ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 578/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα K.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ναυτικής Εταιρείας Πλοίων Αναψυχής με την επωνυμία «……………» και στην αγγλική γλώσσα «……….», η οποία εδρεύει στον ……, επί της οδού ………, με Α.Φ.Μ. ………….., Δ.Ο.Υ. Πλοίων, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Μαρία Γ. Φλωροπούλου.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Μονοπρόσωπης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», με τον διακριτικό τίτλο «………….», η οποία εδρεύει στη ……… Αττικής, επί της ………, με Α.Φ.Μ. ………., Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλου [Παπαχρονόπουλος Δικηγορική Εταιρεία] (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ_).
Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 6.6.2023 και με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/7.6.2023 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2233/2024 οριστική απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του παραπάνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της και καταδίκασε την ενάγουσα στη δικαστική δαπάνη της εναγομένης, την οποία όρισε στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ενάγουσα με την από 9.9.2024 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 10.9.2024 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2024 και έλαβε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2024, για τη συζήτησή της ορίστηκε δικάσιμος αρχικά η 18.9.2025 και, μετά από αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και ανέπτυξε της απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένδικη από 9.9.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτοδικείου Πειραιώς …../2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ Εφετείου Πειραιώς …./2024) έφεση, με την οποία πλήττεται η υπ’ αριθ. 2233/2024 οριστική απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε στο σύνολό της την από 6.6.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …../7.6.2023) αγωγή της ήδη εκκαλούσας περί καταβολής ασφαλιστικής αποζημίωσης, έχει ασκηθεί νομότυπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 2, 511, 513 παρ. 1 στοιχ. β΄, 516 παρ. 1 και 517 ΚΠολΔ, και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι το δικόγραφό της κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 10.9.2024, εντός της οριζόμενης από τον νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, που έλαβε χώρα στις 28.6.2024 χωρίς να προκύπτει επίδοσή της πριν από την άσκηση της έφεσης (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και κατατέθηκε το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο (βλ. το με κωδικό ….. …… ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού 100 ευρώ, και τη σχετική βεβαίωση ολοκλήρωσης της πληρωμής), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια όπως και πρωτοδίκως διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι είναι πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία επαγγελματικού – τουριστικού ιστιοφόρου πλοίου αναψυχής «A», Νηολογίου Πειραιώς ….., Δ.Δ.Σ. SY ….., ολικού μήκους 15,24 μ., το οποίο είχε ασφαλίσει στην εναγομένη δυνάμει της υπ’ αριθ. …../…. σύμβασης ασφάλισης, που καταρτίστηκε στις 30.4.2021 μέσω της ασφαλειομεσίτριας εταιρείας «…………» και ίσχυε από 30.4.2021 έως 30.4.2022, με ασφαλιζόμενη αξία του σκάφους 130.000 ευρώ, ετήσιο ασφάλιστρο 748 ευρώ και συμβατική απαλλαγή 2.000 ευρώ ανά απαίτηση. Ότι στη σύμβαση ορίστηκε ρητά ως εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο και ενσωματώθηκαν, ως συμπληρωματικοί ασφαλιστικοί όροι, οι Institute Yacht Clauses 1.11.1985 και οι Institute War and Strikes Clauses Yachts 1.11.1985. Ότι το σκάφος, το οποίο είχε προηγουμένως επιθεωρηθεί και συντηρηθεί και διέθετε τα απαιτούμενα πιστοποιητικά αξιοπλοΐας, παραδόθηκε στις 28.8.2021 στον ναυλωτή και κυβερνήτη ………………, δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή ναυλοσυμφώνων, προκειμένου να πραγματοποιήσει πλου στα Δωδεκάνησα. Ότι, μετά από καταιγίδα που αντιμετώπισε στη Σύμη στις 23.9.2021, το πρωί της 24.9.2021 απέπλευσε με προορισμό τη Ρόδο και, περί ώρα 11.15, κατά τη διάρκεια του πλου, επήλθε αιφνίδια θραύση της λάμας του προτόνου και πτώση του καταρτιού, ενώ το σκάφος έπλεε με ταχύτητα περίπου 4,4 κόμβων και έπνεε άνεμος περίπου 9,9 κόμβων. Ότι, προς αποτροπή περαιτέρω ζημιών και εμπλοκής στην προπέλα, ο κυβερνήτης αναγκάστηκε να κόψει συρματόσχοινα, σχοινιά και πανιά, να ασφαλίσει προσωρινά το κατάρτι στο σκάφος και να καταπλεύσει στη Νέα Μαρίνα Ρόδου. Ότι το συμβάν γνωστοποιήθηκε αυθημερόν στην εναγομένη μέσω της ως άνω ασφαλειομεσίτριας, η δε εναγομένη όρισε πραγματογνώμονα προς διερεύνηση των αιτίων και της έκτασης της ζημίας, συνεργάτης του οποίου επιθεώρησε το σκάφος στις 28.9.2021. Ότι η ενάγουσα, προκειμένου να περιορίσει τη ζημία, προέβη άμεσα στη Ρόδο στις αναγκαίες εργασίες επισκευής και αποκατάστασης, καθώς και στη ναύλωση άλλου παρόμοιου σκάφους για επτά ημέρες, ώστε ο ναυλωτής να συνεχίσει τις διακοπές του. Ότι, μολονότι η εναγομένη αρχικά αναγνώρισε εγγράφως ότι επήλθε ασφαλισμένος κίνδυνος και, με την από 4.2.2022 επικοινωνία της, πρότεινε την καταβολή ποσού 7.557,46 ευρώ μετά την αφαίρεση της απαλλαγής, στη συνέχεια αρνήθηκε να καταβάλει το σύνολο της ζημίας, στηριζόμενη στην από 31.1.2022 έκθεση του ……………, κατά την οποία η θραύση οφειλόταν σε κόπωση της ξαρτόριζας και σε σταδιακή ρηγμάτωσή της σε βάθος χρόνου. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει: α) το ποσό των 27.463,37 ευρώ ως ασφαλιστική αποζημίωση για τις υλικές ζημίες και τις εργασίες αποκατάστασης του σκάφους, το οποίο προκύπτει από δαπάνες συνολικού ύψους 29.463,37 ευρώ – και ειδικότερα από επιμέρους ποσά 4.997,20 ευρώ, 1.457 ευρώ, 7.043,20 ευρώ, 4.092 ευρώ και 11.873,97 ευρώ – μετά την αφαίρεση της συμβατικής απαλλαγής των 2.000 ευρώ, β) το ποσό των 4.000 ευρώ που κατέβαλε για τη ναύλωση τρίτου σκάφους προς περιορισμό της ζημίας και γ) το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την παράνομη, υπαίτια, κακόπιστη και αντισυμβατική άρνηση και καθυστέρηση της εναγομένης να εκπληρώσει την ασφαλιστική της υποχρέωση, ήτοι συνολικά το ποσό των 41.463,37 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση. Ζητεί ακόμη να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι εφαρμοστέο στην υπό κρίση περίπτωση δίκαιο τυγχάνει το αγγλικό δίκαιο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της ενάγουσας, η οποία διατείνεται ότι εφαρμοστέο τυγχάνει το ελληνικό δίκαιο λόγω συμβατικής υπαγωγής της διαφοράς σε αυτό, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη τόσο κατά το μέρος που αφορούσε την αξίωση ασφαλιστικής αποζημίωσης, όσο και κατά το μέρος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα με τους λόγους της υπό κρίση έφεσης, αποδίδοντας στην εκκαλουμένη εσφαλμένη εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, ιδίως ως προς την παραδοχή ότι εφαρμοστέο είναι το αγγλικό αντί του ρητώς επιλεγέντος ελληνικού δικαίου, καθώς και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την αιτία της θραύσης, την επέλευση ασφαλισμένου κινδύνου, την εξώδικη έγγραφη αναγνώριση της ασφαλιστικής ευθύνης από την εφεσίβλητη, το ύψος των δαπανών αποκατάστασης, τη δαπάνη ναύλωσης τρίτου σκάφους και τη θεμελίωση της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης. Ζητεί δε να εξαφανιστεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί, η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η αγωγή της στο σύνολό της.
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17.6.2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές («Ρώμη Ι»), η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη. Η επιλογή πρέπει να γίνεται ρητώς ή να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης και μπορεί να αφορά το σύνολο ή μέρος μόνο της σύμβασης. Ο Κανονισμός εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνάπτονται από 17.12.2009 και εφεξής. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του ως άνω Κανονισμού, οι συμβάσεις ασφάλισης που καλύπτουν μεγάλους κινδύνους διέπονται από το δίκαιο που έχουν επιλέξει τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 3. Επομένως, εφόσον η ένδικη ασφάλιση καλύπτει μεγάλο κίνδυνο, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα μέρη δύνανται εγκύρως να υπαγάγουν την ασφαλιστική σύμβαση στο αγγλικό δίκαιο. Συμπληρωματικά, κατά το άρθρο 25 εδ. α΄ ΑΚ, οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη. Η αρχή της αυτονομίας της βούλησης επιτρέπει τη ρητή ή σιωπηρή επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου, η οποία μπορεί να αφορά και ειδικό κλάδο αυτού. Η επιλογή είναι ρητή όταν τα μέρη ορίζουν ευθέως το δίκαιο που θα διέπει τη σύμβασή τους, ενώ είναι σιωπηρή όταν η σχετική βούληση συνάγεται σαφώς από τους όρους της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης (ΑΠ 1375/2024, 944/2020). Επί συμβάσεων ναυτικής ασφάλισης, η υπαγωγή της σύμβασης στο αγγλικό δίκαιο είναι σύμφωνη με τη διεθνή συναλλακτική πρακτική. Στους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών και των ασφαλίσεων, στους οποίους οι συμβατικοί τύποι έχουν διεθνώς τυποποιηθεί κατά τα έθιμα του αγγλικού εμπορίου, ο σύνδεσμος της σύμβασης με το αγγλικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπίτρεπτος. Ειδικά δε ως προς την ασφάλιση θαλαμηγών και σκαφών αναψυχής, χρησιμοποιούνται κατά κανόνα οι Institute Yacht Clauses 1.11.1985 (ΑΠ 11375/2024, 584/2011). Το αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης περιλαμβάνει τον Marine Insurance Act 1906, το Common Law και την English Practice. Οι Institute Yacht Clauses 1.11.1985, όταν ενσωματώνονται στο ασφαλιστήριο με σαφή παραπομπή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του. Οι γενικοί και ειδικοί όροι του ασφαλιστηρίου έχουν την ίδια δεσμευτική ισχύ, ακόμη και αν δεν καλύπτονται αυτοτελώς από την υπογραφή των συμβαλλομένων, εφόσον το ασφαλιστήριο παραπέμπει σαφώς σε αυτούς. Το περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης προσδιορίζεται από το ασφαλιστήριο και τα παραρτήματά του (ΑΠ 1375/2024, 955/2021, 1584/2011). Η ενσωμάτωση των Institute Yacht Clauses δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την επιλογή αγγλικού δικαίου, αλλά καθορίζει το ειδικό περιεχόμενο και την έκταση της ασφαλιστικής κάλυψης. Η υπαγωγή της σύμβασης στο αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο θεμελιώνεται στη ρητή ή σαφώς συναγόμενη σχετική συμφωνία των μερών. Εφόσον δε στο ασφαλιστήριο περιλαμβάνεται ρήτρα ότι η σύμβαση διέπεται από το «English Law and Practice», η επιλογή αυτή καταλαμβάνει το κύρος, το περιεχόμενο, την ερμηνεία, την εκπλήρωση και την απόσβεση των συμβατικών αξιώσεων, καθώς και την παραγραφή τους (ΑΠ 1375/2024, 944/2020). Εξάλλου, ο όρος «Greek Jurisdiction» αποδίδεται ορθότερα ως «δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων», αφορά αποκλειστικά την αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστηρίων να επιληφθούν της διαφοράς και δεν αποτελεί συμφωνία περί εφαρμογής του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, η ρήτρα «Subject to English Law and Practice but Greek Jurisdiction» σημαίνει ότι η σύμβαση διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και την αγγλική πρακτική, ενώ οι διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων. Τέλος, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, οι ερμηνευτικοί κανόνες της αληθινής βούλησης, της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών εφαρμόζονται όταν διαπιστώνεται κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Αν ο συμβατικός όρος είναι σαφής και πλήρης, δεν καταλείπεται πεδίο προσφυγής στους εν λόγω κανόνες (ΑΠ 3/2015). Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης η εκκαλούσα αποδίδει στην εκκαλουμένη εσφαλμένη ερμηνεία των όρων της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης και εσφαλμένη εφαρμογή του εφαρμοστέου δικαίου καθώς δέχθηκε ότι η ασφαλιστική κάλυψη διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και την αγγλική πρακτική ενώ παρέβλεψε ότι στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου γίνεται μνεία του ν. 4256/2014 και του ελληνικού δικαίου, δεδομένου ότι αντίστοιχη αναφορά περιέχεται, κατά τους ισχυρισμούς της, και στο ενημερωτικό έντυπο που συνόδευε το ασφαλιστήριο. Ισχυρίζεται ακόμη ότι η ενσωμάτωση των Institute Yacht Clauses 1.11.1985 δεν ισοδυναμεί με επιλογή αγγλικού δικαίου, αλλά αφορά αποκλειστικά την περιγραφή των καλυπτόμενων κινδύνων, την έκταση της ασφαλιστικής κάλυψης, την αποζημίωση και το απαλλακτέο ποσό. Τέλος, επικαλείται την προηγούμενη συμπεριφορά της εφεσίβλητης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, αναγνώρισε την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης και πρότεινε την καταβολή αποζημίωσης, και υποστηρίζει ότι η διαφορά αφορούσε μόνον το ύψος της οφειλής και όχι την ύπαρξη ασφαλιστικής ευθύνης. Ωστόσο ο λόγος αυτός της έφεσης, με το πιο πάνω περιεχόμενο, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθώς από την επισκόπηση του ένδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη προέβησαν σε ρητή επιλογή του αγγλικού δικαίου και της αγγλικής πρακτικής για την επίδικη ασφαλιστική κάλυψη δεδομένου ότι στο ένδικο ασφαλιστήριο περιλαμβάνεται ο ειδικός όρος «Subject to English Law and Practice but Greek Jurisdiction». Από τη σαφή γραμματική διατύπωση του όρου αυτού συνάγεται ότι τα μέρη διαχώρισαν αφενός το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο όρισαν ως αγγλικό δίκαιο και αγγλική πρακτική, και αφετέρου τη δικαιοδοσία για την εκδίκαση των διαφορών, την οποία συμφώνησαν υπέρ των Ελληνικών Δικαστηρίων. Επομένως, η μνεία της δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων δεν μπορεί να αποδοθεί στην επιλογή του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, ούτε να θεωρηθεί ότι αντιφάσκει προς την προηγούμενη, ειδική και ρητή συμφωνία περί εφαρμογής του αγγλικού δικαίου. Αντίθετη εκδοχή θα κατέληγε σε ανεπίτρεπτη σύγχυση δύο αυτοτελών ρυθμίσεων, δηλαδή της ρύθμισης του εφαρμοστέου δικαίου και της ρύθμισης της διεθνούς δικαιοδοσίας. Επιπλέον η επίκληση από την εκκαλούσα της αναφοράς στον ν. 4256/2014 και στο ελληνικό δίκαιο δεν ασκεί επιρροή καθώς η σχετική μνεία, εντασσόμενη στο ειδικότερο κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας του σκάφους και της ασφαλιστικής σχέσης, δεν περιέχει ρητή κατάργηση ή μεταβολή της ειδικής συμφωνίας περί εφαρμογής του αγγλικού δικαίου. Το ίδιο ισχύει και για το επικαλούμενο ενημερωτικό έντυπο από το οποίο δεν προκύπτει ότι περιέχει μεταγενέστερη συμφωνία των μερών περί υπαγωγής της ένδικης κάλυψης στο ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, ικανή να μεταβάλει τους ειδικούς όρους του ασφαλιστηρίου. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι οι Institute Yacht Clauses 1.11.1985 δεν αποτελούν, αφ’ εαυτών, επιλογή αγγλικού δικαίου είναι κατ’ αρχήν ορθός, πλην όμως δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση, καθώς η εκκαλουμένη δεν θεμελίωσε την εφαρμογή του αγγλικού δικαίου αποκλειστικά στην ενσωμάτωση των ανωτέρω ρητρών, αλλά πρωτίστως στην προαναφερόμενη ρητή ρήτρα επιλογής δικαίου. Οι Institute Yacht Clauses αποτελούν το ενσωματωμένο συμβατικό περιεχόμενο της ασφαλιστικής κάλυψης και επιβεβαιώνουν, στο πλαίσιο της ναυτασφαλιστικής πρακτικής, τη συμφωνημένη υπαγωγή της στο αγγλικό δίκαιο και την αγγλική πρακτική. Τέλος, η μεταγενέστερη συμπεριφορά της εφεσίβλητης, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι συνίστατο σε αναγνώριση της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου ή σε διαπραγμάτευση ως προς την καταβολή αποζημίωσης, δεν αποδεικνύει συμφωνία περί μεταβολής του εφαρμοστέου δικαίου. Το ζήτημα της ύπαρξης, της έκτασης ή του ύψους της ασφαλιστικής αποζημίωσης είναι διακριτό από το ζήτημα του δικαίου που διέπει τη σύμβαση, ενώ η μεταβολή της ρητώς συμφωνημένης επιλογής δικαίου προϋποθέτει σαφή και κοινή βούληση των συμβαλλομένων, η οποία δεν προκύπτει. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε ότι η ένδικη ασφαλιστική κάλυψη διέπεται από το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο και την αγγλική πρακτική, ορθώς ερμήνευσε τους συμβατικούς όρους και εφάρμοσε τον νόμο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το εφαρμοστέο αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης, το οποίο περιέχεται στον Marine Insurance Act 1906, ο ασφαλιστής ευθύνεται, κατά το άρθρο 55 παρ. 1 αυτού, για κάθε ζημία που προκλήθηκε κατά τρόπο εγγύς και αποτελεσματικό από ασφαλισμένο κίνδυνο («proximately caused by a peril insured against»). Ο κανόνας αυτός, γνωστός ως κανόνας της εγγύτερης αιτίας («causa proxima non remota spectatur»), δεν αναφέρεται στην αιτία που προηγείται ή έπεται χρονικά της ζημίας, αλλά στο γεγονός που, σύμφωνα με την κοινή λογική και την εκτίμηση των συγκεκριμένων περιστάσεων, αποτελεί την πραγματική, αποτελεσματική και κυρίαρχη αιτία της επέλευσής της. Η δε εφαρμογή του Marine Insurance Act 1906, του Common Law και της English Practice επί συμβάσεων ναυτικής ασφάλισης, οι οποίες διέπονται από το αγγλικό δίκαιο (ΑΠ 1375/2023, 955/2021, ΤριμΕφΠειρ 604/2019, ΤριμΕφΠειρ 350/2018, ΜονΕφΠειρ 53/2023). Ως θαλάσσιοι κίνδυνοι («maritime perils») νοούνται, κατά το άρθρο 3 του Marine Insurance Act 1906, οι κίνδυνοι που προκύπτουν από ή συνδέονται με τη ναυσιπλοΐα. Ειδικότερα, ως «perils of the seas» νοούνται οι τυχαίες καταστάσεις ή καταστροφές της θάλασσας («fortuitous accidents or casualties of the seas»), όχι όμως η συνήθης ενέργεια των ανέμων και των κυμάτων («ordinary action of the winds and waves»), κατά τον ερμηνευτικό κανόνα 7 του Παραρτήματος 1 του ίδιου νόμου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 55 παρ. 2 περ. γ΄ του ως άνω νόμου, ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο ασφαλιστήριο, για ζημία οφειλόμενη σε συνήθη φθορά λόγω χρήσης («ordinary wear and