ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 572/2026
TO ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο τμήμα
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Ηλία Σταυρόπουλο, Εφέτη, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου, Εφέτη –Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……….., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Κοινοπραξίας των ανώνυμων εταιρειών με την επωνυμία «………..» με ΑΦΜ …….., η οποία έχει την έδρα της στα ……… Αττικής, επί της οδού ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, από την διαχειρίστρια και μέλος της «…………..», νομίμως εκπροσωπούμενης από τον πρόεδρο αυτής ………, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατσαμπάνη , με δήλωση (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ) και
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΗΜΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟΥ ΣΧΙΣΤΟΥ», πρώην «Σύνδεσμος Δήμων Πειραιώς και Δυτικής Αττικής για την ίδρυση κοινού νεκροταφείου», όπως μετονομάστηκε με την με αριθμό ………./28.2.2020 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής με ΑΦΜ ……., που εδρεύει στο Πέραμα Αττικής επί της …………… και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννακάκη –Ραζέλο, μέλος της Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία «Ευάγγελος Χατζηγιαννάκης ΔΕ»
Το ενάγον-εφεσίβλητο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 10.12.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2020) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 3928/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που κρίνοντας ότι είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης, την παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Το ενάγον επανέφερε προς συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την από 12.3.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2020) κλήση του. Επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3485/2025 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έκανε δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εκκαλούσα με την από 3.9.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2025) έφεσή της, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την δικάσιμο που στην αρχή της παρούσας αναφέρεται. Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αριθμό 3 και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, με τις προτάσεις που προκατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγεται για συζήτηση η από 3.9.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/2025) έφεση, προς εξαφάνιση της με αριθμό 3485/2025 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία) που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 10.12.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2020) αγωγή απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη. Η ως άνω έφεση ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ 1β, 514, 517, 520 παρ.1 ΚΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ καταχρηστικής προθεσμίας, καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προέκυψε επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε την 28.7.2025 και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 3.9.2025 λαμβάνοντας αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2025. Επιπλέον η εκκαλούσα κοινοπραξία, κατέβαλε κατά την άσκηση της κρινόμενης έφεσης το με κωδικό ……………. ηλεκτρονικό παράβολο δημοσίου κατ άρθρο 495 παρ 3 Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με την από 2.9.2025 βεβαίωση πληρωμής του. Πρέπει ακολούθως, η ως άνω έφεση να δικαστεί κατά την ίδια διαδικασία, (άρθρο 592 παρ.3 ΚΠολΔ), ως πρωτοδίκως από το παρόν αρμόδιο κατ’ άρθρο 19 περ.α’ ΚΠολΔ Δικαστήριο.
Με την από 10.12.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2020) αγωγή του, το ενάγον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει των με αριθμό …/1992 και …………./1998 δωρητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Πειραιώς, ………… νομίμως μεταγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στους τόμους … και …., με αύξοντες αριθμούς …. και ……, αντίστοιχα, κατέστη κύριος της έκτασης που περιγράφεται αναλυτικά στην αγωγή, εμβαδού 330 περίπου στρεμμάτων και ήδη κατά νεότερη καταμέτρηση και σύμφωνα με τα κτηματολογικά στοιχεία (ΚΑΕΚ ……..) εμβαδού 332.366,03 τμ, που βρίσκεται στην περιοχή «……» …… . του Δήμου Περάματος. Ότι δυνάμει διοικητικής σύμβασης έργου που καταρτίστηκε το 1994 μεταξύ των διαδίκων, η εναγομένη κοινοπραξία κατασκευαστικών ανώνυμων εταιρειών, ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει στην ως άνω εδαφική έκταση κοιμητήριο έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος συνιστάμενου στην παραχώρηση σε αυτήν της εκμετάλλευσης μεταξύ άλλων, των 16 ανεγερθησόμενων στο χώρο καταστημάτων για χρονικό διάστημα 15 ετών από την έναρξη της πλήρους λειτουργίας του κοιμητηρίου, ήτοι την 28.2.1998, οπότε και πραγματοποιήθηκε η πρώτη ταφή. Ότι έκτοτε παραχωρήθηκε στην εναγομένη η χρήση και εκμετάλλευση, μεταξύ άλλων, των περιγραφόμενων στο αγωγικό δικόγραφο 16 καταστημάτων, συνολικής αξίας 800.000 ευρώ, τα οποία είτε χρησιμοποιεί η ίδια, είτε τα εκμισθώνει σε τρίτους αντί των αναφερόμενων στην αγωγή μηνιαίων μισθωμάτων. Ότι κατά τα συμφωνηθέντα με την καταρτισθείσα σύμβαση η εναγομένη όφειλε να του αποδώσει την κατοχή των ανωτέρω καταστημάτων την 1-3-2013, πλην όμως δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα να την οχλήσει προς τούτο εγγράφως με την από 31-7-2015 εξώδικη δήλωση, που της επιδόθηκε την 7-8-2015, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθόσον αυτή εξακολουθεί να τα εκμεταλλεύεται εισπράττοντας κακόπιστα τα καταβαλλόμενα μισθώματα και αντιποιούμενη τη νομή του επ’αυτών, την οποία πρέπει να υποχρεωθεί να του αποδώσει. Ότι επικουρικά, εξαιτίας της συνάμα αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, συνιστάμενης στην παράνομη κατάληψη των καταστημάτων αυτή είναι υποχρεωμένη να