίκως κρίθηκε αναφορικά με το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας του επιδικασθέντος ποσού, χωρίς εναντίον της σχετικής διάταξης της εκκαλουμένης απόφασης να εγείρεται από τους διαδίκους οποιαδήποτε αντίρρηση. Κατόπιν αυτών, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του υποβληθέντος με το δικόγραφο της έφεσης στο Δικαστήριο τούτο αιτήματος της εκκαλούσας – δεύτερης εναγομένης για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την εκ μέρους της καταβολή στον ενάγοντα του χρηματικού ποσού των δύο χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (2.779,97 €), ως προς το οποίο η εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, πλέον τόκων, αφού το χρηματικό ποσό της τελεσίδικης επιδίκασης υπερβαίνει το καταβληθέν. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αίτημα, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 106, 176, 178 αριθμ.1, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των εξόδων του ενάγοντος σε βάρος των εναγομένων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 7.8.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………/8.8.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) έφεση και την από 29.8.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………/29-8-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν αμφότερες τις ένδικες εφέσεις, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 4068/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εξεδόθη, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει εξαρχής την υπόθεση επί της από 27.12.2023 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογράφου ………../27.12.2023) αγωγής.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανωτέρω αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων ογδόντα έξι ευρώ και ενός λεπτού [5.086,01 ευρώ] με το νόμιμο τόκο το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (4.274,54 ευρώ) από την 18.5.2023 και το υπόλοιπο ποσό των οκτακοσίων ένδεκα ευρώ και σαράντα επτά λεπτών (811,47 ευρώ) από την 22.10.2022 μέχρι την εξόφληση.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η πρώτη εναγομένη, επιπλέον των ανωτέρω, οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι τριών λεπτών [5.894,23 ευρώ], με το νόμιμο τόκο από την 18.5.2023, μέχρι την εξόφληση.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι αμφότερες οι εναγόμενες, ενεχόμενες εις ολόκληρον, της πρώτης εναγομένης δια του πλοίου της C και έως της αξίας αυτού, οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, το συνολικό χρηματικό ποσό των έξι χιλιάδων διακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών [6.228,75 ευρώ], με το νόμιμο τόκο από την 18.5.2023, μέχρι την εξόφληση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος αμφοτέρων των εναγομένων μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ και επιπλέον των ανωτέρω σε βάρος της πρώτης εναγομένης για την ίδια αιτία το ποσό των πεντακοσίων πενήντα (550) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 21.8.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