Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 552/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  552/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας : Της εταιρίας με την επωνυμία «…………….», η οποία εδρεύει επί της οδού ………… στερούμενης Α.Φ.Μ. στην Ελλάδα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δημητρίου (ΑΜΔΣΠ : ……..).

Της εφεσίβλητης : Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………», η οποία εδρεύει στον Πειραιά επί της οδού ……….., Α.Φ.Μ. : ……… Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Πειραιά, όπως νόμιμα εκπροσωπείται,  η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καλτσά (ΑΜΔΣΠ : ………..).

Η ενάγουσα εταιρία «……….» άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 14-12-2021 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../2021 αγωγή της κατά της εναγόμενης, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 491/2023 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Η ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την από 19-2-2024 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2024 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ.  …………/2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της …………, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας παραστάθηκε στο ακροατήριο και, αφού έλαβε το λόγο από τη Δικαστή, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 19-2-2024 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2024 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση της ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας κατά της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και κατά της με αριθμό 491/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την τακτική διαδικασία, επί της ασκηθείσας σε βάρος της εκκαλούσας – εναγόμενης από 14-12-2021 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./2021 αγωγής της εφεσίβλητης – ενάγουσας, διώκουσας με αυτήν την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεώς της σε βάρος της εναγόμενης, συνολικού ποσού 124.970,84 ευρώ, για απαίτηση απορρέουσα από ενδοσυμβατική ευθύνη της τελευταίας δυνάμει των επικαλούμενων διαδοχικών συμβάσεων πώλησης εμπορευμάτων και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ.1, 517 εδ. α, 518 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 19-2-2024 (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/19-2-2024 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών (ενόψει της κείμενης στην αλλοδαπή έδρας της εκκαλούσας) από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας Γεωργίου Καλτσά (ΑΜΔΣΠ : ………..) προς τον πρωτοδίκως παριστάμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά νόμο αντίκλητο της εναγόμενης (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), Δημήτριο Δημητρίου (ΑΜΔΣΠ : ……), την 21-12-2023,  όπως προκύπτει από τη με ίδια ημερομηνία (21-12-2023) επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ………… στο ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης, το οποίο κοινοποιήθηκε στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, και το οποίο η τελευταία (εκκαλούσα) προσκομίζει μετ’ επικλήσεως στο παρόν Δικαστήριο, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (β) ΚΠολΔ παράβολο, ποσού 100,00 ευρώ (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……./19-2-2024 του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αναφορά στο με αριθμό …………../2024 e-παράβολο ποσού 100,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 14-12-2021 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……/2021 αγωγή της, όπως πρωτοδίκως παραδεκτά διορθώθηκε, η ενάγουσα εξέθετε ότι ως ανώνυμη εταιρία δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής και της εμπορίας συρματόσχοινων, σχοινιών και αλυσίδων, ότι στο πλαίσιο της εμπορικής δραστηριότητάς της κατάρτισε με την εναγόμενη ως πλοιοκτήτρια  του υπό ελληνική σημαία, με αριθμό νηολογίου Πειραιά …, ΔΔΣ … και ΙΜΟ ….. δεξαμενόπλοιου «Δ» και εκπροσωπούμενη από τη διαχειρίστρια του πλοίου αλλοδαπή εταιρία με καταστατική έδρα στη …. της Λιβερίας με την επωνυμία «…………», με πραγματική όμως, έδρα στην Ελλάδα, όπου διατηρεί εγκατεστημένο γραφείο κατά τις διατάξεις του Α.