Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 501/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4ο ΤΜΗΜΑ

Αριθμός αποφάσεως  501/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληερεξούσια δικηγόρο Ελένη Χρυσόγελου.

Του εφεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός ………., με ΑΦΜ ….., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική πληρεξουσία Άννα Κωστοπούλου.

Το ενάγων και ήδη εφεσίβλητο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 4-11-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2022 αγωγή του, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, δικάζοντας ερήμην του εναγόμενου, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 615/2024 απόφαση, με την οποία δέχτηκε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εναγόμενος – εκκαλών, με την από 12-9-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………../2024 έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ……/2024), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 22-5-2025, οπότε και αναβλήθηκε για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η φερόμενη προς συζήτηση και κρίση ενώπιον του παρόντος, αρμοδίου, καθ’ ύλη και κατά τόπο, Δικαστηρίου (άρθρα 19 και 29 παρ. 1 ΚΠολΔ) παραπάνω έφεση, ασκήθηκε από τον, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, πρωτοδίκως ηττηθέντα διάδικο νομίμως και εμπροθέσμως με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθρα 495 – 499, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι, για το παραδεκτό της, έχει καταβληθεί και κατατεθεί το, απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παράβολο [υπ’ αριθμ. …………….. κωδ. παραβ.  παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ].

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ: «Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Με το προαναφερθέν περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προτού αυτή τροποποιηθεί με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μίας και μοναδικής συζήτησης και προβλέπεται ότι η έφεση κατά ερήμην απόφασης λειτουργεί όπως η καταργηθείσα αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας. Συνεπώς η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως, επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης αρκούσης της τυπικής παραδοχής της κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1906/2008 ΝοΒ 2009,927, ΑΠ 884/2007 ΧρΙΔ 2008,52, ΑΠ 1015/2005 ΕλΔ 2005), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το Εφετείο, το οποίο μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 495/2017, ΤΝΠ Νόμος). Η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που προβάλλει ο τελευταίος ως υπεράσπιση κατά των λόγων της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία εξετάζει κατά νόμο αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής. Έτσι, σε περίπτωση που ο διάδικος, ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση χωρίς ανάγκη να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία κάποιος λόγος της έφεσης ο δε εκκαλών – εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να προβάλει, με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του, όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θα μπορούσε να έχει προτείνει, αν είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 230/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 394/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 829/2008 ΝοΒ 2008, 2457, ΑΠ 1015/2005 ΕλΔ 2005, 1101 ΑΠ 331/2001 ΕλΔ2001, 1320).

