Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 599/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ   599/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλουσών : 1) Της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στη …, οδός ………., όπως νομίμως εκπροσωπείται, 2)       Της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στη …., οδός ……….., όπως νομίμως εκπροσωπείται, 3)Της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στη …….., οδός ………., όπως νομίμως εκπροσωπείται και 4)         Της κοινοπραξίας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στη ……., οδός ………, όπως νομίμως εκπροσωπείται, οι οποίες άπασες εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ράππου (ΑΜΔΣΑ : ……….).

Του εφεσίβλητου : ………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Λύρα (ΑΜΔΣΠ : ………..).

Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 16-4-2025 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……../2025 αγωγή του κατά των εναγόμενων, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών η με αριθμό 5155/2025 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Οι εν μέρει ηττηθείσες στον πρώτο βαθμό εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες με την από 22-12-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή τους, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλουν την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 22-12-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση των εν μέρει ηττηθεισών στον πρώτο βαθμό εναγόμενων και ήδη εκκαλουσών κατά του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και κατά της με αριθμό 5155/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρο 614 αριθμ.3 ΚΠολΔ ), επί της ασκηθείσας σε βάρος των εκκαλουσών – εναγόμενων από 16-4-2025 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/2025 αγωγής του εφεσίβλητου – ενάγοντος, Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, διώκοντος με αυτήν την επιδίκαση διαφόρων χρηματικών απαιτήσεών του σε βάρος των εναγόμενων, συνολικού ποσού 82.160,29 ευρώ, εντόκως νομίμως κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, απορρεουσών από επικαλούμενη σύμβαση ναυτικής εργασίας σε τρία (3) πλοία και συγκεκριμένα στο πλοίο «ΔΠ», «ΔΕ» και «ΠΣ», πλοιοκτησίας της πρώτης, της δεύτερης και της τρίτης των εκκαλουσών – εναγόμενων, αντίστοιχα, οι οποίες έχουν συστήσει την τέταρτη των εκκαλουσών – εναγόμενων κοινοπραξία, που ασκεί εμπορική δραστηριότητα διαχειριζόμενη για λογαριασμό των ανωτέρω τριών (3) μελών της τα ως άνω πλοία, με την ειδικότητα του Υποπλοίαρχου, που ναυτολογήθηκε στα εν λόγω πλοία κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο χρονικά διαστήματα και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ. 1, 517 εδ. α, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 23-12-2025 (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/23-12-2025 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ήτοι πριν από επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρο 499 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ) καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έλαβε χώρα την 5-11-2025, καθότι ουδείς των διαδίκων επικαλείται, ούτε άλλωστε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω νόμο, λόγω της φύσης της διαφοράς ως εργατικής, ρύθμιση που διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 22 του Ν. 5134/2024 με έναρξη ισχύος από την 16-9-2024 (άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού Ν. 5134/2024). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή (ειδική) διαδικασία των περιουσιακών/εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 και 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την από 16-4-2025 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……./2025 αγωγή του, ο ενάγων εξέθετε ότι η πρώτη των εναγόμενων ναυτική εταιρία «……………» τυγχάνει πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού – οχηματαγωγού ταχύπλοου πλοίου «ΔΠ», υπό αύξοντα αριθμό Νηολογίου Ρόδου …., κ.ο.χ. 499, υπό διεθνές διακριτικό σήμα ….., η δεύτερη των εναγόμενων ναυτική εταιρία «……………..» τυγχάνει πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού – οχηματαγωγού ταχύπλοου πλοίου «ΔΕ», υπό αύξοντα αριθμό Νηολογίου Ρόδου ….., κ.ο.χ. 537, υπό διεθνές διακριτικό σήμα ….., η τρίτη των εναγόμενων ναυτική εταιρία «………….» τυγχάνει πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού – οχηματαγωγού πλοίου «ΠΣ», υπό αύξοντα αριθμό Νηολογίου Ρόδου ……, κ.ο.χ. 1.755,13, υπό διεθνές διακριτικό σήμα …….., καθώς και ότι μεταξύ των ως άνω εναγόμενων εταιριών συνεστήθη την 27-2-2006 η τέταρτη των εναγόμενων «……………», η οποία, τηρουμένων των διατυπώσεων δημοσιότητας, καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με αριθμό ………….., και η οποία ασκεί εμπορική δραστηριότητα, έχουσα εμπορικό σκοπό, καθότι διαχειρίζεται για λογαριασμό των ανωτέρω τριών (3) μελών της τα προαναφερόμενα πλοία. Ακολούθως, ιστορούσε ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε στη Ρόδο την 16-2-2023 με την τέταρτη των  εναγόμενων κοινοπραξία, ενεργούσα κατ’ εντολή και για λογαριασμό των μελών της, συμφώνησε να ναυτολογηθεί σε οποιοδήποτε από τα ανωτέρω τρία πλοία ως Υποπλοίαρχος, σύμφωνα με τους όρους αμοιβής και εργασίας που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων, καθώς και ότι στη συνέχεια, δυνάμει νεότερης συμβάσεως εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε στη Ρόδο την 15-1-2024 με την τέταρτη των εναγόμενων κοινοπραξία, ενεργούσα κατ’ εντολή και για λογαριασμό των