αποζημιώσει το ενάγον δια της αυτούσιας απόδοσης της νομής των επίδικων ακινήτων. Ότι έτι επικουρικότερα, και σε περίπτωση που κριθεί ότι η αξίωση περί απόδοσης της νομής έχει παραγραφεί, να υποχρεωθεί να του αποδώσει την εκ μέρους της αφαιρεθείσα νομή του επ’ αυτών, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον αυτή κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία. Με βάση αυτό το ιστορικό το ενάγον ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί το δικαίωμα νομής του επί των ανωτέρω δεκαέξι καταστημάτων που έχουν ανεγερθεί εντός του μείζονος χώρου του κείμενου στην περιοχή «……..» …………… του Δήμου Περάματος κοιμητηρίου β) να διαταχθεί η αποβολή της εναγομένης και η απόδοση στο ενάγον της νομής των ως άνω καταστημάτων γ) επικουρικώς να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του αποδώσει με βάση της περί αδικοπραξιών διατάξεις τη νομή των ως άνω καταστημάτων ως αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας του, δ) άλλως και όλως επικουρικά να αποβληθεί η εναγομένη και να του αποδώσει αυτούσια τη νομή των καταστημάτων, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ε) να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και στ) να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη. Η αγωγή αυτή, ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο με την με αριθμό 3928/2023 απόφασή του, κρίνοντας ότι είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης, την παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Το ενάγον επανέφερε προς συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την από 12.3.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2020) κλήση του. Επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3485/2025 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, περί απόδοσης της νομής (992ΑΚ) ως παραγεγραμμένη και έκανε δεκτές τις επικουρικές βάσεις αυτής, υποχρεώνοντας την εναγομένη να παραδώσει στον ενάγον τη νομή των επίδικων καταστημάτων και καταδικάζοντάς την στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης ποσού 16.000 ευρώ. Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την ως άνω έφεσή της, ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για λόγους που ανάγονται στην πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, και την απόρριψη της αγωγής. Ζητεί ακόμα να καταδικαστεί το εφεσίβλητο στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 KΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως, αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, οπότε ο διάδικος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει (: ελεύθερη απόδειξη) ότι η καθυστερημένη προβολή του ισχυρισμού οφείλεται σε συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος εμπίπτει στην έννοια της δικαιολογημένης αιτίας [ΑΠ 999/2010 ΝΟΜΟΣ], 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Έτσι, ο εναγόμενος, ως εκκαλών, μπορεί να προτείνει με την έφεσή του οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον η πρότασή της ενώπιον του εφετείου εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του ανωτέρω άρθρου, ακόμη και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απορρίφθηκαν ως αόριστοι (ΑΠ 1682/2022). Μεταξύ των αναφερόμενων στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 527 KΠολΔ εξαιρέσεων από την απαγόρευση προβολής νέων ισχυρισμών στο δεύτερο βαθμό, στην περίπτωση 6 του άρθρου αυτού, περιλαμβάνονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Η έγγραφη απόδειξη αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό, πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1780/2023, ΑΠ 755/2021, ΑΠ 961/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η μη προβολή, κατά την στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης, της ένστασης παραγραφής και μάλιστα με επίκληση όχι μόνο των περιστατικών που τη στηρίζουν αλλά και διατύπωση αιτήματος για απόρριψη και για την αιτία αυτήν της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ενστάσεως αυτής ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 472/1983 ΝοΒ 1984.48), εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 KΠολΔ (ΑΠ 128/2008 Ηλεκτρονική Συλλογή «ΝΟΜΟΣ»). Στην κρινόμενη περίπτωση η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ισχυρίζεται ότι η αξίωση του ενάγοντος για την απόδοση της νομής των επίδικων καταστημάτων, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937παρ.1 ΑΚ, επειδή από την 15.8.2015, ήτοι την λήξη της ημερομηνίας που έθεσε το ενάγον για την παράδοση της νομής των επίδικων καταστημάτων, μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στην εναγομένη, την 7.1.2021, και σε κάθε περίπτωση από τον Αύγουστο του 2015 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2021 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν την πενταετίας, με αποτέλεσμα την παραγραφή της σχετικής αγωγικής αξίωσης. Ο ως άνω λόγος έφεσης παραδεκτά προβάλλεται από την εκκαλούσα το πρώτον στο Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, επειδή η διισχυριζόμενη παραγραφή της αξίωσης του εφεσίβλητου, προκύπτει εξ εγγράφων, που επικαλείται η εκκαλούσα, ήτοι την από 31.7.2015 εξώδικη δήλωση του εφεσίβλητου, που της επιδόθηκε την 7.8.2015 και από την κρινόμενη αγωγή και τυγχάνει νόμιμη.