Με την από 4-11-2022 αγωγή, το ενάγον εκθέτει ότι έχει την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα μίας δασικής έκτασης, εμβαδού 160 τμ, συνορευόμενη γύρωθεν με δημόσιες δασικές εκτάσεις, που βρίσκεται στη θέση «……………..», εκτός σχεδίου πόλης της Δημοτικής Ενότητας Νίκαιας, του Δήμου Νίκαιας- Αγ. Ιωάννη Ρέντη, της Περιφερειακής Ενότητας Πειραιά της Περιφέρειας Αττικής, η οποία φέρει ΚΑΕΚ …………… στα κτηματολογικά βιβλία του τέως κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας και ήδη Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων. Ότι η προπεριγραφόμενη δημόσια δασική έκταση απεικονίζεται στον αναρτημένο δασικό χάρτη της Δημοτικής Ενότητας Νίκαιας, απόσπασμα του οποίου επισυνάπτεται στην αγωγή με πράσινο χρώμα, εντός μαύρου περιγράμματος και με τον χαρακτηρισμό  ΔΑ (ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ Α/Φ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗΣ ΛΗΨΗΣ Η ΠΡΟΫΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ-ΑΛΛΗΣ ΜΟΡΦΗΣ/ΚΑΛΥΨΗΣ ΣΤΙΣ ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΨΙΕΣ) και περιλαμβάνεται σε ευρύτερο πολύγωνο δασικού χαρακτήρα. Ότι περαιτέρω το επίδικο εμπίπτει στη δασική έκταση που περιλαμβάνεται στην υπ΄αριθμ. πρωτ. ……/6-6-2002 Δήλωση Ιδιοκτησίας του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής και στην υπ΄αριθμ. ……./10-2-2003 ένσταση του ν. 2308/1995 προς τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Ενστάσεων του ΟΚΧΕ. Ότι το ως άνω γεωτεμάχιο εσφαλμένως δεν καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία και στα κτηματολογικά φύλλα του τέως κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας και ήδη Πειραιώς και Νήσων ως ανήκον στην κυριότητα του ενάγοντος, αλλά καταχωρήθηκε ανακριβώς στο όνομα του εναγόμενου. Ότι το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στην επίδικη έκταση προκύπτει από: α) το ότι η επίδικη έκταση περιήλθε σε αυτό ως μηδέποτε εξουσιασθείσα δημόσια δασική γαία (μιριγέ) κατ’αρθρο 3 ΟθΝπΓ, για την οποία ουδέποτε παραχωρήθηκε το δικαίωμα εξουσίασης, ουδέποτε εκδόθηκε γι’ αυτήν τίτλος εξουσίασης, ενώ το ενάγον ουδέποτε αναγνώρισε ιδιωτικά δικαιώματα σε αυτήν, β) άλλως διότι περιήλθε στην κυριότητά του ως αδιαφιλονίκητα εθνική, κατ’άρθρα 1,2,3 του από 17/29-11-1836 β/δ τος (ΦΕΚ A 69/1.12/1836), γ) άλλως διότι περιήλθε σε αυτό ως εξ αρχής αδέσποτη κατ’άρθρο 16 του Ν. 21.6/10-7-1837 «Περί διακρίσεως Δημοσίων Κτημάτων» και με δεδομένο ότι από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών λήψης 1945 και 2015 δεν προκύπτει η ύπαρξη καλλιέργειας ή άλλων διακατοχικών πράξεων. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και επικαλούμενο έννομο συμφέρον, το ενάγον ζητεί: α) να αναγνωριστεί πλήρης και αποκλειστικός κύριος της ανωτέρω δασικής έκτασης η οποία φέρει ΚΑΕΚ …………. στα κτηματολογικά βιβλία του τέως κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας και ήδη Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων και β) να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς και Νήσων στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …………., ώστε αντί του εσφαλμένως αναγραφόμενου ως δικαιούχου εναγόμενου, να αναγραφεί το ενάγον ως πλήρης κύριος κατά ποσοστό 100% με την αναφερόμενη ανωτέρω αιτία κτήσης και γ) να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην του εναγόμενου, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 615/2024 απόφαση, με την οποία δέχτηκε την αγωγή και συγκεκριμένα αναγνώρισε ότι το ενάγον είναι αποκλειστικός κύριος κατά ποσοστό 100% της ανωτέρω επίδικης έκτασης και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς και Νήσων στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ………………, ώστε αντί του εσφαλμένως αναγραφόμενου ως δικαιούχου εναγόμενου, να αναγραφεί το ενάγον ως πλήρης κύριος κατά ποσοστό 100%, με αιτία κτήσης το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου λόγω του χαρακτήρα του επιδίκου ως δημόσιας δασικής έκτασης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη της ένδικης αγωγής στο σύνολό της. Επομένως, με βάση και τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, και δοθέντος ότι η υπό κρίση έφεση κρίθηκε ήδη ως τυπικά δεκτή, πρέπει αυτή να γίνει και ουσιαστικά δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση, δηλαδή στο σύνολό της, καθόσον πλήττεται ως προς την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, που οδήγησαν στην παραδοχή της αγωγής σε βάρος του. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή ως προς τη βασιμότητά της κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία, έχοντας τη δυνατότητα ο εκκαλών να προτείνει και με τις προτάσεις του όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσαν να προταθούν και πρωτοδίκως. Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών του εναγομένου, διότι: α) για το ορισμένο της αγωγής, εφόσον αντικείμενο της δίκης είναι στο σύνολό του τo ακίνητo – γεωτεμάχιo, όπως αποτυπώθηκε στο κτηματολογικό διάγραμμα και όχι τμήμα του, αρκεί η αναφορά του ΚΑΕΚ, χωρίς να απαιτούνται η θέση, τα σύνορα, το εμβαδόν, οι πλευρικές διαστάσεις, ή η τυχόν επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος, όπως απαιτείται στις λοιπές εμπράγματες αγωγές για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του επιδίκου (ΜονΕφΠειρ 350/2020 ΝΟΜΟΣ) και β) διότι το επίδικο περιλαμβάνεται κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή στον ανηρτημένο και μερικώς κυρωμένο Δασικό Χάρτη της περιοχής της Νίκαιας, με το χαρακτηρισμό ΔΔ και αποτελεί έκταση για την οποία ισχύει το μαχητό τεκμήριο  κυριότητας του Δημοσίου. Περαιτέρω η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 6 και 103 του ΟθΝπΓ, 1,2 και 3 του από 17/29.11.1836  β.δ/τος,  16 του ν. 10-07-1837 νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων, 1-3 του άρθρου 14 ν. 998/1979 στα άρθρα 2 § 1 του α.ν. 1539/1938, 972, 999, και 176 ΚΠολΔ,  176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 6 παρ. 1, 2 Ν. 2664/1998 και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την υπ΄αριθμ. ΔΣΠ ΕΒ ……./2025 ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Πειραιά …………, στην οποία εμπεριέχεται η ένορκη κατάθεση της  μάρτυρος  …… ., ληφθείσα κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. την υπ΄αριθμ. …./25-4-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά ……….) και  από όλα τα έγγραφα τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται: οι από 26-10-2014, 31-8-2020 και 18-3-2024  τεχνικές εκθέσεις φωτοερμηνείας του …………., διπλωματούχου, αγρονόμου, τοπογράφου, μηχανικού, στην από 18-3-2024 υπογράφει δε και ο ……….., έχων την ίδια ως άνω ιδιότητα, αποδείχθηκαν τα εξής: Το επίδικο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης της Δημοτικής Ενότητας Νίκαιας, του Δήμου Νίκαιας- Αγ. Ιωάννη Ρέντη, της Περιφερειακής Ενότητας Πειραιά της Περιφέρειας Αττικής, φέρει ΚΑΕΚ ……………… στα κτηματολογικά βιβλία του τέως κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας και ήδη Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων και έχει εμβαδόν 160 τμ. Ο εναγόμενος, δυνάμει του υπ΄αριθμ. …../28-7-1993 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κύμης . ………………, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας, στον