Ν. 378/1968 και του Ν. 27/1975, τις επικαλούμενες διαδοχικές προφορικές συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων (εφοδίων) για την κάλυψη των αναγκών ναυσιπλοΐας του οικείου πλοίου, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Απρίλιο 2020 έως το μήνα Ιανουάριο 2021. Ακολούθως, ιστορούσε ότι η ίδια (ενάγουσα) εξέδωσε στο όνομα της ως άνω διαχειρίστριας εταιρίας –   ενεργούσας, όμως, αυτής ως άμεσης αντιπροσώπου, δηλαδή στο όνομα και για λογαριασμό της εναγόμενης πλοιοκτήτριας εταιρίας, όπως πρόκυπτε και από τη σχετική εγγραφή στο αρμόδιο νηολόγιο και το Υπουργείο Ναυτιλίας – τα ενσωματωμένα στην αγωγή οκτώ (8) τιμολόγια πώλησης μετά των αντίστοιχων δελτίων αποστολής, συνολικού ποσού 124.970,84 ευρώ, πληρωτέα, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των άνω συμβαλλόμενων, το αργότερο εντός εξήντα (60) ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, στα οποία αναγράφονται τα πωληθέντα εμπορεύματα κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας, όπως και η συνολική αξία τους, καθώς και ότι παρέδωσε τα ένδικα εμπορεύματα στο οικείο πλοίο, όπως προκύπτει από τη σφραγίδα του πλοίου και την υπογραφή του πλοιάρχου, που έχουν τεθεί επί των σχετικών δελτίων αποστολής των εμπορευμάτων. Ακόμα, ανέφερε ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ίδιας (ενάγουσας) προς την εναγόμενη, η τελευταία δεν έχει εξοφλήσει τα οικεία τιμολόγια, καθιστάμενη, ως εκ τούτου, υπερήμερη. Με βάση το ιστορικό αυτό και λόγω της επικαλούμενης ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγόμενης, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει, για τις ανωτέρω αιτίες, το συνολικό ποσό των 124.970,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση εξήντα (60) ημερών από την έκδοση εκάστου ένδικου τιμολογίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση,  να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του (491/2023), αφού έκρινε την αγωγή επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 211, 212, 216, 297, 298, 330, 340, 341, 345, 346, 361, 513, 516 ΑΚ και 68, 70 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, ακολούθως, έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 124.970,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της εξηκοστής ημέρας από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης, αντίστοιχα, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Κατά της απόφασης αυτής (491/2023) παραπονείται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να απορριφθεί η εναντίον της αγωγή.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 84, 105 και 106 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (Ν. 3816/1959) προκύπτει ότι γίνεται διάκριση των εννοιών πλοιοκτησίας, κυριότητας του πλοίου και εφοπλισμού. Η πλοιοκτησία υποδηλώνει σύμπτωση κυριότητας και εφοπλισμού, έτσι ώστε, όταν τα δύο αυτά στοιχεία χωρίζονται, να έχουμε αφενός μόνο κυριότητα και αφετέρου μόνο εφοπλισμό (ΑΠ 991/1991 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 105 ΚΙΝΔ «ο εκμεταλλευόμενος δι’ εαυτόν πλοίο ανήκον εις άλλον (εφοπλιστής) οφείλει να δηλώσει τούτο εγγράφως από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου εις την λιμενικήν αρχήν του τόπου της νηολογήσεως… Μη γενομένης τοιαύτης δηλώσεως ο κύριος του πλοίου τεκμαίρεται ότι εκμεταλλεύεται τούτο δι’ εαυτόν». Aπό τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η δήλωση του τρίτου περί εφοπλισμού του πλοίου από αυτόν, που γίνεται στο λιμάνι νηολόγησης του πλοίου από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου, αποσκοπεί στην προστασία των τρίτων συναλλασσομένων, αλλά εξυπηρετεί και τα έννομα συμφέροντα της ιδιοκτησίας του πλοίου, αφού σε περίπτωση έλλειψης της δήλωσης τίθεται μαχητό τεκμήριο, ήτοι τεκμαίρεται ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται τούτο για ίδιο λογαριασμό, είναι δηλαδή πλοιοκτήτης. Το τεκμήριο τούτο είναι μαχητό και επιτρέπεται ανταπόδειξη, ήτοι μπορεί να αποδειχθεί ότι ο τρίτος, που δεν αναγγέλθηκε στην ανωτέρω λιμενική αρχή, είναι αυτός που εκμεταλλεύεται το πλοίο για δικό του λογαριασμό, δηλαδή είναι ο εφοπλιστής. Είναι δε ζήτημα πραγματικό σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ποιος πράγματι έχει την εκμετάλλευση του πλοίου, δηλαδή ο κύριος αυτού ή τρίτος (ΑΠ 477/2021, ΑΠ 1988/2014, ΑΠ 689/2013, ΑΠ 11/2009, ΑΠ 1236/2007 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).  