Περαιτέρω, στο άρθρο 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου [ (ΠΝΠ) «Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID – 19 και της ανάγκης περιορισμού της διάδοσής του» (ΦΕΚ Α’55) ], που κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (ΦΕΚ Α’76), ορίζεται ότι: «1. Προς τον σκοπό της αποφυγής κινδύνου εμφάνισης ή και διάδοσης κορωνοϊού COVID – 19 που ενδέχεται να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, μπορεί να επιβληθεί το μέτρο της προσωρινής, μερικής ή ολικής, αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών δικαστηρίων, καθώς και της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. 2. Το μέτρο της παρ. 1 επιβάλλεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Δικαιοσύνης, καθώς και του Υπουργού Εθνικής Άμυνας στην περίπτωση των στρατιωτικών δικαστηρίων, μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID – 19. Με όμοια απόφαση ορίζεται και κάθε συναφής και αναγκαία πρόβλεψη για τα ζητήματα αναστολής ή παρέκτασης δικονομικών προθεσμιών, αναστολής ή παράτασης παραγραφών, αναστολής διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης και διενέργειας πλειστηριασμών, παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, καθώς και για όλα τα λοιπά ζητήματα που αφορούν στο καθεστώς προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας.». Κατ ‘ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, διαδοχικά οι ΔΙα/ΓΠ.οικ.177330/12.3.2020 (ΦΕΚΒ’833), ΔΙα/ΓΠ.οικ. 18176/15.3.2020 (ΦΕΚ Β ‘864), 21159/27.3.2020 (ΦΕΚ ΒΊ074), 24403/10.4.2020 (ΦΕΚ ΒΊ301) και 26804/25.4.2020 (ΦΕΚ ΒΊ588) αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Άμυνας, Υγείας και Δικαιοσύνης και η Δ1α/ΓΠ.οικ.30340/15.5.2020 (ΦΕΚ ΒΊ857) απόφαση των Υπουργών, μεταξύ άλλων, Εθνικής Άμυνας, Υγείας και Δικαιοσύνης, με τις οποίες ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, η προσωρινή αναστολή των εργασιών των δικαστικών σχηματισμών των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων της χώρας και των νομίμων και δικαστικών προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών τους, καθώς επίσης και της παραγραφής των συναφών αξιώσεων, για το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (βλ. ΣτΕ Ολ 1531/2023). Εν συνεχεία δε, κατ ‘ εξουσιοδότηση, μεταξύ άλλων, της ίδιας διάταξης, εκδόθηκαν διαδοχικά οι Δ1α/ΓΠ.οικ.71342/6.11.2020 (ΦΕΚ Β’4899), 76629/27.11.2020 (ΦΕΚ Β’5255), 78363/5.12.2020 (ΦΕΚ Β’5350), 80189/12.12.2020 (ΦΕΚ Β’5486), 2/2.1.202 (ΦΕΚ ΒΊ), 1293/8.1.2021 (ΦΕΚ Β’30), 3060/15.1.2021 (ΦΕΚΒ’89), 4992/22.1.2021 (ΦΕΚ ΒΊ86), 6877/29.1.2021 (ΦΕΚ Β’341), 8378/5.2.2021 (ΦΕΚ Β’454), 9147/10.2.2021 (ΦΕΚ Β’534), 10969/19.2.2021 (ΦΕΚ Β’648), 12639/26.2.2021 (ΦΕΚ Β’793), 13805/3.3.2021 (ΦΕΚ Β’843), 14453/5.3.2021 (ΦΕΚ Β’895), 16320/12.3.2021 (ΦΕΚ Β’996), 17698/19.3.2021 (ΦΕΚ ΒΊ076), 18877/26.3.2021 (ΦΕΚ ΒΊ194), 20651/2.4.2021 (ΦΕΚ ΒΊ308), 22439/9.4.2021 (ΦΕΚ ΒΊ441), 24489/16.4.2021 (ΦΕΚ ΒΊ558), 26380/23.4.2021 (ΦΕΚ ΒΊ682), 27683/29.4.2021 (ΦΕΚ ΒΊ814), 28503/8.5.2021 (ΦΕΚ ΒΊ872) και 29922/13.5.2021 (ΦΕΚ ΒΊ944) αποφάσεις των Υπουργών, μεταξύ άλλων, Εθνικής Άμυνας, Υγείας και Δικαιοσύνης, με τις οποίες ορίσθηκε η προσωρινή αναστολή των εργασιών των δικαστικών σχηματισμών του Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων της χώρας και των νομίμων και δικαστικών προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών τους, καθώς επίσης και της παραγραφής των συναφών αξιώσεων, για το χρονικό διάστημα από 7.11.2020 έως 5.4 – 2021 ώρα 6:00. Ειδικότερα, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (Α’ 104) ορίζεται ότι: «1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 – 31.5.2020 ) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους», ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α’ 48) ορίζεται ότι «Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους» και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(Α’ 54) ορίζεται ότι «Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία ΔΙα/Γ.Π.οικ. 18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό «Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID – 19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00» (Β’ 1194), ήτοι η 6.4.2021 ». Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 1α του άρθρου 83 του ν.4790/2021, «Ι.α) Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.4682/2020, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους». Η αναστολή της παραγραφής λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων της Χώρας και για όσο χρόνο θα διαρκούσε αυτή, στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού, προβλέπεται από τις προαναφερθείσες ειδικές διατάξεις και αποτελεί απόλυτη αναστολή, καθώς αναπτύσσει την ενέργεια της σε οποιοδήποτε σημείο του χρόνου παραγραφής, δηλαδή είτε κατά την έναρξη είτε κατά τη διαδρομή είτε κατά τη λήξη της παραγραφής και αντιδιαστέλλεται από την προβλεπόμενη από το άρθρο 255 ΑΚ αναστολή για λόγους δικαιοστασίου, η οποία συνιστά αναστολή συμπληρώσεως, δεδομένου ότι η αναστολή χωρεί μόνο εάν ο λόγος αυτής συμπέσει κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής, οπότε παρεμποδίζεται η συμπλήρωση της ( ΑΠ Απόφαση 291/2024 δη μ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ] Μπαλής, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου (1961), σ. 398, Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου (2007), σ. 233 -234, Γεωργιάδης σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου ΕρμΑΚ άρθρ. 255 αρ. 1. Το εφεσίβλητο, παραδεκτά με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις του, προβάλλει την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής, ισχυριζόμενο ότι από την 18.8.2015, ήτοι την επομένη ημέρα, από την επίδοση στο εφεσίβλητο της από 17.8.2015 εξώδικης δήλωσης της εκκαλούσας, με την οποία εξωτερίκευσε την βούλησή της να κατέχει τα επίδικα καταστήματα για λογαριασμό της, μέχρι την 7.1.2021 οπότε επιδόθηκε στην εκκαλούσα η ένδικη αγωγή, δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέντε ετών, λόγω των αναλυτικά παρατιθέμενων στις προτάσεις του εφεσίβλητου, ειδικών ρυθμίσεων περί αναστολής της παραγραφής εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοιού, κατά τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως και 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως και 5.4.2021, τα οποία δεν συνυπολογίζονται στον χρόνο παραγραφής. Ο ως άνω ισχυρισμός συνιστά αντένσταση αναστολής της παραγραφής (άρθρα 255 και 257 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 74.Ν 4690/2020 και 83 Ν.4790/2021) και είναι νόμιμος βασιζόμενος στις παραπάνω διατάξεις. Τόσο η ένσταση παραγραφής όσο και η αντένσταση αναστολής αυτής θα ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα κατά την επανεκτίμηση των αποδείξεων.
