ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 554/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) Του εκκαλούντος: …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δαμιανό Δημητρούλια (ΑΜ ΔΣΑ ……….), που κατέθεσε την από 20.5.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Της εφεσίβλητης: Της εταιρείας με την επωνυμία «………………», που εδρεύει στις …….. (……………), νομίμως εκπροσωπούμενης, στερούμενης ΑΦΜ στην Ελλάδα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Σιούφα (ΑΜ ΔΣΠ …., ΑΦΟΙ ΣΙΟΥΦΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ……..), που κατέθεσε την από 20.5.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Β) Της αντεκκαλούσας: Της εδρεύουσας στις …………….. εταιρείας με την επωνυμία «………….», που εκπροσωπείται νόμιμα, στερούμενης ΑΦΜ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Σιούφα (ΑΜ ΔΣΠ …, ΑΦΟΙ ΣΙΟΥΦΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ….), που κατέθεσε την από 20.5.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Του αντεφεσίβλητου: ……….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δαμιανό Δημητρούλια (ΑΜ ΔΣΑ ………….), που κατέθεσε την από 20.5.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Ο ενάγων, ήδη εκκαλών – αντεφεσίβλητος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 9.7.2024 (με γεν.αριθ.καταθ. …../2024 και ειδ.αριθ.καταθ. ……../2024) αγωγή κατά της εφεσίβλητης – αντεκκαλούσας, με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ’αριθ. 5203/2025 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενης σε βάρος του ενάγοντος.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ο ηττηθείς ενάγων, με την από 15.12.2025 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. ……/2025 και ειδ. αριθ.καταθ. ……./2025 και στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …../2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …../2025) έφεση και η εναγόμενη με την από 16.3.2026 και με αριθμό κατάθεσης στο Εφετείο ΓΑΚ/ΕΑΚ/……./15.4.2026 αντέφεση, οι οποίες προσδιορίστηκαν προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω, αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) η από 15.12.2025 έφεση του εκκαλούντος ………………, εν όλω ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό – ενάγοντος της από 9.7.2024 αγωγής – και β) η από 16.3.2026 αντέφεση της αντεκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «……………..» – εναγόμενης της από 9.7.2024 αγωγής – οι οποίες (έφεση και αντέφεση) βάλλουν κατά της υπ’ αριθ. 5203/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών. Περαιτέρω, ως υπαγόμενες στο ίδιο είδος διαδικασίας, αλλά και λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της αντεφέσεως, σε σχέση με την έφεση, αφού δεν νοείται χωριστή εκδίκαση εφέσεως και αντεφέσεως ενόψει της φύσεως της τελευταίας, ως ιδιόμορφου ενδίκου βοηθήματος παρεπομένου της εφέσεως, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, διότι στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως εκδοθείσας επί αξιώσεων των διαδίκων, αναγόμενων από το ίδιο ζημιογόνο περιστατικό, συνακόλουθα δε δια της συνεκδικάσεως διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται μείωση των εξόδων και αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων ( άρθρα 31, 246, 524 ΚπολΔ).
Η κρινόμενη, από 15.12.2025, έφεση του εκκαλούντος, που στρέφεται κατά της υπ’αριθ. 5203/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρ. 82 ΚΙΝΔ σε συνδ. με άρθρ. 591, 614, 621, 622 ΚΠολΔ), κατ’αντιμωλία των διαδίκων ασκήθηκε, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν παρήλθε η προθεσμία των δύο (2) ετών από το χρόνο έκδοσης αυτής, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄87/23.7.2015) σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε σε οποιοδήποτε διάδικο μέρος για γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, αφού δεν προσκομίζεται είτε έκθεση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης είτε αντίγραφο αυτής με επισημείωση σε αυτό Δικαστικού Επιμελητή για επίδοση αυτής, ενώ συγχρόνως δεν προτείνεται ισχυρισμός για εκπρόθεσμη άσκηση αυτής, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει να διαδράμει η προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. Β ΚΠολΔ, το δε δικόγραφο της υπό κρίση έφεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την εκκαλούμενη πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 16.12.2025 (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 Κ.Πολ. Δ), ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής (Εφ.Πειρ. 315/2023, Εφ.Πειρ. 2632/2023, www.efeteio-peir.gr). Πρέπει συνεπώς η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της.