Ο κύριος του πλοίου, για να ανατρέψει το τεκμήριο, πρέπει να ισχυριστεί και να αποδείξει, όχι μόνο ότι το πλοίο εκμεταλλεύεται άλλος, αλλά και ότι ο τρίτος γνώριζε αυτό όταν συνήπτε με τον πλοίαρχο τη σύμβαση (π.χ. σύμβαση ναυτολόγησης). Τούτο διότι οι πιο πάνω διατυπώσεις δημοσιότητας σκοπό έχουν να προστατέψουν τους τρίτους, που επισήμως λαμβάνουν γνώση της μεταβολής και ως εκ τούτου η μη τήρησή τους δημιουργεί σε αυτούς την εντύπωση ότι το πλοίο εκμεταλλεύεται ο ίδιος, που δεν τις τήρησε (ΤριμΕφΠειρ 19/1998 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠατρ 216/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 49/2018 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΠειρ 809/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Για τις απαιτήσεις από τον εφοπλισμό ευθύνεται απεριόριστα ο εφοπλιστής, ο δε κύριος του πλοίου ευθύνεται μόνο δια του συγκεκριμένου πλοίου και μέχρι την αξία αυτού, δηλαδή η ευθύνη αυτού είναι περιορισμένη και πραγματοπαγής. Περαιτέρω, ως εκμετάλλευση, η οποία πάντως δεν ταυτίζεται με τη διαχείριση του πλοίου, νοείται η διενέργεια ναυτιλιακών εργασιών (όπως μεταφορά προσώπων και πραγμάτων, αλιεία, ρυμούλκηση) με σκοπό το κέρδος, ενώ στοιχεία αυτής (εκμετάλλευσης) είναι η ναυτική διεύθυνση του πλοίου από τον εφοπλιστή. Βασική προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση να ασκήσει και ασκεί για λογαριασμό του τη ναυτιλιακή επιχείρηση του πλοίου και, εκτός από την απολαβή των κερδών, επωμίζεται απεριορίστως και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του. Επίσης, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 εδαφ. β του ΚΙΝΔ προκύπτει ότι η εκμετάλλευση του πλοίου με την έννοια του εφοπλισμού υπάρχει και στη σύμβαση χρονοναύλωσης, όταν στο ναυλωτή ανήκει η εκμετάλλευση και η ναυτική διεύθυνση αυτού. Στην περίπτωση αυτή ο μεν ναυλωτής τυγχάνει εφοπλιστής του πλοίου, ο δε κύριος αυτού ευθύνεται έναντι των τρίτων πραγματοπαγώς και συγκεκριμένα μόνο δια του πλοίου, κατ’ άρθρο 106 εδ. β του ΚΙΝΔ. Αντίθετα, αν ο κύριος του πλοίου-εκναυλωτής θέτει στη διάθεση του ναυλωτή, έναντι ανταλλάγματος και για ορισμένο χρόνο, πλοίο εξοπλισμένο μαζί με τις υπηρεσίες του πλοιάρχου ή του πληρώματος, διατηρώντας ο ίδιος (χρονοεκναυλωτής) την τεχνική (ναυτική) διαχείριση του πλοίου, παρέχοντας δε σε εκείνον (χρονοναυλωτή) τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί, επί ένα χρονικό διάστημα, το πλοίο και τις υπηρεσίες του πλοιάρχου και του πληρώματος, αυτός εξακολουθεί να είναι πλοιοκτήτης και να φέρει απεριορίστως τους κινδύνους από την εκμετάλλευση αυτή. Επομένως, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει εφοπλισμός, που συνεπάγεται την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, όταν ο πλοιοκτήτης παραχώρησε τη χρήση του πλοίου του γυμνού, διότι στην τελευταία περίπτωση ο μισθωτής-ναυλωτής του πλοίου εξουσιάζει τούτο, τόσο από την πλευρά της τεχνικής διεύθυνσης, όσο και από αυτή της εμπορικής του διαχείρισης, έχει δε τη βούληση να ασκεί και πράγματι ασκεί, για ίδιο λογαριασμό, την επιχείρηση της κερδοσκοπικής εκμετάλλευσής του. Στην περίπτωση αυτή ο μεν ναυλωτής τυγχάνει εφοπλιστής του πλοίου, ο δε κύριος αυτού ευθύνεται έναντι των τρίτων πραγματοπαγώς και συγκεκριμένα μόνο δια του πλοίου, κατ’ άρθρο 106 εδ. β ΚΙΝΔ (ΑΠ 477/2021, ΑΠ 777/2015, ΑΠ 776/2010, ΜονΕφΠειρ 375/2016, ΜονΕφΠειρ 809/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