tear») ή σε εγγενές ελάττωμα ή εγγενή ιδιότητα του ασφαλισμένου αντικειμένου («inherent vice or nature of the subject-matter insured»). Περαιτέρω, κατά την απόφαση του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου …….. v …………… (The Cendor MOPU) [2011] UKSC 5, το εννοιολογικό όριο μεταξύ θαλάσσιου κινδύνου και εγγενούς ελαττώματος δεν εξαρτάται από το αν οι καιρικές συνθήκες υπήρξαν εξαιρετικές, ασυνήθιστες ή απρόβλεπτες, καθώς κρίσιμο αποτελεί το ζήτημα αν η ζημία οφείλεται στην εσωτερική φύση ή κατάσταση του ασφαλισμένου αντικειμένου, χωρίς την παρεμβολή εξωτερικού τυχαίου γεγονότος, ή αν, αντιθέτως, επήλθε από εξωτερικό και τυχαίο περιστατικό της θάλασσας, το οποίο αποτέλεσε την εγγύτερη και αποτελεσματική αιτία της ζημίας. Κατά συνέπεια, προϋφιστάμενη αδυναμία, κόπωση ή ευπάθεια του ασφαλισμένου αντικειμένου δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να θεμελιώσει εγγενές ελάττωμα, εφόσον παρενέβη εξωτερικό τυχαίο συμβάν της θάλασσας, το οποίο προκάλεσε την τελική αστοχία. Η κρίση ως προς την εγγύτερη αιτία της ζημίας είναι πραγματική και διαμορφώνεται από την εκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων και αποδεικτικών στοιχείων της συγκεκριμένης υπόθεσης (The Cendor MOPU, ό.π., ΤριμΕφΠειρ 204/2015, ΜονΕφΠειρ 53/2023). Επομένως, για τη νομική θεμελίωση αγωγής από σύμβαση ναυτικής ασφάλισης απαιτείται να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία, αν αποδειχθούν, είναι δυνατό να συναχθεί ότι η ζημία προκλήθηκε από ασφαλισμένο θαλάσσιο κίνδυνο, κατά τρόπο εγγύς και αποτελεσματικό. Αντιθέτως, η ακριβής ένταση και μορφή του κυματισμού, η διάρκεια της καταπόνησης, ο τεχνικός μηχανισμός της αστοχίας και η τελική κρίση ως προς το αν η εξωτερική θαλάσσια επενέργεια ή η εσωτερική κατάσταση του ασφαλισμένου αντικειμένου αποτέλεσε την εγγύτερη αιτία της ζημίας, αποτελούν ζητήματα αποδείξεως και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή γίνεται με βάση την υπεροχή των πιθανοτήτων («balance of probabilities»), δηλαδή με την αποδοχή της εκδοχής που εμφανίζεται, κατόπιν συνεκτίμησης του αποδεικτικού υλικού, ως πιθανότερη και ορθολογικότερη (ΤριμΕφΠειρ 350/2018, ΜονΕφΠειρ 53/2023, ΜονΕφΠειρ 343/2021). Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι η εκκαλουμένη, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το αγγλικό δίκαιο, εσφαλμένως έκρινε ότι τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο περιστατικά δεν αρκούν για να θεμελιώσουν ζημία από ασφαλισμένο θαλάσσιο κίνδυνο, ισχυριζόμενη ότι στην αγωγή της ιστορούσε πως το ασφαλισμένο σκάφος, κατά τον πλου του, παρέμεινε στη Σύμη, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, τις οποίες χαρακτηρίζει ως καταιγίδα, με ανέμους εντάσεως τριάντα κόμβων, και ότι, μετά την εξασθένηση των φαινομένων, συνέχισε τον πλου του προς τη Ρόδο. Επίσης εκθέτει ότι, την επομένη, μετά την ανύψωση του κεντρικού πανιού και της τζένοας, επήλθε, περίπου μία ώρα αργότερα, θραύση της ξαρτόριζας, με συνέπεια την πτώση του καταρτιού και την πρόκληση των επίδικων ζημιών. Υποστηρίζει ότι η εξωτερική ενέργεια της θάλασσας και των ισχυρών ανέμων επέφερε αιφνίδια και απρόοπτη καταπόνηση της ξαρτόριζας, η οποία κατέληξε στην τελική θραύση της. Επικαλείται επίσης το από 14.6.2020 Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης του νηογνώμονα …….., προς επίρρωση του ισχυρισμού ότι το σκάφος και ο εξοπλισμός του βρίσκονταν προηγουμένως σε καλή κατάσταση. Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης η εκκαλούσα διατείνεται ότι η εκκαλουμένη, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το αγγλικό δίκαιο, εσφαλμένως έκρινε ότι τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο περιστατικά δεν αρκούν για να θεμελιώσουν ζημία από ασφαλισμένο θαλάσσιο κίνδυνο δεδομένου ότι στο αγωγικό της δικόγραφο αναφέρει ότι το ασφαλισμένο σκάφος εκτέθηκε σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες κατά τον πλου του και ότι, μετά την εξασθένησή τους, επήλθε βλάβη στην εξάρτισή του, με συνέπεια την πτώση του καταρτιού και την πρόκληση των επίδικων ζημιών καθώς και ότι η εξωτερική ενέργεια της θάλασσας και των ισχυρών ανέμων προκάλεσε αιφνίδια και απρόοπτη καταπόνηση της ξαρτόριζας, η οποία κατέληξε στη θραύση της. Ο λόγος αυτός της έφεσης με το πιο πάνω περιεχόμενο σε συνδυασμό με τα όσα εκτίθενται στην αγωγή, κρίνεται ως ουσιαστικά βάσιμος δεδομένου ότι κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου η αγωγή είναι νόμιμη υπό τις εξής σκέψεις: Η ενάγουσα, κατά την υπαγωγή των εκτιθέμενων στην αγωγή περιστατικών στους προαναφερθέντες κανόνες του αγγλικού δικαίου δεν περιορίσθηκε μόνο σε γενική επίκληση δυσμενών καιρικών συνθηκών, καθώς εκθέτει ότι, κατά τον ασφαλισμένο πλου, το σκάφος εκτέθηκε στην εξωτερική ενέργεια της θάλασσας και ισχυρών ανέμων, η οποία προκάλεσε τη θραύση της ξαρτόριζας και, συνακόλουθα, την πτώση του καταρτιού. Επικαλείται, επομένως, συγκεκριμένο εξωτερικό περιστατικό, συγκεκριμένη ζημία και συγκεκριμένο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της θαλάσσιας επενέργειας και της επελθούσας βλάβης. Τα περιστατικά αυτά, θεωρούμενα αληθή κατά τον έλεγχο της νομικής βασιμότητας της αγωγής, είναι πρόσφορα να υπαχθούν στην έννοια του ασφαλισμένου θαλάσσιου κινδύνου κατά το εφαρμοστέο αγγλικό δίκαιο. Εξάλλου, υπό την εκδοχή της αγωγής ότι η τελική αστοχία επήλθε από την εξωτερική ενέργεια της θάλασσας και των ανέμων αποτελεί ζήτημα ουσιαστικής έρευνας και απόδειξης περί της αιτίας που αποτέλεσε την εγγύτερη και αποτελεσματική αιτία της ζημίας. Μάλιστα κατά την προαναφερθείσα απόφαση The Cendor MOPU, η ύπαρξη προϋφιστάμενης αδυναμίας του ασφαλισμένου αντικειμένου δεν αποκλείει, χωρίς άλλο, τον χαρακτηρισμό της ζημίας ως οφειλόμενης σε «peril of the sea», όταν προβάλλεται ότι παρενέβη εξωτερικό τυχαίο περιστατικό της θάλασσας που προκάλεσε την τελική βλάβη. Επομένως, η εκκαλουμένη, απαιτώντας για τη νομική θεμελίωση της αγωγής να εκτίθενται ήδη στο δικόγραφο όλες οι τεχνικές λεπτομέρειες του