ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 584/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Τμήμα Ναυτικών Διαφορών)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη και Γεωργία Παναγιωτοπούλου Εφέτη – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «…………….», η οποία εδρεύει ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα (στερούμενη ΑΦΜ), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Σαρρή (ΑΜ ΔΣΠ ………) [ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΑΡΡΗ ΑΜ ΔΣΠ ………], που κατέθεσε την από 11.2.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Των εφεσίβλητων: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία «………….», με καταστατική έδρα τις ………… πραγματική δε έδρα στον Πειραιά Αττικής, αρχικά στην οδό ………….. και ήδη και πάλι στον Πειραιά, οδός ………., με ΑΦΜ ……….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται και 2) του …………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Τιμαγένη (ΑΜ ΔΣΠ ……) [ΔΕ ΤΙΜΑΓΕΝΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΠ 30007], που κατέθεσε την από 18.2.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Η εκκαλούσα άσκησε σε βάρος των εφεσίβλητων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 18.7.2022 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2022 αγωγή, με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθ. 401/2024 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ηττηθείσα ενάγουσα, με την από 12.3.2024 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …./12.3.2024 και ειδ. αριθ.καταθ. …/12.3.2024 και στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …./14.5.2024 και ειδ.αριθ.καταθ. …../14.5.2024) έφεση, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 5.6.2025 και μετά από νόμιμη αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά προκατέθεσαν προτάσεις και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση, κατά της υπ’αριθ. 401/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της, στις 12.3.2024, στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, εντός της γνήσιας προθεσμίας των εξήντα [60] ημερών, η οποία άρχεται από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης [άρθρα 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 518 ισχύει, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015], καθόσον, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας οι εναγόμενοι, ήδη εφεσίβλητοι, επέδωσαν στις 15.2.2024 την εκκαλουμένη απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 96 και 143 ΚΠολΔ, στον ………., δικηγόρο Πειραιώς, δικαστικό πληρεξούσιο και αυτοδικαίως αντίκλητο της ενάγουσας, (βλ.σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης), ο οποίος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως προκύπτει από το προεισαγωγικό τμήμα της εκκαλουμένης. Πρέπει συνεπώς η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρ. 522, 524 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό …………../2024 έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου.
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Ολ.ΑΠ 12/2008, ΑΠ 1889/2024, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019, διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr). Εξάλλου, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αδικοπραξία αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 462/2011). Ειδικότερα, κατά την τελευταία διάταξη, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, δηλαδή αφορά σε κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα ως κύριος, η δε υποκειμενική υπόστασή του, στην ύπαρξη του δόλου, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, καθώς και τη θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ακόμη, ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη (ΕφΠειρ 32/2021, ΕφΠειρ 136/2019).
ΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 5422/1932, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), οποιαδήποτε οφειλή σε συνάλλαγμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, εξοφλείται σε δραχμές με την τρέχουσα τιμή της ημέρας της εξόφλησης. Μετά την αντικατάσταση της δραχμής ως εθνικού νομίσματος με το ευρώ, από την 1η Ιανουαρίου 2001, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2842/2000, οι ανωτέρω οφειλές εξοφλούνται σε ευρώ με τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της εξοφλήσεως. