ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 270/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2° Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Μαρία I. Παπαδοπούλου, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπανικολάου (ΑΜ/ΔΣΠ …….).
Των εφεσίβλητων: 1. …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κίμωνα Ζάκκα (ΑΜ/ΔΣΠ ………..), ο οποίος υπήχθη στο καθεστώς παροχής νομικής βοήθειας με την υπ’αριθμόν 6/2025 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά και 2. ……….., ανηλίκου και νομίμως εκπροσωπούμενου από τους γονείς του ……… και ………….., που δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε σε βάρος των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων την από 26-05-2022 (αρ.εκθ.καταθ…………/07-06-2022) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού δίκασε την ένδικη αγωγή ερήμην του δεύτερου εναγόμενου, θεωρούμενου ως αντιπροσωπευόμενου από τον πρώτο εναγόμενο και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, με την τακτική διαδικασία, με την 749/2024 οριστική απόφασή του, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ενάγων-ήδη εκκαλών με την από 12-12-2024 (αριθ.εκθ.καταθ………../29-01-2025) έφεσή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε ερήμην του δεύτερου εφεσίβλητου, όπως νομίμως εκπροσωπείται. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των λοιπών διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκαν και ζήτησαν όσα σε αυτές εκτίθενται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271, 272 παρ. 1 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 271 παρ. 1,2 και 272 παρ. 1 τροποποιήθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 και το άρθρο 524 παρ. 1 με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύουν από 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου προκύπτει ότι, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η δε διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, εφόσον ο ίδιος επέσπευσε τη συζήτηση, ή κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί σ αυτήν (ΕφΑΘ 193/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 82/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1831/2016 ΤΝΠ ΔΣΑ). Το δε άρθρο 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζει: «Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται». Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υφίσταται, πλην των άλλων, και μεταξύ των καταδολιευτικός συναλλαγέντων, απαλλοτριώσαντος και αποκτήσαντος, όταν ενάγονται από κοινού, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων απέναντι στους ομοδίκους αυτούς, δηλαδή του οφειλέτη του δανειστή και του τρίτου με τον οποίο αυτός συμβλήθηκε (ΑΠ 197/2020, ΑΠ 1300/2019, ΕφΑΘ 193/2022, ΕφΠατρ 39/2021, ΕφΛαρ4/2020 όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ’ αριθμόν … και …./08-04-2025 εκθέσεις επίδοσης του διορισμένου στο Εφετείο Πειραιά δικαστικού επιμελητή ……………. που νομίμως προσκόμισε μετ’επικλήσεως ο εκκαλών, που επισπεύδει την παρούσα συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης κατά της 749/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην και πάλι του εκεί δεύτερου των εναγόμενων, όπως νομίμως εκπροσωπείται και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, και με την οποία (εκκαλουμένη απόφαση) απορρίφθηκε η ένδικη περί απαγγελίας διαρρήξεως κατ’άρθρο 939 επ του ΑΚ αγωγή ως αόριστη, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο των εφεσίβλητων. Ο τελευταίος, όμως, δεν παραστάθηκε στο παρόν Δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Πρέπει, επομένως, να δικασθεί ερήμην, πλην όμως να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύεται από τον παριστάμενο πρώτο εφεσίβλητο, με τον οποίο τελεί, ως συνεναγόμενος με αυτόν σε αγωγή διαρρήξεως, σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, και η διαδικασία να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 76, 528 παρ. 4 εδαφ. α’ του ΚΠολΔ).