μηχανισμού της αστοχίας, όπως η ακριβής ένταση και μορφή του κυματισμού, η διάρκεια της καταπόνησης, οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον ακριβή χρόνο της θραύσης και ο τρόπος επενέργειας της εξωτερικής δύναμης επί της ξαρτόριζας, συγχέει τη νομική βασιμότητα της αγωγής με την ουσιαστική βασιμότητά της. Τα στοιχεία αυτά είναι αναγκαία για την απόδειξη του ισχυρισμού και την τελική κρίση ως προς την proximate cause, όχι όμως για την πληρότητα του αγωγικού δικαιώματος, εφόσον ιστορούνται ήδη ο εξωτερικός παράγοντας, η βλάβη και ο μεταξύ τους αιτιώδης σύνδεσμος. Η δε παραδοχή της εκκαλουμένης ότι η επικαλούμενη καταιγίδα και ο άνεμος εντάσεως τριάντα κόμβων δεν αρκούν για να θεμελιώσουν ασφαλισμένο κίνδυνο, επειδή δεν εκτίθενται εξαιρετικές ή ασυνήθιστες καιρικές συνθήκες, δεν συμβιβάζεται με την ερμηνεία του αγγλικού δικαίου που υιοθετήθηκε με την The Cendor MOPU. Η απόφαση αυτή δεν προϋποθέτει, για την κατάφαση του «peril of the sea», ότι οι άνεμοι ή τα κύματα υπερέβαιναν το συνήθως αναμενόμενο μέτρο, αλλά ότι η εξωτερική ενέργεια της θάλασσας αποτέλεσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τυχαίο και αποτελεσματικό αίτιο της ζημίας. Το αν τούτο αποδεικνύεται αποτελεί αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η αγωγή είναι νόμιμη, αφού η ενάγουσα είχε εκθέσει πραγματικά περιστατικά τα οποία, εφόσον αποδειχθούν, είναι ικανά να υπαχθούν στην έννοια του ασφαλισμένου θαλάσσιου κινδύνου κατά το αγγλικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νόμω αβάσιμη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του αγγλικού δικαίου περί προσδιορισμού της εγγύτερης αιτίας της ζημίας και ως εκ τούτου ο υπό κρίση δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως προς της ουσιαστική βασιμότητά του. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί περαιτέρω η ένδικη αγωγή ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των επιμέρους αιτημάτων της, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων έφεσης, πλην του εβδόμου για τον οποίο θα γίνει λόγος κατωτέρω.
Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων και ιδίως των εγγράφων που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, για ορισμένα από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), χωρίς να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών, της από 31.1.2022 ιδιωτικής τεχνικής έκθεσης που φέρει την υπογραφή του ……………, της από Νοέμβριο 2023 τεχνικής έκθεσης του διπλωματούχου ναυπηγού – μηχανολόγου μηχανικού ……….., οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο ως γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης (άρθρο 390 ΚΠολΔ), των μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφιών (άρθρα 444 παρ. 1 περ. γ΄, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), των υπ’ αριθ. …../3.11.2023, …/3.11.2023 και …/2023 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς …….., οι οποίες λήφθησαν με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου (βλ. υπ’ αριθ. …../30.10.2023 και …../16.11.2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά ……….., εκ των οποίων η πρώτη αφορά τις δύο πρώτες ένορκες βεβαιώσεις και η δεύτερη την τρίτη από αυτές), καθώς και της υπ’ αριθ. ………/17.11.2023 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα …….. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς …….., η οποία ελήφθη με επιμέλεια της εναγομένης, κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης της αντιδίκου της (βλ. υπ’ αριθ. ………./14.11.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………..), και απ’ όσα συνομολογούν οι διάδικοι, όπως διατυπώνονται στα δικόγραφα που κατέθεσαν (ΚΠολΔ 261, 352 παρ. 1), όπως αναφέρονται ειδικότερα και περιοριστικά παρακάτω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ’ αριθ. ……………. ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο καταρτίσθηκε στην Αθήνα στις 30.4.2021 μεταξύ της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία επαγγελματικού – τουριστικού ιστιοφόρου σκάφους «A», Νηολογίου Πειραιά ……….., και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη εφεσίβλητης, διά της ασφαλιστικής μεσίτριας εταιρίας «…………» (…………), η τελευταία ανέλαβε την ασφάλιση του ως άνω σκάφους για το χρονικό διάστημα από 30.4.2021 έως 30.4.2022, έναντι ετήσιου ασφαλίστρου 748 ευρώ. Με το ασφαλιστήριο αυτό συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ασφάλιση του ίδιου του σκάφους διέπεται από τους ενσωματωμένους Institute Yacht Clauses της 1.11.1985 και ότι στην ασφαλιστική κάλυψη περιλαμβάνονται απώλειες ή ζημίες του ασφαλισμένου αντικειμένου από «κινδύνους της θάλασσας». Ειδικότερα, κατά τον όρο 9.2 των ως άνω ρητρών, υπό την προϋπόθεση ότι η απώλεια ή ζημία δεν οφείλεται σε έλλειψη της δέουσας επιμέλειας του ασφαλισμένου πλοιοκτήτη ή των διαχειριστών του, καλύπτονται, μεταξύ άλλων, ατυχήματα κατά τη φόρτωση, εκφόρτωση ή μετακίνηση εφοδίων, μηχανών, εξοπλισμού ή πετρελαίου, καθώς και κεκρυμμένα ελαττώματα του σκάφους ή της μηχανής του, εφόσον τα ελαττώματα αυτά επέφεραν, ως αιφνίδιο και τυχαίο συμβάν, ζημία διακριτή από την ίδια τη φυσιολογική φθορά ή εξάντληση του υλικού. Από το από 13.5.2020 πιστοποιητικό της Ελληνικής Δημοκρατίας με αριθμό ………….. (Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεωρήσεως), εκδοθέν από τον αναγνωρισμένο οργανισμό ……………. κατόπιν επιθεωρήσεως στην ξηρά την 4.3.2020 και στη θάλασσα την 3.5.2020, με ισχύ έως τις 3.3.2022, προκύπτει ότι το σκάφος, οι μηχανές, τα μηχανήματα και ο εν γένει εξοπλισμός του πληρούσαν, κατά τον χρόνο εκείνο, τις τότε ισχύουσες κανονιστικές απαιτήσεις, χωρίς να καταγράφεται στο πιστοποιητικό αυτό οποιαδήποτε παρατήρηση ή επιφύλαξη ως προς την κατάσταση της ιστιοφορίας ή του εξαρτισμού του σκάφους. Περαιτέρω, από την επικαλούμενη από την ενάγουσα επιθεώρηση της εταιρίας …….. της 21.11.2020 προκύπτει ότι ελέγχθηκαν ο ιστός, τα παρελκόμενά του, τα συρματόσχοινα και τα σχοινιά, χωρίς να διαπιστωθεί εμφανής ρωγμή ή φθορά. Ακολούθως, από το από 