ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩN
Αριθμός απόφασης 765/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από την Δικαστή, Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα, E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………., για να δικάσει τις κάτωθι υποθέσεις:
Α. [(πιν. 08) ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ ΕΦΕΣΗ]:
Της επικουρικά εκκαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας: Ναυτιλιακής εταιρείας πλοίων αναψυχής (ΝΕΠΑ), με την επωνυμία «…………» και Α.Φ.Μ. ….. Δ.Ο.Υ. Πλοίων, που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Άννας Κοζώνη (ΑΜ/ΔΣΠ …..) και κατέβαλε το με Νο ……./05.06.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Της επικουρικά εφεσίβλητης – παρεμπιπτόντως εναγόμενης: Ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στη ……… Αττικής, επί της οδού ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …….., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου, Ανάργυρου Κουτσούκου (ΑΜ/ΔΣΠ ………), με δήλωση (άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατέβαλε το με Νο Α632187/04.06.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Β. [(πιν. 11) ΚΥΡΙΑ ΕΦΕΣΗ]:
Της εκκαλούσας – ενάγουσας – καθ΄ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ναυτικής εταιρείας, με την επωνυμία «………….», με Α.Φ.Μ. ……….. Δ.Ο.Υ. Πλοίων, που εδρεύει στα ….. Σαλαμίνας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της ΔΕ ΣΤΕΦΑΣ – ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (με ΑΜ ……), Χρήστου Στέφα (ΑΜ ……….), με δήλωση (άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) [δυνάμει του από 04.06.2025 πληρεξουσίου εγγράφου με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του νόμιμου εκπροσώπου αυτής, Παναγιώτη Λαγούτου του Στυλιανού (σχ. η από 18.2.2025 ΑΠ ……../2025 βεβαίωση του Υπ. Ναυτ. περί της ισχύουσας νόμιμης εκπροσώπησης)] και η οποία (ΔΕ) κατέβαλε το με Νο …………/04.06.2025ξ γραμμάτιο προείσπραξης του ΔΣΠ.
α)Της εφεσίβλητης – εναγόμενης – παρεμπιπτόντως ενάγουσας – ανακοινούσας την δίκη – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ναυτιλιακής εταιρείας πλοίων αναψυχής (ΝΕΠΑ), με την επωνυμία «………….» και Α.Φ.Μ. ………. Δ.Ο.Υ. Πλοίων, που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Άννας Κοζώνη (ΑΜ/ΔΣΠ ……….) και κατέβαλε το με Νο …………/05.06.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
β)Της εφεσίβλητης – παρεμπιπτόντως εναγόμενης – προς ην η ανακοίνωση της δίκη – προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στη …… Αττικής, επί της οδού ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …….., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου, Ανάργυρου Κουτσούκου (ΑΜ/ΔΣΠ …….), με δήλωση (άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατέβαλε το με Νο …………/04.06.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά {τακτική διαδικασία – τμ. Ναυτικών διαφορών} ασκήθηκαν τα εξής δικόγραφα: 1) Η από 17.12.2019 (κύρια) αγωγή [με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου, αντίστοιχα, ………../17.12.2019] από την υπό Β εκκαλούσα της κύριας έφεσης εναντίον της υπό Βα΄ εφεσίβλητης – υπό Α΄ επικουρικά εκκαλούσας, 2)Η από 08.01.2020 ανακοίνωση δίκης — προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση — παρεμπίπτουσα αγωγή [με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου, αντίστοιχα, ………../10.01.2020], από την υπό Α επικουρικά εκκαλούσα, υπό Βα΄ εφεσίβλητη, εναντίον της υπό Α επικουρικά εφεσίβλητης, υπό Ββ΄ κυρίως εφεσίβλητης και 3)Η από 12.03.2020 επικουρική – απλή πρόσθετη παρέμβαση [με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου, αντίστοιχα, ……………/12.03.2020] της υπό Α επικουρικά εφεσίβλητης – υπό Ββ εφεσίβλητης. Η συζήτηση των δικογράφων, μετά το πέρας των προθεσμιών εκ της διάταξης του άρθρου 237 ΚΠολΔ, προσδιορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, του Πρωτοδικείου Πειραιά, για το υπό τον αρ. 1 υπό κρίση δικόγραφο, με την από 23.10.2020 έκθεση ορισμού δικασίμου και για τα υπό τους αρ. 2 και 3 δικόγραφα, με τις από 26.10.2020 εκθέσεις ορισμού δικασίμου, άπαντα για την δικάσιμο της 24ης .11.2020 και γράφτηκαν στο πινάκιο. Αφού συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, αρχικά η υπ΄ αριθμ. 1506/2021 μη οριστική και στη συνέχεια η με αρ. 313/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δέχτηκε την πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε τις, κύρια και παρεμπίπτουσα, αγωγές. Την τελευταία αυτή οριστική απόφαση προσέβαλαν οι ηττηθείσες διάδικοι, κυρίως και παρεμπιπτόντως ενάγουσες, αντίστοιχα, με τις από 14.09.2023 και 09.09.2024, κύρια και επικουρική, αντίστοιχα, εφέσεις, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ορίστηκε, δε, αρχικά δικάσιμος για την κύρια έφεση η 19η .09.2024 και, μετά από αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, για την οποία και είχε οριστεί το πρώτον δικάσιμος για την συζήτηση της επικουρικής έφεσης και γράφτηκαν στο πινάκιο (αρ. πιν. 11 και 8 αντίστοιχα). Οι εφέσεις συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο και συζητήθηκαν, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω αναγράφεται ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σε περίπτωση απόρριψης της κύριας αγωγής και άσκησης έφεσης εκ μέρους του κυρίως ενάγοντος, η έφεση του κυρίως εναγόμενου (και παρεμπιπτόντως ενάγοντος) κατά του παρεμπιπτόντως εναγόμενου είναι επικουρική και τελεί υπό την αίρεση της ευδοκίμησης της έφεσης του κυρίως ενάγοντος, διότι, άλλως, ο παρεμπιπτόντως ενάγων στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση. Το έννομο αυτό συμφέρον δημιουργείται, το πρώτον, με την παραδοχή της έφεσης του κυρίως ενάγοντος, ανατρέχει, όμως, κατά τη φύση και το σκοπό της αίρεσης, υπό την οποία τελεί η έφεση του εναγόμενου (και παρεμπιπτόντως ενάγοντος), στο χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, τούτο, δε, διότι η παρεμπίπτουσα αγωγή έχει εκ των πραγμάτων επικουρικό χαρακτήρα, ήτοι εξετάζεται μόνο σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής, ενώ εάν η κύρια αγωγή απορριφθεί, το δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής δεν εξετάζεται, ως άνευ αντικειμένου. Επομένως, προκειμένου να μεταβιβαστεί η υπόθεση στο Εφετείο και κατά το μέρος αυτό, καθ’ όσον δηλαδή αφορά στην παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει να ασκήσει έφεση (επικουρική) και ο παρεμπιπτόντως ενάγων της αγωγής αυτής, ζητώντας την επανεξέτασή της, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση του κυρίως ενάγοντος (ΑΠ 1597/2011, ΑΠ 1037/2010, ΕφΘεσ 2152/2017 ΝΟΜΟΣ).
Ι. Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι εξής εφέσεις εναντίον της υπ΄ αριθμ. 313/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά {τακτική διαδικασία – τμ. Ναυτικών διαφορών} : 1) Η υπό Α από 09.09.2024 επικουρική έφεση της ναυτιλιακής εταιρείας πλοίων αναψυχής (ΝΕΠΑ), με την επωνυμία «……….» κατά της ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία «……………», η οποία κατατέθηκε νομότυπα στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, ………../09.09.2024 και για προσδιορισμό δικασίμου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, ……………./09.09.2024, για την οποία δικάσιμος ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και έλαβε αριθμό πινακίου ….. και 2) Η υπό Β από 14.09.2023 κύρια έφεση της ναυτικής εταιρείας, με την επωνυμία «…………….», η οποία κατατέθηκε νομότυπα στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, ………../15.09.2023 και για προσδιορισμό δικασίμου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, ………../15.09.2023, για την οποία δικάσιμος ορίστηκε αρχικά η 19.09.2024 (αρ. πιν. ……) και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και έλαβε αριθμό πινακίου ……
ΙΙ. Οι εφέσεις αρμοδίως φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει, επομένως, να γίνουν τυπικά δεκτές, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2, 520, 523 και 524 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης υπ΄ αριθμ. 313/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ούτε παρήλθε η νόμιμη διετής (2ετής) καταχρηστική προθεσμία από την δημοσίευσή της, στις 31.01.2023, έως την κατά τα άνω κατάθεσή τους στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Για το παραδεκτό, δε, της συζήτησης των εφέσεων καταβλήθηκε, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, για κάθε μία έφεση το απαιτούμενο e – παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ, που αναφέρεται στις εκθέσεις κατάθεσής τους και ειδικότερα: 1)Για την υπό Α επικουρική έφεση, το με αρ. παραβόλου …../2024, σε συνδυασμό με την απόδειξη επιτυχούς πληρωμής της τράπεζας eurobank και 2) Για την υπό Β κύρια έφεση το με αρ. ……../2023, σε συνδυασμό με την απόδειξη επιτυχούς πληρωμής της τράπεζας ALPHA BANK]. Πρέπει, δε, να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των ως άνω εκκρεμών ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εφέσεων, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και για οικονομία χρόνου και εξόδων (άρθρα 31 και 246 ΚΠολΔ).
III. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς {Νέα Τακτική – Τμ. Ναυτικών Διαφορών, ασκήθηκαν τα εξής δικόγραφα: 1) Η από 17.12.2019 (κύρια) αγωγή [με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου, αντίστοιχα, ………./17.12.2019] από την υπό Β εκκαλούσα της κύριας έφεσης εναντίον της υπό Βα΄ εφεσίβλητης – υπό Α΄ επικουρικά εκκαλούσας, 2)Η από 08.01.2020 ανακοίνωση δίκης — προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση — παρεμπίπτουσα αγωγή [με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου, αντίστοιχα, ………/10.01.2020], από την υπό Α επικουρικά εκκαλούσα, υπό Βα΄ εφεσίβλητη, εναντίον της υπό Α επικουρικά εφεσίβλητης, υπό Ββ΄ κυρίως εφεσίβλητης και 3)Η από 12.03.2020 επικουρική – απλή πρόσθετη παρέμβαση [με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου, αντίστοιχα, …………./12.03.2020] της υπό Α επικουρικά εφεσίβλητης – υπό Ββ΄ εφεσίβλητης, ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία «…………….». Η συζήτηση των δικογράφων, μετά το πέρας των προθεσμιών εκ της διάταξης του άρθρου 237 ΚΠολΔ, προσδιορίστηκε για την υπό τον αρ. 1, με την από 23.10.2020 και για τις υπό τους αρ. 2 και 3, με τις από 26.10.2020 εκθέσεις ορισμού δικασίμου, του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιά, για την δικάσιμο της 24.11.2020 και γράφτηκαν στο πινάκιο. Αφού συνεκδικάστηκαν εκδόθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων αρχικά η υπ΄ αριθμ. 1506/2021 μη οριστική και στη συνέχεια η με αρ. 313/2023 οριστική απόφαση. Η τελευταία δέχτηκε την πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε τις, κύρια και παρεμπίπτουσα, αγωγές. Την υπ΄ αριθμ. 313/2023 οριστική απόφαση προσέβαλαν οι ηττηθείσες διάδικοι, ενάγουσα και εναγόμενη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα, αντίστοιχα, με τις (υπό Ι) κύρια και επικουρική, αντίστοιχα, εφέσεις τους.
