ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 561/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Ε.Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α] Επί της από 05-01-2021 (αριθ.εκθ.καταθ………./18-03-2021) έφεσης:
Των εκκαλούντων: 1. ………. και 2. ………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λιαρομμάτη (ΑΜ/ΔΣΑ ……….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: Tης υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………», που εδρεύει στην Αθήνα επί της ……….., με ΑΦΜ ….., η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση δυνάμει της υπ’αριθμόν 46/27-07-2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) τη Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄2208/27-07-2012) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, την α.ε. με την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «………….», η οποία ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής με την υπ’αριθμόν 182/1/04-04-2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄925/2016) και εδρεύει στην Αθήνα επί της ……., με ΑΦΜ …………, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Β] Επί της από 17-02-2026 (αριθ.εκθ.καταθ………../17-02-2026) αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης:
Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……….», πρώην «……….», που εδρεύει στο ….. Αττικής επί της οδού ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …… (ΓΕΜΗ …….), αδειοδοτηθείσα σύμφωνα με το Ν.4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει της με αριθμό 220/1/13.3.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ Β΄ 880/16.3.2017), η οποία, δυνάμει της από 31-01-2025 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων καταχωρηθείσας στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 με αρ.πρωτ…./31-01-2025 τ…. και αρ……, ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία «………» με έδρα στο ….. Ιρλανδίας (οδός ……….), με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιριών …….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχουν μεταβιβαστεί από την υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………..», όπως νόμιμα εκπροσωπείται, δυνάμει της από 31-01-2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, καταχωρηθείσας στις 31-01-2025 στο ειδικό δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ.πρωτ….. στον τόμο …. και αρ……., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ.7 του Ν.5072/2023, όπως ισχύει και του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 όπως ισχύει, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αμαλία Αβραμίδη (ΑΜ/ΔΣΑ …….), μέλος της δικηγορικής εταιρίας «Ιωάννης Μαρακάκης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΑ ………..), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Της υπέρ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην Αθήνα επί της .…………, με ΑΦΜ ………, η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση δυνάμει της υπ’αριθμόν 46/27-07-2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) τη Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄2208/27-07-2012) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, την α.ε. με την επωνυμία «………» και το διακριτικό τίτλο «…………..», η οποία ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής με την υπ’αριθμόν 182/1/04-04-2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄925/2016) και εδρεύει στην Αθήνα επί της ………, με ΑΦΜ …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των καθ’ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: 1. ……… …. και 2. ……… …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λιαρομμάτη (ΑΜ/ΔΣΑ …), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Γ] Επί του από 01-04-2025 (αριθ.εκθ.καταθ………/02-04-2025) πρόσθετου λόγου έφεσης:
Των εκκαλούντων: 1. …….. και 2. ………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λιαρομμάτη (ΑΜ/ΔΣΑ ……………), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: Tης υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στην Αθήνα επί της ………., με ΑΦΜ …., η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση δυνάμει της υπ’αριθμόν 46/27-07-2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) τη Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄2208/27-07-2012) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, την α.ε. με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «…………..», η οποία ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής με την υπ’αριθμόν 182/1/04-04-2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄925/2016) και εδρεύει στην Αθήνα επί της …….., με ΑΦΜ …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Δ] Επί της από 17-02-2026 (αριθ.εκθ.καταθ…………../17-02-2026) αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης:
Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………..», πρώην «……….», που εδρεύει στο ……… Αττικής επί της οδού ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ … (ΓΕΜΗ ……), αδειοδοτηθείσα σύμφωνα με το Ν.4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει της με αριθμό 220/1/13.3.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ Β΄ 880/16.3.2017), η οποία, δυνάμει της από 31-01-2025 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων καταχωρηθείσας στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 με αρ.πρωτ…./31-01-2025 τ…. και αρ…….., ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία «……………» με έδρα στο …. Ιρλανδίας (οδός …………..), με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιριών ………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχουν μεταβιβαστεί από την υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………… (Υπό Ειδική Εκκαθάριση)», όπως νόμιμα εκπροσωπείται, δυνάμει της από 31-01-2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, καταχωρηθείσας στις 31-01-2025 στο ειδικό δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ.πρωτ…. στον τόμο …. και αρ……., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ.7 του Ν.5072/2023, όπως ισχύει και του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 όπως ισχύει, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αμαλία Αβραμίδη (ΑΜ/ΔΣΑ ……….), μέλος της δικηγορικής εταιρίας «Ιωάννης Μαρακάκης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΑ ……), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Της υπέρ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στην Αθήνα επί της ……., με ΑΦΜ ……., η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση δυνάμει της υπ’αριθμόν 46/27-07-2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) τη Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄2208/27-07-2012) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, την α.ε. με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………..», η οποία ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής με την υπ’αριθμόν 182/1/04-04-2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄925/2016) και εδρεύει στην Αθήνα επί της ………….., με ΑΦΜ ……, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των καθ’ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: 1. . ……….. και 2. … ….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λιαρομμάτη (ΑΜ/ΔΣΑ ….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα- ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος μεταξύ άλλων και των εδώ εκκαλούντων την από 05-09-2019 (αριθμ.εκθ.καταθ…………/2019) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο αφού δίκασε αντιμωλία των εδώ διαδίκων και ερήμην των λοιπών εναγόμενων, με την τακτική διαδικασία την ένδικη αγωγή, με την 3686/2020 οριστική απόφασή του την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν.
Την απόφαση αυτή προσβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι (τρίτος και τέταρτη) εναγόμενοι- ήδη εκκαλούντες με την από 05-01-2021 (αριθ.εκθ. καταθ. ………../18-03-2021) έφεσή τους, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 21ης-11-2024, κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο της 08ης-05-2025 και κατόπιν εκ νέου αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο και με το δικόγραφο του από 01-04-2025 (αριθ.εκθ. καταθ. ……./02-04-2025) πρόσθετου λόγου έφεσης, η συζήτηση του οποίου προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 08ης-05-2025 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε την από 17-02-2026 (αριθ. εκθ.καταθ…………/17-02-2026) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο και ακολούθως την από 17-02-2026 (αριθ.εκθ.καταθ……./17-02-2026) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε ομοίως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν ερήμην της εφεσίβλητης- υπερ’ης οι αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων-καθ’ων οι αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσε ότι συμφωνεί να συζητηθούν οι υποθέσεις χωρίς να παρασταθεί, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας παραστάθηκε όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσε έγγραφες προτάσεις στις οποίες αναφέρθηκε και ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτές.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσαν ότι συμφωνούν να συζητηθούν η έφεση και ο πρόσθετος λόγος έφεσης χωρίς να παρασταθούν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271 και 524 παρ. 1, 4 του ΚΠολΔ, όπως το πρώτο τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23.7.2015), ισχύοντος από 1-1-2016 (άρθρο ένατο άρθρου 1 αυτού) και το άρθρο 524 παρ. 1, 4 του ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν αλλά και μετά τον Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α΄ 190/13.10.2021), εφαρμοζόμενου, κατ’άρθρο 120 αυτού, από 1.1.2022, και, επομένως, εφαρμοζόμενων αμφοτέρων στην υπό κρίση περίπτωση, συνάγεται ότι, αν ο εφεσίβλητος δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, προϋπόθεση του παραδεκτού της είναι η νόμιμη κλήτευσή του ή η επίσπευση της συζήτησης από τον τελευταίο για την ορισθείσα νομίμως δικάσιμο. Έτσι, σε περίπτωση μη εμφάνισης του εφεσίβλητου στη συζήτηση της έφεσης, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών, εφόσον, όμως, επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση ή έχει κληθεί νομίμως από τον παριστάμενο εκκαλούντα, στοιχεία στην έρευνα των οποίων οφείλει να προβεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως [ΕφΠατρ 51/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ (όπως το άρθρο 524 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 44 παρ. 1 του ν. 3994/2011 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου συζητήσεως της εφέσεως, κατ’ άρθρον 72 παρ. 4 και 2 του ιδίου νόμου), σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου ως προς την έφεση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το, δε, Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις, που υποβλήθηκαν από το διάδικο, που εμφανίσθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις, που λήφθηκαν κατ’ αυτήν, αντίγραφα των οποίων είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως. Έτσι, σε περίπτωση που ο παριστάμενος εκκαλών δεν προσκομίζει τις προτάσεις, που υποβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό από το μη εμφανισθέντα εφεσίβλητο, το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας συζήτησης, καθώς και τα αντίγραφα των εκθέσεων για την εξέταση των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, πραγματογνωμοσύνης ή αυτοψίας που έχουν συνταχθεί κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης, λόγω της αδυναμίας του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου να κρίνει επί της διαφοράς από την έλλειψη αυτή, δηλαδή να εκφέρει κρίση επί της ορθότητας της πρωτόδικης αποφάσεως, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς αμφοτέρων των διαδίκων μερών (ΕφΘεσ 521/2016, ΜΕφΠειρ 65/2014, ΕφΔωδ 161/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επί παραλείψεως κηρύξεως του ανωτέρω προσωρινού απαραδέκτου, που επιβάλλεται από το νόμο προεχόντως προς κατοχύρωση του θεμελιώδους δικονομικού δικαιώματος της υπεράσπισης (άρθρο 110 παρ.2 του ΚΠολΔ) και στηρίζει την ανάγκη να μην μεταβάλλεται η υπόσταση της εκκαλουμένης αποφάσεως από την απλή απουσία ή σιωπή των διαδίκων, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 122/2003 ΝΟΜΟΣ).
