ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 570/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη – Εισηγητή και από την Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «.………» και τον διακριτικό τίτλο «……….», η οποία εδρεύει στον …. Αττικής, με ΑΦΜ ….., νομίμως εκπροσωπουμένης από τον …………., η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιου Καραχάλιου (Α.Μ Δ.Σ.Α ………), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Του εφεσίβλητου ……….., ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αγγελικής Πολυδώρου (Α.Μ Δ.Σ.Α …………), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, άσκησε σε βάρος του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 20/7/2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2021 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την αγωγή στις 18/2/2022, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 1764/2023 εν μέρει οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ανέβαλλε αυτήν ως προς το υπό στοιχείο α αίτημα της, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας επί των από 7/1/2020 και 20/1/2021 μηνύσεων της ενάγουσας κατά του εναγομένου. Εν συνεχεία, ο εναγόμενος επανέφερε την ως άνω αγωγή προς συζήτηση με την από 13/9/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2023 κλήση του, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου στις 19/1/2024, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 525/2025 απόφαση του, απέρριψε την αγωγή κατά το υπό στοιχείο α αίτημα της. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, η ενάγουσα άσκησε την από 27/2/2025 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……./2025 και β) δικογράφου …………/2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27/2/2025 έφεση της ενάγουσας, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …………./2025 και β) δικογράφου ………/2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 525/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 20/7/2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2021 αγωγής (και μόνο ως προς το υπό στοιχείο α αίτημα αυτής) της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, κατά του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 27/2/2025, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στην ενάγουσα και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 3/2/2025 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή της, η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία εκθέτει ότι συστάθηκε στις 20.3.2007, με ομόρρυθμα μέλη και από κοινού διαχειριστές της, τον ………….. και τον εναγόμενο αδελφό του και σκοπό της την εγκατάσταση, λειτουργία, επέκταση και εκμετάλλευση σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας και την εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας. Ότι είναι σε παραγωγική λειτουργία, παράγει, δε, μέσω δύο φωτοβολταϊκών σταθμών και πωλεί ηλεκτρική ενέργεια κατ’ αποκλειστικότητα στη ………, ήδη ………….., δυνάμει της από 31.1.2011 σύμβασης πώλησης, διάρκειας 20 ετών. Ότι την οικονομική της διαχείριση είχε αναλάβει εν τοις πράγμασι ο εναγόμενος, από τη σύστασή της έως τις 21.2.2019, οπότε και ανατέθηκε αποκλειστικά στον ………., η εκπροσώπηση της εταιρίας και μόνο για τη διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών μέσω του συστήματος τραπεζών, όπου αυτή έχει λογαριασμούς. Ότι έκτοτε διαπιστώθηκε από τον ………, ότι υπήρχαν απλήρωτοι λογαριασμοί προς τον μηχανολόγο μηχανικό, …………, που επιβλέπει τα φωτοβολταϊκά πάρκα, απλήρωτο ασφαλιστήριο, απλήρωτοι λογαριασμοί ΔΕΗ και ΟΤΕ και χαμηλά υπόλοιπα στους λογαριασμούς, που τηρεί η ενάγουσα. Ότι ακολούθως, και κατόπιν της από 15.3.2019 εξώδικης δήλωσης του εναγομένου, με την οποία αυτός απέδιδε στον ……… ενέργειες αποκλεισμού του από τη διαχείριση και από την πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ίδιας, κάνοντας λόγο περί λύσης της και διανομής της περιουσίας της, η ενάγουσα, δια του διαχειριστή της …………., αποφάσισε