IV. Από τη με αριθμό …../1-4-2022 ένορκη βεβαίωση του …………. του Σπυρίδωνος ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ………, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό …… Γ/23-3-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ………… με συνημμένη σε αυτήν την από 23-3-2022 εξώδικη γνωστοποίηση – κλήση κοινοποιηθείσα στο διορισθέντα (άρθρα 2 ΚΙΝΔ και 142 ΚΠολΔ) και κατά νόμο αντίκλητο της εναγόμενης, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα τυγχάνει εταιρία που δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής και εμπορίας συρματόσχοινων, αλυσίδων και σχοινιών για πλοία, η δε εναγόμενη τυγχάνει (κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό : την 6-12-2022) πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιου «Δ», νηολογίου Πειραιά (αριθμός νηολογίου .., ΙΜΟ …, ΔΔΣ ….) και μέλος του ομίλου εταιριών «……….» («……….»), ο οποίος δραστηριοποιείται στον τομέα των διεθνών χρηματοδοτικών επενδύσεων, κατέχει δε και διαθέτει επενδυτικό και χρηματοδοτικό χαρτοφυλάκιο στην ποντοπόρο εμπορική ναυτιλία. Περαιτέρω, η εναγόμενη συνεστήθη από την εταιρία «……………..» το έτος 2017, προκειμένου να αποτελέσει μέρος χρηματοδοτικού σχήματος, έχοντος τη μορφή πώλησης και επαναμίσθωσης, στο πλαίσιο του οποίου θα καθίστατο ιδιοκτήτρια και εν συνεχεία εκναυλώτρια του προαναφερθέντος δεξαμενόπλοιου, του οποίου πλοιοκτήτρια υπήρξε, μέχρι τον Αύγουστο του 2017, η εδρεύουσα στον Πειραιά εταιρία με την επωνυμία «………, μέλος του ομίλου ναυτιλιακών εταιριών «……….» και θυγατρική της μητρικής του εν λόγω ομίλου εταιρίας «………..». Ειδικότερα, εντός του έτους 2017 στο πλαίσιο συνεννοήσεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ του ανωτέρω ομίλου και της εταιρίας «…………» για την (ανα)χρηματοδότηση των ναυτιλιακών επιχειρήσεων του ως άνω ομίλου και την απόκτηση επαρκούς ταμειακής ρευστότητας, συμφωνήθηκε η εκταμίευση από την (χρηματοδότρια) εταιρία «………….» προς τον όμιλο «……….» συνολικού ποσού 65.550.000 δολαρίων ΗΠΑ, στο πλαίσιο πώλησης και επαναμίσθωσης («sale & leaseback») τεσσάρων υπό ελληνική σημαία δεξαμενοπλοίων, ήτοι των «Π» (νηολογίου Πειραιώς, με αριθμό νηολογίου ……, ΙΜΟ ….., ΔΔΣ …..), «Α» (αριθμός νηολογίου Πειραιά ….., ΔΔΣ …., ΙΜΟ …..), «Σ» (νηολογίου Πειραιώς, με αριθμό νηολογίου …., ΙΜΟ …, ΔΔΣ ….) και «Δ» (ένδικο πλοίο), τα οποία ανήκαν σε πλοιοκτήτριες εταιρίες του εν λόγω ομίλου. Κατά το περιεχόμενο της ανωτέρω συμφωνίας χρηματοδότησης μέσω πωλήσεων και επαναμισθώσεων, συναφθείσας μεταξύ των εταιριών «………..» (δανείστριας) και «……………..» (δανειζόμενης), η πρώτη θα προέβαινε στη σύσταση τεσσάρων εταιριών ειδικού σκοπού, οι οποίες προορίζονταν να αποκτήσουν την κυριότητα των ανωτέρω δεξαμενόπλοιων δι’ αγοράς, από τις (τότε) ως άνω πλοιοκτήτριες, έναντι συνολικού τιμήματος 65.550.000 δολαρίων ΗΠΑ. Παράλληλα, με τις συμβάσεις αγοραπωλησίας των πλοίων και με τη μεταβίβαση της κυριότητας τους στις εταιρίες ειδικού σκοπού του δανειστή ομίλου, οι εν λόγω εταιρίες/αγοράστριες θα προέβαιναν στην εκναύλωση των πλοίων προς τις πρώην πλοιοκτήτριες εταιρίες του ομίλου «…..» δυνάμει σχετικών συμβάσεων ναύλωσης «γυμνού πλοίου» (bareboat charter agreements) για περίοδο ενενήντα έξι (96) μηνών (8 έτη), στο πλαίσιο των οποίων οι ναυλώτριες θα αναλάμβαναν την υποχρέωση να καταβάλουν μηνιαίους ναύλους στις αγοράστριες – εκναυλώτριες, διατηρώντας τη ναυτική διεύθυνση και κατοχή των πλοίων, τα οποία θα εκμεταλλεύονταν οι ίδιες, ιδίω ονόματι και για δικό τους λογαριασμό, για ολόκληρη τη συμφωνηθείσα περίοδο των ναυλώσεων. Τη δε εμπορική και τεχνική διαχείριση των ανωτέρω πλοίων θα διατηρούσε για ολόκληρη την περίοδο της ναύλωσης ο όμιλος «…», δια της εταιρίας «……….», η οποία διατηρεί νόμιμη εγκατάσταση στον Πειραιά, κατά τις διατάξεις του Ν. 27/1975. Ειδικότερα και αναφορικά με το δεξαμενόπλοιο «Δ», αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ της εναγόμενης και της (τότε πλοιοκτήτριας) εταιρίας «…………….», το από 24-8-2017 Προσύμφωνο Αγοραπωλησίας (Memorandum of Agreement), δια του οποίου συμφωνήθηκε η πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας του ανωτέρω πλοίου στην εναγόμενη – αγοράστρια αντί συνολικού τιμήματος 20.750.000 δολαρίων ΗΠΑ και δυνάμει της από 4-9-2017 σχετικής πράξης μεταβίβασης (Bill of Sale), μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη η κυριότητα του πλοίου και παραδόθηκε σε αυτή η νομή και κατοχή του. Πέραν δε της ως άνω πώλησης και μεταβίβασης καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της εναγόμενης, ως κυρίας και εκναυλώτριας του ανωτέρω πλοίου και αφετέρου της εταιρίας «………………», ως γυμνής ναυλώτριας, η από 24-8-2017 σύμβαση ναύλωσης γυμνού πλοίου, τύπου «………….». Η ανωτέρω σύμβαση ναύλωσης γυμνού πλοίου (bareboat charter ή charter by demise, affretement cogue