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στις αξιώσεις που στηρίζονται απευθείας στο νόμο, όπως είναι εκείνες του αδικαιολογήτου πλουτισμού και στις έγκυρες συμβατικές οφειλές σε ξένο νόμισμα, ενώ δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, στις οποίες η αποζημίωση οφείλεται σε χρήμα με την στενή έννοια (άρθρο 297 ΑΚ), δηλαδή σε ευρώ, με το οποίο θα μετρηθεί η θετική αποθετική ζημία του αδικηθέντος και θα πληρωθεί η αποζημίωση και συνακόλουθα, αν πριν από την έγερση της αγωγής η προξενηθείσα ζημία αποκαταστάθηκε με δαπάνη αλλοδαπού νομίσματος ή επήλθε απώλεια κερδών σε αλλοδαπό νόμισμα, για τον υπολογισμό της ζημίας του αδικηθέντος και άρα για τον καθορισμό της οφειλομένης αποζημίωσης, θα ληφθεί υπόψη η αξία σε δραχμές του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο της δαπάνης η απώλειας των κερδών (Ολ ΑΠ 14/1997, Ολ ΑΠ 15/1996, Ολ ΑΠ 9/1995, ΑΠ 977/2021, ΑΠ 922/2020, ΑΠ 343/2019, ΑΠ 388/2015). Τα παραπάνω ισχύουν σε περίπτωση που η θετική ζημία έχει ήδη αποκατασταθεί στο εξωτερικό από τον ίδιο το ζημιωθέντα πριν την άσκηση της αγωγής αποζημίωσης. Αντίθετα, σε όσες περιπτώσεις δεν έχει μεσολαβήσει αποκατάσταση της θετικής ζημίας, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης είναι αυτός της παροχής έννομης προστασίας και ως εκ τούτου για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης ο υπολογισμός σε ευρώ της αξίας του αλλοδαπού νομίσματος γίνεται κατά το χρόνο της επ’ ακροατηρίω συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 1889/2024, ο.π.ΑΠ 477/2021, ΑΠ 478/2021).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 932 ΑΚ επί αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Χρηματική ικανοποίηση δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα, εφόσον προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον ή η φήμη τους και επομένως τις περιπτώσεις αυτές με τ’ αντίστοιχα θεμελιωτικά αυτών συγκεκριμένα περιστατικά, ώστε να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, πρέπει να επικαλείται ειδικά (και στην συνέχεια να αποδεικνύει) το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, διαφορετικά η αγωγή είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 111 και 216§1 ΚΠολΔ, αόριστη (ΑΠ 382/2011, διαθέσιμη στην ιστοσελόδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr).
Με την από 18.7.2022 αγωγή, όπως παραδεκτώς, με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας διορθώθηκε ως προς το επώνυμο του δεύτερου εναγόμενου (άρθρ. 224 εβ.β ΚΠολΔ), η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, εξέθετε ότι είναι πλοιοκτήτρια του πετρελαιοφόρου «M/T AS» (πρώην DA), υπό σημαία Παναμά με ΙΜΟ ………….. και ότι η πρώτη εναγόμενη, της οποίας διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος, είναι εταιρεία που παρέχει κάθε είδους ναυτιλιακές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων μεσιτεία σε αγοραπωλησίες και ναυλώσεις πλοίων καθώς και τεχνική διαχείριση πλοίων, εδρεύουσα τυπικά στα νησιά Μάρσαλ, στην πραγματικότητα όμως στον Πειραιά, όπου είναι νομίμως εγκατεστημένη και διατηρεί γραφείο σύμφωνα με τις διατάξει του ν.27/75 (όπως περαιτέρω τροποποιήθηκαν). Ότι το Φεβρουάριο του 2018 συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης, η οποία ασκούσε, δυνάμει της από 14.2.2018 σύμβασης, την τεχνική διαχείριση του πλοίου, η τελευταία να εισπράττει το ναύλο που θα κατέβαλαν οι ναυλώτριες εταιρείες στα πλαίσια των εκάστοτε ναυλώσεων που θα ακολουθούσαν και στη συνέχεια να τον αποδίδει στην ενάγουσα, αφού πρώτα αφαιρούσε τυχόν έξοδά της. Ότι στο πλαίσιο της παραπάνω συμφωνίας, η ενάγουσα προχώρησε, ως εκναυλώτρια, στις αναφερόμενες στην αγωγή ναυλώσεις, σε εκτέλεση των οποίων η πρώτη εναγόμενη εισέπραξε τους αντίστοιχους ναύλους, συνολικού ύψους 3.953.244,48 δολ.ΗΠΑ, τους οποίους αρνήθηκε να αποδώσει στην ενάγουσα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της τελευταίας. Ότι με την από 4.7.2022 εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση κάλεσε την πρώτη εναγόμενη να της αποδώσει το οφειλόμενο ποσό, ωστόσο η τελευταία ουδέν απάντησε εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό τον παράνομο σκοπό ιδιοποίησης των χρημάτων της ενάγουσας. Ότι η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης, η οποία τελέστηκε μέσω του νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερου εναγόμενου, στα πλαίσια της διοίκησης αυτής, πληροί την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της υπεξαίρεσης και συνιστά αδικοπραξία. Ότι επιπρόσθετα, η ανωτέρω άδικη πράξη των εναγόμενων, έχει προξενήσει σοβαρή ηθική βλάβη και ιδιαίτερα προβλήματα στη λειτουργία της, ιδίως ενόψει του τεράστιου ύψους του ποσού που υπεξαίρεσαν οι εναγόμενοι, για την ικανοποίηση της οποίας δικαιούται να λάβει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 10.