Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 579/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Απόφασης   579/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο Τμήμα )

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε  η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………..,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Των εκκαλούντων-αιτούντων: 1) ………… και 2) ……….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο, Θεοδώρα Μαζαράκη ( ΔΣΑ ………..), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ) και προκατέθεσαν προτάσεις.

Της εφεσίβλητης-καθ’ης η αίτηση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « ………….» και το διακριτικό τίτλο « ………..», πρώην με την επωνυμία «………….» και διακριτικό τίτλο «…………», η οποία εδρεύει στο ……… Αττικής  επί της οδού …………., με ΑΦΜ …….. και αρ. ΓΕΜΗ ………., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις αρχικά σύμφωνα με το Ν. 4354/2015 δυνάμει της με αριθμό 220/1/13.3.2017 απόφασης της   Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (υπ’ αριθμ. 880/16.3.2017 ΦΕΚ τΒ) και ήδη σύμφωνα με το Ν. 5072/2023 δυνάμει της με αριθμό 507/1/9.7.2024 απόφασης της   Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (υπ’ αριθμ. 4257/19.7.2024 ΦΕΚ τΒ), η οποία ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία « ……………», που εδρεύει στο …… Ιρλανδίας (οδός ………….) με αριθμό μητρώου …… και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα,  η οποία (αλλοδαπή εταιρεία) κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» με έδρα την Αθήνα, οδός …….. με ΑΦΜ ….. και ΓΕΜΗ  ………., νομίμως εκπροσωπούμενης, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………» με ΑΦΜ ….., λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της πρώτης, η οποία  εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Χριστίνα Συλίκου ( ΔΣΠ ……), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΣΙΟΥΦΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ … και ΑΦΜ ………  και κατέθεσε προτάσεις.

Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησε σε βάρος της καθ’ης ήδη εφεσίβλητης, την από 7.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2024) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησαν να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 1698/2025 οριστική απόφαση, δικάζοντας την ανακοπή αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε την ανακοπή.          Οι ανακόπτοντες, ήδη εκκαλούντες, προσβάλλουν την απόφαση αυτή  με την από  24/4/2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς  ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./28.4.2025,) την οποία κατέθεσαν στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς στις 28/4/2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης  ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/28.4.2025. Στο ίδιο δικόγραφο οι εκκαλούντες σώρευσαν αίτηση αναστολής  της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής, ενώ δικάσιμος ορίστηκε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από τον Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς η 6/11/2025 και κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό 45.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ  ΤΗ   ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1698/14.4.2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών  και απέρριψε την από 7.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024) ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [14/4/2025] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως στις 28/4/2025, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1  περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1  του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015]  και  έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………./2025 παράβολο σε συνδυασμό με την από 28/4/2025 ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής της Τράπεζας Πειραιώς) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495παρ. 3 Α περ.