ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 569/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη και Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………, Α.Φ.Μ. : ….. και αρ. Γ.Ε.ΜΗ. : ….., όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ζαδέλλη (ΑΜΔΣΠ : ……).
Των εφεσίβλητων : 1) …………. και 2) …………, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν με κοινή δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Νικολαΐδη (ΑΜΔΣΑ : …..) και Κλεοπάτρα Αγγελίδη (ΑΜΔΣΠ : ……).
Οι ανακόπτουσες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 31-10-2024 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/2024 ανακοπή τους κατά της καθ’ ης η ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών η με αριθμό 341/2025 απόφαση, με την οποία παραπέμφθηκε η ανακοπή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κατόπιν σχετικής κλήσης, η με αριθμό 3275/2025 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).
Η εν μέρει ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την από 23-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2026 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας παραστάθηκε στο ακροατήριο και, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εφεσίβλητων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν κοινή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 23-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../2026 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση της εν μέρει ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας κατά των ανακοπτουσών και ήδη εφεσίβλητων και κατά της με αριθμό 3275/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 632 παρ. 2 εδ. β, άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ), επί της ασκηθείσας σε βάρος της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή από 31-10-2024 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………./2024 ανακοπής των εφεσίβλητων – ανακοπτουσών, οι οποίες επιδιώκουν με αυτήν την ακύρωση της με αριθμό ……/2024 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε με τη με αριθμό 862/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθώς και της συναφούς από 8-10-2024 επιταγής προς εκτέλεση, εκδοθείσας της τελευταίας (διαταγής πληρωμής) για απαίτηση απορρέουσα από σύμβαση τραπεζικού δανείου, και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) αφενός απορρίφθηκε η σωρευόμενη ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης και αφετέρου έγινε δεκτή η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 495 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 42 και 168 παρ. 3 του Ν. 5221/2025, άρθρα 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ.1, 517 εδ. α, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 3-2-2026 (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/3-2-2026 στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου), πριν από επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 495, 499 ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έλαβε χώρα την 17-7-2025, καθότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (γ) ΚΠολΔ παράβολο ποσού 150,00 ευρώ (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../3-2-2026 του γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου με μνεία στο με αριθμό ………../2026 e-παράβολο, ποσού 150,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της, κατά την αυτή ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με την από 31-10-2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../2024 ανακοπή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι ανακόπτουσες ζήτησαν, για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, α) την ακύρωση της με αριθμό ……/2024 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε με τη με αριθμό 862/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς τον εκ παραδρομής εσφαλμένο αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. της αιτούσας την έκδοση της διαταγής πληρωμής τράπεζας, καθώς και β) της από 8-10-2024 επιταγής προς εκτέλεση παρά πόδας αντιγράφου α΄ απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής, η οποία (διαταγή πληρωμής) εκδόθηκε επί της από 9-7-2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …../2024 αίτησης της καθ’ ης η ανακοπή, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………» με Α.