IV. Με την από 17.12.2019 (κύρια) αγωγή της ναυτικής εταιρείας, με την επωνυμία «………………», η ενάγουσα εξέθετε ότι ασχολείται κατ΄ επάγγελμα μεταξύ άλλων και με υπηρεσίες ρυμουλκικών και σωστικών υπηρεσιών σε κινδυνεύοντα πλοία και ότι είναι πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία ρυμουλκού (ρ-κ) – ναυαγοσωστικού (ν-γ) «Χ», νηολογίου Πειραιά. Ότι, στις 10 και 11 Αυγούστου του έτους 2019, προσέφερε στο κινδυνεύον πλοίο, με το όνομα «Δ», πλοιοκτησίας της εναγόμενης, ναυτιλιακής εταιρείας πλοίων αναψυχής (ΝΕΠΑ), με την επωνυμία «……………..», υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής. Ότι το ωφέλιμο αποτέλεσμα της αρωγής ήταν η διάσωση του πλοίου, η αξία του οποίου, κατά τον χρόνο εκείνο, ανερχόταν στο ποσό των εκατόν εξήντα χιλιάδων (160.000) ευρώ. Κατόπιν αυτών, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει ως εύλογη αμοιβή για τις προσφερθείσες υπηρεσίες της επιθαλάσσιας αρωγής, στο πλοίο της, το ποσό των ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων (84.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της διάσωσης του πλοίου, λόγω του εμπορικού χαρακτήρα της διαφοράς, κατ’ άρθρο 111 ΕισΝΑΚ, άλλως και επικουρικά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την αρχικά εκδοθείσα υπ΄ αριθμ. 1506/2021 μη οριστική απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιόν του, το οποίο είναι αρμόδιο καθ’ ύλην, λόγω ποσού (άρθρα 8, 9, 10, 12 1, 13 και 14 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τόπον (άρθρο 51 παρ. 1, 2 και 3Β περ. ιε’ ν. 2172/1993) ως εκ του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς, ότι είναι ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 6, 8, 12, 13 της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου, του έτους 1989, για την επιθαλάσσια αρωγή και σε αυτές των άρθρων 111 ΕισΝΑΚ, ως προς το κύριο περί τόκων αίτημα, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 24 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, κατά την οποία «το δικαίωμα του αρωγού για τόκους σε κάθε πληρωμή αμοιβής που οφείλεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση θα καθορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που εδρεύει το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της υπόθεσης» και 345 346 ΑΚ, ως προς το επικουρικό περί τόκων αίτημα, καθώς και στα άρθρα 176 και 907 ΚΠολΔ και ότι για το παραδεκτό της καταβλήθηκε το αναλογούν δικαστικό ένσημο (ηλεκτρονικό παράβολο …………….). Η εναγόμενη αρνήθηκε την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι δεν υφίστατο κίνδυνος, ούτε για το πλοίο της, ούτε για τους επιβάτες και ότι επρόκειτο για απλή ρυμούλκηση εκ μέρους της ενάγουσας, που έγινε με πρόσδεση που επιτεύχθηκε με την συνδρομή των τριών ατόμων που βρίσκονταν στο πλοίο της και όχι με τις ενέργειες του πληρώματος πλοίου της κυρίως ενάγουσας, ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν ειδικά τεχνικά μέσα ή εξοπλισμός και αμφισβήτησε τις επικαλούμενες από την ενάγουσα δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε (θετική ζημία της), την ισχυριζόμενη από αυτήν (κυρίως ενάγουσα) αξία του σκάφους της καθώς και αυτή του ναυαγοσωστικού — ρυμουλκού της ενάγουσας. Επικουρικά, δε, προέβαλε ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της κυρίως ενάγουσας, αμφισβητώντας την ιδιότητα του σκάφους της τελευταίας ως επαγγελματικού – ναυαγοσωστικού (ένσταση που έγινε δεκτή ως νόμιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και, επικουρικά, ισχυρίστηκε ότι οι ζημιές που προκάλεσε το πλοίο της ενάγουσας στο δικό της πλοίο, λόγω αμελούς πρόσδεσης ρυμούλκησης, ανέρχονται στο ποσό των 8.400, τις οποίες ζήτησε να αφαιρεθούν δια συμψηφισμού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω 1506/2021 μη οριστική απόφασή του έκρινε ότι ο τελευταίος ισχυρισμός μη νόμιμα προβάλλεται από την εναγόμενη ως ένσταση συμψηφισμού, καθώς συνιστά αρνητικό ισχυρισμό του ύψους της αμοιβής του αρωγού και εκτιμάται στην εν λόγω δίκη επιδίκασης της εύλογης αμοιβής του αρωγού στο πλαίσιο των κριτηρίων που θέτει το άρθρο 13 παρ. 1 της διεθνούς σύμβασης θαλάσσιας αρωγής και δη της (υπό στοιχείο α’) διασωθείσας αξίας του πλοίου και των άλλων περιουσιακών στοιχείων, ως και του (υπό στοιχείο γ’) μεγέθους της επιτυχίας που επιτεύχθηκε από τον αρωγό.
V. Με την συνεκδικαζόμενη από 08.01.2020 ανακοίνωση δίκης — προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση — παρεμπίπτουσα αγωγή, της (εναγόμενης στην κύρια αγωγή), ναυτιλιακής εταιρείας, πλοίων αναψυχής (ΝΕΠΑ), με την επωνυμία «…………..» στρεφόμενη εναντίον της προσεπικαλούμενης – παρεμπιπτόντως εναγόμενης, ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία «……………..», όπως αυτή παραδεκτά περιορίστηκε με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθειμένες προτάσεις της, με τροπή κατά το άρθρο 223 ΚΠολΔ του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, η εναγόμενη της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγουσα επικαλούμενη ότι έχει ασκηθεί εναντίον της η ως άνω κύρια αγωγή, το δικόγραφο της οποίας έχει ενσωματώσει στο εν λόγω δικόγραφό της, ισχυρίστηκε ότι έχει συνάψει σύμβαση ασφάλισης του πλοίου της με την προσεπικαλούμενη – παρεμπιπτόντως εναγόμενη, η οποία ίσχυε κατά το χρόνο που επήλθε ο κίνδυνος, για ασφαλιζόμενη αξία πλοίου 160.000 ευρώ (σκάφος — μηχανή — εξοπλισμός του), με εφαρμοστέο, κατά την συμφωνία των μερών, το αγγλικό δίκαιο και για τους ασφαλιζόμενους κινδύνους και με ενσωμάτωση των ρητρών των lnstitute Yachts Clauses που αναλυτικά εκθέτει στο δικόγραφό της. Ότι, μολονότι αρνείται την ύπαρξη αστικής της ευθύνης, με βάση το ιστορικό αυτό, προσεπικάλεσε την αντίδικό της, παρεμπιπτόντως εναγόμενη, να παρέμβει υπέρ αυτής στην κύρια δίκη και ζήτησε, σε περίπτωση εκεί ήττας της, να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, νομιμοτόκως από την καταβολή οποιουδήποτε ποσού μέχρι την πλήρη εξόφληση και να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την αρχικά εκδοθείσα υπ΄ αριθμ. 1506/2021 μη οριστική απόφασή του, η οποία ανακλήθηκε εν μέρει με την εκκαλουμένη, υπ΄ αριθμ. 313/2023, οριστική απόφαση, όσον αφορά την κρίση της πρώτηςκ περί του ορισμένου των κονδυλίων για τα έξοδα που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι δαπάνησε για την επικαλούμενη προσφορά της επιθαλάσσιας αρωγής, έκρινε ότι οι σωρευόμενες προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρονται προς συζήτηση ενώπιόν του (άρθρα 31 και 283 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία, ότι η επίδικη διαφορά διέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο από το αγγλικό δίκαιο ως συμφωνηθέν μεταξύ των διαδίκων και ότι από δικονομικής πλευράς η προσεπίκληση — παρεμπίπτουσα αγωγή είναι νόμιμη κατά τα άρθρα 88, 283 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δικονομικό δίκαιο επί των δικονομικών ζητημάτων (ελληνικό — lex fori) ως προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή — παρεμπίπτουσα αγωγή, ότι είναι αδιάφορη η άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής υπό αναγνωριστική μορφή, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της προσεπικαλούμενης ως μη νόμιμους, ότι η προσεπίκληση — παρεμπίπτουσα αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 2α, 5, 27, 55 παρ. 1, 57, 65 ΜΙΑ 1906 και 9.1.1, 15.2 IYC, το παρεπόμενο αίτημα περί επιδίκασης τόκων από την καταβολή οποιουδήποτε ποσού μετά την επίδοση της αγωγής και το αίτημα περί επιδίκασης δικαστικών εξόδων είναι νόμιμα κατά το δίκαιο του δικάζοντος Δικαστή (lex fori), ήτοι κατά το ελληνικό δίκαιο (άρθρα 346 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ) και απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, μετά την τροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.
