Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 567/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός αποφάσεως  567/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(2ο Τμήμα)

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «………», που εδρεύει στη ….. Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ ……., ως μη δικαιούχος διάδικος, δυνάμει του Ν. 5072/2023 και της υπ’ αριθ. 225/1/2024 πράξης της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..», με έδρα το …….. Ιρλανδίας, δυνάμει της από 8/10/2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της, Ιωάννας Πατριαρχέα (Α.Μ Δ.Σ Πειραιά …..).

Των εφεσίβλητων: 1) ……….και 2) ……………, οι οποίες παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεράσιμου Παπακωστόπουλου (Α.Μ Δ.Σ Πειραιά ……..), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Οι ανακόπτουσες και ήδη εφεσίβλητες άσκησαν σε βάρος της καθ’ ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 25/9/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2023 ανακοπή τους, καθώς και τους από 30/9/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2024 πρόσθετους λόγους αυτής, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση: α) της υπ’ αριθ. ………../2023 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και β) της από 31/7/2023 επιταγής προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, συζήτησε την ως άνω ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής στις 7/3/2025, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 4788/2025 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως η καθ’ ής η ανακοπή άσκησε την από 18/11/2025 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …………/2025 και β) δικογράφου ……../2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18/11/2025 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……./2025 και β) δικογράφου ………../2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 4788/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί της από 25/9/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../2023 ανακοπής των ανακοπτουσών και ήδη, εφεσίβλητων, καθώς και των από 30/9/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2024 πρόσθετων λόγων αυτής, κατά της καθ’ ής η ανακοπή και ήδη, εκκαλούσας, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520, 591 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 19/11/2025, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στην εκκαλούσα και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 20/10/2025 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την διαδικασία περιουσιακών διαφορών, κατά την οποία δικάστηκε η πρωτόδικη υπόθεση (άρθρο 533, 591 παρ.7 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση ανακοπή, οι ανακόπτουσες ζητούν, για τους εκτιθέμενους στην ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής, λόγους, να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθ. ……/2023 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και β) η από 31/7/2023 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 4788/2025 απόφαση του, έκανε δεκτή την ανακοπή, ακυρώνοντας τις ως άνω πράξεις εκτέλεσης. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση της, η εκκαλούσα προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επικυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 4354/2015 σχετικά με τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων: «1. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα πλην της περίπτωσης δ’ της παρ. 5 του άρθρου 2 τον Ν. 4261/2014, υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και αντικείμενά της μπορεί να είναι μεμονωμένες απαιτήσεις ή ομάδες απαιτήσεων κατά οποιουδήποτε δανειολήπτη, μη εφαρμοζομένου στην περίπτωση αυτή του άρθρου 479 ΑΚ. Άλλα δικαιώματα, ακόμα κι αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου. …   3. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων καταχωρίζεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000. …… Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των πωλούμενων απαιτήσεων του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος. 4. Αναγγελία της καταχώρισης γίνεται ατύπως προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές με κάθε πρόσφορο μέσα, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Πριν από την καταχώριση δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση απαιτήσεων της παραγράφου 1…..». Κατά δε το άρθρο 1 παρ. 1 γ και δ του ίδιου Ν. 4354/2015 «γ. Η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η προϋπόθεση αυτή οφείλει να πληρούται και σε κάθε περαιτέρω μεταβίβαση. Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου… δ. Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3156/2003… ». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.1 και 2 του Ν. 3156/2003, η τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ «μεταβιβάζοντος» και «αποκτώντος» σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται με τους προβλεπόμενους στον ανωτέρω νόμο τρόπους. «Μεταβιβάζων» είναι μόνο έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα (άρα και τραπεζικές ανώνυμες εταιρίες) και «αποκτών» είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα, που έχουν ως αποκλειστικά σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίηση τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν («εταιρεία ειδικού σκοπού»), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις, εκδότης δε των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών. Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοποίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές προσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με οποιονδήποτε τρόπο (άρθρο 10 παρ. 6 Ν. 3156/2003). Περαιτέρω, η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρίζεται σε δημόσια βιβλία σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 Ν. 2844/2000 (άρθρο 10 παρ. 8 Ν. 3156/2003). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση (εκχώρηση) αναγγέλλεται εγγράφως από του μεταβιβάζοντα ή την Εταιρία Ειδικού Σκοπού στον οφειλέτη (άρθρο 10 παρ. 9 Ν. 3156/2003). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παραγράφου 1 (άρθρο 10 παρ. 10 Ν. 3156/2003). Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161/337/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης-ΦΕΚ Β’ 1688/2003 και ήδη με την ΥΑ 207/2020) στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως Ενεχυροφυλακεία, δε, έως την ίδρυσή τους με Π.Δ ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των Ν. 4354/2015 και 3156/2003 προκύπτει ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων, κατά τους ορισμούς τους, γίνεται με έγγραφο τύπο και συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, από την οποία (καταχώριση) αποκτώνται τα δικαιώματα του αναδόχου έναντι του τρίτου οφειλέτη και πριν την αναγγελία της εκχώρησης στον τελευταίο, αφού ως τέτοια ισχύει πλασματικά εκ του νόμου η καταχώριση της σύμβασης στο βιβλίο αυτό κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον πρόκειται για τιτλοποίηση απαιτήσεων, η δε διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατίθεται υποχρεωτικά σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά το Ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 924 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επιταγή ως πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνάμα της προδικασίας της, πρέπει απαραίτητα να επιδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ’ άρθρα 919 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται απ’ αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθ’ ου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια, είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η υποχρέωση αυτή είναι ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση γνωρίζει για την επελθούσα διαδοχή. Απαιτείται δε η επίδοση ολοκλήρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Αυτά πρέπει να κοινοποιούνται ως πρωτότυπα επίσημα έγγραφα, μη αρκούσης, της απλής μνείας τούτων στην επιταγή. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Τυχόν ακυρότητα της επιταγής που επέδωσε ο αρχικός δικαιούχος δεν επιδρά στο κύρος της νέας επιταγής, η οποία έχει αυτοτέλεια έναντι της προηγούμενης. Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων τραπεζικών απαιτήσεων κατά τους ορισμούς των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και εν συνεχεία η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση θέτει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που να εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνα τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006, Sakkoulas-Online). Καθώς δε τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 Ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 2088/2025, ΕφΘεσσ 177/2022, ΕφΠειρ 574/2020, ΕφΑιγ 125/2022, Sakkoulas-Online, Π. Γιαννόπουλος, Η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις ως μη δικαιούχος διάδικος στη διαγνωστική δίκη και στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, Αρμ 2019/233 επ., Ν.Κατηφόρης σχόλιο κάτωθι ΜΠρΝαξ 57/2020, ΕΠολΔ 2020 σελ. 432 επ.).

Με τον δεύτερο λόγο εφέσεως, η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τον τρίτο λόγο ανακοπής και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις, δεχόμενη ότι από τα έγγραφα, τα οποία προσκομίστηκαν από την καθ’ ης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η ανάληψη της διαχείρισης της επίδικης απαίτησης εκ μέρους της καθ’ ης. Ειδικότερα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι «… οι ανωτέρω μεταβιβάσεις δεν μνημονεύονται στην αίτηση που κατέθεσε η ήδη καθ’ ης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ούτε προσκομίζονται αντίγραφα ή περιλήψεις των ανωτέρω συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και επανεκχώρησης απαιτήσεων, αν και η ήδη καθ’ ης, φερόμενη η ίδια ως τελευταία εκδοχέας της απαιτήσεως με ειδική διαδοχή, θα έπρεπε να είχε αποδείξει την πλήρη σειρά της ειδικής διαδοχής που οδήγησε στην εκχώρηση της ένδικης απαίτησης στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», με την διαχείριση της οποίας έχει, κατά τους ισχυρισμούς της, η ίδια επιφορτισθεί. Κατόπιν τούτων, πρέπει ο λόγος αυτός της ανακοπής να γίνει δεκτός … και να ακυρωθεί, λόγω της μη απόδειξης της ενεργητικής νομιμοποίησης της ήδη καθ’ ης, η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής καθώς και η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή.»