Ι. Η αντέφεση κατά το άρθρο 523 του ΚΠολΔ δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά ένα ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα άμυνας του εφεσίβλητου, που του παρέχει τη δυνατότητα της περιορισμένης έκτασης αντεπίθεσης σε βάρος του εκκαλούντος για τα κεφάλαια της απόφασης, που μεταβιβάστηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την έφεση, καθώς επίσης και για τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, χωρίς αντίστοιχα να επηρεάζονται τα κεφάλαια, που δεν μεταβιβάσθηκαν στο Εφετείο. Ως «κεφάλαιο», κατά την έννοια του νόμου θεωρείται κάθε οριστική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφαίνεται για το ορισμένο και παραδεκτό ή και τη βασιμότητα μιας αυτοτελούς αιτήσεως για παροχή έννομης προστασίας, η οποία εισάγει ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική του βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες, που το οριοθετούν (ΑΠ 1958/ 2017, ΑΠ 1061/2015, ΑΠ 672/2012, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 978/2014, ΧρΙΔ 2015/35, ΑΠ 132/2004, ΝοΒ 2004/1547), καθώς και για τις τυχόν ενστάσεις, που προβλήθηκαν ως άμυνα κατά της αιτήσεως αυτής (ΑΠ 189/2016, ΑΠ 1543/2007, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κριτήριο για την οριοθέτηση της έννοιας του κεφαλαίου αποτελεί το αίτημα της εφέσεως για εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση συγκεκριμένης οριστικής διατάξεως της εκκαλουμένης, που αποφαίνεται επί αυτοτελούς αιτήσεως. Οι αιτιολογίες της απόφασης, δηλαδή η διάγνωση των κατ’ ιδίαν προϋποθέσεων επελεύσεως καθεμιάς από τις αιτούμενες έννομης συνέπειας, που μπορεί να συνίστανται σε ιδιαίτερα πραγματικά ή νομικά ζητήματα, τα οποία επιλύονται από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εντάσσονται στο ίδιο ενιαίο κεφάλαιο της εκκαλουμένης, με το οποίο αποφαίνεται θετικά ή αρνητικά και με δύναμη δεδικασμένου για τη συγκεκριμένη έννομη συνέπεια (ΑΠ 249/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 671/2003, Δνη 2003/1343, Χ. Τριανταφυλλίδης, σε Κ. Οικονόμου, Η Έφεση – Συστηματική κατ’ άρθρο ερμηνεία του ΚΠολΔ 2017, άρθρο 520, αρ. 11, σελ. 164, Β. Ρήγας, Ζητήματα εκ του δικαίου της εφέσεως, σε Δνη 1998/749 επομ. [752], Α. Μπακόπουλος, Ζητήματα από την κατ’ έφεση δίκη, σε Δνη 1992/1137 επομ. [1144], βλ. και Α. Παπαθεοδώρου, Πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι, 2013, σελ. 52) και παραδεκτά προσβάλλονται με πρόσθετους λόγους, αφού δεν αποτελούν χωριστό κεφάλαιο. Λόγω του ότι η αντέφεση δεν αποτελεί ένδικο μέσο, δεν ισχύει ούτε σε αυτήν, αλλά ούτε και στους πρόσθετους λόγους της, το άρθρο 514 του ΚΠολΔ, που απαγορεύει την άσκηση δεύτερης εφέσεως από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, έστω και αν στηρίζεται σε άλλους λόγους ή στρέφεται κατά άλλου κεφαλαίου. Επομένως, ο διάδικος, που έχει ασκήσει έφεση, δεν κωλύεται να ασκήσει κατά της έφεσης του αντιδίκου του, αντέφεση περιλαμβάνουσα τους ίδιους ή διαφορετικούς λόγους, που διαλαμβάνει στην έφεσή του, με τον αυτονόητο όμως περιορισμό ότι οι λόγοι αυτοί πρέπει να αναφέρονται στα εκκληθέντα με την έφεση του αντιδίκου του ή στα συνεχόμενα με αυτά κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης (Εφ.Αθ 2295/2009). Η αντέφεση έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την έφεση, όταν ασκείται μετά την παρέλευση της προθεσμίας της έφεσης, και συνιστά ιδιαίτερη διαδικαστική πράξη, που διέπεται από τις σχετικές με αυτήν διατάξεις ΟλΑΠ 180/1979, ΑΠ 135/2019, ΑΠ 1483/2019). Ένεκα του παρεπόμενου, όταν δεν αποτελεί αυτοτελή έφεση, χαρακτήρα της αντέφεσης σε σχέση με την έφεση, δεν νοείται χωριστή εκδίκασή τους, η απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης συνάγεται και την απόρριψη της αντέφεσης ως απαράδεκτης, χωρίς οποιαδήποτε άλλη έρευνα, και τέλος η άσκηση της έφεσης αποτελεί προϋπόθεση της άσκησης και εισαγωγής της αντέφεσης προς συζήτηση, προϋπόθεση που πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο άσκησης της αντέφεσης. Δηλαδή, πρέπει στο χρόνο αυτό η έφεση να παραμένει εκκρεμής, με αποτέλεσμα, αν ο εκκαλών παραιτηθεί από την έφεσή του, δεν τίθεται θέμα μεταγενέστερης άσκηση αντέφεσης (ΑΠ 4/1995, Μ. ΕφΑθ 533/2017, ΕφΘεσ 2224/2009, ΕφΠειρ 213/2016, ΕφΠειρ 513/ 2015). Αντέφεση δικαιούται να ασκήσει κάθε εφεσίβλητος (ενάγων, εναγόμενος, παρεμβαίνων), ή οι δικαιοδόχοι του, και όταν ακόμη έχει αποδεχθεί την απόφαση ρητά ή σιωπηρά ή έχει