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίους κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ, φέρεται προς συζήτηση η από 12-12-2024 (αριθ.εκθ.καταθ……./29-01-2025) έφεση κατά της 749/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 237 επ. του ΚΠολΔ), την από 26-05-2022 (αρ.εκθ.καταθ…………../07-06-2022) αγωγή. Έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. α’ στοιχ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ.1 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλούσας, που προβλέπει το άρθρο 518 παρ.1 εδ.α’ του ΚΠολΔ, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στους εφεσίβλητους στις 08-04-2025 και η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 29-01-2025, με τη σημείωση ότι η προθεσμία της εφέσεως τρέχει και για εκείνον που επέδωσε την απόφαση, κατ’άρθρο 144 παρ.2 του ΚΠολΔ [βλ. ΑΠ 1207/1975 ΝοΒ1976.516, ΕφΑΟ 1716/2004 ΝοΒ2005.94, ΕφΘεσ 898/1999 ΑρχΝομ 2000.146]. Περαιτέρω, έχει καταβληθεί από τον εκκαλούντα, για το παραδεκτό της ένδικης εφέσεως, το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ……../2025, ποσού 150 ευρώ, κατ’άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β’ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του: ι] από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ιι] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α’ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017 και ιιι] από το άρθρο 22 του Ν.5134/2024 (ΦΕΚ ΑΊ46), με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του ίδιου νόμου, από 16-09-2024. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία.
Στην υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εξέθετε ότι με τον πρώτο εναγόμενο- αδελφό του υπάρχει ιστορικό σφοδρής δικαστικής διαμάχης ήδη από το έτος 1999, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται. Ότι σε βάρος του τελευταίου έχουν εκδοθεί οι κάτωθι εκτελεστοί τίτλοι, από δικαστικές δαπάνες (κατόπιν απόρριψης των αβάσιμων αγωγών εναντίον του) και από επιδικασθέντα ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι: α] Δυνάμει της 4607/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στις 12-02-2016 επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 16-12-2015 επιταγή προς πληρωμής, για συνολικό ποσό [2.280] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την εξόφληση, ενώ στη συνέχεια στις 23-01-2018 επιδόθηκε νέα επιταγή προς πληρωμή για ποσό 3.699,68 ευρώ, β] Δυνάμει της υπ’αριθμόν ……./2015 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Νίκαιας, στις 12-02-2016 επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 22-01-2016 επιταγή προς πληρωμή, για συνολικό ποσό [4.178] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την εξόφληση, κατόπιν εκδόσεως της 5269/2010 ήδη τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η δε απαίτησή του προέρχεται από χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γ] Δυνάμει της 583/2015 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, στις 12-02-2016 επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 16-12-2015 επιταγή προς πληρωμή, για συνολικό ποσό [18.075] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την εξόφληση, ενώ στη συνέχεια στις 23-01-2018 επιδόθηκε νέα επιταγή προς πληρωμή για ποσό [29.610,92] ευρώ και τον Ιούνιο 2019 του επιδόθηκε η 3η επιταγή προς πληρωμή για συνολικό ποσό [41.466] ευρώ, δ] Δυνάμει της 5269/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στις 12- 02-2016 επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 16-12-2015 επιταγή προς πληρωμής, για συνολικό ποσό [1.025] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την εξόφληση, ενώ στη συνέχεια στις 23-01-2018 επιδόθηκε νέα επιταγή προς πληρωμή για ποσό [1.643,51] ευρώ, ε] Δυνάμει της 227/2014 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, στις 02-06-2016 επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 05-01-2016 επιταγή προς πληρωμή, για συνολικό ποσό [1.475] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την εξόφληση, ενώ στη συνέχεια στις 23-01-2018 επιδόθηκε νέα επιταγή προς πληρωμή για ποσό [2.349,45] ευρώ, στ] Δυνάμει της 5270/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στις 12-02-2016 επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 16-12-2015 επιταγή προς πληρωμής, για συνολικό ποσό [1.775] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την εξόφληση, ενώ στη συνέχεια στις 23-01-2018 επιδόθηκε νέα επιταγή προς πληρωμή για ποσό [2.874,03] ευρώ, ζ] Δυνάμει της 729/2016 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, στις 12-02-2016 επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 13-12-2013 επιταγή προς πληρωμή, για συνολικό ποσό [875] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την εξόφληση, η] Δυνάμει της 2561/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στις 12-02-2016 επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 