ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Αποφάσεως 568/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Ναυτικό Τμήμα)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά και Κωνσταντίνα Λέκκου, Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Ε.Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία «…………» [ΑΦΜ ………], η οποία εδρεύει στο …….. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δάφνη Μπατσαρά [ΔΕ ΔΑΦΝΗ ΜΠΑΤΣΑΡΑ].
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) …………. ο οποίος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ήταν απών και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο 2) Μονοπρόσωπης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» [ΑΦΜ ……..], η οποία εδρεύει στο ………. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου, κατόπιν συγχωνεύσεως δι΄ απορροφήσεως, της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πλέγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και 3) …………, η οποία ήταν απούσα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ήδη τρίτη των εφεσιβλήτων, ……………, ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα) κατά την τακτική διαδικασία την από 5.8.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../5.8.2024 αγωγή της κατά της ήδη εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «…………». Η ήδη εκκαλούσα και εναγομένη της ως άνω κύριας αγωγής εταιρεία με την επωνυμία «………….» με το από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………./15.10.2024 δικόγραφο, που ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ανακοίνωσε την ως άνω δίκη στον ήδη πρώτο εφεσίβλητο, ………….., τον οποίο προσεπικάλεσε να παρέμβει σε αυτή και εζήτησε να υποχρεωθεί ο καθού η προσεπίκληση να της καταβάλει ως αποζημίωση ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει αυτή στην κυρίως ενάγουσα. Επιπλέον, η ήδη εκκαλούσα και εναγομένη της ως άνω κύριας αγωγής εταιρεία με την επωνυμία «…………» με το από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………../15.10.2024 δικόγραφο που ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ανακοίνωσε την ως άνω κύρια δίκη στην εταιρεία με την επωνυμία «………», της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος λόγω απορροφήσεως με συγχώνευση κατέστη η ήδη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «………..», την οποία προσεπικάλεσε να παρέμβει στην ως άνω κύρια δίκη και εζήτησε να υποχρεωθεί η καθής η προσεπίκληση εταιρεία με την επωνυμία «………….» να της καταβάλει ό,τι υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα. Η ανωτέρω κύρια αγωγή μετά των ανωτέρω δύο δικογράφων ανακοίνωσης δίκης – προσεπικλήσεως μετά της σωρευομένης παρεμπίπτουσας αγωγής, συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, κατά τη δικάσιμο της 3.6.2025 και επ’ αυτών εξεδόθη η με αριθμό 5092/2025 απόφαση με την οποία η κύρια αγωγή η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτή ως νόμιμη και κατά τα λοιπά, επ’ αυτής αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησής της στο ακροατήριο, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, κατά τα οριζόμενα σε αυτήν. Όσον αφορά δε στις ανωτέρω δύο ανακοινώσεις δίκης – προσεπικλήσεις μετά των σωρευομένων στα ανωτέρω δικόγραφα αγωγών, ενόψει της μη καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου υπό της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας εταιρείας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε ερήμην της ανακοινώσασας την κύρια δίκη, προσεπικαλούσας σε παρέμβαση και παρεμπιπτόντως ενάγουσας εταιρείας και απέρριψε τις παρεμπίπτουσες ως άνω αγωγές ως αβάσιμες στην ουσία τους.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία «…………» με την από 17-12-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ………./18-12-2025 έφεσή της, επί της οποίας, με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου πράξη του γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου ………../5-1-2026, ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πρώτος και τρίτη των εφεσιβλήτων ήταν απόντες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι πληρεξούσιοι δε δικηγόροι της εκκαλούσας εταιρείας και της δεύτερης των εφεσιβλήτων εταιρείας παραστάθηκαν ο μεν πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης των εφεσιβλήτων εταιρείας, με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ, η δε πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας ευταιρείας, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και αμφότεροι (εκκαλούσα και δεύτερη των εφεσιβλήτων εταιρεία) ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] [Α] Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. ΓπΟΗ/1912 «ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΝΣΗΜΩΝ» όπως διαμορφώθηκε κατόπιν των διατάξεων του άρθρου 7 του Ν.Δ. 1544/1942 και της περ. 6 της υποπαρ. ΙΓ.ι. του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της παρ.10 του άρθρου 40 του Ν. 4111/2013 «ι. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 %ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επιπλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό δέκα τοις εκατό (1ο%) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.ΟΠ.Υ.Υ.) και χαρτόσημο ποσοστού 2,4%, τα οποία ανωτέρω ποσοστά υπολογίζονται επί του ποσού του δικαστικού ενσήμου. Από την ισχύ της παρούσας διάταξης, παύει να ισχύει κάθε άλλη που αφορά καθορισμό του δικαστικού ενσήμου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εκτός της παραγράφου ιΑ περίπτωση η’ του άρθρου ίο του ν.δ. 1017/1971· 2. Προς υπολογισμόν του τέλους το δικόγραφον της αγωγής δέον να δηλοί την πραγματικήν αξίαν του αντικειμένου της αγωγής, εάν τούτο μη συνίσταται εις ωρισμένην χρηματικήν απαίτησιν. 3· Επί περιοδικών παροχών απροσδιορίστου χρόνου, η αξία λογίζεται επί του δεκαπλού της ενιαυσίας παροχής ή προσόδου επί αγωγών περί ακινήτων ή διαμονής αυτών εις το εικοσαπλάσιον της ετήσιας προόδου επί επικαρπίας ή επί ψιλής κυριότητος εις το ήμισυ της αξίας της πλήρους κυριότητος. 4· Εν ενστάσει περί του υπολογισμό της αξίας, ή και εξ επαγγέλματος, το δικαστήριον δύναται, κατά την κρίσιν του, ν’ αποφασίση επί τη βάσει βεβαιώσεων ή να διατάξη αποδείξεις, μη ισταμένης εκ τούτου της κυρίας δίκης. Αποδεικνυομένης της δηλωθείσης δια της αγωγής ελάσσονος κατά το τρίτον τουλάχιστον της πραγματικής, επιβάλλεται διπλούν το τέλος επί της όλης διαφοράς άλλως επιβάλλεται απλούν. Το δικαστήριον επιβάλλον το απλούν ή διπλούν τέλος επί της όλης διαφοράς απέχει της περαιτέρω ερεύνης, μέχρι της καταβολής κατά την επιούσαν συζήτησιν, ότε παραλειπομένης ταύτης λογίζεται ερήμην δικασθείς ο ενάγων και η αγωγή αυτού απορρίπτεται.». Ήδη, το ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), όπως αυτό διαμορφώθηκε (από 1ο%) με τις διατάξεις του άρθρου 150 παρ.1.1 περ. δ του Ν. 3655/2008, καθώς επίσης και το ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.ΟΠ.Υ.Υ.), καταργήθηκαν με τις διατάξεις της παρ.14 του άρθρου 39 του Ν. 4387/2016, η οποία προστέθηκε με το άρθρο δεύτερο παρ.6α του Ν. 4393/2016. Παράλληλα, με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 περ. Α υποπερ. (η) του Ν. 1017/1971, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 του Ν. 4446/2016, προβλέφθηκε ότι «η) ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) επί του καταβαλλομένου εκάστοτε ποσού λόγω δικαστικού ενσήμου, αγωγής ή άλλου δικογράφου, υποβαλλομένου ενώπιον πάντων των δικαστηρίων του Κράτους, υποκειμένου δε σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις. Με κοινή υπουργική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να τροποποιείται το ποσοστό του προηγουμένου εδαφίου, με σκοπό την αναπροσαρμογή των πόρων του ταμείου για τη διασφάλιση της πραγματοποίησης της αποστολής του ταμείου». Από τον συνδυασμό επομένως των ανωτέρω διατάξεων, ήδη το δικαστικό ένσημο υπολογίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις επί του κεφαλαίου, πλέον ποσοστού 30% επί του ανωτέρω ποσού υπέρ ΤΑΧΔΙΚ, πλέον ποσοστού 2,00 % ομοίως επί του ποσού του δικαστικού ενσήμου για τέλη χαρτοσήμου, πλέον ποσοστού 20% επί του τέλους χαρτοσήμου υπέρ ΟΓΑ [σχετικά με τα τέλη χαρτοσήμου άρθρο 2 παρ. 1 εδ. 