VI.Η προσεπικαλούμενη παρεμπιπτόντως εναγόμενη με τις προτάσεις της προέβαλε ένσταση απαλλαγής της, λόγω παραβίασης της προσυμβατικής υποχρέωσης του ασφαλισμένου παρουσίασης του προς ασφάλιση κινδύνου, επικαλούμενη, μετά την κατάργηση των διατάξεων των άρθρων 18 έως 20 του ΜΙΑ 1906, τα άρθρα 3 έως και 8 του δεύτερου μέρους του lnsurance Act 2015 και ειδικότερα, αμφισβητώντας το κόστος των εργασιών ανακατασκευής και επανεξοπλισμού του πλοίου, το έτος 2017, για το οποίο δήλωσε η ασφαλισμένη εργασίες, ύψους 80.000 ευρώ, αντί των αληθινών, αξίας 20.000 ευρώ, επικαλούμενη ότι το πλοίο έφερε ελαττώματα, οφειλόμενα στον πεπαλαιωμένο εξοπλισμό του, που αποσιώπησε η ασφαλισμένη, τα οποία, εάν γνώριζε, θα είχε αρνηθεί την ασφάλισή του με τους ίδιους όρους και το ίδιο ασφάλιστρο και ισχυριζόμενη ότι η προταθείσα αξία του πλοίου, ποσού 160.000 ευρώ (τίμημα αγοράς 60.000 ευρώ + 80.000 ευρώ εργασίες ανακαίνισης + 20.000 ευρώ καπέλο), πόρρω απείχε της πραγματικής του αξίας. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα τής παρουσίασε πως θα χρησιμοποιούσε για τον πλου διπλωματούχο κυβερνήτη και επαγγελματικό πλήρωμα και ότι, ούτως, ενόψει της ασφαλούς γνώσης της ασφαλισμένης για τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την παράλειψή της να εφοδιάσει το σκάφος με φορητό εκκινητή των (πεπαλαιωμένων) συσσωρευτών ηλεκτρικού ρεύματος, που προκάλεσε την ακυβερνησία του πλοίου, λόγω αδυναμίας εκκίνησης των μηχανών, η ασφαλισμένη παραβίασε το καθήκον της έντιμης παρουσίασης του κινδύνου, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 3.1, 3.4, 4.2a, 7 Marine lnsurance Act. Ότι επειδή η συμπεριφορά αυτή της ασφαλισμένης συνιστά «ειδική παραβίαση» (“qualifying breach”) των υποχρεώσεών της, προβλεπόμενη στο άρθρο 8.1 έως 8.6 Marine lnsurance Act, που επισύρει τις συνέπειες που ορίζονται στα άρθρα 2 έως 5 του Παραρτήματος I αυτού και ήταν και σκόπιμη (“deliberate”) δήλωσε, κυρίως, ότι, όπως δικαιούται στην περίπτωση αυτή, υπολαμβάνει την σύμβαση ασφάλισης, δεδομένου ότι αυτή δεν έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα αλλά χαρακτηριστικά παιγνίου ή στοιχήματος (”wagering/ gaming contract”), ως εξαρχής άκυρη, αφισταμένη των συμβατικών της υποχρεώσεων (”avoid the contract”), υπαναχωρώντας από την σύμβαση αναδρομικά και παρακρατώντας το ασφάλιστρο. Ότι, επικουρικά και για την περίπτωση που κριθεί από το Δικαστήριο ότι η ειδική παραβίαση του προσυμβατικού καθήκοντος της έντιμης παρουσίασης του προς ασφάλιση κινδύνου από την προσεπικαλούσα — παρεμπιπτόντως ενάγουσα δεν ήταν «σκόπιμη» (“deliberate”) ή «ριψοκίνδυνη» (“reckless breach”), σύμφωνα με τα άρθρα 8(1)(α) του νόμου lnsurance Act 2015 και του άρθρου 4 του Πρώτου Μέρους του Παραρτήματος 1 του lnsurance Act, δηλώνει ότι υπαναχωρεί από την σύμβαση, λόγω παραβίασης του καθήκοντος της έντιμης παρουσίασης του προς ασφάλιση κινδύνου από την αντίδικό της, εξαιτίας παραβίασης εκ μέρους της τελευταίας των διατάξεων των άρθρων 3(1), 3(3)(b), 3(4) του ως άνω νόμου lnsurance Act 2015 αιτούμενη την απόρριψη τής εναντίον της προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής, προσφερόμενη στην επιστροφή του καταβληθέντος καθαρού ασφαλίστρου, ποσού 1.565,22 ευρώ. Ότι, επικουρικότερα και για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η ίδια (η προσεπικαλούμενη) εν γνώσει του «αληθινού προσώπου» του προτεινόμενου κινδύνου θα αποδεχόταν να καλύψει με διαφορετικούς, όμως, όρους ασφάλισης και υψηλότερο ασφάλιστρο τον κίνδυνο, όπως ορίζεται στο άρθρο 5(1) και (2) του Πρώτου Μέρους του Παραρτήματος 1 του lnsurance Act 2015 και, δη, υπό τους εξυπακουόμενους όρους (”implied terms”): α)Ότι η αναφερόμενη στο ασφαλιστήριο αξία δεν αποτελεί συμφωνημένη αξία, αλλά καθορίζει το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή, κατά το άρθρο 28 ΜΙΑ 1906, β) Ότι προϋπόθεση της ασφαλιστικής κάλυψης θα ήταν το σκάφος και ο πάσης φύσης ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός να βρίσκεται σε άψογη λειτουργική κατάσταση, κατά πάντα χρόνο και επανδρωμένο με ναυτικά πιστοποιημένο κυβερνήτη, μηχανικό σκαφών και πλήρωμα, γ) Της αυξημένης απαλλαγής, ανά συμβάν, από 2.000 ευρώ, αντί 1.300 ευρώ και δ) Του αυξημένου ασφαλίστρου, κατά 15% [1.800 X 15%=) 270 + 1.800 ευρώ=2.070 ευρώ], τότε, σύμφωνα με τον τύπο που καθιερώνει το άρθρο 5.2 του ίδιου νόμου, η συνολική της έκθεση στη ζημία είναι (x=1.800€ ισχύον ασφάλιστρο/2.070€ προσαυξημένο ασφάλιστρο X 100=) 86,95% επί της ζημίας, αφαιρουμένου, επιπλέον, ποσού απαλλαγής 2.000 ευρώ. Περαιτέρω, η προσεπικαλούμενη παρεμπιπτόντως εναγόμενη προέβαλε όμοια κατά περιεχόμενο ένσταση, επικαλούμενη την ως άνω αναξιοπλοϊα του πλοίου, κατά την διάταξη της 39.5 ΜΙΑ 1906, η οποία, ναι μεν δεν έχει τροποποιηθεί καθαυτή ως εγγύηση (warranty), πλην, όμως, και αυτή ερμηνεύεται υπό το φως των νέων γενικών διατάξεων περί warranties των άρθρων 33 επομ. ΜΙΑ 1906, που τροποποιήθηκε ουσιωδώς κατά προεκτεθέντα και ένσταση απαλλαγής της λόγω αναπόφευκτης ζημίας, επικαλούμενη την αναξιοπλοϊα του πλοίου, υπό την έννοια ότι αυτή θα είχε συμβεί μετά βεβαιότητας και επομένως ότι η ζημία που επήλθε δεν εμπίπτει στην έννοια του «θαλάσσιου κινδύνου», για την κάλυψη του οποίου καταρτίζεται η σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης. Το ως άνω Δικαστήριο με την μη οριστική υπ΄αριθμ. 1506/2021 απόφαση έκρινε την ένσταση αυτή νόμιμη, με την αιτιολογία ότι στην έννοια του θαλάσσιου κινδύνου εντάσσεται κάθε τυχαία και απρόβλεπτη περίσταση, που δεν είναι το αποτέλεσμα της συνήθους φθοράς, της καθυστέρησης ή της πράξης του ασφαλισμένου, που κατά τη διάρκεια της ναυσιπλοϊας του πλοίου προκάλεσε ζημιά στο αντικείμενο ασφάλισης, χωρίς, όμως, να είναι αρκετή οποιαδήποτε αμέλεια κατά την συντήρηση που κατά τον πλου επέφερε τον κίνδυνο, ούτε η τυχόν αμελής συμπεριφορά του πληρώματος. Τέλος, η προσεπικαλούμενη — παρεμπιπτόντως εναγόμενη προέβαλε ένσταση εκ του άρθρου 78.4 ΜΙΑ 1906, σε συνδυασμό με την ρήτρα 15.1 IYC που έχει ενσωματωθεί στο ασφαλιστήριο, επικαλούμενη παράλειψη της ασφαλισμένης να εναγάγει εντός έτους τον κυβερνήτη του σκάφους για βαριά αμελή συμπεριφορά του προβάλλοντας σε συμψηφισμό ανταπαίτηση ίδιου ποσού από την προειρημένη αιτία, η οποία κρίθηκε μη νόμιμη και απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι η διάταξη του άρθρου 78.4 ΜΙΑ1906 αναφέρεται μόνο στα μέτρα αποτροπής ή ελαχιστοποίησης της ζημίας, ως προς το ασφαλιζόμενο πράγμα και όχι στην διεκδίκηση εν γένει αποζημίωσης, ότι δεν αφορά τυχόν αμελή συμπεριφορά ή ηθελημένη κακή διαχείριση του καπετάνιου ή του πληρώματος που οδηγεί (η τελευταία) σε απαλλαγή του ασφαλιστή κατά την 55.2 ΜΙΑ 1906 και ότι στην έννοια των «πρακτόρων» του ασφαλισμένου κατά την διάταξη του άρθρου 78 παρ. 4, σύμφωνα με την νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων και μέρος της θεωρίας, δεν συμπεριλαμβάνεται ο καπετάνιος και το πλήρωμα, των οποίων η συμπεριφορά αξιολογείται στο πλαίσιο της 55.2 ΜΙΑ 1906.
VII. Περαιτέρω, η προσεπικαλούμενη άσκησε επικουρικά πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγόμενης και κατά της ενάγουσας της κύριας αγωγής, αιτούμενη την απόρριψη της τελευταίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω μη οριστική (υπ΄ αριθμ. 1506/2021) απόφασή του έκρινε ότι η πρόσθετη παρέμβαση έχει ασκηθεί παραδεκτά, σύμφωνα με τις διατάξει των άρθρων 80, 81 παρ. 1 και 238 παρ. 1 ΚΠολΔ καθώς επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την κατάθεση της αγωγής (81 παρ. 1 εδ. ά και 238 ΚΠολΔ) σε όλους τους διαδίκους της κύριας δίκης, καθόσον η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του εν λόγω Δικαστηρίου στις 17.12.2019 και η πρόσθετη παρέμβαση επιδόθηκε στους διαδίκους εμπρόθεσμα, δηλαδή στις 16.3.2020 και ότι είναι νόμιμη, ενόψει και του προφανούς έννομου συμφέροντός της, ασκούμενη επικουρικά, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 68, 80 και 219 ΚΠολΔ. Ότι, περαιτέρω, η προσθέτως παρεμβαίνουσα αρνήθηκε την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι δεν υφίστατο κίνδυνος ούτε για το πλοίο, ούτε για τους επιβάτες και ότι επρόκειτο για απλή ρυμούλκηση, που έγινε με πρόσδεση, η οποία επιτεύχθηκε με την συνδρομή των τριών ατόμων που βρίσκονταν στο πλοίο και όχι με τις ενέργειες του πληρώματος του πλοίου της κυρίως ενάγουσας, ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν ειδικά τεχνικά μέσα ή εξοπλισμός και αμφισβήτησε τις επικαλούμενες από την κυρίως ενάγουσα δαπάνες και, επίσης, την αξία του σκάφους και του ναυαγοσωστικού — ρυμουλκού πλοίου της κυρίως ενάγουσας. Επικουρικά προέβαλε ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, αμφισβητώντας την ιδιότητα του σκάφους ως επαγγελματικού ναυαγοσωστικού, η οποία κρίθηκε νόμιμη ως αφορώσα την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.