μελών της, συμφώνησε τη συνέχιση της ναυτολόγησής του σε οποιοδήποτε από τα ανωτέρω τρία πλοία, με την ίδια ειδικότητα του Υποπλοιάρχου, ομοίως σύμφωνα με τους όρους αμοιβής και εργασίας που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων. Επίσης, ανέφερε ότι κατά τα διαστήματα της υπηρεσίας του επί των πλοίων «ΔΠ» και «ΔΕ», αυτά εκτελούσαν καθημερινά, από Δευτέρα έως και Κυριακή, ακτοπλοϊκά δρομολόγια, για τα οποία είχε συναφθεί σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας (άγονης γραμμής), όπως αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή, καθώς και ότι κατά τα ανωτέρω διαστήματα των δρομολογίων των πλοίων ο ίδιος (ενάγων) εκτελούσε άπαντα τα καθήκοντά του τα σχετικά με την ειδικότητά του, εργαζόμενος υπερωριακά κατά μέσο όρο τις καθημερινές και τις Κυριακές επί τέσσερις (4) ώρες ημερησίως και κατά τα Σάββατα και τις αργίες επί δώδεκα (12) ώρες ημερησίως, μέχρι τη λύση της τελευταίας σύμβασής του την 10-11-2024, οπότε απολύθηκε από το πλοίο «ΔΠ» αμοιβαία συναινέσει αυτού και του Πλοιάρχου. Περαιτέρω, ισχυριζόταν ότι από τις ένδικες ναυτολογήσεις του διατηρεί σε βάρος των εναγόμενων αξιώσεις α) για επίδομα άγονης γραμμής και για διαφορά επιδόματος άγονης γραμμής έτους 2023 και έτους 2024, αντιστοίχως, β) για υπερωριακή αμοιβή και για διαφορά υπερωριακής αμοιβής έτους 2023 και έτους 2024, αντιστοίχως, γ) για αναλογία επιδόματος Πάσχα και Χριστουγέννων έτους 2023 και έτους 2024, αντιστοίχως, καθώς και δ) για αμοιβή εκτέλεσης δρομολογίων εξπρές έτους 2023 και έτους 2024, αντιστοίχως, και συγκεκριμένα συνολικού ποσού 44.863,74 ευρώ για την υπηρεσία του στο πλοίο «ΔΠ» και συνολικού ποσού 37.296,55 ευρώ για την υπηρεσία του στο πλοίο «ΔΕ». Με βάση το ιστορικό αυτό και παραιτούμενος από το δικόγραφο της από 31-12-2024 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………../2024 προγενέστερης αγωγής του κατά των εναγόμενων, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστη για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 82.160,29 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της πρώτης ως άνω από 31-12-2024 αγωγής του, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, καθώς και να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην εν γένει δικαστική του δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών η προσβαλλόμενη με αριθμό 5155/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστη στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 46.833,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 31-12-2024 αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, κηρύχθηκε (η απόφαση) προσωρινώς εκτελεστή κατά την ως άνω καταψηφιστική της διάταξη για το ποσό των 15.611,13 ευρώ και καταδικάστηκαν οι εναγόμενες στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος ύψους 1.650,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής (5155/2025) παραπονούνται οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες με την υπό κρίση έφεσή τους, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στο δικόγραφο λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, με σκοπό να απορριφθεί η εναντίον τους ασκηθείσα αγωγή.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ, στην οποία προβλέπεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την  άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, προκύπτει ότι η αναφορά των περιστατικών αυτών χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο πληρότητα καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψή της ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της (ΑΠ 1611/2008 Δ 2008.1131, ΑΠ 187/2006 Δ 2006.907), δεδομένου ότι επί ελλιπούς ή ασαφούς αγωγής το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην εκτίμηση των ισχυρισμών του ενάγοντος από νομική και ουσιαστική άποψη, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδεις ελλείψεις, οι οποίες είναι δυνατόν, κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, να συμπληρωθούν, να διευκρινιστούν και να διορθωθούν με τις προτάσεις. Ειδικότερα, όταν πρόκειται για αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών ναυτικού, στοιχεία της βάσης της, τα οποία ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και, αν αμφισβητηθούν, να αποδείξει, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 53 ΚΙΝΔ, η σύμβαση ναυτολόγησης, η παροχή από τον ενάγοντα ναυτικό της εργασίας του στον πλοιοκτήτη και ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, σε συνδυασμό με τη χωρητικότητα του πλοίου, ώστε να εφαρμοστεί η αρμόζουσα ΣΣΝΕ (ΑΠ 365/2005  ΕλλΔνη 47.1663, ΑΠ 225/2002 ΕλλΔνη 44.160 = ΔΕΝ 2002.1314, ΜονΕφΠειρ 147/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 994/2007 ΕΝαυτΔ 2007.385 = ΠειρΝομ 2008.199, ΕφΠειρ 857/2006 ΕΝαυτΔ 2006.268, ΕφΠειρ 567/2005 ΕΝαυτΔ 2005.345, ΕφΠειρ 124/2003 ΕΝαυτΔ 2003.130, Α. Βερνάρδος, Το δίκαιον της ναυτικής εργασίας, 1980, σελ. 99). Για δε την κατ’ άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή διαφορών αποδοχών για παρασχεθείσα ναυτική εργασία κατά τις καθημερινές, τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες του επιδίκου χρονικού διαστήματος, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες και ο αριθμός τους αλλά αρκεί να μνημονεύεται ο αριθμός των ωρών εργασίας που παρέσχε ο ενάγων κατά το χρονικό αυτό διάστημα (ΑΠ 1600/2006 ΕλλΔνη 48.808, ΑΠ 725/1999  ΕλλΔνη 41.343). Δεν αποτελεί, εξάλλου, αναγκαίο για την πληρότητα του δικογράφου της στοιχείο είτε πρόκειται για αγωγή καταβολής μισθών είτε υπερωριακής αμοιβής, το είδος των κατ’ ιδίαν εργασιών που εκτελέστηκαν, εφόσον αυτό προκύπτει από την αναφορά της ειδικότητας και του βαθμού του ενάγοντος ναυτικού, δεδομένου ότι το είδος και η φύση των καθηκόντων κάθε ναυτικού και των εργασιών που αυτός εκτελεί κατά τον πλου ή όταν το πλοίο ναυλοχεί, καθορίζονται λεπτομερώς από τους κανονισμούς εργασίας και τις ναυτικές συνήθειες, εφόσον βεβαίως δεν πρόκειται για εργασίες που αμείβονται ειδικώς με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΝΕ (ΜονΕφΠειρ 376/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ  496/2015 αδημ.). Ομοίως δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της ιδίας αγωγής η αναφορά του χρόνου έναρξης και λήξης της εργασίας, της διάρκειας διακοπής της (ΜονΕφΠειρ 50/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), η αναφορά του χρόνου έναρξης και λήξης της υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος κάθε ημέρα του επιδίκου χρονικού διαστήματος, αφού αυτός ορίζεται από το νόμο ούτε της συχνότητας επαναλήψεως κάθε εργασίας εκτελούμενης εκτός του νόμιμου ωραρίου απασχόλησης του ναυτικού (ΜονΕφΠειρ  590/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) ούτε της ανάγκης η οποία παρέστη για την εκτέλεσή της, επομένως και του οφέλους που αποκόμισε ο εναγόμενος εργοδότης από την παροχή των αντιστοίχων υπηρεσιών (ΜονΕφΠειρ 369/2016, ΜονΕφΠειρ 176/2016 αμφότερες σε Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) ή του προσώπου από το οποίο δόθηκε η σχετική εντολή (ΜονΕφΠειρ 168/2014  Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 892/2002 ΠειρΝομ 2002.479 = ΕΝαυτΔ 2002.437) ούτε και των δρομολογίων του πλοίου (ΕφΠειρ 1312/1997 ΕΝαυτΔ 1998.11), εκτός αν στην αγωγή σωρεύεται κονδύλιο πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές, οπότε προσαπαιτείται η μνεία των κυκλικών πλόων που εκτελούσε το πλοίο σε εβδομαδιαία βάση και των τακτικών καθημερινών αναχωρήσεών του ή της λειτουργίας του ως ημερόπλοιου (ΜονΕφΠειρ 17/2013  ΠειρΝομ  2013.167). Σε κάθε άλλη περίπτωση αρκεί να αναφέρεται στην αγωγή το σύνολο των ωρών της υπερωριακής εργασίας κατά μήνα ή κατά μέσο όρο ανά μήνα (ΕφΠειρ 901/2002  ΠειρΝομ  2003.70). Σε περίπτωση δε αμφιβολίας ως προς την πληρότητα ή μη της παραθέσεως των ως άνω γεγονότων, λογίζεται έγκυρη η αγωγή, εφόσον οι ελλείψεις του δικογράφου της δεν δυσχεραίνουν την άσκηση ανταπόδειξης από τον εναγόμενο (ΜονΕφΠειρ 626/2014 ΕλλΔνη 2015.508, ΕφΠειρ 33/2002 ΔΕΕ 2003.561) [ΜονΕφΠειρ 196/2020 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, με την οποία ο ενάγων εκθέτει ότι ναυτολογήθηκε διαδοχικά στα αναφερόμενα ακτοπλοϊκά πλοία, πλοιοκτησίας των εναγόμενων, ως Υποπλοίαρχος, αντί των καθοριζομένων από την οικεία και εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΝΕ όρων και αποδοχών, ότι παρέσχε σε αυτά τις υπηρεσίες του κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα και με την οποία ζητεί να του καταβληθούν, μεταξύ άλλων, διαφορές από υπερωριακή εργασία, κατά καθημερινές, Σάββατα, Κυριακές και αργίες, είναι ορισμένη και σαφής, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Ειδικώς δε, όσον αφορά το αίτημα περί καταβολής υπερωριακής αμοιβής, εκτίθενται σαφώς οι ώρες της ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος στην εργασία της ειδικότητάς του στα αναφερόμενα ακτοπλοϊκά πλοία, από τις οποίες, σε αντιπαραβολή με τα νόμιμα όρια εργασίας του, συνάγεται ευθέως η υπερωριακή απασχόλησή του, η οποία κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ρητά καθορίζεται σε τέσσερις (4) ώρες ημερησίως για τις καθημερινές και τις Κυριακές και σε δώδεκα (12) ώρες ημερησίως για τα Σάββατα και τις αργίες. Οι δε εναγόμενες προβάλλουν αμυντικό ισχυρισμό περί αοριστίας των σχετικών με την υπερωριακή εργασία του ενάγοντος αγωγικών κονδυλίων, διότι στην αγωγή γίνεται γενικά μνεία στα διαστήματα των δρομολογίων των πλοίων, τα οποία ο ενάγων ταυτίζει με τις ώρες απασχόλησής του, ώστε να παρουσιάζει ώρες απασχόλησης πλέον του οκταώρου και επιπλέον δεν αναφέρονται στην αγωγή επακριβώς ούτε το κανονικό ημερήσιο ωράριο απασχόλησης ούτε η εβδομαδιαία απασχόληση, ενώ και η υπερωριακή του απασχόληση δεν εντοπίζεται σε συγκεκριμένη ημέρα και ωράριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί από τις εναγόμενες, αλλά και από το δικαστήριο αν υπερέβη και πόσο υπερωριακά τη συγκεκριμένη ημέρα το συμφωνηθέν ωράριο. Πλην όμως, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, εφόσον για το ορισμένο της ένδικης αγωγής δεν απαιτείται α) η αναφορά του χρόνου έναρξης και λήξης της εργασίας και του χρόνου έναρξης και λήξης της υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος κάθε ημέρα του επίδικου χρονικού διαστήματος, αφού αυτός ορίζεται από το νόμο, ούτε β) η μνεία των συγκεκριμένων ημερών και του αριθμού τους, αλλά αρκεί να αναφέρεται ο αριθμός των ωρών εργασίας που παρέσχε ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως εν προκειμένω που ο αριθμός των ωρών υπερωριακής απασχόλησης ρητά καθορίζεται τόσο σε ημερήσια βάση όσο και συνολικά καθ’ όλη τη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος κατ’ έτος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση (5155/2025) δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε τον προβληθέντα περί αοριστίας των ένδικων κονδυλίων ισχυρισμό, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που παραδεκτά (άρθρο 534 ΚΠολΔ) συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενες – εκκαλούσες επαναφέρουν τον ίδιο ως άνω αμυντικό ισχυρισμό τους, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος στο σύνολό του.