16-12-2015 επιταγή προς πληρωμής, για συνολικό ποσό [575] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την εξόφληση, θ] Δυνάμει της 301/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στις 02- 06-2016 επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 05-01-2016 επιταγή προς πληρωμής, για συνολικό ποσό [13.281,96] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την εξόφληση, ενώ στη συνέχεια στις 23-01-2018 επιδόθηκε νέα επιταγή προς πληρωμή για ποσό [15.057,82] ευρώ, ι] Δυνάμει της υπ’αριθμόν …../2015 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Νίκαιας, στις 12-02-2016 επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 22-01-2016 επιταγή προς πληρωμή, για συνολικό ποσό [4.311] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την εξόφληση, κατόπιν εκδόσεως της 5270/2010 ήδη τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η δε απαίτησή του προέρχεται από χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ότι οι προερχόμενες από τις ανωτέρω αιτίες οφειλές του πρώτου εναγόμενου ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 47.850,96 ευρώ στις 27 και 29-03-2017, ημερομηνίες σύνταξης των αναγγελιών του, δυνάμει των υπ’αριθμόν …. και ../2016 κατασχετήριων εκθέσεων της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά ………., δυνάμει δε της πρώτης εξ αυτών και σε εκτέλεση της υπ’αριθμόν …/02-06-2014 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Νίκαιας επιβλήθηκε πλειστηριασμός στο υπό στοιχείο Β- 1 διαμέρισμα πολυώροφης οικοδομής στην Νίκαια Αττικής επί της οδού ………. και στην υπό στοιχείο Δ1 μεζονέτα στην Γλυφάδα Αττικής επί της οδού …………, για ποσό 9.136,72 ευρώ και δυνάμει της δεύτερης εξ αυτών και σε εκτέλεση της υπ’αριθμόν ……/27-04-2007 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Νίκαιας επιβλήθηκε πλειστηριασμός στα ίδια ως άνω ακίνητα, για το ποσό των [6.809,30] ευρώ, που απέβησαν άγονοι ελλείψει πλειοδοτών. Ότι, επομένως, η συνολική απαίτησή του στις 29-03-2017 ανερχόταν στο ποσό των [63.786,98] ευρώ. Ότι, επιπλέον, δυνάμει των …/06 και …./15 εκτελεστών τίτλων, επιδόθηκαν στον πρώτο εναγόμενο και δη στις 23-01-2018, νέες επιταγές προς πληρωμή, για συνολικά ποσά αντίστοιχα 1.397,76 και 1.643,81 ευρώ. Ότι κατά το χρονικό σημείο της 10ης- 06-2019, η συνολική οφειλή του πρώτου εναγόμενου από τις ανωτέρω αιτίες πλησίαζαν το ποσό των 100.000 ευρώ. Ότι με τον πρώτο εναγόμενο αδελφό του, είχε συστήσει με το από 10-04-1991 καταστατικό ομόρρυθμης εταιρίας, την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «……………», με σκοπό την ανέγερση οικοδομών και την εν συνεχεία πώληση διαμερισμάτων σε τρίτους, με συμμετοχή καθενός στα κέρδη και τις ζημίες 50% και αμφότερους διαχειριστές και εκπροσώπους αυτής, είτε από κοινού είτε μεμονωμένα. Ότι κατόπιν της από 11-12-2000 εξώδικης καταγγελίας του, που επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 20-12-2000, η εταιρία εισήλθε στο στάδιο της εκκαθάρισης. Ότι ο πρώτος εναγόμενος εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε μισθώματα των εταιρικών ακινήτων, επέτρεψε στο μισθωτή ………. να προκαλέσει ζημίες στο αναφερόμενο εκεί (αγωγή) διαμέρισμα, ύψους 15.090,20 ευρώ, ενώ από τις 24-09-2009 κατοικεί με τη σύζυγό του στο αναφερόμενο εκεί (αγωγή) διαμέρισμα της εταιρίας, έχοντας μάλιστα προκαλέσει σημαντικές φθορές σε αυτό, με αποτέλεσμα να στερήσει παράνομα και υπαίτια από την εταιρία μηνιαίο μίσθωμα ύψους 1.440 ευρώ, το οποίο θα είχε αυτή εισπράξει μετά βεβαιότητας και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωσή του. Ότι η σύζυγος του πρώτου εναγόμενου εισέπραξε χωρίς νόμιμο δικαίωμα το μίσθωμα έτερου εταιρικού διαμερίσματος, τουλάχιστον συνολικού ποσού 8.232 ευρώ, ενώ επιπλέον η τελευταία επέτρεψε στην ανεψιά της, να κατοικεί σε έτερο εταιρικό διαμέρισμα από τις 24-09-2009, χωρίς μίσθωμα, με συνέπεια η εταιρία να απωλέσει μηνιαία μισθώματα ύψους 1.440 ευρώ. Ότι η ζημία που προκάλεσε στην εταιρία ο πρώτος εναγόμενος, που αφορά τα εταιρικά ακίνητα, μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2024 ανερχόταν στο ποσό των 1.092.555 ευρώ (μετά την αφαίρεση του ποσού των 65.754,94 ευρώ που εισέπραξε ο ίδιος ο ενάγων από μισθώματα της εταιρίας), ενώ ήδη τον Ιούλιο του έτους 2019 ανερχόταν σε τεράστιο ύψος. Ότι σε έτερο εταιρικό ακίνητο έχουν προκληθεί εκτεταμένες φθορές από τη μισθώτρια εταιρία, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται το ποσό