ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 606/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2o Τμήμα)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος …………, ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του, Βασιλικής Μητροπούλου (Α.Μ Δ.Σ.Α …………).
Της εφεσίβλητης ……….., δικηγόρου (Α.Μ Δ.Σ. Χαλκίδας ……..) και κατοίκου ……….. Ευβοίας, με ΑΦΜ ………, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 25/11/2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2011 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 14/3/2014, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 4372/2014 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, ο εναγόμενος άσκησε την από 8/6/2015 έφεση του, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……/2015 και β) δικογράφου ……/2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8/6/2015 έφεση του εναγομένου, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …./2015 και β) δικογράφου …../2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 4372/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 25/11/2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2011 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 10/6/2015, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στον εναγόμενο, που έλαβε χώρα στις 11/5/2015 (βλ. σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………., σε ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης) (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ.4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τροποποιηθέν από το άρθρο 12 παρ.2 Ν. 4055/2012). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).
Α. Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, αξίωση δε αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση, δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομα στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων ταυ για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διατάξεως που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Β. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361 – 363 ΠΚ (όπως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης – άρθρο 533 παρ.2 ΚΠολΔ), που μπορεί να περιέχονται σε κάθε σύγχρονο μέσο διάδοσης πληροφοριών και ειδήσεων (τύπος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαδίκτυο), αφού η κατοχυρωμένη, με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία, υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25 παρ. 3 Σ). Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361 – 363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με εκπομπές των μέσων μαζικής ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε), εξυβριστικές ή δυσφημιστικές για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά, εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφ’ όσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά αποδείξεως. Δεν αποκλείεται δε στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη και χαρακτηρισμός οσάκις μέσω αυτών, αμέσως ή εμμέσως, υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα και μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 361 του ΠΚ. Ισχυρισμό δε του γεγονότος συνιστά κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοινώσεως που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν, ενώπιον τρίτου, γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως του, τόσο ως ποινικό, όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 -367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της εννόμου τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 Π.Κ. ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ’ αρχήν αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 367 Π.Κ., και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1897/2006 ΤΝΠ Νόμος). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 2209/2013, ΑΠ 1265/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοιος τρόπος για την απόδειξη του σκοπού εξυβρίσεως συντρέχει, ιδίως, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 1573/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν είναι δε αναγκαίο, να προσδιορισθούν ειδικώς και οι φράσεις και οι εκφράσεις, οι οποίες ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από τον εναγόμενο, αντί των χρησιμοποιηθέντων εξυβριστικών, λέξεων και φράσεων, για να αποδοθεί το νόημα των τελευταίων, χωρίς να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του παθόντος (ΑΠ 628/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα εάν οι εκδηλώσεις, που προαναφέρθηκαν, ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσον οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 129/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με την κρινόμενη αγωγή της, η ενάγουσα εκθέτει ότι ο εναγόμενος άσκησε εναντίον της, την από 27-4-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2006 αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, στην οποία διέλαβε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα και ειδικότερα ότι στον ….., κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι και τα μέσα Φεβρουαρίου 2006, πώλησε και παρέδωσε σ’ αυτήν, δυνάμει των αναφερομένων τιμολογίων και δελτίων αποστολής, ……, συνολικής αξίας 25.668 ευρώ, από την πώληση των οποίων του όφειλε το υπόλοιπο του τιμήματός τους, ποσού 5.800 ευρώ, για το οποίο αιτήθηκε την επιδίκαση σ’ αυτόν ισόποσης αποζημίωσης ενώ η αλήθεια ήταν ότι η ίδια δεν είχε συνάψει με τον εναγόμενο τις προαναφερόμενες συμβάσεις πώλησης, ούτε του όφειλε το παραπάνω τίμημα. Ότι στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 254/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία, αφού δέχθηκε ότι η επίδικη πώληση δεν είχε συναφθεί και ότι τα προσκομιζόμενα παραστατικά ήταν εικονικά, απέρριψε την αγωγή του εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ότι ακολούθως ο εναγόμενος κατέθεσε την από 24-10-2006 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με την οποία ζητούσε να εκδοθεί σε βάρος της ενάγουσας διαταγή πληρωμής, επειδή δήθεν αυτή είχε εκδώσει σε διαταγή του την με αριθμό ………….. επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία δεν είχε πληρωθεί, ενώ η αλήθεια ήταν ότι η ίδια ουδέποτε είχε θέσει την υπογραφή της στο σώμα της ανωτέρω επιταγής, αλλά ο ίδιος ο εναγόμενος. Ότι για τις ανωτέρω πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης στο Δικαστήριο, από την έκδοση της προαναφερόμενης επιταγής, ο εναγόμενος καταδικάστηκε με την υπ` αριθ. 1748/2011 απόφαση του Β Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας σε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα (11) μηνών. Ότι όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα γεγονότα, τα οποία συμπεριέλαβε ο εναγόμενος, εν γνώσει της αναλήθειάς τους, στην ως άνω αγωγή και στην προαναφερόμενη αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, ήταν ψευδή και περιήλθαν σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων (δικαστών, εισαγγελέων, υπαλλήλων των αρμοδίων Δικαστηρίων, αλλά και προσώπων του κοινωνικού και επαγγελματικού περιβάλλοντος της ενάγουσας), είχαν δε ως αποτέλεσμα την τρώση της τιμής και της υπόληψης της και την προσβολή της προσωπικότητάς της. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και μετά τον παραδεκτό με τις προτάσεις της (άρθρο 223 εδ. β ΚΠολΔ), περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της, η ενάγουσα ζητεί: α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις ανωτέρω αδικοπραξίες του, το ποσό των 21.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, από το οποίο αφαίρεσε το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, που της επιδικάστηκε με την υπ’ αριθ. 1748/2011 απόφαση του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας κατά την παράστασή της ως πολιτικώς ενάγουσα στην ποινική δίκη, που διεξήχθη σε βάρος του εναγομένου για τις ανωτέρω πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης στο Δικαστήριο και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 4372/2014 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση του, ο εναγόμενος προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, ………… και …………….., οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα ήδη από το έτος 1999 και ενώ ήταν φοιτήτρια στην Νομική Σχολή, διατηρούσε στο όνομά της μία ατομική επιχείρηση με εμπορία ……. ειδών στη ……., επί της οδού ……………, την οποία, όμως, λειτουργούσε στην πραγματικότητα ο πατέρας της, …………… Το έτος 2005 ο πατέρας της ενάγουσας, αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες και ζήτησε από τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση με ………. είδη στον ……, επί της οδού …., αριθμός ….. και ήταν γραμματέας του Πανελληνίου Συλλόγου Ιδιοκτητών Καταστημάτων και …….. Μέσων, να τον διευκολύνει οικονομικά και να του δανείσει το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ. Πράγματι, ο εναγόμενος δάνεισε το χρηματικό αυτό ποσό στον πατέρα της ενάγουσας και αυτός παρέδωσε στον εναγόμενο, προς εξασφάλισή του, για την επιστροφή του ανωτέρω