παραιτηθεί από προηγουμένως ασκηθείσα από αυτόν έφεση. Για την άσκησή της απαιτείται έννομο συμφέρον, που υφίσταται στο πρόσωπο του εφεσίβλητου, εάν με το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης ηττάται και αυτός, έστω και εν μέρει. Αν αντίθετα έχει νικήσει ολοσχερώς, η αντέφεση δεν μπορεί να έχει αίτημα και απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 516 παρ. 2 και 532 του ΚΠολΔ. Εξαιρετικά, έννομο συμφέρον για άσκηση αντέφεσης αναγνωρίζεται και στο διάδικο, που νίκησε πρωτοδίκως, αν παρά την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, βλάπτεται από τις αιτιολογίες αυτής, οι οποίες όμως πρέπει να περιέχουν στοιχεία διατακτικού και να δημιουργούν σε βάρος του δεδικασμένο. Κατ’ ακολουθία, αντέφεση του ολοσχερώς νικήσαντος διαδίκου με αίτημα την επαναφορά των ενστάσεων, με τις οποίες, στην πρωτοβάθμια δίκη, ως εναγόμενος, ζητούσε την απόρριψη της αγωγής, δεν νοείται, αφού τις ενστάσεις αυτές μπορεί να επαναφέρει ο εν λόγω διάδικος στο Εφετείο ως εφεσίβλητος, κατά το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς συντελούν σε υπεράσπισή του κατά της έφεσης του αντιδίκου του (ΑΠ 505/2020, ΑΠ 1174/ 2009,ΑΠ 1094, ΕφΑθ 7748/2007). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 516 §§ 1-2 ΚΠολΔ «1. Δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων, ο εναγόμενος, εκείνοι, που άσκησαν κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοί τους, οι ειδικοί διάδοχοί τους, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, και οι Εισαγγελείς Πρωτοδικών, αν ήταν διάδικοι. 2. Έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος, που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία «Δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον», προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης είναι το έννομο συμφέρον του εκκαλούντος. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη, την οποία υπέστη ο διάδικος, που επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Κατά κανόνα βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν απορρίπτονται εν μέρει ή ολικά οι προτάσεις του, (ήτοι, η αγωγή, η ανταγωγή, οι ενστάσεις του), ή γίνονται δεκτές έναντι αυτού εν μέρει ή ολικά οι προτάσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη του εκκαλούντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του εκκαλούντος. Κατ’ εξαίρεση και σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 516 § 2 ΚΠολΔ, έφεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος, που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη, είτε διότι έγινε δεκτή η αγωγή του κ.λπ. είτε διότι απορρίφθηκε η αγωγή κ.λπ. του αντιδίκου του, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, το οποίο κρίνεται με βάση την προσβαλλόμενη απόφαση και υπάρχει, όταν ο διάδικος βλάπτεται από τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης και ιδίως αν δημιουργείται από την απόφαση δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη και φέρει συνακόλουθα τα στοιχεία διατακτικού, όπως επίσης και όταν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί, διότι τυγχάνει αβάσιμη η ιστορική βάση της, ενώ απορρίφθηκε μετά από προβληθείσα ένσταση του διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή η απόφαση υπολείπεται των προσδοκιών του διαδίκου. Κατά συνέπεια των παραπάνω, οι εσφαλμένες αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, οι οποίες δεν καταλήγουν σε βλάβη του εκκαλούντος με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις, που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης, όπως και ζητήματα, που κρίθηκαν πλεοναστικά, χωρίς να παρίσταται προς τούτο ανάγκη, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης, καθόσον το κρίσιμο τμήμα της απόφασης δεν είναι οι αιτιολογίες αλλά οι διατάξεις αυτής. Διαφορετικά, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αντικαθιστά τις εσφαλμένες αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Συνεπώς, κατ’ εξαίρεση μπορεί να προκαλείται βλάβη από τις δυσμενείς αιτιολογίες, όταν από αυτές καθιδρύεται δεδικασμένο, που αφορά σε έννομη σχέση, τουτέστιν σε έννομη συνέπεια αντλούμενη από την υπαγωγή διαπιστωμένων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, εφόσον: (α) η δυσμενής στο αιτιολογικό διάγνωση ήταν αναγκαία προς στήριξη του ευνοϊκού για τον ανωτέρω διάδικο διατακτικού, (β) το αποφανθέν Δικαστήριο ήταν αρμόδιο να κρίνει ως προς τη σχέση αυτή και (γ) το δυσμενές