Από την επανεκτίμηση των αποδείξεων και δη της με αριθμό …../6.4.2021 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, η οποία λήφθηκε επιμελεία του εφεσίβλητου, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την με αριθμό …./31.3.2021 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………….., της με αριθμό …../7.5.2021 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Περιστερίου, που λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εφεσίβλητου, όπως προκύπτει από την με αριθμό …./29.4.2021 έκθεση επίδοσης που συνέταξε η Δικαστική Επιμελήτρια στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, …………, της με αριθμό ……../21.12.2015, ένορκης βεβαίωσης, την οποία προσκομίζει και επικαλείται το εφεσίβλητο, επιμελεία του οποίου λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την με αριθμό …../16.12.2015 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών …………, η οποία χρησιμεύει για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ως ληφθείσα σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων, και από όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία είναι πρόσφορα είτε για πλήρη απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμό 8608/0111-1984 απόφασης του Νομάρχη Αττικής (ΦΕΚ Β’ 805/13-11-1984) συστήθηκε το εφεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΗΜΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟΥ ΣΧΙΣΤΟΥ» με διάρκεια λειτουργίας 99 ετών, ο οποίος αποτελείται από τους Δήμους Πειραιώς, Νικαίας, Κερατσινίου, Μοσχάτου, Δραπετσώνας, Αγίου Ιωάννη Ρέντη, Περάματος και Κορυδαλλού, με σκοπό την ίδρυση και λειτουργία κοινού κοιμητηρίου όπου επρόκειτο να μεταφερθούν τα υφιστάμενα κοιμητήρια Αναστάσεως, Νεαπόλεως και Περάματος. Ακολούθως, δυνάμει των με αριθμούς ……/1992 και …./7-12-1998 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Πειραιώς ……………. (του δευτέρου διορθωτικού και επαναληπτικού του πρώτου) νομίμως μεταγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στους τόμους …. και ….. με αύξοντες αριθμούς ….. και ……. αντίστοιχα, η Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεντέλης, ως διαχειρίστρια της ακίνητης περιουσίας της Ιεράς Μονής Κλειστών, νομίμως εκπροσωπούμενη από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, δώρισε και παρέδωσε στο εφεσίβλητο κατά κυριότητα μια αγροτολιβαδική έκταση εμβαδού 330 περίπου στρεμμάτων και ήδη κατά νεότερη καταμέτρηση και σύμφωνα με τα κτηματολογικά στοιχεία (ΚΑΕΚ ………..) εμβαδού 332.366,03 τμ, κείμενη εκτός σχεδίου πόλεως και ζώνης της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Περάματος, στη θέση “….” ………….., προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί ως κοιμητήριο, ενώ με το από 27-4-1994 Προεδρικό Διάταγμα, το οποίο δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 271/1994 ΦΕΚ τ. Δ’ εγκρίθηκε τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο στην εκτός σχεδίου περιοχή Σχιστού του Δήμου Περάματος και καθορίσθηκε η χρήση της δωρηθείσας έκτασης για τη δημιουργία χώρου κοιμητηρίου. Μετά από διεθνή δημόσιο διαγωνισμό που προκήρυξε το εφεσίβλητο για τη μελέτη, κατασκευή και χρηματοδότηση του έργου «Μελέτη – Κατασκευή -Χρηματοδότηση του έργου Νεκροταφείο Συνδέσμου Δήμων Πειραιά και Δυτικής Αττικής» με συνολικό προϋπολογισμό 5.500.000.000 δρχ και ήδη 16.140.865,74 ευρώ, ο οποίος διενεργήθηκε στις 20-5-1994, ανάδοχος αναδείχθηκε η εκκαλούσα, η οποία είχε συσταθεί με το από 12-5-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με το από 26-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό και ακολούθως τροποποιήθηκε με τα από 8-10-1996, 1-1-1997, 24-6-1997, 19-12-2002, 15-3-2007 και 26-1-2011 ιδιωτικά συμφωνητικά. Μετά την κατακύρωση του ως άνω διαγωνισμού καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων η από 26-7-1994 σύμβαση παραχώρησης, η οποία τροποποιήθηκε με την επίσης καταρτισθείσα μεταξύ τους από 27-7-1994 σύμβαση τροποποίησης παραχώρησης. Στην σύμβαση αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και οι όροι που αφορούν το εργολαβικό αντάλλαγμα της εκκαλούσας και ειδικότερα: «Άρθρο 4: Εργολαβικό αντάλλαγμα Αναδόχου: Σαν εργολαβικό αντάλλαγμα της Αναδόχου, για τα πάσης φύσεως έξοδα και αμοιβή της εν γένει, για τις εργασίες που θα εκτελέσει με βάση την παρούσα σύμβαση, συμφωνείται αυτό που περιγράφεται στην οικονομική πρότασή της και ειδικότερα: 1. Η εκμετάλλευση των χώρων στάθμευσης και κυλικείων για έξι (6) χρόνια από την πλήρη λειτουργία του Νεκροταφείου. 2. Η εκμετάλλευση όλων των καταστημάτων που θα κατασκευαστούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Νεκροταφείου για δέκα πέντε (15) χρόνια από την πλήρη λειτουργία του Νεκροταφείου (πλην δύο ανθοπωλείων που ανήκουν στην εκκλησία). 3. Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης για όσο χρόνο θα λειτουργεί το έργο σαν Νεκροταφείο των οικογενειακών τάφων που είναι στους τομείς ταφής 32, 33, 34, 35, 36, 37, 39, 40, 41,42, 43, 44, 45,46, 47, 48, 49, 50, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62 και 63, καθώς και των κρυπτών που είναι στους χώρους A23, A25, A13. Ο αριθμός και το είδος των τάφων και των κρυπτών καθορίζεται από την υποβληθείσα μελέτη, τυχόν αλλαγές στον αριθμό και το είδος των τάφων και κρυπτών θα γίνονται μόνον κατόπιν εγκρίσεως του Συνδέσμου. Αυτονόητο είναι ότι οι πάσης φύσεως ναοί δεν αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης και επομένως δεν παραχωρείται η χρήση τους. Με την παρούσα σύμβαση χορηγείται από το Σύνδεσμο στην Ανάδοχο η ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνει για λογαριασμό του, για δικό της όμως αποκλειστικά οικονομικό όφελος, στις εκτεθείσες πιο πάνω παραχωρήσεις πολυετών ή διαρκών δικαιωμάτων σε τρίτους στα πλαίσια πάντοτε των συμβατικών δικαιωμάτων της. Άρθρο 5°: Μεταβίβαση δικαιωμάτων: Ρητά συμφωνείται ότι παρέχεται η δυνατότητα στην Ανάδοχο να μεταβιβάσει τα σχετικά με την εκμετάλλευση δικαιώματά της από την παρούσα σύμβαση ή να υπεκμισθώσει την εκμετάλλευση μέρους ή όλων των δραστηριοτήτων της σε τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα της απολύτου επιλογής της. Άρθρον 7ο: Οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ποινική ρήτρα σε βάρος του συνδέσμου: 1) 50 εκ. δρχ. σε περίπτωση μη έγκαιρης εγκαταστάσεως της Αναδόχου στο Έργο κατά το άρθρο 15 παρ.5 της παρούσας. 