VIII. Tο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού συνεκδίκασε τα ως άνω δικόγραφα ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης και υποχρέωσε την προσεπικαλούσα — παρεμπιπτόντως εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρία να αποδείξει το περιεχόμενο των κανόνων του ισχύοντος (για περιπτώσεις που έλαβαν χώρα μετά τις 12.8.2016 και εφεξής) αγγλικού θαλάσσιου ασφαλιστικού δικαίου, αναφορικά με τις ενστάσεις που η τελευταία προέβαλε και δη ως προς την ισχύ και την έννοια της υπέρτατης καλής πίστης στο αγγλικό δίκαιο θαλάσσιας ασφάλισης (“the utmost good faith”) ως προς το καθήκον της έντιμης παρουσίασης του κινδύνου, όπως προβλέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 3.1, 3.4, 4.2a, 7 Marine lnsurance Act, την ειδική παραβίαση (qualifying breach) που προβλέπεται στο άρθρο 8.1 έως 8.6 Marine lnsurance Act, τις συνέπειες που ορίζονται στα άρθρα 2 έως 5 του 1ου μέρους του Παραρτήματος Ι αυτού και δη ως προς την αξιοπλοΐα του πλοίου και την υπερασφάλιση, ειδικότερα, δε, το πότε οι ενέργειες/παραλείψεις του ασφαλισμένου θεωρούνται σκόπιμες (“deliberate”) ή ριψοκίνδυνες (”reckless”), τα δικαιώματα που γεννώνται για τον ασφαλιστή (επίσης αν και με ποιό τρόπο συρρέουν και αν αυτός έχει το δικαίωμα εκλογής), καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι νέες διατάξεις επιτρέπουν στον ασφαλιστή να αποστεί των συμβατικών του υποχρεώσεων (”avoid the contract”), είτε υπαναχωρώντας από την σύμβαση αναδρομικά, παρακρατώντας το ασφάλιστρο υπολαμβάνοντας την σύμβαση ως εξαρχής άκυρη, έχουσα αντί αποζημιωτικού χαρακτήρα, χαρακτηριστικά παιγνίου ή στοιχήματος (”wagering/gaming contract”), είτε υπαναχωρώντας από την σύμβαση, προσφερόμενος στην επιστροφή του ασφαλίστρου, είτε, να κριθεί ότι αυτός ευθύνεται περιορισμένα και συγκεκριμένα, εν γνώσει του «αληθινού προσώπου» του προτεινόμενου κινδύνου, να κριθεί ότι θα αποδεχόταν να καλύψει με διαφορετικούς όμως εξυπακουόμενους όρους ασφάλισης (“implied terms”) και δη με διαφορετικό όριο ευθύνης, καθοριζόμενο σύμφωνα με τον τύπο που καθιερώνει το άρθρο 5.2 του Πρώτου Μέρους του Παραρτήματος 1 του lnsurance Act, διευκρινίζοντας επίσης (στην γνωμοδότηση), αν αυτοί οι όροι μπορούν να έχουν άλλο περιεχόμενο πέραν του αυξημένου ασφαλίστρου/απαλλαγής ανά συμβάν και εντεύθεν της περιορισμένης κατά ποσό ευθύνης του ασφαλιστή σύμφωνα με τον προειρημένο τύπο του εν λόγω άρθρου (5.2 του Πρώτου Μέρους του Παραρτήματος 1 του lnsurance Act).
ix. Με την από 24.05.2022 κλήση της κυρίως ενάγουσας επαναφέρθηκαν προς συζήτηση τα ένδικα δικόγραφα προς έκδοση οριστικής απόφασης, μετά την προσκόμιση από την παρεμπιπτόντως εναγόμενης τής με αριθμό πρωτ. ……/01.11.2022 διαταχθείσας νομικής πληροφορίας και εκδόθηκε η εκκαλουμένη, υπ΄ αριθμ. 313/2023 οριστική απόφαση. Με την τελευταία κρίθηκε ότι το σκάφος της κυρίως εναγόμενης ουδένα σοβαρό έστω και ενδεχόμενο κίνδυνο διέτρεξε κατά τον χρόνο που η κυρίως ενάγουσα κατέφθασε στο οικείο σημείο προς παροχή των υπηρεσιών της, ότι ουδείς κίνδυνος υφίστατο για τη ναυσιπλοΐα και ότι, ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες που προσέφερε η κυρίως ενάγουσας ήταν αυτές της ρυμούλκησης και όχι της επιθαλάσσιας αρωγής και απέρριψε την κύρια αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή, λόγω έλλειψης συμφέροντος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας προς εξέταση αυτής, κατόπιν της απόρριψης της σε βάρος της κύριας αγωγής, έκανε δεκτή την πρόσθετη παρέμβαση και επιδίκασε, σύμφωνα με την αρχή της ήττας, τα δικαστικά έξοδα της κυρίως εναγόμενης σε βάρος της κυρίως ενάγουσας, ύψους 2.200 ευρώ, της παρεμπιπτόντως εναγόμενης σε βάρος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ύψους 2.200 ευρώ και της προσθέτως παρεμβαίνουσας σε βάρος της ενάγουσας- καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, ύψους 700 ευρώ.
X. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στρέφονται, με τις ένδικες εφέσεις τους, κύρια και ρητά επικουρική, οι εκατέρωθεν ηττηθέντες διάδικοι, η μεν κυρίως εκκαλούσα για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, η δε επικουρικά εκκαλούσα για την περίπτωση τυχόν ευδοκίμησης της κύριας έφεσης και ακολούθως της κύριας αγωγής εναντίον της και ζητούν την παραδοχή των εφέσεών τους και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με σκοπό της μεν κυρίως εκκαλούσας – κυρίως ενάγουσας να γίνει δεκτή η κύρια αγωγή της, της δε παρεμπιπτόντως ενάγουσας να γίνει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή της, σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι, αντίστοιχα, στην δικαστική τους δαπάνη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 6 ν. 4690/2020 «Οι διάδικοι μπορούν να προσκομίσουν ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται ενώπιον δικηγόρου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των άρθρων 422 έως 424 ΚΠολΔ, όπως αυτή συμπληρώνεται με τα επόμενα εδάφια. Η ένορκη βεβαίωση δεν μπορεί να ληφθεί ενώπιον των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων. Αμέσως μετά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, ο δικηγόρος ενώπιον του οποίου αυτή δόθηκε την αποστέλλει ηλεκτρονικά στο δικηγορικό σύλλογο στον οποίο ανήκει και λαμβάνει ηλεκτρονική απόδειξη λήψης. Με την ηλεκτρονική απόδειξη η ένορκη βεβαίωση αποκτά βέβαιη χρονολογία και μοναδικό αριθμό. Ο δικηγόρος χορηγεί αντίγραφα της ένορκης βεβαίωσης μαζί με την ως άνω ηλεκτρονική απόδειξη λήψης. Όμοια αντίγραφα χορηγεί και ο οικείος δικηγορικός σύλλογος μέσω της διαδικτυακής πύλης portal.olomeleia.gr. Τα αρχεία των ένορκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται ενώπιον δικηγόρου κατά την παρούσα παρ., τηρούνται στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους, σύμφωνα με αποφάσεις των διοικητικών τους συμβουλίων». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 421 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από την 01.01.2022, δυνάμει των άρθρων 21 και 120 του Ν. 4842/2021, εφαρμόζεται δε και στις εκκρεμείς υποθέσεις κατά την παρ. 1β’ του άρθρου 116 του αυτού νόμου, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4871/2021, «Οι διάδικοι μπορούν να προσκομίσουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή δικηγόρου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των άρθρων 422 έως 424. Η ένορκη βεβαίωση, που λαμβάνεται ενώπιον δικηγόρου, δεν μπορεί να ληφθεί ενώπιον των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων. Αμέσως μετά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, ο δικηγόρος ενώπιον του οποίου αυτή δόθηκε την αποστέλλει ηλεκτρονικά στον δικηγορικό σύλλογο στον οποίο ανήκει και λαμβάνει ηλεκτρονική απόδειξη λήψης. Με την ηλεκτρονική απόδειξη η ένορκη βεβαίωση αποκτά βέβαιη χρονολογία και μοναδικό αριθμό. Ο δικηγόρος χορηγεί αντίγραφα της ένορκης βεβαίωσης μαζί με την ως άνω ηλεκτρονική απόδειξη λήψης. Όμοια αντίγραφα χορηγεί και ο οικείος δικηγορικός σύλλογος μέσω της διαδικτυακής πύλης portal.olomeleia.gr. Τα αρχεία των ένορκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται ενώπιον δικηγόρου τηρούνται στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους, σύμφωνα με αποφάσεις των διοικητικών τους συμβουλίων».
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α’ του άρθρου 529 του ΚΠολΔ, στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά, που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά, που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαραδέκτως, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών/μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο. Η διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήριο), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη). Έτσι, ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν δοθεί στον πρώτο βαθμό ή προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκπρόθεσμα ή έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης, νόμιμα, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη, αν, με νόμιμη επίκληση, προσκομιστούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 988/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1034/2019 ΝΟΜΟΣ), εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 1034/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 204/2017 ΝΟΜΟΣ).