των 45.000 ευρώ και επομένως, οι οφειλές του πρώτου εναγόμενου προς την εταιρία ανέρχονται στο ποσό του 1.137.555 ευρώ, ο ίδιος δε (ενάγων) έχει καταβάλει για αναγκαίες δαπάνες το ποσό των 75.670 ευρώ. Ότι κατόπιν των ανωτέρω ο πρώτος εναγόμενος του οφείλει μέσω της ως άνω εταιρίας, το ποσό των 500.000 ευρώ. Ότι στις 29-07-2019 και ενώ ήταν γεγενημένες οι ανωτέρω αξιώσεις του, ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτών και να τον βλάψει, δυνάμει της υπ’αριθμόν ………../29-07-2019 συμβολαιογραφικής πράξης δωρεάς εν ζωή οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Πειραιά …….., δώρισε στο δεύτερο (ανήλικο) εναγόμενο, εγγονό του, το ‘Λ εξ αδιαίρετου της πλήρους κυριότητας α] ενός διαμερίσματος του α’ πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 60 τ.μ. και β] το δικαίωμα μελλοντικών ορόφων (δικαίωμα του υψούν), με ποσοστό συνιδιοκτησίας 55/100 εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, μιας διώροφης οικοδομής, κειμένης σε οικόπεδο που βρίσκεται στον προσφυγικό συνοικισμό «………….» Νίκαιας της κτηματικής περιφέρειας του πρώην Δήμου Νίκαιας και παλαιότερα Δήμου Πειραιά και ήδη της Δημοτικής Κοινότητας Νίκαιας, στη Δημοτική Ενότητα Νίκαιας του Δήμου Νίκαιας-Αγ.Ιωάννη Ρέντη της Περιφερειακής Ενότητας Πειραιά της Περιφέρειας Αττικής και περιβάλλεται από τις οδούς …………. και τη ………….. και εμφαίνεται στο υπ’αριθμόν …./1931 διάγραμμα του μηχανικού ……., έχει έκταση 96,80 τ.μ. ή όση και αν είναι λιγότερο ή περισσότερο. Ότι η αξία της δωρεάς καθορίστηκε από τον πρώτο εναγόμενο με δήλωσή του στο επίδικο συμβόλαιο στο ποσό των 29.644,58 ευρώ, το οποίο (συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή) καταχωρήθηκε στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Νίκαιας με αριθμό …….. και ημερομηνία καταχώρησης 02- 08-2019. Ότι η λοιπή ακίνητη περιουσία του πρώτου εναγόμενου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα εκεί (αγωγή). Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ο ενάγων ζητούσε να διαρρηχθεί η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία που συντελέστηκε με το ως άνω νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή οριζοντίων ιδιοκτησιών και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η εκκαλουμένη 749/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία, αφού δίκασε ερήμην του δεύτερου εναγόμενου, όπως αυτός νομίμως εκπροσωπείται από τους γονείς του και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, θεωρούμενου του δεύτερου εναγόμενου ως αντιπροσωπευόμενου από τον πρώτο εναγόμενο, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και καταδίκασε τον ενάγοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου εναγόμενου, τα οποία όρισε στο ποσό των [200] ευρώ και τα οποία επιδίκασε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 του ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, δηλαδή πράξη με την οποία μεταβιβάζεται, αλλοιώνεται, καταργείται κάποιο περιουσιακό ενοχική ή εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη, τέτοια δε απαλλοτριωτική πράξη συνιστά, η πώληση, η δωρεά, η εκχώρηση απαίτησης, η σύσταση υποθήκης, ή η άφεση χρέους. Χρόνος της απαλλοτρίωσης επί μεταβίβασης ακινήτου νοείται ο χρόνος κατάρτισης της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας και όχι αυτός της μεταγραφής της, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, και γ) η απολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Σκοπός βλάβης υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου εξάλλου, ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή, την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια (ΑΠ 278/2011, ΕφΠειρ 195/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η γνώση αυτή του τρίτου τεκμαίρεται (μαχητώς) όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, το τεκμήριο όμως αυτό δεν ισχύει αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής, ή αν ο συγγενής ισχυριστεί και αποδείξει ότι δε γνώριζε ότι ο απαλλοτριώσας προέβη στην απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών (ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 708/2017 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Θα πρέπει, επίσης, εκείνος που ασκεί την αγωγή για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης του οφειλέτη του να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η απαλλοτρίωση και η απαίτησή του αυτή να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη επ’ ακροατηρίω συζήτηση της αγωγής (Ολ. ΑΠ 709/1974, ΝοΒ 23.300, ΑΠ 1116/2018, ΕφΑΘ 193/2022, ΕφΘεσ 5/2020, ΕφΛαμ 36/2020, ΕφΚρητ 152/2017, ΕφΠειρ 365/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).