IV. Κατά το άρθρο 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. Επίσης, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Εξάλλου, με τις διατάξεις αυτές, που έχουν συμπληρωματική εφαρμογή και στην παραγραφή αξιώσεων του ΚΙΝΔ, εφόσον ο τελευταίος δεν ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 1182/2000 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ο νόμος ρυθμίζει ειδικά την παραίτηση από την αγωγή ή την απόρριψη αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς, επαναλαμβάνοντας διάταξη του προϊσχύοντος δικαίου, ότι με την παραίτηση ή απόρριψη αυτή, ματαιούται μεν η διακοπή και λογίζεται πως δεν έγινε, πλην όμως, αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη, η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι χώρησε από την πρώτη αγωγή. Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγόμενου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής δεν επηρεάζεται από τον περιορισμό του αιτήματος της νέας αγωγής, ούτε από την υποβολή με αυτή προσθέτου ή διαφόρου αιτήματος, το οποίο συνάπτεται με τη δικαστική νομιμοποίηση των διαδίκων και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας αξιώσεως. Τέλος, η απόρριψη και της επανασκηθείσης αγωγής για μη ουσιαστικούς λόγους παρέχει στον ενάγοντα δικαίωμα ασκήσεως και νέας (τρίτης) αγωγής πριν παρέλθει εξάμηνο από την τελεσίδικη απόρριψη της δεύτερης αγωγής, οπότε η παραγραφή λογίζεται ότι διακόπηκε με την άσκηση της πρώτης αγωγής, εκτός αν αυτό γίνεται σκόπιμα για την επιμήκυνση της παραγραφής, οπότε μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 190/2008 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενες προβάλλουν ένσταση παραγραφής των αγωγικών κονδυλίων, που γεννήθηκαν το έτος 2023, λόγω καταχρηστικής εκ μέρους του ενάγοντος παραίτησης από το δικόγραφο της πρώτης από 31-12-2024 εναντίον τους αγωγής του ίδιου (ενάγοντος), την δε εν λόγω ένσταση παραγραφής παραδεκτά επαναφέρουν με το δεύτερο λόγο έφεσης. Ειδικότερα, όπως έγινε δεκτό από την εκκαλουμένη απόφαση και δεν προσβάλλεται με την ένδικη έφεση, ο ενάγων άσκησε την από 31-12-2024 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………/2024 αγωγή του κατά των εναγόμενων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, από το δικόγραφο της οποίας ήδη παραιτήθηκε νομότυπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 ΚΠολΔ, με το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, που επιδόθηκε στις εναγόμενες την 17-4-2025 (σχετ. οι προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως με αριθμό .., …, …. και ……./17-4-2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου με έδρα το Πρωτοδικείο Ρόδου …..). Ωστόσο, ο ισχυρισμός των εναγόμενων σύμφωνα με τον οποίο η εκ μέρους του ενάγοντος παραίτηση από το δικόγραφο της προγενέστερα ασκηθείσας αγωγής του, τυγχάνει καταχρηστική και ως τέτοια πρέπει να θεωρηθεί ανίσχυρη, γενομένης περαιτέρω δεκτής ένστασης παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, πρέπει να απορριφθεί, αφού, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ, η παραίτηση αποτελεί μονομερή, απευθυντέα στον αντίδικο του παραιτουμένου διαδικαστική πράξη με αντικείμενο την προβληθείσα δικονομική αξίωση και εξαιτίας του δικονομικού της χαρακτήρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανίσχυρη λόγω καταχρηστικής ασκήσεως κατ’ άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 991/1997 Δ 1999. 277, ΕφΑθ 7922/2007 ΝοΒ 2008.909). Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη, δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω επανειλημμένη απόρριψη αγωγών για μη ουσιαστικούς λόγους ή επανειλημμένη παραίτηση από δικόγραφο αγωγών και άσκηση και τρίτης αγωγής, οπότε η διακοπή της παραγραφής με την πρώτη αγωγή μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ, αν αυτό γίνεται σκόπιμα για την επιμήκυνση της παραγραφής, περίπτωση όμως, που ουδόλως συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον αποδείχθηκε μία παραίτηση από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, όπως προαναφέρθηκε, και ως εκ τούτου, υπό τις περιστάσεις αυτές και τις προδιαληφθείσες παραδοχές δεν τίθεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ζήτημα καταχρηστικότητας της ένδικης παραίτησης με σκοπό την επιμήκυνση της παραγραφής, όπως αβασίμως διατείνονται οι εναγόμενες και συνακόλουθα, η προβληθείσα ένσταση παραγραφής τυγχάνει απορριπτέα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (5155/2025) απέρριψε την προβληθείσα ένσταση παραγραφής, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που παραδεκτά (άρθρο 534 ΚΠολΔ) συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον ως άνω λόγο έφεσης είναι απορριπτέα, όπως και ο ως άνω δεύτερος λόγος έφεσης στο σύνολό του.