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 σε συνδυασμό με άρθρο πρώτο παρ. ΙΓ.1 περ. 6 του Ν. 4093/2012, άρθρο τρίτο του Ν. 4111/2013, άρθρο 40 παρ. ι6 του Ν. 4111/2013 και άρθρο 49 παρ. 4 του Ν. 4111/2013]. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 «Εάν μη (επικολληθή ή) προσαρτηθή κατά τας ανωτέρω διατάξεις το δικαστικόν ένσημον είναι απαράδεκτα παρά παντός δικαστηρίου ή δημοσίας αρχής τα υποκείμενα εις τα τέλη των άρθρ.(1), 2 (και 5) έγγραφα, εφαρμοζομένων κατ’ αναλογίαν και των διατάξεων της δευτέρας και τρίτης παραγράφου του άρθρ. του ν.ΓΧΚΓ’ της 10 Μαρτ.1910. Το απαράδεκτον λαμβάνεται μεν υπ’ όψει κατά πάσαν στάσιν της δίκης, αλλ’ αίρεται και δια μεταγενεστέρας καταβολής του τέλους εφ’ όσον δεν επήλθεν οριστική απόφασις ή κεκτημένον άλλο δικαίωμα υπέρ του ετέρου διαδίκου.». Εξάλλου, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ΝΔ1544/1942 «ι. Επί αγωγής υποκειμένης εις τέλος του άρθρου 2, του νόμου ΓΠΟΗ ’ του 1911, τροποποιηθέντος διά των νόμων 235,1816 και 2757, ο ενάγων, παραλείπων την προκαταβολήν του οφειλομένου τέλους λογίζεται ερήμην δικασθείς, εφαρμοζομένου κατά τούτο του άρθρου 208 της Πολ. Δικονομίας ώς ετροποποιήθη διά του νόμου ΓΥΝΤ του 1909.». Κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ.1 του Ν.4640/2019 «3· Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού.». Κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 42 του Ν. 4640/2019 «2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουάριου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία.». Από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912, όπως αυθεντικά ερμηνεύθηκαν με το άρθρο 7 του ΝΔ 1544/1942 και τροποποιήθηκαν με το άρθρο 11 του ΝΔ 4289/1961, προκύπτει ότι, επί παραλείψεως προκαταβολής του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, ο ενάγων λογίζεται ότι δικάζεται ερήμην και η αγωγή του απορρίπτεται λόγω της [πλασματικής] ερημοδικίας του (ΑΠ 65/2022, All 5/2020, ΑΠ 1337/2011, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά τις διατάξεις αυτές, που εντάσσονται στους κανόνες του δικονομικού δικαίου, το οποίο ρυθμίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, η προηγούμενη καταβολή δικαστικού ενσήμου στις οριζόμενες από τις ίδιες διατάξεις υποθέσεις, αποτελεί προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1485/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και η παράλειψή της δεν επιφέρει απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της (ΑΠ 204/2014, ΕΠολΔ 2014/542, ΑΠ 901/2013, ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 1669/2005, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 219/2005, Δνη 2006/479), αλλά συνιστά νόμιμο λόγο ερημοδικίας του ενάγοντος, ο οποίος λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και προκαλεί την απόρριψη της αγωγής όχι για τυπικό αλλά για ουσιαστικό λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητάς της και απαράδεκτο επανεγέρσεώς της, εάν η απορριπτική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 491/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 181/2013, ΕφΑΔ 2013/779, ΑΠ 936/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 382/2011, ΕλλΔνη 2011/1009). Για να ανατρέψει το δυσμενές διατακτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης που επιστηρίχθηκε μόνο στην εκ μέρους του ενάγοντος παράλειψη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων καταψηφιστικής αγωγής, που για το λόγο αυτό ερημοδικάστηκε πρωτοδίκως, δικαιούται να ασκήσει έφεση κατά της ερήμην του εκδοθείσας απορριπτικής απόφασης [ΑΠ 181/2023 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου], επιδιώκοντας να επανορθώσει το δικό του σφάλμα που οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής του (περί του ότι το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται και προς διόρθωση παραδρομών των διαδίκων βλ. ΑΠ 574/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην έφεση αυτή εφαρμόζεται μεν η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, πλην όμως αναλόγως (ΤριμΕφΠειρ. 331/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 55/2009, Δ 2009/246, Ν. Νικάς, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 2018, σελ. 728). Η ανάλογη και όχι ευθεία εφαρμογή της οφείλεται στο ότι για την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά την ως άνω διάταξη, επί μεν ερημοδικίας του ενάγοντος οφειλομένης σε άλλους λόγους, όπως η μη εμφάνιση ή μη προσήκουσα παράστασή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν απαιτείται η επίκληση και η απόδειξη της βασιμότητας κάποιου λόγου εφέσεως, αλλά αρκεί καταρχήν η τυπική παραδοχή της εφέσεως ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσας (ΑΠ 2150/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 280/2012, ΝοΒ 2013/132, ΑΠ 1906/2008, ΝοΒ 2009/927), ενώ επί πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, απαιτείται η πρόταση και η ευδοκίμηση λόγου εφέσεως, ο οποίος πρέπει ευλόγως να αναφέρεται στη νόμιμη αιτία που οδήγησε στη διαμόρφωση του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης. Πράγματι, αν όντως το δικαστικό ένσημο δεν είχε πρωτοδίκως καταβληθεί, ο μοναδικός κατά νομική και λογική αναγκαιότητα λόγος που μπορεί να προταθεί λυσιτελώς με την έφεση κατά της απορριπτικής απόφασης, είναι η άρση της παράλειψης του εκκαλούντος – ενάγοντος, που προκάλεσε την πλασματική ερημοδικία του και την απόρριψη της αγωγής του ως αβάσιμης. Έτσι, η έφεσή του πρέπει να περιέχει ως [μοναδικό έστω] λόγο την άρση αυτής του της παράλειψης, τον ισχυρισμό δηλαδή περί της εκ των υστέρων καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου (ΑΠ 181/2023 ο.π.). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή την διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, με απόφαση, που μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα, που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης, η οποία θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης. Κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως, η οποία εφαρμόζεται και στην κατ` έφεση δίκη, η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει επανάληψη της συζήτησης δεν υπόκειται σε περιορισμούς και, επομένως, το τελευταίο έχει την εξουσία να διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης και προς προσκομιδή των αναγκαίων στοιχείων (βλ. ΟλΑΠ 1285/1982, ΑΠ 1520/2018, 1212/2017, 2114/2009). Τέτοιο δε στοιχείο, αποτελεί και το αναλογούν στο αντικείμενο της αγωγής δικαστικό ένσημο, το οποίο είναι απαραίτητο για την κατ’ ουσίαν εξέταση της διαφοράς, την προσκομιδή του οποίου δεν κωλύεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να διατάξει με την απόφασή του, εφόσον, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι δεν προκύπτει άρνηση του ενάγοντος να συμμορφωθεί προς την ως άνω υποχρέωσή του [ΑΠ 860/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Ήδη, εν τούτοις, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 227 παρ.1 περίπτωση γ του ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές διαμορφώθηκαν με το άρθρο 163 του Ν. 5221/2025 (ΦΕΚ Α`133/28.07.2025), οι οποίες εφαρμόζονται και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ.1 του ιδίου Κώδικα «1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά τη κρίση του προθεσμία. Τυπικές παραλείψεις υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου μπορούν να συνιστούν ιδίως εκείνες που σχετίζονται με: α) …, β) …, γ) την καταβολή του δικαστικού ενσήμου…». Ως εκ τούτου πλέον, εφόσον, το κατ’ έφεση δικάζον Δικαστήριο, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι δεν προκύπτει άρνηση του ενάγοντος να συμμορφωθεί προς την ως άνω υποχρέωσή του καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου, δύναται να καλέσει τον διάδικο προς συμπλήρωση της εν λόγω τυπικής παραλείψεως μετά τη συζήτηση, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία [πρβλ. ΑΠ 1749/2025 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου].