nue) αποτελεί, σύμφωνα με όσα γίνονται δεκτά από τη θεωρία και τη νομολογία, καθώς και από τη διεθνή ναυτιλιακή πρακτική, είδος της υπό ευρεία έννοια ναύλωσης, κατά την οποία ο κύριος του πλοίου – εκναυλωτής θέτει, έναντι ανταλλάγματος, στη διάθεση του ναυλωτή, για ορισμένο χρόνο, πλοίο κατάλληλο μεν για θαλασσοπλοΐα, αλλά χωρίς εξοπλισμό και επάνδρωση ή με ατελή επάνδρωση και εξοπλισμό, τους δε τελευταίους προσλαμβάνει ο χρονοναυλωτής, στις εντολές του οποίου αυτοί υπακούουν, αναφορικά με τη ναυτική και εμπορική διεύθυνση του πλοίου (ΜονΕφΠατρ 216/2021, ΜονΕφΠειρ 375/2016, ΜονΕφΠειρ 809/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη. Η κατάρτιση όμως, της ανωτέρω εφοπλιστικής σύμβασης αναφορικά με το υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιο «Δ», δεν υποβλήθηκε, όπως άλλωστε ρητά συνομολογείται από την εναγόμενη (σελ.12 των πρωτόδικων προτάσεών της), στη δημοσιότητα του άρθρου 105 παρ. 1 του ΚΙΝΔ, στο οποίο προβλέπεται η από κοινού υποβολή δήλωσης κυρίου και εφοπλιστή πλοίου στη λιμενική αρχή του τόπου νηολογήσεως, η οποία θεσπίστηκε (και) για την προστασία των τρίτων, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του ΚΙΝΔ. Από τη στιγμή δε που δεν έλαβε χώρα η ως άνω δήλωση εφοπλισμού, επέρχεται η συνέπεια εκ του άρθρου 105 παρ. 3 ΚΙΝΔ και η εναγόμενη – κυρία του πλοίου τεκμαίρεται μαχητώς ότι εκμεταλλεύεται το πλοίο στο όνομα και για λογαριασμό της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και στην περίπτωση δε του ένδικου πλοίου, την εμπορική και τεχνική διαχείριση αυτού συμφωνήθηκε ότι θα αναλάμβανε και θα διατηρούσε για ολόκληρη τη διάρκεια της ναύλωσης η εταιρία «………» ενεργώντας κατ’ εντολή και για λογαριασμό της ναυλώτριας εταιρίας «…………», ως αντιπρόσωπός της. Για το λόγο δε αυτό καταρτίστηκε μεταξύ της ως άνω ναυλώτριας και της εταιρίας «………» η από 8-9-2017 σύμβαση διαχείρισης του πλοίου «Δ». Η ως άνω όμως, σύμβαση γυμνής ναύλωσης καταγγέλθηκε από την εναγόμενη δυνάμει της από 1-3-2021 δήλωσης – γνωστοποίησης καταγγελίας, δεδομένου ότι η ναυλώτρια είχε καταστεί από τον Ιανουάριο του 2021 υπερήμερη ως προς την καταβολή των ναύλων. Ακολούθως, την 21-3-2021 και δυνάμει σχετικού δικαιώματος της εναγόμενης (άρθρο 3.7 της από 8-9-2017 επιστολής ανάληψης υποχρέωσης διαχειριστή, που εστάλη από την εταιρία «………» προς την εναγόμενη), η τελευταία κατήγγειλε, με σχετική επιστολή της προς τη διαχειρίστρια εταιρία «………….», τη σύμβαση διαχείρισης και ενημέρωσε την τελευταία ότι τη διαχείριση του ένδικου πλοίου αναλάμβανε εφεξής η εταιρία «…………..». Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι τον Απρίλιο, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του έτους 2020, καθώς και τον Ιανουάριο του έτους 2021, η ενάγουσα συνήψε διαδοχικές προφορικές συμβάσεις πώλησης ανταλλακτικών με την προαναφερθείσα διαχειρίστρια του πλοίου εταιρία «………….», ενεργούσας, όμως, στο όνομα και για λογαριασμό της γυμνής ναυλώτριας (εφοπλίστριας) εταιρίας «……….», η οποία κατά το χρόνο σύναψης και εκτέλεσης των ένδικων συμβάσεων εκμεταλλευόταν ιδίω ονόματι και για δικό της λογαριασμό το συγκεκριμένο πλοίο, μέχρι και την 1-3-2021, οπότε και καταγγέλθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, η σύμβαση γυμνής ναύλωσης, που αυτή είχε συνάψει με την εναγόμενη. Ειδικότερα, η ενάγουσα πώλησε στην ανωτέρω εφοπλίστρια εταιρία: 1) Σχοινί (τύπου «TIGER 24mm» (ΤΕΜ) x 200 μέτρα) και σχοινί ΠΟΛ/ΛΕΝ 5΄΄ – 40 χιλ. (ΤΕΜ) x 220 μέτρα, αντί τιμήματος 2.330 ευρώ, πώληση για την οποία εκδόθηκε στο όνομα της διαχειρίστριας του πλοίου το υπό στοιχείο ΤΙ0 ……/28-4-2020 τιμολόγιο πώλησης, με χορηγηθείσα πίστωση 60 ημερών, 2) μια αλυσίδα (τύπου «Θ 78 XIΛ. U3 Grade 3, dia 78mm 27,5m anchor chain»), μια αλυσίδα (τύπου «Θ 78 XIΛ. U3 24,99Μ SLAC Grade 3, dia 78mm 24,99m anchor chain»), κλειδιά άγκυρας (τύπου «78 ΧΙΛ. U3 Grade 3, dia 78mm»), κλειδιά κεντερ (τύπου 78 ΧΙΛ. U3 Grade 3, dia 78mm kenter shackle), στριφτάρι 78 ΧΙΛ. U3 Grade 3, dia 78mm swivel piece, αντί τιμήματος 32.010,32 ευρώ, πώληση για την οποία εκδόθηκε στο όνομα της διαχειρίστριας του πλοίου το υπό στοιχείο TAF …../24-7-2020 τιμολόγιο πώλησης, με χορηγηθείσα πίστωση 60 ημερών, 3) μια αλυσίδα (τύπου «Θ 78 ΧΙΛ. U3 Grade 