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 διεθνούς συμβάσεως εργασίας με αριθμό 95 προκύπτει ότι μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή που δίδεται σταθερά και μόνιμα ως τακτικό συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα για την παρεχόμενη από το μισθωτό εργασία. Δεν έχουν επομένως το χαρακτήρα μισθού οι παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή από πρόθεση, εκδηλουμένη από αμφότερα τα μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα γι’ αυτές τις παροχές και να έχει τη δυνατότητα ο εργοδότης να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους, ιδίως όταν έχει επιφυλάξει υπέρ αυτού ένα τέτοιο δικαίωμα. Η ανάκληση όμως των παροχών αυτών ενεργεί από ταύτης και για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική δύναμη και συνεπώς δεν έχει δικαίωμα ο εργοδότης να συμψηφίσει τέτοιες παροχές του πριν από την ανάκλησή τους χρόνου με οφειλόμενες νόμιμες αποδοχές του εργαζόμενου ή να τις αναζητήσει ως αχρεωστήτως καταβληθείσες (ΑΠ 1220/2005 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 § 1 του Ν. 3239/1955 η ατομική σύμβαση εργασίας, που καταρτίζεται από πρόσωπο δεσμευόμενο από συλλογική σύμβαση εργασίας, θεωρείται ότι περιέχει αυτοδικαίως τους θεσπισθέντες με αυτήν την τελευταία όρους, οι δε αντίθετες ατομικές συμφωνίες είναι άκυρες. Όμως, όροι ατομικής εργασιακής συμβάσεως ευνοϊκότεροι για το μισθωτό από αυτούς της συλλογικής σύμβασης είναι επικρατέστεροι. Εκ τούτων συνάγεται ότι, εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκαν αποδοχές υπέρτερες των προβλεπομένων από τη συλλογική σύμβαση και περιελήφθη όρος ότι κάθε άλλη παροχή θα καλύπτεται από τις πέραν των νομίμων καταβαλλόμενες, ο όρος είναι ισχυρός. Τούτο ισχύει όχι μόνο για τις αποδοχές που υφίστανται κατά το χρόνο συνάψεως της ατομικής εργασιακής σύμβασης αλλά και για τις μέλλουσες, δηλαδή και για εκείνες που θα θεσπιστούν μετά την κατάρτιση της ατομικής σύμβασης. Τα ανωτέρω ισχύουν ομοίως και για αξιώσεις από ναυτική εργασία, που θεμελιώνονται σε ειδικές διατάξεις (ΑΠ 516/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 465/2009 ΕΝαυτΔ 2009.276). Μάλιστα, στη ναυτική πρακτική, η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, ονομάζεται «κλειστός μισθός» και είναι έγκυρη κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον συμβατικό «κλειστό» μισθό, διαφορετικά, αν δηλαδή ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών, η σχετική συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 1013/2003 ΕΝαυτΔ 2003.345, ΑΠ 225/2002 ΕλλΔνη 44.160 = ΔΕΝ 2002.1314, ΜονΕφΠειρ 361/2013 ΕΝαυτΔ 2013.208, ΕφΠειρ 391/2009 ΕΝαυτΔ 2009.283, ΕφΠειρ 429/2008 ΕΝαυτΔ 2008.284, ΕφΠειρ 30/2008 ΕΝαυτΔ 2008.106, Ι. Πιτσιρίκος, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, 2006, § 9, σελ. 69). Η έννοια του «κλειστού» μισθού, που προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου, περιλαμβάνει και τη συμφωνία ότι οι υπέρτερες αποδοχές καταλογίζονται στα τυχόν ήδη καταβαλλόμενα ή και μελλοντικά επιδόματα, χωρίς ανάγκη άλλου ειδικού καθορισμού αυτών των τελευταίων (ΜονΕφΠειρ 369/2016  Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, εάν συμφωνηθεί στη σύμβαση ναυτικής εργασίας και καταβάλλεται τακτικώς και παγίως στο ναυτικό, κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός του προβλεπομένου από την οικεία ΣΣΝΕ μισθού και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, της δραστηριότητας και του ζήλου του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς πρόβλεψη περί καταλογισμού αυτού προς άλλες αποδοχές, το πρόσθετο τούτο ποσόν αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του εργοδότη, ελευθέρως ανακλητή ή δυνάμενη να καταλογιστεί μονομερώς προς άλλες συμβατικές αξιώσεις του ναυτικού. Όμως, το ως άνω πρόσθετο χρηματικό ποσό («επιμίσθιο») μπορεί να συμψηφιστεί προς τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΝΕ αποδοχές, μόνον τότε, όταν υπήρξε σχετική συμφωνία στη σύμβαση ναυτικής εργασίας περί καταλογισμού του στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή δεν έχει κάτι τέτοιο ειδικώς και ορισμένως συμφωνηθεί, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον εν λόγω συμψηφισμό, γιατί με τον τρόπο αυτό θα περιόριζε μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του εργαζομένου (ΑΠ 1013/2003 ΕΝαυτΔ 2003.345, ΑΠ 225/2002 ο.