[Β] Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 § 2 ΚΠολΔ, όταν ασκείται έφεση κατ’ ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως, η συζήτηση είναι προφορική και για το λόγο αυτό δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να μην είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση της εφέσεως με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή με μονομερή δήλωση κάποιου ή όλων από αυτούς ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση (ΑΠ 476/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 11/2016, Ε7 2016/855, ΑΠ 1040/2013, ΧρΙΔ 2014/128). Η ως άνω απαγόρευση της παραστάσεως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ισχύει όχι μόνο για το διάδικο που στον πρώτο βαθμό δικάστηκε ερήμην ή σα να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικό του ο οποίος είχε παραστεί κανονικά, αφού διαφορετικά δε νοείται προφορική συζήτηση (ΑΠ 93/2013, ΑΠ 652/2011, ΑΠ 251/2009, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τούτο άλλωστε επιβάλλεται από την αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και για την ισότητα των όπλων (ΑΠ 1858/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 280/2012, ΝοΒ 2013/132, ΑΠ 866/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η υποβολή τέτοιας δήλωσης από πληρεξούσιο δικηγόρο διαδίκου, που έχει μεν καταθέσει προτάσεις, δεν παρίσταται όμως στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, για την οποία είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, συνιστά μη προσήκουσα παράσταση, συνεπαγόμενη την ερημοδικία του διαδίκου (ΤριμΕφΠειρ. 27/2016, ΜονΕφΑθ. 220/2022, ΜονΕφΠειρ. 45/2020, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως εκ τούτου, οι προτάσεις του, οι περιεχόμενοι σ’ αυτές ισχυρισμοί και τα υποβαλλόμενα δι’ αυτών αιτήματά του, όπως και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 2150/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
[ΙΙ] Η κρινόμενη από 17-12-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ………../18-12-2025 έφεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «………………», ήδη εκκαλούσας, που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 5092/31.10.2025 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς [με την οποία (i) αναβλήθηκε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 254 ΚΠολΔ η έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου και για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, επί της από 5.8.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………/5.8.2024 αγωγής της ήδη τρίτης των εφεσιβλήτων, …….. κατά της ήδη εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «…………», με την οποία η ενάγουσα της αγωγής αυτής αξιώνει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση εκ ποσού ευρώ 382.071,43 συνολικά, επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης εταιρείας, (ii) απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της, λόγω μη καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου, η από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……./15.10.2024 προσεπίκληση μετά παρεμπίπτουσας αγωγής της ήδη εκκαλούσας εταιρείας κατά του ήδη πρώτου των εφεσιβλήτων, ………., με την οποία η ήδη εκκαλούσα αξιώνει όπως ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτή κάθε ποσό που τυχόν υποχρεωθεί αυτή (παρεμπιπτόντως ενάγουσα) να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους και (iii) απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της, λόγω μη καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου, η από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………./15.10.2024 προσεπίκληση μετά παρεμπίπτουσας αγωγής της ήδη εκκαλούσας εταιρείας κατά της ήδη δεύτερης εφεσίβλητης εταιρεία με την επωνυμία «…………….», με την οποία η ήδη εκκαλούσα αξιώνει όπως η παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρεία υποχρεωθεί να της καταβάλει κάθε ποσό που τυχόν αυτή (παρεμπιπτόντως ενάγουσα) υποχρεωθεί να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, αφού άπαντα τα ανωτέρω δικόγραφα (κύρια αγωγή και προσεπικλήσεις μετά παρεμπιπτουσών αγωγών) συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων της κύριας αγωγής και ερήμην της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας αυτής (παρεμπιπτόντως ενάγουσας) συνεπεία μη καταβολής εκ μέρους της του δικαστικού ενσήμου, απέρριψε (α) την από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………/15.10.2024 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκλησης μετά της σωρευομένης σε αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής της ήδη εκκαλούσας εταιρείας κατά του ήδη πρώτου εφεσιβλήτου, ……………… και (β) την από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………../15.10.2024 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση μετά της σωρευομένης σε αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής της ήδη εκκαλούσας εταιρείας κατά της ήδη δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία «……….» ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικώς παρεμπιπτόντως εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «…………..»] καθό μέρος εγείρεται σε βάρος του πρώτου και δεύτερης των εφεσιβλήτων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 496, 498, 499, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο ι του ν.4335/2015, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατ’ άρθρον ένατο παρ. 2 του άρθρου ι του Ν. 4335/2015) και 520 § ι ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε η εκκαλούσα επικαλείται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε διετία από την δημοσίευση της, η οποία έλαβε χώρα την 31-10-2025, αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011) και για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί το αναλογούν υπ’ αριθμ. ………../2025 ηλεκτρονικό παράβολο ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ υπέρ του Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ (άρθρο 495 παρ. ι και 3, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν.4055/2012 και αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015, ΦΕΚ Α’ 87/23.7-2015). Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση, καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του πρώτου και δεύτερης των εφεσιβλήτων, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα ερήμην, εν τούτοις, του πρώτου και δεύτερης των εφεσιβλήτων, διότι (i) o πρώτος των εφεσιβλήτων, ………….., δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και έχει νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (σχετ. υπ’ αριθ. ………. από 19.1.2026 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………) και (ii) η δεύτερη των εφεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία «…………..», η οποία έχει νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (σχετ. υπ’ αριθ. ….. από 8.1.2026 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ……………..), δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση της ένδικης εφέσεως, αφού κατά την εκφώνηση της ένδικης έφεσης, όπως αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, αυτή (δεύτερη των εφεσιβλήτων) παρέστη διά δηλώσεως του μη παρασταθέντος, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατ’ άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, μολονότι η εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 5092/2025 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδόθηκε ερήμην της παρεμπιπτόντως ενάγουσας – εκκαλούσας, λόγω μη καταβολής, εκ μέρους της, του δικαστικού ενσήμου, με αποτέλεσμα η παράστασή αυτής (δεύτερης των εφεσιβλήτων) με αυτό τον τρόπο (με δήλωση) κατά την εκφώνηση της ένδικης έφεσης, όπως αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η επίσπευση της συζήτησης της οποίας έγινε με επιμέλεια της εκκαλούσας και για την οποία είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, να συνιστά μη προσήκουσα παράστασή της, έστω και αν έχει καταθέσει προτάσεις, συνεπαγόμενη την ερημοδικία αυτής (δεύτερης των εφεσιβλήτων) ως προς την έφεση. Η διαδικασία, εν τούτοις, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί (πρώτη και δεύτερη των εφεσιβλήτων) παρόντες (άρθρο 524 §4 εδ. α ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι, η παρισταμένη εκκαλούσα προσκομίζει, για το παραδεκτό της συζητήσεως της ένδικης εφέσεως, κατ’ άρθρο 524 §4 εδ. γ και δ του ΚΠολΔ, αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων των αντιδίκων του που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και των πρακτικών, που τηρήθηκαν κατ’ αυτήν.
