ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 522/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………» (………..) και με τον διακριτικό τίτλο «……..» (…………), πρώην με την επωνυμία «…………» και με τον διακριτικό τίτλο «…………», η οποία εδρεύει στο ……….. Αττικής επί της οδού …………, με Α.Φ.Μ, ……………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, αρχικά σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 220/1/13-3-2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στο ………… της Ιρλανδίας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της από 16-2-2024 σύμβασης διαχείρισης κατ΄άρθρο 10 παρ. 14 και 16 ν. 3156/2003, επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στις 16-2-2024 με αριθμ. πρωτ. ……/16-2-2024 στα βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο …. με αυξ. αριθμ. …… (άρθρο 10 παρ. 16 ν. 3156/2003), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μελίνα Χατζηνούσκα [Δικηγορική Εταιρεία Χαρακτινιώτης και Συνεργάτες].
Της εφεσίβλητης: ……………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Χατζηδάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 25-11-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2024 ανακοπή, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα στο ως άνω δικόγραφο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1639/2025 απόφαση, με την οποία δέχτηκε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η καθής η ανακοπή, με την από 22-5-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………/2025 έφεσή της (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά …………../2025), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 22-5-2025 έφεση της εκκαλούσας, προς εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 1639/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 25-11-2024 ανακοπή της εφεσίβλητης, δέχτηκε αυτή, έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, στις 23-5-2025 και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης στην εκκαλούσα (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ – βλ. προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα αντίγραφο της εκκαλουμένης με την από 28-4-2025 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ………….). Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ. Για το παραδεκτό του ένδικου μέσου κατατέθηκε από την εκκαλούσα κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α στοιχ. β’ ΚΠολΔ, το με κωδικό …………… e-παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού 100 ευρώ, εξοφλημένο (βλ. συνημμένα στο εφετήριο αντίγραφο του e- παράβολου και την από 9-5-2025 απόδειξη πληρωμής της Alpha Bank).
Με την ως άνω ένδικη ανακοπή της η ανακόπτουσα (ήδη εφεσίβλητη) ζητεί, για τους προβαλλόμενους με το δικόγραφο λόγους να ακυρωθεί η υπ΄αριθμ. …../22-10-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, διορισμένης στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …………., καθώς και το από 24-10-2024 δημοσιευθέν στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του e – ΕΦΚΑ απόσπασμα της της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας επιμελήτριας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε τον δεύτερο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Ήδη, με την υπό κρίση έφεσή της, η καθής η ανακοπή παραπονείται ότι εσφαλμένα, αναιτιολόγητα και μη νόμιμα έγινε δεκτός ο δεύτερος λόγος ανακοπής και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, όπως εν τέλει απορριφθεί εξ ολοκλήρου η ένδικη ανακοπή. Τέλος ζητεί να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στο σύνολο της δικαστικής της δαπάνης για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και, μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη, δε, η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και, πάντως, μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης, να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017, areiospagos.gr).
Ειδικότερα, επί έκδοσης διαταγής πληρωμής, ο δανειστής, ο οποίος, ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του, επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα, καταρχήν, αποφασίζει, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση και, μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004, Νόμος), εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια του δανειστή ή των αρμοδίων κατά νόμο οργάνων του να κρίνουν ποιος είναι ο πλέον πρόσφορος τρόπος για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλόμενης απαίτησης και, ιδίως, αν θα ασκηθεί αγωγή ή αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής κλπ., καθότι η σχετική επιλογή είναι συνυφασμένη με τη διαχείριση της περιουσίας του δανειστή. Εξάλλου, ναι μεν κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του (ΑΠ 1352/2011, areiospagos.gr, ΕφΑΘ 1587/2013 ΔΕΕ 2013.792). Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα καταρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1504/2014, ΑΠ 106/2013, areiospagos.gr). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (ΑΠ 1873/2014, ΑΠ 1352/2011, areiospagos.gr).