δανείου, δύο επιταγές, εκδόσεώς του. Ακολούθως, ο πατέρας της ενάγουσας ζήτησε από τον εναγόμενο να του δανείσει ξανά και άλλα χρήματα και πράγματι ο εναγόμενος του παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ, καθώς και μία επιταγή, ποσού 4.000 ευρώ. Εκτός, όμως, από τις ανωτέρω συμβάσεις δανείου δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε ουδεμία άλλη συναλλακτική επαφή με τον πατέρα της ενάγουσας, πολύ, δε, περισσότερο με την ίδια την ενάγουσα. Όμως, παρόλα αυτά, ο εναγόμενος άσκησε εναντίον της ενάγουσας την από 27-4-2006 και με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3053/2006 αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η ενάγουσα να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.800 ευρώ, ως υπόλοιπο μέρους τιμήματος από τις αναφερόμενες συμβάσεις πώλησης, που δήθεν συνήψε με την ενάγουσα στον …. από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2006. Ειδικότερα, ο εναγόμενος στην ανωτέρω αγωγή του διέλαβε τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα για τις συναλλακτικές σχέσεις του με την ενάγουσα: «Κατόπιν διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που συνήψα με την εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου 2006, στον ……, στην έδρα της επιχείρησής μου, συμφωνήσαμε την πώληση και παράδοση σ’ αυτήν διαφόρων εμπορευμάτων (…..). Σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων πώλησα και απέστειλα, όπως είχαμε συμφωνήσει, στην εναγομένη στην έδρα της στη ….. (……………), τα πιο κάτω λεπτομερώς αναφερόμενα κατά ημερομηνία, είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας και συνολική αξία, είδη, … συνολικής αξίας 19.635 ευρώ … Για τις πωλήσεις των παραπάνω εμπορευμάτων εξέδωσα τα υπ’ αριθ. ../1-3-2006 και …./7-3-2006 τιμολόγια, συνολικής αξίας 25.668,30 ευρώ και απέστειλα αυτά, δυνάμει των υπ` αριθ. …./15-1-2006 και ……/19-2-2006 δελτίων αποστολής, αντίστοιχα και αυτή τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για οιονδήποτε ελάττωμα … Η εναγόμενη μου έχει καταβάλει μέχρι σήμερα μόνο το ποσό των 19.868,30 ευρώ έναντι των παραπάνω τιμολογίων, μένει δε συνολικά υπόλοιπο το ποσό των 5.800 ευρώ». Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη δικάσιμο στις 15-10-2008, το Ειρηνοδικείο Πειραιά εξέδωσε την με αριθμό 254/2009, ήδη τελεσίδικη, απόφασή του με την οποία απέρριψε την αγωγή του εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, το ανωτέρω Δικαστήριο, με την προαναφερόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι: «ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η εναγομένη του οφείλει δυνάμει συμβάσεων πωλήσεως το ποσό των 5.800 ευρώ και επικαλείται τα με αριθ. …./1-3-2006 και ……/7-3-2006 τιμολόγια πώλησης, συνολικής αξίας 25.668,30 ευρώ, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του έχει εξοφλήσει η εναγομένη κατά το ποσό των 19.868,30 ευρώ. Προς επιβεβαίωση δε των ανωτέρω επικαλείται και τα αντίστοιχα δύο (2) δελτία αποστολής με αριθ. ……/15-1-06 και ……/19-2-2006, από τα οποία προκύπτει κατά τους ισχυρισμούς του η ανεπιφύλακτη παραλαβή από την εναγομένη των άνω εμπορευμάτων στην έδρα της στη ……. Όπως, όμως, βάσιμα αποδεικνύεται τα παραπάνω παραστατικά είναι εικονικά και δεν αφορούν πραγματική συναλλαγή πώλησης και τούτο διότι τα μεν τιμολόγια δεν φέρουν καμία ένδειξη (σφραγίδα κλ.π) μεταφορικής εταιρίας, με την οποία αυτά εστάλησαν, αλλά ούτε γίνεται επίκληση ή προσκόμιση κάποιας φορτωτικής μεταφοράς τους, τα δε δελτία αποστολής, το μεν πρώτο δεν φέρει καμία υπογραφή στη θέση «ΠΑΡΑΛΑΒΗ», ούτε στη θέση «ΠΑΡΑΔΟΣΗ», το δε δεύτερο φέρει μεν στη θέση του παραλαβόντος μία δυσανάγνωστη και με τη μέθοδο του ελεύθερου σκαριφήματος, τεθείσα μονογραφή, η οποία, όπως αποδεικνύεται, δεν ανήκει στην εναγομένη, αλλά έχει τεθεί από άγνωστο πρόσωπο. Οι παραπάνω παραδοχές ενισχύονται αφ’ ενός από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη, από την εναγομένη, αναλυτική κατάσταση των εισερχομένων τιμολογίων, από το αρχείο του λογιστή της, …………, που αφορά τις εγγραφές των εισροών από το βιβλίο εσόδων – εξόδων κατηγορίας Β της ατομικής επιχείρησης, που ασκούσε τότε η εναγομένη στη ……., από το οποίο προκύπτει ότι για το χρονικό διάστημα από 1/1/2006 έως και 1/8/2006 ουδέν τιμολόγιο αγοράς έχει καταχωρηθεί προερχόμενο από τον ενάγοντα και αφετέρου από τις μαρτυρικές καταθέσεις … Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγομένη σε πιστά αντίγραφα επιταγές, αλλά και από το με αριθ. ………/19-4-2006 ανυπόγραφο επίσης, στη θέση του παραλαβόντος δελτίο