τόμο  …. με αριθμό …… απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα το ως άνω ακίνητο, με δωρεά εν ζωή που συνέστησε υπέρ αυτού η γιαγιά του ……………….. Στην τελευταία, το ακίνητο περιήλθε με αγορά δυνάμει του υπ΄αριθμ. ……../31-1-1967 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας, στον τόμο  … με αριθμό …., από τους ……………… Στους ανωτέρω το ακίνητο περιήλθε ως εξής: α) σε ευρύτερη έκταση κατά ποσοστό ½ στους .. ………, δυνάμει της από 02-09-1941 ιδιόγραφης διαθήκης της μητρός τους …………., η οποία δημοσιεύθηκε την 18η-8-1949 και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’αριθμόν 7075/1949 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό με την υπ’αριθμόν ………/1949 αποδοχή κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών …….. (τ …, αρ…..), ενώ μετά το θάνατο του   ………, το ποσοστό του περιήλθε στα αδέλφια του …….. και την …………. με την υπ’αριθμόν  28-2-1962 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ’αριθμόν  2604/1965 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’αριθμόν 7279/1965 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό με την υπ’αριθμόν …../1966 αποδοχή κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, ………., μεταγεγραμμένη στον τόμο …., με αριθμό ……, β) κατά ποσοστό ½ στον …………. εκ κληρονομίας της μητρός του ………. Η  τελευταία και η . ….. είχαν καταστεί  κληρονόμοι εκ διαθήκης του πατέρα τους, ………., με βάση την από 22-11-1912 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα  την 08-07-1913 και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθ. 370/08-07-1913 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξάλλου,  ο τελευταίος είχε καταστεί κύριος ακινήτου στην ίδια περιοχή με το με αριθμό …../16-10-1875 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ……, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος … και αρ. ….. ) από τον ………. (κτήμα «……»), χωρίς όμως να αναφέρεται η έκτασή του, το οποίο έκτοτε ονομάζεται κτήμα …………  Ο ……. είχε αποκτήσει την κυριότητα  έκτασης εμβαδού 7.000 στρεμμάτων (2.640 στρέμματα καλλιεργήσιμες εκτάσεις και 4.360 τμ βοσκές και μικρό δάσος) από την Εθνική Τράπεζα δυνάμει της υπ’αριθμόν ………./13-12-1866 περίληψης κατακυρωτικής έκτασης του συμβολαιογράφου ………, η οποία  εκπλειστηριάστηκε για οφειλές του ……… Ο ……….. απέκτησε την κυριότητα της έκτασης αυτής  εξ αγοράς από την ………, δυνάμει του υπ’αριθμόν ……/1859 συμβολαίου του συμβολαιογράφου …….. Η …….. απέκτησε την κυριότητα των 2/3 της έκτασης εξ αγοράς από τον …………., δυνάμει του υπ’αριθμόν …./1851 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ……. και το 1/3 εξ αγοράς  από τον σύζυγο της Πρόξενο της Αυστρίας  στην Αθήνα, …………., δυνάμει του υπ’αριθμόν  …./1844 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ……… Ο ……….  απέκτησε την κυριότητα των 2/3 της ευρύτερης  έκτασης  μεταξύ της οποίας και της επιδίκου, εξ αγοράς  από τον Πρόξενο της Αυστρίας στην Αθήνα ……, δυνάμει του υπ’αριθμόν …../1841 συμβολαίου του συμβολαιογράφου …….. Ο Πρόξενος της Αυστρίας ………. απέκτησε την κυριότητα της έκτασης ονομαζόμενη κτήμα “……….” εξ αγοράς από τους Οθωμανούς κυρίους και κατόχους  του, τον ………… και τα τέκνα αυτού, όπως αυτό εξάγεται  από του έτους 1247  τουρκικό ημερολόγιο  και χοτζέτιο, το οποίο υπέβαλε αρμοδίως  στην επιτροπή οθωμανικών κτημάτων,  η οποία εκπροσωπούσε το Δημόσιο  και η οποία εξέδωσε την υπ’αριθμόν 327/1836 απόφαση, η οποία έστω και αν δεν αποτελεί απόφαση της επί των Οικονομικών Γραμματείας, αποτελεί στοιχείο που αποδεικνύει την καλή πίστη των απώτατων δικαιοπαρόχων του εναγομένου.