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας 1) να της καταβάλουν με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και επιδικίας από την επίδοση της αγωγής, το ισόποσο σε ευρώ ποσό των 3.953.244,48 δολαρίων ΗΠΑ με βάση την ισοτιμία ευρώ – δολαρίου ΗΠΑ κατά το χρόνο πληρωμής, άλλως και επικουρικώς με βάση την ισοτιμία τους κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, άλλως και επικουρικώς με βάση την ισοτιμία τους κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, ήτοι το ποσό των 3.980.917,19 ευρώ και 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί, να διαταχθεί η προσωπική κράτηση του δεύτερου εναγόμενου, διάρκειας ενός έτους ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ’αριθ. 401/2024 οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αφού έκρινε ότι είναι καθ’ύλην και κατά τόπο αρμόδιο και ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς, έκρινε απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή αναφορικά με το δεύτερο αίτημα περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και περαιτέρω, ως προς το πρώτο αίτημα αυτής, περί καταβολής του ισόποσου σε ευρώ του αιτούμενου ποσού με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο πληρωμής, άλλως κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, άλλως κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, έκρινε αυτήν απορριπτέα ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι πρόκειται για αίτημα αποζημίωσης για την αποκατάσταση της επικαλούμενης περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας, η οποία, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς επήλθε από αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων και εκ του λόγου τούτου, θα έπρεπε να ζητηθεί η καταβολή του αιτούμενου ποσού σε εθνικό νόμισμα με βάση την επίσημη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο απώλειας των αλλοδαπών νομισμάτων. Κατά της παραπάνω απόφασης, παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την υπό κρίση έφεση και με τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, με σκοπό να γίνει δεκτή η από 18.7.2022 αγωγή της καθώς και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική της δαπάνη.
Με το προεκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή αναφορικά με το δεύτερο αίτημα αυτής περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τυγχάνει αόριστη, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχ ΙΙI νομική σκέψη και ορθά απορρίφθηκε ως τέτοια από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον ουδέν σχετικό συγκεκριμένο περιστατικό περιλαμβάνει για την θεμελίωσή του. Ειδικότερα, η ενάγουσα δεν επικαλείται εάν με τις περιγραφόμενες ενέργειες των εναγόμενων προσβλήθηκε η εμπορική της φήμη, το επαγγελματικό της κύρος και αξιοπιστία στη ναυτιλιακή αγορά και η πιστοληπτική της ικανότητα καθώς και την έκταση της βλάβης της, τη διατάραξη μελλοντικών συνεργασιών, τη δυσχέρεια νέων ναυλώσεων ή την ακύρωση ήδη προγραμματισμένων, ώστε να προκύπτει συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, με συνέπεια την οικονομική της ζημία, μη αρκούσης για το ορισμένο του εν λόγω αιτήματος, της αναφοράς περί προβλημάτων στη λειτουργία της εταιρείας, ιδίως λόγω του τεράστιου ύψους του υπεξαιρεθέντος ποσού, αφού για την στοιχειοθέτηση της ηθικής βλάβης νομικού προσώπου δεν αρκεί η εσωτερική οικονομική βλάβη, αλλά απαιτείται η άδικη πράξη, εν προκειμένω της υπεξαίρεσης να έχει εξωτερικό αντίκτυπο, ήτοι να έγινε γνωστή σε τρίτους και να προκάλεσε μείωση της αξιοπιστίας, της φήμης και της εμπορικής πίστης της εταιρείας στην αγορά. Κατόπιν τούτου, ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε τόσο το κύριο αίτημά της περί καταβολής του ισόποσου σε ευρώ ποσού των 3.953.244,48 δολ. ΗΠΑ με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο πληρωμής, όσο και τα επικουρικά αιτήματα της αγωγής της και δη το πρώτο επικουρικό αίτημά της περί καταβολής του ισόποσου σε ευρώ του ανωτέρω ποσού κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και το δεύτερο επικουρικό αίτημα περί καταβολής του ισόποσου σε ευρώ του αιτούμενου ποσού κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που πλήττει την κρίση της εκκαλουμένης αναφορικά με το κύριο αίτημα της αγωγής καθώς και το δεύτερο επικουρικό αίτημα αυτής, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχ ΙΙ νομική σκέψη της παρούσας, καθόσον με την ένδικη αγωγή αξιώνεται αποζημίωση από αδικοπραξία, οπότε δεν συντρέχει περίπτωση καταβολής του ισόποσου σε ευρώ του αιτούμενου ποσού κατά το χρόνο εξόφλησης ή πληρωμής, που εφαρμόζεται στις αξιώσεις που στηρίζονται απευθείας στο νόμο και στις έγκυρες συμβατικές οφειλές σε ξένο νόμισμα, ούτε όμως περίπτωση καταβολής του ισόποσου σε ευρώ κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, ο οποίος είναι τυχαίος χρόνος.