Το ζήτημα εάν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 736/2012, Νόμος). Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων από αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας, από την πλευρά των τραπεζών, των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες Συνεπώς και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (άρθρα 200, 288 ΑΚ) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους. Έτσι, σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σε αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια. Κατά την έννοια αυτή, η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία τής μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης και το κλείσιμο του λογαριασμού τους, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση από αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 1352/2011, ΕφΘεσ 214/2020 Νόμος, ΕφΘεσ 1132/2011, ΕπισκΕμπΔ 2011.1050, ΕφΠειρ 711/2011 ΕΕμπΔ 2012.417, ΕφΘεσ 1027/2010 Αρμ 2012.577).
Περαιτέρω, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 ν. 4224/2013, θεσπίστηκε, για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων, από την Τράπεζα της Ελλάδος, με την απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ Β’ 2289/27.8.2014 «ΕΠΑΘ 116/25.8.2014» ή «Κώδικας») ο Κώδικας Δεοντολογίας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 31.12.2014, τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων με αριθμούς 129/2/16.2.2015 (ΦΕΚ Β 486/31.3.2015) και 148/10/5.10.2015 (ΦΕΚ Β 2219/15.10.2015) και αναθεωρήθηκε με τη με αριθμό 195/1/29 7.2016 (ΦΕΚ Β 2376/2.8.2016) απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Βασική υποχρέωση που συνεπάγεται η εφαρμογή του Κώδικα αποτελεί η τήρηση των διαδικασιών του, πριν την τυχόν καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης. Ο Κώδικας πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ και εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των 30 ημερολογιακών ημερών έναντι κάθε ιδρύματος που εφαρμόζει τον Κώδικα. Κάθε ίδρυμα, σύμφωνα με τον Κώδικα, υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ), στην οποία μπορούν να συμμετάσχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφόσον διατηρούν του χαρακτηρισμό του «συνεργάσιμου δανειολήπτη», όπως ορίστηκε με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης ιδιωτικού Χρέους του ν. 4224/2013. Ειδικότερα, ένας δανειολήπτης είναι συνεργάσιμος έναντι των δανειστών του όταν, (i) παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας στους δανειστές, (ii) είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία με τον δανειστή και ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια σε κλήσεις και επιστολές των ανωτέρω εντός 15 εργασίμων ημερών, (iii) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών προς το ίδρυμα αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της ή από την ημέρα που θα του ζητηθούν ανάλογες πληροφορίες, από τους ανωτέρω, (ν) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική οικονομική του κατάσταση εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του και (ν) συναινεί σε διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον κώδικα. Η ΔΕΚ του Κώδικα αποτελείται από πέντε στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο το ίδρυμα, μεταξύ άλλων, επικοινωνεί με τον πρωτοφειλέτη και, αν υπάρχει, τον εγγυητή, αποστέλλοντάς τους γραπτή ειδοποίηση εντός των επόμενων 15 ημερολογιακών ημερών, με την οποία, μεταξύ άλλων, αυτοί ενημερώνονται για τα στοιχεία της ληξιπρόθεσμης οφειλής και την ένταξή τους στη ΔΕΚ, λαμβάνουν το «Ενημερωτικό Φυλλάδιο προς τους Δανειολήπτες με οικονομικές δυσχέρειες» και, αν είναι φυσικά πρόσωπα, την «Τυποποιημένη Κατάσταση Δικονομικής Πληροφόρησης» (ΤΥ.