11.5.2021 γενικό ναυλοσύμφωνο και τα επιμέρους ναυλοσύμφωνα της 27.8.2021 προκύπτει ότι ο ………….. ναύλωσε το σκάφος για την περίοδο από 11.9.2021 έως 25.9.2021. Την 23.9.2021 το σκάφος παρέμεινε στη Σύμη λόγω καταιγίδας, ενώ την επομένη, 24.9.2021, απέπλευσε με προορισμό τη Ρόδο. Σύμφωνα με την από 9.10.2021 έγγραφη αναφορά του ίδιου του ναυλωτή και κυβερνήτη …………….., η οποία αποτελεί το αμεσότερο αποδεικτικό μέσο ως προς τις συνθήκες του ακριβούς χρόνου της ζημίας, αναφέρεται ότι, μετά την πάροδο περίπου μίας ώρας πλου, ανύψωσε το κεντρικό πανί και την τζένοα, χωρίς να διακόψει τη λειτουργία του κινητήρα, και ότι περί ώρα 11:15 πμ επήλθε πτώση του καταρτιού λόγω θραύσεως της λάμας του προτόνου (ξαρτόριζας). Στην ίδια αναφορά καταγράφεται ότι το σκάφος έπλεε με ταχύτητα 4,4 κόμβων και ότι η ένταση του ανέμου ήταν 9,9 κόμβοι, χωρίς οποιαδήποτε μνεία κύματος, αιφνίδιας ριπής ανέμου, απότομης κλίσης, προσκρούσεως ή άλλου συγκεκριμένου περιστατικού δυνάμενου να εξηγήσει τη θραύση της ξαρτόριζας ως συνέπεια εξωτερικής ενέργειας της θάλασσας. Εξάλλου, από την από 4.2.2022 έγγραφη επικοινωνία (ηλεκτρονικό μήνυμα) της εναγομένης προς την ενάγουσα, η γνησιότητα και το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητούνται, προκύπτει ότι η εναγομένη, με βάση την τότε διαθέσιμη σε αυτήν αρχική εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης του ……………, διατύπωσε πρόταση καταβολής ποσού 7.557,46 ευρώ, μετά την αφαίρεση της συμβατικής απαλλαγής των 2.000 ευρώ, ζητώντας τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας επί της προτάσεως αυτής προς άμεση εξόφληση, πλην όμως ουδέποτε επήλθε συμφωνία διακανονισμού μεταξύ των μερών, η δε εναγομένη, μετά την ολοκλήρωση της σχετικής τεχνικής διερεύνησης, ανακάλεσε την πρόταση αυτή και αρνήθηκε την καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Επί του ως άνω αποδειχθέντος πραγματικού, η ενάγουσα, τόσο με το δικόγραφο της αγωγής της όσο και με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προβάλλει σειρά ισχυρισμών προς θεμελίωση της αξιώσεώς της, τους οποίους το Δικαστήριο εξετάζει αμέσως κατωτέρω, ένα προς έναν, καταλήγοντας, για τους λόγους που αναπτύσσονται, στην απόρριψή τους. Κατ’ αρχάς, η ενάγουσα συνδέει το επίδικο περιστατικό με τις επικρατήσασες, κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, καιρικές συνθήκες και δη με την καταιγίδα που αντιμετώπισε το σκάφος στη Σύμη στις 23.9.2021 και με τους ανέμους εντάσεως, κατά τους ισχυρισμούς της, 30 knots που φέρεται να έπνεαν κατά τον πλου της επόμενης ημέρας, υποστηρίζοντας ότι η εγγύτητα χρόνου μεταξύ των καιρικών αυτών φαινομένων και της επελθούσας θραύσεως αρκεί, κατά την αρχή της υπεροχής των πιθανοτήτων (preponderance of probability), για να θεμελιώσει «peril of the sea». Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, δεν κρίνεται βάσιμος κατ΄ουσίαν, καθώς, όπως προκύπτει από την από 9.10.2021 αναφορά του κυβερνήτη ………………., κατά τον κρίσιμο χρόνο της θραύσεως, ήτοι περί ώρα 11.15 πμ της 24.9.2021, το σκάφος έπλεε πλέον υπό εντελώς ήπιες συνθήκες (άνεμος 9,9 κόμβων, ταχύτητα σκάφους 4,4 κόμβων), χωρίς καμία μνεία κύματος, ριπής ανέμου ή άλλου έκτακτου συμβάντος συγχρόνου της θραύσεως. Η εκδήλωση της χρονικά πρότερης καταιγίδας, η οποία εξάλλου είχε ήδη κοπάσει και δεν εμπόδισε τον απόπλου του σκάφους την επομένη, δεν αρκεί για να τεκμηριώσει την απόδειξη του αναγκαίου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ συγκεκριμένης θαλάσσιας ενέργειας και της επελθούσας ζημίας, ελλείψει οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου ως προς τον τρόπο με τον οποίο η προηγηθείσα αυτή καταπόνηση θα μπορούσε να παραμείνει λανθάνουσα επί ώρες και να εκδηλωθεί ως θραύση υπό συνθήκες γαλήνιας πλέον θάλασσας. Η επίκληση δε ανέμου εντάσεως 30 knots, την οποία η ενάγουσα αντλεί από γενικά μετεωρολογικά δελτία της ευρύτερης περιοχής και όχι από καταγραφή επί του πλοίου κατά τον χρόνο της θραύσεως, δεν είναι ικανή να ανατρέψει την ως άνω προκύπτουσα, εικόνα των επιτόπιων συνθηκών επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου. Επιπλέον, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η από 31.1.2022 έκθεση του ……… είναι αόριστη, ανερμάτιστη κατ’ ουσίαν αναξιόπιστη, δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν προσδιορίζει με ακρίβεια το χρονικό διάστημα εντός του οποίου έλαβε χώρα η φερόμενη κόπωση της ξαρτόριζας, περιοριζόμενη σε αόριστη αναφορά «σε βάθος χρόνων», ότι ο συντάκτης της δεν διενήργησε ο ίδιος αυτοπροσώπως την επιθεώρηση του σκάφους, η οποία έγινε από συνεργάτη του, και ότι τα πορίσματά της στηρίζονται σε φωτογραφικό υλικό το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν απεικονίζει επακριβώς την πραγματικότητα. Οι ισχυρισμοί αυτοί, ωστόσο, δεν αναιρούν τη βασιμότητα της εκτιμήσεως του Δικαστηρίου καθώς η ελευθέρα εκτίμηση ιδιωτικής γνωμοδοτήσεως κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ δεν προϋποθέτει αναγκαίως αυτοπρόσωπη διενέργεια κάθε επιμέρους πράξεως επιθεωρήσεως από τον υπογράφοντα την έκθεση πραγματογνώμονα, εφόσον ο τελευταίος αναλαμβάνει την ευθύνη του περιεχομένου της γνωμοδότησής του και τα συμπεράσματά του συνάδουν, όπως εν προκειμένω, με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Η δε αοριστία ως προς τον ακριβή αριθμό ετών της προϋφιστάμενης κοπώσεως δεν αναιρεί την ουσία του πορίσματος, δεδομένου ότι για την υπαγωγή μιας ζημίας στην εξαιρούμενη κατά το άρθρο 55 παρ. 2 περ. γ΄ ΜΙΑ 1906 κατηγορία της «συνήθους φθοράς λόγω χρήσεως» ή του «εγγενούς ελαττώματος» δεν απαιτείται ακριβής χρονολόγηση της ενάρξεως της φθοράς, αλλά αρκεί η κατάφαση ότι η αστοχία προήλθε από την προοδευτική, εσωτερική εξέλιξη της καταστάσεως του υλικού και όχι από αιφνίδια εξωτερική ενέργεια. Ως προς την επίκληση φωτογραφιών εκ μέρους του πραγματογνώμονα, η ενάγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να θεμελιώσει, πέραν της απλής αμφισβητήσεως, ότι το φωτογραφικό υλικό που εξέτασε ο ………. αφορούσε πράγματι διαφορετικό εξάρτημα ή