β του  ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως,  η έφεση, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύεται αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ μαζί με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, το οποίο έγινε δεκτό με αποτέλεσμα την προσωρινή αναστολή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού (στις 7.5.2025) έως τη συζήτηση της αίτησης αναστολής  και υπό τον όρο συζήτησης αυτής στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και διατηρηθείσας αυτής από τη δικαστή αυτού του Δικαστηρίου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ένδικης έφεσης,  να γίνει τυπικά δεκτή και  να εξεταστεί περαιτέρω κατά την αυτή, ως άνω, ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της (άρθρα 522, 524 παρ.1 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 7.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2024) ανακοπή τους ζήτησαν την ακύρωση της υπ’ αριθμ. …../26-09-2024 Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών . …….. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1698/2025 οριστική απόφαση απέρριψε την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής  παραπονούνται οι ανακόπτοντες– ήδη εκκαλούντες και ζητούν να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση,  ώστε να γίνει δεκτή  η από 7.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2024)  ανακοπή τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 19 §  2 του ν. 4055/2012, «Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης». Με την παραπάνω διάταξη καθιερώθηκε για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ το σύστημα συγκέντρωσης, σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται να προβάλλονται σε αυτήν όλοι οι έως την άσκησή της γεννημένοι λόγοι ως ειδική έκφανση της αρχής του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι, εφόσον η προσβολή των πράξεων της εκτέλεσης καθίσταται όχι απλώς σταδιακή, αλλά υποχρεωτικά σταδιακή. Ειδικότερα, με την εν λόγω διάταξη η οποία αποβλέπει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που αναφύονται στην εκτέλεση και εντεύθεν στην ασφάλεια των συναλλαγών, θεσπίζεται το απαράδεκτο προβολής λόγων που βάλλουν κατά του κύρους της αναγκαστικής εκτέλεσης, οι οποίοι ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν με ήδη ασκηθείσα ανακοπή (ΑΠ 1660/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, για την εφαρμογή του άρθρου 935 ΚΠολΔ απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) να έχει προηγηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εναντίον ορισμένης πράξης της διαδικασίας εκτέλεσης, της οποίας το κύρος καλείται να εξετάσει άλλο δικαστήριο, είτε κυρίως είτε παρεμπιπτόντως, ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προγενέστερη αυτή δίκη, χωρίς, δηλαδή, να ενδιαφέρει αν  αυτή  εκκρεμεί, συζητήθηκε  ή  περατώθηκε τελεσίδικα,  β) οι μεταγενεστέρως προτεινόμενοι λόγοι να ήταν γεννημένοι και να μπορούσαν να προταθούν κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προγενέστερης δίκης, είτε με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής είτε με αυτό των πρόσθετων λόγων της, ως τέτοιοι δε νοούνται όχι μόνο οι γνωστοί στον ανακόπτοντα αλλά και οι άγνωστοι σ’ αυτόν.  Κρίσιμο για την ερμηνεία του άρθρου είναι η  δυνατότητα προβολής τους και όχι το αίτημα της προγενέστερης ανακοπής, δηλαδή η πράξη εκτέλεσης την ακύρωση της οποίας αυτή επιδιώκει. Η έννοια επίσης των «γεννημένων» λόγων περιλαμβάνει και όσους ήδη  προτάθηκαν στην προγενέστερη ανακοπή. Αντίθετα, λόγοι ανακοπής που γεννήθηκαν μετά το χρονικό σημείο, στο οποίο ήταν δυνατή η παραδεκτή κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στην προηγούμενη δίκη δεν υπάγονται στο απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ και θεωρούνται ως λόγοι οψιγενείς (ΑΠ 1130/1994 ΕλλΔνη 1996,644). Επίσης, λόγοι ανακοπής που, μολονότι γεννημένοι, ήταν απαράδεκτοι κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προηγούμενης δίκης της ανακοπής, γιατί δεν μπορούσαν να αποδειχθούν