δεδικασμένο μπορεί να αντιταχθεί (δεσμευτικά) σε άλλη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων, ως προϋπόθεση του ζητήματος, που θα κριθεί σε αυτή, τουτέστιν ως προδικαστικό ζήτημα, με τις προϋποθέσεις ορίζει το άρθρο 331 του ΚΠολΔ (Κ. Κεραμέως, Ουσιαστικόν δεδικασμένον περί προδικαστικών ζητημάτων, 1967, παρ. 7 σελ. 153, του ιδίου, Αστικόν Δικονομικόν Δίκαιον, έκδ. 1986, σελ. 303 και 308 επ., ΕφΑθ 4950/1982, ΝοΒ 30, σελ.1095, πρβλ. επί αιτήσεως αναιρέσεως από διάδικο, που νίκησε κάτω από όμοιες συνθήκες τις ΑΠ 474/1973 ΝοΒ 21, σελ. 1340, ΑΠ 725/1954 ΝοΒ 3, σελ. 23), οπότε και υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης ακόμη και από το διάδικο, που νίκησε, προς αποτροπή αυτού, (ΑΠ 226/2014, ΑΠ 920/2013, ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 382/2011, ΑΠ 653/2010 Νόμος). Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις και δη από τη διάταξη του άρθρου 322 παρ.1 εδ.α’ του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα, που κρίθηκε, εάν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση, που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, λαμβανομένης υπόψη και της ίδιας της φύσης του δεδικασμένου ως εξασφαλιστικού θεσμού των έννομων συνεπειών καθ’ εαυτές και όχι ως αυθεντικό ερμηνευτή της έννομης τάξης, ούτε ως αποδεικτικού μέσου, συνάγεται ότι το δεδικασμένο δεν εκτείνεται ούτε στη δοθείσα από το Δικαστήριο ερμηνεία του νόμου, ούτε στην αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, που στοιχειοθετούν την ελάσσονα του δικανικού συλλογισμού πρόταση, ούτε στις διαπιστωθείσες νομικές προς θεμελίωση του δικανικού συλλογισμού καταστάσεις (Δ. Κονδύλη, Το δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ παρ. 22, σελ. 262 και ΑΠ 303/1979 ΝοΒ 27, σελ. 1294). Οι διαλαμβανόμενες στην απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δυσμενείς για τον νικήσαντα κατ` αποτέλεσμα διάδικο αιτιολογίες, είτε είναι ασύμφορες, είτε δεν είναι ορθές νομικώς, είτε αντίκεινται στην αντικειμενική αλήθεια, δεν είναι ικανές να θεμελιώσουν έννομο συμφέρον του νικήσαντος διαδίκου προς άσκηση εφέσεως (Ν. Νίκα, Το έννομο συμφέρον κλπ., έκδ. 1981, σελ. 84) [βλ. για όλα τα ανωτέρω ΕφΘεσ. 1164/1988, Αρμ 1988, σελ. 703]. Οι αιτιολογίες της απόφασης έχουν συνέπειες διατακτικού, εάν (μεταξύ άλλων) η απόφαση έλυσε με παρεμπίπτουσα σκέψη κάποια προδικαστική έννομη σχέση σε βάρος του διαδίκου, που νίκησε (είτε είναι ενάγων είτε εναγόμενος), οπότε ο διάδικος αυτός βλάπτεται και δικαιούται να προσβάλει την απόφαση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 516 § 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 404/2010 Νόμος). Επιπλέον, η αιτιολογία καθεαυτή δημιουργεί δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του διαδίκου, και όταν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί, επειδή είναι αβάσιμη η ιστορική βάση της, ενώ απορρίφθηκε μετά από προβληθείσα ένσταση του διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή η απόφαση υπολείπεται των προσδοκιών του διαδίκου και συνεπώς πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι ηττημένος ο διάδικος, ο οποίος βλάπτεται γενικά από το περιεχόμενο της απόφασης, οπότε με την άσκηση της έφεσης υφίσταται γι’ αυτόν η δυνατότητα να μεταβάλει υπέρ αυτού την απόφαση, εφόσον συντρέχει βάσιμη προς τούτο περίπτωση, (ΑΠ 920/2013 Νόμος, αντίθετα για την ένσταση κατά χρηστικής άσκησης δικαιώματος ΑΠ 913/2010 Νόμος), και τούτο διότι το έννομο συμφέρον για την άσκηση των ένδικων μέσων αποτελεί θεμελιώδη διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, της οποίας η ανάγκη ύπαρξης συνάγεται και από τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το έννομο συμφέρον, ως προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε ένδικου μέσου, αποτελεί ειδικότερη έκφανση της θεμελιώδους αρχής, που καθιερώνει το ανωτέρω άρθρο. Η παραπάνω προϋπόθεση εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και η έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου μέσου ως απαραδέκτου, (βλ. άρθρα 68, 73, 532 ΚΠολΔ ΑΠ 920/2013 Νόμος, ΑΠ 274/2003 ΕπΔικΠολ 2004. 51, ΑΠ 1459/2000 Δνη 2001.741, ΕφΝαυπλ 121/2011 Νόμος, ΕφΑθ 6188/2009, ΕφΘεσ 386/2011 Νόμος, ΕφΘεσ 654/2009, ΕφΔωδ 246/2006 Νόμος, ΕφΑθ 4195/2004 ΝοΒ 53. 102 και Νόμος, ΕφΘεσ 2039/2003, ΕφΑθ 2903/2002 Αρμ 2003. 1809, ΕφΑθ 3743/1996 Νόμος, ΕφΛαρ 81/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ, 179/2015 ΜΕφΛαρ).