Κ.Ο.Π.) ή, αν είναι νομικά πρόσωπα, το τυποποιημένο έντυπο του ιδρύματος για την υποβολή πληροφόρησης από νομικά πρόσωπα και καλούνται να συμπληρώσουν με ακρίβεια και πληρότητα το αντίστοιχο έντυπο και να το προσκομίσουν στο ίδρυμα εντός 15 εργασίμων ημερών, προκειμένου στη συνέχεια να έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο στάδιο 2 της ΔΕΚ. Αν ο δανειολήπτης δεν ανταποκριθεί εμπρόθεσμα στην ανωτέρω ειδοποίηση, τότε χαρακτηρίζεται ως «μη συνεργάσιμος» και το ίδρυμα δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση και να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του χωρίς περαιτέρω προειδοποίηση. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται συγκέντρωση οικονομικών και λοιπών πληροφοριών τού δανειολήπτη. Κατά το τρίτο στάδιο γίνεται αξιολόγηση των υποβληθέντων οικονομικών στοιχείων. Ειδικότερα, για κάθε κατηγορίας δανειολήπτη και εγγυητή, αξιολογούνται στοιχεία όπως, ενδεικτικά, η οικονομική του κατάσταση, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του, η τρέχουσα ικανότητά του για αποπληρωμή των οφειλών του, το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών. Το ίδρυμα, καθ` όλη τη διάρκεια του σταδίου της αξιολόγησης, οφείλει να καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια, για να συνεργαστεί με το δανειολήπτη, προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια την ικανότητά του για αποπληρωμή του χρέους, με στόχο να καταλήξουν σε μια κατάλληλη λύση. Επιπροσθέτους, τα ίδρυμα οφείλει να προβεί σε αξιολόγηση της αξίας τυχόν εμπράγματης εξασφάλισης (ή άλλου περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε με τη συναίνεση του δανειολήπτη να αποτελέσει πρόσθετη εξασφάλιση). Κατά το τέταρτο στάδιο γίνεται πρόταση κατάλληλων λύσεων στον δανειολήπτη (λύση ρύθμισης, λύση οριστικής διευθέτησης). Από το ίδρυμα θα πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη, κατά περίπτωση, λύση. Για τους σκοπούς του Κώδικα ως «κατάλληλη λύση» θεωρείται εκείνη που διασφαλίζει τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις εποπτικές του υποχρεώσεις. Ειδικότερα, για την αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε λύσης, λαμβάνονται υπόψη, σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη συμμόρφωσης του ιδρύματος προς ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις, καθώς και οι ειδικότερες για τη διαχείριση των καθυστερήσεων κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες η ΤτΕ έχει θέσει στα εποπτευόμενα από αυτή ιδρύματα για το σχεδιασμό και αξιολόγηση βιώσιμων τύπων ρύθμισης. Το πέμπτο στάδιο περιλαμβάνει τη διαδικασία εξέτασης των ενστάσεων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Κώδικας επιβάλλει στα ιδρύματα που δεσμεύονται από αυτόν την τήρηση, μεταξύ άλλων, των πέντε σταδίων της ΔΕΚ του Κώδικα πριν το ίδρυμα προβεί σε καταγγελία της οικείας σύμβασης και εκκινήσει νομικές ενέργειες αναγκαστικής είσπραξης της καθυστερούμενης απαίτησης. Τίθεται ζήτημα κατά πόσο η μη τήρηση της ΔΕΚ από υπόχρεο στην τήρηση του Κώδικα ίδρυμα καθιστά, άνευ ετέρου, την καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης άκυρη ως αντίθετη, κατά την 174 ΑΚ σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Καταρχάς, από καμία ρύθμιση του Κώδικα δεν προκύπτει ότι στον προστατευτικό του σκοπό εμπίπτει και ο έλεγχος του κύρους των επιχειρουμένων (συμβατικά προβλεπόμενων) καταγγελιών, των οποίων άλλωστε το περιεχόμενο δεν αποδοκιμάζεται από τον νόμο. Αντίθετα, σκοπός του Κώδικα είναι η επιλογή