Φ.Μ. : …. και αρ. Γ.Ε.ΜΗ. : …., ως καθολικής διαδόχου της δανείστριας τράπεζας με την επωνυμία «……………..» με Α.Φ.Μ. : …. και αρ. Γ.Ε.ΜΗ. : …., για απαίτηση απορρέουσα από σύμβαση τραπεζικού δανείου και σύμβαση προσωπικής εγγύησης, στην οποία συμβλήθηκε ο ήδη αποβιώσας την 18-7-2019 …………… και με την οποία (διαταγή πληρωμής) διατάχθηκαν οι ανακόπτουσες, ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοι του άνω αποβιώσαντος εγγυητή, να καταβάλουν στην καθ’ ης η ανακοπή, εις ολόκληρον έκαστη, το ισόποσο σε ευρώ, βάσει της ισοτιμίας δολαρίου ΗΠΑ – ευρώ που θα ισχύει κατά το χρόνο πληρωμής, του συνολικού ποσού των 575.000 δολαρίων ΗΠΑ, νομιμοτόκως από την επομένη της έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Επί της ένδικης ανακοπής εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 632 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) η με αριθμό 341/2025 απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο αρμόδιο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατόπιν της από 30-1-2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………./2025 κλήσης των ανακοπτουσών, δυνάμει της οποίας η υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση, εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία η εκκαλουμένη με αριθμό 3275/2025 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών). Δυνάμει αυτής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφενός απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τη σωρευόμενη κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης και αφετέρου, γενομένου δεκτού του πρώτου λόγου της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, έγινε δεκτή η ανακοπή αυτή (κατά της διαταγής πληρωμής) και συνακόλουθα, ακυρώθηκε η ανακοπτομένη με αριθμό ……../2024 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε, και συμψηφίστηκε η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Κατά της εκκαλουμένης απόφασης (3275/2025) και δη, κατά τη δέουσα εκτίμηση, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε δεκτή η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, παραπονείται η καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της, για τον αναφερόμενο στο δικόγραφο λόγο, ο οποίος ανάγεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί τη μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, με σκοπό να απορριφθεί η ασκηθείσα ανακοπή κατά της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή και ότι σ’ αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη, στα οποία, σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθ’ ου η αίτηση, περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα. Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ’ άρθρο 628 παρ.1 α ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθ’ ου η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ (ΑΠ 914/2018, ΑΠ 782/1994 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, Ποδηματά στην Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα υπό άρθρο 626 αριθ. 3 σελ. 1169). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι, το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθ’ ου η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε (Ολ ΑΠ 10/1997, ΑΠ 713/2012 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΑθ 2768/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 του Ν. 4601/2019 «Εταιρικοί Μετασχηματισμοί κλπ», που ρυθμίζει ζητήματα συγχώνευσης και διάσπασης ανώνυμων εταιριών, μεταξύ των οποίων οι τραπεζικές ανώνυμες εταιρίες (άρθρα 16 του Ν. 2515/1997 και 145 του Ν. 4261/2014) ορίζεται ότι: «1. Η απόσχιση κλάδου πραγματοποιείται είτε με απορρόφηση, είτε με σύσταση μίας ή περισσότερων νέων εταιριών, είτε με απορρόφηση και με σύσταση μίας η περισσότερων νέων εταιριών…. 