Ωστόσο, η αγωγή τυγχάνει νόμιμη ως προς το πρώτο αίτημα κατά το πρώτο επικουρικό επί μέρους αίτημα περί καταβολής του ισόποσου σε ευρώ ποσού των 3.953.244,48 δολαρίων ΗΠΑ με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της αγωγής, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην υπό στοιχ ΙI νομική σκέψη, καθόσον κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει μεσολαβήσει αποκατάσταση της θετικής ζημίας της ενάγουσας. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα πλήττει την κρίση της εκκαλουμένης απόφασης που απέρριψε καθ’ολοκληρίαν ως μη νόμιμο το πρώτο αίτημα της αγωγής, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, ακολούθως δε, αφού γίνει δεκτή κατ΄ουσίαν η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση για να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μπορεί να εκδώσει και δυσμενέστερη για την εκκαλούσα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντιθέτου εφέσεως ή αντεφέσεως και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην εκ του άρθρου 536 αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος (ΕφΑθ. 110/2006, δημ. ΝΟΜΟΣ).
Από την εκτίμηση του συνόλου των εγγράφων που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγόμενη, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος, είναι εταιρεία εγκατεστημένη στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.27/75, παρέχουσα ναυτιλιακές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων είναι η τεχνική διαχείριση πλοίων και η μεσιτεία σε αγοραπωλησίες και ναυλώσεις πλοίων. Δυνάμει της από 10.6.2017 σύμβασης διαχείρισης πλοίου (BARECON 2017), που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και της εταιρείας με την επωνυμία «………..», διαχειρίστριας εταιρείας του ένδικου πλοίου M/T AS, υπό την προηγούμενη ονομασία του (DA), η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη εναγόμενη την υποδιαχείριση του πλοίου, του οποίου πλοιοκτήτρια κατά το χρόνο εκείνο ήταν η εταιρεία με την επωνυμία «……………». Η πρώτη εναγόμενη άσκησε την υποδιαχείριση του πλοίου μέχρι και την πώλησή του στην ενάγουσα που έλαβε χώρα την 1.3.2018. Ακολούθως, δυνάμει της από 30.3.2018 σύμβασης (BARECON 2017) που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας ως νέας πλοιοκτήτριας του ένδικου πλοίου και της πρώτης εναγόμενης, συμφωνήθηκε η μελλοντική ναύλωση του πλοίου σε ναυλωτή που θα υποδείκνυε η πρώτη εναγόμενη. Δηλαδή η τελευταία δεν συμβλήθηκε στην ανωτέρω σύμβαση ως ναυλώτρια αλλά μόνο για το σκοπό υποδείξεως άλλης εταιρείας ως ναυλώτριας. Τελικά η ως άνω σύμβαση δεν εκτελέστηκε αφού η πρώτη εναγόμενη ουδέποτε υπέδειξε ναυλώτρια, καθώς στις 8 Μαϊου 2018, ανακοινώθηκαν κυρώσεις (Sanctions) από την Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν, που καθιστούσαν αδύνατη τη σύναψη ναύλωσης και την πληρωμή ναύλων σε πλοία που ανήκαν σε εταιρείες ιρανικών συμφερόντων, όπως ήταν το επίδικο. Με το από 27.7.2018 συμφωνητικό πώλησης (Bill of Sale), στο οποίο ο δεύτερος εναγόμενος παραστάθηκε για λογαριασμό της ενάγουσας ως πωλήτριας (βλ. σχετ. από 8.8.2018 συμβολαιογραφικό πιστοποιητικό της Γενικής Προξένου της Δημοκρατίας του Παναμά στον Πειραιά, εξουσιοδοτημένης συμβολαιογράφου ……..), το ένδικο πλοίο πωλήθηκε στην εδρεύουσα στις Νήσους Μάρσαλ εταιρεία με την επωνυμία «……………» και εγγράφηκε αρχικά στο νηολόγιο του Παναμά, το οποίο εξέδωσε το από 12.9.2018 πιστοποιητικό νηολόγησης και στη συνέχεια στο νηολόγιο των Νήσων ……….., το οποίο εξέδωσε το από 20.7.2020 οριστικό πιστοποιητικό νηολόγησης. Η ενάγουσα, επικαλείται τη σύναψη