τής καταλληλότερης κατά περίπτωση λύσης για τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό πιστώσεων σε καθυστέρηση, αφού ληφθεί από τα ιδρύματα υπόψη η υποχρέωσή τους για συμμόρφωση προς τις ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος. Η τελευταία, άλλωστε ορίζεται, σύμφωνα με τον Κώδικα ως η αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση και τον έλεγχο του τρόπου εφαρμογής του, για την πλήρη και αποτελεσματική ρύθμιση των οικείων συστημάτων από τα υπόχρεα ιδρύματα, καθώς και η μόνη δυνάμενη να απαιτεί τα απαραίτητα κατά την κρίση της διορθωτικά μέτρα και να επιβάλλει τις κατά νόμο κυρώσεις στο μη συμμορφούμενο ίδρυμα, σε περίπτωση συστηματικής μη εφαρμογής του Κώδικα και αδυναμιών των συστημάτων, δεν δύναται όμως να παρεμβαίνει ή να επιλαμβάνεται εξατομικευμένων διαφορών μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη. Συνεπώς, και από το γράμμα του Κώδικα καθίσταται σαφές ότι η μη τήρηση της ΔΕΚ από υπόχρεο ίδρυμα συνιστά αθέτηση εποπτικής υποχρέωσης, παρέχουσα στην ΤτΕ ως ελέγχουσα αρχή τη δυνατότητα να απαιτεί από το μη συμμορφούμενο ίδρυμα τη λήψη των απαραίτητων μέτρων και να του επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να προκύπτει ότι ο ν. 4224/2013 ή ο Κώδικας αποβλέπει και στην επαγωγή ακυρότητας στις περιπτώσεις όπου η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς την τήρηση της ΔΕΚ. Τέλος, και στο πλαίσιο εφαρμογής της Πράξης του Διοικητή της ΤτΕ (ΠΔ/ΤΕ) 2501/31.10.2002 και της κανονιστικής απόφασης 178/19.7.2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ) της ΤτΕ, οι οποίες επιβάλλουν στα δεσμευόμενα από αυτές ιδρύματα συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης των συναλλασσομένων με αυτά, γίνεται δεκτό ότι η αθέτηση των υποχρεώσεων αυτών συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσης συνέπειες, χωρίς να έχει τεθεί ζήτημα ακυρότητας συμβατικών όρων αποκλειστικά λόγω της αντίθεσης του περιεχομένου τους προς τις ανωτέρω κανονιστικές πράξεις. Ενόψει των ανωτέρω, από τον σκοπό και το κείμενο του Κώδικα συνάγεται ότι τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη ΔΕΚ συνεπάγεται μόνον εποπτικής φύσης κυρώσεις και, συνεπώς, η μη τήρηση της ΔΕΚ από τα υπόχρεα ιδρύματα, δεν επιφέρει κατά την 174 ΑΚ αυτοδίκαιη ακυρότητα της πραγματοποιηθείσας καταγγελίας. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τους στόχους του Κώδικα, αλλά και την προηγηθείσα παράθεση των 5 Σταδίων της ΔΕΚ, ο Κώδικας εξειδικεύει τις σχετικές με την καταγγελία υποχρεώσεις που απορρέουν από την αντικειμενική (συναλλακτική) καλή πίστη κατά το στάδιο που προηγείται της άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας (281 ΑΚ), όπως το περιεχόμενο της συναλλακτικής καλής πίστης διαμορφώθηκε ειδικότερα στον χώρο των πιστωτικών συναλλαγών υπό τη υπάρχουσα οικονομική κρίση που οδήγησε στην αλματώδη αύξηση του αριθμού των καθυστερούμενων οφειλών. Επομένως, σε περίπτωση καθυστέρησης δανειολήπτη να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό σε χρηματοδοτικό ή πιστωτικό ίδρυμα κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, χωρίς την προηγούμενη, εν όλω ή εν μέρει, τήρηση της ΔΕΚ του Κώδικα από το ίδρυμα, θα μπορούσε να ελεγχθεί ως προς το ενδεχόμενο καταχρηστικότητας κατά την 281 ΑΚ, λαμβανομένων όμως υπόψη και των γενικότερων περιστάσεων της κρινόμενης εκάστοτε περίπτωσης, όπως η γενικότερη οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του, η τρέχουσα ικανότητά του για αποπληρωμή των οφειλών του, το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών (ΕφΠειρ 436/2026, ΕφΠατρ 142/2020, ΕφΑιγ 2/2022, Νόμος).