τη διεξαγωγή οικονομικού ελέγχου, που ανατέθηκε στον οικονομολόγο – λογιστή …………… Ότι με την από 10.10.2019 έκθεση του τελευταίου προέκυψαν μη δικαιολογημένες αναλήψεις από τον εναγόμενο από λογαριασμούς της ενάγουσας, που τηρούντο στην …… και στην Τράπεζα ……. συνολικού ποσού 126.513 ευρώ και κατόπιν της από 10.11.2019 τροποποίησης της έκθεσης, ποσού 121.593 ευρώ. Ότι σε συνέχεια του διαχειριστικού ελέγχου, διαπιστώθηκαν και άλλες παράνομες και αδικαιολόγητες αναλήψεις από τον εναγόμενο, ανερχόμενες στο ποσό των 50.505 ευρώ. Ότι, ο εναγόμενος, τον Ιούνιο του 2019, επιχείρησε να πωλήσει εν κρυπτώ το αναφερόμενο όχημα ιδιοκτησίας της, εκδίδοντας τα αναφερόμενα, τιμολόγιο πώλησης και δελτίο αποστολής, φερόμενα ως εκδοθέντα από την ενάγουσα, ενώ για την είσπραξη του τιμήματος, ύψους 7.000 ευρώ, έλαβε από τον αγοραστή την αναφερόμενη επιταγή, επί της οποίας έθεσε, άνευ εξουσιοδότησης, την σφραγίδα της. Ότι η εν λόγω πώληση τελικά απετράπη, με ενέργειες του ………., πλην όμως η ενάγουσα επιβαρύνθηκε με φόρο 224,83 ευρώ, που βεβαιώθηκε και πληρώθηκε στις 21.2.2020. Ότι μετά την ματαίωση της πώλησης, ο εναγόμενος, δεν έχει επιστρέψει το ως άνω όχημα στην ενάγουσα. ‘Ότι ακόμη, ο εναγόμενος, αν και επανειλημμένως κλήθηκε να συμμετάσχει σε έκτακτες γενικές συνελεύσεις εταίρων, προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις σχετικό με την λειτουργία της και να γίνουν διάφορες πληρωμές, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, ουδέποτε ανταποκρίθηκε, ενώ με την από 20.1.2020 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε προς τις προαναφερόμενες τράπεζες, στις οποίες τηρούνταν οι λογαριασμοί της, αιτήθηκε από αυτές να μην εκτελούν χρηματικές συναλλαγές της, μέχρι να επιλυθεί τα ζήτημα της διοίκησής της από τα αρμόδια δικαστήρια. Ότι εξαιτίας των ανωτέρω παραλείψεων και ενεργειών του εναγομένου, δεν ήταν δυνατή η χρηματοδότηση της αντικατάστασης πλακετών σε πάνελ, που ήταν απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία των φωτοβολταϊκών πάρκων της. Ότι συνεπεία των ανωτέρω, υπήρξε πτώση της απόδοσης των φωτοβολταϊκών πάρκων της, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στην αγωγή και συνεπώς, λόγω της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς του εναγομένου, κατά παράβαση των όρων του καταστατικού της, η ενάγουσα απώλεσε το συνολικό ποσό των 35.991 ευρώ, ποσό που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με βάση τις ειδικές συνθήκες εργασιών του φωτοβολταϊκού πάρκου, θα επαύξανε την περιουσία της. Ότι περαιτέρω, ο εναγόμενος, με τις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες του, έπληξε την καλή εικόνα της ενάγουσας στον χώρο των εμπορικών συναλλαγών και ειδικότερα στην αγορά των φωτοβολταϊκών, όπου δραστηριοποιείται, την εμπορική πίστη και τη φήμη της, που συνδέονται με την ανάπτυξη και δραστηριοποίησή της στην αγορά. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζητεί, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει: α) το ποσό των 172.098 ευρώ ως αποζημίωση για την υπεξαίρεση, που διέπραξε σε βάρος της, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έως την εξόφληση, β) το ποσό των 7.000 ευρώ, ως αποζημίωση, για την μη απόδοση του αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της, ισόποσης αξίας, με τον νόμιμο τόκο από τις 25.10.2019 έως την εξόφληση, γ) το ποσό των 224,83 ευρώ, ως αποζημίωση για τον φόρο, που λόγω της ματαιωθείσας πώλησης αναγκάστηκε να εξοφλήσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. στις 21.2.2020, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας αυτής, έως την εξόφληση, δ) το ποσό των 35.966 ευρώ ως αποζημίωση της αποθετικής ζημίας που υπέστη, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έως την εξόφληση και ε) το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έως την εξόφληση. Επικουρικά, ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει: α) το ποσό των 172.098 ευρώ και β) το ποσό των 7.000 ευρώ, κατά τα οποία ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και να καταδικαστεί ο τελευταίος στα δικαστικά της έξοδα.
Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, με την υπ’ αριθ. 1764/2023 εν μέρει οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή μόνο ως προς το υπό στοιχείο γ αίτημα της, απέρριψε την αγωγή ως προς τα υπό στοιχεία β, δ και ε αιτήματα καθώς και την επικουρική βάση του άρθρου 904 ΑΚ και ανέβαλε αυτήν ως προς το υπό στοιχείο α αίτημα της, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας επί των από 7/1/2020 και 20/1/2021 μηνύσεων της ενάγουσας κατά του εναγομένου. Εν συνεχεία και κατόπιν της αμετάκλητης περάτωσης της παραπάνω ποινικής διαδικασίας, με την έκδοση του υπ’ αριθ. 320/2023 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, ο εναγόμενος επανέφερε την ως άνω αγωγή προς συζήτηση με την από 13/9/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2023 κλήση του, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου στις 19/1/2024, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 525/2025 απόφαση του, απέρριψε την αγωγή κατά το υπό στοιχείο α αίτημα της. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση της, η ενάγουσα προσβάλλει μόνο την τελευταία αυτή απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή κατά το υπό στοιχείο α αίτημα της, και παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, και να γίνει δεκτό το υπό στοιχείο α αίτημα της αγωγή της.
Από την εκτίμηση της υπ’ αριθ. ………/26-11-2021 ενόρκου βεβαιώσεων της μάρτυρος …………, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά, ………, η οποία ελήφθη με επιμέλεια του εναγόμενου, κατόπιν προηγούμενης εμπρόθεσμης και νομοτύπου κλητεύσεως της ενάγουσας (βλ. την υπ’ αριθ. ……../23-11-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………..), της υπ’ αριθ. ………../2020 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος ………, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Άρτας, ………, την οποία μετ’ επικλήσεως προσκομίζει ο εναγόμενος και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, εφόσον ελήφθη στα πλαίσια προηγούμενης δίκης μεταξύ των διαδίκων, της μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενης, από Ιανουαρίου 2022 έκθεσης λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του οικονομολόγου ………….., σύμφωνα με την με αριθ. πρωτ. ………./2021 διάταξη της Ανακρίτριας Δ΄ Ανακριτικού Τμήματος Πειραιά, της από Οκτωβρίου 2019 έκθεσης διαχειριστικού ελέγχου του λογιστή . ……., με τα από 10/11/2019 και Νοεμβρίου 2020 παραρτήματα αυτής και της από 20 Οκτωβρίου 2023 τεχνικής έκθεσης – γνωμοδότησης του ορκωτού λογιστή Δημήτρη Δημητρίου, οι οποίες συντάχθηκαν κατόπιν εντολής της ενάγουσας, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει του από 20.3.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας, συμφωνήθηκε μεταξύ του ……… και του εναγομένου αδελφού του, η σύσταση της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «……….». Σκοπός της ενάγουσας εταιρίας ορίστηκε: α) η κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, επέκταση και εκμετάλλευση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ιδίως φωτοβολταϊκών και άλλων ήπιας μορφής), κυρίως με την εκμετάλλευση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), β) η εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας, γ) η παροχή υπηρεσιών τεχνικών και οικονομικών στην εκπόνηση μελετών που έχουν σχέση με την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών πάρκων/έργων και άλλων ΑΠΕ. Η διάρκεια της εταιρίας ορίστηκε αόριστη, το κεφάλαιό της στο ποσό των 10.000 ευρώ, καταβληθέν ολοσχερώς εξ ημισείας από τους δύο εταίρους, ενώ ως διαχειριστές και ταμίες της εταιρίας ορίστηκαν και οι δύο εταίροι, οι οποίοι εκπροσωπούν την εταιρία είτε από κοινού, είτε ο καθένας μόνος του, δεσμεύοντας ο καθένας την εταιρία με την υπογραφή του, ενώ ειδικώς ορίστηκε ότι όταν πρόκειται για επιταγές, γραμμάτια, ή