[ΙΙΙ] Η ένδικη έφεση, εν τούτοις, καθό μέρος απευθύνεται σε βάρος της τρίτης των εφεσιβλήτων ………., η οποία δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και έχει νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (σχετ. υπ’ αριθ. ……….. από 19.1.2026 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ……..), με αποτέλεσμα να δικάζεται σαν να ήταν παρούσα (άρθρο 524 §4 εδ. α ΚΠολΔ), τυγχάνει απαράδεκτη και ως τέτοια απορριπτέα, διότι από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 517 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, η έφεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων που ήσαν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη, ως τέτοιοι δε νοούνται οι αντίδικοι του εκκαλούντα που νίκησαν και έναντι των οποίων έχει ο ίδιος έννομο συμφέρον να επιτύχει την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της αποφάσεως που εκκαλείται, εν προκειμένω δε η εν λόγω (τρίτη) εφεσίβλητος δεν τυγχάνει διάδικος στην από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/15.10.2024 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη εκκαλούσας εταιρείας κατά του ήδη πρώτου εφεσιβλήτου, ………., καθώς επίσης δεν τυγχάνει διάδικος ούτε στην από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../15.10.2024 παρεμπίπτουσας αγωγής της ήδη εκκαλούσας εταιρείας κατά της ήδη δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία «………» ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικώς παρεμπιπτόντως εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «……….», για την απόρριψη των οποίων ως αβασίμων στην ουσία τους πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της τρίτης εφεσίβλητης …………….. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν περιέχεται, αφού η τρίτη εφεσίβλητη ήταν απούσα κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης και δεν υπεβλήθη σε έξοδα.
[IV] Η τρίτη των εφεσιβλήτων, …………, ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της ήδη εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «……….. ……….» την, από 5.8.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/2024, (κύρια) αγωγή της, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι, από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της ήδη εκκαλούσας εταιρείας, πλοιοκτήτριας του ταχύπλοου, μηχανοκίνητου επαγγελματικού σκάφους αναψυχής Π, λεμβολογίου ….. και δη από αμέλεια των νομίμων εκπροσώπων της, παρέλειψε να εφοδιάσει, ως όφειλε, το ανωτέρω σκάφος της με χειρολαβές συγκράτησης των επιβατών, με αποτέλεσμα κατά το χρόνο δύο απότομων βυθίσεων του εν λόγω σκάφους, αυτή (κυρίως ενάγουσα) να πέσει επί του καταστρώματος και να υποστεί τις περιγραφόμενες στην αγωγή σωματικές βλάβες για την αποκατάσταση των οποίων, δαπάνησε τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Επιπλέον, ισχυρίσθηκε ότι, συνεπεία του τραυματισμού της απώλεσε τα εισοδήματά της που μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκόμιζε από την εργασία της, ενώ μόνιμα έχει υποστεί αναπηρία η οποία επηρεάζει και δη περιορίζει την κοινωνική και προσωπική της εξέλιξη. Με βάση το πραγματικό αυτό, καθώς επίσης επικαλούμενη ότι υπέστη και ηθική βλάβη λόγω της σε βάρος της τελεσθείσας αδικοπραξίας, εζήτησε, δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, να υποχρεωθεί η εναγομένη της αγωγής αυτής και ήδη εκκαλούσα εταιρεία να της καταβάλει ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη, ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο συμβάν, συνολικά το ποσό των ευρώ 382.071,43, νομιμοτόκως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Η εναγομένη της αμέσως ανωτέρω αγωγής και ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία «…………….», ήγειρε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) κατά του ήδη πρώτου εφεσιβλήτου, ………….., την από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/2024 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση μετά της σωρευομένης σε αυτή αγωγής, με την οποία, αφού ανακοίνωσε στον . …….., κυβερνήτη του ανωτέρω σκάφους καθόν χρόνο έλαβε χώρα ο περιγραφόμενος στην κύρια αγωγή τραυματισμός της κυρίως ενάγουσας και προσεπικάλεσε τον καθού η προσεπίκληση όπως παρέμβει στην ανωτέρω κύρια δίκη, αφού αρνήθηκε ότι φέρει ευθύνη για τον ένδικο τραυματισμό της κυρίως ενάγουσας, αποδεχόμενη εν τούτοις επικουρικώς την ευθύνη της για το ένδικο συμβάν, ως η ένδικη αγωγή δεόντως εκτιμάται, αφού αναφέρει κατ’ ακριβή διατύπωση στην ένδικη αγωγή της (σχετικά σελίδα 33) «… Επειδή την παραπάνω αγωγή της κύριας ενάγουσας, πρόκειται να αποκρούσουμε ως αναληθή, αόριστη και αβάσιμη. Ωστόσο, στην αδόκητη περίπτωση που κριθεί αληθές, ορισμένο και βάσιμο το ιστορικό της, κατά τα ως άνω, εναντίον μας αγωγής, αποδεικνύονται επιπλέον και τα εξής:…» ισχυρίσθηκε ότι συνυπαίτιος στον ένδικο τραυματισμό της κυρίως ενάγουσας, συνεπεία παράνομης και υπαίτιας συμπεριφορά του τυγχάνει και ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, αφού αυτός, ως Κυβερνήτης του ως άνω σκάφους, αφενός μεν κατά παράβαση των υποχρεώσεών του ως Κυβερνήτης του σκάφους αυτού επέτρεψε στους επιβάτες αυτού να παραμένουν καθήμενοι στο εμπρόσθιο τμήμα του εν λόγω σκάφους ως μη όφειλαν, αφ’ ετέρου δε κατά τη διακυβέρνηση του πλοίου δεν συμμορφώθηκε στους Κανόνες του Διεθνούς Κώδικα Αποφυγής Συγκρούσεως, υποχρέωση που είχε αναλάβει και με βάση τη σύμβαση ναύλωσης που είχαν καταρτίσει, με αποτέλεσμα λόγω του μη προσήκοντος τρόπου διακυβέρνησης του σκάφους να προκληθούν αναταράξεις στο σκάφος με συνέπεια τον τραυματισμό της κυρίως ενάγουσας. Επικαλούμενος δε κυρίως, όπως η αγωγή εκτιμάται, την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του παρεμπιπτόντως εναγομένου, επικουρικώς τις διατάξεις της μισθώσεως του εν λόγω σκάφους που τους συνέδεε και ειδικότερα επικαλούμενη αφενός μεν ότι το εν λόγω σκάφος αυτή είχε μισθώσει στον παρεμπιπτόντως εναγόμενο και αυτός είχε αναλάβει συμβατικά την πλοήγηση του σκάφους της σύμφωνα με τους Κανόνες του Διεθνούς Κώδικα Αποφυγής Συγκρούσεως και όλως επικουρικώς τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και συγκεκριμένα επικαλούμενη ότι λόγω της αμελούς διακυβερνήσεως του εν λόγω σκάφους από τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο, Κυβερνήτη αυτού, αυτή (παρεμπιπτόντως ενάγουσα) θα υποχρεωθεί να καταβάλει αχρεώστητα στο κυρίως ενάγουσα αποζημίωση, αν και δεν έχει υποχρέωση, αφού το ένδικο συμβάν έλαβε χώρα λόγω του ναυτικού πταίσματος στο πρόσωπο του παρεμπιπτόντως εναγομένου της εν λόγω αγωγής και δια της καταβολής αυτής ο τελευταίος θα καταστεί πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της, εζήτησε σε περίπτωση που γίνει δεκτή η κύρια αγωγή, ήτοι σε περίπτωση που πράγματι την βαρύνει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ως πλοιοκτήτρια του εν λόγω σκάφους σχετικά με το αξιόπλοο αυτού, να υποχρεωθεί αυτός (παρεμπιπτόντως εναγόμενος) να της καταβάλει κάθε ποσό που αυτή (κυρίως εναγομένη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα) υποχρεωθεί να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα μετά τόκων, δικαστικής δαπάνης και λοιπών εξόδων, νομιμοτόκως από την εκ μέρους της (παρεμπιπτόντως ενάγουσας) καταβολής στην κυρίως ενάγουσα των ποσών αυτών και να καταδικασθεί ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Επίσης, η ίδια (κυρίως εναγομένη της πρώτης ανωτέρω αγωγής και ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία «………..»), ήγειρε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) κατά της εταιρείας με την επωνυμία «………..», της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος λόγω απορροφήσεως με συγχώνευση κατέστη η ήδη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «…………», την από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………./15.10.2024 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση μετά της σωρευομένης σε αυτή αγωγής, με την οποία, αφού ανακοίνωσε στην ως άνω εταιρεία με την επωνυμία «……….», ασφαλίζουσας κατά τον επίδικο χρόνο, δυνάμει εγκύρου ασφαλιστηρίου συμβολαίου την ευθύνη αυτής (παρεμπιπτόντως ενάγουσας) ως πλοιοκτήτριας του ως άνω σκάφους και για τις έναντι τρίτων προξενούμενες ζημίες από τη λειτουργία του ως άνω σκάφους της και προσεπικάλεσε την καθής η προσεπίκληση, ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, όπως παρέμβει στην ανωτέρω κύρια δίκη, εζήτησε, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η ως άνω κύρια αγωγή σε βάρος της, να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να της καταβάλει κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί αυτή (παρεμπιπτόντως ενάγουσα) να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα μετά τόκων, δικαστικής δαπάνης και λοιπών εξόδων, νομιμοτόκως από την εκ μέρους της (παρεμπιπτόντως ενάγουσας) καταβολής στην κυρίως ενάγουσα. Άπασες οι ανωτέρω αγωγές, συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με την εκκαλουμένη απόφαση, κατά πρώτον αφού κρίθηκε νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 299, 330 εδ.β, 340, 345, 346, 914, 929, 930, 931 και 932 ΑΚ, καθώς και σε αυτές των άρθρων 907, 908 και 176 ΚΠολΔ και ορισμένη, η κύρια αγωγή, αναβλήθηκε ακολούθως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 254 ΚΠολΔ, η συζήτηση αυτής, προκειμένου και για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατά τα διαλαμβανόμενα σε αυτή, κατά δεύτερον δε, λόγω μη καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου θεώρησε πλασματικά ερήμην την παρεμπιπτόντως ενάγουσα αμφότερων των ανωτέρω παρεμπιπτουσών αγωγών και ήδη εκκαλούσα εταιρεία και απέρριψε αμφότερες τις ανωτέρω προσεπικλήσεις μετά των σωρευομένων σε αυτές αγωγών, ως αβασίμων στην ουσία τους. Την απόφαση αυτή, ως προς τις οριστικές της διατάξεις και δη καθό μέρος απερρίφθησαν οι ανωτέρω παρεμπίπτουσες αγωγές πλήττει παραδεκτώς [ΑΠ 204/2013 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ] με την ένδικη έφεσή της η ήδη εκκαλούσα– παρεμπιπτόντως ενάγουσα εταιρεία, ως ολικώς ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό με την εκκαλουμένη απόφαση και ως έχουσα ως εκ τούτου έννομο συμφέρον που προκύπτει από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης, με τον μοναδικό λόγο έφεσης αυτής που συνίσταται στην άρση της παράλειψης αυτής [εκκαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας] του ιδικού της σφάλματος που οδήγησε στην απόρριψη των ανωτέρω αγωγών της ότι δηλαδή εκ των υστέρων ήδη με την κατάθεση της ένδικης έφεσης κατέβαλε το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου. Πράγματι, αποδεικνύεται από την ίδια την έφεση ότι έχει ενσωματωθεί σε αυτή αντίγραφο του με Κωδικό Αριθμό ………….. Παραβόλου δικαστικού ενσήμου αγωγής συνολικού ποσού ευρώ 4.046,90. Εν τούτοις, δοθέντος ότι η ήδη εκκαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα πλήττει με την ένδικη έφεσή της την εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε τόσο την από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………/2024 παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά του πρώτου εφεσιβλήτου ………., όσο και την από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………./15.10.2024 παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά της εταιρείας με την επωνυμία «…………», με εκάστη των οποίων αξιώνει όπως οι εναγόμενοι των αγωγών αυτών υποχρεωθούν να της καταβάλουν κάθε ποσό που αυτή υποχρεωθεί να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα της από 5.8.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/2024, (κύριας) αγωγής αυτής σε βάρος της (εκκαλούσας), το αίτημα της οποίας (κύριας αγωγής) αφορά την επιδίκαση υπέρ της κυρίως ενάγουσας και σε βάρος της κυρίως εναγομένης – παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας εταιρείας του ποσού των ευρώ 382.071,43 κατά κεφάλαιο, η ήδη εκκαλούσα όφειλε να καταβάλει για εκάστη των ανωτέρω αγωγών της το αναλογούν δικαστικό ένσημο το οποίο ανέρχεται για εκάστη εξ αυτών στο ποσό των ευρώ 4.046,90 και συνολικά στο ποσό των ευρώ [4.046,90 + 4.046,90 =] 8.093,80. Παρά ταύτα, η εκκαλούσα εταιρεία με την ένδικη έφεσή της επικαλέσθηκε και προσεκόμισε μόνον το ως άνω ηλεκτρονικό παράβολο καταβολής δικαστικού ενσήμου ποσού ευρώ 4.046,90, χωρίς μάλιστα να καταλογίζει το εν λόγω δικαστικό ένσημο σε συγκεκριμένη εκ των ανωτέρω δύο παρεμπιπτουσών αγωγών. Για το λόγο τούτο, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 227 