Περαιτέρω, με την υπ’αριθμόν 813/1909 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του …… στην ευρύτερη έκταση. Η έκταση του κτήματος …………. είναι 8.681,25 στρέμματα, από αυτά τα 6.800 περίπου στρέμματα έχουν ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως και εκτός σχεδίου έχουν απομείνει 1800 περίπου στρέμματα. Το κτήμα …., βάσει της ομόφωνης Γνωμοδότησης υπ. Αρ. 95/1939 του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (ΑΝ 1539/1938) και το Πρωτόκολλο Οριστικού Αποτερματισμού Δημοσίων Εκτάσεων Κοκκινόβραχου από Όμορον ιδιοκτησίαν ……. του έτους 1970 έχει καταμετρηθεί, οριοθετηθεί και θεωρείται ιδιωτικό από την Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών αλλά και με την 996/1983 Γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., που έγινε αποδεκτή από τον τότε υφυπουργό Οικονομικών και επικύρωνε την υπ. Αρ 95/1939 γνωμοδότηση του Γ.Σ.Δ.Κ. του ΥΠΟΙΚ.  Η ανωτέρω έκταση των 8.681.250 τμ  εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ……. συντάξεως Ιουνίου 1939. Σύμφωνα με την ως άνω γνωμοδότηση οι διεκδικήσεις του Δημοσίου δεν αφορούσαν την συγκεκριμένη έκταση. Περαιτέρω, με το από 3-2-1970 πρωτόκολλο οριστικού αποτερματισμού δημοσίων εκτάσεων, η αρμόδια επιτροπή προέβη στην οριοθέτηση του κτήματος των κληρονόμων …. και των δημόσιων δασικών εκτάσεων, σύμφωνα με το προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού …….., συντάξεως Ιανουαρίου 1940.  Οι κληρονόμοι του ……. από την ευρύτερη έκταση  εμβαδού 8.681.250 τμ,  τμήμα της εμβαδού 5400 στρεμμάτων περίπου, το ρυμοτόμησαν ιδιωτικά σε οικοδομικά τετράγωνα και σε αγροτεμάχια και κατ’αυτόν τον τρόπο  πούλησαν κατατετμημένα αγροτεμάχια  σε διάφορους τρίτους, ενώ τμήματα του αρχικού τμήματος εντάχθηκαν στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως. Η ιδιωτική ρυμοτόμηση του κτήματος ……… εμβαδού 5400 στρεμμάτων εμφαίνεται στο από Ιουνίου 1966 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών …… και …., στο οποία εμφαίνεται και το επίδικο ακίνητο.  Οι ισχυρότεροι και πρώτοι χρονολογικά τίτλοι ιδιοκτησίας που αναγνώρισε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος ήταν αυτοί που αφορούσαν τα χοτζέτια που εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν ως νόμιμα από την Μεικτή Επιτροπή Οθωμανικών Κτημάτων (Σύμμικτα κτήματα Αττικοβοιωτίας, δηλαδή ιδιωτικά βάσει διεθνούς συνθήκης). Ο ίδιος ο Όθωνας με διακήρυξη του προέτρεπε τους αγοραστές να αγοράζουν ακίνητα προερχόμενα μόνο από χοτζέτια. Στις ρυθμίσεις που περιέχονται στο Πρωτόκολλο της 21.2-3.2.1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4-16 Ιουνίου 1830 και της 19 Ιουνίου – 1 Ιουλίου 1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27 Ιουνίου – 9 Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21 Ιουνίου – 10 Ιουλίου 1837 «περί διακρίσεως κτημάτων», προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε καθώς και εκείνα, τα οποία κατά τον χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους. Πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση το κτήμα Παχή, δεν είχε εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες του, οι οποίοι πώλησαν το κτήμα με χοτζέτι στην τουρκική γλώσσα και με συμβόλαιο στην ελληνική και παρέμειναν στην Ελλάδα τουλάχιστον μέχρι το έτος 1834 για να διευθετήσουν την περιουσία τους, όπως προβλεπόταν στην Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης του έτους 1832. Το Ελληνικό Δημόσιο δεν εκλήθη ως καθολικός διάδοχος κάθε Οθωμανού ξεχωριστά, αλλά διαδέχθηκε το Οθωμανικό Δημόσιο μαζικά με τη γενόμενη δήμευση «πολεμικώ δικαιώματι» (ως ειδικού τίτλου), στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και κατέχονταν (χωρίς σχετικό οθωμανικό τίτλο «ταπί») μόνο από Οθωμανούς, κατά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στις 3.2.1830 και τα κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, καθώς και στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων («μούλκια»), τα οποία ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, εγκαταλείφθηκαν όμως από τους πρώην κυρίους τους και δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς. Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των Οθωμανών ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας («μούλκια»), και δεν είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, ούτε τα δικαιώματα διηνεκούς εξουσιάσεως («τεσσαρούφ»), τα οποία είχαν αποκτηθεί από Οθωμανούς επί των δημοσίων γαιών νόμιμα, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4-16.6.1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα «Βακούφια» και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος. Τα ίδια ισχύουν και καθ ́όσον αφορά τα οθωμανικά κτήματα, τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του νέου Ελληνικού Κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, εν συνεχεία δε παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και Φθιώτιδας, δηλαδή όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, ως δημόσιες γαίες (αγροί, λειμώνες, λιβάδια, θέρετρα, ήτοι χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση και τα παρόμοια) και δεν κατέχονταν νόμιμα (με «ταπί») από Οθωμανούς καθώς και όσα ήταν αδέσποτα, περιήλθαν βάσει της ίδιας πιο πάνω Συνθήκης (πρωτοτύπως) στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα από τα παραπάνω κτήματα (δημόσιες γαίες) κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες νόμιμα με «ταπί», που τους παραχωρούσε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως «τεσσαρούφ» καθώς και όσα κτήματα ανήκαν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας σε Οθωμανούς ιδιώτες («μούλκια» – πλήρεις ιδιοκτησίες) και δεν είχαν εγκαταλειφθεί, αλλά κατέχονταν από αυτούς, κατά τον χρόνο της υπογραφής των Πρωτοκόλλων (3-2-1830), παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πώλησής τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες. Ταυτόχρονα το ελληνικό δημόσιο αναγνώριζε ιδιωτικά δάση και στο υπ. Αρ. 16/21-4-1836 ΦΕΚ ορίζεται η φορολογία τους, ενώ στο διάταγμα περί ιδιωτικών δασών υπ. Αρ 69/1-12-1836 αναγράφεται «Προσέτι ως ιδιωτικά θέλουν θεωρείσθαι αναμφιβόλως, και τα κείμενα εις όσα ιδιωτικά χωρία (τζιφλίκια) δεν αναφέρουν μεν τα νόμιμα έγγραφα ονομαστί τα εμπεριεχόμενα εις αυτά δάση, προϋποτιθεμένου ότι κείνται αληθώς εντός των ακριβώς αποδειχθέντων ορίων του αρμοδίου ιδιωτικού κτήματος (τζιφλικίου), επομένως σχηματίζουν και φυσικόν συστατικόν μέρος αυτού». Το ελληνικό δημόσιο αναφέρει ότι η περιοχή, στην οποία κείται το επίδικο γεωτεμάχιο ήταν δασική το 1836 και συνεχίζει να είναι και σήμερα με αποτέλεσμα κατά τεκμήριο η κυριότητα να ανήκει σε αυτό.  