2) 500 εκ. δρχ. σε κάθε μια περίπτωση παραβάσεως των υποχρεώσεων οιουδήποτε Δήμου που συνιστούν τον συμβαλλόμενο Σύνδεσμο σχετικά με την υποχρέωσή του να σταματήσει τη λειτουργία υπάρχοντος Νεκροταφείου (Αναστάσεως -Νεαπόλεως – Περάματος) και να κάνει αποκλειστική χρήση του συγκεκριμένου έργου. Η επανειλημμένη κατάπτωση της ποινικής ρήτρας για κάθε μια τυχόν παράβαση επέρχεται σε βάρος του Συνδέσμου ανεξαρτήτως του Δήμου -μέλος το οποίο παραβιάζει την πιο πάνω υποχρέωσή του. Άρθρον 10ο: Σύνταξη – Υποβολή – Έλεγχος -Έγκριση μελετών §4: Ο σύνδεσμος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την Ανάδοχο οποιεσδήποτε τροποποιήσεις, συμπληρώσεις ή βελτιώσεις που θα κρίνει απαραίτητα για κάθε μελέτη, στις οποίες η Ανάδοχος είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται διατηρούσα το δικαίωμα της για ανάλογο πρόσθετο εργολαβικό αντάλλαγμα, εφ’ όσον από τις τροποποιήσεις αυτές επέρχεται διαφοροποίηση του αντικειμένου του έργου κατ’ είδος ή ποσότητα. Ο τρόπος και χρόνος καταβολής του πιο πάνω πρόσθετου ανταλλάγματος θα γίνεται μετά από συμφωνία των συμβαλλομένων. Άρθρον 13ο: Λύση της Σύμβασης. Μετά την καθ’ οιανδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης η Ανάδοχος υποχρεούται να παραδώσει τις εγκαταστάσεις (κυλικεία και χώρο στάθμευσης). Μετά την εκπνοή του χρόνου εκμετάλλευσης από την ανάδοχο των ακινήτων που θα εκμεταλλευτεί σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, αυτή οφείλει ν’ αποδώσει την εκμετάλλευσή τους στο Σύνδεσμο, Η με οποιοδήποτε τρόπο λύση της παρούσας δεν επηρεάζει την ισχύ των συμβάσεων που έχει καταρτίσει με τρίτους στα πλαίσια των συμβατικών δικαιωμάτων της. Άρθρον 14ο: Παράδοση των κυλικείων, των χώρων στάθμευσης οχημάτων και των καταστημάτων. Με τη λήξη του χρόνου παραχώρησης εκμετάλλευσης η Ανάδοχος υποχρεούται να παραδώσει στον Σύνδεσμο χωρίς καμία αποζημίωση για τα έξοδα κατασκευής, συντήρησης ή βελτίωσής τους, το σύνολο των εγκαταστάσεων που αποτελούν τα κυλικεία, τους χώρους στάθμευσης οχημάτων και τα καταστήματα σε άριστη κατάσταση, της Αναδόχου ευθυνόμενης μόνο για φθορές και βλάβες πέραν της συνήθους χρήσεως. Άρθρον 15°: Γενικές Διατάξεις 1. Υπερσυμβατικές (πρόσθετες ή νέες) εργασίες. Οποιαδήποτε εργασία δεν περιγράφεται σαφώς στην υποβληθείσα με την προσφορά της Αναδόχου οριστική μελέτη του έργου, κατά το είδος και ποσότητα είναι υπερσυμβατική και η πραγματοποίηση της θα γίνεται με τις τιμές των ισχυόντων αναλυτικών τιμολογίων, μόνο εφόσον έχει συνταχθεί το αντίστοιχο «για αυτές» πρωτόκολλο κανονισμού τιμής μονάδος νέων εργασιών και έχει συμφωνηθεί ο τρόπος της πληρωμής τους. Η πρόσθετη δαπάνη της Αναδόχου από την εκτέλεση των υπερσυμβατικών (πρόσθετων ή νέων) εργασιών θα καλύπτεται, κατ’ επιλογή της με αύξηση των υπέρ αυτής ανταλλαγμάτων, με παράταση του χρόνου εκμετάλλευσης ή με χρηματική καταβολή του Συνδέσμου. 5. Από την έναρξη λειτουργίας του έργου οι Δήμοι που συνιστούν τον συμβαλλόμενο Σύνδεσμο, υποχρεούνται να σταματήσουν την λειτουργία των υπαρχόντων Νεκροταφείων τους και να κάνουν αποκλειστική χρήση του συγκεκριμένου έργου». Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης η εκκαλούσα εγκαταστάθηκε στο έργο στις 23-8-1994. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μέχρι το έτος 1997 οι συμβατικές εργασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί από την εκκαλούσα και το έργο, όπως είχε περιγραφεί στον ανωτέρω δημόσιο διαγωνισμό, δεν είχε αποπερατωθεί, καθόσον βρισκόταν σε εκκρεμότητα η ανέγερση ενός ναού και η διαμόρφωση ταφικών τετραγώνων σε μια έκταση 100 στρεμμάτων. Επιπρόσθετα σύμφωνα με το άρθρο 2 του από 10-12-1997 «Κανονισμού Λειτουργίας και Δικαιωμάτων Χρήσεως του Νεκροταφείου του Συνδέσμου Δήμων Πειραιά και Δυτικής Αττικής στη θέση Λακκώματα Σχιστού Περάματα παραχωρήθηκαν στην εκκαλούσα τα ανωτέρω εκτεθέντα εργολαβικά ανταλλάγματα από την έναρξη λειτουργίας του κοιμητηρίου. Στο άρθρο 2§3 εδ. β΄ του ως άνω κανονισμού ορίστηκε ότι: «Πλήρης έναρξη στη σύμβαση νοείται η δυνατότητα της λειτουργίας των υπηρεσιών ταφής (πρώτη ταφή)». Παράλληλα, με το ίδιο άρθρο παραχωρήθηκε στην εκκαλούσα το αποκλειστικό δικαίωμα της αυτοτελούς διαχείρισης λειτουργίας των δικαιωμάτων που παραχωρήθηκαν σ’ αυτήν με την ως άνω από 26-7-1994 σύμβαση παραχώρησης, όπως περιγράφονται στην τελευταία και εξειδικεύονται από τον κανονισμό. Ταυτόχρονα, το άρθρο 3 του ως κανονισμού υπό τον τίτλο “Νομικό Καθεστώς” ορίζει: §1 Η λειτουργία Νεκροταφείου διέπεται από τις διατάξεις του Α.Ν 445/1968 (ΦΕΚ A130 06-1968) του ΑΝ 582/1968 (ΦΕΚ Α 225/28-09-1968), των άρθρων 966, 970 ΑΚ και της με αριθμό Α5/1210/19-04-1978 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚΒ 424/10 1978) σε συνδυασμό με τον παρόντα κανονισμό. §2. Τα Κοιμητήρια χαρακτηρίζονται από τον νόμο ως πράγματα εκτός συναλλαγής, επί των οποίων κατά το άρθρο 970 του ΑΚ δύναται να αποκτάται ιδιωτικό δικαίωμα ιδιαίτερο επί ορισμένου χώρου ταφής (ειδικό δικαίωμα) (αρ. 3§1) του ΑΝ 582/8 ΦΕΚ 2254/68, ο οποίος δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του προσώπου προς το οποίο γίνεται η παραχώρηση και δεν είναι επιδεκτικός οποιασδήποτε μεταβιβάσεως κατά κυριότητα προς τρίτους με πράξεις εν ζωή και αιτία θανάτου. §3 Τα κοιμητήρια είναι προορισμένα για ενταφιασμό νεκρών κάθε εθνικότητας και θρησκευμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που αναφέρεται στην §1 του παρόντος άρθρου” ενώ το αρ. 4 του ιδίου κανονισμού, υπό τον τίτλο “Εγκατάσταση Νεκροταφείου ορίζει: §1 “Το Νεκροταφείο διαιρείται σε αριθμημένα ταφικά τετράγωνα, αποτελείται δε από