κατάσταση από την επίδικη. Ακολούθως η ενάγουσα επικαλείται, ακόμη, το από 13.5.2020 Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεωρήσεως του νηογνώμονα ……, την επιθεώρηση της εξειδικευμένης στους εξαρτισμούς εταιρίας ….. της 21.11.2020, καθώς και την ίδια την κατάσταση της αποκοπείσας λάμας του προτόνου, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν εμφανίζει ίχνη διαβρώσεως ή φθοράς επί της επιφανείας του ανοξείδωτου χάλυβα, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία αυτά αποκλείουν την ύπαρξη προϋφιστάμενης κοπώσεως. Πλην όμως, ούτε ο ισχυρισμός αυτός ευσταθεί δεδομένου ότι η μη διαπίστωση εμφανών ρωγμών ή φθοράς κατά τους προγενέστερους οπτικούς ελέγχους -είτε πρόκειται για τη γενική επιθεώρηση αξιοπλοΐας του νηογνώμονα, η οποία εξ ορισμού αφορά τη γενική καταλληλότητα του σκάφους και όχι τη μεταλλουργική εξέταση αντοχής των επιμέρους εξαρτημάτων του ιστού, είτε πρόκειται για την επιθεώρηση του εξαρτισμού από την ………- δεν αποκλείει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της τεχνικής επιστήμης, την ύπαρξη εσωτερικής ή λανθάνουσας κοπώσεως του μετάλλου, η οποία εξελίσσεται προοδευτικά και δεν είναι κατ’ ανάγκην ορατή διά γυμνού οφθαλμού πριν από την τελική αστοχία της. Ομοίως, η απουσία εξωτερικών ενδείξεων διαβρώσεως επί της αποκοπείσας επιφανείας δεν αναιρεί το ενδεχόμενο κοπώσεως λόγω επαναλαμβανόμενης μηχανικής καταπονήσεως (fatigue), η οποία, ως γνωστό, δεν συνοδεύεται κατ’ ανάγκην από εξωτερικά ορατή διάβρωση, αλλά εκδηλώνεται με προοδευτική ανάπτυξη μικρορωγμών στο εσωτερικό του υλικού. Η αξιολόγηση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι το σκάφος χρησιμοποιείτο για επαγγελματικό σκοπό, με συνακόλουθη αυξημένη και συχνή καταπόνηση της ιστιοφορίας του, στοιχείο το οποίο συνηγορεί υπέρ, και όχι κατά, της εκδοχής της προοδευτικής φθοράς. Επίσης, η ενάγουσα προβάλλει, επικουρικώς, ότι, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι η αιτία της θραύσεως ήταν κεκρυμμένο ελάττωμα (latent defect) και όχι εξωτερικό θαλάσσιο περιστατικό, η εναγομένη οφείλει, ούτως ή άλλως, να καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση δυνάμει του όρου 9.2 του ασφαλιστηρίου, ο οποίος καλύπτει ρητώς τα κεκρυμμένα ελαττώματα του σκάφους, επικαλούμενη προς τούτο και τη σχετική αγγλική νομολογία (……. v. ………..). Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η κάλυψη κεκρυμμένου ελαττώματος κατά τον όρο 9.2, η οποία αντιστοιχεί στη γνωστή στο αγγλικό ασφαλιστικό δίκαιο ρήτρα τύπου Inchmaree, προϋποθέτει ότι το κεκρυμμένο ελάττωμα ενός εξαρτήματος επέφερε, ως αιφνίδιο και τυχαίο συμβάν, ζημία σε άλλο, διακριτό τμήμα του ασφαλισμένου αντικειμένου. Αντιθέτως δεν καλύπτει το ίδιο το κόστος ή τη ζημία που συνίσταται στην απλή φθορά, εξάντληση ή αστοχία του πάσχοντος από το ελάττωμα εξαρτήματος αυτού καθ’ εαυτού, η οποία εξακολουθεί να εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 55 παρ. 2 περ. γ΄ ΜΙΑ 1906 περί συνήθους φθοράς και εγγενούς ελαττώματος. Στην ένδικη περίπτωση, η φερόμενη κόπωση δεν επέφερε ζημία σε έτερο, διακριτό εξάρτημα του σκάφους μέσω ενός αιφνίδιου συμβάντος, αλλά συνίστατο ακριβώς στην ίδια την προοδευτική εξασθένηση και τελική θραύση της ξαρτόριζας, ήτοι στην εκδήλωση του ίδιου του ελαττώματος επί του πάσχοντος εξαρτήματος, με αποτέλεσμα η επικαλούμενη αγγλική νομολογία, η οποία αφορά διακριτή πραγματική βάση, να μην τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω. Επομένως, η επικουρική αυτή βάση της αγωγής είναι, ομοίως, κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τέλος, η ενάγουσα προβάλλει ότι η εναγομένη, με την από 4.2.2022 έγγραφη επικοινωνία της, αναγνώρισε ανεπιφύλακτα την επέλευση καλυπτόμενου ασφαλιστικού κινδύνου, προτείνοντας την καταβολή συγκεκριμένου ποσού, και ότι η μεταγενέστερη ανάκληση της αναγνωρίσεως αυτής αντίκειται τόσο στην αρχή της υπέρτατης καλής πίστεως (uberrima fides, άρθρο 17 ΜΙΑ 1906) όσο και στους κανόνες περί δεσμευτικότητας της ομολογίας. Ούτε, όμως και ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται βάσιμος κατ’ ουσίαν καθως η επικαλούμενη επικοινωνία της 4.2.2022 δεν συνιστά δικαστική ομολογία κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, εφόσον δεν έλαβε χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου ή διά δικογράφου της παρούσας δίκης, αλλά αποτελεί εξώδικη δήλωση, προγενέστερη της ασκήσεως της αγωγής, η οποία, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτιμάται ελευθέρως από το Δικαστήριο ως ένα εκ των αποδεικτικών στοιχείων της δίκης και δεν παράγει δεσμευτική, αμάχητη απόδειξη υπέρ του επικαλούμενου γεγονότος. Περαιτέρω, η δήλωση αυτή έλαβε χώρα σε στάδιο κατά το οποίο η τεχνική διερεύνηση των αιτίων της ζημίας δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, αποτελούσε δε πρόταση επί διαπραγματεύσεως προς επίτευξη εξώδικου συμβιβασμού, ο οποίος ουδέποτε έγινε αποδεκτός από την ενάγουσα ούτε κατέληξε σε συμφωνία δεσμευτική για τα μέρη. Η μεταγενέστερη αναθεώρηση εκ μέρους της εναγομένης της αρχικής, ατελούς εκτιμήσεώς της, κατόπιν πληρέστερης τεχνικής διερεύνησης, δεν συνιστά αθέτηση της αρχής της καλής πίστεως, αλλά, αντιθέτως, συνάδει προς αυτήν δεδομένου ότι η αρχή αυτή επιβάλλει αμφοτεροβαρώς την ειλικρινή και πλήρη ενημέρωση επί τη βάσει της πραγματικής και πλήρους εικόνας των γεγονότων, και όχι τη διατήρηση δεσμεύσεως επί εσφαλμένης ή ελλιπούς αρχικής εκτιμήσεως. Σε κάθε δε περίπτωση, η ύπαρξη, το περιεχόμενο και η έκταση της ασφαλιστικής καλύψεως αποτελούν αντικείμενο αντικειμενικής δικαστικής κρίσεως επί τη βάσει του συνόλου του αποδεικτικού υλικού και όχι απόρροια της υποκειμενικής, προσωρινής εκτιμήσεως ενός εκ των διαδίκων, με αποτέλεσμα η επικαλούμενη αρχική πρόταση διακανονισμού να μην είναι ικανή να υποκαταστήσει την, κατά τα ανωτέρω, ελλείπουσα απόδειξη περί επελεύσεως ασφαλισμένου θαλάσσιου κινδύνου. Τα ανωτέρω ισχύουν και υπό το πρίσμα της αποφάσεως The Cendor MOPU, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, όπου, σύμφωνα