Από την εκτίμηση των νόμιμα επικαλούμενων και προσκομιζόμενων με αριθμούς …. και … από 13.07.2020 ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων απόδειξης, …………….., που λήφθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά, ……………., κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη σύνταξή τους (βλ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την κυρίως ενάγουσα, με αριθμούς …/06.07.2020 και …./07.07.2020, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή, της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιά, ……………..) και αφετέρου από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την παρεμπιπτόντως εναγόμενη – προσθέτως παρεμβαίνουσα, με αριθμό ……./13.07.2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα, ………….., που λήφθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά, ……….. κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη σύνταξή της (βλ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την παρεμπιπτόντως εναγόμενη – προσθέτως παρεμβαίνουσα, με αριθμούς ………/08.07.2020 και ………./08.Ο7.2020 εκθέσεις επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, …………..), ενώ δεν θα ληφθεί υπόψιν η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την κυρίως ενάγουσα, χωρίς βεβαία χρονολογία και μοναδικό αριθμό, φερόμενη από 03.06.2025 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης, ……….., που δόθηκε ενώπιον της δικηγόρου Σύρου, ………. (ΑΜΔΣ Σύρου ……..), κατόπιν μεν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων (βλ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την κυρίως ενάγουσα, με αριθμούς ….. και ……΄ αντίστοιχα, από 28.05.2025 εκθέσεις επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, ……….) και η οποία παραδεκτά δε, κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προσκομίζεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πλην, όμως, είναι ανύπαρκτη, ως αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο, διότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 6 ν. 4690/2020 και 421 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από την 01.01.2022, δυνάμει των άρθρων 21 και 120 ν. 4842/2021, διότι η δικηγόρος, ενώπιον της οποίας δόθηκε αυτή, δεν την απέστειλε, όπως όφειλε, ηλεκτρονικά στον δικηγορικό σύλλογο Σύρου, στον οποίο ανήκει, λαμβάνοντας ηλεκτρονική απόδειξη λήψης της, ώστε, έτσι, η ένορκη βεβαίωση να αποκτήσει βέβαιη χρονολογία και μοναδικό αριθμό, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη της παρούσας. Από την εκτίμηση όλων των νόμιμα επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από τους διαδίκους εγγράφων, λαμβανομένων υπόψη, είτε ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα εκ των οποίων γίνεται κατωτέρω μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς, μεταξύ των οποίων και οι ληφθείσες, στο πλαίσιο διενέργειας προανάκρισης από το Λιμενικό Σώμα, για το επίδικο συμβάν, ένορκες βεβαιώσεις, που εκτιμώνται ελεύθερα στην παρούσα δίκη, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ 1 στοιχ. γ’ , 448 παρ. 2, 449 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με τα νέα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και λαμβάνονται υπόψη, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι κατά την παρ. 2 του άρθρου 529 του ΚΠολΔ λόγοι απόκρουσής τους, καθώς και των ομολογιών των διαδίκων, όπου περιοριστικά κατωτέρω αναφέρονται και αποτελούν πλήρη απόδειξη, κατά τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, και, τέλος, των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το υπό ελληνική σημαία, νηολογημένο στον Πειραιά, με αριθμό ……….., ολικού μήκους 19,10 μ., κ.ο.χ. 70,34, κατασκευής 1991, Ε/Π-Τ/Ρ σκάφος αναψυχής, με το όνομα «Δ», πλοιοκτησίας της πρώτης εφεσίβλητης – εναγόμενης, ναυτιλιακής εταιρείας πλοίων αναψυχής {ΝΕΠΑ}, με την επωνυμία …………..» [καταχωρημένη στα βιβλία μητρώου ΝΕΠΑ του ν. 3182/2003 (ΦΕΚ 220Α/12.09.2003) την 01.01.2019, με αυξ. αρ. 2639] και ασφαλισμένο, για το χρονικό διάστημα από 26.06.2019 έως 25.06.2020, δυνάμει του με αριθμό ……./01.07.2019 ασφαλιστήριου συμβολαίου, με ασφαλιζόμενη αξία 160.000 ευρώ, στην δεύτερη εφεσίβλητη – παρεμπιπτόντως εναγόμενη – προσθέτως παρεμβαίνουσα, εκτελούσε στις 10.8.2019, ημέρα Σάββατο, σύμβαση ναύλωσης στις νότιες ακτές της Μυκόνου και περί ώρα 17.30 αγκυροβόλησε στον όρμο «Φραγκιά». Στο σκάφος επέβαιναν δεκαέξι (16) αλλοδαποί τουρίστες και ο ναυτολογημένος σε αυτό κυβερνήτης του, ……………., πλοίαρχος Γ΄. Περί ώρα 18:00 η ένταση του αέρα δυνάμωσε, αγγίζοντας περίπου τα επτά (7) μποφόρ (βλ. τον πίνακα απεικόνισης καιρικών φαινομένων, του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, ενσωματωμένο στην τεχνική έκθεση βλάβης του επιθεωρητή (μηχανικού ναυπηγικής τεχνολογίας, BEng, MSc), …………., σε συνδυασμό με το με αριθμό πρωτ. ……………/17.01.2020 πιστοποιητικό της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας) και οι έντονες ριπές του ξέσυραν την άγκυρά του. Τότε ο κυβερνήτης του σκάφους έθεσε σε λειτουργία τις δύο κύριες προωστήριες μηχανές του για να αποφύγει τον κίνδυνο να προσαράξει το σκάφος στα βραχώδη αβαθή και στις ξέρες τού εν λόγω όρμου και άρχισε να σηκώνει την άγκυρα. Κατά τη διαδικασία άπαρσης της άγκυρας, αυτή μπλέχτηκε σε ποντισμένο ναύδετο (remezzo), κατά, δε, την διαδικασία απεγκλωβισμού της, ο κάβος του βοηθητικού σκάφους [φουσκωτή λέμβος με αρ. εγγραφής Τ.Γ. …. στον λιμένα Γυθείου], με το όνομα «Σ» [ιδιοκτησίας …………], το οποίο ήταν δεμένο στην αριστερή πλευρά του σκάφους, περιτυλίχθηκε στην αριστερή προπέλα του σκάφους, με αποτέλεσμα να σταματήσει η λειτουργίας της αριστερής κύριας προωστήριας μηχανής του σκάφους. Ο κυβερνήτης του σκάφους λειτουργώντας μόνο την δεξιά κύρια προωστήρια μηχανή του σκάφους βγήκε από τον όρμο Φραγκιά και καταδύθηκε για να αποδεσμεύσει το σχοινί του «Σ», πλην, όμως, η προσπάθειά του απέβη άκαρπη. Όταν ανέβηκε ξανά στο σκάφος και επιχείρησε να θέσει σε λειτουργία την δεξιά μηχανή διαπίστωσε ότι ούτε αυτή λειτουργούσε. Έτσι, το σκάφος απώλεσε ολικά τα μέσα πρόωσής του και κατέστη ακυβέρνητο, με συνέπεια να παρασυρθεί στο ανοιχτό πέλαγος από τις ριπές των ανέμων, καθώς ο καιρός επιδεινωνόταν. Τότε, ο κυβερνήτης του πλοίου, όπως ο ίδιος καταθέτει στην από 12.08.2019 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του αρμόδιου προανακριτικού υπαλλήλου του λιμεναρχείου Μυκόνου, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πλοιοκτήτη του σκάφους, …………… και του ζήτησε να στείλει βοηθητική λέμβο για να παραλάβει τους επιβάτες. Μετά από 20΄ κατέφθασε, όπως ισχυρίζεται στην ως άνω κατάθεσή του ο πλοίαρχος, ένα βοηθητικό σκάφος, που, όμως, δεν μπόρεσε να βοηθήσει και τότε επικοινώνησε το πρώτον ο πλοίαρχος του σκάφους με το λιμεναρχείο και λόγω και της επιδείνωσης του καιρού, εξέπεμψε σήμα κινδύνου (Distress). Στο μεταξύ, οι επιβαίνοντες στο σκάφος είχαν φορέσει, μετά από προτροπή του ίδιου του πλοιάρχου, τα σωσίβιά τους και ανέμεναν την βοήθεια του λιμεναρχείου για την μετεπιβίβασή τους από το ακυβέρνητο πλοίο. Όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές εγγραφές στο ακριβές απόσπασμα του ημερολογίου συμβάντων του λιμεναρχείου Μυκόνου (στο εξής Λ/Χ Μυκόνου), που υπογράφει στις 14.08.2019 ο Λιμενάρχης Μυκόνου, Αντιπλοίαρχος Λ.Σ., …………., στις 10.08.2019 και περί ώρα 19:20 η εν λόγω Υπηρεσία ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον ως άνω κυβερνήτη του Ε/Γ – Τ/Ρ «Δ» ότι αυτό πλέει ακυβέρνητο σε στίγμα φ=37ο 23΄ Β λ = 025ο 26΄Α, αιτούμενος την παροχή συνδρομής. Άμεσα απέπλευσαν Π.Λ.Σ. – …, Π.Λ.Σ. -….. της Υπηρεσίας του Λ/Χ Μυκόνου, καθώς και τα σκάφη «Ζ» Τ.Μ. …., «Α» Τ.Α. …., «Τ» Τ.Π. …. ….΄, προς παροχή συνδρομής και οι δεκαέξι (16) επιβάτες αποβιβάστηκαν ασφαλώς από το σκάφος και διαμοιράστηκαν στα προαναφερθέντα σκάφη, πλην του Π.Λ.Σ. – …., και, μεταφέρθηκαν με ασφάλεια στους όρμους «Πλατύς Γιαλός» και «Ορνός» Μυκόνου. Άπαντες διαπιστώθηκε ότι ήταν καλά στην υγεία τους και δεν επιθυμούσαν τη μεταφορά τους στο Κέντρο Υγείας Μυκόνου, πλην του κυβερνήτη του σκάφους, ο οποίος ζαλιζόταν και μεταφέρθηκε για προληπτικούς λόγους στο ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα. Από το περιστατικό δεν προκλήθηκε θαλάσσια ρύπανση. Από την εν λόγω Υπηρεσία απαγορεύτηκε ο απόπλους του σκάφους μέχρι προσκόμισης βεβαιωτικού αξιοπλοΐας από τον παρακολουθούντα το σκάφος νηογνώμονα και διατάχθηκε η διενέργεια προανάκρισης, σύμφωνα με Ν.