Με την από 16.3.2026 αντέφεση, η εναγόμενη – εφεσίβλητη – αντεκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξετάζοντας την ένδικη αγωγή, με την οποία ο ενάγων – εκκαλών – αντεφεσίβλητος ιστορούσε ότι είχε καταρτίσει μαζί της σύμβαση ναυτικής εργασίας, δυνάμει της οποίας τον προσέλαβε ως εκπρόσωπό της αντί μηνιαίων αποδοχών 10.000 ευρώ, δέχθηκε ότι η περιγραφόμενη στην αγωγή σχέση μεταξύ των διαδίκων, δεν αποτελεί σύμβαση εργασίας αλλά συνιστά σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, αποδεχόμενη τον ισχυρισμό της (εναγόμενης) ότι ουδέποτε κατήρτισε με τον ενάγοντα είτε σύμβαση εργασίας είτε σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Επικαλούμενη έννομο συμφέρον, που συνίσταται στην αποτροπή δημιουργίας δυσμενούς δεδικασμένου σε βάρος της αναφορικά με την ύπαρξη εργασιακής σχέσης που τη συνέδεε με τον ενάγοντα, η αντεκκαλούσα ζητεί να ανακληθεί άλλως μεταρρυθιστεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθούν τόσο η έφεση όσο και η από 9.7.2024 (με αριθ.καταθ. ……………/2024) αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η υπό κρίση αντέφεση, εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο καθίσταται αρμόδιο για την εκδίκαση αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 περ.α’ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του ν. 3994/2011, που ορίζει ότι « … στην αρμοδιότητα των τριμελών Εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών Πρωτοδικείων της περιφέρειας τους», έχει δε ασκηθεί, κατά τον προσήκοντα τρόπο, ήτοι, με κατάθεση ιδιαίτερου και αυτοτελούς δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και εντός της νόμιμης προθεσμίας, ήτοι, τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από την εκδίκαση της έφεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ’ αριθμόν ………/17.04.2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……….., σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 523 και 591 (ως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το Ν.5221/2025 και εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 168 παρ.3 του νόμου αυτού, που οριοθετούν την έναρξη ισχύος των τροποποιηθέντων άρθρων από 1.1.2026), ενώ για το παραδεκτό της, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Ωστόσο, αυτή τυγχάνει απορριπτέα, ως απαράδεκτη λόγω μη συνδρομής στο πρόσωπο της αντεκκαλούσας της θεμελιώδους διαδικαστικής προϋπόθεσης του εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη. Πλέον συγκεκριμένα, με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι υπό τις εκτιθέμενες στην αγωγή περιστάσεις παροχής υπηρεσιών του ενάγοντος προς την εναγόμενη, ελλείπει το στοιχείο της εξάρτησης ώστε να μη δύναται να συναχθεί η ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης (χερσαίας) εργασίας αορίστου χρόνου και κατ’ αποτέλεσμα να μην τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας στις οποίες θεμελιώνεται η αγωγή. Προκειμένου δε το Δικαστήριο να ενισχύσει περαιτέρω τον δικανικό συλλογισμό του περί της νομικής αβασιμότητας της αγωγής, διαλαμβάνει στο σκεπτικό του ότι η έκθεση στην αγωγή, του γεγονότος ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την καταβολή μηνιαίου μισθού, δεν μπορεί να προσδώσει στον ενάγοντα την ιδιότητα του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού αντί μισθού παροχή εργασίας υπάρχει και στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ωστόσο με το ανωτέρω σκεπτικό, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφαίνεται για οποιαδήποτε προδικαστική έννομη σχέση σε βάρος της αντεκκαλούσας, ούτε η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, όπως αναπτύσσεται ανωτέρω περιβάλλεται με ισχύ διατακτικού, με την έννοια της παραγωγής δεδικασμένου, το οποίο κωλύει την εναγόμενη – εφεσίβλητη – αντεκκαλούσα να προβάλλει τους ισχυρισμούς της σε οποιαδήποτε άλλη δίκη με τον ενάγοντα – εκκαλούντα – αντεφεσίβλητο, αλλά η οποιαδήποτε αναφορά στην εκκαλουμένη, της επικαλούμενης στην αγωγή έννομης σχέσης γίνεται στο πλαίσιο εκτίμησης της νομικής βασιμότητας της αγωγής. Κατά συνέπεια, εφόσον η ανωτέρω αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης, δεν καταλήγει σε βλάβη της αντεκκαλούσας με αντίστοιχες προς αυτήν διατάξεις, που να διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης, ελλείπει η θεμελιώδης διαδικαστική προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος της αντεκκαλούσας για την άσκηση της αντέφεσης.
ΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943 που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1127/2022, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 953/2020). Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια (ΑΠ 9/2023, 1127/2022, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 953/2020), η σύμβαση δε ανεξαρτήτων υπηρεσιών μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία (αρθ.669, 672 ΑΚ), και δεν εφαρμόζονται επ`αυτής οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ΑΠ 1127/2022). Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 133/2014). Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ` αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1127/2022, ΑΠ 573/2018). Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 44/2017). Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ ΑΠ 13/2017, Ολ ΑΠ 8/2011, ΑΠ 355/2025, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Από την διάταξη του άρθρου 591 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά την οποία «αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της κατά τη διαδικασία με την οποία δικάζεται» που εφαρμόζεται και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (βλ. ΑΠ 852/2001 ΕλλΔνη 2001, 929, ΜονΕφΠειρ 126/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2492/2001 Αρμ. 2002. 67), προκύπτει ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβη στην εκδίκαση της υπόθεσης κατά μη προσήκουσα διαδικασία, το δευτεροβάθμιο, δεχόμενο τυπικά την έφεση, η οποία δεν θα πρέπει να έχει ως μοναδικό λόγο την εκδίκαση της αγωγής με εσφαλμένη διαδικασία, εκτός αν συνδέεται με βλάβη (βλ. ΕφΑθ 1747/1988 Δ 1990. 299), αλλά να στηρίζεται και/ή σε άλλους λόγους, εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση και κρατεί το ίδιο και δικάζει την υπόθεση κατά την προσήκουσα διαδικασία (ΜονΕφΠειρ 691/2023, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).