προφορικής συμφωνίας με την πρώτη εναγόμενη που έλαβε χώρα το Φεβρουάριο του έτους 2018, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε να εισπράξει το ναύλο που θα κατέβαλαν οι ναυλώτριες εταιρείες στο πλαίσιο των εκάστοτε ναυλώσεων που θα ακολουθούσαν και στη συνέχεια να αποδώσει τα ποσά αυτά στην ενάγουσα, αφαιρώντας τυχόν έξοδά της. Επίσης επικαλείται ότι η ίδια, ως εκναυλώτρια προχώρησε στις ακόλουθες ναυλώσεις: α) δυνάμει του από 13.2.2018 ναυλοσυμφώνου, το ένδικο πλοίο ναυλώθηκε στην εταιρεία «…………» που εδρεύει στη Σιγκαπούρη, έναντι συνολικού ναύλου 1.414.675 δολ. ΗΠΑ που καταβλήθηκε την 15.4.2018, β) δυνάμει του από 5.4.2018 ναυλοσυμφώνου, το ένδικο πλοίο ναυλώθηκε στην εταιρεία «………», που εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη, έναντι συνολικού ναύλου 1.380.858,81 δολ.ΗΠΑ που καταβλήθηκε την 3.4.2018 και γ) δυνάμει του από 17.5.2018 ναυλοσυμφώνου, το ένδικο πλοίο ναυλώθηκε στην εταιρεία «………….», που εδρεύει στο Λονδίνο, έναντι συνολικού ναύλου 1.157.710,67 δολ.ΗΠΑ που καταβλήθηκε την 30.6.2018. Περαιτέρω επικαλείται ότι η πρώτη εναγόμενη εισέπραξε τα ανωτέρω ποσά ναύλων, που ανέρχονται συνολικά σε 3.953.244,48 δολ.ΗΠΑ, τα οποία αρνείται να της αποδώσει παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της. Ωστόσο από τα προσκομιζόμενα μετ’επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε η σύναψη τέτοιου είδους συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, αλλά ούτε και η κατάρτιση των επικαλούμενων ναυλώσεων. Αν και η τήρηση έγγραφου τύπου δεν αποτελεί στοιχείο για την έγκυρη σύναψη της σύμβασης ναύλωσης, εν τούτοις λόγω της πολυπλοκότητας της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, αποτελεί ζήτημα εξαιρετικής σημασίας η διακρίβωση με ασφάλεια των όρων που κάθε φορά διέπουν τη σύμβαση ναύλωσης προς αποφυγή διενέξεων μεταξύ των μερών. Για τον ίδιο λόγο, η τεχνική και η εμπορική διαχείριση των πλοίων, ειδικότερο αντικείμενο της οποίας είναι η είσπραξη και η απόδοση των ναύλων στην πλοιοκτήτρια, δεν συνηθίζεται, στην πρακτική των ναυτιλιακών συναλλαγών, να καταρτίζεται με προφορική συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών, αφενός λόγω της πολυπλοκότητας και του οικονομικού εύρους μίας τέτοιου είδους δραστηριότητας, αφετέρου για λόγους προστασίας των συναλλαγών των τρίτων, ναυλωτών, οι οποίοι με την καταβολή του ναύλου εκπληρώνουν έναντι του εκναυλωτή την βασική συμβατική τους υποχρέωση. Έτσι όταν μία τρίτη εταιρεία αναλαμβάνει να εισπράττει ναύλους για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας, η σχέση αυτή αποτυπώνεται πάντοτε εγγράφως, είτε με τη χρήση διεθνών πρότυπων ιδιωτικών συμβάσεων διαχείρισης (πχ. BΙMCO), το περιεχόμενο των οποίων προσαρμόζεται στην συγκεκριμένη σύμβαση, είτε, σε περίπτωση που η συμφωνία αφορά μόνο την είσπραξη και απόδοση των ναύλων, με την πιο απλή μορφή της σύμβασης παροχής υπηρεσιών στην οποία συνήθως περιλαμβάνονται οι ρήτρες διασφάλισης των συμβαλλόμενων μερών (πχ. προθεσμία απόδοσης των εισπραχθέντων ναύλων, αφαίρεση προμηθειών ή εξόδων της εταιρείας, ευθύνη των μερών). Δεδομένου ότι ο ναύλος αποτελεί το βασικό έσοδο της πλοιοκτήτριας από την εκμετάλλευση του πλοίου της, οι όροι για την είσπραξη και την απόδοσή του, εφόσον τη σχετική διαδικασία αναλαμβάνει τρίτη εταιρεία, ρυθμίζονται με λεπτομερείς ρήτρες χωρίς να αρκεί η καλή πίστη μίας προφορικής συμφωνίας, η απόδειξη των όρων της οποίας καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής σε περίπτωση δικαστικής διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, δεν απέδειξε