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης η εκκαλούσα διαμαρτύρεται ότι εσφαλμένα με την εκκαλουμένη έγινε δεκτός ο δεύτερος λόγος ανακοπής και ακυρώθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Ειδικότερα, με τον ως άνω λόγο η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η καθής η ανακοπή καταχρηστικά επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεσή σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της και δη στην κύρια κατοικία της, παρότι η ίδια, με αλλεπάλληλα αιτήματα προς την καθής, στην οποία έχει γνωστοποιήσει τη δεινή οικονομική της κατάσταση και την άκρως βεβαρημένη κατάσταση της υγείας της, έχει ζητήσει την έγκρισή της προκειμένου να διακανονίσουν την ένδικη οφειλή. Ότι, επιπλέον, βρισκόταν με την καθής σε διαρκή επικοινωνία, τόσο με ηλεκτρονική αλληλογραφία όσο και τηλεφωνικά, άνευ όμως αποτελέσματος, επιφέροντας έτσι δυσβάστακτες συνέπειες σε βάρος της. Απ΄ όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ΄αριθμ. ……./10-9-2007 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, η καθής χορήγησε στον ……………. τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 100.000 ευρώ διάρκειας 15 ετών, με σκοπό τη βελτίωση – επισκευή κατοικίας, με επιτόκιο α. σταθερό για τις μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις που καταβάλλονται στα πρώτα 10 έτη αποπληρωμής του δανείου, ίσο προς 5,32% ετησίως, συμπεριλαμβανόμενης της εισφοράς του ν. 128/1975, και β. κυμαινόμενο για τις υπόλοιπες δόσεις έως τη λήξη τού συμβατικού χρόνου εξυπηρέτησης του δανείου, απαρτιζόμενο από το επιτόκιο προσφοράς (παρεμβατικό επιτόκιο) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος (επιτόκιο αναφοράς), πλέον σταθερού συνομολογούμενου περιθωρίου 1,10% και της εισφοράς του ν. 128/1975, η δε εξόφληση του δανείου συμφωνήθηκε ότι θα γίνει σε 180 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 13 της εν λόγω σύμβασης, η ανακόπτουσα και ο …………. εγγυήθηκαν υπέρ του οφειλέτη, ……….., την κανονική εξυπηρέτηση του δανείου και την ολοσχερή εξόφληση αυτού και κάθε υποχρέωσης του οφειλέτη απορρέουσας από αυτό, ευθυνόμενοι μετ’ αυτού (του οφειλέτη) εις ολόκληρον έναντι της καθής, παραιτούμενοι από την ένσταση της διζήσεως. Για την εξυπηρέτηση του ως άνω δανείου, η δανείστρια τράπεζα τήρησε τον με αριθμό …………….. λογαριασμό, ο οποίος, στις 24-7-2012, οπότε η δανείστρια τράπεζα κατήγγειλε την ως άνω δανειακή σύμβαση, λόγω της μη εμπρόθεσμης και κανονικής εξυπηρέτησής του, εμφάνιζε υπόλοιπο 89,312,77 ευρώ. Στη συνέχεια, κατέθεσε, ενώπιον της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 26-6-2013 αίτησή της προς έκδοση διαταγής πληρωμής για την απορρέουσα από την ένδικη δανειακή σύμβαση απαίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. ……../2013 διαταγή πληρωμής, σύμφωνα με την οποία διατάχθηκαν ο ….., η ανακόπτουσα και ο …….. να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, στην δανείστρια τράπεζα το αναφερόμενο ως άνω ποσό, εντόκως από 24-7-2012 μέχρι την εξόφλησή του, με το εκάστοτε ισχύον τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο κατά ανερχόταν σε 7,82% ετησίως, με ανατοκισμό των τόκων κατ’ άρθρο 12 ν. 2601/1998, καθώς και το ποσό των 1.520 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα. Στη συνέχεια, η δανείστρια επέδωσε στους ως άνω συνοφειλέτες στις 12-12-2013, την από 20-11-2023 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του υπ΄αριθμ. ……../2013 πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι καθών η διαταγή πληρωμής άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2-1-2014 και με αριθμό κατάθεσης ……/2014 ανακοπή, αιτούμενη την ακύρωση της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, ερήμην των ανακοπτόντων, η υπ΄αριθμ. 