3. Απόσχιση κλάδου με σύσταση νέας εταιρίας ή νέων εταιριών είναι η πράξη, με την οποία μία εταιρία (διασπώμενη) χωρίς να λυθεί, μεταβιβάζει, σε μία ή περισσότερες εταιρίες που συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες) τον καθοριζόμενο ή τους καθοριζόμενους στο σχέδιο διάσπασης κλάδο ή κλάδους δραστηριότητας, με τη διάθεση σε αυτήν εταιρικών συμμετοχών της επωφελούμενης ή των επωφελούμενων εταιριών και, ενδεχομένως, χρηματικού ποσού, το οποίο δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) της ονομαστικής αξίας των εταιρικών συμμετοχών που αποδίδονται στη διασπώμενη εταιρία ή, σε περίπτωση έλλειψης ονομαστικής αξίας, της λογιστικής τους αξίας». Ακολούθως, στο άρθρο 70 του ίδιου ως άνω Ν. 4601/2019 ορίζεται ότι: «1. Η διάσπαση συντελείται με μόνη την καταχώριση σύμφωνα με την υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης α της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3419/2005, της σύμβασης διάσπασης, ως προς τις επωφελούμενες εταιρίες, ακόμα και πριν από τη διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ. της διασπώμενης εταιρίας, εφόσον πρόκειται για κοινή διάσπαση. 2. Από την ημερομηνία καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. σύμφωνα με την παράγραφο 1, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα τόσο μεταξύ της διασπώμενης και των επωφελούμενων εταιριών όσο και έναντι τρίτων, τα εξής αποτελέσματα: α. οι επωφελούμενες εταιρίες υποκαθίστανται ως καθολικές διάδοχοι στη μεταβιβαζόμενη σε αυτές περιουσία. Στην κοινή διάσπαση, η καθολική διαδοχή καταλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας, δηλαδή το σύνολο των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και γενικά των έννομων σχέσεων της διασπώμενης εταιρίας, περιλαμβανόμενων των διοικητικών αδειών που έχουν εκδοθεί υπέρ της τελευταίας και αφορούν τη μεταβιβαζόμενη περιουσία. Η μεταβίβαση αυτής της περιουσίας στις επωφελούμενες εταιρίες γίνεται σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στη σύμβαση διάσπασης ή προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 59. Στη μερική διάσπαση και στην απόσχιση κλάδου η καθολική διαδοχή καταλαμβάνει τον κλάδο δραστηριότητας που καθορίζεται στη σύμβαση διάσπασης. 3. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση από τις επωφελούμενες εταιρίες, σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης ή προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 59». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση διάσπασης τραπεζικής εταιρίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση νέας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, η τελευταία νέα εταιρία καθίσταται καθολική διάδοχος της πρώτης, ως προς το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τον αποσχιζόμενο κλάδο της τραπεζικής δραστηριότητας της διασπώμενης, μεταξύ των οποίων και αυτών που απορρέουν από τις δανειακές συμβάσεις που κατήρτισε η τελευταία με τους πελάτες της, οι δε εκκρεμείς δίκες με διάδικο τη διασπώμενη συνεχίζονται με διάδικο την επωφελούμενη, η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως, ως οιονεί καθολική διάδοχος, στη θέση της διασπώμενης, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης και να απαιτείται δήλωση για τη συνέχισή της (ΑΠ 362/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Στην ανωτέρω περίπτωση της καθολικής διαδοχής, η οποία επέρχεται λόγω απόσχισης κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας με τη σύσταση νέας τραπεζικής εταιρίας, όπως υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, καθώς τα έγγραφα, που αποδεικνύουν τη συντέλεση της απόσχισης της δραστηριότητας από τη διασπώμενη εταιρία και της σύστασης της νέας εταιρίας – επωφελούμενης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση της τελευταίας, προσδιορίζονται με βάση το ότι τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση, τόσο για την επωφελούμενη όσο και για τη διασπώμενη εταιρία, όσο κι έναντι τρίτων, από την έγκριση και καταχώριση της εγκριτικής πράξεως της διοικήσεως στο Γ.Ε.