Δ. 712/70. Περί ώρα 19.39 της αυτής ημέρας (10.08.2019) το Ενιαίο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης (στο εξής «ΕΚΣΕΔ») [το οποίο υπάγεται στο Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή (ΛΣ-ΕΛΑΚΤ)] εξέδωσε για το επίδικο Ε/Γ – Τ/Ρ «Δ», σήμα, με αρ. …………., με βαθμό προτεραιότητας «ΑΜΕΣΟ», το οποίο συγκοινοποίησε και στα λιμεναρχεία Μυκόνου, Σύρου, Τήνου και Νάξου. Στο εν λόγω σήμα αναφερόταν: 1) Το σήμα κινδύνου PANPAN – PANPAN – PANPAN [διεθνές σήμα επείγουσας ανάγκης στη ναυσιπλοΐα, που δηλώνει μια κατάσταση επείγουσα αλλά όχι άμεσο κίνδυνο ζωής], 2) Το στίγμα στο οποίο βρισκόταν τότε το σκάφος [βλ. παραπάνω φ=37ο 23΄ Β λ = 025ο 26΄Α], 3)Η δυσχερής θέση στην οποία είχε περιέλθει αυτό, με αιτία την ακυβερνησία του, 4) Η αιτούμενη βοήθεια, ήτοι επιθαλάσσια αρωγή (SALVAGE) και 5) Παράκληση προς τα παραπλέοντα πλοία να τηρούν επαφή για τυχόν παροχή βοήθειας αναφέροντας ΕΚΣΕΔ/ΝΤ σχετικά. Στις 21:15 της ίδιας ημέρας το ΕΚΣΕΔ τροποποίησε το ως άνω σήμα σε σήμα SECURITE SECURITE SECURITE [επείγουσα προειδοποίηση για κίνδυνο περί την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας]. Ο βαθμός προτεραιότητας παρέμενε άμεσος και αναφερόταν ότι το Ε/Γ – Τ/Ρ «Δ» παρασύρεται σε στίγμα φ=37ο 21΄ Β – λ = 025ο 25΄Α (θαλάσσια περιοχή 04 ναυτικά μίλια νοτιοανατολικά της νήσου της Μυκόνου, την 10.08.2019 και ώρα 21:00 τοπική, με κίνδυνο για την ναυσιπλοϊα επαναλαμβάνοντας το σήμα κινδύνου SECURITE SECURITE SECURITE (βλ. για τα παραπάνω το ακριβές αντίγραφο των έντυπων σημάτων του ΕΚΣΕΔ, που υπογράφεται από τον προϊστάμενο του κέντρου συνεννόησης κ.δ. ……). Στο μεταξύ, περί ώρα 20:30, σύμφωνα με το προαναφερόμενο απόσπασμα από το ημερολόγιο συμβάντων του Λ/Χ Μυκόνου και κατόπιν εντολής του απέπλευσε το P/K “Χ” Ν.Π. …….., πλοιοκτησίας της εκκαλούσας – ενάγουσας, από το λιμάνι της Μυκόνου για τον εντοπισμό του ακυβέρνητου σκάφους και την παροχή συνδρομής σε αυτό. Ο κυβερνήτης του εν λόγω P/K εντόπισε το ακυβέρνητο σκάφος στο στίγμα φ= 37ο 20΄ Β – λ = 025ο 25΄50΄΄ Α και το προσέγγισε, ερχόμενο με την πρύμνη του κοντά στην πλώρη του σκάφους. Ακολούθως, ένα μέλος του πληρώματος του ρυμουλκού πέταξε κάβο στους τρεις επιβαίνοντες από τα σκάφη που είχαν προστρέξει σε βοήθεια στο κινδυνεύον πλοίο, τον οποίο αυτοί παρέλαβαν και πέρασαν τη γάσα (θηλιά) του μέσα από σχοινί που είχαν δέσει από τη μία στην άλλη πλωριά μπίντα (δέστρα) του πλοίου και το οποίο σχοινί έβγαινε εξωτερικά από την πλώρη του πλοίου»), ενώ το πλήρωμα του ρυμουλκού πέρασε το έτερο άκρο του κάβου στο γάντζο ρυμούλκησης, αρχόμενης αυτής. Η ανωτέρω διαδικασία πρόσδεσης διήρκεσε, όπως ομολογεί και η εκκαλούσα – ενάγουσα δέκα λεπτά. Το κινδυνεύον σκάφος ρυμουλκήθηκε με ασφάλεια μέχρι τη μαρίνα του Νέου Λιμένα Μυκόνου, περί ώρα 00:20. Σημειωτέον, ότι όταν το ρυμουλκό της ενάγουσας εντόπισε και προσέγγισε το κινδυνεύον σκάφος, αυτό παρασυρόμενο είχε ήδη απομακρυνθεί 4 ναυτικά μίλια από τη Μύκονο, κατευθυνόμενο προς την απόκρημνη βραχώδη περιοχή του Ακρωτηρίου Σταυρός της βόρειας Νάξου. Κατόπιν των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι χωρίς τη συνδρομή του πλοίου της εκκαλούσας – ενάγουσας, το πλοίο της πρώτης εφεσίβλητης – εναγόμενης, το οποίο ήταν ελαφρύ και στερούνταν αυτοδύναμης μηχανικής κίνησης διέτρεχε πραγματικό κίνδυνο, παρασυρόμενο στο ανοιχτό πέλαγος, να προσκρούσει σε βραχονησίδα ή σε βραχώδη ακτή κάποιου από τα νησιά των Κυκλάδων και να καταστραφεί ή να βυθιστεί. Ειδικότερα, με μεγάλη πιθανότητα, μετά την παράσυρσή του λόγω της ακυβερνησίας του υπήρχε κίνδυνος να υποστεί το ίδιο το κινδυνεύον σκάφος αλλά και να προκαλέσει σε τρίτους σοβαρούς κινδύνους για την ναυσιπλοϊα, για ανθρώπινες ζωές και υλικές ζημιές, όπως πρόσκρουση σε άλλα σκάφη, προσάραξη σε ξηρά/ύφαλο, βύθιση λόγω κακοκαιρίας ή εισροής υδάτων, περιβαλλοντική ρύπανση από διαρροή καυσίμων και τέλος, απώλειά του. Το γεγονός ότι οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την παράσυρση του Δ ήταν αντίξοες επιβεβαιώνει και η πρώτη εφεσίβλητη – εναγόμενη στην από 12.08.2014 αναγγελία ατυχήματος προς την παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, ενώ το ότι αυτές εξασθένησαν τις βραδινές ώρες, ενόψει του ότι η ένταση του ανέμου μειώθηκε σε μέτρια έως ισχυρή (5 – 6 μποφόρ) δεν αποσόβησε τον ως άνω κίνδυνο, ενόψει, μάλιστα, του ότι το κινδυνεύον σκάφος είχε ήδη παρασυρθεί στο ανοιχτό πέλαγος, ήταν νύχτα, γεγονός που δυσχέραινε την επιχείρηση της αρωγής και ο πλοίαρχος του κινδυνεύοντος σκάφους δεν φρόντισε, όπως όφειλε, πριν το εγκαταλείψει, να θέσει σε λειτουργία τα ενδεικτικά της ακυβερνησίας σήματα για την νύχτα, με αποτέλεσμα να μετατραπεί το πλοίο σε πλωτό κίνδυνο για όλα τα παραπλέοντα σκάφη, απειλώντας τόσο το ίδιο, όσο και το θαλάσσιο περιβάλλον και την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας όπως αναφέρεται και στο σήμα του ΕΚΣΕΔ. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση επιχειρήθηκε επιτυχώς από το Ρ/Κ πλοίο της εκκαλούσας – ενάγουσας διάσωση και όχι απλή ρυμούλκηση του πλοίου «Δ», όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη, διότι προέκυψε άμεσος και σοβαρός κίνδυνος απώλειας ή βλάβης του πλοίου για τον λόγο δε αυτό επιχειρήθηκε με ωφέλιμο αποτέλεσμα και υπό αντίξοες συνθήκες από την εκκαλούσα – ενάγουσα η διασωστική της επέμβαση. Με δεδομένα τα παραπάνω αποδειχθέντα κρίνεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι το σκάφος Δ βρισκόταν σε κίνδυνο με την έννοια της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου του 1989 σχετικά με τη θαλάσσια αρωγή, που κυρώθηκε με το ν. 2391/1996 και τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα από 3-6-1997, και ειδικότερα, σε κίνδυνο τουλάχιστον υπολογίσιμης βλάβης, ώστε να δικαιολογεί και το κόστος της επιθαλάσσιας αρωγής που του προσφέρθηκε. Το σκάφος της πρώτης εφεσίβλητης – εναγόμενης διέτρεξε πραγματικό, σοβαρό, άμεσο ή έστω με πιθανότητα αναμενόμενο, προϋπάρχοντα της επιθαλάσσιας αρωγής, κίνδυνο απώλειας, ή βλάβης. Ενόψει μάλιστα του ότι το Ρ/Κ σκάφος της εκκαλούσας – ενάγουσας παρέσχε αποτελεσματική και έγκαιρη αρωγή διάσωσης στην ασφάλεια του βοηθούμενου πλοίου και των άλλων περιουσιακών και μη στοιχείων που κινδύνευαν εξαιτίας της ακυβερνησίας του, καθώς και στην προστασία του περιβάλλοντος, αυτή δικαιούται σε εύλογη αμοιβή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η εκκαλούσα – ενάγουσα προσέφερε μόνο υπηρεσίες ρυμούλκησης στο πλοίο Δ και ότι δεν υπήρξε κανένας κίνδυνος εξαιτίας του και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή έσφαλε και δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο, ούτε εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις και πρέπει, δεκτού γενομένου του μοναδικού λόγου έφεσης της εκκαλούσας – ενάγουσας για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων να εξαφανιστεί και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί κατ` ουσίαν η ένδικη αγωγή, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη ερειδόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις και να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Ειδικότερα, η ενάγουσα – αρωγός δικαιούται αμοιβή εκ του νόμου (τη Διεθνή Σύμβαση του Λονδίνου του 1989, που κυρώθηκε με το ν. 2391/1996), ενώ να σημειωθεί ότι η αρωγή μπορεί να παρασχεθεί από οποιοδήποτε πλοίο δύναται να προβεί στην επιχείρηση αυτήν, έστω και μη χαρακτηρισμένο ως σωστικό. Η ενάγουσα, σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι ασχολείται κατ’ επάγγελμα με την παροχή όχι μόνο ρυμουλκικών αλλά και σωστικών υπηρεσιών σε κινδυνεύοντα πλοία, έμφορτα ή μη, τη ρυμούλκηση, συγκράτηση, ώθηση ή ανώθηση αυτών, την κατάσβεση πυρκαγιών επ΄ αυτών, την ανέλκυση πλοίων και πλωτών ναυπηγημάτων, την παροχή ρεύματος, αέρα, πυρασφάλειας, απάντλησης υδάτων και γενικά την προσφορά οποιασδήποτε υπηρεσίας σε πλοία και πλωτά ναυπηγήματα, έμφορτα ή όχι, τα οποία έχουν ανάγκη συνδρομής. Είναι, δε, πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία ρυμουλκού (ρ/κ) — ναυαγοσωστικού (ν/γ) «Χ», νηολογίου Πειραιά με αριθμό ….., αριθμό ΙΜΟ….. ΔΔΣ …. …., κ.ο.χ. 538, κ.κ.χ. 161, μήκους 33,97 μ., πλάτους 11,30 μ., κοίλου στη μέση μέχρι το ανώτερο κατάστρωμα 4,18 μ., κινούμενου με δύο κύριες μηχανές εσωτερικής καύσης, μάρκας Ruston, ισχύος 2 χ 1471 KW. Επιπρόσθετα, ο πλοιοκτήτης του βοηθήσαντος πλοίου δικαιούται αυτοτελώς να εγείρει αγωγή για το μέρος της αμοιβής που ανήκει σ` αυτόν κατά των υπόχρεων κατά νόμο προς πληρωμή της αμοιβής, χωρίς στην περίπτωση αυτή να δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας (αρθρ. 15 Συμβ Λονδ.) Τα ίδια δικαιώματα προς πληρωμή της αμοιβής έχουν και ο πλοίαρχος και το πλήρωμα. Οι τελευταίοι έχουν ευθεία αγωγή κατά των υπόχρεων σε καταβολή της αμοιβής, διότι το δικαίωμα τούτο αναγνωρίζεται σ` αυτούς ρητά από το άρθρο 255 ΚΙΝΔ, το οποίο ορίζει ότι ο πλοίαρχος εκπροσωπεί και τα μέλη του πληρώματος ενώπιον του δικαστηρίου, εφόσον αυτά δεν παρίστανται άλλως, ήτοι αυτοπροσώπως ή με οποιονδήποτε άλλο αντιπρόσωπο. Σε περίπτωση κατά την οποία το πλήρωμα δεν εγείρει αγωγή αυτοτελή, είτε αυτοπροσώπως κάθε μέλος του χωριστά, είτε ομαδικώς δι` αντιπροσώπου (πλοιοκτήτη ή οποιουδήποτε τρίτου) ο πλοίαρχος, δυνάμει της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 255 ΚΙΝΔ εκπροσωπεί και τα μέλη του πληρώματος και συνεπώς μπορεί αυτός να εγείρει, ως νόμιμος υποκατάστατης του πληρώματος, αγωγή επ` ονόματι αυτού κατά των υπόχρεων (Ν. Παπαπολίτη, Επιθαλάσσια αρωγή και διάσωση, σελ. 266,360-362). Από τη φύση του πράγματος και ιδίως λόγω της ταυτότητας του αντικειμένου της δεν είναι νοητή η ύπαρξη αντίθετων αποφάσεων μόνο για τα μέλη του πληρώματος που εκπροσωπούνται από τον πλοίαρχο και εκείνα που τυχόν παρέμειναν εκτός της εκπροσώπησης αυτού, γι` αυτό και στην περίπτωση αυτή οι ανωτέρω συνδέονται μεταξύ τους με τον δεσμό της αναγκαστικής ενεργητικής ομοδικίας κατά την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 περ. δ` του ΚΠολΔ (ΕφΠειρ 55/2008 ΕΝΔ 36.136, ΕφΠειρ 1135/1986 ΕΝΔ 17.457).