Με την από 9.7.2024 αγωγή, ο ενάγων εξέθετε ότι με σύμβαση ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που κατήρτισε με την εναγόμενη στον Πειραιά την 1.6.2020, συμφώνησε να παρέχει τις υπηρεσίες του στο ιδιωτικό σκάφος αναψυχής «F» σημαίας ……, κυριότητάς της, αντί μηνιαίου μισθού 10.000 ευρώ. Ειδικότερα εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη για να την εκπροσωπεί και να διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της και του σκάφους ενώπιον των πρακτόρων της και του κράτους σημαίας και να τους αντικαθιστά, διορίζοντας νέους, να προσλαμβάνει και/ή να απολύει τον πλοίαρχο και το πλήρωμα, να συνάπτει συμβάσεις με τις μαρίνες και να τις τερματίζει, να διορίζει δικηγόρους και/ή πράκτορες για τις υποθέσεις του σκάφους, να εκδίδει δελτία κίνησης στην Ελλάδα ή και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, καθώς και να εκπροσωπεί την εταιρεία ενώπιον των αρμόδιων λιμενικών και τελωνειακών αρχών και ενώπιον πάσης φορολογικής, κυβερνητικής, διοικητικής, προξενικής και οποιασδήποτε άλλης αρχής σε οποιαδήποτε χώρα σε όλο τον κόσμο και να διορίζει έναν ή περισσότερους υποκατάστατους για οποιονδήποτε από τους προαναφερθέντες σκοπούς με τις ανωτέρω ή λιγότερες εξουσίες. Ότι τις παραπάνω εξουσιοδοτήσεις παρείχε σε αυτόν ο νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικός ιδιοκτήτης του σκάφους και διευθυντής της εναγόμενης, δυνάμει του από 28.7.2020 πληρεξουσίου του. Ότι σε εκτέλεση της ένδικης σύμβασης προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη από 1.6.2020 έως 24.3.2023 και ειδικότερα διαχειρίστηκε τις υποθέσεις της εναγόμενης και του σκάφους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, προσέλαβε πλήρωμα για να οδηγήσει το σκάφος από την Ισπανία, όπου βρισκόταν, στην Ελλάδα, σε ναυπηγείο στο Πέραμα και ανέλαβε να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την επισκευή του σκάφους, συνάπτοντας συμβάσεις έργου με συνεργεία όλων των ειδικοτήτων για την εκτέλεση των εργασιών αυτών. Ότι η εναγόμενη, καίτοι δεχόταν τις ανωτέρω υπηρεσίες του, δεν του κατέβαλε τις συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές του για όλο το προαναφερόμενο (ήτοι από 1.6.2020 έως 24.3.2023) χρονικό διάστημα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε, κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρ. 223 ΚΠολΔ), συναγόμενης συνακόλουθα της παραίτησής του από το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των 327.999,20 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της ημερομηνίας που κάθε επιμέρους καταβολή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ’αριθ. 5203/2025 απόφασή του, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρ. 614 αρ. 3 και 621 επ. ΚΠολΔ), απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται ο εν όλω ηττηθείς ενάγων με την κρινόμενη έφεση και με τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, ώστε, αναδικαζόμενης της υπόθεσης, να γίνει καθ’ ολοκληρία δεκτή η αγωγή του και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στη δικαστική του δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή τυγχάνει νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 341παρ.1, 361 ΑΚ σε συνδ. με τα άρθρ. 648επ ΑΚ, καθόσον από τα εκτιθέμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, η μεταξύ των διαδίκων σχέση έχει το χαρακτήρα σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δηλαδή υπηρεσιών που παρέχονταν χωρίς ο ενάγων να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της εναγόμενης εργοδότριας ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτής, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Επομένως ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων – εκκαλών παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε εσφαλμένα την αγωγή ως μη νόμιμη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν τούτου και η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και το Δικαστήριο αυτό, αφού κρατήσει την υπόθεση να δικάσει κατ’ουσίαν την αγωγή, κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία και όχι κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, κατά την οποία εισήχθη, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 591 παρ. 2 του ΚΠολΔ, χάριν της αρχής της οικονομίας της δίκης, εφόσον από την άλλη γενική αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης, δεν επιβάλλεται εν προκειμένω η αναπομπή της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε αυτό να εφαρμόσει την προσήκουσα διαδικασία και εφόσον, επιπρόσθετα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος του ενάγοντος, ……….., στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ αυτών και τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και προσκομίζονται με συνημμένη νόμιμη, επικυρωμένη κάθε φορά από αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο (δικηγόρο) αποσπασματική ή μη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων η υπ’αριθ. ………/28.11.2023 ένορκη βεβαίωση της ……….., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά ………., που λήφθηκε στα πλαίσια της από 2.11.2023 και με αριθ. καταθ. ……./2023 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του μη διαδίκου ……….. κατά της ώδε εναγόμενης και η υπ’αριθ. ……………/20.9.2024 ένορκη βεβαίωση του ……………. ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην Αλεξάνδρεια και εκτελούντος χρέη συμβολαιογράφου ………, που λήφθηκε στα πλαίσια της υπ’αριθ. …………./2024 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος κατά της εναγόμενης και της μη διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία «………………», οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και δεν έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη, καθώς και με τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφα τους (άρθρα 264 εδάφ. β, 352 παρ. 1 και 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη, εταιρεία με την επωνυμία «……………..» της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικός διευθυντής είναι ο . ………………., ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο, πλοιοκτήτρια του υπό σημαία …., ιδιωτικού σκάφους αναψυχής «F», νηολογίου ……….., με αριθμό JMP ….., αριθμό ΙΜΟ …., μήκους 58,52μ, πλάτους 13,36μ, βάθους 3,31μ, κ.ο.χ. 499, κ.κ.χ. 149, ΔΔΣ ……, κατασκευασμένου το έτος 1991, στην Αυστραλία. Δυνάμει του από 28.7.2020 πληρεξουσίου, ο ως άνω μοναδικός διευθυντής της εναγόμενης παρείχε στον ενάγοντα όπως και/ή στον δικηγόρο ………… την εξουσία «ο καθένας ενεργών μεμονωμένα, σχετικά με την Εταιρεία και την υπό σημαία ……. θαλαμηγό με όνομα «F», που ανήκει στην πλοιοκτησία της Εταιρεία (η «θαλαμηγός»), να εκπροσωπούν σε όλα τα ζητήματα και συμφέροντα την Εταιρεία και την Θαλαμηγό, ενώπιον των πρακτόρων της Εταιρείας και της σημαίας, και αν χρειάζεται, να τους αντικαθιστούν προσλαμβάνοντας νέους, να προσλαμβάνουν και/ή να απολύουν Πλοίαρχο και πλήρωμα, να υπογράφουν συμβάσεις με Μαρίνες και να τις τερματίζουν ομοίως, να προσλαμβάνουν δικηγόρους ή/και πράκτορες για τα ζητήματα της Θαλαμηγού, να καταχωρεί ή/και να κλείνει ημερολόγιο διελεύσεων στην Ελλάδα ή σε άλλη χώρα και να εκπροσωπούν την Εταιρεία ενώπιον κάθε λιμενικής αρχής ή λιμενικού σταθμού, τελωνειακών αρχών και κάθε φορολογικής, διοικητικής, προξενικής ή άλλης αρχής κάθε είδους σε κάθε χώρα παγκοσμίως και να κατονομάζουν και να προσλαμβάνουν έναν ή περισσότερους αντικαταστάτες για κάθε και για όλους τους ανωτέρω σκοπούς με ίδιες ή λιγότερες εξουσίες». Ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει την από 1.6.2020 σύμβαση ναυτικής εργασίας (όπως επιγράφεται) αόριστης διάρκειας, την οποία όπως υποστηρίζει, κατήρτισε στον Πειραιά με την εναγόμενη, με την οποία συμφώνησε αμοιβαία, ο συνολικός μηνιαίος μισθός του να ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ. Η ανωτέρω σύμβαση χερσαίας [όχι ναυτικής όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο ενάγων, διότι ο τελευταίος, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν είχε την ιδιότητα του ναυτικού, που είναι αναγκαία για την ύπαρξη ναυτικής εργασίας, ουσιώδες στοιχείο της οποίας είναι η ανάληψη από τον εργαζόμενο ναυτικό της υποχρέωσης να συμμετέχει ως μέλος συγκροτημένου οργανικά πληρώματος στους πλόες του πλοίου, ανεξαρτήτως του είδους της παρεχόμενης εργασίας είτε δηλαδή πρόκειται για καθαρά ναυτική είτε για άλλη εργασία, που θα μπορούσε να εκτελεστεί και στην ξηρά (ΕφΠειρ. 326/2023, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς)] εργασίας, η οποία προσκομίζεται στην αγγλική γλώσσα με συνημμένη σε αυτήν επίσημη μετάφρασή της στην ελληνική γλώσσα επικυρωμένη κατά νόμο από δικηγόρο, έχει υπογραφεί, για λογαριασμό της εναγόμενης εργοδότριας από τον λογιστή αυτής …………… Ο τελευταίος ωστόσο αμφισβητεί τη γνησιότητα της υπογραφής του στο ανωτέρω έγγραφο καθώς και την εξουσία του να υπογράφει τέτοιου είδους έγγραφα. Ειδικότερα, στην υπ’αριθ. …../20.9.2024 ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει ότι «Την περίοδο εκείνη ήμουν λογιστής της πλοιοκτήτριας και παρέμεινα μέχρι την άνοιξη του 2021. Ο κ. …., από τον Ιούλιο του 2020 ορίστηκε από το μοναδικό μέτοχο και πλοιοκτήτη τότε της ιδιωτικής θαλαμηγού «F», σημαία …….., ως πληρεξούσιος της Εταιρείας στην Ελλάδα, μαζί με τον κ. ……… Ο κ. …… ισχυρίζεται ότι την 1/6/2020 υπέγραψε σύμβαση ναυτικής εργασίας, την οποία εξ όσων πληροφορήθηκα κατέθεσε ο δικηγόρος του στον Πρόεδρο Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Πειραιά στις 12/8/2024. Από τη σύμβαση αυτή φαίνεται ότι την έχω υπογράψει εγώ, όμως δηλώνω ότι ποτέ δεν υπέγραψα αυτό το έγγραφο και η υπογραφή που φαίνεται να υπάρχει στο έγγραφο αυτό δεν είναι δική μου……. Σε σχέση με το περιεχόμενο της σύμβασης δηλώνω ότι ήμουν λογιστής της Εταιρείας από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι το Μάρτιο του 2021 και ούτε υπέγραψα, ούτε είχα την εξουσία και ιδιότητα από την Εταιρεία και τον ιδιοκτήτη της Εταιρείας, …………., να