αμέσως (άρθρο 933 § 5 ΚΠολΔ), δεν νοούνται ως λόγοι που «μπορούν να προταθούν» και δεν θεωρούνται ότι καλύπτονται από το απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο των λόγων, αν αυτοί οι λόγοι αφορούν τυπικό ελάττωμα πράξης της εκτέλεσης ή την απαίτηση (ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006, 80, ΟλΑΠ 10/1993, Δ 1994, 562, ΑΠ 1711/2014, ΑΠ 1284/2008, ΑΠ 1660/2006 ΕλλΔνη 2008, 1410), γ) διεξαγωγή μεταγενέστερης δίκης στην οποία ανακύπτει, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, η εγκυρότητα της αυτής ή άλλης πράξης της εκτέλεσης. δ) ταυτότητα διαδίκων στην πρώτη και στη δεύτερη δίκη, δεδομένου ότι μόνο εκείνος που άσκησε προγενέστερη ανακοπή αποκρούεται με τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ και όχι τρίτος δανειστής του καθ’ ου. Οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι θεωρούνται ως συνέχεια του αρχικού διαδίκου στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Το απαράδεκτο του άρθρου 935 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο,  βαίνει παράλληλα, ανεξάρτητα και πέρα από εκείνο του άρθρου 933 § 4 ΚΠολΔ για τους καλυπτόμενους από το δεδικασμένο λόγους και η χρησιμότητα της διάταξης ακριβώς έγκειται στην κάλυψη περιπτώσεων, όπου δεν συντρέχουν οι όροι του. Δεν εφαρμόζεται, όταν  η άσκηση της νεότερης ανακοπής γίνεται κατά το άρθρο 69 § 1δ’ ΚΠολΔ, συντρεχόντων των όρων αυτού (ΑΠ 242/2001, ΕφΑθ 3124/2024, ΕφΚρ 182/2024, ΕφΑθ 1724/2023,  ΕφΚρητ 127/2023, ΕφΑθ 2472/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  ΕφΠειρ 330/2024,   ΕφΠειρ 740/2022 https://www.efeteio-peir.gr/?    Μάζης σε  Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ2, άρθρο 935  αρ.2, 3 σελ. 247επ. Γέσιου Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως 2017, Μιχαηλίδου, III. Η αρχή της συγκέντρωσης των λόγων της ανακοπής, σε: Η άμυνα κατά της εκτέλεσης, 2017, σ. 217-223).  Γίνεται δεκτό ότι σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ και πριν εκδοθεί επ’ αυτής απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου, ασκηθεί από τον καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη ανακοπή κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, η οποία στηρίζεται στην ήδη ανακοπείσα επιταγή προς πληρωμή, για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να συνεχισθεί η αναγκαστική εκτέλεση με την ήδη ανακοπείσα επιταγή προς πληρωμή που στη συνέχεια θα ακυρωθεί για κάποιο βάσιμο λόγο και προκειμένου να μην κριθεί ο ίδιος λόγος ανακοπής κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης απαράδεκτος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 935 ΚΠολΔ, πρέπει ο ανακόπτων την αναγκαστική κατάσχεση να διαλάβει στο σχετικό δικόγραφο ότι έχει επικαλεσθεί τον συγκεκριμένο λόγο ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή στην ανακοπή που άσκησε κατά αυτής, ότι ο λόγος αυτός αναμένεται να ευδοκιμήσει και ένεκα αυτού να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση η ήδη προσβληθείσα επιταγή προς πληρωμή και ότι ως εκ τούτου πρέπει η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης να ακυρωθεί ως στηριζόμενη σε άκυρη επιταγή προς πληρωμή. Τούτο δε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 69 § 1 στοιχ.δ του ΚΠολΔ που προβλέπει την προληπτική δικαστική προστασία με άσκηση ένδικου βοηθήματος μεταξύ άλλων και όταν η άσκηση δικαιώματος που θεσπίζεται από το νόμο εξαρτάται από την έκδοση απόφασης, συνήθως διαπλαστικής [βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νίκας) σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Ι (2000), άρθρο 69, σελ. 149, § 5]. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο της νέας ανακοπής δύναται να διατάξει κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ την αναβολή της συζήτησης αυτής, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη που αφορά στην με ανακοπή ακύρωση της στηρίζουσας την εκτέλεση επιταγής προς πληρωμή (ΜονΕφΠειρ 261/2026, ΜονΕφΠειρ 239/2025 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).

