ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 562/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2ο Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη, Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των ανακοπτουσών- εκκαλουσών: 1. Κοινοπραξίας των ανώνυμων εταιριών με την επωνυμία «………..», πρώην «…………», πρώην «………..», που προήλθε από την «………….», με ΑΦΜ ……….., η οποία εδρεύει στο Δήμο …. Αττικής επί της οδού ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα από τη διαχειρίστρια και μέλος της, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……….» και 2. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……….», μέλος της ανωτέρω κοινοπραξίας, με ΑΦΜ ………., που εδρεύει ομοίως και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κατσαμπάνη (ΑΜ/ΔΣΑ …..), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του καθ’ου η ανακοπή-εφεσίβλητου: ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΗΜΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟΥ ΣΧΙΣΤΟΥ», όπως μετονομάστηκε με την υπ’αριθμόν 10757/2690/28-02-2020 (ΦΕΚ Β΄1143/03-04-2020) απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΗΜΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΚΑΙ ΔΥΤ. ΑΤΤΙΚΗΣ για την ίδρυση κοινού Νεκροταφείου», με ΑΦΜ …., που εδρεύει στο …. Πειραιά επί της ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Αγαλιώτη (ΑΜ/ΔΣΑ ……….), μέλος της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «Ευάγγελος Χατζηγιαννάκης Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΑ …………..).
Το ενάγον-καθ`ου η ανακοπή-εφεσίβλητο άσκησε κατά των εναγομένων-ήδη ανακοπτουσών-εκκαλουσών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 04-06-2015 (αρ.εκθ.καταθ…………../05-06-2015) αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 3595/2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (τακτική διαδικασία), η οποία, κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη την αγωγή την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι εναγόμενες-ήδη ανακόπτουσες-εκκαλούσες με την από 23-10-2017 (αρ.εκθ.καταθ………./24-10-2017) έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία η 413/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία την έκανε δεκτή τυπικά και στην ουσία της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού δίκασε την ένδικη αγωγή την απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ουσίαν. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως το εφεσίβλητο-ήδη καθ’ου η ανακοπή ερημοδικίας άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 23-07-2019 (αρ.εκθ. καταθ ………/06-08-2019) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1731/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α2 Πολιτικό Τμήμα), η οποία αναίρεσε την 413/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της μέρος και παρέπεμψε σ’ αυτό το Δικαστήριο την υπόθεση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση), προς περαιτέρω εκδίκαση. Το ενάγον-ήδη καθ’ου η ανακοπή-εφεσίβλητο επανέφερε την ως άνω έφεση προς συζήτηση με την από 19-12-2022 (αρ.εκθ.καταθ………/19-12-2022) κλήση του, επί τη οποίας εκδόθηκε ερήμην των ανακοπτουσών -εκκαλουσών η 548/2025 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την έφεση τυπικά και κατ’ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος της που αναφερόταν στο σκεπτικό, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την ένδικη αγωγή κατά το ίδιο μέρος και την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν. Κατά της ανωτέρω εφετειακής αποφάσεως οι ανακόπτουσες-εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 16-10-2025 (αρ.εκθ.καταθ…………./17-10-2025) ανακοπή ερημοδικίας, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των ανακοπτουσών-εκκαλουσών δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσε ότι συμφωνεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παρασταθεί, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος του καθ’ου η ανακοπή-εφεσιβλήτου, παραστάθηκε όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκε και ζήτησε όσα σε αυτές εκτίθενται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένδικη από 16-10-2025 (αρ.