Με τη με αριθμό  24414/4876/8-9-1997 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση ο Δήμος Νίκαιας, ενώ με την με αριθμό πρωτ. 318/5/1-8-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ, διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης για τα ακίνητα της περιοχής του Δήμου Νίκαιας και με την με αριθμό  322/2/31-8-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ (ΦΕΚΒ 1277, όπως διορθώθηκε με το ΦΕΚ Β 1333) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Νίκαιας και ορίστηκε ημερομηνίας έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 12-9-2005. Κατά τις πρώτες εγγραφές το γεωτεμάχιο με τον ανωτέρω αναφερόμενο ΚΑΕΚ, καταχωρήθηκε ως ανήκον κατά πλήρη κυριότητα στον εναγόμενο. Με βάση την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 2015 και 1945 καταρτίστηκε ο δασικός χάρτης της δημοτικής ενότητας Νίκαιας, με την με αριθμό  πρωτ. …/8-2-2021 (ΑΔΑ ………….) απόφαση της Διεύθυνσης Δασών θεωρήθηκε το περιεχόμενο του Δασικού Χάρτη και στη συνέχεια ο χάρτης αναρτήθηκε με την με αριθμό 17297/12-2-2021 απόφαση ανάρτησης της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά (ΑΔΑ ……..), όπως αυτή τροποποιήθηκε. Από τα αποσπάσματα διαγράμματος του αναρτημένου δασικού χάρτη της Δημοτικής Ενότητας Νίκαιας η επίδικη έκταση απεικονίζεται με πράσινο χρώμα, εντός μαύρου περιγράμματος και με το χαρακτηρισμό ΔΔ (ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ Α/Φ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗΣ ΛΗΨΗΣ Η ΠΡΟΫΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ-ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΨΙΕΣ και φέρεται να περιλαμβάνεται  σε ευρύτερο πολύγωνο δασικού χαρακτήρα. Κατά του περιεχομένου του δασικού χάρτη δεν υποβλήθηκαν αντιρρήσεις για το επίδικο ακίνητο  από τον εναγόμενο.  Ο δασικός χάρτης κατά το μέρος που περιλαμβάνει και την επίδικη έκταση κυρώθηκε  με τη με αριθμό πρωτ. 320789/26-9-2022 απόφαση μερικής κύρωσης δασικού χάρτη του Γενικού Γραμματέα Δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΦΕΚ 819 Δ 11-11-2022)  και κατέστη οριστικός έχων κατά την ειδική πρόβλεψη του νόμου (άρθρο 27 παρ.4 Ν 2664/1998)  πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή. Πλην όμως όπως ανωτέρω αποδείχθηκε ο ……… είχε αγοράσει το κτήμα το 1875 και ως καλόπιστος τρίτος και μέχρι το 1915 είχε συμπληρώσει 30 έτη καλόπιστης νομής, οπότε ήταν νόμιμος ιδιοκτήτης. Ειδικότερα ο …….., από τότε που εισήλθε στη νομή του ακινήτου και μέχρι το θανάτό του αλλά και οι συγκληρονόμοι του καλλιέργουσαν σε αυτό αμπέλια, συνέλεγαν τους καρπούς, εκμεταλλεύονταν το υπάρχον λατομείο, επέβλεπαν το κτήμα, κατασκεύασαν δεξαμενή, ανέθεταν σε μηχανικούς την οριοθέτηση και τη σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και προέβαιναν σε πωλήσεις και δωρεές τμημάτων του.  Μάλιστα η 813/1909 Απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών αναφέρει ότι και ο πωλητής του ……. είχε συμπληρώσει 30ετή νομή ως καλόπιστος τρίτος πριν πωλήσει το κτήμα στον ………., γιατί είχε ήδη συμπληρωθεί 30ετία, συμπεριλαμβανομένης των προκατόχων του καθώς οι Οθωμανοί ιδιοκτήτες, πώλησαν το κτήμα στον Αυστριακό Πρόξενο ….., η χήρα του …… στον ….., ο …. υποθήκευσε το κτήμα στην Εθνική Τράπεζα, η οποία το εκπλειστηρίασε το έτος 1866 και κατακυρώθηκε στον Άγγλο Πρέσβη ……… και ο …. το πώλησε στον …… το έτος 1875, ο οποίος το κληρονόμησε στα τέκνα του και απώτερους δικαιοπαρόχους του εναγομένου. Η Γενική Δ/νση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος, Τμήμα Εμπράγματων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με το υπ. Αριθμ. 108270/4134 π.