Με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκαν ως απαραδέκτως προβαλλόμενοι κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ οι ακόλουθοι λόγοι: 1) ο  δεύτερος λόγος της ανακοπής τους με τον οποίο ζητούσαν την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, λόγω έλλειψης  ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ης για την είσπραξη της επίδικης απαίτησης  ισχυριζόμενοι ότι  από τα έγγραφα που η καθ’ης επικαλέσθηκε με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής και την προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση τα οποία προσήγαγε  σε αποσπάσματα και σε περιλήψεις και όχι αυτούσια α) δεν αποδεικνύεται ότι έχει γίνει νόμιμα εκχώρηση της απαίτησης από την ………………..  στην αλλοδαπή εταιρεία «……….» και κατ΄επέκταση δεν αποδεικνύεται η νομιμοποίηση της καθ ής ως διαχειρίστριας της απαίτησης β) η καθ’ής δεν προσκόμισε ολόκληρη την σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων γ)  η καθ΄ής δεν νομιμοποιείται σε πράξη εκτέλεσης, καθώς στην επίδικη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και στην επίδικη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων δεν αναφέρονται το ποσό του τιμήματος της μεταβίβασης, οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης και το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο και το ποσό έως το οποίο αυτή ασφαλίζεται, 2) ο τρίτος λόγος ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος με τον οποίο οι ανακόπτοντες επικαλούνταν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ από πλευράς  της καθ’ης, εν όψει της αίτησή τους περί υπαγωγής στο στις διατάξεις του ν. 3869/2010, επί της οποίας, μετά την έκδοση της 728/203 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιώς έχουν ασκήσει τη με αριθμό κατάθεσης ………../21.1.2022 έφεση, η οποία εκκρεμεί και  3) ο τέταρτος λόγος της ανακοπής και δη (υπό 4Α) περί αυτοδίκαιης παύσης της ισχύος της υπ’ αριθμ. …………/13.12.2023 διαταγής πληρωμής ένεκα της μη εμπρόθεσμης σύμφωνα με το άρθρο 630ΑΚΠολΔ επίδοσης σε αυτούς (ανακόπτοντες),  (υπό 4Β) περί άκυρης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης με συνέπεια να μην έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η οφειλή για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται ο σε βάρος τους πλειστηριασμός, (υπό 4Γ) περί μη βέβαιης και μη πλήρως εκκαθαρισμένης και απαιτητής ένδικης απαίτησης ποσού 36.526,10 ευρώ καθώς σε αυτή έχουν συνυπολογισθεί παράνομοι τόκοι και μη επιτρεπόμενοι ανατοκισμοί και ως εκ τούτου έχει επιβαρυνθεί αντίστοιχα η απαίτηση, (υπό 4Δ) περί καταλογισμού παράνομων επιτοκίων, που καταλογίσθηκαν και επιβάρυναν υπέρμετρα και δυσανάλογα την ένδικη απαίτηση και λόγω της καταχρηστικότητας των περιλαμβανομένων στην ένδικη σύμβαση ΓΟΣ που προσαυξάνουν καταχρηστικά και παράνομα το ποσό της απαίτησης και (υπό ΔΕ) ένσταση ακυρότητας του όρου της ένδικης δανειακής σύμβασης που αφορά στην μετακύλιση, κεφαλαιοποίηση, τοκογονία και ανατοκισμό της εισφοράς του Ν.128/1975. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι με την υπό κρίση ανακοπή οι ως άνω λόγοι που βάλλουν κατά της εγκυρότητας α) της υπ’ αριθμ. …./2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και β) των από 4/9/2024 επιταγών προς πληρωμή κάτωθι του πρώτου (α) απογράφου εκτελεστού της ως άνω υπ’ αριθμ. ……../2023 και περιλαμβάνονται αυτούσιοι ως λόγοι αντίστοιχα στην ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από 23/2/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./29.2.2024) ανακοπή με αίτημα την ακύρωση της ως άνω ………/2023 διαταγής πληρωμής για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 19/9/2025 και στην ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από 2/10/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2.10.2024) ανακοπή με αίτημα την ακύρωση των από 4/9/2024 επιταγών προς πληρωμή της καθ’ης, για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 2/10/2026, οι οποίες εκκρεμούν δεν επαναπροβλήθηκαν ως αυτοτελείς λόγοι ακυρότητας της προσβαλλόμενης με την υπό κρίση ανακοπή έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης αλλά ως λόγοι με τους οποίους οι ανακόπτοντες ζητούσαν την ακύρωση της επίδικης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης για το λόγο ότι επιβλήθηκε για την ικανοποίηση απαίτησης, που είχε προσβληθεί με τους αναφερόμενους λόγους ακυρότητας με τις προγενέστερες ανακοπές και επικουρικά ζητούσαν να αναβληθεί κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ η έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση ανακοπής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί των προαναφερόμενων ανακοπών.  