οποιοδήποτε έγγραφο, που δεσμεύει την εταιρία για ποσό άνω των 5.000 ευρώ, υποχρεωτικά απαιτούνται οι υπογραφές και των δύο εταίρων. Ορίστηκε ακολούθως ότι οι απολήψεις των εταίρων θα καθορίζονται με κοινή απόφαση και θα αφαιρούνται από τα διανεμηθέντα κέρδη, ενώ οι συνεταίροι είναι υποχρεωμένοι να προσφέρουν την προσωπική τους εργασία στην εταιρία και να μετέχουν ενεργά στην διεξαγωγή των εργασιών της. Τέλος, ορίστηκε ότι κάθε τροποποίηση των όρων του συμφωνητικού πρέπει να γίνεται και να αποδεικνύεται εγγράφως και να τηρείται η νόμιμη διαδικασία. Η εταιρία έκτοτε είναι σε παραγωγική λειτουργία, παράγει ηλεκτρική ενέργεια και την πωλεί κατ’ αποκλειστικότητα στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «………..» και νυν «………», δυνάμει της από 31.1.2011 σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, διάρκειας είκοσι ετών, λήγουσας την 31.1.2031, μέσω των δύο φωτοβολταϊκών σταθμών της, εγκατεστημένων στη θέση «………» του νομού ….., εκτάσεως 4.002,31 τ.μ. και 2.152,09 τ.μ., αντίστοιχα. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι οι σχέσεις μεταξύ των εταίρων, που είναι αδέλφια, ήταν, από την σύστασή της ενάγουσας, αρμονικές, οι ίδιοι δε, είχαν ατύπως επιμερίσει τις αρμοδιότητές τους, με τον εναγόμενο να έχει αναλάβει κατά κύριο λόγο την οικονομική διαχείριση της ενάγουσας εταιρίας, τον, δε, …………. να έχει αναλάβει τα θέματα επισκευής και συντήρησης των πάρκων, επισκευής βλαβών, τεχνικές αναβαθμίσεις, επισκέψεις στα πάρκα, διεκδικήσεις αποζημιώσεων κλπ. Η προαναφερόμενη κατάσταση ανατράπηκε όταν, για λόγους που δεν διακριβώθηκαν, διερράγησαν οι σχέσεις των εταίρων, περί τον μήνα Φεβρουάριο του 2019. Κατόπιν της διάρρηξης αυτής, τα μέλη της ενάγουσας εταιρίας συνήλθαν σε συνεδρίαση στις 21.2.2019, συμφωνήθηκε, δε, από κοινού να ανατεθεί αποκλειστικά στον ……….. η εκπροσώπηση της εταιρίας και μόνο για τη διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών μέσω του συστήματος των τραπεζών (…. και …….), όπου η εταιρία έχει λογαριασμούς, κατά τα λοιπά, δε, να ισχύει ό,τι αναφέρεται στο καταστατικό. Συμφωνήθηκε ακόμη ότι μόνο ο ……….. θα κατέχει ηλεκτρονικούς κωδικούς για τη διενέργεια συναλλαγών στο web banking καθώς και μία τραπεζική εταιρική κάρτα της εταιρίας για συναλλαγή, όπου αυτή απαιτηθεί. Έκτοτε ο …….. προχώρησε σε αλλαγή των κωδικών των τραπεζικών λογαριασμών της ενάγουσας, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να στερηθεί της πρόσβασης σε αυτούς. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, μεταξύ άλλων, ο τελευταίος διαμαρτυρήθηκε προς τον …………., με την από 12.3.2019 εξώδικη διαμαρτυρία του, επικαλούμενος ότι έχει οδηγηθεί σε πραγματική αδυναμία διαχείρισης τής εταιρίας και συμμετοχής του στη διοίκησή της και τον κάλεσε να συζητήσουν το ενδεχόμενο λύσης της και διανομής των περιουσιακών της στοιχείων. Ο ………….., από την πλευρά του με την από 8.5.2019 εξώδικη δήλωση – πρόσκληση γνωστοποίηση διεξαγωγής διαχειριστικού ελέγχου, γνωστοποίησε στον εναγόμενο την διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου, απαγορεύοντάς του να προβεί σε οποιαδήποτε ανάληψη χρημάτων από το ταμείο της ενάγουσας, έως την ολοκλήρωση του ελέγχου και την γνωστοποίηση του πορίσματος αυτού. Στην συνέχεια δε, με την από 10.6.2019 πρόσκληση σε έκτακτη Γ.Σ. των εταίρων και δήλωση εναντίωσης σε πράξεις διαχείρισης, κάλεσε τον εναγόμενο σε έκτακτη Γ.