9402/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η ανακοπή κατόπιν δε τούτου, η νυν ανακόπτουσα και ο ……… άσκησαν, κατά της πιο πάνω απόφασης, την από 10-9-2020 έφεση, επί της οποίας δεν έχει εισέτι εκδοθεί απόφαση. Εν τω μεταξύ, στις 5-7-2015, απεβίωσε ο ……………., σύζυγος της νυν ανακόπτουσας, η οποία τυγχάνει νόμιμη κληρονόμος του. Η τελευταία, στις 31-7-2019 επέδωσε στη δανείστρια τράπεζα την από 18-7-2019 εξώδικη δήλωση – αίτημα ρύθμισης οφειλών, με την οποία της επανέλαβε ότι ο συνοφειλέτης σύζυγός της έχει αποβιώσει (όπως της είχε ήδη, από το έτος 2016, γνωστοποιήσει), τη δεινή οικονομική κατάσταση στη οποία αυτή περιήλθε, καθώς και την άκρως βεβαρημένη κατάσταση της σωματικής και ψυχικής της υγείας, ως καρκινοπαθής και πρότεινε την εξωδικαστική ρύθμιση της ένδικης
οφειλής της, δηλώνοντας παράλληλα ότι αναμένει σχετική αντιπρόταση προς εξεύρεση λύσης. Συγκοινοποίησε δε στην καθής δήλωση Ε1 και εκκαθαριστικό 2018, γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας, ληξιαρχική πράξη θανάτου τού συζύγου της, πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών αυτού, πιστοποιητικό δημοσίευσης διαθήκης αυτού, αναλυτικές καταστάσεις οφειλών προς έτερα τραπεζικά ιδρύματα, εκκαθαριστικό ΕΝΦ1Α 2018 και πρόσφατη ιατρική γνωμάτευση. Στην ως άνω εξώδικη δήλωση – πρόταση, η καθής ουδέν απάντησε, κατόπιν δε επίμονων προσπαθειών, η ανακόπτουσα ήλθε σε επαφή, το μήνα Οκτώβριο του έτους 2020, με συνεργάτιδα της δικηγορικής εταιρείας «………», στην οποία είχε ανατεθεί η διαχείριση της ένδικης απαίτησης. Επιπλέον, τον Μάιο του 2021 και τον Απρίλιο του 2022, ήρθε σε επαφή με υπαλλήλους της καθής (……………..), στους οποίους υπέβαλε εκ νέου, κατόπιν αιτημάτων, τα προαναφερόμενα έγγραφα, γνωστοποιώντας μάλιστα την πρόθεσή της να εκποιήσει περιουσιακό της στοιχείο προκειμένου να εξοφλήσει την ένδικη οφειλή της. Ωστόσο η απάντηση που έλαβε ήταν ότι επίκειται η μεταβίβαση – τιτλοποίηση της ένδικης σε βάρος της απαίτησης, χωρίς να λάβει κάποια πρόταση – αντιπρόταση της καθής ως προς τη δυνατότητα εξωδικαστικής ρύθμισης της οφειλής της. Εν συνεχεία, ενώ η ανακόπτουσα ανέμενε να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση της ένδικης σε βάρος της απαίτησης, προκειμένου να διαπραγματευθεί με το νέο δικαιούχο αυτής, η δανείστρια τράπεζα επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση, για το ποσό των 50.000 ευρώ, που αποτελεί μέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου, επί της κύριας κατοικίας της, συγκεκριμένα επί οικοπέδου εμβαδού 178,98 τ.μ., μετά της επ’ αυτού οικίας, των κτισμάτων, παρακολουθημάτων, προσαρτημάτων, παραρτημάτων και παραπηγμάτων του, ευρισκόμενου στο δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας Αττικής, επί της οδού ……………… Κατά της πιο πάνω κατάσχεσης η ανακόπτουσα άσκησε την υπ.