εκθ.καταθ…………/17-10-2025) ανακοπή ερημοδικίας, η οποία στρέφεται κατά της 548/2025 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε ερήμην των ανακοπτουσών (εκκαλουσών), ασκήθηκε νομότυπα, με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κατ’άρθρο 495 παρ.1 του ΚΠολΔ και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να αρχίσει, κατά το άρθρο 503 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 144 του ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ενώ επιπλέον για το παραδεκτό της προκατατέθηκε από κάθε ανακόπτουσα, το νόμιμο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 505 του ΚΠολΔ, e παράβολο του Δημοσίου με κωδικό αριθμό …../2025 και ……/2025 αντίστοιχα, ποσού [300] ευρώ έκαστο, που ορίσθηκε με την ως άνω ανακοπτόμενη ερήμην απόφαση για εκάστη των ανακοπτουσών. Επομένως, η υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 1 και 2, και 509 του ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικώς δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί, ούτε με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992). Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική ανώτερη βία είναι έννοια ταυτιζόμενη, κατά τον πυρήνα της, προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνον κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, το οποίο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη [ ΑΠ 1260/2010, ΑΠ 1793/2009, ΑΠ 1562/2008, ΕφΠειρ 2018/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ 341/2021]. Κατά το περιεχόμενό της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξειδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητας ή απαραδέκτου (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 121/2021, ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 559/2020). Το γεγονός θα πρέπει να είναι ανυπαίτιο και εντελώς εξαιρετικής φύσεως, μη αναμενόμενο και μη δυνάμενο να προληφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 1253/2018, ΑΠ 219/2016, ΑΠ 1506/2013), ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό ή όχι (ΑΠ 219/2016, ΑΠ 1506/2013). Τέτοια γεγονότα ανωτέρας βίας είναι δυνατό να θεωρηθούν, μεταξύ άλλων, η αιφνίδια ασθένεια ή τυχόν ατύχημα του διαδίκου (ΑΠ 224/2013, ΕφΠειρ 2018/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ 419/2020) ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξαιτίας αυτής αδυναμία παραστάσεώς του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εκτός εάν μπορεί να παραστεί δια του τελευταίου (ΑΠ 224/2013, ΕφΠειρ 2018/2024, ΕφΔωδ 272/2018), ή όσον αφορά στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, τέτοιο γεγονός συνιστά η απρόβλεπτη, αιφνίδια και βαριά σωματική ή πνευματική νόσος, λόγω της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή να ειδοποιήσει τον εντολέα του ή άλλο δικηγόρο για την αντικατάστασή του (ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ 19/2021, ΕφΠειρ 341/2021), εφόσον τα γεγονότα αυτά συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 1778/2013). Στην έννοια αυτή δεν υπάγονται οι συνήθεις αδιαθεσίες, που απλώς δυσχεραίνουν, χωρίς να εξαφανίζουν, τη φυσική δυνατότητα εργασίας του ασθενούντος δικηγόρου ή ειδοποίησης άλλου συναδέλφου του, προκειμένου να εκπροσωπήσει τον διάδικο στη δίκη. Το πταίσμα επίσης του δικηγόρου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γεγονός ανώτερης βίας (ΑΠ 544/2016, ΑΠ 1778/2013, ΑΠ 1506/2013, ΑΠ 1347/2012, ΑΠ 6/2012, ΕφΠειρ 218/2024, Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 501 αρ. 4). Στην έννοια της ανώτερης βίας εκτός από την ασθένεια εμπίπτει και κάθε άλλο περιστατικό, που καθιστά παντελώς αδύνατη-και όχι απλώς δυσχερή ή δαπανηρή την αυτοπρόσωπη ή με πληρεξούσιο δικηγόρο επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, όπως επίσης αδύνατη θα πρέπει