Σ., η οποία θα πραγματοποιούνταν στις 20.6.2019 στην έδρα της ενάγουσας, δήλωσε, δε, ότι εφεξής και όσο διαρκεί ο διαχειριστικός έλεγχος εναντιώνεται σε μονομερείς πράξεις διαχείρισης εκ μέρους του εναγομένου χωρίς την προηγούμενη συναίνεση και ενημέρωσή του. Ακολούθησε η κοινοποίηση της από 21.10.2019 εξώδικης δήλωσης-διαμαρτυρίας – πρόσκλησης του ………… προς τον εναγόμενο, με συγκοινοποίηση της από 10.10.2019 έκθεσης του οικονομολόγου -λογιστή, …………, επί της οικονομικής διαχείρισης της ενάγουσας εταιρίας από 21.3.2007 έως 31.3.2019, από την οποία προέκυπταν μη δικαιολογημένες αναλήψεις, ποσού 126.513 ευρώ, εκ μέρους του εναγόμενου, ζητώντας του να παράσχει εξηγήσεις και παραστατικά. Ο εναγόμενος, στη συνέχεια, με την από 29.10.2019 εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση – δήλωση, παρείχε εξηγήσεις σχετικά με τον διαχειριστικό έλεγχο, επικαλούμενος δε ότι από τις αναφερόμενες χρεωπιστώσεις προέκυπτε οφειλή της ενάγουσας προς αυτόν, ύψους 17.037 ευρώ, απαγόρευσε στο εξής στον παραπάνω συνεταίρο του να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή – μεταφορά χρημάτων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας δίχως την προηγούμενη έγγραφη ενημέρωσή του και την έγγραφη συναίνεσή του. Κατόπιν, δε, αυτού διενεργήθηκε εκ νέου έλεγχος από τον ίδιο ως άνω λογιστή -φοροτεχνικό, από τον οποίο προέκυψε μικρή απόκλιση σε σχέση με τον αρχικό και οι αναιτιολόγητες αναλήψεις ανέρχονταν πλέον σε ποσό 121.593 ευρώ. Επισημαίνεται δε, ότι εν συνεχεία του διαχειριστικού ελέγχου, με τη συλλογή επιπλέον στοιχείων από τις συνεργαζόμενες με την ενάγουσα τράπεζες, η τελευταία ισχυρίζεται ότι προέκυψαν περαιτέρω αδικαιολόγητες αναλήψεις χρημάτων από τον εναγόμενο και μεταφορές σε προσωπικούς λογαριασμούς του ιδίου, οι οποίες ανήλθαν στο ποσό των 50.505 ευρώ, με αποτέλεσμα το σύνολο να ανέρχεται στο ποσό των 172.098 ευρώ. Εν συνεχεία η ενάγουσα υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς τις από 7/1/2020 και 20/1/2021 μηνύσεις – εγκλήσεις της κατά του εναγομένου, ισχυριζόμενη ότι αυτός υπεξαίρεσε τα ανωτέρω ποσά. Επί των ως άνω εγκλήσεων ασκήθηκε ποινική δίωξη για την τέλεση υπεξαίρεσης από διαχειριστή ξένης περιουσίας, αξίας άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση και παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης από την Ανακρίτρια του Δ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά. Στα πλαίσια της ανωτέρω ανάκρισης και δυνάμει της με αριθ. πρωτ. …/2021 διάταξης της ως άνω Ανακρίτριας, συντάχθηκε η από Ιανουαρίου 2022 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του οικονομολόγου . ……., ενώ μετά το πέρας της ανάκρισης εκδόθηκε το υπ’ αριθ. 320/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο αποφάνθηκε, αμετάκλητα, να μην γίνει κατηγορία κατά του εδώ εναγομένου. Επί της φερόμενης ως άνω υπεξαίρεσης, λοιπόν, αποδείχθηκαν τα εξής: Η ενάγουσα εταιρεία, εγκατέστησε και λειτούργησε με επιτυχία τα δύο, ως άνω, φωτοβολταϊκά πάρκα στην ….. και επιπλέον απέκτησε και ανακαίνισε, με τη συνδρομή επιχορήγησης ΕΣΠΑ, ένα ακίνητο 240 τ.μ στον Πειραιά, όπου δημιουργήθηκαν οκτώ γραφεία, για εκμετάλλευση. Οι συνολικές επενδύσεις παγίων στοιχείων της εταιρείας κατά τα έτη 2011 – 2018 προσδιορίζονται σε ποσό 1.147.347 ευρώ, ο δανεισμός από τράπεζες σε ποσό 480.000 ευρώ (με δύο δάνεια, εκ των οποίων το ένα έχει αποπληρωθεί), η επιχορήγηση σε ποσό 40.000 ευρώ και οι αποζημιώσεις από ασφαλιστικές εταιρίες σε ποσό περίπου 100.000 ευρώ. Για την εγκατάσταση των δύο φωτοβολταϊκών πάρκων στην ……., ο εναγόμενος εκμίσθωσε στην ενάγουσα έκταση 4.000 τ.μ. από αγρό ιδιοκτησίας του συνολικής έκτασης 6.000 τ.μ. αντί μηνιαίου μισθώματος 100 ευρώ και το έτερο μέλος της ενάγουσας ………. εκμίσθωσε σε αυτή αγρό ιδιοκτησίας του έκτασης 1150 τ.μ. αντί μηνιαίου μισθώματος 50 ευρώ (έως τον Ιούνιο του 2011), καθώς και χώρο στο λογιστικό του γραφείο στον ….. Αττικής, για να χρησιμοποιείται ως έδρα της εταιρίας, αντί μηνιαίου μισθώματος 50 ευρώ. Όλα τα παραπάνω μισθώματα δηλώνονταν φορολογικά ως κόστη της ενάγουσας, μειώνοντας προς όφελος της τη φορολογητέα ύλη, ωστόσο ο μεν …………. ισχυρίζεται ότι υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ των εταίρων να μην εισπράττονται τα μισθώματα από αυτούς, ο δε εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία και διατηρεί απαίτηση κατά της ενάγουσας για οφειλόμενα μισθώματα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, διαπιστώνεται η σύννομη διοίκηση της εταιρίας αναφορικά με τη νομικό – φορολογική της κατάσταση (ανελλιπής