υπαίθριους χώρους και κτηριακές εγκαταστάσεις με καθορισμένες χρήσεις, οι οποίες είναι αναγκαίες για την λειτουργία αυτού και οι οποίες προβλέπονται από μελέτη που θα εγκριθεί εντός εξαμήνου και θα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος Κανονισμού. §2 Ειδικότερα προβλέπονται οι εξής χρήσεις: 2.1 Τρεις Ιεροί Ναοί, 2.2 Γραφεία Διοίκησης και Συνεργείων, 2.3 Νεκροθάλαμοι και Ψυκτικοί Θάλαμοι, Οστεοφυλάκιο, 2.5 Κυλικείο, 2.6 Ανθοπωλεία- Μαρμαράδικα κλπ καταστήματα, 2.7 Γραφεία Ιερέων, 2.8 Φυλάκειο Κεντρικής Πύλης, 2.3 τρεις περιοχές στάθμευσης αυτοκινήτων. Οι παραπάνω χρήσεις περιγράφονται λεπτομερώς στην εγκεκριμένη μελέτη εφαρμογής του έργου. Με το άρθρο 14 παρ.15 του ως άνω κανονισμού ορίστηκε ότι δεν επιτρέπεται η λειτουργία ανθοπωλείων, μαρμαράδικων και κυλικείων ή καταστημάτων 2.4 άλλης συναφούς χρήσης καθώς και η άσκηση συναφών δραστηριοτήτων από μικροπωλητές εντός του κοιμητηρίου ή εκτός αυτού σε ακτίνα 1.500 μέτρων από τα όρια του κοιμητηρίου. Τέλος με το άρθρο 15 §3 του ως άνω κανονισμού ορίστηκε ρητά ότι είναι επιτρεπτή η εκτέλεση εργασιών από την εκκαλούσα και μετά την έναρξη λειτουργίας του κοιμητηρίου προς ολοκλήρωση του έργου. Αποδείχθηκε ακόμα, ότι με την με αριθμό 1/15/-01-1998 απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής του εφεσίβλητου: α) ορίστηκε ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του ως άνω κοιμητηρίου η 28-2-1998, β) κλήθηκαν οι Δήμοι Πειραιώς, Νίκαιας και Περάματος να προχωρήσουν σε κλείσιμο των υφιστάμενων κοιμητηρίων και γ) δόθηκε η δυνατότητα στα υπάρχοντα κοιμητήρια προαναφερθέντων Δήμων να ενταφιάζουν μόνο με τάφους τριετούς ταφής έως τις 15-3-1998, μέχρι να ομαλοποιηθεί η λειτουργία του νέου κοιμητηρίου. Ταυτόχρονα από 28-2-1998 παραχωρήθηκε στην εκκαλούσα η χρήση και εκμετάλλευση: α) των χώρων στάθμευσης και του κυλικείου για 6 χρόνια, β) των καταστημάτων για 15 χρόνια και γ) των συμφωνηθέντων οικογενειακών τάφων για όλο το χρόνο λειτουργίας του κοιμητηρίου. Σε εκτέλεση του άρθρου 2 παρ.3 εδ. β΄ του ως άνω από 10-12-1997 κανονισμού και της υπ’ αριθμ. 1/15-1-1998 απόφασης της Εκτελεστικής Επιτροπής του εφεσίβλητου, η εκκαλούσα έλαβε στην κατοχή της προς εκμετάλλευση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 της ως άνω από 26-7-1994 συμβάσης παραχώρησης ανταλλάγματα. Βάσει των ανωτέρω εκτεθέντων άρθρων 4, 13 εδ. β΄ και 14 της ως άνω από 26-7-1994 σύμβασης παραχώρησης, η εκκαλούσα όφειλε να παραδώσει στο εφεσίβλητο την κατοχή των χώρων στάθμευσης και του κυλικείου στις 29-2-2004, πλην όμως δεν το έπραξε, αν και αυτό, δια των αρμοδίων οργάνων του, της είχε αποστείλει την από 13-10-2003 εξώδικη δήλωσή του, που της επιδόθηκε στις 29-10-2003, όπως προκύπτει από την με αριθμό …./2003 έκθεση επίδοσης που συνέταξε η δικαστική στο Πρωτοδικείο Αθηνών . ………, με την οποία την καλούσε την 1-3-2004 να υπογράψουν το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής. Επί της από 25-2-2005 με αριθμό κατάθεσης ……../2005 αγωγής του εφεσίβλητου, εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 1493/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και στη συνέχεια η με αριθμό 80/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με τις οποίες υποχρεώθηκε η εκκαλούσα να του αποδώσει κατά τις περί κυριότητας και νομής διατάξεις το ανωτέρω κυλικείο, καθόσον κρίθηκε ότι η εξαετής προθεσμία του άρθρου 4 της ως άνω από 26-7-1994 σύμβασης παραχώρησης αφετηριάσθη από την 28-2-1998 (πρώτη ταφή), μετά την απόρριψη ως ουσία αβασίμων των ισχυρισμών της εκκαλούσας ότι η «πλήρης λειτουργία» του κοιμητηρίου για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 4 της προαναφερείσας σύμβασης, ταυτίζεται με την ολοκλήρωση των εργασιών του. Μετά την έκδοση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, το εφεσίβλητο επέσπευσε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της εκκαλούσας και δυνάμει της με αριθμό ……./5-6-2009 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………….. η εκκαλούσα αποβλήθηκε από το ως άνω ακίνητο (κυλικείο) και εγκαταστάθηκε το εφεσίβλητο σε αυτό. Αναφορικά με τα κείμενα εντός του κοιμητηρίου καταστήματα, η εκκαλούσα έλαβε στην κατοχή της προς εκμετάλλευση αρχικά τα 16 και συγκεκριμένα τα με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 καταστήματα εμβαδού 35,91 τ.μ. έκαστο, που εμφαίνονται με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 στο από Ιουλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού …….., τα με τα στοιχεία. 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 καταστήματα εμβαδού 35,67 τ.μ. έκαστο, που εμφαίνονται με τα στοιχεία 9, 10, 11, 12, 14, 15 και 16 στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα και μετά την κατασκευή του και το με αριθμό 17 κατάστημα – κιόσκι, εμβαδού 84,86 τ.μ., που εμφαίνεται με το στοιχείο 17 στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα. Τα ανωτέρω υπό στοιχεία 1 έως 16 καταστήματα κείνται στο νότιο τμήμα του κοιμητηρίου στα δεξιά της κεντρικής πύλης αυτού επί της κεντρικής οδού που άγει στο εσωτερικό του, αποτελούν ενιαίο οικοδομικό συγκρότημα, όπου τα επιμέρους καταστήματα διαχωρίζονται μεταξύ τους με τοιχοποιία, ενώ μεταξύ των υπ’ αριθμούς 1 έως 8 καταστημάτων και των υπ’ αριθμούς 9 έως 16 υφίσταται διαχωριστική κλίμακα πλάτους 5 μέτρων. Το ανωτέρω αναφερόμενο με αριθμό 17 κατάστημα βρισκόταν έναντι της κεντρικής πλατείας, όπου βρίσκεται ο ναός και το κυλικείο του κοιμητηρίου και κατεδαφίσθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2016, ως αυθαίρετο κτίσμα. Βάσει των ανωτέρω εκτεθέντων άρθρων 4, 13 εδ. β΄ και 14 της ως άνω από 26-7-1994 σύμβασης παραχώρησης, σε συνδυασμό με το άρθρο 283 εδ.β΄ του ως άνω από 10-12-1997 κανονισμού και της υπ’αριθμ. 