Από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με τη με αριθ. ……/21-3-2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου, μετά τoυ Προσαρτήματος Α αυτής, που συνήφθη στον Πειραιά η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..», την οποία διαδέχθηκε καθολικά η «…………», σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 του Κ.Ν. 2190/1920 λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση (ΦΕΚ 3931/1-7-2013 τ. ΑΕ, ΕΠΕ και ΓΕΜΗ), της οποίας ειδική διάδοχος τυγχάνει η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», της οποίας διαχειρίστρια είναι η εκκαλούσα, χορήγησε στον (ήδη αποβιώσαντα και κληρονομούμενο από τις εφεσίβλητες) …………. και στην πρώτη εφεσίβλητη, δάνειο ποσού 300.000 ευρώ, με σκοπό την κάλυψη στεγαστικών αναγκών των οφειλετών, με τους αναφερόμενους στην ως άνω σύμβαση όρους. Το επιτόκιο συμφωνήθηκε αρχικά σταθερό ίσο με 4,95% για τα πρώτα τρία έτη πλέον του κόστους της εισφοράς του Ν. 128/75 0,60%, και στη συνέχεια κυμαινόμενο και ίσο με το εκάστοτε ισχύον Euribor εξαμήνου ίσo με 4,675% πλέον περιθωρίου ίσο με 2,40%, πλέον του κόστους της εισφοράς του Ν. 128/75 0,60%. Η διάρκεια συμφωνήθηκε σε 360 μήνες, Το, δε, επιτόκιο υπερημερίας υπολογίζεται με επιβάρυνση 2,5 μονάδες πάνω από το συμβατικό επιτόκιο. Εν συνεχεία, σύμφωνα με το από 21-6-2013 Πρόσθετο Σύμφωνο και το από 25-6-2013 Πρόσθετο Σύμφωνο δήλωσης μεταγενέστερου εγγυητή, στην ως άνω σύμβαση με την εγγύηση της δεύτερης εφεσίβλητης, συνομολογήθηκε ποσό 249.384,45 ευρώ, ως το μέχρι τότε οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο ως αληθές και νόμιμο από τους καθ’ ων και ρυθμίστηκε η εξόφληση αυτού. Το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο ίσο με το Ευrίbοr τρίμηνης διάρκειας ίσο με 0,214%, πλέον περιθωρίου ίσο με 2,4% και πλέον του κόστους της εισφοράς του Ν.128/75, 0,60%. Για τη λογιστική παρακολούθηση του επίδικου δανείου, ανοίχθηκε και τηρήθηκε αρχικά ο υπ’ αριθ. ………… χορηγητικός λογαριασμός, ο οποίος κατόπιν διαδοχικών μεταπτώσεων του εκάστοτε χρεωστικού του υπολοίπου και μεταφοράς αυτού σε οριστική καθυστέρηση εμφάνισε τελικά την 9-3-2023 χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 214.564,69 ευρώ, στον υπ’ αριθ. ………. λογαριασμό, όπως προκύπτει από το από 9-3-2023 απόσπασμα λογαριασμού.  Παράλληλα ανοίχθηκαν και τηρήθηκαν και οι υπ’ αριθ. …….. και …………. λογαριασμοί που αφορούν σε μη λογιστικοποιημένους τόκους, οι οποίοι εμφάνισαν χρεωστικό υπόλοιπα κατά την ως άνω ημερομηνία ποσού 9,44 ευρώ και 9.856,79 ευρώ αντίστοιχα. Επειδή οι ανακόπτοντες δεν υπήρξαν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την πληρωμή των οφειλόμενων μηνιαίων δόσεων, η πιστώτρια προέβη σε οριστικό κλείσιμο του δανειακού λογαριασμού, μέσω του οποίου εξυπηρετείτο το δάνειο και κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση δανείου, δυνάμει της από 24.3.2023 εξώδικης καταγγελίας, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στους ανακόπτοντες, δυνάμει των υπ’ αριθ. …., …. και …../28-4-2023 εκθέσεων επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……. . και τους κάλεσε να εξοφλήσουν την οφειλή τους, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 224.430,92 ευρώ. Ακολούθως, σε συνέχεια της από 16/6/2023 αίτησης της καθ’ ης, ενεργούσας επ’ ονόματι και για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας ειδικού σκοπού, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……/2023 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία οι ανακόπτοντες διατάχθηκαν να καταβάλουν στην αιτούσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 224.430,92 ευρώ, μετά τόκων και εξόδων. Περαιτέρω, όσον αφορά την ενεργητική νομιμοποίησή της καθ’ ης, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει της από 8.10.