υποβολή όλων των υποχρεωτικών φορολογικών εντύπων στις αρμόδιες αρχές), καθώς και η διασφάλιση του ελέγχου και της παρακολούθησης της πορείας της εταιρίας από αμφότερους τούς εταίρους, δοθέντος ότι: α) όλα τα λογιστικά, τραπεζικά και νομικά έγγραφα και παραστατικά που αφορούσαν την εταιρία αποστέλλονταν στη έδρα της, όπου λειτουργούσε το λογιστικό γραφείο του ……….., ο οποίος διενεργούσε τις απαραίτητες λογιστικές εργασίες για λογαριασμό της ενάγουσας (καταχώρισή τους στο λογιστικό πρόγραμμα του γραφείου του, κατάρτιση και υποβολή των κατά νόμο αναγκαίων λογιστικών – φορολογικών εντύπων στις αρμόδιες αρχές), ενώ ο εναγόμενος είχε την ευθύνη της «εκτελεστικής» χρηματοοικονομικής διαχείρισης (πληρωμές, μεταφορές, εξασφάλιση ρευστότητας κλπ.). Εδώ σημειώνεται ότι μεταξύ των εγγράφων που αποστέλλονταν στην έδρα της εταιρίας ήταν και τα ενημερωτικά σημειώματα κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρίας, όπως προκύπτει από την αναγραφή της διεύθυνσης «………….» στα αποδεικτικά κίνησης του λογαριασμού της εταιρίας στην Τράπεζα …….. β) η δραστηριότητα της ομόρρυθμης εταιρίας δεν ήταν περίπλοκη, καθώς αυτή είχε έναν μοναδικό πελάτη, την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………..» και νυν «……………..», οι καταβολές του οποίου γίνονταν στους εταιρικούς τραπεζικούς λογαριασμούς και γ) αμφότεροι οι εταίροι είναι λογιστές στο επάγγελμα, συνεπώς γνωρίζουν τον τρόπο παρακολούθησης της οικονομικής πορείας μιας επιχείρησης. Περαιτέρω, λόγω μη τήρησης ημερολογίου ταμείου, η οποία δεν ήταν υποχρεωτική, λόγω της νομικής μορφής της ενάγουσας ως ομόρρυθμης εταιρίας, και δοθέντος ότι τα μοναδικά έσοδα της εταιρίας «περνούσαν» μέσα από τους τραπεζικούς της λογαριασμούς, οι δε πληρωμές εξόδων της και προμηθευτών της γίνονταν είτε με έμβασμα στον δικαιούχο, είτε με μετρητά, κατόπιν αντίστοιχης ανάληψης από εταιρικό λογαριασμό, είτε με μεταφορά χρημάτων από τους προσωπικούς λογαριασμούς των εταίρων σε λογαριασμό του δικαιούχου, ο έλεγχος που διενήργησε ο ως άνω πραγματογνώμονας, στηρίχθηκε στις κινήσεις των κρίσιμων εταιρικών λογαριασμών, ήτοι του με αριθμό ………… στην τράπεζα …. και του με αριθμό ……….. στην ΤΡΑΠΕΖΑ ….., ενώ η εταιρεία είχε άλλους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς στην ΤΡΑΠΕΖΑ …., εκ των οποίων ο ένας δημιουργήθηκε αποκλειστικά για τις ανάγκες προγράμματος ΕΣΠΑ και έκλεισε με την ολοκλήρωση του προγράμματος και ο έτερος ήταν δεσμευμένος λογαριασμός, οι κινήσεις του οποίου γίνονταν μόνο με εντολή του υπαλλήλου της τράπεζας κατόπιν αιτήσεως των εταίρων και δεν υπήρχε δυνατότητα των τελευταίων, ακόμη και ενεργώντας από κοινού, να προβούν σε μεταφορά χρημάτων από αυτόν. Περαιτέρω, δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αναιτιολόγητη ανάληψη ή μεταφορά από τους παραπάνω δύο λογαριασμούς, ούτε από τον έλεγχο που διενήργησε με εντολή της ενάγουσας ο λογιστής …………… Περαιτέρω, ο πραγματογνώμονας …….. προσδιόρισε το ποσό των αναλήψεων και μεταφορών χρηματικών ποσών σε προσωπικό λογαριασμό του εναγομένου, που ελέγχονται ως αναιτιολόγητες, στο ποσό των 118.393 ευρώ, αντί του ποσού των 172.098 ευρώ, που ζητεί η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή, προβαίνοντας στις εξής διαπιστώσεις: α) ποσά 1.000 ευρώ, 120 ευρώ και 500 ευρώ, έχουν υπολογιστεί δύο φορές, β) ποσό 300 ευρώ αφορά ανάληψη από τον ………… και όχι από τον εναγόμενο, ενώ ποσό 300 ευρώ αφορά έμβασμα υπέρ της ενάγουσας, γ) αναλήψεις συνολικού ποσού 51.485 ευρώ, ταυτίζονται με συγκεκριμένες αναλήψεις, για τις οποίες αποδεικνύεται ότι έγιναν από τον εναγόμενο προς πληρωμή υποχρεώσεων της ενάγουσας και όχι αναιτιολόγητα. Ακολούθως, ο πραγματογνώμονας προέβη στον έλεγχο των χρηματικών ροών από και προς τους λογαριασμούς της ενάγουσας, όπως αυτός εκτίθεται στην παραπάνω πραγματογνωμοσύνη, και διαπίστωσε ότι το «ισοζύγιο» ανάμεσα στις καταθέσεις που έκανε ο εναγόμενος προς τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας, τις μεταφορές