ε/23-1-2006 έγγραφο προς το ΥΠΟΙΚ θεωρεί λυμένο το ιδιοκτησιακό για το τμήμα που έχει εκδοθεί η υπ. Αρ. 813/1909 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή έχει συμπεριληφθεί στις Γνωμοδοτήσεις …/1939 και …./1983. Οι εκτάσεις αυτές, δεν εμπίπτουν εντός των δημόσιων δασικών εκτάσεων, όπως αυτές καθορίσθηκαν ανωτέρω σύμφωνα με την υπ’αριθμόν …./29-11-1939 γνωμοδότηση του γνωμοδοτικού συμβουλίου δημοσίων κτημάτων, η οποία έγινε αποδεκτή από τον τότε Υφυπουργό Οικονομικών  με την υπ’αριθμόν …./26-11-1983  γνωμοδότηση του ΝΣΚ και σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ….. συντάξεως Ιουνίου 1939. Από τη σελ. 4 των πρακτικών της 29ης Νοεμβρίου 1939 Συνεδρίασης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων προκύπτει ότι ο ……….. αγόρασε επιπρόσθετα από διαφόρους ιδιώτες όμορους αγρούς του κτήματος «Ασώματος» και αναγράφονται και όλα τα σχετικά συμβόλαια αγοράς, για τους οποίους και γι’ αυτούς είχε συμπληρωθεί 30ετία μέχρι το 1915. Στην εν λόγω Γνωμοδότηση έχει ληφθεί υπόψη και η 813/1909 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και η Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την υπ. Αριθμ. 622/15-2-1905 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών για να προσδιοριστεί επακριβώς η έκταση του κτήματος ………. αποτελούμενη από 8.681,25 στρέμματα. Για τους σκοπούς της εν λόγω γνωμοδότησης το έτος 1939 συντάχθηκε και το τοπογραφικό διάγραμμα του ……….. με τα ακριβή όρια του κτήματος, το οποίο χρησιμοποιούν όλες οι δημόσιες υπηρεσίες. Στη δε 996/1983 Γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. που έγινε αρμοδίως αποδεκτή από τον Υφυπουργό Οικονομικών κ. …… αναγράφεται ρητώς (φύλλο 10-2) ότι «και τα δάση χρησιδεσπόζονται δι’ εκτάκτου χρησικτησίας, η ενδεχομένη έρευνα και απόφαση θα αποτελέσει μία μάλλον τυπική διαδικασία», ενώ για τις μη δασικές εκτάσεις έχει εφαρμογή η 95/1939 ομόφωνη Γνωμοδότηση, «μετά από εξονυχιστική έρευνα». Για την επίδικη ιδιοκτησία, υφίστανται νόμιμοι τίτλοι ιδιοκτησίας που έχουν αναγνωριστεί από το Ελληνικό Δημόσιο.  Για το λόγο αυτό ο εναγόμενος έχει  υποβάλλει το με αριθμό πρωτ. ……../12-9-2024 αίτημα αναμόρφωσης δασικού χάρτη προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος με την οποία ζητά την αναμόρφωση της ιδιοκτησίας του και την εξαίρεσή της από αυτόν, διότι οι ανωτέρω αναφερόμενες διοικητικές πράξεις έπρεπε να συμπεριληφθούν στο δασικό χάρτη κατά την κατάρτισή του, όμως  δεν απεικονίζονται σε αυτόν. Μετά ταύτα αποδείχθηκε ότι ουδέποτε το επίδικο υπήρξε δημόσια δασική έκταση, σε κάθε δε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του εναγόμενου είχαν ασκήσει πράξεις διακατοχής στο επίδικο με καλή πίστη, πριν από την 11-9-1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών τουλάχιστον, ώστε να καταλύσουν την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το επίδικο δεν συμπεριλαμβάνεται στην ευρύτερη έκταση του επονομαζόμενου «κτήματος …» είναι αβάσιμος, όπως προκύπτει από το από Απριλίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού …………. που έχει συνταχθεί με υπόβαθρο το από Ιουνίου 1939 διάγραμμα του μηχανικού ………… και στο οποίο, εντός των ορίων του κτήματος ….., αποτυπώνεται και το … τετράγωνο, στο οποίο εντοπίζεται το επίδικο γεωτεμάχιο. Οι λοιποί ισχυρισμοί του ενάγοντος πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι αφού δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο.  Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως κατ’ουσίαν αβάσιμη. Τέλος πρέπει καταδικαστεί το εφεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος, κατόπιν του σχετικού αιτήματός του, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 615/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 4-11-2022 (αριθ. καταθ. ………./2022) αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος σε βάρος του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου.

Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις  23   Ιουλίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                            H ΓPAMMATEAΣ