τη σύναψη οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης με την πρώτη εναγόμενη, πλην της ανωτέρω αναφερόμενης, από 30.3.2018 σύμβασης για την υπόδειξη ναυλωτών, η οποία καταρτίστηκε εγγράφως με βάση την τυποποιημένη σύμβαση διαχείρισης πλοίου BARECON 2017 της BIMCO. Ούτε όμως τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αποδεικνύουν την ύπαρξη της επικαλούμενης στην αγωγή συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Ειδικότερα δε το από 26.4.2018 μήνυμα του δεύτερου εναγόμενου με το οποίο επιβεβαιώνεται η είσπραξη ποσού 1.414.675 δολ. ΗΠΑ (που αντιστοιχεί στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό για τη ναύλωση του πλοίου στην εταιρεία «…………….») και το από 5.4.2018 μήνυμα με το οποίο επιβεβαιώνεται η σύναψη ναυλοσυμφώνου για το επίδικο πλοίο, μεταξύ της «……………» και της ενάγουσας, εκτός του ότι δεν απευθύνονται στην ενάγουσα αλλά στην εταιρεία ………, στον όμιλο της οποίας ανήκει η πρώτη εναγόμενη και στη διαχειρίστρια εταιρεία …………., δεν αρκούν για να αποδείξουν την ύπαρξη, το περιεχόμενο και τους ειδικότερους όρους της επικαλούμενης σύμβασης. ‘Οσον αφορά τα επικαλούμενα αποσπάσματα τραπεζικών λογαριασμών με αριθμούς ../30.4.2018, ../6.6.2018 και …./18.7.2018, αυτά συνιστούν έγγραφα χωρίς αποδεικτικό ενδιαφέρον, αφού από το περιεχόμενό τους δεν προκύπτει εάν τα αναγραφόμενα ποσά αφορούν καταβληθέντες ναύλους, για ποιο πλοίο, με βάση ποιο ναυλοσύμφωνο και από ποιόν καταβλήθηκαν. Έτι περαιτέρω, η μακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας, η οποία καίτοι διατείνεται ότι της οφείλεται το σημαντικό ποσό των 3.953.244,48 δολ.ΗΠΑ από ναυλώσεις του πλοίου της που συνήψε το έτος 2018, εν τούτοις απέστειλε για πρώτη φορά εξώδικη όχληση προς την πρώτη εναγόμενη την 5.7.2022 (βλ. υπ’αριθ. ………../5.7.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……..), ακολούθως δε άσκησε την κρινόμενη αγωγή, επιδεικνύοντας συμπεριφορά που αντιβαίνει στη συνήθη πρακτική των ναυτιλιακών συναλλαγών για ταχεία επίλυση των διαφορών, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί της ανυπαρξίας της επικαλούμενης σύμβασης. Εφόσον επομένως, η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό βάρος να αποδείξει την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, εφόσον η εκκαλουμένη εξαφανίστηκε πρέπει να εξαφανιστεί και η διάταξή της περί δικαστικών εξόδων και επομένως παρέλκει η εξέταση του σχετικού τρίτου λόγου της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ως προς το ύψος αυτών. Ακολούθως, πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε βάρος της εκκαλούσας – ενάγουσας, λόγω της ήττας της στη δίκη, ενόψει του σχετικού αιτήματος των εφεσίβλητων – εναγόμενων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου έφεσης στην εκκαλούσα – ενάγουσα αφού έγινε δεκτή η έφεσή της και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρ. 495 παρ.3 εδ. δ’ ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την έφεση τυπικά και ως προς την ουσία της.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη με αριθμό 401/2024 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα, του παραβόλου έφεσης που αυτή κατέθεσε και μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό …………./12.3.2024 έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Επιβάλλει σε βάρος της ενάγουσας τη δικαστική δαπάνη των εναγόμενων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά, στις 22 Ιουλίου 2026 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 7 Σεπτεμβρίου 2026
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