ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 469/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: …………, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του εφεσίβλητου: …………… ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας του δικηγόρου Αικατερίνης Παρασκευοπούλου.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 3-2-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2025 αγωγή του, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2040/2025 απόφαση, με την οποία δέχτηκε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, με την από 11-6-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……../2025 έφεσή της (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά …………/2025), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος του εφεσίβλητου ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις του.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 3-2-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2025 αγωγή του κατά της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, με την οποία ζητούσε να λυθεί ο γάμος τους, για τον λόγο ότι βρίσκονται σε συνεχή διάσταση, με οριστική πρόθεση διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο έτη. Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2040/2025 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή και απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγόμενη, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με την από 11-6-2025 έφεσή της. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εκκαλούσα δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο. Περαιτέρω η υπό κρίση έφεση της εναγόμενης – εκκαλούσας, κατά της ως άνω εκκαλουμένης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με κατάθεση του δικογράφου της, στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στις 11-6-2025 και εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης στην εναγόμενη – εκκαλούσα που έλαβε χώρα στις 13-5-2025 (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ.1 ΚΠολΔ – βλ. υπ΄ αριθμ. ….. ΣΤ/13-5-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας …………..), αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ( άρθρο 19 ΚΠολΔ) για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται δε η κατάθεση παραβόλου, λόγω της φύσης της προκείμενης διαφοράς (άρθρο 592 αρ.1 του ΚΠολΔ που εξαιρείται από την υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση έφεσης κατ’ άρθρο 495 παρ.3 τελ. εδ. ΚΠολΔ,). Επομένως, η έφεση είναι τυπικά δεκτή.
Από το συνδυασμό των άρθρων 524 παρ. 1,3, 271 και 272 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, επί ερημοδικίας του εκκαλούντος κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η συζήτηση γίνεται ερήμην του τελευταίου και η έφεση απορρίπτεται χωρίς να ερευνηθεί η ουσία της υπόθεσης, γιατί τεκμαίρεται ότι ο εκκαλών παραιτήθηκε από την υποστήριξή της (ΑΠ 642/1999 ΕλλΔνη 2000.106, ΑΠ 324/1998 ΕλλΔνη 41, 106 και 39, 1315 αντιστοίχως). Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύποις, διότι, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους (ΟλΑΠ 16/1990 ΝοΒ 1990.1337, ΕλλΔνη 1990.804, ΑΠ 1099/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 157/2002 ΕλλΔνη 2002.1357, ΑΠ 126/2000 ΕλλΔνη 2000.970, ΕφΑθ 3116/2006 ΕλλΔνη 2007.1477, ΕφΛαρ 718/2001 ΕλλΔνη 2002.816). Για να επέλθει όμως το αποτέλεσμα αυτό, ελέγχεται προηγουμένως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης και, τελικά, αν μεσολάβησε νόμιμη κι εμπρόθεσμη κλήτευση των διαδίκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, από την οποία απορρέει η θεμελιώδης δικονομική αρχή της ακρόασης όλων των διαδίκων και η παροχή δυνατότητας σε καθέναν από αυτούς να ακουσθεί από το δικαστήριο και να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του. Αν το γεγονός αυτό δεν διευκρινίζεται, τότε η συζήτηση της έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτη γιατί λείπει η απαιτούμενη προδικασία της κλήσης προς συζήτηση (ΕφΑθ 1535/2001 ΑρχΝ 52.563). Αν επισπεύδων είναι ο απολειπόμενος διάδικος, τότε δεν απαιτείται κλήτευσή του, ενώ αντίθετα απαιτείται τέτοια κλήτευση, όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο παριστάμενος διάδικος. Και εάν μεν ο εκκαλών δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως για να παραστεί κατά τη συζήτηση της έφεσης, το Δικαστήριο κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη, αν δε αντιθέτως επισπεύδει αυτός (εκκαλών) τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον εφεσίβλητο να παραστεί σε αυτήν, η έφεση, εφόσον είναι παραδεκτή, απορρίπτεται (βλ. ΜονΕφΠειρ 195/2023 στην efeteio-peir.gr).
Στην προκειμένη περίπτωση, δοθέντος ότι η συζήτηση της έφεσης επισπεύστηκε από την εκκαλούσα, αντίγραφο της έφεσης με κλήση να παραστεί κατά την δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον εφεσίβλητο, με επιμέλεια της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την από 30-6-2025 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ……. σε αντίγραφο της έφεσης που προσκομίζει ο εφεσίβλητος. Πρέπει επομένως η κρινόμενη έφεση, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να επιβληθεί σε βάρος της η δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της απόρριψης του ένδικου μέσου, κατ’ αποδοχή του αιτήματος που προβάλλει με τις προτάσεις του, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρο 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να οριστεί παράβολο ερημοδικίας ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, σε περίπτωση που η εκκαλούσα ήθελε ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 505 παρ.2γ ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την από 11-6-2025 έφεση ερήμην της εκκαλούσας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση ως ανυποστήρικτη.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 9.7.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