Η ανωτέρω γνώση του τρίτου δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΟλΑΠ 6/2003 ΕλλΔνη 2003, 402, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1319/2017, ΕφΑΘ 193/2022, ΕφΑιγ 91/2020, ΕφΠατρ 161/2019 όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 118 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 939 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που έγινε από τον τελευταίο προς βλάβη του, κατά τους όρους των άρθρων 940 επ. του ΑΚ, πρέπει, να αναφέρει: α) την γεγενημένη απαίτηση που έχει αυτός (ο ενάγων δανειστής) κατά του εναγόμενου οφειλέτη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, με προσδιορισμό του ποσού αυτής, αλλά και της αιτίας, από την οποία αυτή προήλθε (από το νόμο, από σύμβαση, αδικοπραξία κλπ), β) τη γενόμενη απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη του περιουσιακού του στοιχείου, γ) την πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) τη γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου επήλθε η απαλλοτρίωση, και ε) την αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή (ΑΠ 233/2019, ΑΠ 28/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974, ΑΠ 1300/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014, ΑΠ 278/2011). Περαιτέρω, η αφερεγγυότητα του οφειλέτη θα πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς, (σχέση αιτίου-αιτιατού), με την απαλλοτριωτική πράξη. Για να συντρέχει το (απαραίτητο για την καταδολίευση δανειστών), στοιχείο της βλάβης, απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ απαλλοτρίωσης και βλάβης, καθώς μόνο έτσι διαπιστώνεται η χειροτέρευση της θέσης του δανειστή λόγω της απαλλοτρίωσης, πριν από την οποία η ικανοποίηση του τελευταίου (έστω και μερική), ήταν δυνατή, αλλά ματαιώθηκε ή κατέστη δυσχερής εξαιτίας της απαλλοτρίωσης. Δηλαδή, δεν αρκεί να είναι αδύνατη ή δυσχερής η ικανοποίηση του δανειστή μετά την απαλλοτρίωση, αλλά θα πρέπει να χειροτερεύει πραγματικά τη θέση του σε σχέση με την προ της απαλλοτρίωσης κατάσταση και εξαιτίας της απαλλοτρίωσης. Έτσι, δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια και επομένως, δεν γεννιέται δικαίωμα διάρρηξης, επειδή ο δανειστής δεν υφίσταται βλάβη, δηλαδή χειροτέρευση της πραγματικής δυνατότητας ικανοποίησής του, αν ο τελευταίος (δανειστής) πριν από την απαλλοτρίωση δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση ακόμη και στην περίπτωση μη απαλλοτρίωσης του πράγματος. Στο πλαίσιο αυτό, ζήτημα αιτιώδους σχέσης μεταξύ απαλλοτρίωσης και βλάβης τίθεται και στην περίπτωση που το απαλλοτριωθέν ήταν ήδη πριν την απαλλοτρίωση βεβαρημένο με εμπράγματα δικαιώματα, που ασφάλιζαν απαιτήσεις τρίτων, κατά τρόπο ώστε να πιθανολογείται βάσιμα η μη ικανοποίηση οποιουδήποτε άλλου μη προνομιούχου δανειστή. Το ζήτημα όμως αυτό θα πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση και να αποκλείεται η πλήρωση του στοιχείου της βλάβης, αν από τις ιδιαίτερες περιστάσεις προκύπτει ότι ήταν απίθανη η έστω και ελάχιστη ικανοποίηση του δανειστή πριν από την απαλλοτρίωση, οπότε δεν θεμελιώνεται ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ απαλλοτρίωσης και βλάβης, καθώς η μη ικανοποίηση του δανειστή δεν οφείλεται στην απαλλοτρίωση. Συνακόλουθα τούτων, ο δανειστής που επιχειρεί τη διάρρηξη μιας απαλλοτρίωσης ως καταδολιευτικής, οφείλει, πλην άλλων, να αποδείξει ότι η πρόθεση βλάβης του οφειλέτη στρεφόταν και προσωπικά εναντίον του, πραγματοποιήθηκε δε σε σχέση με τη συγκεκριμένη απαίτησή του. Πραγματοποίηση της προθέσεως βλάβης υπάρχει, όταν επέρχεται (ή επαυξάνεται) η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ματαιώνεται έτσι η ικανοποίηση του δανειστή και πρέπει να έχει συντελεστεί ήδη κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής διαρρήξεως. Η γνώση από τον οφειλέτη των στοιχείων που συνθέτουν την πρόθεση βλάβης πρέπει επίσης να αποδειχθεί από το δανειστή. Η απόδειξη αυτή είναι ευκολότερη, όταν ο οφειλέτης προκαλεί με την απαλλοτρίωση άμεση μείωση του ενεργητικού της περιουσίας του, όπως συμβαίνει επί εκποιήσεως ακινήτου με ευτελές αντάλλαγμα ή επί δωρεάς, ενώ όταν η απαλλοτρίωση οδηγεί μόνο σε έμμεση διακινδύνευση της ικανοποιήσεως του δανειστή, όπως όταν γίνεται