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως (άρθρο 19 του ΚΠολΔ) φέρονται προς συζήτηση η από 05-01-2021 (αριθ.εκθ.καταθ…………/18-03-2021) έφεση και ο από 01-04-2025 (αριθ.εκθ. καταθ. ……../02-04-2025) πρόσθετος λόγος έφεσης, κατά της 3686/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε με την τακτική διαδικασία την από 05-09-2019 (αριθμ.εκθ. καταθ………../2019) αγωγή. Επειδή ο πρόσθετος λόγος, παρά την αυτοτέλειά του, τελεί σε εξάρτηση από την έφεση και φέρει σε σχέση με αυτήν παρακολουθηματικό
χαρακτήρα (βλ. Σ. Σαμουήλ, «Η Έφεση κατά τον ΚΠολΔ» εκδ. Ε΄ [2003], § 584, σελ. 240), δικάζεται υποχρεωτικά μαζί με την έφεση (βλ. Μαργαρίτη, σε Κεραμέα/Κονδύλη/ Νίκα, ΚΠολΔ Ι [2000] υπό άρθρο 520 αρ. 36 σελ. 930), ενώ δεν μπορεί να νοηθεί χωριστή συζήτησή τους (βλ. Ε.Μπαλογιάννη, σε Χ. Απαλαγάκη, «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνεία κατ’ άρθρο» 3η εκδ. [2013], υπό άρθρο 520, αρ. 14, σελ. 1043), πρέπει η έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να συνεκδικαστούν, διότι αφορούν στους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης (άρθρα 520 παρ. 2, 524 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η ένδικη έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ. 2 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των [2] ετών κατ’άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 26-11-2020 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 18-03-2021, ενώ για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί από τους εκκαλούντες το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ………….., ποσού 100 ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016. Ακολούθως, όπως προκύπτει από την από 03-07-2024 (αρ.εκθ.καταθ…………/03-07-2024) έκθεση κατάθεσης δικογράφου της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, που επισυνάπτεται στην ένδικη έφεση, με μέριμνα της πληρεξούσιας δικηγόρου της εφεσίβλητης προσδιορίστηκε νόμιμα δικάσιμος για τη συζήτησης της έφεσης και κατόπιν επιδόθηκε από την τελευταία, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφό της στους εκκαλούντες στις 05-07-2024, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση για την αρχική δικάσιμο της 21ης-11-2024 (βλ. αντίγραφο του δικογράφου της εφέσεως που προσκόμισαν μετ’επικλήσεως οι εκκαλούντες με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ……………, καθώς και τα αντίγραφα των πρακτικών συνεδρίασης τόσο της αρχικής δικασίμου της ……………όσο και της μετ’αναβολή δικασίμου της ….., κατά την οποία επίσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, σύμφωνα με τα οποία η εφεσίβλητη είχε παρασταθεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της τόσο κατά την αρχική δικάσιμο όσο και στη μετ’αναβολή δικάσιμο της 08ης-05-2025). Η τελευταία όμως δεν έλαβε κανονικά μέρος στη συζήτηση, καθώς δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και πρέπει να δικαστεί ερήμην και το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 524 παρ 4. του ΚΠολΔ). Ωστόσο, δεδομένου ότι εκκρεμεί στο ίδιο Δικαστήριο η από 17-02-2025 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της (εφεσίβλητης), θα πρέπει να ερευνηθεί αν η τελευταία ως αναγκαίος ομόδικος, θα εκπροσωπηθεί από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.