χρημάτων από προσωπικό του λογαριασμό στους εταιρικούς λογαριασμούς και τις μεταφορές χρημάτων από τους λογαριασμούς της εταιρίας προς προσωπικούς του λογαριασμούς, είναι θετικό κατά το ποσό των 20.757 ευρώ (βλ. σελ. 49 έως 105 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όπου αναλύονται διεξοδικά, κατ’ έτος, οι τραπεζικές συναλλαγές – καταθέσεις, αναλήψεις μεταφορές -, οι ισχυρισμοί των διαδίκων επί αυτών, τα αποδεικτικά στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη από τον πραγματογνώμονα και αιτιολογημένα ο συνυπολογισμός επιμέρους συναλλαγών στις αιτιολογημένες ή αναιτιολόγητες αναλήψεις/μεταφορές ή στις καταθέσεις/μεταφορές προς την εταιρία από την προσωπική περιουσία του εναγομένου). Δηλαδή, διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος δεν έχει ιδιοποιηθεί παράνομα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από την περιουσία της ενάγουσας εταιρίας, αλλά αντιθέτως, έχει χρηματοδοτήσει αυτήν με περισσότερα χρήματα από όσα ανέλαβε και δη κατά το ποσό των 20.757 ευρώ. Επιπλέον τούτων όμως, σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να προστεθούν στο παραπάνω ποσό και όλα τα χρηματικά ποσά που προέκυψε ότι κατέβαλε ο εναγόμενος σε προμηθευτές της ενάγουσας εταιρίας προς εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεών της ή για κάλυψη εταιρικών εξόδων, είτε τοις μετρητοίς είτε με μεταφορά χρημάτων από προσωπικό του λογαριασμό προς λογαριασμούς τρίτων, συνολικού ύψους 24.811,45 ευρώ (βλ. σελ. 106 έως 118 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όπου αιτιολογείται ειδικά η λήψη υπόψη καθενός από τα επιμέρους κονδύλια που γίνονται δεκτά ως καταβολές από τον εναγόμενο υπέρ της ενάγουσας, με βάση συγκεκριμένη συλλογιστική και αποδεικτικά μέσα, καθώς και η αντίστοιχη απόρριψη επιμέρους κονδυλίων συνολικού ύψους 45.372,88 ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου έπρεπε να συνυπολογιστούν ως προσωπική του συνεισφορά στην εταιρία). Εξάλλου, το ανωτέρω «ισοζύγιο» τραπεζικών συναλλαγών, που είναι θετικό κατά ποσό 20.575 ευρώ υπέρ του εναγομένου, θα μπορούσε να αποβεί αρνητικό κατά ποσό 115.543 ευρώ, έτσι ώστε δηλαδή να εμφανίζεται ότι οι αναλήψεις και οι μεταφορές σε προσωπικό λογαριασμό του εναγομένου υπερβαίνουν κατά το ποσό αυτό τις καταθέσεις και τις μεταφορές χρημάτων από δικό του λογαριασμό προς τους εταιρικούς λογαριασμούς, αν όλες οι καταθέσεις που έκανε ο εναγόμενος σε τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας εταιρίας δεν προέρχονται από δική του περιουσία, αλλά από την εταιρική περιουσία, σύμφωνα με τους περιλαμβανόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς. Ωστόσο, αφενός δεν αποδείχθηκε ότι τα συγκεκριμένα ποσά που κατέθεσε ή μετέφερε ο εναγόμενος στους εταιρικούς λογαριασμούς προήλθαν πράγματι από την εταιρική περιουσία με συγκεκριμένο τρόπο (λ.χ. προηγούμενη ανάληψη, πληρωμή επιταγής σε διαταγή της), αφετέρου από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος δεν είχε την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα να προβεί στις εν λόγω καταθέσεις, χωρίς να οφείλει ο ίδιος να αποδείξει την οικονομική και περιουσιακή του κατάσταση με την προσκόμιση φορολογικών του δηλώσεων ή άλλων εγγράφων, αποδεικτικών της οικονομικής του κατάστασης καθ’ όλο το ερευνώμενο χρονικό διάστημα. Άλλωστε, η πηγή των χρημάτων που κατέθεσε ο εναγόμενος στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας εταιρίας είναι αδιάφορη, αφού δεν προέκυψε ότι αυτά προέρχονταν από την εταιρική περιουσία. Και τούτο, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, τα μόνα έσοδα της εταιρίας διέρχονταν μέσα από τους τραπεζικούς της λογαριασμούς και όλες οι, φερόμενες ως αναιτιολόγητες, αναλήψεις και μεταφορές χρημάτων από αυτούς λήφθηκαν ήδη υπόψη κατά τη σύνταξη της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Σε κάθε περίπτωση, από το γεγονός ότι ο εναγόμενος προέβη σε πληρωμές προς προμηθευτές και φορείς του Δημοσίου (βεβαιωμένες οφειλές Δ.