υπογράφω οιαδήποτε σύμβαση εργασίας με τον κ. ……….. ή οποιονδήποτε άλλο». Σημειώνεται ότι καίτοι η ως άνω προσκομιζόμενη σύμβαση εργασίας φέρεται ότι καταρτίστηκε σε χρόνο προγενέστερο του από 28.7.2020 πληρεξουσίου εγγράφου —δυνάμει του οποίου ο διευθυντής της εναγόμενης παρείχε στον ενάγοντα τις προαναφερόμενες εξουσίες—ουδεμία μνεία ή έστω συνοπτική αναφορά γίνεται σε αυτό περί της εν λόγω συμβάσεως. Η παράλειψη δε αυτή τυγχάνει ασυνήθης κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις συναλλακτικές συνήθειες, καθόσον η ρητή αναφορά, στο σώμα του πληρεξουσίου, στην ήδη καταρτισθείσα εργασιακή σχέση του ενάγοντος, ιδίως δε στο ύψος των αποδοχών του, θα αποτελούσε την αναμενόμενη συναλλακτική πρακτική για την έτι περαιτέρω νομική θωράκιση των δικαιωμάτων του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στο πλαίσιο της ως άνω παρεχόμενης προς αυτόν πληρεξουσιότητας, κατήρτισε με τον αδελφό του, ………… την από 6.9.2020 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας προσέλαβε αυτόν ως αντιπρόσωπο της εναγόμενης, αναθέτοντάς του να εξεύρει τα κατάλληλα συνεργεία εκτέλεσης εργασιών συντήρησης και επισκευής της θαλαμηγού, που είχε καταπλεύσει στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του έτους 2020, προκειμένου να πραγματοποιήσει επισκευαστικές εργασίες σε ελληνικό ναυπηγείο στο Πέραμα, να καταρτίσει τις σχετικές συμβάσεις και να αναλάβει τον συντονισμό των διαφόρων ειδικοτήτων συνεργείων. Επίσης ανέθεσε στην θυγατέρα του (ενάγοντος) ……….. να παρακολουθεί τις οικονομικές εκκρεμότητες του σκάφους και να πραγματοποιεί τις πληρωμές του πληρώματος, με χρήματα που αποστέλλονταν από τους λογιστές που κατά καιρούς διόριζε ο δικηγόρος της εναγόμενης, …………., στον οποίο ο μοναδικός διαχειριστής της εναγόμενης, …………….είχε αναθέσει, με την από 25.4.2021 Διοικητική Απόφαση, τη διαχείριση των οικονομικών ζητημάτων του, μεταξύ των οποίων και των υποθέσεων του σκάφους. Η …………, σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνία 18.5.2021 ενημερώνει τον αλλοδαπό λογιστή ……………, για τις εκκρεμείς οφειλές του σκάφους, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι πρέπει να λάβει υπόψη του και τον μισθό του θείου της (………..) που δεν έχει πληρωθεί για μήνες, ενώ και ο λογιστής κάνει λόγο για απλήρωτους μήνες προς τον θείο της …………. Στο ανωτέρω μήνυμα ωστόσο ουδεμία αναφορά γίνεται από την …………….. στις αντίστοιχες οικονομικές απαιτήσεις του ενάγοντα, ο οποίος, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, παρέμενε απλήρωτος καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1.6.2020 έως 24.3.2023. Επίσης ο ενάγων στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνία 29.1.2022 που απευθύνει προς τον δικηγόρο της εναγόμενης, …………….., αναφέρει ότι οφείλονται χρήματα στον ίδιο, τον αδελφό του, την κόρη του και τον δικηγόρο ……., που ασχολούνται καθημερινά με τις υποθέσεις του σκάφους και ότι για τα οφειλόμενα ποσά έχει προηγηθεί ενημέρωση (ενν. της εναγόμενης) από την κόρη του. Επί του μηνύματος αυτού δεν προσκομίζεται απάντηση, χωρίς ωστόσο από αυτό να συνάγεται συνομολόγηση της εναγόμενης σχετικά με την ένδικη αξίωση. Εξάλλου και από την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του μάρτυρος του ενάγοντος, ο οποίος ερωτηθείς τι έκανε ο ενάγων στο σκάφος και εάν είχε συμφωνηθεί κάποια αμοιβή για την εργασία του, απάντησε επί λέξει «Απ’οτι μας είχε πει, ναι», επιβεβαιώνοντας ότι όσα γνωρίζει προέρχονται από αυτά του είχε αναφέρει ο ενάγων, δεν δύναται να συναχθεί η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών. Εξ όσων προεκτέθηκαν δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση, μεταξύ των διαδίκων, σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών με τους όρους που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, στην οποία ο ενάγων θεμελιώνει την ένδικη αξίωσή του και επομένως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης – εφεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος – εκκαλούντος λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Επίσης τα δικαστικά έξοδα του αντεφεσίβλητου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αντεκκαλούσας λόγω της ήττας της, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων α) την από 15.12.2025 (με αριθ. καταθ. …………./2025 έφεση και β) την από 16.3.2026 (με αριθ.καταθ……./2026) αντέφεση.
Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ΄αριθ. 5203/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί και δικάζει την από 9.7.2024 (με αριθ. καταθ. ………/2024) αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Επιβάλλει σε βάρος του ενάγοντος – εκκαλούντος τη δικαστική δαπάνη της εναγόμενης – εφεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ.
Απορρίπτει την αντέφεση.
Επιβάλλει σε βάρος της αντεκκαλούσας τη δικαστική δαπάνη του αντεφεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους στις 31 Αυγούστου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