να καθίσταται η παράσταση του δικηγόρου στο δικαστήριο ή η ειδοποίηση του εντολέα, για να προβεί εγκαίρως στην αντικατάστασή του, όταν πρόκειται για αιφνίδια και βαριά ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου. Επίσης, στην έννοια αυτή δεν υπάγονται οι συνήθεις αδιαθεσίες, που απλώς δυσχεραίνουν, χωρίς να εξαφανίζουν, τη φυσική δυνατότητα εργασίας του ασθενούντος δικηγόρου ή ειδοποίησης άλλου συναδέλφου του, προκειμένου να εκπροσωπήσει τον διάδικο στη δίκη (ΑΠ 778/2013, ΑΠ 1506/2013, ΑΠ1347/2012, ΕφΑθ148/2025, ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ208/2024, ΕφΑθ892/2023, ΕφΠειρ10/2023, ΕφΑθ243/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 501 αρ.4). Σημειωτέον, ότι, όταν η ανωτέρα βία αφορά στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, για να διαπιστωθεί εάν το σχετικό γεγονός συνιστά ανώτερη βία, πρέπει να χρησιμοποιηθούν όχι μόνον υποκειμενικά κριτήρια, όπως είναι εύλογο για το διάδικο, αλλά αντικειμενικά κριτήρια, αφού το λειτούργημα που ο δικηγόρος ασκεί, απαιτεί την προσήκουσα εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεών του ακόμη και από το μέσο νομικό παραστάτη (ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΠειρ 19/2021, ΕφΠειρ 341/2021). Το πταίσμα όμως του δικαστικού πληρεξουσίου εξισούται με το πταίσμα του διαδίκου, συνεπώς, δεν αποτελεί λόγο ανώτερης βίας, καθόσον η δραστηριότητα του δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου δεν θα πρέπει να αποβαίνει εις βάρος του αντιδίκου του (ΑΠ 1133/2024, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 816/2020, ΑΠ 67/2015). Αν η ανακοπή ασκήθηκε εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 503 § 1 και 505 § 1 του ΚΠολΔ) και αν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το Δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο (άρθρο 505 § 2 του ΚΠολΔ) και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Άλλως, αν, δηλαδή, δεν πιθανολογηθεί η βασιμότητα κάποιου από τους λόγους της ανακοπής, το Δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 του ΚΠολΔ). Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της ανακοπής ερημοδικίας αμέσως, με την ίδια απόφαση, με την οποία θα κρίνει και το τύποις παραδεκτό και νόμω βάσιμο της ανακοπής, αρκούμενο σε πιθανολόγηση ως προς τη βασιμότητα των λόγων της (ΕφΑθ148/2025, ΕφΠειρ 354/2025, ΕφΠειρ 218/2024, ΕφΠειρ 208/2024, ΕφΑθ 892/2023, ΕφΠειρ 10/2023, ΕφΠειρ 19/2021, ΕφΠειρ 341/2021). Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το άρθρο 118 έως 120 του ΚΠολΔ και τους λόγους της ανακοπής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανακοπή ερημοδικίας πρέπει να περιέχει ένα τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο από εκείνους που ορίζονται στο άρθρο 501 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα σε περίπτωση συνδρομής ανώτερης βίας, ως λόγου ανακοπής, αν η ανώτερη βία συνίσταται σε ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος, πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της ανακοπής, ενόψει των άρθρων 505 παρ. 1 και 118 αρ. 4 του ΚΠολΔ, το είδος και η διάρκεια της ασθένειας και εάν αυτή ήταν αιφνίδια, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να κρίνει αν απετέλεσε αντικειμενικά ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη εμφάνιση του δικηγόρου στο δικαστήριο και ακόμη αν τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλο δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του (ΑΠ 1064/2025, ΑΠ 1115/2019, ΑΠ 316/2015, ΑΠ 546/2011, ΑΠ 1537/2008, ΑΠ 42/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ανακόπτουσες ζητούν με την υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας να εξαφανιστεί η 548/2025 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που δίκασε ερήμην τους την από 23-10-2017 (αρ.εκθ.καταθ……./24-10-2017) έφεσή τους κατά της 3595/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία), κατά το αναιρούμενο μέρος της 413/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή κατ’ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της, κράτησε και δίκασε την από 04-06-2015 (αρ.