Στην προκειμένη περίπτωση η κύρια αγωγή αφορά την άσκηση της αυτοτελούς αξίωσης της ενάγουσας – πλοιοκτήτριας του Ρ/Κ για την πληρωμή της από την επίδικη επιθαλάσσια αρωγή, η άσκηση της οποίας δεν δημιουργεί, κατά τα προαναφερθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας και όχι για αγωγή των προαναφερθέντων προσώπων, δηλαδή των μελών του πληρώματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη. Η ύπαρξη, δε, και άλλων αξιώσεων άλλων συμμετασχόντων στην ένδικη επιθαλάσσια αρωγή δεν αναιρεί την αυτοτέλεια της κρινόμενης αγωγής, η οποία είναι καθ΄ όλα νόμιμη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της κυρίως εναγόμενης. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 12, 13 παρ. 3 της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου επήλθε ωφέλιμο αποτέλεσμα εκ της αρωγής, η δε αξίωση αμοιβής περιορίζεται μέχρι της αξίας των σωθέντων και ο καθορισμός του ύψους της από το δικαστήριο γίνεται με βάση τα κριτήρια που περιέχονται στο άρθρο 13 παρ. 1. Ειδικότερα, για τον καθορισμό της αμοιβής από την επιθαλάσσια αρωγή λαμβάνονται υπόψιν: α) η διασωθείσα αξία του πλοίου και των άλλων περιουσιακών στοιχείων, β) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες που κατέβαλε ο αρωγός για να αποτρέψει ή να ελαχιστοποιήσει βλάβη του περιβάλλοντος, γ) το μέγεθος της επιτυχίας που επιτεύχθηκε από τον αρωγό, δ) η φύση και η έκταση του κινδύνου, ε) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες που κατέβαλε ο αρωγός για να σώσει το πλοίο, στ) ο χρόνος που διατέθηκε, οι δαπάνες και οι απώλειες που είχε ο αρωγός, ζ) ο κίνδυνος ευθύνης και άλλοι κίνδυνοι τους οποίους διέτρεξε ο αρωγός ή ο εξοπλισμός του, η) το έγκαιρο των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν, θ) η δυνατότητα διάθεσης και χρησιμοποίησης πλοίων ή άλλου εξοπλισμού που προορίζονται για επιχειρήσεις αρωγής και ι) ο βαθμός ετοιμότητας και επάρκειας του εξοπλισμού του αρωγού και η αξία αυτού και τέλος ο σκοπός του νόμου που αποβλέπει στην εξασφάλιση επαρκών κινήτρων στα πρόσωπα τα οποία αναλαμβάνουν επιχειρήσεις διάσωσης που αφορούν σε πλοία και άλλα περιουσιακά στοιχεία που κινδυνεύουν (βλ. άρθρο 1ο ν. 2391/1996). Όσον αφορά τις αξίες των πλοίων, κινδυνεύοντος και αρωγού, αντίστοιχα, κατά το χρόνο παροχής της επιθαλάσσιας αρωγής, το πρώτο, μήκους ολικού 19,10 μ., πλάτους 5,30 μ., κ.ο.χ. 70,34, που ναυπηγήθηκε στην Ιταλία το έτος 1991, περιήλθε στην κυριότητα της εναγόμενης την 19.03.2019, αντί ποσού εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ [βλ. το σχετικό BILL OF SALE με αριθμό ………..]. Επί του εν λόγω σκάφους, μετά την αγορά, έγινε από την πλοιοκτήτρια εταιρεία ανακαίνιση και τοποθετήθηκε νέος εξοπλισμός, σύμφωνα με το, επισυναπτόμενο στην πρόταση ασφάλισής του προς την παρεμπιπτόντως εναγόμενη, δια του πρακτορείου ……………., που ενεργούσε για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας, έγγραφο εργασιών, το ύψος των οποίων, όπως αναγράφεται, ανήλθε στο ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ. Στην πραγματικότητα, όμως, όπως αποδεικνύεται από την παρακάτω αναφερόμενη με στοιχεία …../2019 από 29.05.2020 κοινή έκθεση πραγματογνωμοσύνης, των διπλωματούχων ναυπηγών μηχανολόγων – μηχανικών, …… και …………, που διεξήχθη κατ΄ εντολή της παρεμπιπτόντως εναγόμενης, ασφαλιστικής εταιρείας, οι εργασίες που είχαν λάβει χώρα πριν την ασφάλιση του σκάφους ήταν κυρίως διακοσμητικού χαρακτήρα και με σκοπό την προσέλκυσή του από ναυλωτές για την καλοκαιρινή περίοδο. Η διασωθείσα, επομένως, αξία του σκάφους, ανερχόταν στο ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ και όχι στην αξία των 160.000 για την οποία και ασφαλίστηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την παρεμπιπτόντως εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρεία (βλ. το με Νο …../1.7.2019 αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου). Περαιτέρω, η αξία κατά τον ίδιο χρόνο, του, με κ.ο.χ. 447,79, μήκους ολικού 37,33 μ., πλάτους 11,30 μ., έτους ναυπήγησης στο Ηνωμένο Βασίλειο 1983, ιπποδύναμη 1471 kw, ρυμουλκού πλοίου της ενάγουσας, και το οποίο, σύμφωνα με το πρωτόκολλο γενικής επιθεώρησης που έλαβε χώρα στο λιμάνι της Σαλαμίνας, την 10η. 07.2019 [αρ. πιστοπ. ………..] από τον οργανισμό ………….., διατηρείται σε ικανοποιητική κατάσταση, στο ποσό των εννιακοσίων πενήντα χιλιάδων (950.000) ευρώ, λαμβανομένης υπόψιν και της από 17.6.2020 έκθεσης εκτίμησης, που συνέταξε για λογαριασμό της ενάγουσας o ……, της ναυτιλιακής εταιρείας …………… Όπως λέχθηκε το πλοίο αναψυχής Δ αντιμετώπισε έναν σοβαρό και με μεγάλη πιθανότητα αναμενόμενο κίνδυνο, προϋπάρχοντα των σωστικών υπηρεσιών, επετεύχθη δε σε αυτό, με την επιχείρηση διάσωσης από την ενάγουσα ωφέλιμο αποτέλεσμα, αφού με την έγκαιρη και ναυτικά ορθή συγκράτησή του από το Ρ/Κ της ενάγουσας αποφεύχθηκε η πρόσκρουση του πλοίου Δ στις βραχώδεις ακτές, η σύγκρουσή του με κάποιο άλλο πλοίο και συνακόλουθα η πρόκληση ρηγματώσεων στις πλευρές και τα ύφαλά του και η εισροή θαλάσσιου ύδατος στην γάστρα και τους χώρους του, με ενδεχόμενο ολικής απώλειάς του. Οι υπηρεσίες διάσωσης εκ μέρους της ενάγουσας ήταν έγκαιρες, αφού όπως αποδεικνύεται και από το ημερολόγιο γέφυρας του Ρ/Κ, στις 20.10 ο κυβερνήτης του τηλεφωνικά ενημερώθηκε από το λιμεναρχείο Μυκόνου, για την παροχή βοήθειας στο «Δ», στις 20.30 το ρυμουλκό ναυαγοσωστικό απέπλευσε από το λιμάνι της Μυκόνου για την παροχή της αιτηθείσας συνδρομής, στις 21.35 ήταν πλησίον του ακυβέρνητου σκάφους, στις 21.45 έγινε η πρόσδεσή του από το ρυμουλκό και η έναρξη της ρυμούλκησής του με προορισμό το λιμάνι της Μυκόνου, όπου έφθασαν ασφαλώς στις 00.30 της 11.8.2019. Ο χρόνος που διατέθηκε για την πρόσδεση του κινδυνεύοντος πλοίου Δ ήταν δέκα λεπτά και το πλήρωμα του Ρ/Κ της ενάγουσας κατέβαλε προσπάθειες, επέδειξε επιτηδειότητα και επαρκή βαθμό ετοιμότητας, κατά την επιχείρηση διάσωσης, ρυμουλκήθηκε δε το κινδυνεύον πλοίο ασφαλώς, χωρίς να προκληθεί σε αυτό ή στο Ρ/Κ κάποια ζημία. Περαιτέρω, το αναφερόμενο από την ενάγουσα κονδύλιο ύψους επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, που αφορά την θετική ζημία της για την διεκπεραίωση της επιχείρησης διάσωσης επιμεριζόμενου: α) στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ για τα καταναλωθέντα, κατά την ένδικη παροχή επιθαλάσσιας αρωγής, πετρέλαια και λιπαντέλαια, β) στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για το bonus και την αναλογία των τρεχόντων ημερήσιων εξόδων μισθοτροφοδοσίας των μελών του πληρώματος του σκάφους της ενάγουσας, γ) στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ για την αναλογία ασφάλειας του σκάφους της ενάγουσας και των μελών του πληρώματος αυτού και δ) στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για την αναλογία των πρόσθετων δαπανών λειτουργίας της επιχείρησης της ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, διότι η ενάγουσα δεν αναφέρει στο αγωγικό δικόγραφο οποιοδήποτε προσδιοριστικό στοιχείο των επιμέρους κονδυλίων, και συγκεκριμένα δεν εξειδικεύει: α) την ποσότητα των καταναλισκόμενων πετρελαίου και λιπαντέλαιων και την αξία της τιμής μονάδας εκάστου αυτών, β) τον αριθμό των απασχοληθέντων μελών του πληρώματος του σκάφους της και την ημερήσια συμφωνηθείσα αμοιβή μισθοτροφοδοσίας αυτών, το επιμέρους ύψος του χορηγηθέντος bonus, καθώς επίσης και το λόγο παροχής αυτού, ώστε να αξιολογηθεί η αιτιώδης συνάφεια του με την ένδικη περίσταση, γ) το συνολικό ύψος των καταβληθεισών ασφαλίστρων, ώστε να υπολογισθεί η αιτούμενη αναλογία αυτών και δ) σε τί συνίστανται οι πρόσθετες δαπάνες λειτουργίας της επιχείρησής της. Κατόπιν αυτών, κρίνεται ότι η εύλογη αμοιβή για την παρασχεθείσα επιθαλάσσια αρωγή της ενάγουσας, ανέρχεται στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ, το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει η εναγόμενη, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και όχι από την επομένη ημέρα της παροχής της επιθαλάσσιας αρωγής, λόγω μη ύπαρξης σχετικής όχλησης, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού αγωγικού αιτήματος. Κατόπιν αυτών, δεκτής γενομένης της έφεσης της κυρίως ενάγουσας πρέπει, λόγω της εν μέρει νίκης της, αφενός μεν να διαταχθεί η επιστροφή σ’ αυτήν του κατατεθέντος παραβόλου