παρ.1 περίπτωση γ του ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές διαμορφώθηκαν με το άρθρο 163 του Ν. 5221/2025 (ΦΕΚ Α`133/28.07.2025), οι οποίες εφαρμόζονται και ενώπιον του παρόντος, δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, η εκκαλούσα εταιρεία κλήθηκε προκειμένου συμπληρώσει την εν λόγω τυπική παράλειψη (άρθρο 227 ΚΠολΔ όπως ισχύει) δια της καταβολής συμπληρωματικού δικαστικού ενσήμου, αφού το Δικαστήριο δεν διέκρινε άρνηση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας να συμμορφωθεί προς την ως άνω υποχρέωσή της. Πράγματι, η ήδη εκκαλούσα προσκόμισε το με Κωδικό Παραβόλου ……… ηλεκτρονικό παράβολο, συμπληρώνοντας τοιουτοτρόπως παραδεκτώς την ως άνω τυπική παράλειψη. Κατόπιν αυτών, η ένδικη έφεση καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του πρώτου και της δεύτερης των εφεσιβλήτων, πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που προσβάλλεται σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και να ερευνηθούν περαιτέρω οι ένδικες προσεπικλήσεις μετά των σωρευομένων σε αυτές παρεμπιπτουσών αγωγών της εκκαλούσας εταιρείας ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα τους, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση (524 παρ.1, 532, 533 παρ. 1, 535 παρ. 1, 528 ΚΠολΔ). Τέλος το παράβολο, που η εκκαλούσα εταιρεία προκατέβαλε κατά την κατάθεση της εφέσεώς της, πρέπει να αποδοθεί σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).
[V] Από τις διατάξεις των άρθρων 88, 89 και 69 παρ.1 περ.δ` του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να προσεπικαλέσει στη δίκη εκείνους, από τους οποίους έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας. Η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή, το αργότερο έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο. Η άσκηση της προσεπικλήσεως έχει τα αποτελέσματα, που έχει και η άσκηση της αγωγής, μπορεί δε να ενωθεί με αυτή (προσεπίκληση) και αγωγή αποζημίωσης, η οποία έχει από τη φύση της επικουρικό χαρακτήρα, δηλαδή ερευνάται από το δικαστήριο μόνο σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής. Το ως άνω δικαίωμα αποζημίωσης του εναγομένου μπορεί να απορρέει από οποιαδήποτε έννομη σχέση (από σύμβαση, αδικοπραξία ή νόμο) μεταξύ προσεπικαλούντος και προσεπικαλουμένου, η οποία θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως του προσεπικαλούντος από τον προσεπικαλούμενο (δικονομικού του εγγυητή) αν ο πρώτος ηττηθεί στην κύρια δίκη (AΠ 1433/2005 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), διαφορετική από εκείνη, στην οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή που αναφέρεται στο κατά την κυρία δίκη διαφιλονικούμενο αντικείμενο και εξαιτίας της οποίας το δικαίωμα τούτο εξαρτάται από την έκβαση της κυρίας δίκης. Απαιτείται δηλαδή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, η μία ως επίδικη στην εκκρεμή δίκη και η άλλη, που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή και εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν ο εναγόμενος – προσεπικαλών και παρεμπιπτόντως ενάγων ηττηθεί ως προς αυτή, αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης κατά του δικονομικού εγγυητή. Έτσι, με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή δημιουργείται έννομη σχέση δίκης μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προσεπικαλουμένου, που διεξάγεται μεν μαζί με την αρχική δίκη, δεν ενδιαφέρει όμως τον αντίδικο του προσεπικαλούντος [ΑΠ 1194/2021 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί παρεμπίπτουσα αγωγή εναντίον του απλού ομοδίκου, αλλ΄ ούτε και εναντίον εκείνου που δεν ενέχεται σε αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του παρεμπιπτόντως ενάγοντος, αλλά είναι ο κύριος υπόχρεος και έπρεπε να ασκηθεί αγωγή απευθείας εναντίον του [ΑΠ 1188/2007 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ, κατά την οποία, αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον, προκύπτει ότι η παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων για την ίδια ζημία του εδ. α’ περ. 2 του προαναφερθέντος άρθρου 926 ΑΚ θεμελιώνεται, όταν περισσότερα πρόσωπα υπέχουν ευθύνη από το νόμο αυτοτελώς το καθένα για την ανόρθωση της ίδιας ζημίας, ανεξάρτητα από τη μορφή της ευθύνης του καθενός, δηλαδή αν όλοι ευθύνονται υποκειμενικά ή αντικειμενικά ή ο ένας υποκειμενικά και ο άλλος αντικειμενικά, όπως ο προστήσας και ο προστηθείς, κατά τις διατάξεις των άρθρων 922 και 914 ΑΚ. Προϋπόθεση, της εις ολόκληρον ευθύνης, είναι η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης, είτε βάσει σύμβασης, είτε από το νόμο, για τον κάθε εναγόμενο χωριστά και όχι απλώς η κοινή εναγωγή τους. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, εκείνος, που κατά το άρθρο 926 ΑΚ κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Η διάταξη αυτή αναφέρεται και στην εσωτερική σχέση των συνοφειλετών μεταξύ τους, παρέχοντας σ’ αυτόν που κατέβαλε την αποζημίωση, δικαίωμα αναγωγής κατά των υπολοίπων. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο επί ευθύνης των περισσοτέρων από αδικοπραξία υπό την έννοια της 914 ΑΚ, αλλά και όταν όλοι ή ορισμένοι απ’ αυτούς ευθύνονται αντικειμενικά και ακόμη ανεξάρτητα αν η αντικειμενική τους ευθύνη ρυθμίζεται στον ΑΚ (929, 924 παρ. 1 ΑΚ) ή από ειδικές διατάξεις. Το δικαίωμα αναγωγής μπορεί να ασκηθεί με αγωγή ή ένσταση. Η αγωγή μπορεί να είναι είτε αυτοτελής, όταν ο συνυπόχρεος αποκατέστησε ήδη τη ζημία του θύματος ή κατέβαλε περισσότερα από τη μερίδα του και στρέφεται στη συνέχεια κατά των λοιπών συνοφειλετών, ζητώντας το μέρος, που αναλογεί σ’ αυτούς, είτε παρεμπίπτουσα, όταν ασκείται με την προσεπίκληση και για την περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος. Ο ενάγων, που ασκεί το δικαίωμα αναγωγής πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει το ποσοστό ευθύνης καθενός από τους συνοφειλέτες. Με βάση τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι προϋπόθεση άσκησης δικαιώματος αναγωγής, ασκουμένης είτε αυτοτελώς είτε παρεμπιπτόντως με προσεπίκληση, είναι η από σύμβαση ή από το νόμο ευθύνη περισσοτέρων προσώπων εις ολόκληρο προς αποζημίωση [ΑΠ 1529/2018 Ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου].