3, dia 78mm 27,5m anchor chain»), αντί τιμήματος 21.602,66 ευρώ, πώληση για την οποία εκδόθηκε στο όνομα της διαχειρίστριας του πλοίου το υπό στοιχείο TAF …../24-7-2020 τιμολόγιο πώλησης, με χορηγηθείσα πίστωση 60 ημερών, 4) μια αλυσίδα (τύπου «Θ 78 ΧΙΛ. U3 Grade 3, dia 78mm 27,5m anchor chain»), αντί τιμήματος 21.602,66 ευρώ, πώληση για την οποία εκδόθηκε στο όνομα της διαχειρίστριας του πλοίου το υπό στοιχείο TAF …../24-7-2020 τιμολόγιο πώλησης, με χορηγηθείσα πίστωση 60 ημερών, 5) μια αλυσίδα (τύπου «Θ 78XIΛ.U3 Grade 3, dia 78mm 27,5m anchor chain»), αντί τιμήματος 25.482,66 ευρώ, πώληση για την οποία εκδόθηκε στο όνομα της διαχειρίστριας του πλοίου το υπό στοιχείο TAF ……./24-7-2020 τιμολόγιο πώλησης, με χορηγηθείσα πίστωση 60 ημερών, 6) προϊόντα σιδήρου (VEROPE VEROTOP 10ΧΙΛ. ΜΕΤΡΑ 1 COIL GALV. STEEL WIRE ROPE VEROTOP, NON-ROTATING, T.S. 1960 N/MM2, R.H.L.L., DIAM: 10 MM X 33 MTRS WITH PRESSED THIMBLE AT ONE END. MBL: 9.72 TONS, Συρματόσχοινο 6X36 XΨ 34XIΛ.Γ. 4 REELS GALVANIZED STEEL WIRE ROPE (6X36) +IWRC, RHRL, DIAM:34MM, L: 220 MTRS WITH PRESSED EYES SPLICED 2 MTRS LONG AT BOTH ENDS. LDBF: 74 TONS MEG-4, TAΛOYPIT 11ΧΙΛ., ΤΑΛΟΥΡΙΤ 36ΧΙΛ., ΡΟΔΑΝΤΖΕΣ ΒΑΡΕΩΣ ΤΥΠΟΥ 12ΧΙΛ.), αντί τιμήματος643,70 ευρώ, πώληση για την οποία εκδόθηκε στο όνομα της διαχειρίστριας του πλοίου το υπό στοιχείο TAF ……./24-7-2020 τιμολόγιο πώλησης, με χορηγηθείσα πίστωση 60 ημερών, 7) προϊόντα σιδήρου (Σχοινί ΚΑΡΑ FLOAT 24 64mm (8″) 8 COILS X 220 MTRS – LDBF: 75.1 TONS, συρματόσχοινο 6X36 ΧΨ ΓΑΛΒΑΝ. 2 REELS DRAWN GALVANIZED HIGH CARBON STEEL WIRE ROPE CONSTRUCTION: 6×36+IWRC DIAMETER:34 MM, LDBF : 74 TONS, ΤΑΛΟΥΡΙΤ 36ΧΙΛ.), αντί τιμήματος 13.528,80 ευρώ, πώληση για την οποία εκδόθηκε στο όνομα της διαχειρίστριας του πλοίου το υπό στοιχείο TAF …../10-8-2020 τιμολόγιο πώλησης, με χορηγηθείσα πίστωση 60 ημερών και 8) προϊόντα σιδήρου (MANDAL FAIRLEAD SHACKLE 120Μ, NORWAY FAIRLEAD MANDAL 120 TONS STAINLESS STEEL, ORIGINAL FROM NORWAY WITH DNV CERTIFICATES), αντί τιμήματος 770,04 ευρώ, πώληση για την οποία εκδόθηκε στο όνομα της διαχειρίστριας του πλοίου το υπό στοιχείο ……/21-1-2021 τιμολόγιο πώλησης, με χορηγηθείσα πίστωση 60 ημερών. Η δε απαίτηση της ενάγουσας από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 124.970,84 ευρώ  (2.330 + 32.010,32 + 21.602,66 + 21.602,66 + 25.482,66 + 7.643,70 + 13.528,80 + 770,04). Άπαντα τα ανωτέρω πωληθέντα προϊόντα – ανταλλακτικά παραδόθηκαν από την ενάγουσα στο πλοίο και παραλήφθηκαν ανεπιφύλακτα από τον πλοίαρχο αυτού, η δε συμφωνηθείσα αξία των πωληθέντων προϊόντων και η ανεπιφύλακτη παραλαβή αυτών δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη. Εξάλλου, η διαχείριση του πλοίου «Δ.» είχε ανατεθεί στην εταιρία «……….» από την ως άνω γυμνή ναυλώτρια δυνάμει της από 8-9-2017 σύμβασης διαχείρισης και όχι από την εναγόμενη, η οποία, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, δεν εκμεταλλευόταν καθ’  όλο το χρονικό διάστημα της γυμνής ναύλωσης το πλοίο. Ενόψει των ανωτέρω αποδείχθηκε, κατ’ αρχάς, ότι η εναγόμενη δεν ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, πλοιοκτήτρια του ανωτέρω πλοίου, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής της για τη στοιχειοθέτηση της ιστορικής της βάσης και την κατά νόμο θεμελίωση της υποχρέωσης της αντιδίκου της να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό του τιμήματος από τις ένδικες πωλήσεις, που αναμφίβολα, κατά τα προαναφερθέντα, παραδόθηκαν στο συγκεκριμένο πλοίο, αλλά απλή κυρία αυτού. Το γεγονός όμως, της μη υποβολής δήλωσης εφοπλισμού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές του παρόντος Δικαστηρίου, θέτει ζήτημα ισχύος, στην κρινόμενη υπόθεση, του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 105 παρ. 3 ΚΙΝΔ. Και είναι μεν γεγονός ότι η εναγόμενη, βάλλοντας κατά του ανωτέρω τεκμηρίου, νομιμοποιούμενη προς τούτο, ως κυρία που δεν εκμεταλλεύεται το πλοίο αλλά ενάγεται ως πλοιοκτήτρια (ΕφΠειρ 268/1989 ΕΝΔ 1989.517), προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία βασίμως αποδεικνύεται η εφοπλιστική σχέση μεταξύ αυτής και της εταιρίας «……………», πλην όμως, αναφορικά με τη γνώση της ενάγουσας για την ύπαρξη της εφοπλιστικής σχέσης κατά το χρόνο σύναψης των ένδικων