π., ΜονΕφΠειρ 213/2016, ΜονΕφΠειρ 50/2016 αμφότερες σε Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 322/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 221/2015 ΕλλΔνη 2016.1405, ΜονΕφΠειρ 647/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 185/2012 ΕΝαυτΔ 2012.397, ΤριμΕφΠειρ 471/2011 ΕΝαυτΔ 2011.257, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2004, άρθρο 60, σελ. 326, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 205). Πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που δεν εξειδικεύονται οι αποδοχές που καλύπτει ο «κλειστός» μισθός και υπάρχει κενό στη σύμβαση εργασίας ή γεννιέται αμφιβολία περί της έννοιας των βουλήσεων που δηλώθηκαν, αν δηλαδή περιλαμβάνονται ή όχι σε αυτόν ορισμένες από τις νόμιμες απαιτήσεις του ναυτικού, ανακύπτει θέμα ερμηνείας της σύμβασης, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1214/2010 ΕφΑΔ 2010.1322, ΑΠ 1746/2009 ΝοΒ 58.729, ΑΠ 142/2003 ΕλλΔνη 44.1305, ΑΠ 737/2001 ΕλλΔνη 43.723, ΑΠ 1700/1998 ΕΝαυτΔ 1999.465, ΕφΠειρ 670/2012 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 457/2000 ΔΕΕ 2000.895) [ΜονΕφΠειρ 677/2023, ΜονΕφΠειρ 464/2021, ΜονΕφΠειρ 196/2020 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενες προβάλλουν ένσταση συμψηφισμού των αγωγικών αξιώσεων για υπερωρίες των ετών 2023 και 2024, συνολικού ποσού 22.876,76 ευρώ, με τα ακόλουθα ποσά, που έχουν καταβάλει στον ενάγοντα χωρίς νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση προς τούτο, ήτοι: α) συνολικό ποσό 8.320,30 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία τροφής, που παρείχαν οι εναγόμενες στον ενάγοντα, πλέον του μισθού του, κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα υπηρεσίας του στα ως άνω πλοία, όπως η εν λόγω δαπάνη αναλύεται κατ’ έτος με τις προτάσεις τους (3.911,90 ευρώ και 4.408,40 ευρώ για τα έτη 2023 και 2024, αντιστοίχως), β) ποσό 344,70 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία ρουχισμού, που δόθηκε στον ενάγοντα από τις εναγόμενες, παρότι οι τελευταίες του κατέβαλαν κανονικά και το επίδομα ιματισμού και γ) τα ποσά των 3.175,08 ευρώ και 2.467,06 ευρώ, που έχουν καταβάλει οι εναγόμενες στον ενάγοντα κατά τα έτη 2023 και 2024 αντίστοιχα, ως δώρο πλοιοκτήτη και βοήθημα προς τον ενάγοντα και όχι ως μπόνους επιβράβευσης για την παρεχόμενη εργασία του και ως εκ τούτου παραδεκτά προβάλλουν ένσταση συμψηφισμού του ένδικου κονδυλίου περί αμοιβής εκ της υπερωριακής απασχόλησης με το ανωτέρω οικειοθελώς καταβληθέν συνολικό ποσό των 14.307,14 ευρώ.  Ωστόσο, η ως άνω ένσταση τυγχάνει απορριπτέα στο σύνολό της ως μη νόμιμη, καθόσον και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός ότι οι ως άνω υπό στοιχεία α και β παροχές σε είδος (αποτιμητές σε χρήμα) και η ως άνω υπό στοιχεία γ παροχή σε χρήμα δόθηκαν χωρίς νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση προς τούτο, από ελευθεριότητα, αποτελώντας έτσι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, αυτές δεν δύνανται να συμψηφιστούν με τις αγωγικές αξιώσεις υπερωριών, καθόσον οι εναγόμενες ουδόλως αναφέρουν αν είχαν επιφυλάξει υπέρ αυτών δικαίωμα ανάκλησης ούτε και αν έχουν πράγματι προβεί προγενέστερα σε ανάκληση των εν λόγω παροχών έναντι του ενάγοντος, αφού η ανάκληση των παροχών αυτών από τον εργοδότη ενεργεί ex nunc, δεν έχει αναδρομική δύναμη και συνεπώς, δεν έχει δικαίωμα ο εργοδότης να συμψηφίσει τέτοιες παροχές του πριν από την ανάκλησή τους χρόνου με οφειλόμενες νόμιμες αποδοχές του εργαζόμενου ή να τις αναζητήσει ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ρητά συνομολογείται από τις εναγόμενες ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ναυτικού συμφωνήθηκε ότι θα είναι «κλειστός» (σελ. 6 των πρωτόδικων προτάσεών τους), με την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν στη ναυτική πρακτική, καθώς και εφόσον οι ως άνω αποτιμητές σε χρήμα παροχές και χρηματικά ποσά για τις ανωτέρω αιτίες (παροχή τροφής, ιματισμού και βοηθήματος) ήταν, κατά τα εκτιθέμενα στις προτάσεις τους, καταβαλλόμενα τακτικώς και παγίως στο ναυτικό κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του και δη κατά τα επίδικα έτη 2023 και 2024, άρα μέρος του μισθού του και όχι δωρεάν παροχή του εργοδότη ελευθέρως ανακλητή, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις ενιστάμενες – εναγόμενες, θα έπρεπε για τη θεμελίωση της προβαλλόμενης ένστασης να διευκρινίζουν αν με την ένδικη σύμβαση ναυτικής εργασίας του ενάγοντος προσδιορίστηκαν ειδικά και ορισμένα οι υπέρτερες των νόμιμων αποδοχές του τελευταίου, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με πραγματοποιούμενες υπερωρίες του ή με άλλες συμβατικές υποχρεώσεις της εργοδότριας, διότι σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή δεν έχει κάτι τέτοιο ειδικώς και ορισμένως συμφωνηθεί, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον εν λόγω συμψηφισμό, γιατί με τον τρόπο αυτό θα περιόριζε μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του εργαζόμενου, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω οικεία νομική σκέψη. Δεν συντρέχουν επομένως, εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις του επιτρεπτού συμβατικού συμψηφισμού, αφού δεν προσδιορίστηκαν ειδικά κατά ποιόν και ποσόν οι υπέρτερες αποδοχές