Εν προκειμένω, με την ένδικη από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/15.10.2024 προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, όπως το περιεχόμενο αυτής δεόντως εκτιμήθηκε από το παρόν Δικαστήριο, αφού εκτιμήθηκε ότι επικουρικώς η κυρίως εναγομένη εταιρεία και παρεμπιπτόντως ενάγουσα της εν λόγω αγωγής, αποδέχθηκε τη συνυπαιτιότητά της στο ένδικο συμβάν [άλλως η ένδικη προσεπίκληση μετά της παρεμπίπτουσας σε αυτήν αγωγή θα ήταν μη νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας], καθό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί κυρίως στη συνυπαιτιότητα του παρεμπιπτόντως εναγομένου, Κυβερνήτη του εν λόγω σκάφους στο τραυματισμό της κυρίως ενάγουσας, τυγχάνει απορριπτέα ως αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, αφού σε αυτήν δεν αναφέρεται το ποσοστό συνυπαιτιότητος του παρεμπιπτόντως εναγομένου, ……………, στον ένδικο τραυματισμό της κυρίως ενάγουσας, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας [ΑΠ 1529/2018 ο.π.], ενόψει μάλιστα του ότι, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα αξιώνει όπως ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος της καταβάλει το σύνολο της απαίτησης που τυχόν αυτή υποχρεωθεί να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα. Τούτο δοθέντος ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ενάγεται με την κύρια αγωγή για παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της και δη για την υπ’ αυτής διάθεση του ενδίκου σκάφους προς χρήση, στα πλαίσια της σύμβασης ναύλωσης που αυτή είχε καταρτίσει με τον ……………, αναξιόπλοου (άρθρα 189 και 111 ΚΙΝΔ) και της εκ της εν λόγω αναξιοπλοϊας αυτού πρόκληση βλάβης στην κυρίως ενάγουσα και όχι ως προστήσασα αυτή (κυρίως εναγομένη) τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο, Κυβερνήτη του σκάφους, περίπτωση κατά την οποία η ευθύνη αυτής θα ήταν αντικειμενική. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή, καθό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί στη σύμβαση ναυλώσεως που είχαν καταρτίσει οι διάδικοι της εν λόγω παρεμπίπτουσας αγωγής, τυγχάνει ομοίως αόριστη και εκ του λόγου τούτου απορριπτέα, αφού στο ελάχιστο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής δεν αναφέρεται ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ναυλωτής του εν λόγω σκάφους, είχε αναλάβει με τη σύμβαση ναυλώσεως να καλύψει την έναντι τρίτων ευθύνη της παρεμπιπτόντως ενάγουσας – εκναυλώτριας, από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της, αναφορικά με το αναξιόπλοο του σκάφους της, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 111 του ΚΙΝΔ, που κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου εφαρμόζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 189 του ΚΙΝΔ και στην ένδικη περίπτωση ναύλωσης «Ο εκναυλωτής υποχρεούται να έχη το πλοίον κατάλληλον προς θαλασσοπλοϊαν και εν γένει εις την αντίστοιχον προς τον σκοπόν της ναυλώσεως κατάστασιν, εξοπλισμόν, εφοδιασμόν και επάνδρωσιν (καταλληλότης προς πλουν). Υποχρεούται να διατηρή τους προς απόθεσιν του φορτίου χώρους, περιλαμβανομένων και των ψυγείων, εις την κατάστασιν, ήτις απαιτείται δια την κατάλληλον κατάστασιν, ήτις απαιτείται δια την κατάλληλον τοποθέτησιν και προσήκουσαν διατήρησιν των πραγμάτων (καταλληλότης προς διατήρησιν του φορτίου).». Περαιτέρω, καθό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί η αναγωγική αξίωση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, η ένδικη προσεπίκληση και η παρεμπίπτουσα αγωγή τυγχάνουν μη νόμιμες, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας και ως εκ τούτου απορριπτέες, αφού η προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα, όλως επικουρικώς, προς θεμελίωση της αξίωσής της κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ επ., αρνείται την υπαιτιότητά της στο τραυματισμό της κυρίως ενάγουσας, αναφέροντας κατ΄ ακριβή διατύπωση στην ένδικη αγωγή της «και του αδικαιολογήτου πλουτισμού του ΑΚ 904 επ., ευθυνόμενος, να καταβάλει στην εταιρεία το αιτούμενο με την κύρια αγωγή για την παραπάνω αναφερόμενη αιτία χρηματικό ποσό…… γιατί λόγω αμελούς διακυβέρνησης του σκάφους θα υποχρεωθεί η εταιρεία να καταβάλει αχρεώστητα στην παραπάνω ενάγουσα – τρίτη ζημειωθείσα, αφού για τη συγκεκριμένη ζημία δεν υπέχει υποχρέωση καταβολής, επήλθε δηλαδή, λόγω ναυτικού πταίσματος στο πρόσωπο του εδώ καθού. Για τους λόγους αυτούς, με την καταβολή που θα γίνει από την εταιρεία, ο παραπάνω εναγόμενος γίνεται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας μας, αφού είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει με δικά του χρήματα την παραπάνω ζημία, αξία σωζώμενη…». Οι αναφορές με τις προτάσεις της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 44 επ.) ότι δια του συμφωνητικού ναυλώσεως που κατήρτισε με τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο αυτή κατέστη κυρία του πλοίου και ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος εφοπλιστής αυτού, εξυπονοώντας ότι η ίδια ευθύνεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 106 παρ. 2 σε συνδυασμό με άρθρο 105 του ΚΙΝΔ μόνον με το πλοίο και έως της αξίας αυτού, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού η βάση της κύριας αγωγής, δεν αποτελεί τυχόν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του παρεμπιπτόντως εναγομένου αλλά ίδιον πταίσμα των νομίμων εκπροσώπων της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και κυρίως εναγομένης και ενόψει αυτής της αγωγής ασκήθηκε η ένδικη προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή. Ως εκ τούτου, η ένδικη από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../15.10.2024 προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίτουσα αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη καθό μέρος ο ενάγων επικαλείται κοινή αιτιότητα των διαδίκων, καθώς επίσης καθό μέρος επιχειρεί να θεμελιώσει την αναγωγική αξίωσή της σε βάρος του παρεμπιπτόντως εναγομένου στη σύμβαση ναυλώσεως του ανωτέρω σκάφους που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και ως μη νόμιμη καθό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Δικαστικά έξοδα σε βάρος της εκκαλούσας δεν επιδικάζονται αφού λόγω της ερημοδικίας του πρώτου των εφεσιβλήτων δεν υπεβλήθη σχετικό αίτημα.