με αυτή, δεν απαιτείται μεν οι άνεμοι και τα κύματα αυτά καθαυτά να είναι εξαιρετικοί ή απρόβλεπτοι, απαιτείται όμως η συγκεκριμένη επενέργειά τους επί του ασφαλισμένου αντικειμένου να συνιστά τυχαίο και ασυνήθιστο συμβάν και να αποτελεί την εγγύτερη, κατά την αποτελεσματικότητά της, αιτία της ζημίας. Εν προκειμένω, από την έλλειψη καταγραφής οιουδήποτε ειδικού περιστατικού κατά τον κρίσιμο χρόνο και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, όπως αναλύθηκαν διεξοδικά ανωτέρω, δεν προέκυψε ότι η θάλασσα ή ο άνεμος επέδρασαν επί του σκάφους κατά τρόπο υπερβαίνοντα τη συνήθη καταπόνηση του εξαρτισμού κατά τον πλου και την ανύψωση των ιστίων. Αντιθέτως, από την από 31.1.2022 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ναυπηγού – μηχανικού ………………., εκτιμώμενη σε συνδυασμό με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψε ως πιθανότερη αιτία της θραύσεως της ξαρτόριζας η προϋφιστάμενη σταδιακή φθορά, κόπωση και ρηγμάτωσή της σε βάθος χρόνου, ισχυρισμοί δε της ενάγουσας περί του αντιθέτου, εξετασθέντες διεξοδικώς ανωτέρω έκαστος χωριστά, δεν κατόρθωσαν να ανατρέψουν την κρίση αυτή. Να σημειωθεί ότι, με βάση τη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων, στην υπό κρίση περίπτωση θα υφίστατο ενεργή ασφαλιστική κάλυψη, παρά την τυχόν προϋπάρχουσα κόπωση, μόνον εφόσον είχε αποδειχθεί συγκεκριμένη, εξωτερική και τυχαία ενέργεια ανέμου ή κύματος, επιφέρουσα την τελική αστοχία, γεγονός το οποίο δεν συνέβη. Αντιθέτως, κατά την αρχή της preponderance of probability (υπεροχής των πιθανοτήτων), υπερέχει η εκδοχή ότι η προοδευτική κόπωση και ρηγμάτωση της ξαρτόριζας οδήγησαν στην τελική αστοχία της υπό τις συνήθεις δυνάμεις που ασκούνται κατά τη λειτουργία του ιστιοφόρου. Επομένως, η επίδικη ζημία, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι προκλήθηκε από ασφαλισμένο θαλάσσιο κίνδυνο, η σχετική βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, παρελκομένης, ως εκ τούτου, της εξετάσεως τόσο του παρεπόμενου αιτήματος περί καταβολής του ποσού που δαπανήθηκε για τη ναύλωση τρίτου σκάφους προς περιορισμό της ζημίας, όσο και του ύψους των επιμέρους κονδυλίων της αξιώσεως, ζητήματα τα οποία προϋποθέτουν, ως αναγκαία λογική προϋπόθεση, την προηγούμενη κατάφαση της υπάρξεως καλυπτόμενου ασφαλιστικού κινδύνου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια υποχρεούται σε αποζημίωση. Η απλή παράβαση συμβατικής υποχρέωσης δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης, αφού η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση αυτή απορρέει από τη σύμβαση. Η ίδια, όμως, συμπεριφορά δύναται να θεμελιώσει παραλλήλως και ευθύνη από αδικοπραξία, μόνον όταν, πέραν της συμβατικής παραβάσεως, συνιστά αυτοτελώς παράνομη προσβολή δικαιώματος ή παραβίαση γενικού καθήκοντος επιμέλειας, το οποίο επιβάλλεται από την έννομη τάξη ανεξαρτήτως της συμβατικής σχέσεως των μερών. Στην περίπτωση αυτή η αδικοπρακτική ευθύνη δεν ερείδεται στην καθαυτή μη εκπλήρωση της συμβάσεως, αλλά σε ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά, ικανά να προσδώσουν στην επίμαχη συμπεριφορά τον χαρακτήρα αυτοτελούς παράνομης και υπαίτιας πράξεως (ΑΠ 967/2022, ΑΠ 1238/2018, ΑΠ 1803/2014, ΑΠ 261/2011, ΑΠ 1353/2008). Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα διατείνεται ότι η άρνηση της εφεσίβλητης να καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση, κατόπιν υιοθετήσεως της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που η ίδια παρήγγειλε, δεν συνιστά απλώς αθέτηση των απορρεουσών από την ασφαλιστική σύμβαση υποχρεώσεών της, αλλά αυτοτελή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, θεμελιωτική αδικοπρακτικής ευθύνης και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, επικαλούμενη προς τούτο και την αρχικώς εκφρασθείσα, κατά τα προεκτεθέντα, αναγνώριση ευθύνης εκ μέρους της εφεσίβλητης και τη μεταγενέστερη ανάκλησή της. Ωστόσο, ο λόγος αυτός έφεσης, με το πιο πάνω περιεχόμενο, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος δεδομένου ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ακόμη και αν υποτεθούν αληθή, εξαντλούνται στην αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη άρνηση εκπληρώσεως της συμβατικής υποχρεώσεώς της προς καταβολή του ασφαλίσματος, κατόπιν αξιολογήσεως του ασφαλιστικού περιστατικού, αναθεωρήσεως αρχικής εκτιμήσεως και υιοθετήσεως του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης, δεν δύνανται να θεμελιώσουν αυτοτελή αδικοπραξία, αφού δεν εκτίθεται ούτε προκύπτει προσβολή δικαιώματος ή παραβίαση γενικού καθήκοντος επιμέλειας, ανεξάρτητου από την ένδικη ασφαλιστική σχέση. Συνακόλουθα, ελλείπει η αναγκαία αδικοπρακτική βάση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατ’ άρθρο 932 ΑΚ. Επομένως, η σχετική βάση της αγωγής είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.
Τέλος, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τη διάταξη του άρθρου 535§1 ΚΠολΔ. Επιβάλλει σε βάρος της εναγόμενης τη δικαστική δαπάνη της εναγομένης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αποδοχή του σχετικού αιτήματος της, (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή του παραβόλου άσκησης της έφεσης στην εκκαλούσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 9.9.2024 (με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ …………/2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦετ ……/2024) έφεση.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του αναφερομένου στο σκεπτικό της παρούσας e-παραβόλου άσκησης της έφεσης στην εκκαλούσα.
Δέχεται εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη με αριθμό 2233/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία – ναυτικών διαφορών).
Κρατεί και δικάζει την από 6.6.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023 αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει την ενάγουσα στη δικαστική δαπάνη της εναγομένης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, στις 7.9.22026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