συμβάσεων πώλησης, η εναγόμενη δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η εναγόμενη ή η διαχειρίστρια του πλοίου ή η εφοπλίστρια εταιρία κατέστησαν γνωστό, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, προς την ενάγουσα ότι η εταιρία «………….» ανέλαβε την εκμετάλλευση αυτού, γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητείται ειδικώς από την εναγόμενη. Αντιθέτως, η διαχειρίστρια εταιρία «………….» συνέχισε να διαχειρίζεται το πλοίο «Δ.», εμφανιζόμενη μάλιστα ενώπιον της αρμόδιας διοικητικής αρχής, ακόμα και μετά την κατάρτιση της από 24-8-2017 σύμβασης γυμνής ναυλώσεως, ως ενεργούσα στο όνομα και για λογαριασμό της φερόμενης ως πλοιοκτήτριας εναγόμενης [βλ. σχετ. τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα υπ’ αριθ. πρωτ. ………../22-10-2020 και ………./19-11-2021 βεβαιώσεις του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (Διεύθυνση Ποντοπόρου Ναυτιλίας – Τμήμα 2ο – Τμήμα Ναυτιλιακών Εταιριών], η δε ενάγουσα εισέφερε το ποσό του οφειλομένου τιμήματος των ένδικων συμβάσεων πωλήσεως στον ίδιο χρεοπιστωτικό λογαριασμό που τηρούνταν, κατόπιν συμφωνίας με την προαναφερόμενη διαχειρίστρια εταιρία, και υφίστατο προ της προαναφερθείσας σύμβασης γυμνής ναυλώσεως για όλα τα πλοία, που διαχειριζόταν η τελευταία και ανήκαν στον όμιλο της «…………». Τα δε παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, ήτοι το περιεχόμενο των ως άνω βεβαιώσεων του Υπουργείου και η τήρηση του υφιστάμενου τραπεζικού λογαριασμού της διαχειρίστριας εταιρίας, που τελούσαν σε γνώση της ενάγουσας, ήταν ικανά να στηρίξουν την εύλογη και δικαιολογημένη πεποίθησή της ως καλόπιστης τρίτης αναφορικά με την ιδιότητα της εναγόμενης ως πλοιοκτήτριας κατά το χρόνο σύναψης των επίδικων συμβάσεων πώλησης. Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι υπήρχαν δημοσιεύματα στον ηλεκτρονικό διεθνή τύπο εντός του έτους 2017, ήτοι πριν από το χρόνο κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων, μέσω των οποίων κατέστη γνωστή η συμφωνία μεταξύ του ομίλου της εναγόμενης «….» και του ομίλου «…..» αναφορικά με την πώληση και εκναύλωση των τεσσάρων δεξαμενοπλοίων, μεταξύ των οποίων και του επίδικου πλοίου «Δ.», εφόσον α) δεν αποδείχθηκε ότι αυτά πράγματι περιήλθαν σε γνώση της ενάγουσας, η οποία αγνοούσε την πραγματική κατάσταση του εφοπλισμού του πλοίου κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων και β) αυτά τουλάχιστον που προσκομίστηκαν μετ’ επικλήσεως από την πλευρά της εναγόμενης, περιγράφουν το γενικό πλαίσιο της οικονομικής συμφωνίας και οπωσδήποτε δεν υπεισέρχονται στις λεπτομέρειες αυτής και πολύ περισσότερο δεν αναφέρεται σε αυτά η πραγματική σχέση του εφοπλισμού και μάλιστα με τη συγκεκριμένη εταιρία «……………..», η οποία δεν δηλώθηκε επισήμως και νομοτύπως, ακριβώς προς εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων των άνω συμβαλλόμενων ομίλων. Επιπρόσθετα, η ως άνω γνώση του τρίτου σχετικά με την ύπαρξη ή μη του πραγματικού γεγονότος του εφοπλισμού, αποτελεί, κατά την άποψη που το παρόν Δικαστήριο κρίνει ορθότερη, προϋπόθεση για την ανατροπή του τεκμηρίου του άρθρου 105 παρ. 3 ΚΙΝΔ, στην περίπτωση που ενάγεται ο κύριος του πλοίου (ΤριμΕφΠειρ 19/1998 ο.π., ΜονΕφΠατρ 216/2021 ο.π., ΜονΕφΠειρ 49/2018 ο.π., ΜονΕφΠειρ 809/2014 ο.π., Α. Αντάπαση – Λ. Αθανασίου, Ναυτικό Δίκαιο, εκδ. 2020, παρ. 789 – 797, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, εκδ. 1989, σελ. 70-71, Ν. Δελούκα, Ναυτικό Δίκαιο, εκδ. 1979, σελ. 132, πρβλ. Λ. Αθανασίου, Ναυτικό Δίκαιο, εκδ. 2025, παρ. 825 – 831 για τη διάταξη του άρθρου 60 παρ. 3 του νέου ΚΙΝΔ – Ν. 5020/2023 με αναφορά σε παλαιότερη βιβλιογραφία και νομολογία και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, σε ΠΠειρ 1877/1964 ΕΕμπΔ 1964.391, ΑΠ 624/1968 ΕΕμπΔ 1969.243, ΠΠειρ 636/1969 ΕΕμπΔ 1969.565, ΠΠΠειρ 450/1970 ΕΕμπΔ 1971.77, ΕφΑθ 2943/1970 ΕΕμπΔ 1971.198, ΕφΑθ 3613/1970 ΕΕμπΔ 1971.245, ΕφΑθ 3893/1973 ΝοΒ 1973.1480, ΕφΑθ 8424/1974 ΕΕμπΔ 1975.624, ΠΠΠειρ 1004/1978 ΕΕμπΔ 1979.403, contra ενδ. Ι. Κοροτζή, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος δεύτερος, εκδ. 2005, σελ. 78 – 80 και σημ.34). Και τούτο διότι, αν δεχόταν κανείς ότι αρκεί να αποδείξει ο κύριος του πλοίου, για να ανατρέψει το