έναντι ισάξιου τουλάχιστον ανταλλάγματος, τότε ο δανειστής πρέπει να προσκομίσει συγκεκριμένες αποδείξεις για την πρόθεση βλάβης του οφειλέτη, που δεν μπορεί πλέον, κατά κανένα τρόπο, να συναχθεί από την απαλλοτριωτική και μόνο πράξη του τελευταίου. Τέλος, ο δανειστής οφείλει πάντοτε να αποδείξει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην απαλλοτρίωση, με την οποία πραγματοποιήθηκε η πρόθεση βλάβης του οφειλέτη και στη ματαίωση της ικανοποιήσεώς του, από την επιγενόμενη αφερεγγυότητα του οφειλέτη (ΑΠ 1275/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη απαλλοτρίωσης, που συνίσταται σε χαριστική δικαιοπραξία, δεν απαιτείται για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής η αναφορά και της γνώσης του τρίτου, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 15/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 6/2003 ΕλλΔνη 44 σελ. 401, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 28/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 708/2017 ό.π., ΑΠ 339/2016, ΑΠ 661/2015, ΑΠ 417/2015, ΑΠ 1092/2013, ΑΠ 1284/2011, ΑΠ 846/2011, ΑΠ 1677/2008, ΑΠ 1475/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1567/2008, ΑΠ 207/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1189/2003 ΕλλΔνη 45.460, ΑΠ 637/2001 ΕλλΔνη 43.1410, ΕφΠειρ 184/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπροσθέτως, πρέπει να προσδιορίζεται το ποσό της απαίτησης και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη επέρχεται κατά τόσο όσο ζημιώνεται ο δανειστής, η εξεύρεση δε του μέρος αυτού εξαρτάται από τη σχέση των προαναφερόμενων ποσών, ο δε δανειστής δεν έχει έννομο συμφέρον για το πέραν της ζημίας του ποσό (ΑΠ 1625/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, σε περίπτωση που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, ενώ σε περίπτωση που αντικείμενό της είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την αξία της απαιτήσεως του δανειστή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο, για να διατάξει τη μερική διάρρηξη, πρέπει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος δανειστή από το πλειστηρίασμα, να συνεκτιμήσει, πέρα από την εν λόγω απαίτηση (κατά το κεφάλαιο και τους τυχόν οφειλόμενους τόκους), τα έξοδα της κατά του οφειλέτη επικείμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και το γεγονός ότι κατά τον πλειστηριασμό είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου. (ΑΠ 243/2019, ΑΠ 1116/2018, ΕφΑΘ 193/2022, ΕφΛαρ 91/2020 όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εφόσον, όμως, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, η ληξιπρόθεσμη απαίτηση του ενάγοντος δανειστή είναι μεγαλύτερη από τη συνολική αξία όλων των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, ώστε να είναι αναγκαία η διάρρηξη όλων των απαλλοτριώσεων, δεν απαιτείται για το ορισμένο αυτής, η αναφορά της αξίας καθενός, η οποία αντίθετα πρέπει να μνημονεύεται όταν η ληξιπρόθεσμη απαίτηση του δανειστή είναι μικρότερη από την συνολική αξία των προρρηθέντων περιουσιακών στοιχείων (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1855/2025, ΑΠ 1623/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 339/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72, 73, 74 του ΑΚ και 62, 73 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα δε αυτή, η οποία αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης. Η λύση του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας, δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Εφεξής, όπως προαναφέρθηκε, κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της ομόρρυθμης εταιρίας εξακολουθεί να είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή, δηλαδή η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλεισθεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρείας. Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (ΑΠ 219/2023, ΑΠ 863/2021, ΑΠ 260/2021, ΑΠ 866/2021, ΑΠ 748/2017, ΑΠ 216/2012, ΑΠ 693/2008).