αποστολής – τιμολόγιο, εκδόσεως του ενάγοντος στο όνομα της εναγομένης, σε μεταγενέστερα χρόνο, βάσιμα αποδεικνύεται ότι η επίδικη πώληση δεν είχε συναφθεί, αλλά ότι ο ενάγων είχε δανείσει στον πατέρα της εναγομένης χρηματικό ποσό με υψηλό επιτόκιο, είχε δε απαιτήσει και λάβει επιταγές, μεγαλύτερες, συνολικής αξίας, τα δε, ως άνω, επίδικα τιμολόγια και δελτία αποστολής έχουν εκδοθεί προς κάλυψη των παραπάνω συναλλαγών, που ο ενάγων είχε με τον πατέρα της εναγομένης». Ακολούθως, ο εναγόμενος με βάση απαίτησή του από τη με αριθμό 33010603-1 επιταγή, την οποία δήθεν εξέδωσε η ενάγουσα στη ….. στις 30-8-2006, πληρωτέα σε διαταγή του ιδίου, κατέθεσε την από 24-10-2006 αίτησή του ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χαλκίδας για έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία έγινε δεκτή και εκδόθηκε η με αριθμό ……./2006 διαταγή πληρωμής της ανωτέρω Δικαστή σε βάρος της ενάγουσας, η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον εναγόμενο το ποσό των 8.480 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από τις 6-9-2006 μέχρι την εξόφληση, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης. Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε την από 30-11-2006 και με αριθμό κατάθεσης ……/30-11-2006 ανακοπή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με την οποίο ζητούσε την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους. Η ανακοπή δε αυτή συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο στις 23-3-2007 και εκδόθηκε η με αριθμό 438/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της ως άνω ανακοπής, προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη από τη διορισθείσα πραγματογνώμονα – γραφολόγο, ……………, η οποία θα έπρεπε να γνωμοδοτήσει αν η ενάγουσα ή ο πατέρας της για λογαριασμό της ή ο εναγόμενος υπέγραψε και συμπλήρωσε το κείμενο της ανωτέρω επιταγής. Στη συνέχεια, η ως άνω πραγματογνώμονας συνέταξε την από 28-11-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, με την οποία κατέληξε στο ότι «(Ι) Η υπό έλεγχο γραφή, με την οποία έχει διατυπωθεί το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. …../30-8-2006 επιταγής της ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ έχει τεθεί με τα χέρι του φερομένου ως δικαιούχου αυτής, ………, συμφώνως με τη συνήθη, ευχερή και ιδιότυπη γραφή αυτού και (ΙΙ) Η υπό έλεγχο υπογραφή ως «……», η οποία φέρεται στη θέση του εκδότη της ως άνω επιταγής και επί της σφραγίδας «……………, κ.λ.π.» χαράσσεται συμφώνως με το συνήθη μονογραφικό τύπο ή με το β τμήμα της πλήρους υπογραφής του ……… Με γραφική πρωτοβουλία κατά την έναρξή της και με σκεπτικό σύνθεσης, ταχύτητα, ρυθμό και γραφική ευελιξία, ανάλογη προς τη συναντώμενη στις αντίστοιχες ως άνω εγγραφές του ……… Οδηγώντας, έτσι, στο ………….. ως συντάκτη αυτής». Ακολούθως, και μετά τη διενέργεια της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ανωτέρω ανακοπή, η οποία με την υπ’ αριθ. 470/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας έγινε δεκτή στην ουσία της και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, παράλληλα δε διατάχθηκε η Γραμματέας του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας να διαβιβάσει στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χαλκίδας ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω απόφασης και των ταυτάριθμων πρακτικών αυτής. Κατόπιν των ανωτέρω, ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της πλαστογραφίας (νόθευσης) με χρήση για την ανωτέρω επιταγή και της απάτης στο Δικαστήριο, σε βάρος του εναγομένου, ο οποίος παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Β Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας κατά τη δικάσιμο στις 11-7-2011, κατά την οποία το ανωτέρω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1748/2011 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις ανωτέρω πράξεις και του επέβαλλε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα μηνών. Ακολούθως, ο εναγόμενος άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο στις 27 Νοεμβρίου 2013 από το Α’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, το οποίο με την υπ’ αριθ. 5770/2013 απόφασή του κήρυξε αφενός απαράδεκτη τη συζήτηση για την πράξη της απάτης στο Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 4198/2013 και αφετέρου ένοχο τον εναγόμενο για την έτερη πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) με χρήση για την ανωτέρω επιταγή, για την οποίο του επέβαλλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, ενώ παράλληλα επιδίκασε στην