1/15-1-1998 απόφασης της Εκτελεστικής Επιτροπής του ενάγοντος, η εκκαλούσα όφειλε να παραδώσει στο εφεσίβλητο την κατοχή των ενδίκων καταστημάτων την 28-2-2013, πλην όμως, δεν το έπραξε. Με την από 31-7-2015 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 7-8-2015, όπως προκύπτει από την υπ’αριθμ. ……………/7-8-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………., το εφεσίβλητο κάλεσε αυτή να προβεί σε δήλωση παράδοσης της κατοχής των ως άνω καταστημάτων μέχρι την 15-8-2015, καθώς και να καταβάλει στην ταμειακή υπηρεσία του τα εισπραχέντα από την εκμίσθωση των εν λόγω καταστημάτων, από τον Μάρτιο του 2013 και εντεύθεν, μισθώματα. Ακολούθως, με την από 13-8-2015 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στο εφεσίβλητο στις 17-8-2015, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ……………. στο σώμα της εν λόγω εξωδίκου, η εκκαλούσα αρνήθηκε να συμμορφωθεί, αμφισβητώντας εκ νέου ότι η πλήρης λειτουργία του ως άνω κοιμητηρίου ταυτίζεται με την πρώτη ταφή που έλαβε χώρα στις 28-2-1998 και δήλωσε στο εφεσίβλητο ότι “άλλως σας δηλώνουμε ότι θα αναζητήσουμε δια της δικαστικής οδού την δίκαιη ηθικά και οικονομικά για εμάς επίλυση της παρενόχλησης των μισθωτών την οποία εσείς συντελείτε”. Η εκκαλούσα δεν αμφισβητεί ότι έλαβε στην κατοχή της και εκμεταλλεύεται τα ανωτέρω καταστήματα από τις 28-2-1998, ισχυρίστηκε όμως τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της, ότι η συμβατική 15ετής χρήση δεν έχει ως αφετηρία της το ως άνω χρονικό σημείο, επειδή αφενός από υπαιτιότητα του εφεσίβλητου δεν είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες αποπεράτωσης του κοιμητηρίου, αφετέρου συνεχίζονταν οι ταφές στα κοιμητήρια της Αναστάσεως, Νεαπόλεως και Περάματος κατά παράβαση των άρθρων 7 περ. β΄ και 1585 της ως άνω από 26-7-1994 συμβάσεως παραχωρήσεως, και κατά τρίτο λόγο δεν είχαν εκκαθαρισθεί οι υφιστάμενες μεταξύ των διαδίκων διοικητικές και οικονομικές εκκρεμότητες και δεν έχει γίνει παράδοση του έργου αλλά μόνο η διοικητική παραλαβή του έργου για κτίρια και ταφικά τετράγωνα από το εφεσίβλητο, με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης της 15ετίας την 28-2-2013. Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εκκαλούσας ορθώς απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Τούτο διότι στο άρθρο 4 της ως άνω από 26-7-1994 σύμβασης παραχώρησης ορίσθηκε ότι για τις συμβατικές εργασίες που περιγράφονται σαφώς κατ’ είδος και ποσότητα στην υποβληθείσα με την προσφορά της οριστική μελέτη του έργου, το εργολαβικό αντάλλαγμα, το συνιστάμενο στην εκμετάλλευση των θέσεων στάθμευσης, κυλικείων και καταστημάτων των κείμενων εντός του κοιμητηρίου, θα περιερχόταν στην εκκαλούσα όχι τμηματικά – σταδιακά με την πρόοδο του έργου, αλλά σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ήτοι από την πλήρη λειτουργία αυτού (κοιμητηρίου) και για συμφωνηθέν χρονικό διάστημα, χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις. Στην ως άνω σύμβαση παραχώρησης ο όρος “πλήρης λειτουργία” του κοιμητηρίου δεν προσδιορίσθηκε χρονικά με αποτέλεσμα να χρήζει εξειδίκευσης. Με το άρθρο 2παρ.3 του εδ. β΄ του ως άνω από 10-12-1997 κανονισμού και την με αριθμό 1/15-1-1998 απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής του εφεσίβλητου, όπως αυτά ανωτέρω εκτέθηκαν, εξειδικεύθηκε ο ακριβής χρόνος έναρξης της πλήρους λειτουργίας του κοιμητηρίου και ορίστηκε ως τέτοιος η πρώτη ταφή που έλαβε χώρα την 28-2-1998. Κατ’ αυτό το χρονικό σημείο ( 28-2-1998), το κοιμητήριο παρείχε όλες τις συνήθεις υπηρεσίες, ήτοι τάφους, ψυγεία, ναούς, καταστήματα ανθέων και ειδών νεκροταφείου, κυλικείο, χώρους στάθμευσης, λειτουργώντας κατά τον προορισμό του. Ακόμα, από την από 26.7.1994 σύμβαση παραχώρησης που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων προκύπτει ότι ο όρος «πλήρης λειτουργία», που προβλέπεται στο άρθρο 4 της σύμβασης ουδόλως συνδέθηκε με την προβλεπόμενη στα άρθρα 7 περ β και 15 παρ.5 της ίδιας σύμβασης υποχρέωση των Δήμων μελών του εφεσίβλητου να παύσουν την διενέργεια ενταφιασμών στα κοιμητήρια που βρίσκονταν εντός των ορίων των Δήμων αυτών , ήτοι Αναστάσεως, Νεαπόλεως και Περάματος από την έναρξη λειτουργίας του νέου κοιμητηρίου, επειδή στο άρθρο 7 περ. β της σύμβασης προβλέφθηκε για την περίπτωση αυτή η κατάπτωση ποινικής ρήτρας κατά του εφεσίβλητου, την οποία ενεργοποίησε η εκκαλούσα. Ειδικότερα, η τελευταία με την με αριθμό πρωτοκόλλου 2780/10.8.2015 αίτησή της ζήτησε από το εφεσίβλητο την καταβολή ποσού 10.271.457 ευρώ, νομιμοτόκως από 10.8.2015 για καταπέσουσες σε βάρος του ποινικές ρήτρες λόγω παραβίασης από τους Δήμους-μέλη αυτού του άρθρου 15 παρ.5 της σύμβασης παραχώρησης σε επτά περιπτώσεις ταφών. Εν συνεχεία, λόγω της μη απάντησης του εφεσίβλητου, η εκκαλούσα υπέβαλε ενώπιον του διοικητικού συμβουλίου του τελευταίου την με αριθμό ………/16.11.2015 ένσταση, που απορρίφθηκε με την με αριθμό 95/2015 απόφασή του. Κατά της απόφασης αυτής προσέφυγε η εκκαλούσα με την από 7.3.2016 αίτηση θεραπείας, με την οποία ζήτησε από τον Υπουργό Υποδομών και μεταφορών την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης και την επιδίκαση του ως άνω αιτηθέντος ποσού, νομιμοτόκως. Η σχετική αίτηση απορρίφθηκε δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου 1386/πε/Φ 101/8.6.2017 απόφασης του Υπουργού ως ουσία αβάσιμη. Η απόρριψη της αίτησης βασίστηκε στις παραδοχές ότι α) η αναφερόμενη στο άρθρο 7 περ.