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, που καταρτίστηκε μεταξύ της «………..» και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», η οποία καταχωρίστηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …./11.10.2021 στον τόμο … και αριθμό …, η οποία επέχει θέση αναγγελίας κατ’ άρθρο 10 §10 Ν. 3156/2003, οι απαιτήσεις και τα δικαιώματά εκ της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης μεταβιβάσθηκαν από την ……. στην …………….. Ακολούθως καταρτίσθηκε η από 17.12.2021 σύμβαση μακροπρόθεσμης διαχείρισης, μεταξύ της εκκαλούσας και της ως άνω εταιρείας ειδικού σκοπού, βάσει της οποίας, η εκκαλούσα ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης σχετικά με τα δάνεια, τις σχετικές εξασφαλίσεις ή τα παρεπόμενα δικαιώματα αυτών, ώστε να προβαίνει στην άσκηση των δικαιωμάτων, εξουσιών και ευχερειών που προκύπτουν από τους όρους αυτών και να εκπληρώνει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτά, όπως περιγράφονται ειδικότερα και σύμφωνα με τους όρους της ως άνω σύμβασης διαχείρισης, καταχωρηθείσας νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …./20.12.2021 στον τόμο … και αριθμό …., δυνάμει του υπ’ αριθ. …../17.12.2021 ειδικού πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., όπως αυτή συμπληρώθηκε με την με αριθμό πρωτοκόλλου …./11-4-2023 καταχώρηση στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, τόμος …., αριθμός ….., της από 10-4-2023 περίληψης της σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης, με την οποία εξειδικεύτηκαν οι εξουσίες του διαχειριστή των απαιτήσεων. Συνεπεία της ως άνω ανάθεσης διαχείρισης, κάθε ενέργεια, στην οποία προβαίνει η εκκαλούσα εταιρία, από τις 8.10.2021 και εφεξής, στο πλαίσιο λειτουργίας των σχετικών συμβάσεων και των ιδιωτικών συμφωνητικών και αναφορικά με την είσπραξη των εξ αυτών απαιτήσεων, πραγματοποιείται στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας ειδικού σκοπού, η οποία κατέστη δικαιούχος των εν θέματι απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις εκ της επίδικης σύμβασης, όπως τούτο προκύπτει από τα αποσπάσματα του παραρτήματος της από 8 Οκτωβρίου 2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, ως εκτέθη ανωτέρω. Προσκόμισε, δε, η εκκαλούσα, κατά την κατάθεση της ως άνω αίτησης, τα εξής έγγραφα για την απόδειξη της ενεργητικής της νομιμοποίησης: 1) την υπ’ αριθ. ………./21-3-2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου μετά της αυθημερόν πρόσθετης πράξης αυτής, το από 21-6-2013 πρόσθετο σύμφωνο και το από 25-6-2013 πρόσθετο σύμφωνο δήλωσης μεταγενέστερου εγγυητή, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αρχικής σύμβασης, 2) τα αποσπάσματα του υπ’ αριθ. …….. (πρώην …….) δανειακού λογαριασμού και των υπ’ αριθ. ……….. και ………… λογαριασμών μη λογιστικοποιημένων τόκων, οι οποίοι τηρήθηκαν σε εξυπηρέτηση της ανωτέρω σύμβασης δανείου και έχουν εξαχθεί από τα επίσημα βιβλία της, που αποτελούν βάσει ρητού όρου της σύμβασης, πλήρη απόδειξη της απαιτήσεως και περιέχουν ακριβή συνολική κίνηση των δανειακών λογαριασμών, 3) την από 24-3-2023 εξώδικη καταγγελία, πρόσκληση και δήλωση της, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στους ανακόπτοντες, δυνάμει των υπ’ αριθ. …., … και …/28-4-2023 εκθέσεων επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………., 4) το ΦΕΚ 3931/1-7-2013, τεύχος ΑΕ, ΕΠΕ και ΓΕΜΗ, με το οποία η «………….» διαδέχεται καθολικά την «…………..» σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 του Κ.