[VΙ] Σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔ αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται, ολικά ή εν μέρει, από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή την διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης, εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από την διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί. Η δυνατότητα αναβολής για τις ανωτέρω περιπτώσεις εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου και έχει σκοπό την αποτροπή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και συνακόλουθα την διασφάλιση του κύρους της δικαιοσύνης, ενώ αποβλέπει και στην αρχή της οικονομίας της δίκης. Η ευχέρεια του δικαστηρίου για την αναβολή της συζήτησης υπάρχει όταν η διάγνωση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την επίλυση κάποιου ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, μεταξύ των ίδιων ή διαφορετικών προσώπων και εμφανίζεται ως προδικαστικό ζήτημα αυτής, δηλαδή συναρτάται με κάποια έννομη σχέση η οποία συνιστά προϋπόθεση για την γέννηση ή την εξακολούθηση της ισχύος του επίδικου δικαιώματος (ΑΠ 162/2009, ΑΠ 896/2008, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 675/2009, ΕφΑΔ 2009/997, ΕφΘεσ 457/2011, Αρμ 2011/1022).
Εν προκειμένω, η διάγνωση της ένδικης διαφοράς που εισάγεται με την από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/15.10.2024 προσεπίκληση μετά παρεμπίπτουσας αγωγής της ήδη εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «……….» κατά της εταιρείας με την επωνυμία «……….» της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος λόγω απορροφήσεως με συγχώνευση κατέστη η ήδη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «……….», εξαρτάται ολικά από την έκβαση της από 5.8.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/5.8.2024 αγωγής της …….., την οποία αυτή ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα) κατά την τακτική διαδικασία κατά της ήδη εκκαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «……….», αφού η τυχόν έλλειψη δικαιώματος αποζημιώσεως της κυρίως ενάγουσας συνεπαγομένη την απόρριψη της κυρίας αγωγής, αποκλείει την περίπτωση ήττας της παρεμπιπτόντως ενάγουσας στη δίκη εκείνη, αίρει το νομικό λόγο της εν λόγω παρεμπιπτούσης αγωγής. Επομένως για να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα, ώστε να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς και η κατά ταυτόσημο τρόπο επίλυση αυτής, αλλά και για την οικονομία της δίκης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/15.10.2024 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής της ήδη εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «…………» κατά της εταιρείας με την επωνυμία «………..» της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος λόγω απορροφήσεως με συγχώνευση κατέστη η ήδη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «………», εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της από 5.8.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../5.8.2024 αγωγής της …………, την οποία αυτή ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα) κατά την τακτική διαδικασία κατά της ήδη εκκαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «……….». Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, επειδή η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη έφεση (α) να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της τρίτης των εφεσιβλήτων και (β) να γίνει δεκτή τυπικά και στην ουσία της καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του πρώτου και δεύτερης των εφεσιβλήτων και το παρόν Δικαστήριο, πρέπει, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη ως προς αυτούς, αφού κρατήσει να δικάσει την ένδικη υπόθεση (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και περαιτέρω (i) να απορρίψει την ένδικη από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………./15.10.2024 προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή και (β) να αναβάλει τη συζήτηση της από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/15.10.2024 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής της ήδη εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «………..» κατά της εταιρείας με την επωνυμία «……..» της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος λόγω απορροφήσεως με συγχώνευση κατέστη η ήδη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «……………», εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της από 5.8.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………../5.8.2024 αγωγής της ………, την οποία αυτή ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα) κατά την τακτική διαδικασία κατά της ήδη εκκαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «………». Τέλος, πρέπει να ορισθεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τους ερημοδικασθέντες εφεσιβλήτους (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, διότι η άσκηση του ανωτέρω ενδίκου μέσου συγχωρείται και επί μη οριστικών αποφάσεων (ΕφΑθ 4634/2009 ΕλλΔνη 2010.1054) αν υπάρχει έννομο συμφέρον [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Μαργαρίτης), ΚΠολΔ I (2000) 501 αριθ. 3], γεγονός ήτοι η ύπαρξη ή μη ειδικού εννόμου συμφέροντος για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο, αλλά από το δικαστήριο που θα εκδικάσει την τυχόν ασκηθησομένη ανακοπή ερημοδικίας, ερευνώντας το παραδεκτό της ανακοπής (ΟλΑΠ 15/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία της εκκαλούσας και ερήμην των εφεσιβλήτων την ένδικη έφεση.
Ορίζει το παράβολο για την τυχόν άσκηση υπό των εφεσιβλήτων ανακοπής ερημοδικίας, το ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Απορρίπτει την ένδικη έφεση καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της τρίτης των εφεσιβλήτων ……………
Δέχεται τυπικά και στην ουσία της την ένδικη έφεση καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του πρώτου των εφεσιβλήτων, ………. και σε βάρος της δεύτερης των εφεσιβλήτων εταιρείας με την επωνυμία «…….».
Διατάσσει την επιστροφή του προκαταβληθέντος παραβόλου στην εκκαλούσα.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 5092/2025 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αναφορικά με (α) την από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………/15.10.2024 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία «…………», την οποία αυτή ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά την τακτική διαδικασία, κατά του πρώτου εφεσιβλήτου ………. και (β) την από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/15.10.2024 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία «………….», την οποία αυτή ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά την τακτική διαδικασία, κατά της εταιρείας με την επωνυμία «…………» της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος λόγω απορροφήσεως με συγχώνευση κατέστη η ήδη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «………….».
Κρατεί και δικάζει τις ανωτέρω προσεπικλήσεις – παρεμπίπτουσες αγωγές.
Απορρίπτει την από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………./15.10.2024 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία «………», την οποία ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά την τακτική διαδικασία, κατά του πρώτου εφεσιβλήτου ……….
Διατάσσει την αναβολή της συζήτησης της από 15.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………./15.10.2024 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής της εταιρείας με την επωνυμία «…………», την οποία αυτή ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά την τακτική διαδικασία, κατά της εταιρείας με την επωνυμία «………..» της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος λόγω απορροφήσεως με συγχώνευση κατέστη η ήδη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «…………..», εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της από 5.8.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../5.8.2024 αγωγής της ……………, την οποία αυτή ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα) κατά την τακτική διαδικασία κατά της ήδη εκκαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «……………».
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά την 22 Ιουλίου 2026 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, στον Πειραιά, την 4.9.2026
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