Τέλος, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά το άρθρο 536 του αυτού Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν. Επίσης, κατ’ άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα, αν το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι το εφετείο μπορεί να απορρίψει την έφεση του ενάγοντος, ως απαράδεκτη, όταν η αγωγή αυτού είχε απορριφθεί πρωτοδίκως για τυπικό λόγο και το ίδιο κρίνει αυτή απορριπτέα για άλλο, τυπικό, επίσης, λόγο, με αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η νέα αιτιολογία δεν θα επάγεται δυσμενέστερες για τον εκκαλούντα συνέπειες, καθώς και ότι το εφετείο θα έχει εξαφανίσει προηγουμένως την πρωτόδικη απόφαση. Τέτοια όμως εξαφάνιση δεν υπάρχει, όταν η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, όχι κατά παραδοχή λόγου εφέσεως που βάλλει κατά της αοριστίας αλλά για την ενότητα της εκτέλεσης, προκειμένου δηλαδή να μη χωρεί παράλληλη εκτέλεση κατά περισσοτέρων εναγομένων και με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για όσες διατάξεις της δεν εξαφανίστηκαν. Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία με την εφετειακή απόφαση αντικαθίσταται το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης και προκύπτει εντεύθεν δεδικασμένο, όπως όταν απορρίπτεται η αγωγή για έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, ενώ πρωτοδίκως η αγωγή είχε κριθεί ως αόριστη και από την κρίση αυτή δεν δημιουργούνταν ουσιαστικό δεδικασμένο, αφού ο ενάγων μπορούσε αζημίως να επανέλθει με νέα αγωγή που δεν έχει την ίδια ατέλεια, δικαίωμα που δεν έχει εάν απορριφθεί η αγωγή ως ενεργητικά ή παθητικά ανομιμοποίητη, το εφετείο δεν μπορεί να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία και να απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, χωρίς προηγουμένως να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, μετά από παραδοχή αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης (ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1279/2004, ΑΠ 1566/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με βάση τις ανωτέρω νομικές παραδοχές, η αγωγή ως προς το δεύτερο σκέλος της, που αφορά κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος απαιτήσεις της ως άνω υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας κατά του πρώτου εναγόμενου ομόρρυθμου εταίρου (είσπραξη μισθωμάτων, κατάληψη από αυτόν ακινήτων της και πρόκληση φθορών) και εντεύθεν και δικές του απαιτήσεις εφόσον είναι ομόρρυθμος εταίρος με συμμετοχή 50% στα κέρδη και τις ζημίες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος για την άσκηση της ένδικης αγωγής, καθώς, όπως ελέχθη και στην πιο πάνω νομική σκέψη, μετά τη λύση της ομόρρυθμης εταιρίας, φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών της εξακολουθεί να είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή, δηλαδή η εταιρεία εκπροσωπείται από τον εκκαθαριστή της και δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της ένδικης αγωγής ο ομόρρυθμος εταίρος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η αγωγή ως προς το ανωτέρω σκέλος της είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, πλην όμως η απόρριψη της ένδικης αγωγής λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης είναι δυσμενέστερη για τον ενάγοντα (εκκαλούντα) σε σχέση με την απόρριψη αυτής ως αόριστης, καθώς αποκλείεται η δυνατότητα επανόδου του ενάγοντος και για το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται η αντικατάσταση της αιτιολογίας κατ’άρθρο 534 του ΚΠολΔ, καθώς οδηγεί σε διαφορετικό, δυσμενέστερο για τον εκκαλούντα αποτέλεσμα χωρίς την προηγούμενη εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης μετά από παραδοχή αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης από τους εφεσίβλητους, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος έφεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ως προς το δεύτερο σκέλος της η αγωγή δεν περιέχει τα αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου της στοιχεία που απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 939 επ. του ΑΚ, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για να είναι ορισμένη η αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που έγινε από τον τελευταίο προς βλάβη του. Ειδικότερα, αναφέρεται η γεγενημένη απαίτηση που έχει ο ενάγων- δανειστής κατά του πρώτου εναγόμενου- οφειλέτη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, με προσδιορισμό του ποσού αυτής, αλλά και της αιτίας, από την οποία αυτή προήλθε (από δικαστικές αποφάσεις και διαταγές πληρωμής), ενώ ο προσδιορισμός του συνολικού ποσού της απαίτησης του ενάγοντος δύναται να προκύψει κατόπιν απλής μαθηματικής πράξης, ανέρχεται δε κατά τους υπολογισμούς του παρόντος Δικαστηρίου στο ποσό των 96.017,08 ευρώ, επιπλέον αναφέρεται η γενόμενη απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη των προρρηθέντων