Ν. 2190/1920 λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, 5) την από 8 Οκτωβρίου 2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …../11-10-2021 στον τόμο ….. και αύξοντα αριθμό ….., 6) την από 8 Οκτωβρίου 2021 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/11.10.2021 στον τόμο … και αύξοντα αριθμό …., 7) την από 8 Οκτωβρίου 2021 ελληνική σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων (Greek Αssignment Αgreement – Αssignment of Receiναbles) μετά της ακριβούς μετάφρασης αυτής, 8) το από 8 Οκτωβρίου 2021 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων (Ρriναte Αgreement fοr the Serνicing οf Receίνables) μετά της ακριβούς μετάφρασης αυτού, 9) την από 17.12.2021 σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης – ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων, μετά της ακριβούς μετάφρασης αυτής, ως αντικατάσταση του Ρriναte Αgreement fοr the Serνicing οf Receίνables (Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων) μεταξύ της εκκαλούσας και της δικαιούχου, με ημερομηνία 8.10.2021, 10) την περίληψη της από 17.12.2021 σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης- Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η οποία αντικατέστησε την από 8.10.2021 σύμβαση διαχείρισης, με αριθ. Πρωτ. …./20.12.2021, τόμος … και αύξοντα αριθμό …..….. 11) το υπ’ αριθ. ……./8.10.2021 Ειδικό Πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………., 12) το υπ’ αριθ. ………../17.12.2021 Ειδικό Πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., 13) τα αποσπάσματα του Παραρτήματος της από 8 Οκτωβρίου 2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, 14) την με αριθμό πρωτοκόλλου …/11-4-2023 καταχώρηση στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος …., αριθμός …….) της από 10-4-2023 Περίληψης της Σύμβασης Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης, με την οποία τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε η από 17.12.2021 Περίληψη της Σύμβασης Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, νομίμως καταχωρηθείσας στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος …., αριθμός ….) με αριθ. πρωτ. …../20­-12-2021, με την οποία εξειδικεύτηκαν οι εξουσίες του διαχειριστή των απαιτήσεων, 15) το από 10-4-2023 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων και την ακριβή μετάφραση αυτού. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι στους ανακόπτοντες συγκοινοποιήθηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα, κατ’ άρθρο 925 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, που αποδεικνύουν την ιδιότητα της εκκαλούσας ως εκπροσώπου της ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου και νομιμοποιούμενης να επισπεύσει την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση και ότι αυτή νόμιμα ενήργησε. Σύμφωνα δε και με τις διατάξεις του άρθρου 115 Ν. 5072/2023, για την απόδειξη της διαχειριστικής αρμοδιότητας αρκεί η προσκόμιση των εγγράφων που καταχωρούνται στο αρμόδιο Ενεχυροφυλακείο και συγκεκριμένα η προσκόμιση της δημοσιευμένης περίληψης της σύμβασης πώλησης, του αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα στην σύμβαση μεταβίβασης και της δημοσιευμένης περίληψης της σύμβασης διαχείρισης, τα οποία στην προκειμένη περίπτωση προσκομίστηκαν άπαντα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να είναι απαραίτητη ούτε η προσκόμιση άλλων εγγράφων ούτε η ειδική μνεία στην σύμβαση διαχείρισης της επίδικης σύμβασης δανείου, η οποία σε κάθε περίπτωση συμπεριλαμβανόταν στο επισυναπτόμενο στην σύμβαση μεταβίβασης παράρτημα. Κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος εφέσεως, να κριθεί απορριπτέος ο τρίτος λόγος ανακοπής, αφού έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε αυτόν δεκτό, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο στην ουσία, ως προς τους λοιπούς λόγους της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής, ενώ πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του νομίμου παραβόλου της έφεσης, στην εκκαλούσα λόγω της νίκης της (άρθρο 495 περ. 3 τελ.παρ. εδαφ.γ ΚΠολΔ).