Ο.Υ., εργοδοτικές εισφορές ΕΦΚΑ) χωρίς τη χρήση των εταιρικών λογαριασμών, αλλά με καταβολή μετρητών ή με μεταφορά χρηματικών ποσών από προσωπικό του λογαριασμό, όπως παραπάνω εκτέθηκε, σαφώς συνάγεται ότι είχε τη σχετική οικονομική δυνατότητα προς τούτο. Κατόπιν αυτού, τυγχάνει απορριπτέο το αίτημα περί επίδειξης εγγράφων και δη των φορολογικών δηλώσεων του εναγομένου της περιόδου 2012 έως 2019, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είχε νομίμως κτηθέν εισόδημα, ώστε να χρηματοδοτεί τις ανάγκες της ενάγουσας, που υποβλήθηκε από την τελευταία. Επίσης, απορριπτέο τυγχάνει και το αίτημα της ενάγουσας, περί αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, έως την τελεσίδικη εκδίκαση της από 22.05.2023, με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2023 αγωγής, που άσκησε ο εναγόμενος εναντίον της και εναντίον του εταίρου ………., με την οποία ζητεί να του καταβληθεί το ποσό των 41.268,45 ευρώ, στο πλαίσιο της οποίας έχει αιτηθεί τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, δεδομένου ότι στην προσκομισθείσα πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε στο πλαίσιο της ποινικής διερεύνησης της υπόθεσης και έχει συνταχθεί με επιστημονική μεθοδολογία, αναλύονται με ακρίβεια και σαφήνεια όλα τα στοιχεία που προέκυψαν και οι συλλογισμοί του πραγματογνώμονα που οδήγησαν στο κάθε επιμέρους συμπέρασμά του, απαντώντας ειδικά σε όλα τα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, προκύπτουν, δε, με επάρκεια όλα τα αποδεικτέα ζητήματα, που αφορούν την αγωγή, τα οποία δεν αναιρούνται τόσο από τα εκτιθέμενα στην από Οκτωβρίου 2019 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου του λογιστή ………….., με τα από 10/11/2019 και Νοεμβρίου 2020 παραρτήματα αυτής, όσο και στην από 20 Οκτωβρίου 2023 τεχνική έκθεση – γνωμοδότηση του ορκωτού λογιστή ………, οι οποίες συντάχθηκαν κατόπιν εντολής της ενάγουσας. Λόγω, δε, της ως άνω επιστημονικής πληρότητας της από Ιανουαρίου 2022 έκθεσης λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του οικονομολόγου ………., ορθά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα της ενάγουσας, περί διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης, ζήτημα το οποίο, σε κάθε περίπτωση απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, απορριπτομένου σχετικά και του τέταρτου λόγου εφέσεως. Πρέπει τέλος να επισημανθεί ότι με το 320/2023 βούλευμά του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, επιλαμβανόμενο επί των ίδιων πραγματικών περιστατικών, ύστερα από την άσκηση ποινικής δίωξης για τέλεση υπεξαίρεσης από διαχειριστή ξένης περιουσίας αντικειμένου συνολικής αξίας άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του εναγομένου, κατόπιν των από 7.1.2020 και από 20.1.2021 μηνύσεων – εγκλήσεων της ενάγουσας κατ’ αυτού, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων ότι ο τελευταίος τέλεσε σε βάρος της υπεξαίρεση συνολικού ποσού 172.098,00 ευρώ, αποφάνθηκε, αμετάκλητα, να μη γίνει κατηγορία. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, περί αδικαιολόγητων αναλήψεων από τους λογαριασμούς της από τον εναγόμενο και διάπραξης σε βάρος της του αδικήματος της υπεξαίρεσης του ποσού των 172.098,00 ευρώ, το υπό στοιχεία α’ αίτημα της αγωγής, ορθά απορρίφθηκε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένων παράλληλα και όλων των λόγων εφέσεως που αφορούσαν την κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση της εκκαλούσας, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθεί αυτή, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η εκκαλούσα, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των έξι χιλιάδων εννιακοσίων (6.900) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 22/7/2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΤΑΜΒΑΚΗ ΣΟΦΙΑ ΦΟΥΡΛΑΝΟΥ
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 4 Σεπτεμβρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΤΑΜΒΑΚΗ ΣΟΦΙΑ ΦΟΥΡΛΑΝΟΥ