β της ως άνω σύμβασης παραχώρησης ποινική ρήτρα ποσού 500.000.000 δραχμών και ήδη 1.467.351,436 ευρώ, αφορούσε έκαστο των τριών δήμων που στην επικράτειά τους διατηρούν τα κοιμητήρια που ανωτέρω αναφέρθηκαν και όχι έκαστη ταφή, β) ότι οι επτά περιπτώσεις παραβίασης του ως άνω άρθρου στις οποίες βασίστηκε η αίτηση της εκκαλούσας είναι περιορισμένες και αφορούν περιπτώσεις οικογενειακών τάφων και ταφής συγγενικών προσώπων και δεν πρόκειται για ταφές πολιτών σε νέους τάφους, γεγονός που καθιστούσε την αίτηση της αντίθετη στην καλόπιστη ερμηνεία κι εκτέλεση της σύμβασης, γ) ότι από τις ως άνω ταφές δεν επλήγησαν τα δικαιώματα της εκκαλούσας αφού στο κοιμητήριο Σχιστού πραγματοποιούνταν 3.000 ταφές ετησίως και δ) ότι η εκκαλούσα μέχρι την συζήτηση της αίτησης θεραπείας είχε κατασκευάσει τα 230 από τα 330 στρέμματα του συμβατικού αντικειμένου του κοιμητηρίου στα οποία υπήρχαν τομείς προς εκμετάλλευση ως αντάλλαγμα, ενώ δεν προέβη στην κατασκευή τομέων από τους οποίους δεν είχε η ίδια οικονομικό όφελος, κατά παράβαση της σύμβασης παραχώρησης. Ακόμα, η εκκαλούσα ουδόλως αμφισβήτησε τη νομιμότητα των ως άνω άρθρων του από 10.12.19977 κανονισμού και της με αριθμό 1/15.11.1998 απόφασης του εφεσίβλητου με τις οποίες ερμηνεύθηκε η έννοια της «πλήρους λειτουργίας» του κοιμητηρίου, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, παρέλαβε δε την 28.2.1998 τα καταστήματα χωρίς να εκφράσει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις προς την παράδοσή τους, ούτε κατά την 28.2.1998, ούτε μετέπειτα κατά τη διάρκεια της εκμετάλλευσής τους, από την ίδια η οποία διεξαγόταν απρόσκοπτα, παρά μόνο μετά την κλήση του εφεσίβλητου προς απόδοσή τους, μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου. Σημειώνεται δε ότι το ως άνω χρονικό σημείο ήτοι την 28.2.1998, έχουν δεχθεί ως τον χρόνο έναρξης της πλήρους λειτουργίας του κοιμητηρίου, οι με αριθμούς 80/2008 και 413/2019 αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού, και η με αριθμό 583/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, δικάζοντας όπως ανωτέρω εκτέθηκε, έτερες διαφορές μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο τρίτος λόγος έφεσης ως ουσία αβάσιμος. Περαιτέρω, παρά την λήξη της σύμβασης παραχώρησης της χρήσης των καταστημάτων με την πάροδο της 15ετίας, την 28.2.2013 η εκκαλούσα παρέμεινε στην κατοχή τους. Το εφεσίβλητο με την από 31.7.2015 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα την 7.8.2015, όπως προκύπτει από την με αριθμό …………./7.8.2015 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, …………., την κάλεσε να προβεί στην παράδοση της κατοχής των καταστημάτων μέχρι την 15.8.2015. Η εκκαλούσα την 17.8.2015 επέδωσε στο εφεσίβλητο την από 13.8.2015 εξώδικη δήλωσή της με την οποία αρνήθηκε να συμμορφωθεί και να παραδώσει την κατοχή των καταστημάτων, εξωτερικεύοντας την βούληση να κατέχει τα καταστήματα για τον εαυτό της. Ετσι, η άρνηση απόδοσης των καταστημάτων αποτελεί συγκεκαλλυμένη αντιποίηση της νομής από την εκκαλούσα από την 18.8.2015 και εντεύθεν, χρονικό σημείο που δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς να προσβάλλεται ως προς την κρίση της αυτή με λόγο έφεσης. Το εφεσίβλητο άσκησε την από 10.12.2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ………./2020 αγωγή του, η οποία επιδόθηκε στην εκκαλούσα την 7.1.2021, όπως προκύπτει από την με αριθμό ……./2021 έκθεση επίδοσης που συνέταξε η Δικαστική Επιμελήτρια της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………………., ήτοι μετά την πάροδο πενταετίας από την 18.8.2015. Παρά ταύτα η ένδικη αξίωση της εκκαλούσας δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή καθώς η παραγραφή αυτής έχει ανασταλεί εξαιτίας της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων σύμφωνα με τις ΠΝΠ που εκδίδονταν για την προστασία της δημόσιας υγείας, έναντι του κορωνοιού και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (80 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 5.4.2021 (150 ημέρες), όπως αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε. Επομένως η πενταετία για την παραγραφή της αξίωσης της εκκαλούσας που θα συμπληρωνόταν χωρίς την αναστολή την 18.8.2020 με την προσθήκη των 80 ημερών της αναστολής της παραγραφής, άλλως 2 μηνών και 20 ημερών, συμπληρωνόταν την 8.11.2020, πλην όμως ήδη από 7.11.2020 είχε επέλθει νέα αναστολή της παραγραφής, η οποία διήρκησε μέχρι την 5.4.2021, ενώ η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε την 7.1.2021, χωρίς σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν η ένδικη αξίωση να έχει υποπέσει σε παραγραφή. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης, γενομένης δεκτής της αντένστασης αναστολής της παραγραφής που πρότεινε το εφεσίβλητο. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα, ισχυρίζεται ότι λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και δη της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, η εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτή την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, και την υποχρέωσε να παραδώσει στο εφεσίβλητο τα επίδικα καταστήματα, αν και η παραγραφή στην οποία έχουν υποπέσει τόσο η κύρια βάση της αγωγής (άρθρο 987 ΑΚ) όσο και η πρώτη επικουρική βάση περί απόδοσης της νομής, ως αυτούσια αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, συνιστά νόμιμη αιτία πλουτισμού. Ο ως άνω λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, βασιζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δη στην παραγραφή της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής, ήτοι σε ισχυρισμό που αμέσως ανωτέρω απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος, επιπλέον δε και ως αβάσιμος καθώς η ενιαύσια παραγραφή της αξίωσης απόδοσης της νομής κατά το άρθρο 992 ΑΚ, δεν καθιστά μη νόμιμη την αξίωση απόδοσής της με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ. 632/2006 ΤΝΠ Νομος). Πρέπει επομένως καθώς δεν υπάρχει έτερος λόγος έφεσης προς διερεύνηση, να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της αγωγής παραβόλου Δημοσίου στο Δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η εκκαλούσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της απόρριψης του ένδικου μέσου που άσκησε (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 3.9.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2025) έφεση κατά της με αριθμό 3485/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και την απορρίπτει κατ ουσία.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκησή της, με κωδικό ……………. e- Παράβολο του Υπουργείου Οικονομικών, στο Δημόσιο Ταμείο
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και ορίζει αυτά στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στις 4/6/2026 και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 4.9.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