περιουσιακών του στοιχείων, η αφερεγγυότητα αυτού, καθώς και η πρόθεση βλάβης του ενάγοντος-δανειστή, χωρίς να είναι αναγκαία η επίκληση και του στοιχείου της γνώσης της πρόθεσης βλάβης του ενάγοντος-δανειστή εκ μέρους του δεύτερου ανήλικου εναγόμενου, προς τον οποίο συντελέστηκε η δωρεά εν ζωή και δη των γονέων αυτού που νομίμως τον εκπροσωπούν (πέραν του ότι αναφέρεται στην ένδικη αγωγή ως εκ περισσού), ωστόσο δεν αναφέρεται η αξία καθενός των απαλλοτριωθέντων οριζόντιων ιδιοκτησιών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αφού αφενός από τη συντέλεση της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας (29-07-2019) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (06-07-2022) παρήλθε τριετία, χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να θεωρηθεί μικρό ώστε να δικαιολογείται η μη μεταβολή της αξίας τους, αφετέρου όπως συνομολογεί ο ενάγων, ο πρώτος εναγόμενος με δήλωσή του στο εν λόγω συμβόλαιο καθόρισε ο ίδιος την αξία της δωρεάς στο ποσό των 29.644,58 ευρώ, συνεπώς η αξία των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών δεν προσδιορίστηκε με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της, αλλά ο πρώτος εναγόμενος καθόρισε αυθαίρετα την αξία αυτών σε ιδιαιτέρως μικρό ποσό, προφανώς για φορολογικούς λόγους, ώστε να μην δύναται να γίνει δεκτό ότι το ανωτέρω ποσό ανταποκρίνεται έστω στην αντικειμενική αξία αυτών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, πολλώ δε μάλλον στην εμπορική, ώστε να κριθεί ότι η συνολική απαίτηση του ενάγοντος είναι πολλαπλάσια της αξίας των απαλλοτριωθέντων οριζόντιων ιδιοκτησιών, όπως ο τελευταίος υποστηρίζει, το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι απαραίτητο για το ορισμένο της αγωγής διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησης του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε απαράδεκτη την αγωγή ως προς το πρώτο σκέλος της, λόγω αοριστίας, έστω και με ελλιπείς και εν μέρει εσφαλμένες αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να αντικατασταθούν με τις ανωτέρω (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε το νόμο και οι λοιποί λόγοι έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω η έφεση πρέπει να απορριφθεί κατ’ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου παριστάμενου εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος του (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ), θα επιδικαστούν όμως υπέρ του Δημοσίου κατ’άρθρο 12 παρ. 1,2 του Ν.3226/2004, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσης e παράβολου του Δημοσίου, στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του στη δίκη (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να ορισθεί το προβλεπόμενο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης εκ μέρους του απολειπόμενου δεύτερου εφεσίβλητου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τους γονείς του (άρθρα 501,502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας έχει και ο απολειπόμενος αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται στη δίκη από τον παριστάμενο αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ 367/2014, ΑΠ 709/2012, ΑΠ 658/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπως επίσης ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην του δεύτερου εφεσίβλητου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τους γονείς του και θεωρούμενου ως αντιπροσωπευόμενου από τον πρώτο εφεσίβλητο, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την από 12-12-2024 (αριθ.εκθ. καταθ……./29-01-2025) έφεση κατά της 749/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα [290] ευρώ το παράβολο ερημοδικίας, το οποίο οφείλει να προκαταβάλλει ο δεύτερος εφεσίβλητος, νομίμως εκπροσωπούμενος από τους γονείς του, στην περίπτωση που ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης.
Δέχεται την ως άνω έφεση τυπικά και την απορρίπτει κατ’ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό αριθμό ……………../2025 e παράβολου του Δημοσίου, που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της ένδικης έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων [500] ευρώ και τα οποία επιδικάζει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε, στον Πειραιά στις 19 Μαρτίου 2026 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξούσιων δικηγόρων τους, παρουσία και της γραμματέως στις 23 Απριλίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