ενάγουσα την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με πρόθεση ισχυρίστηκε και διέδωσε για την ενάγουσα τα διαλαμβανόμενα στην από 27-4-2006 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, όπως και στην από 24-10-2006 αίτησή του ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χαλκίδας για έκδοση διαταγής πληρωμής. Ειδικότερα, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα κατήρτισε μ’ αυτόν κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου 2006 τις προαναφερόμενες συμβάσεις πώλησης για την προμήθεια των περιγραφομένων εμπορευμάτων και ότι δεν εκπλήρωσε κατά ένα μέρος τις συμβατικές της υποχρεώσεις, αφού δεν του κατέβαλλε μέρος του τιμήματος, ύψους 5.800 ευρώ. Τα ως άνω, όμως, γεγονότα ήταν ψευδή, καθώς η αλήθεια ήταν ότι η ενάγουσα δεν όφειλε στου εναγόμενο το ανωτέρω ποσό των 5.800 ευρώ, αφού δεν είχε συνάψει μαζί του τις ανωτέρω συμβάσεις πώλησης. Επιπλέον, ο εναγόμενος ψευδώς ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα εξέδωσε στη ……., στις 30-8-2006, τη με αριθμό ………….. επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας, πληρωτέα σε διαταγή του ιδίου και σε χρέωση του με αριθμού ……………. λογαριασμού, που τηρούσε η ίδια στην παραπάνω Τράπεζα, ενώ η αλήθεια ήταν ότι η ενάγουσα δεν είχε συμπληρώσει στην ανωτέρω επιταγή κανένα από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ούτε είχε θέσει την υπογραφή της στη θέση του εκδότη, πολύ δε περισσότερο δεν είχε δώσει στου εναγόμενο τη συναίνεσή της, ώστε να συμπληρώσει αυτός το παραπάνω στοιχεία και να θέσει την υπογραφή της στη θέση του εκδότη. Τα ως άνω δε ψευδή γεγονότα ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, αφού την εμφάνιζαν αφερέγγυα στις εμπορικές της συναλλαγές, το ψευδές, δε, αυτών γνώριζε ο εναγόμενος. Εντούτοις, όμως, ο εναγόμενος συμπεριέλαβε τα ως άνω γεγονότα στην παραπάνω αγωγή τον και στην προαναφερόμενη αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, αν και γνώριζε ότι θα λάμβαναν γνώση αυτών οι υπάλληλοι της γραμματείας των Ειρηνοδικείων Χαλκίδας και Πειραιά, οι δικηγόροι, που χειρίσθηκαν τις ανωτέρω υποθέσεις, όπως και οι δικαστές, που μελέτησαν τις σχετικές μ’ αυτές δικογραφίες, οι δικαστικοί επιμελητές, που θα επέδιδαν τα σχετικά με τις ανωτέρω υποθέσεις δικόγραφα αλλά και πρόσωπα του κοινωνικού και επαγγελματικού περιβάλλοντος της ενάγουσας. Επομένως, με τον τρόπο αυτό ο εναγόμενος πραγμάτωσε τα αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος της ενάγουσας και προσέβαλλε την προσωπικότητά της, με αποτέλεσμα να υπέχει, υποχρέωση καταβολής στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που αυτή υπέστη. Επιπλέον, εφόσον οι ισχυρισμοί των ανωτέρω ψευδών γεγονότων συνιστούν, όπως λέχθηκε, το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεν δύναται να βρει έδαφος εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ του ΠΚ, την οποία επικαλείται ο εναγόμενος προς άρση του άδικου χαρακτήρα των πράξεων του και απαλλαγή του από την υποχρέωση καταβολής της αιτουμένης χρηματικής ικανοποίησης και επομένως, η ένσταση αυτή του εναγομένου πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενη την τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας, που συνίσταται στην πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, από τον εναγόμενο, απορριπτομένης παράλληλα και της εφέσεως του τελευταίου κατά το μέρος αυτής που αμφισβητεί την τέλεση της πράξης από τον ίδιο. Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και σταθμίζοντας όλα τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη σχέση και περίπτωση, τις εκφάνσεις της προσωπικότητας της ενάγουσας, κατά της οποίας στράφηκε η προσβολή, τη βαρύτητά της, το βαθμό υπαιτιότητας του εναγομένου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, του τρόπου και του μέσου διά του οποίου έλαβε χώρα η προσβολή και κατ’ επέκταση του κοινωνικού αντίκτυπου που είχε αυτή, ως προς το ευρύτερο κοινωνικό, εργασιακό και φιλικό τους περιβάλλον, όσο και προς τη δημοσιότητα που έλαβε, καθώς και τους κανόνες της κοινής πείρας, σε συνδυασμό με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ορθά έκρινε ότι ο εναγόμενος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, ποσό που κρίνεται ορθό και εύλογο από το παρόν Δικαστήριο.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση του εναγομένου, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο εκκαλών, στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 17 Σεπτεμβρίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ ΣΟΦΙΑ ΦΟΥΡΛΑΝΟΥ