τεκμήριο, ότι δεν εκμεταλλεύεται το πλοίο ο ίδιος, θα περιόριζε σε σημαντικό βαθμό την πρακτική σημασία του τεκμηρίου, καθόσον θα επιφόρτιζε τους τρίτους, τους οποίους και επιδιώκει πρώτιστα να προστατέψει η θέσπιση του τεκμηρίου, με το έργο της αναζήτησης του πράγματι εκμεταλλευόμενου το πλοίο. Άλλωστε, όταν ο νόμος θεωρεί τον κύριο του πλοίου, που δεν έκανε δήλωση για την παραχώρηση της εκμετάλλευσής του σε άλλον, ως εκμεταλλευόμενο αυτό και παράλληλα επιτρέπει σε αυτόν να προσάγει αντίθετη απόδειξη, υπονοεί κατά λογική ακολουθία, ότι η αντίθετη αυτή απόδειξη αντικείμενο έχει ότι δεν προβαίνει αυτός αλλά συγκεκριμένο άλλο πρόσωπο στην εκμετάλλευση του πλοίου. Εξάλλου, η εναγόμενη αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι η εταιρία «……………» κατήρτισε τις επίδικες συμβάσεις στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό ως αγοράστρια των εμπορευμάτων και οπωσδήποτε όχι ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης, άλλως επικουρικά ότι η εταιρία «………………» συμβλήθηκε ως άμεση αντιπρόσωπος της εφοπλίστριας εταιρίας «………… ενώ όλως επικουρικότερα, η εναγόμενη προβάλλει ισχυρισμό περί έλλειψης πληρεξουσιότητας (άρθρο 229 εδ. α ΑΚ) της εταιρίας «……….» να προβεί στη σύναψη των ένδικων συμβάσεων στο όνομα και για λογαριασμό αυτής (εναγόμενης), αρνούμενης περαιτέρω να προβεί σε έγκρισή τους, ισχυρισμούς τους οποίους παραδεκτά επαναφέρει, κατά τη δέουσα εκτίμηση, με τους τρεις συναφείς λόγους έφεσης. Ωστόσο, με βάση τα προεκτεθέντα και δεδομένης της μη ανατροπής του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 105 παρ. 3 ΚΙΝΔ από την εναγόμενη, η τελευταία ευθύνεται ως πλοιοκτήτρια για την καταβολή του ως άνω οφειλόμενου ποσού από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης, απορριπτόμενου του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ισχυρισμού ως προς αμφότερα τα άνω σκέλη του, ως προς την ουσία του. Ωσαύτως και ο συναφής ισχυρισμός περί έλλειψης πληρεξουσιότητας τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, αφού από τις ως άνω βεβαιώσεις του Υπουργείου Ναυτιλίας, εκδοθείσες την 22-10-2020 και την 19-11-2021, αντίστοιχα, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της από 24-8-2017 σύμβασης ναύλωσης γυμνού πλοίου καταρτισθείσας μεταξύ της εναγόμενης ως κυρίας και εκναυλώτριας του ένδικου πλοίου και της εταιρίας με την επωνυμία «…………… ως εφοπλίστριας, σε συνδυασμό με τις επιστολές της εναγόμενης πλοιοκτήτριας εταιρίας «………………» και τις υπεύθυνες δηλώσεις του εκπροσώπου της εταιρίας «………….», που μνημονεύονται στις ως άνω βεβαιώσεις ως κατατεθειμένες στο Υπουργείο, προκύπτει ότι η διαχειρίστρια εταιρία «…………» κατά τον επίδικο χρόνο εκπροσωπούσε την εναγόμενη πλοιοκτήτρια εταιρία «…………» και έτσι, δεν τίθεται ζήτημα έλλειψης πληρεξουσιότητας της άνω διαχειρίστριας κατά την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων πώλησης ούτε συνακόλουθα ζήτημα έγκρισής τους από την εναγόμενη. Επομένως και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 124.970,84 ευρώ (2.330 + 32.010,32 + 21.602,66 + 21.602,66 + 25.482,66 + 7.643,70 + 13.528,80 + 770,04), με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό από την επομένη της εξηκοστής ημέρας από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης, αντίστοιχα.

V. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του (491/2023), γενομένης δεκτής της αγωγής ως βάσιμης κατ’ ουσίαν, αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 124.970,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό από την επομένη της εξηκοστής ημέρας από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης, αντίστοιχα, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους έφεσης τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, καθώς επίσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………/19-2-2024 του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στο Δημόσιο Ταμείο, διότι η ένδικη έφεσή της απορρίφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατά της με αριθμό 491/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), κατ’ ουσίαν.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την  31 Αυγούστου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