Πράγματι, με την υπό κρίση ανακοπή και κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, οι ως άνω δεύτερος, τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτος ως προς όλα τα σκέλη του λόγοι δεν επαναπροβάλλονται ως αυτοτελείς λόγοι ακυρότητας της επιβληθείσας κατάσχεσης, υπό την έννοια ότι ζητείται να υποβληθούν οι ανωτέρω λόγοι σε νέα κρίση, αφού τούτο προσκρούει σε δικονομικό απαράδεκτο (ΚΠολΔ 935, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 4055/12.3.2012), αλλά στα πλαίσια των ως άνω ανακοπών, που αναμένεται να ευδοκιμήσουν, ώστε λόγω αυτών ( και ιδίως της ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή) να ακυρωθεί και η προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση.  Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται παραδεκτά και είναι νόμιμοι κατ’ άρθρο 933 σε συνδυασμό με το άρθρο 69 § 1 στοιχ.δ’ ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 242/2001, ΕφΠειρ 239/2025, ΕφΠειρ 489/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επισημαίνεται ότι  το αντικείμενο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και η εκκρεμοδικία επί αυτής  οριοθετείται από τους λόγους αυτής (Ολ ΑΠ  10/1997), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 933 § 4 ΚΠολΔ  αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής οι αντιρρήσεις (λόγοι ανακοπής) είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 § 2 εδ.γ ΚΠολΔ. Αν απορριφθεί τελεσίδικα για ουσιαστικούς λόγους η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής παράγεται ουσιαστικό δεδικασμένο για την απαίτηση, με συνέπεια την απόρριψη της ανακοπής κατά της εκτέλεσης που βάλλει κατά των ιδίων λόγων ως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου, κατά το άρθρο 933 § 4 ΚΠολΔ, ενώ αν αυτή απορριφθεί για τυπικούς λόγους πάλι παράγεται δεδικασμένο με συνέπεια την απόρριψη της ανακοπής κατά της εκτέλεσης που στηρίζεται στον ίδιο λόγο (Κονδύλης/Κεραμέας/Νίκας ΚΠολΔ 2 2021 (Μάζης) άρθρο 933 αρ.51, Γέσιου-Φαλτσή Π., Αναγκαστική Εκτέλεση, Γενικό Μέρος, εκδ. 2017, § 34, αρ.58). Κατόπιν αυτών η συζήτηση της υπό κρίση ανακοπής, ως προς τους ως άνω λόγους που είναι σχετικοί  με την εκκρεμοδικία της προγενέστερης ασκηθείσας από 2/10/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2.10.2024) ανακοπής κατά των επιταγών προς πληρωμή (προηγούμενου σταδίου της εκτέλεσης) αλλά και ως προς τους λόγους που αφορούν την εγκυρότητα του τίτλου και το εκκαθαρισμένο της απαίτησης για τους οποίους έχει ασκηθεί η από 23/2/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./29.2.2024) ανακοπή με αίτημα την ακύρωση της ως άνω ………/2023 διαταγής πληρωμής έπρεπε να αναβληθεί κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ μέχρι τελεσιδίκου πέρατος της δίκης επί των ως άνω προγενέστερων ανακοπών, που εκκρεμούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, από το αποτέλεσμα των οποίων εξαρτάται το παραδεκτό και βάσιμο των ίδιων λόγων που προβάλλονται με μεταγενέστερη ανακοπή κατά της εκτέλεσης και προς αποφυγή αντιφατικών αποφάσεων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τους ως άνω λόγους της ανακοπής, ως απαραδέκτως προβαλλόμενους κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου, ως προς την εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής, αφού παρείδε το αίτημα αυτής για ακύρωση της κατάσχεσης ενόψει των προγενέστερων ασκηθεισών ανακοπών κατά της επιταγής προς εκτέλεση για τους ως άνω λόγους που αφορούσαν την απαίτηση και  κατά της διαταγής πληρωμής που αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου και το εκκαθαρισμένο της απαίτησης. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή, η υπό κρίση έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ( 535 παρ.1 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του ανωτέρω παραβόλου της έφεσης  στους εκκαλούντες (άρθρο 495 §  3 εδ. τελ. ΚΠολΔ), να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο η ανακοπή,  το οποίο θα προχωρήσει στη συνέχεια στην  έρευνα των λοιπών λόγων ανακοπής, χωρίς να  απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα των ανακοπτόντων (ΑΠ 2039/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1556/2012 ΕΔΠολ 2013.559, ΑΠ 920/2011 ΤΝΠ Νόμος, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, εκδ. 2003, παράγρ. 968 επ.).

Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ζητούν να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης για το λόγο ότι η προσδιορισθείσα από το διενεργήσαντα την ένδικη κατάσχεση δικαστικό επιμελητή τιμή πρώτης προσφοράς σύμφωνα με την από 27/9/2024 έκθεση εκτίμησης ακίνητης περιουσίας της πιστοποιημένης εταιρείας με την επωνυμία «………….» είναι ίσης αξίας με την εκτιμηθείσα εμπορική αξία. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος και ως εκ  τούτου απορριπτέος διότι σύμφωνα με το άρθρο 995παρ.1τελ.εδ ΚΠολΔ  ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης κατά το π.δ.59/2016.

Περαιτέρω, οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, που παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, θα πρέπει να κηρύσσονται άκυρες, μετά από την άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Η αρχή της αναλογικότητας, με τις επιμέρους αρχές στις οποίες αναλύεται, θέτει όρια τα οποία απαγορεύουν τη χρήση μέσων εκτέλεσης, άρα και την επιχείρηση των σχετικών πράξεων εκτέλεσης, όταν τα μέσα αυτά δεν είναι κατάλληλα για να επιτύχουν το σκοπό της εκτελεστικής διαδικασίας (αρχή της καταλληλότητας), όταν δεν είναι αναγκαία επειδή υπάρχει άλλο ηπιότερο μέσο (αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου) και όταν προκαλούν ζημία που είναι δυσανάλογα μεγάλη και επιβαρυντική για τον θιγόμενο, γιατί τα ωφελήματα που επιδιώκει ο επισπεύδων με τις πράξεις εκτέλεσης δεν βρίσκονται σε αρμόζουσα λογική ακολουθία με τις αρνητικές επιπτώσεις για τον καθ` ου η εκτέλεση (ΟλΑΠ 43/2005, ΑΠ 724/2017, δημ. Νόμος). Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 893/2008, ΕφΘεσ 2613/2017, ΕφΠειρ 36/2017, δημ. Νόμος). Σχετικά, έχει κριθεί ότι οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου, όταν η αξίωση του δανειστή είναι δυνατό να ικανοποιηθεί με άλλο μέσο ασυγκρίτως ηπιότερο για τον οφειλέτη, όπως με κατάσχεση άλλων περιουσιακών στοιχείων του, η αξία των οποίων είναι μικρότερη του αρχικά κατασχεθέντος στοιχείου, αξία βέβαια που καλύπτει την αξίωση του δανειστή, όπως και όταν οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας υπό στενή έννοια και, δη, όταν εμφανίζονται σαν μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για το συγκεκριμένο οφειλέτη, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια της θυσίας του, ενώ, ταυτόχρονα, το ποσό της απαίτησης που εκτελείται είναι ελάχιστο σε σχέση με τη δυσανάλογα μεγάλη αξία του κατασχεθέντος (Β. Βαθρακοκοίλης: ΚΠολΔ-Ερμηνεία και Νομολογιακή Ανάλυση, τομ. Ε, υπό άρθρο 951 αρ.14) και, συνεπώς, έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτέλεσης και του σκοπού για τον οποίο αυτό επιβάλλεται. Επίσης, ο οφειλέτης μπορεί, για την απόκρουση του επισπευδομένου ή για την ακύρωση του ήδη διενεργηθέντος πλειστηριασμού, να προβάλλει ότι, λόγω των συνθηκών που συντρέχουν, η πραγμάτωση του δικαιώματος από τον επισπεύδοντα δανειστή απαγορεύεται γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 126/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 1871/2014, ΑΠ 1504/2013, ΑΠ 279/2008, ΑΠ 298/2008, δημ. Νόμος). Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατά την παραπάνω διάταξη, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής, όπως έχει το δικαίωμα από την σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση και, μάλιστα, προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 1472/2004, ΜονΕφ Πειρ 590/2025, ΜονΕφΠειρ 147/2025, ΕφΑΘ 535/2018, ΕφΘεσ 473/2017, ΕφΔυτΜακ 26/2007 δημ. Νόμος).

Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού  οι ανακόπτοντες βάλλουν κατά της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, εκθέτοντας ότι η σε βάρος της ακίνητης περιουσίας τους κατάσχεση είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη για το λόγο ότι η εκτέλεση επισπεύδεται σε βάρος τους για απαίτηση της καθ’ ης ύψους 37.356,00 ευρώ ενώ  η εμπορική αξία των ακινήτων τους ανέρχεται στο ποσό των 179.600  ευρώ. Με το παραπάνω περιεχόμενο ο  λόγος της ανακοπής  τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος καθώς τα επικαλούμενα σε αυτόν πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ καθώς δεν συνεπάγονται από μόνα τους υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν στην ένδικη υπόθεση η καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω νομική σκέψη. Ειδικότερα, οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται ότι η καθ’ ης, δημιούργησε σε αυτούς εύλογα την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το απορρέον από το νόμο δικαίωμά της να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους  για να πετύχει την ικανοποίηση των απαιτήσεών της, δικαίωμα που είναι άμεσα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της. Επίσης, το γεγονός ότι με την αναγκαστική αυτή εκτέλεση οι ανακόπτοντες, θα στερηθούν το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων που αποτελούν την πρώτη κατοικία τους  δεν καθιστά την επίδικη κατάσχεση καταχρηστική καθώς η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της καθ’ ής αποσκοπεί στην έστω αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεών της, καθώς η επίσπευση αυτή εκ μέρους της συνιστά ενάσκηση νόμιμου  δικαιώματος της στενά συνδεδεμένου με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) μόνον αυτή μπορεί να αποφασίζει, εκτός εάν υπάρχει προφανής υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, γεγονός το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, η από μέρους της καθ’ ης η ανακοπή συμπεριφορά ως δανείστρια και δη η επιβολή κατάσχεσης δεν αντίκειται ούτε στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της προς επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ούτε και στην αρχή της αναλογικότητας και τις επιμέρους αρχές στις οποίες αναλύεται. Και τούτο διότι ουδεμία δυσαναλογία υφίσταται μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και του χρησιμοποιουμένου μέσου εκτέλεσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση είναι το μόνο κατάλληλο και αναγκαίο μέσο για να επιτύχει τον σκοπό της εκτελεστικής διαδικασίας, ενόψει του ότι δεν υπάρχει ούτε οι ανακόπτοντες επικαλούνται οιοδήποτε άλλο ηπιότερο μέσο, ενώ η ζημία που θα προκαλέσει στους θιγόμενους ανακόπτοντες δεν τυγχάνει δυσανάλογα μεγάλη και επιβαρυντική για τον τελευταίους, δοθέντος ότι τα ωφελήματα που επιδιώκει η επισπεύδουσα με τη συγκεκριμένη πράξη εκτέλεσης ευρίσκονται σε αρμόζουσα λογική ακολουθία με τις αρνητικές επιπτώσεις της για τους καθ’ ων η εκτέλεση οφειλέτες.   Εξάλλου, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται στο παρόν στάδιο, δεδομένου ότι καίτοι απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι ανακοπής, παραμένουν προς εξέταση οι δεύτερος, τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτος ως προς όλα τα σκέλη του λόγοι της ένδικης ανακοπής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται  τυπικά  και κατ΄ουσίαν την από  24/4/2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Πειραιώς  ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/28.4.2025 και  αριθμός έκθεσης κατάθεσης στο Εφετείο Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../28.4.2025) έφεση.

Εξαφανίζει  την εκκαλούμενη, με αριθμό 1698/2025   απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών).

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος με την έφεση παραβόλου στους εκκαλούντες.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 7/10/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2024) ανακοπή.

Απορρίπτει τους πρώτο και τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγους αυτής.

Αναβάλλει τη συζήτηση των δεύτερου, τρίτου κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και τέταρτου λόγων της ανακοπής έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί των από 23/2/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./29.2.2024) ανακοπής και από 2/10/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2.10.2024) ανακοπής, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις  7/9/2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