Β. Καταγγελία είναι η μονομερής δήλωση του ενός των συμβαλλομένων που απευθύνεται στον άλλον, με την οποία εκφράζεται η βούλησή του για λύση της σύμβασης στο μέλλον (άρθρο 167 ΑΚ), για ορισμένο λόγο προβλεπόμενο στη σύμβαση ή στο νόμο, ασκείται δε είτε με εξώδικη δήλωση είτε με αγωγή. Η καταγγελία ασκείται αυτοπροσώπως από κάποιον από τους συμβαλλόμενους, δεν αποκλείεται όμως να ασκηθεί και από αντιπρόσωπο – πληρεξούσιο (άρθρα 211, 216, 217 ΑΚ). Εφόσον η καταγγελία είναι άτυπη και η πληρεξουσιότητα που χορηγείται για την άσκησή της είναι επίσης άτυπη (άρθρο 217 παρ. 2 ΑΚ). Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσώπησής τους. Επί καταγγελίας που έγινε από αναρμόδιο ή χωρίς εξουσία πρόσωπο, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 233 και 238 ΑΚ, που αναφέρονται στην, με αναδρομική ενέργεια, μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου, διότι, λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, για τη συντέλεση αυτής, απαιτείται δήλωση βούλησης από το ίδιο το νομικό πρόσωπα, η οποία μόνο με το όργανο που το εκπροσωπεί μπορεί να πραγματοποιηθεί (ΕφΠειρ 393/2025, ΠΠρΠειρ 1990/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ απαιτεί για την επιχείρηση μονομερούς απευθυντέας σε άλλον δικαιοπραξίας την επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου. Οι συνέπειες από τη μη επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου εξαρτώνται από το αν αποκρούεται ή όχι η καταγγελία χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Ειδικότερα όταν η καταγγελία από τον πληρεξούσιο έγινε εγγράφως, πρέπει αυτός να επιδείξει το πληρεξούσιο έγγραφο, γιατί αλλιώς έχει το δικαίωμα αυτός προς του οποίο γίνεται να την αποκρούσει χωρίς υπαίτια βραδύτητα, οπότε επέρχεται ακυρότητα (άρθρο 226 ΑΚ) και μάλιστα ανεξάρτητα αν υπήρχε πράγματι πληρεξουσιότητα ή αν εγκρίθηκε η καταγγελία. Αντίθετα, αν δεν εναντιωθεί αυτός προς τον οποίο γίνεται, το κύρος της καταγγελίας που βαρύνεται να αποδείξει ο καταγγέλλων και έγινε από αντιπρόσωπό του, θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη ή μη του πληρεξουσίου εγγράφου ή της έγκρισης εκ μέρους του (καταγγέλλοντος) της καταγγελίας (βλ. ΕΡΜΑΚ, άρθρο 226, αριθ. 8, σελ. 396, ΠΠρΠειρ 1990/2020, ό.π., ΠΠρΘεσσ 10214/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠειρ 1911/2013 ΕλλΔνη 2013/1468), η οποία πρέπει να γίνει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε με την προσαγωγή συμβολαιογραφικού ή άλλου εγγράφου, είτε με δήλωση του παριστάμενου διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη. Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και όταν το περί καταγγελίας εξώδικο έγγραφο υπογράφει δικηγόρος. Σημειώνεται ότι δεν ισχύει η διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, διότι η καταγγελία που ασκείται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη προπαρασκευαστική της δίκης, αφού αντιθέτως αποτελεί ενέργεια πριν από τη δίκη και μάλιστα ενέργεια όχι δικονομική αλλά ουσιαστική, δηλαδή άσκησης του σχετικού δικαιώματος (ΕφΑΘ 5900/1995, ΕΔικΠολυκ 1996/145).

Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ζητούν την ακυρότητα των προσβαλλόμενων πράξεων εκτέλεσης λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης δανείου. Ειδικότερα εκθέτουν ότι η από 24/3/2023 εξώδικη καταγγελία υπογράφεται από τους …….. και ……., χωρίς να προκύπτει η νομιμοποίηση των ως άνω προσώπων, για την υπογραφή της καταγγελίας, ούτε από την ίδια την καταγγελία, ούτε από άλλο έγγραφο, με συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη υπογραφής αυτής από τους νόμιμους εκπροσώπους της εκκαλούσας. Επομένως, η ένδικη απαίτηση δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την υποβολή της αίτησης έκδοσης της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, με συνέπεια την ακυρότητα των προσβαλλόμενων πράξεων. Πράγματι από τα ως άνω προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν προκύπτει η εξουσία εκπροσώπησης της εκκαλούσας από τους υπογράφοντες την καταγγελία, ούτε η, έστω άτυπη, πληρεξουσιότητα αυτών, ούτε η μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου, η οποία θα μπορούσε να γίνει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε με την προσαγωγή συμβολαιογραφικού ή άλλου εγγράφου, είτε με δήλωση του παριστάμενου διαδίκου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Ας σημειωθεί, βέβαια, ότι στην παρούσα περίπτωση, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην ως άνω υπό στοιχείο Β, μείζονα σκέψη, με την από 3/5/2023 εξώδικη δήλωση τους, οι ανακόπτοντες απέκρουσαν την επίδικη καταγγελία, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και επομένως κατ’ άρθρο 226 ΑΚ, εφόσον η καταγγελία έγινε χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου είναι άκυρη, ανεξάρτητα αν υπήρχε πράγματι πληρεξουσιότητα ή αν εγκρίθηκε η καταγγελία. Επομένως λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης δανείου, η ένδικη απαίτηση δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την υποβολή της αίτησης έκδοσης της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, με συνέπεια την ακυρότητα των προσβαλλόμενων πράξεων ήτοι τόσο της υπ’ αριθ. ……./2023 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όσο και της από 31/7/2023 επιταγής προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της ανακοπής και στο σύνολο τους η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων τους. Τέλος πρέπει να εξαφανιστεί η διάταξη της εκκαλουμένης για τα δικαστικά έξοδα και να επιδικαστεί στις εφεσίβλητες, η δικαστική τους δαπάνη (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας της εκκαλούσας, όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 4788/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση επί της από 25/9/2023 ανακοπής και των από 30/9/2024 πρόσθετων λόγων αυτής.

Δέχεται την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Ακυρώνει: α) την υπ’ αριθ. ……/2023 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και β) την από 31/7/2023 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας, τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, τα οποία ορίζει, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ποσό των οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων (8.500) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στον καταθέσαντα τούτο.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 4 Σεπτεμβρίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ                                                                ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