του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με μελλοντικές υποχρεώσεις των εναγόμενων προς αυτόν προερχόμενες από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία, όπως αντιθέτως, θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία στην ένδικη σύμβαση ναυτικής εργασίας προβλεπόταν ρητώς με σχετικό συμβατικό όρο ότι οι συγκεκριμένες παροχές θα καλύπτουν την οφειλόμενη υπερωριακή αμοιβή του ενάγοντος, περίπτωση όμως, που δεν συντρέχει εν προκειμένω (σχετ. ΜονΕφΠειρ 144/2024, ΜονΕφΠειρ 383/2023, ΜονΕφΠειρ 725/2022 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Άρα, η προβαλλόμενη ένσταση συμψηφισμού του ανωτέρω ποσού (14.307,14 ευρώ) είτε αυτό αποτελεί οικειοθελή παροχή του εργοδότη είτε αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (5155/2025) απέρριψε την προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που παραδεκτά (άρθρο 534 ΚΠολΔ) συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες – εκκαλούσες με τον τρίτο λόγο έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται η ένσταση αυτή, είναι απορριπτέα, όπως και ο ως άνω λόγος έφεσης στο σύνολό του.

VI. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης οι εναγόμενες – εκκαλούσες παραπονούνται ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου απορρίφθηκε πρωτοδίκως η ένσταση καταβολής, που πρόβαλαν, έναντι της ένδικης αξίωσης για υπερωριακή απασχόληση, καθότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν διέγνωσε ότι πρόκειται για ένσταση καταβολής, αλλά θεώρησε ότι είναι ένσταση συμψηφισμού, την οποία απέρριψε με επάλληλες αιτιολογίες, ως απαράδεκτη άλλως ως αόριστη. Ως προς την ένσταση αυτή, λεκτέα τα εξής: Με τις πρωτόδικες προτάσεις τους οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν ότι «Από τις προσαγόμενες μετ’ επικλήσεως αποδείξεις καταβολής μηνιαίου μισθού, σε συνδυασμό με το μηνιαίο πρόγραμμα εργασίας του αντιδίκου, όπου φαίνονται οι ώρες απασχόλησής του καθημερινά (κανονικές και μειωμένες), καθώς και οι ημέρες που δεν εργάσθηκε (ρεπό), αλλά για τις οποίες πληρώθηκε κανονικά ωσάν να εργάζεται, προκύπτει ότι ουδεμία νόμιμη αξίωση για υπερωριακή απασχόληση διατηρεί ο αντίδικος» [σελ. 14 και 15 των πρωτόδικων προτάσεών τους]. Ειδικότερα, οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν ότι, πέραν των νομίμως οφειλόμενων ημερών ανάπαυσης, χορηγούσαν στον ενάγοντα πρόσθετες ημέρες άδειας («ρεπό») καταβάλλοντας του πλήρεις τις μηνιαίες του αποδοχές, οι οποίες θα πρέπει να συμψηφιστούν με τις αξιώσεις του ενάγοντος για υπερωρίες. Με τους ισχυρισμούς αυτούς επιχειρείται να θεμελιωθεί, κατά τη δέουσα εκτίμηση, ένσταση συμψηφισμού των καταβληθέντων από τις εναγόμενες ποσών αμοιβής, που αντιστοιχούν στις πρόσθετες ημέρες άδειας (τα οποία ουδόλως προσδιορίζουν είτε ως προς το συνολικό ποσό είτε ως προς τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν), με τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος για υπερωριακή απασχόληση. Ωστόσο, η εν λόγω ένσταση προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον με τις προτάσεις των εναγόμενων, αφού ουδόλως προβλήθηκε προφορικώς συνοπτικά από αυτές στο ακροατήριο και δεν καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση (απομαγνητοφωνημένα) πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 591 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠολΔ) [σχετ. τα πρακτικά]. Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δοθέντος ότι οι εναγόμενες δεν εκθέτουν με τις προτάσεις τους ούτε ποιες συγκεκριμένα ήταν οι νόμιμες ημέρες ανάπαυσης του ενάγοντος εβδομαδιαίως κατά τα ένδικα διαστήματα ούτε ποιες και πόσες ήταν οι πρόσθετες ημέρες άδειας που του χορηγήθηκαν ούτε ποιο ήταν το συνολικό ποσό και ποια τα επιμέρους ποσά, που του καταβλήθηκαν για την αιτία αυτή ούτε επικαλούνται ιδίως και την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για το συμψηφισμό των συγκεκριμένων παροχών και δη των ποσών αμοιβής που αντιστοιχούν στις ανωτέρω πρόσθετες ημέρες άδειας, με τυχόν αξιώσεις του ενάγοντος από υπερωρίες, διότι σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή δεν έχει κάτι τέτοιο ειδικώς και ορισμένως συμφωνηθεί, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον εν λόγω συμψηφισμό, γιατί με τον τρόπο αυτό θα περιόριζε μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του εργαζόμενου, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην παραπάνω υπό στοιχεία V μείζονα σκέψη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (5155/2025) απέρριψε την ως άνω προβληθείσα ένσταση, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που παραδεκτά (άρθρο 534 ΚΠολΔ) συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες – εκκαλούσες με τον τέταρτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα, όπως και ο ως άνω λόγος έφεσης στο σύνολό του.

VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη ένσταση εξοφλήσεως, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών (ΑΠ 191/2011, ΑΠ 178/2010, ΜονΕφΑθ 299/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο έφεσης οι εναγόμενες – εκκαλούσες παραπονούνται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε σιγήν την ένσταση εξόφλησης, που παραδεκτά πρόβαλαν πρωτοδίκως αναφορικά με το αιτούμενο επίδομα άγονης γραμμής και απέδειξαν εγγράφως. Ως προς την ένσταση αυτή, λεκτέα τα εξής:  Συνοπτικώς με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση (5155/2025) πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠολΔ και με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν ότι «ο αντίδικος έχει λάβει από την εταιρία όλα τα δικαιούμενα ποσά από επίδομα άγονης γραμμής, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση αποδείξεις πληρωμής για τα έτη 2023 και 2024 (Σχετ. 9 α – 9 μ και 10 α – 10 π)» [σελ. 11 και 12 των πρωτόδικων προτάσεών τους]. Πλην όμως, με το παραπάνω περιεχόμενο η ως άνω ένσταση εξόφλησης αναφορικά με το αιτούμενο επίδομα άγονης γραμμής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ), αφού δεν προσδιορίζονται, όπως θα έπρεπε για την πληρότητά της, ούτε το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε για την επικαλούμενη αιτία (εκπλήρωση της συγκεκριμένης οφειλής) ούτε πολύ περισσότερο τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την αιτία αυτή ούτε ο χρόνος καταβολής τους, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, αλλά για τα ελλείποντα αυτά στοιχεία του ορισμένου της ένστασης οι εναγόμενες παραπέμπουν στα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα (αποδείξεις πληρωμής), αν και η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί παραδεκτά από τις αποδείξεις (ΑΠ 178/2010 ο.π.). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (5155/2025) απέρριψε την προβληθείσα ένσταση εξόφλησης, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με ανύπαρκτη αιτιολογία, που παραδεκτά (άρθρο 534 ΚΠολΔ) συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες – εκκαλούσες με τον πέμπτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα, όπως και ο ως άνω λόγος έφεσης στο σύνολό του.

VIII. Με τον έκτο λόγο έφεσης οι εναγόμενες – εκκαλούσες παραπονούνται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση (5155/2025) κατά τον υπολογισμό των χρονικών διαστημάτων, που ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στα πλοία ΔΠ και ΔΕ, εντάσσει και χρονικά διαστήματα, που δεν καλύπτονταν από τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί με το Δημόσιο, όπως και δρομολόγια που δεν επιδοτούνταν, τον εν λόγω δε ισχυρισμό, που είχαν προβάλει πρωτοδίκως στα πλαίσια αιτιολογημένης άρνησης της ένδικης αγωγής αναφορικά με το αιτούμενο επίδομα άγονης γραμμής, παραδεκτά επαναφέρουν. Ωστόσο, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθότι δεν εκτίθεται ο αριθμός των ημερών κατά τις οποίες, κατά τον ισχυρισμό τους, εκτελούνταν από τα εν λόγω πλοία δρομολόγια άγονης γραμμής σε μηνιαία βάση κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα της ναυτολόγησης του ενάγοντος, ώστε κατ’ άρθρο 7 της οικείας ΣΣΝΕ να υπολογιστεί αναλογικά και στο προσήκον ποσό το επίδομα άγονης γραμμής, που αιτείται ο ενάγων και να επιδικαστεί προφανώς σε μικρότερο ποσό από εκείνο που δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς να αρκεί για το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού τους η επίκληση των Συμβάσεων Δημόσιας Υπηρεσίας (αγόνων), που έχουν συναφθεί με το Δημόσιο για τις συγκεκριμένες δρομολογιακές γραμμές και του αριθμού των σχετικών δρομολογίων, των οποίων έχει συμφωνηθεί η εκτέλεση, αλλά θα πρέπει να γίνεται επιπροσθέτως επίκληση και της εκτέλεσης συγκεκριμένου αριθμού τέτοιων δρομολογίων σε μηνιαία βάση κατά το διάστημα της ναυτολόγησης του ενάγοντος, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ώστε, εφόσον αποδειχθεί η βασιμότητά του, να συνάγεται ο ανάλογος χρόνος απασχόλησης του ενάγοντος ναυτικού προς χορήγηση, κατά ποσό, του ειδικού επιδόματος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (5155/2025) απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που παραδεκτά (άρθρο 534 ΚΠολΔ) συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες – εκκαλούσες με τον έκτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα, όπως και ο ως άνω λόγος έφεσης στο σύνολό του.

IX. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του (5155/2025) δέχθηκε την ένδικη αγωγή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστη στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 46.833,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 31-12-2024 αγωγής, μετά και την απόρριψη των προβληθεισών ενστάσεων και λοιπών καταλυτικών της αγωγής ισχυρισμών των εναγόμενων, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα, και δη κατά τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την ένδικη έφεση, έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες με τους σχετικούς λόγους έφεσης – κατά το μέρος που βάλλουν κατά της εκκαλουμένης απόφασης στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης – τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος του τελευταίου, να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατά της με αριθμό 5155/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), κατ’ ουσίαν.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλουσών τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την   15  Σεπτεμβρίου  2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