Ακολούθως, ο κρινόμενος πρόσθετος λόγος έφεσης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι με το από 01-04-2025 (αριθ.εκθ.καταθ. …../02-04-2025) ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στις 02-04-2025 στη γραμματεία του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο οι εκκαλούντες επέδωσαν στην εφεσίβλητη στις 03-04-2025, ήτοι τριάντα [30] πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης [19-03-2026] (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες υπ’ αριθμόν ….΄/03-04-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών . ……..) και περαιτέρω πλήττει το ήδη εκκληθέν κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, που αφορά το έγκυρο της σύμβασης δανείου. Εφόσον όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, η εφεσίβλητη δεν έλαβε κανονικά μέρος στη συζήτηση, καθώς δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και πρέπει να δικαστεί ερήμην και ο πρόσθετος λόγος εφέσεως πρέπει να συνεκδικαστεί με την ένδικη έφεση (άρθρο 246 του ΚΠολΔ) και δεδομένου ότι εκκρεμεί στο ίδιο Δικαστήριο η από 17-02-2025 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της (εφεσίβλητης), θα πρέπει να ερευνηθεί αν η τελευταία ως αναγκαίος ομόδικος, θα εκπροσωπηθεί από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.
Σύμφωνα με το άρθρο 225 αρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, οι διάδικοι και μετά την εκκρεμοδικία έχουν δικαίωμα να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή του δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή (η μεταβολή) δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης. Ήτοι, η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων, εωσότου νομίμως αυτή περατωθεί. Ο ειδικός διάδοχος του μεταβιβάσαντος δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου, αλλά έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση. Ήτοι, κατ’ άρθρο 225 του ΚΠολΔ, η διάθεση του περιουσιακού δικαιώματος είναι έγκυρη, και η σχετική ένδικη διαδικασία συνεχίζει την πορεία της ακώλυτα. Επειδή όμως ο μεταβιβάσας διάδικος (μετά τη μεταβίβαση) δεν είναι πλέον ο πραγματικός δικαιούχος του επίδικου πράγματος, μεταβάλλεται η νομιμοποίησή του και καθίσταται έτσι μη δικαιούχος διάδικος (άρθρο 225 αρ. 3 του ΚΠολΔ). Φυσική συνέπεια της αμέσως ως άνω θέσεως είναι ότι ο διάδικος, που μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, νομιμοποιείται στη διεξαγωγή της σχετικής δίκης, ο δε ειδικός διάδοχος, του αρχικά νομιμοποιούμενου, έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση είτε κύρια είτε πρόσθετη, η τελευταία λόγω της επεκτάσεως του δεδικασμένου της δίκης και σε αυτόν, θα χαρακτηριστεί αυτοτελής (Χαρ. Απαλαγάκη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2016, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, έκδοση 4η, άρ. 225, σελ. 691). Ακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου (και του Εφετείου), περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης (και της έφεσης αντίστοιχα), εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Μεταξύ της κύριας δίκης και της ασκούμενης πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται σχέση κύριου-παρεπόμενου, όπως σαφώς συνάγεται τόσο από τη φύση της παρέμβασης, όσο και από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του ΚΠολΔ με την οποία καθιερώνεται η δωσιδικία της συνάφειας για δίκες, μεταξύ των οποίων υφίσταται τέτοια σχέση (κύριου-παρεπόμενου), στις οποίες ρητά μνημονεύεται και η περίπτωση της παρέμβασης σε σχέση με την κύρια δίκη. Έννομο συμφέρον για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη, ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης για την υπόθεση (ΑΠ 884/2024, ΑΠ 977/2023, ΑΠ 663/2023, ΑΠ 456/2023,ΑΠ 776/2001, ΕλλΔ/νη 2002/1419, Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τ.I, υπό το άρθρο 80, παρ. 1). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους (ΑΠ 1736/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της παρέμβασης, τότε η μεν άσκησή της δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα στη νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1333/2022), που ορίζει ότι η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών ή 60 ημερών, αν αυτός διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής και αν δεν γίνει η επίδοση αυτή η παρέμβαση θεωρείται ως μη ασκηθείσα και απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 919/2025, ΑΠ 966/2025, ΑΠ 1665/2025, ΑΠ 200/2024ΑΠ 397/2024, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικο του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο, υπέρ του οποίου ασκείται η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κύριου διαδίκου (ΑΠ 148/2024, ΑΠ 607/2024, ΑΠ 957/2024, ΑΠ 888/2024, ΑΠ 977/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 692/2023, ΑΠ 663/2023, ΑΠ 456/2023, ΑΠ 287/2023). ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005, ΑΠ 1248/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 παρ.2 του ΚΠολΔ – AΠ 985/2023, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 467/2021), καθώς και αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη, δυνάμει νόμου, αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διάθεσης ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διάθεσης και το δεδικασμένο της απόφασης ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο (ΑΠ105/2025, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011, ΑΠ 1191/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Λόγω δε της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας για τους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 1230/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1145/2007 ΝοΒ 2007.1828, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τομ. Α`, άρθρο 76 σελ. 523, παρ. 33, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τόμ. 1ος, άρθρο 83, σελ. 193, παρ. 1 και άρθρο 76, σελ. 178, παρ. 7). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του Ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….», «Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους, οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ως άνω Ν. 4354/2015, “οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης”. Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015) εφαρμόζεται όχι μόνον όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρίες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω Ν. 4354/2015, αλλά και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η αντίστοιχη ανάθεση της διαχείρισης γίνεται με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, καθώς είναι επιτρεπτή η παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των νόμων 4354/2015 και 3156/2003, ώστε οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) του Ν. 4354/2015 να διαθέτουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου αυτού, έχοντας και τη δυνατότητα άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 200/2024, ΑΠ 490/2023, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 368/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων καθώς και αυτών των άρθρων 62, 64 παρ. 3 και 286 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν, κατά τη διάρκεια της επιδικίας, επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο της εταιρίας διαχείρισης, τότε την εταιρία απόκτησης απαιτήσεων εκπροσωπεί η νέα διαχειρίστρια, αντίστοιχα δε παύει χωρίς άλλο και η σχετική προς εκπροσώπηση εξουσία της προηγούμενης διαχειρίστριας, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, όπως ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Διαδικαστικές πράξεις, που έχουν γίνει από την προηγούμενη διαχειρίστρια, δεν είναι απαράδεκτες, έστω και αν, κατά τη προσδιορισθείσα συζήτηση στο ακροατήριο, αυτή έχει στο μεταξύ αντικατασταθεί, αφού ουσιαστικός διάδικος είναι η εταιρία απόκτησης και όχι η εταιρία διαχείρισης, η δε συζήτηση χωρεί με τη νέα διαχειρίστρια, η οποία μπορεί να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση της παλαιός (ΑΠ 649/2025,ΑΠ 1374/2024, ΑΠ 1808/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, στην από 17-02-2026 (αριθ.εκθ.καταθ. …………/ 17-02-2026) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία εκθέτει ότι οι καθ’ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση άσκησαν την από 05-01-2021 (αριθ.εκθ.καταθ…………/18-03-2021) έφεση στη γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλουμένη απόφαση πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά της 3686/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε με την τακτική διαδικασία την από 05-09-2019 (αριθμ.εκθ.καταθ. ………../2019) αγωγή. Ότι μετά την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως, δηλαδή διαρκούσης της παρούσας δίκης, άσκησε την ένδικη αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Εφετείου, ότι αυτή (αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα) έχει νομίμως συσταθεί και αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυνάμει των διατάξεων του Ν.4354/2015, ως έχει τροποποιηθεί και ισχύει [υπ’αριθμόν 220/1/13.3.2017 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ Β΄ 880/16.3.2017)]. Ότι δυνάμει της από 31-01-2025 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων καταχωρηθείσας στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 με αρ.πρωτ…/31-01-2025 τ…. και αρ……, ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία «………………» με έδρα στο …. Ιρλανδίας (οδός …………), με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιριών 764665, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχουν μεταβιβαστεί από την υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………», όπως νόμιμα εκπροσωπείται, δυνάμει της από 31-01-2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, καταχωρηθείσας στις 31-01-2025 στο ειδικό δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ.πρωτ…. στον τόμο … και αρ……., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ.7 του Ν.5072/2023, όπως ισχύει και του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 όπως ισχύει. Ότι έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης διότι νομιμοποιείται να διενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις ως μη δικαιούχος διάδικος, καθόσον πρόκειται για εταιρία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν.4354/2015, στην οποία έχει ανατεθεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, η διαχείριση των απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και η επίδικη απαίτηση, που έχουν μεταβιβαστεί από την ως άνω τράπεζα προς την προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την κύρια δίκη. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζητεί την απόρριψη της ένδικης εφέσεως κατά της 3686/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν την ως άνω αγωγή της υπερ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση. Ακολούθως, στην από 17-02-2026 (αριθ.εκθ.καταθ…… /37/17-02-2026), η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, αφού επαναλαμβάνει το ως άνω ιστορικό, εκθέτει επιπλέον ότι οι καθ’ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση άσκησαν τον από 01-04-2025 (αριθ.εκθ.καταθ. …../02-04-2025) πρόσθετο λόγο έφεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλουμένη απόφαση πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά της 3686/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και ζητεί την απόρριψή του. Οι ένδικες πρόσθετες παρεμβάσεις, κατά τα εκτιθέμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη, έχουν σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, πλην όμως η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν τις κοινοποιήθηκε στην κυρίως διάδικο και αναγκαία ομόδικό της -υπερ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, αφού η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε τις σχετικές εκθέσεις επίδοσης αντιγράφου των αυτοτελώς πρόσθετων παρεμβάσεων προς αυτήν. Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης σε όλους τους κυρίως διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ελλείψει προδικασίας κατ’άρθρα 81 παρ.1 και 215 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 966/2025, ΑΠ 200/2024, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017) και να επιβληθούν σε βάρος της παρεμβαίνουσας τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων η παρέμβαση (άρθρα 176, 189 παρ.1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός τους (άρθρο 106 του ΚΠολΔ).
Ακολούθως, για να προχωρήσει νόμιμα η συζήτηση της έφεσης ως προς την απολιπόμενη εφεσίβλητη, που κατά τα ανωτέρω έχει η ίδια επισπεύσει τη συζήτηση αυτής, θα έπρεπε οι παριστάμενοι εκκαλούντες να προσκομίσουν κατ’ άρθρο 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ εντός πέντε ημερών από τη συζήτηση της έφεσης, αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων της αντιδίκου τους, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτήν. Ωστόσο, οι εκκαλούντες δεν προσκόμισαν την αγωγή και τις προτάσεις της εφεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο. Συνεπώς, κατ’ ακολουθία των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής, καθόσον αυτή δεν χωρεί με απούσα την εφεσίβλητη, χωρίς την τήρηση της διατύπωσης της προσκομιδής από τους παριστάμενους εκκαλούντες των πρωτόδικων προτάσεών της και του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη. Διάταξη περί ορισμού παράβολου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και περί δικαστικής δαπάνης, δεν θα περιληφθούν στην παρούσα, γιατί η απόφαση αυτή δεν είναι οριστική (ΟλΑΠ 4/2013, ΑΠ 1254/2019, ΑΠ 989/2009, ΕφΑθ 556/2024, ΕφΔωδ 288/2017, ΕφΛαμ 140/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 05-01-2021 (αριθ.εκθ.καταθ. ……./18-03-2021) έφεσης και του από 01-04-2025 (αριθ.εκθ.καταθ………/02-04-2025) πρόσθετου λόγου έφεσης, κατά της 3686/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Απορρίπτει την από 17-02-2026 (αριθ. εκθ.καταθ………../17-02-2026) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Επιβάλλει σε βάρος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας τα δικαστικά έξοδα των καθ’ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων [400] ευρώ.
Απορρίπτει την από 17-02-2026 (αριθ. εκθ.καταθ………./17-02-2026) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Επιβάλλει σε βάρος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας τα δικαστικά έξοδα των καθ’ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων [400] ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, παρουσία και της γραμματέως στις 1.9.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