ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
Αριθμός 260/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2° Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία I. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρου του Γεωργία Θεοδωροπούλου (ΑΜ/ΔΣΠ ………..) με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των εφεσίβλητων: 1. Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» («e-ΕΚΦΑ»), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……., πρώην ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ν.4670/2020 ΦΕΚ 43/τ.A728-02-2020), στην προκειμένη δε περίπτωση εκπροσωπείται από το Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης ΚΕΑΟ Πειραιώς Βορείου και Νοτίου Αιγαίου που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής επί της οδού …………, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδριάνα Στίγκα (ΑΜ/ΔΣΠ ……), 2. Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού ………, με ΑΦΜ ………… και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή της και στην υπό κρίση περίπτωση από τον Προϊστάμενο του Κέντρου Βεβαίωσης και Είσπραξης (ΚΕ.Β.ΕΙΣ.) Αττικής, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τη δικαστική πληρεξούσια ΝΣΚ Παρασκευή Καραγιάννη (ΑΜ/ΝΣΚ ……) και 3. Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ) Πειραιά, που εδρεύει στον Πειραιά επί της οδού ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου του πρώτου εφεσίβλητου, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδριάνα Στίγκα (ΑΜ/ΔΣΠ …………).
Ο αιτών- ήδη εκκαλών άσκησε την από 23-09-2024 αίτηση πτώχευσης μικρού αντικειμένου, η οποία καταχωρήθηκε στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213 του Ν.4738/2020 την 01-10-2024 με αριθμό …… και κατατέθηκε στις 23-09-2024 στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με αρ.κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ …./2024 και ΕΑΚ ……/2024. Η ως άνω αίτηση, μετά την παρέλευση των νόμιμων προθεσμιών και το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας που σχηματίστηκε σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 177 του Ν.4738/2020, προσδιορίσθηκε να συζητηθεί ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου στις 28-02-2025, οπότε και συζητήθηκε. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού δίκασε την αίτηση πτώχευσης ερήμην του αιτούντος, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την 1493/2025 οριστική απόφασή του, την απέρριψε ως αβάσιμη, όρισε ημέρα παύσης πληρωμών την 21η -08-2024, διέταξε την καταχώρηση της απόφασης και του ονόματος του αιτούντος στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας επιμελεία του τελευταίου ή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον και διέταξε την επιστροφή του Γραμμάτιου Συστάσεως Παρακαταθήκης εκ ποσού [250] ευρώ του τ.π.κδ στον αιτούντα.
Ο αιτών προσέβαλε την απόφαση αυτή, με την από 02-06-2025 (αρ.εκθ. καταθ. ……………/02-06-2025) έφεσή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσε ότι συμφωνεί να συζητηθεί η έφεση χωρίς να παρασταθεί, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εφεσίβλητων παραστάθηκαν στο ακροατήριο όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκαν και ζήτησαν όσα σε αυτές εκτίθενται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 19 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν.5134/11-09-2024 [146 Α], και ισχύει, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 120 του ίδιου νόμου από 16-09-2024, «στην αρμοδιότητα των μονομελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις α] κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους, για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα πολυμελή πρωτοδικεία κατά την παρ.2 του άρθρου 18 και β] κατά των αποφάσεων του άρθρου 17. Στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της περιφέρειας τους.». Ακολούθως, στο άρθρο 740 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο έκτο του άρθρου 1 Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87), και στη συνέχεια με τη παρ.1 του άρθρου 117 Ν.4446/2016, (ΦΕΚ Α’ 240), και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν.5134/2024, (ΦΕΚ Α’ 146) με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του αυτού νόμου από την 16η.9.2024, ορίζεται ότι: «Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους των άρθρων 782,789,790,792 έως 794,797,798,811,813 έως 818, 819 παρ.3,831 έως 833, 835 παρ.3, 838,847, 848,857,864 και 1023 του παρόντος, καθώς και κατά αποφάσεων των Ν.3869/2010 (ΑΊ30), 4072/2012 (Α’86) και 4738/2020 (Α’207)», ενώ στο άρθρο 51 παρ.1 του Ν.5134/2024 (ΑΊ46) ορίζεται ότι: «Οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων σε υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, που μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 5108/2024 (Α’ 65) υπάγονταν με διάταξη νόμου στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων, υπάγονται πλέον στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων». Περαιτέρω, στο άρθρο 46 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: «Αν το δικαστήριο δεν είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο, αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν τελεσιδικήσει, είναι υποχρεωτική, τόσο για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου, που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Οι συνέπειες που έχει η άσκηση της αγωγής διατηρούνται». Το γράμμα του νόμου επιβάλλει σε κάθε περίπτωση αναρμοδιότητας την παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο, ερευνώντας τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, πριν από την έρευνα της βασιμότητας της αγωγής (Δ. Κονδύλης Το