για την άσκηση του ενδίκου μέσου (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. ε΄ ΚΠολΔ), αφετέρου μέρος της δικαστική της δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση της οποίας έχει υποβληθεί αίτημα, να επιβληθεί σε βάρος της εναγόμενης, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι με το με Νο ………/1.7.2019 ασφαλιστήριο συμβόλαιο η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφάλισε το κινδυνεύον πλοίο, με ασφαλιζόμενη αξία 160.000 ευρώ και έναρξη ασφάλισης 26.06.2019 και λήξη 25.06.2020. Η επίδικη σύμβαση ασφάλισης κατά το σκέλος που αφορούσε την κάλυψη του σκάφους για ίδιες ζημιές ή απώλεια διέπεται, μετά από συμφωνία των μερών από το αγγλικό δίκαιο, περιλαμβανόμενων των νόμων Marine Insurance Act 1906 και Insurance Act 2015, στο κοινό δίκαιο (common law) και τη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων. Σύμφωνα με την υπό στοιχεία ……/2019 από 29.05.2020 κοινή έκθεση πραγματογνωμοσύνης, των διπλωματούχων ναυπηγών μηχανολόγων – μηχανικών, ……… και …………., κατά την επιθεώρηση του επίδικου σκάφους Δ στην Μύκονο, μετά την ρυμούλκησή του στο λιμάνι, διαπιστώθηκε ότι οι εργασίες που αναφέρονταν στη λίστα που είχε υποβληθεί προσυμβατικά δεν είχαν εκτελεστεί όσον αφορά τα μηχανολογικά μέρη του σκάφους, τα οποία αντικαταστάθηκαν μετά το επίδικο συμβάν, στην Ελευσίνα, όπως αποδεικνύεται και από τις σχετικές φωτογραφίες. Επομένως, το σκάφος και ως προς την επάνδρωσή του αλλά και ως προς την μηχανολογική του αρτιότητα ήταν ανεπαρκές και ως εκ τούτο αναξιόπλοο, γεγονότα που οδήγησαν στην εν λόγω ακυβερνησία του. Η επικουρικά εκκαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα, επομένως, παραβίασε τις στοιχειώδεις νόμιμες υποχρεώσεις της κατά το προσυμβατικό στάδιο σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης, με αναληθείς δηλώσεις και σκόπιμες αποκρύψεις προς την αντισυμβαλλόμενή της ουσιωδών για την προτεινόμενη ασφάλιση γεγονότων, προκειμένου να πετύχει την κατάρτιση της σύμβασης και κατά το ασφαλιζόμενο ποσό, την οποία αν η επικουρικά εφεσίβλητη – παρεμπιπτόντως εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρεία γνώριζε δεν θα είχε συνάψει, παρουσιάζοντας ότι το σκάφος Δ ήταν αξιόπλοο, ως πλήρως επανδρωμένο, επισκευασμένο και συντηρημένο και ότι το κόστος εργασιών των επισκευών επ΄ αυτού είχε αναγάγει την πραγματική του αξία κατά το χρόνο σύναψης της ασφάλισης στο ποσό των 160.000 ευρώ. Η αξία, όμως, αυτή δεν ήταν η πραγματική και δεν υπερέβαινε το 50% του πιο πάνω ποσού, ήτοι το ποσό των 80.000 ευρώ. Προς επίρρωση δε των ισχυρισμών της απέστειλε, προσυμβατικά, μέσω του διαμεσολαβούντος για λογαριασμό της στις διαπραγματεύσεις ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, μια λίστα εργασιών, παρουσιάζοντας ότι είχε πραγματοποιήσει τις εκεί αναφερόμενες εργασίες, έναντι κόστους 80.000 ευρώ. Πλην, όμως, όπως μετά λόγου γνώσης και αξιοπιστίας βεβαιώνουν στην προαναφερόμενη έκθεση οι ναυπηγοί μηχανολόγοι – μηχανικοί, ……. και ………….. οι ηλεκτρικοί συσσωρευτές (μπαταρίες) εκκίνησης των μηχανών του σκάφους λόγω παλαιότητας και επικάλυψης των πλακών τους με θειϊκό μόλυβδο δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν το ηλεκτρικό φορτίο τους, με αποτέλεσμα να εξαντλούνται πάραυτα. Μολονότι, δε, κατά πάγια πρακτική σε όλα τα μηχανοκίνητα σκάφη εγκαθίσταται ηλεκτρική διάταξη παραλληλισμού των επ’ αυτών φερόμενων μπαταριών και δη διάταξη παραλληλισμού των μπαταριών εκκίνησης των μηχανών με τις μπαταρίες γενικών καταναλώσεων του σκάφους, έτσι ώστε να μπορούν, σε περίπτωση εξάντλησής τους να αντλούν ηλεκτρική ενέργεια από τις μπαταρίες κατανάλωσης, το επίδικο σκάφος δεν διέθετε τέτοια διάταξη. Έτσι η επικουρικά εκκαλούσα, ασφαλιζόμενη παραβίασε την διάταξη του άρθρου 3 του, έχοντος εφαρμογή στην επίδικη μη καταναλωτική σύμβαση, INSURANCE ACT 2015 και το ειδικό καθήκον που την βάρυνε για ακριβοδίκαιη και έντιμη προσυμβατική παρουσίαση του προτεινόμενου προς ασφάλιση κινδύνου στην ασφαλιστική εταιρία (duty of fair representation of the risk). Η υπερτίμηση της αξίας του προς ασφάλιση σκάφους κατά τις διαπραγματεύσεις αποτελούσε παράβαση του καθήκοντος της υπέρτατης καλής πίστης του αγγλικού ουσιαστικού δικαίου που διατρέχει την ασφάλιση (αρθρ. 17 Marine Insurance Act 1906) και συνάμα διακεκριμένη μορφή παράβασης του καθήκοντος της ακριβοδίκαιης προσυμβατικής παρουσίασης του κινδύνου του αρθρ. 8 του Insurance Act 2015, γεγονός που παρείχε το δικαίωμα στην ασφαλιστική εταιρεία να ασκήσει, επιλεκτικά, οποιοδήποτε από τα δικαιώματα (μέσα έννομης θεραπείας – remedies) που προβλέπονται στις διατάξεις των αρθρ. 2, 3, 4 και 5 του Insurance Act 2015 (δηλαδή είτε αναδρομική ακύρωση της σύμβασης με ή χωρίς παρακράτηση του ασφάλιστρου, είτε συμπερίληψη στη σύμβαση διαφορετικών όρων, οι οποίοι δεν είχαν τηρηθεί). Η εκ μέρους της επικουρικά εκκαλούσας παραπλάνηση της ασφαλιστικής εταιρείας όσον αφορά: α)Την κατάσταση του προς ασφάλιση σκάφους από άποψη τεχνικής καταλληλότητας και αξιοπλοΐας, διότι αυτό μολονότι παρουσιάστηκε ως επισκευασμένο, συντηρημένο και αξιόπλοο ήταν αναξιόπλοο τουλάχιστον από άποψη άχρηστων μπαταριών εκκίνησης των προωστήριων μηχανών του και β)Την επάνδρωση αυτού η οποία είχε παρουσιαστεί ως η προσήκουσα για τη λειτουργία των μέσων και συστημάτων αυτού, με πλήρωμα επαγγελματιών ναυτικών ασφαλισμένων στο ΝΑΤ, άρα απογεγραμμένων ελλήνων ναυτικών κατόχων αποδεικτικών ναυτικής ικανότητας ΕΝ, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο πλήρωμα ήταν ο κυβερνήτης του, αδαής ως προς τον μηχανολογικό εξοπλισμό του σκάφους, επισύρει τις ως άνω συνέπειες. Επομένως, συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση απαλλαγή της παρεμπιπτόντως εναγόμενης από την υποχρέωση αποζημίωσης λόγω της κατά τα παραπάνω αναξιοπλοΐας του επίδικου σκάφους (άρθρο 39 (5) ΜΙΑ 1906) και εκ του λόγου αυτού αναπόφευκτης ζημίας, γεγονότα που εξαιρούνται των περιπτώσεων από την ασφαλιστική αποζημίωση, διότι η ακυβερνησία του επίδικου σκάφους λόγω αδυναμίας επανεκκίνησης των μηχανών του εξαιτίας άχρηστων και «τελειωμένων» εξ αρχής μπαταριών εκκίνησης αποτελούσε γεγονός που λόγω της προηγούμενης κατάστασης των υπόψη μπαταριών, που ήταν απολύτως γνωστή στην ασφαλισμένη εταιρία, η αδυναμία εκκίνησης των μηχανών αποτελούσε αναπόφευκτο γεγονός και όχι γεγονός αβέβαιο. Κατά συνέπεια η ακυβερνησία στην οποία περιήλθε το Δ λόγω αδυναμίας εκκίνησης των μηχανών του και οι οικονομικές συνέπειές της αποτελούσαν ασφαλιστικά εξαιρούμενες αιτίες, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ως ουσιαστικά βάσιμης. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η επικουρικά ασκηθείσα έφεση, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου για την άσκηση αυτής στην επικουρικά εκκαλούσα και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την διακράτηση της παρεμπίπτουσας αγωγής, να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθεί σε βάρος της ηττηθείσας παρεμπιπτόντως ενάγουσας η δικαστική δαπάνη της παρεμπιπτόντως εναγόμενης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση της οποίας έχει υποβληθεί αίτημα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις εφέσεις, κύρια και επικουρική.
Δέχεται τυπικά και κατ΄ ουσίαν τις εφέσεις.
Διατάσσει την επιστροφή των e – παραβόλων σε κάθε μία από τις εκκαλούσες και ειδικότερα για την υπό Α επικουρική έφεση το με αρ. ………./2024 και για την υπό Β κύρια έφεση το με αρ. …………./2023.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ ΄ αριθμ. 313/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί και δικάζει τις κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγές.
Δέχεται εν μέρει την κύρια αγωγή.
Υποχρεώνει την κυρίως εναγόμενη να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κύριας αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.
Επιβάλλει σε βάρος της κυρίως εναγόμενης τα δικαστικά έξοδα της κυρίως ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Απορρίπτει την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Επιβάλει σε βάρος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα της παρεμπιπτόντως εναγόμενης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, στις 30 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