εκθ.καταθ……../ 05-06-2015) αγωγή του ενάγοντος-εφεσίβλητου-καθ’ου η ανακοπή, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ’ουσίαν και τις υποχρέωσε να καταβάλουν στο τελευταίο, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, το ποσό του [1.793.000] ευρώ, επικαλούμενες ότι υπήρξε αντικειμενική αδυναμία παράστασης του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Γεώργιου Κατσαμπάνη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την ημέρα της συζητήσεως της ένδικης έφεσής τους και δη στη δικάσιμο της 09ης-01-2025. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το πρωινό της Δευτέρας της 06ης-01-2025, ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, ο οποίος βρισκόταν στο εξοχικό του στο ………… Αρκαδίας, ασθένησε αιφνιδίως και για το λόγο αυτό μετέβη στην Τρίπολη και στο ιατρείο του ιατρού καρδιολόγου ………, ο οποίος αφού τον εξέτασε, διαπίστωσε ότι εμφάνιζε ταχυαρρυθμίες και υπέρταση και του συνέστησε να μείνει [5] ημέρες κλινήρης με παρακολούθηση και θεραπεία, ακολούθως ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους ειδοποίησε τη συνάδελφο και φίλη του δικηγόρο Αθηνών …….. προκειμένου να ζητήσει αναβολή στο πρόσωπό του λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας, τη δε ημέρα της δικασίμου εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ανωτέρω δικηγόρος, η οποία αφού προσκόμισε την από 06-01-2025 βεβαίωση του ανωτέρω καρδιολόγου ζήτησε αναβολή της υπόθεσης, αίτημα που απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, οπότε η τελευταία αποχώρησε και το Δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης ερήμην τους. Ο ως άνω ισχυρισμός αποτελεί ορισμένο και νόμιμο λόγο ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες νομικές σκέψεις, εφόσον εκτίθενται με σαφήνεια στο δικόγραφο αυτής, τόσο το είδος, όσο και η διάρκεια της επικαλούμενης ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου των ανακοπτουσών. Αναφορικά, δε, με τη βασιμότητά του, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το ενάγον-ήδη καθ’ου η ανακοπή- εφεσίβλητο άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 04-06-2015 (αρ.εκθ.καταθ……./0506-2015) αγωγή του σε βάρος των εναγόμενων-ήδη ανακοπτουσών-εκκαλουσών, με την οποία, αφού εξέθετε ότι τυγχάνει κύριος του αναφερόμενου κυλικείου που βρίσκεται στο χώρο της Κεντρικής Πλατείας του Νεκροταφείου ……., του οποίου την εκμετάλλευση είχε παραχωρήσει ως εργολαβικό αντάλλαγμα στην πρώτη εναγόμενη Κοινοπραξία-ήδη πρώτη ανακόπτουσα, μέλος της οποίας τυγχάνει η δεύτερη εναγόμενη-ήδη δεύτερη ανακόπτουσα, για το διάστημα από 28-02-1998 έως και 28-02-2004, και ότι η ως άνω Κοινοπραξία δεν απέδωσε το εν λόγω κυλικείο όταν παρήλθε ο ως άνω αναφερόμενος χρόνος, αντιποιούμενη έτσι τη νομή του, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες-ήδη ανακόπτουσες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των [2.135.000] ευρώ, κυρίως ως μισθώματα που θα εισέπραττε από την εκμίσθωσή του μετά από δημόσιο διαγωνισμό, για το διάστημα από 29-02-2004 έως και τον Μάρτιο 2009, και τα οποία στερήθηκε λόγω της αυθαίρετης στέρησης της εκμετάλλευσής του, επικουρικά δε, ως όφελος της πρώτης εναγόμενης Κοινοπραξίας από την απ’αυτήν εκμετάλλευση του ανωτέρω κυλικείου, με αυτεπιστασία, αποκομίζοντας η ίδια μηνιαία εισοδήματα, άνω των 35.000 ευρώ το ως άνω διάστημα, κατά τα οποία, επί ζημία του, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη, άλλως και επικουρικώς, ως ωφελήματα που απέκτησε η ίδια ως κακόπιστος νομέας κατά το αυτό χρονικό διάστημα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3595/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η πρώτη επικουρική βάση τ ης αγωγής ως μη νόμιμη, έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ’ουσίαν βάσιμη η αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 1099 του ΑΚ και υποχρέωσε τις εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στο ενάγον το ποσό του [1.793.000] ευρώ, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την ένσταση των εναγόμενων περί παραγραφής της ένδικης απαίτησης, ως προβληθείσα το πρώτον με την προσθήκη-αντίκρουση μετά τη συζήτηση της υπόθεσης. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι εκκαλούσες-ήδη ανακόπτουσες με την από 23-10-2017 (αρ.εκθ. καταθ……../24-10-2017) έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 413/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή λόγω παραγραφής, κατά παραδοχή της προβληθείσας από τις εναγόμενες σχετικής ένστασης, τόσο κατά την κύρια βάση όσο και κατά τη δεύτερη, μη εξετασθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επικουρική βάση αυτής, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 961, 962 και 1098 του ΑΚ, ενώ δεν ερεύνησε την απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με επικουρική έφεση του ενάγοντος. Ακολούθως, το ενάγον-εφεσίβλητο άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 23-07-2019 (αρ.εκθ.καταθ…………./ 06-08-2019) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1731/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α2 Πολιτικό Τμήμα), η οποία δέχθηκε επί λέξει τα εξής: «Καθό μέρος, όμως, το Εφετείο δέχθηκε την προβληθείσα από τις αναιρεσίβλητες ένσταση παραγραφής ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και κατά παραδοχήν αυτής απέρριψε την ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1098 Α.Κ., και μη εξετασθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, ήτοι της απόδοσης ωφελημάτων που απέκτησε η πρώτη αναιρεσίβλητη ως κακόπιστη νομέας του ακινήτου, για το χρονικό διάστημα από 29-2-2004 έως 31-3-2009, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1098 και 250 αρ. 17 Α.Κ., τις οποίες εσφαλμένως εφάρμοσε, μολονότι δεν ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, καθώς και αυτές των άρθρων 1098 και 249 ΑΚ. τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, αφού η ένδικη αξίωση αφορά ωφελήματα από την εκμετάλλευση του ακινήτου του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη κοινοπραξία ως κακόπιστη νομέα και όχι ωφελήματα με βάση έννομη σχέση, και ούτε αποτελεί περιοδικά επαναλαμβανόμενη παροχή κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αφού το αντικείμενό της δεν φέρεται προκαθορισμένο από τη σύμβαση ή το νόμο, και συνεπώς η εν λόγω αξίωση δεν υπόκειται, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ αλλά στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και, με βάση τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπέπεσε σε παραγραφή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.», ακολούθως αναίρεσε την προρρηθείσα 413/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου κατά το ως άνω αναφερόμενο στο σκεπτικό της μέρος, και παρέπεμψε σ’ αυτό το Δικαστήριο την υπόθεση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση), προς περαιτέρω εκδίκαση. Το ενάγον-εφεσίβλητο επανέφερε την ως άνω έφεση προς συζήτηση με την από 19-12-2022 (αρ.εκθ.καταθ…../19-12-2022) κλήση του, επί τη οποίας εκδόθηκε ερήμην των ανακοπτουσών -εκκαλουσών η 548/2025 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την έφεση τυπικά και κατ’ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος της που αναφερόταν στο σκεπτικό, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την ένδικη αγωγή κατά το ίδιο μέρος και την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν και υποχρέωσε τις εναγόμενες-ήδη ανακόπτουσες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στο ενάγον-ήδη καθ’ου η ανακοπή, το ποσό του [1.793.000] ευρώ. Οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται ότι κατά την ημέρα της δικασίμου, ήτοι την 09η-01-2025, κατά την οποία συζητήθηκε η πιο πάνω έφεσή τους, την οποία επανέφερε το καθ’ου η ανακοπή με την προρρηθείσα κλήση του, υπήρξε αντικειμενική αδυναμία παράστασης του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Γεωργίου