ΜΗ., από το ίδιο δε χρονικό σημείο εκχωρούνται οι απαιτήσεις και αναλαμβάνονται οι υποχρεώσεις της νέας εταιρίας ως προς τη δραστηριότητα που αναλαμβάνει, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της τελευταίας αρχίζει ακριβώς από τότε (Ολ ΑΠ 12/1999, AΠ 1343/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Άρα, τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη σχετική διαδικασία, είναι τα μόνα κρίσιμα. Προς τα έξω, η απόσχιση αποκτά ισχύ μόνο με την έγκριση και καταχώριση της εγκριτικής πράξεως στο Γ.Ε.ΜΗ. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την επωφελούμενη εταιρία, που προήλθε από απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της διασπώμενης, είναι η ανακοίνωση της καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. της απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης, με την οποία εγκρίνεται η απόσχιση, καθώς και η σχετική ανακοίνωση της καταχώρισης της νέας επωφελούμενης εταιρίας, που συστήνεται το πρώτον, στο Γ.Ε.ΜΗ. Εφόσον πιστοποιείται από την αρμόδια διοικητική αρχή, ύστερα από έλεγχο της νομιμότητας, το νομότυπο της διαδικασίας απόσχισης και επακολουθεί η κατά νόμον καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ., η νέα εταιρία υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της διασπώμενης εταιρίας δίκην καθολικής διαδοχής (άρθρο 70 παρ. 2 του Ν. 4601/2019) και η νομιμοποίηση της νέας εταιρίας αποδεικνύεται έτσι πλήρως και τα δικαιώματα του καθ’ ου οφειλέτη κατοχυρώνονται. Στην περίπτωση της (οιονεί) καθολικής διαδοχής, η δραστηριότητα της διασπώμενης εταιρίας μεταβαίνει ως σύνολο στην επωφελούμενη εταιρία, ώστε να αρκούν τα έγγραφα, που πιστοποιούν τη συνολική αυτή περιουσιακή μετατόπιση, για την απόδειξη της αλλαγής του φορέα του συνόλου των ουσιαστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, άρα και της νομιμοποιήσεως (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006, ΤριμΕφΑθ 2768/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
IV. Από όλα τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………..» με Α.Φ.Μ.: …. και αρ. Γ.Ε.ΜΗ. : …., ήδη καθ’ ης η ανακοπή, ως καθολική διάδοχος της δανείστριας τράπεζας με την επωνυμία «………………» με Α.Φ.Μ. : ….. και αρ. Γ.Ε.ΜΗ. : ……, υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 9-7-2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………./2024 αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος των ανακοπτουσών, επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτομένη με αριθμό ……./2024 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε ακολούθως με τη με αριθμό 862/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς τον εκ παραδρομής εσφαλμένο αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. της αιτούσας την έκδοση της διαταγής πληρωμής τράπεζας. Δυνάμει αυτής (διαταγής πληρωμής) διατάχθηκαν οι ανακόπτουσες να καταβάλουν στην καθ’ ης η ανακοπή, εις ολόκληρον έκαστη, το ισόποσο σε ευρώ, βάσει της ισοτιμίας δολαρίου ΗΠΑ – ευρώ που θα ισχύει κατά το χρόνο πληρωμής, του συνολικού ποσού των 575.000 δολαρίων ΗΠΑ, νομιμοτόκως από την επομένη της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, καθώς και το ποσό των 11.000 ευρώ ως δικαστικά έξοδα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Η ένδικη απαίτηση απορρέει α) από την από 30-12-2014 σύμβαση δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της προαναφερόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας «……….» με Α.Φ.Μ. …….. και αριθμό Γ.Ε.Μ.Η. ………. ως δανείστριας, της οποίας η καθ’ ης η ανακοπή αποτελεί καθολική διάδοχος, και αφετέρου των εταιριών με την επωνυμία “…………” και “…………….”, οι οποίες αμφότερες εδρεύουν στη Δημοκρατία του Παναμά, ως δανειζομένων, δυνάμει της οποίας (σύμβασης) η δανείστρια τράπεζα χορήγησε στις δανειολήπτριες εταιρίες δάνειο κυμαινόμενου επιτοκίου ποσού 6.295.000,00 δολαρίων ΗΠΑ, σε συνδυασμό με β) την από 13-1-2015 σύμβαση εγγύησης, που καταρτίστηκε μεταξύ της ως άνω δανείστριας τράπεζας ως υπέρ ης η εγγύηση και του ……….. ως προσωπικού εγγυητή, ο οποίος εγγυήθηκε προς την ως άνω δικαιοπάροχο της καθ’ ης η ανακοπή, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης και εις ολόκληρον με τις δανειολήπτριες, την ολοκληρωτική εξόφληση