αριθμ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/…../2023 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ.αριθμ.624/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την κατάσχεση, παύοντας έτσι τον ορισθέντα πλειστηριασμό ο οποίος θα διενεργείτο στις 17-4-2024. Ακολούθως, η καθής, αφού προέβη σε άρση της ως άνω κατάσχεσης, επέβαλε νέα κατάσχεση στις 22-10-2024, με οριζόμενη ημερομηνία πλειστηριασμού τις 28-5-2025 για το ποσό των 90.878.77, η οποία και ακυρώθηκε με την εκκαλουμένη. Επομένως, η από την καθής επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας, ενώ ήταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτών προς εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης και ενώ είχε εκδοθεί ήδη η υπ΄αριθμ. 626/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία ακυρώθηκε η προγενέστερη υπ΄αριθμ. ……/13-9-2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, λόγω καταχρηστικότητας, είναι καταχρηστική κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, με δεδομένο ότι η ανακόπτουσα ήλθε σε επικοινωνία με την καθής η ανακοπή και ζήτησε το διακανονισμό της οφειλής της, η σπουδή της καθής να προχωρήσει σε κατάσχεση της κύριας κατοικίας, χωρίς να εξετάσει το ενδεχόμενο ρύθμισης της οφειλής, παρότι ήδη είχε εκδοθεί η υπ΄αριθμ. 626/2024 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου και δοθέντος ότι η όλη συμπεριφορά της ανακόπτουσας εντάσσεται στο χαρακτηρισμό αυτής ως «συνεργάσιμου δανειολήπτη», σύμφωνα με τον ν. 4224/2013, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας (παρείχε στοιχεία επικοινωνίας, στοιχεία της περιουσιακής της κατάστασης, είχε πυκνή και με δική της πρωτοβουλία επικοινωνία με την καθής προς εξεύρεση λύσης), δεν δικαιολογείται από την καλή πίστη και παρίσταται ως μέτρο ιδιαίτερης σκληρότητας για την ανακόπτουσα. Τα αναφερόμενα από την καθής ότι ουδέποτε δημιούργησε στην ανακόπτουσα την πεποίθηση ότι δεν προτίθεται να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της που απορρέουν από την επίδικη διαταγή πληρωμής, αναιρούνται απ΄τα αναφερόμενα ανωτέρω, οι ενέργειες δε της καθής έρχονται σε αντίθεση, με τον ν. 4224/2013. Συνεπώς, ορθά η εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτό τον δεύτερο λόγο ανακοπής, και ακύρωσε την ανακοπτόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεση, απορριπτομένου παράλληλα και του δεύτερου λόγου εφέσεως.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα διαμαρτύρεται περί αοριστίας του δικογράφου της ανακοπής και των λόγων αυτής. Ο λόγος αυτός έφεσης, αλυσιτελώς προβάλλεται και καθίσταται απορριπτέος, καθότι με την εκκαλουμένη εξετάστηκε μόνο ο δεύτερος λόγος ανακοπής, ο οποίος ήταν πλήρως ορισμένος και έγινε δεκτός στην ουσία του κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω. Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση της εκκαλούσας, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 182 παρ.1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που κατέβαλε η εκκαλούσα, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ. τελευτ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου για την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στον Πειραιά, στις 31 Ιουλίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