Κατσαμπάνη, καθώς αυτός, ενώ βρισκόταν στο εξοχικό του στο ……….. Αρκαδίας, το πρωί της Δευτέρας 06-01-2025, και ενώ ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην Αθήνα, ένιωσε αδιαθεσία και εμφάνισε ταχυαρρυθμίες και υπέρταση, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον καρδιολόγο ………, ο οποίος τηρεί ιατρείο στην Τρίπολη, του ανέφερε τα συμπτώματα που είχε και ο ιατρός του είπε ότι έπρεπε να τον εξετάσει άμεσα. Ακολούθως, ισχυρίζονται ότι η σύζυγος του πληρεξούσιου δικηγόρου τους τον μετέφερε στο ιατρείο του ως άνω καρδιολόγου, ο οποίος, αφού τον εξέτασε, διαπίστωσε ότι έχει ταχυαρρυθμίες και υπέρταση, του συνέστησε να παραμείνει [5] ημέρες κλινήρης και του χορήγησε φαρμακευτική θεραπεία. Ότι κατόπιν τούτων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους ειδοποίησε τη συνάδελφο και φίλη του, ………. ότι δεν θα μπορέσει να παραστεί και να τους εκπροσωπήσει κατά την ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία συζητείτο η έφεσή τους, και της ζήτησε να παραστεί η ίδια προκειμένου να ζητήσει αναβολή για τον ανωτέρω λόγο, αποστέλλοντας και τη σχετική ιατρική βεβαίωση, αλλά και να ειδοποιήσει τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αντιδίκου τους, ο οποίος είχε ήδη καταθέσει φάκελο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. Ότι πράγματι η ανωτέρω δικηγόρος παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο της 09ης-01-2025 και ζήτησε αναβολή της συζήτησης της έφεσής τους προσκομίζοντας την ανωτέρω ιατρική βεβαίωση, αίτημα ωστόσο που απέρριψε το Δικαστήριο τούτο, οπότε η ανωτέρω δικηγόρος αποχώρησε και το Δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης ερήμην τους. Στην από 06-01-2025 ιατρική βεβαίωση του ιατρού καρδιολόγου, ………….., που οι ανακόπτουσες προσκόμισαν, ο ανωτέρω καρδιολόγος βεβαιώνει ότι ο Γεώργιος Κατσαμπάνης πάσχει από ταχυαρρυθμία-υπέρταση και πρέπει να παραμείνει κλινήρης για [5] ημέρες με παρακολούθηση και θεραπεία. Πλην όμως, η ως ασθένεια που παρουσίασε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των ανακοπτουσών, αφενός δεν αποτελούσε βαριά σωματική ή πνευματική νόσο, αφετέρου δεν ήταν αιφνίδια, καθώς παρουσιάστηκε [3] ημέρες πριν τη δικάσιμο της 09ης-01-2025, ημερομηνία κατά την οποία είχε οριστεί η συζήτηση της εφέσεως, ώστε διέθετε τον απαραίτητο προς τούτο χρόνο προκειμένου ή να υποβάλλει δήλωση παράστασης κατ’άρθρο 242 του ΚΠολΔ ή να ειδοποιήσει εγκαίρως τηλεφωνικά, τόσο τους εντολείς του για την αντικατάστασή του, όσο και άλλο συνάδελφός του δικηγόρο, συνεργάτη του ή μη, προκειμένου να προσέλθει και να παρασταθεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο για να συζητήσει την υπόθεση, δηλώνοντας μόνο την παράσταση των ανακοπτουσών, ενόψει του ότι επρόκειτο στη συγκεκριμένη περίπτωση για μία διόλου χρονοβόρα δικηγορική πράξη, χωρίς καμία ιδιαίτερη δυσχέρεια. Εξάλλου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, όπως συνομολογούν στην ένδικη ανακοπή τους οι ανακόπτουσες, ειδοποίησε πράγματι τη συνάδελφο και φίλη του, όπως την αναφέρουν, δικηγόρο Αθηνών ………., η οποία ωστόσο είναι και συνεργάτης του, όπως πιθανολογείται από τα προσκομιζόμενα μετ’επικλήσεως δικόγραφα που προσκόμισε το καθ’ου η ανακοπή, τα οποία έχει υπογράψει η ανωτέρω δικηγόρος και η οποία έχει εκπροσωπήσει τις ανακόπτουσες σε πλείστες δίκες με αντίδικο το καθ’ου η ανακοπή και δη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, δίνοντας της όμως την εντολή να παρασταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 09ης-01-2025 μόνο για να υποβάλει αίτημα αναβολής, όπως και πράγματι έπραξε η τελευταία, δηλώνοντας μάλιστα ότι ειδοποιήθηκε το αντίδικό του για το αίτημα αυτό, χωρίς ωστόσο να πιθανολογείται από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι συναίνεσε στην αναβολή συζήτησης της έφεσης, και ενώ η υπόθεση είχε επαναφερθεί προς συζήτηση με κλήση του καθ’ου κατόπιν αναίρεσης της προρρηθείσας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου κατά το μέρος της που ελέχθη αναλυτικά ανωτέρω και είχε ήδη αναβληθεί η συζήτηση της εφέσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 15ης-02-2024 λόγω αποχής των δικηγόρων. Εάν όμως, ο προαναφερόμενος πληρεξούσιος δικηγόρος έδειχνε τη συνήθη επιμέλεια, πολύ περισσότερο δε την επιβαλλόμενη άκρα επιμέλεια του μέσου συνετού δικηγόρου, θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την ερημοδικία των εντολέων του-εκκαλουσών, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Η ανωτέρω παράλειψή του συνιστά πταίσμα του δικηγόρου των ανακοπτουσών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, που δεν μπορεί να θεωρηθεί γεγονός ανώτερης βίας, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας. Συνεπώς, δεν πιθανολογήθηκε ότι η ερημοδικία των ανακοπτουσών- εκκαλουσών οφείλεται σε ανωτέρα βία, ήτοι σε ανυπαίτιο γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσεως που δεν αναμενόταν και δεν μπορούσε να αποτραπεί από τις ανακόπτουσες-εκκαλούσες και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου, αλλά μπορούσε να αποτραπεί με απλά μέτρα επιμέλειας του μέσου συνετού δικηγόρου, όταν αυτός εμφανίσει κάποιο αιφνίδιο πρόβλημα υγείας που εμποδίζει τη φυσική του παρουσία στο ακροατήριο του δικαστηρίου, πλην όμως ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος δεν ενήργησε με την απαιτούμενη σε τέτοιες περιστάσεις επιμέλεια, με αποτέλεσμα οι εκκαλούσες να ερημοδικασθούν, πλην όμως το Δικαστήριο τούτο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 548/2025 απόφασή του, προχώρησε στη συζήτηση σαν να ήταν παρούσες οι εκκαλούσες, αφού η μετ’αναίρεση συζήτηση της εφέσεως αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός που προέβαλε το καθ’ου η ανακοπή με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών του, ότι η παράσταση των ανακοπτουσών δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ δεν είναι νομότυπη και πρέπει να δικαστούν ερήμην και η ένδικη ανακοπή ερημοδικίας να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη κατ’άρθρο 507 του ΚΠολΔ, είναι μη νόμιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Τούτο διότι, η παράσταση των αναπτουσών δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ενώπιον του Εφετείου είναι νόμιμη εφόσον στη συγκεκριμένη τακτική διαδικασία δεν απαιτείται υποχρεωτική προφορική εμφάνιση των διαδίκων και έχουν εν προκειμένω τηρηθεί όλες οι νόμιμες διατυπώσεις της ως άνω διάταξης. Κατ’ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, δεν πιθανολογήθηκε η βασιμότητα του μοναδικού λόγου της ένδικης ανακοπής ερημοδικίας και πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ουσίαν. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των σχετικών e παραβόλων του Δημοσίου που οι ανακόπτουσες προκατέβαλαν κατά την κατάθεση της ανακοπής τους (άρθρο 509 παρ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του καθ’ου η ανακοπή ερημοδικίας, πρέπει, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός του, να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθεισών ως προς το εξεταζόμενο ένδικο μέσο ανακοπτουσών (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 16-10-2025 (αρ.εκθ.καταθ. …./17-10-2025) ανακοπή ερημοδικίας, κατά της 548/2025 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.
Δέχεται τυπικά την ανακοπή ερημοδικίας και την απορρίπτει κατ’ ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή των με κωδικό αριθμό ……./ 2025 και ……./2025 e παράβολων του Δημοσίου που κατατέθηκαν από τις ανακόπτουσες αντίστοιχα, κατά την κατάθεση της ένδικης ανακοπής ερημοδικίας, στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των ανακοπτουσών τα δικαστικά έξοδα του καθ’ου η ανακοπή, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων [600] ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 27/07/2026 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, παρουσία και της γραμματέως την 1η Σεπτεμβρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