κάθε οφειλής από την ανωτέρω σύμβαση δανείου, ενώ γ) καταρτίστηκε και η από 13-1-2015 σύμβαση εταιρικής εγγύησης. Ο εγγυητής ………. απεβίωσε την 18-7-2019 και μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (μετά την αποποίηση της κληρονομίας από τη . ………….) και καθολικοί διάδοχοί του είναι οι ανακόπτουσες, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου έκαστη, οι οποίες ήδη αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής. Περαιτέρω, δυνάμει της με αριθμ. πρωτ. …………/16.4.2021 απόφασης της Διεύθυνσης Εταιριών της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου & Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων εγκρίθηκε η διάσπαση της δικαιοπαρόχου της καθ’ ης η ανακοπή, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………» με αριθμό Γ.Ε.Μ.Η. …………. (η «Διασπώμενη»), δι’ απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της, με τη σύσταση νέας εταιρίας – πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «………..» (η «Επωφελούμενη»), η οποία έλαβε αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. : …., ήδη εν προκειμένω καθ’ ης η ανακοπή. Η ανωτέρω υπουργική απόφαση καταχωρίσθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) με κωδικό αριθμό καταχώρισης ….. και …. στα στοιχεία της Διασπώμενης και της Επωφελούμενης αντίστοιχα και δημοσιεύθηκε με τις με αριθμό πρωτ. …./16.04.2021 και αριθμό πρωτ. ……/16.04.2021 ανακοινώσεις καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ., αντίστοιχα. Τα έγγραφα αυτά, ήτοι η ως άνω υπουργική απόφαση περί έγκρισης της διάσπασης και οι ανακοινώσεις της καταχώρισής της στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης – νεοσυσταθείσας τραπεζικής εταιρίας, από τα οποία προκύπτει η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ης η ανακοπή ως καθολικής διαδόχου της δανείστριας τράπεζας προς έκδοση της διαταγής πληρωμής, ρητά επικαλέστηκε η καθ’ ης η ανακοπή στην ένδικη αίτηση (σελίδα 14), ως «ΣΧΕΤ.10», και τα προσκόμισε ως δέσμη εγγράφων υπό «ΣΧΕΤΙΚΟ 10», αλλά και ομοίως μνημονεύονται στην ένδικη διαταγή πληρωμή ως προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως υπό στοιχείο (9). Η δε προσκόμισή τους κατά το χρόνο έκδοσης της ένδικης διαταγής πληρωμής ενώπιον του δικαστή που την εξέδωσε, αποδεικνύεται από τα ακριβή αντίγραφα των συγκεκριμένων εγγράφων, που βρίσκονται στο φάκελο της δικογραφίας, επί της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, όπως προκύπτει από την από 9-9-2025 βεβαίωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς …………….. επ’ αυτών, τα οποία (ακριβή αντίγραφα) παραδεκτά προσκομίζει μετ’ επικλήσεως στο παρόν Δικαστήριο το πρώτον η εκκαλούσα (άρθρο 529 ΚΠολΔ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση (3275/2025), έκρινε αντίθετα, δεχόμενο τη μη προσκόμιση των ανωτέρω εγγράφων και συνακόλουθα τη μη έγγραφη απόδειξη της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης η ανακοπή, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα. Κατόπιν τούτων, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση εν μέρει και δη κατά το κεφάλαιο που προσβάλλεται και αφού κρατηθεί και εκδικαστεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά το μέρος αυτό, πρέπει να απορριφθεί ο συναφής πρώτος λόγος ανακοπής και κατά το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λοιποί λόγοι ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, οι οποίοι δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με τη ρήτρα 2.8 και 5.5 της επίδικης σύμβασης δανείου, τη ρήτρα 2.14 της σύμβασης εταιρικής εγγυήσεως και τη ρήτρα 2.11 της σύμβασης προσωπικής εγγυήσεως συμφωνήθηκε ότι αποσπάσματα ή φωτοτυπίες των βιβλίων της δανείστριας, καθώς και δηλώσεις της περί της κινήσεως και καταστάσεως λογαριασμών ή πιστοποιητικά υπογεγραμμένα υπό νομιμοποιουμένου προς τούτο αξιωματούχου της θα αποτελούν (εκτός προφανούς λάθους) δεσμευτική και πλήρη απόδειξη κατά των δανειοληπτριών και των εγγυητών σχετικά με το ύψος των ποσών που οφείλονται δυνάμει της συμβάσεως δανείου και των λοιπών εξασφαλιστικών εγγράφων. Τέτοια δικονομικού χαρακτήρα συμφωνία, ως όρος