δεδικασμένο, έκδοση Β, σελ.338). Με την παραπομπή διατηρούνται οι συνέπειες της άσκησης της αγωγής τόσο του δικονομικού όσο και του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 221 του ΚΠολΔ- ΕφΠειρ 406/2022,ΕφΠειρ 514/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, στο άρθρο 47 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: «Απόφαση Πολυμελούς ή Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο». Η αληθινή έννοια της τελευταίας διάταξης η οποία δε μεταβλήθηκε με την τροποποίηση του ν.4335/2015, είναι ότι λειτουργεί μόνον ex post, οπότε σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 46 του ΚΠολΔ κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα της υλικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, να παραβεί τις διατάξεις, οι οποίες καθορίζουν την αρμοδιότητά του και να επιληφθεί υποθέσεων αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή Ειρηνοδικείου, αλλά, απλώς, απαγορεύεται η άσκηση ενδίκων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεών του, χάριν της οικονομίας της δίκης και προκειμένου να αποτραπεί η ταλαιπωρία των διαδίκων, με το να επαναρχίσουν το δικαστικό αγώνα (βλ. Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, μετά τους ν.4842 και 4855/2021 άρθρο 47 ΚΠολΔ, σελ. 167, Ερμ. ΚΠοΛΔ, Μ. Μαργαρίτης- Α. Μαργαρίτη, 2η Εκδ. τόμος I, άρθρο 47, σελ. 104- 105). Περαιτέρω, η απόφαση που διατάσσει την παραπομπή είναι οριστική, κατά την έννοια του άρθρου 191 παρ.1 του ΚΠολΔ, καθόσον το Δικαστήριο απεκδύεται από κάθε εξουσία για την υπόθεση και συνεπώς, επιβάλλεται δικαστική δαπάνη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 46, 522, 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση με την άσκηση της έφεσης, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, και χωρίς την υποβολή με την έφεση ειδικού παραπόνου, τόσο την ιδία αυτού υλική αρμοδιότητα, όσο και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και εάν κρίνει ότι είναι υλικά αναρμόδιο για την εκδίκαση της έφεσης υποχρεούται να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 46 του ΚΠολΔ και μάλιστα χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως το παραδεκτό της εφέσεως (βλ. Μ. Μαργαρίτης- Α. Μαργαρίτη, 2η Εκδ. τόμος I, άρθρο 522, σελ.821, Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας, ΚΠΟΛΔ I [2000] 498, αρ.6, 532 αρ.4, ΕφΘεσσ 522/2024, ΕφΠειρ 406/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών εξέθετε στην ένδικη αίτησή του ότι τυγχάνει φυσικό πρόσωπο που ασκεί ατομική επιχείρηση από τις 04-12-2014 με αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης κτηρίων. Ότι από την επιχειρηματική του δραστηριότητα έχουν συσσωρευτεί ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους αναφερόμενους εκεί (αίτηση) πιστωτές του, τις οποίες αδυνατεί να εξοφλήσει, βρίσκεται δε σε μόνιμη, γενική και διαρκή αδυναμία πληρωμής τους. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, ο αϊτών ζητούσε να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και να επέλθουν οι νόμιμες συνέπειες κατ’εφαρμογή του άρθρου 100 του ΠΚ, να ορισθεί εισηγητής Δικαστής, να οριστεί σύνδικος πτώχευσης, άλλως, κατ’εφαρμογή του άρθρου 77 παρ.4 του Ν.4738/2020, να διαταχθεί από το Δικαστήριο η καταχώρηση των στοιχείων του στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, με την 1493/2025 οριστική απόφασή του απέρριψε την αίτηση πτώχευσης λόγω ανεπάρκειας περιουσίας, διέταξε την επιστροφή στον αιτούντα του γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, όρισε ημέρα παύσης πληρωμών την 21η -08-2024 και διέταξε την καταχώρηση της εν λόγω αποφάσεως και του ονόματος του αιτούντος στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας επιμελεία του αιτούντος ή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Πλην όμως, το παρόν Δικαστήριο, τυγχάνει καθ’ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης έφεσης, αφού, όπως ελέχθη στην πιο πάνω νομική σκέψη, σύμφωνα με το άρθρο 740 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους, μεταξύ άλλων και του Ν.4738/2020, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παρ.1 του Ν.5134/2024, σύμφωνα με το οποίο, οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων σε υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, που μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 5108/2024 (Α’ 65) υπάγονταν με διάταξη νόμου στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων, υπάγονται πλέον στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων [καθώς πριν την κατάργηση των Ειρηνοδικείων με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 5108/2024 (με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 76 του νόμου αυτού, από την 16η-09-2024), καθ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο ήταν το Ειρηνοδικείο Πειραιά κατ’άρθρα 78 παρ. 1,2 και 208 του Ν.4738/2020]. Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να κηρυχθεί καθ’ύλην αναρμόδιο προς εκδίκαση της υπό κρίση έφεσης και να παραπέμψει την εκδίκαση της ένδικης έφεσης στο καθ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, κατά το άρθρο 46 του ΚΠολΔ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας θα συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων επειδή η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 02-06-2025 (αρ.εκθ. καταθ……/ ……/02-06-2025) έφεση κατά της 1493/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο καθ’ύλην.
Παραπέμπει την έφεση προς εκδίκαση ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπον Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, παρουσία και της γραμματέως στις 22.4.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