δανειακής σύμβασης, ότι η απαίτηση της τράπεζας θα αποδεικνύεται από απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της ή σχετικό πιστοποιητικό εκδοθέν από εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο αυτής είναι έγκυρη κατά το εφαρμοστέο ελληνικό δίκαιο (πρβλ. ΑΠ 999/2019, ΑΠ 370/2012 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Η καθ’ ης η ανακοπή προσκόμισε με την ένδικη αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής το από 13-6-2024 πιστοποιητικό οφειλής των δανειοληπτριών, κατά το οποίο το οφειλόμενο ποσό κεφαλαίου του επίδικου δανείου ανέρχεται, κατά το χρόνο έκδοσης αυτού, σε 4.538.153,55 δολάρια ΗΠΑ και το οποίο υπογράφεται από τις …….. και .……. για λογαριασμό της καθ’ ης η ανακοπή. Επιπλέον, η αιτούσα την έκδοση του εκτελεστού τίτλου προσκόμισε, προς απόδειξη της νομιμοποίησης των τελευταίων (υπαλλήλων της), τις από 20-9-2023 και από 25-9-2023 βεβαιώσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι υπογράφουσες το πιστοποιητικό οφειλής, ήτοι η κυρία ……….. πατρώνυμο …. και η κυρία ………. πατρώνυμο …………., αντίστοιχα, εργάζονται στην καθ’ ης και έχουν δικαίωμα πρώτης (Α΄) υπογραφής. Από δε τα ανωτέρω ιδιωτικά έγγραφα προκύπτει ότι οι πιο πάνω βεβαιώσεις έχουν εκδοθεί την 20-9-2023 και την 25-9-2023, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο (περί τους 9 μήνες) της έκδοσης του πιστοποιητικού οφειλής, το οποίο εκδόθηκε την 13-6-2024. Ωστόσο, οι ανωτέρω βεβαιώσεις όφειλαν να βεβαιώνουν την ιδιότητα των υπαλλήλων της καθ’ ης και το σχετικό δικαίωμα υπογραφής κατά το χρόνο έκδοσης του πιστοποιητικού και όχι σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσής του, όφειλαν δηλαδή να έχουν εκδοθεί είτε ταυτόχρονα με το πιστοποιητικό οφειλής είτε σε μεταγενέστερο χρόνο και οπωσδήποτε όχι σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης του ένδικου πιστοποιητικού οφειλής, ώστε να βεβαιώνεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της έκδοσης του πιστοποιητικού οφειλής οι υπογράφουσες αυτό νομιμοποιούνταν να το πράξουν. Επομένως και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, δεν αποδεικνύεται ότι το προσκομισθέν πιστοποιητικό οφειλής έχει εκδοθεί από εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο της καθ’ ης κατά το χρόνο έκδοσης αυτού, όπως προβλέπεται κατά τη ρητή δικονομική συμφωνία των συμβαλλόμενων και εκ τούτου παρέπεται ότι δεν αποδεικνύεται εγγράφως η επίδικη απαίτηση και το ποσό της, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ανακόπτουσες με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου ανακοπής. Συνεπώς, γενομένου δεκτού του σχετικού νόμιμου λόγου ανακοπής (άρθρα 626, 628 ΚΠολΔ) ως ουσιαστικά βάσιμου, και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της, πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και συνακόλουθα, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό ……/2024 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε με τη με αριθμό 862/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 179 εδ. α, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ επίσης, πρέπει και να διαταχθεί η επιστροφή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……/3-2-2026 του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου), στην τελευταία, καθότι η ένδικη έφεσή της έγινε δεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 3275/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 3275/2025 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) κατά το μέρος που αφορά στην ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 31-10-2024 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………./2024 ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.
ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ τη με αριθμό ……/2024 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε με τη με αριθμό 862/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στην εκκαλούσα.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 22 Ιουλίου 2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, την 4.9.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