ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 575/2026
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ΑΣΚΟΥΝΤΩΝ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΦΕΣΗΣ: 1) ………..και 2) ………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Ψαλτήρα, με δήλωση κατ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ-ΚΑΘΩΝ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……………» και διακριτικό τίτλο «…………..», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της ………….., με ΑΦΜ …………, που ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………», στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού υπό την επωνυμία «………..», με έδρα στο …………, 2) Μονοπρόσωπης Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», και τον διακριτικό τίτλο «…………» με έδρα την Αθήνα επί της οδού ……….. με ΑΦΜ ……., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καμπιώτη, μέλος της Δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Φράγκου Δικηγορική Εταιρεία.
Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες-ασκώντες τους πρόσθετους λόγους έφεσης άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 6.9.2023 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2023 ανακοπή τους, κατά των καθών η ανακοπή-εφεσίβλητων. Η ανακοπή δικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και επ’ αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 1397/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού οι εκκαλούντες α) με την από 17.9.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2025 έφεση και β) με τους από 12.3.2026 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./2026 πρόσθετους λόγους έφεσης Για την συζήτηση των ως άνω δικογράφων ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο με αριθμούς … και …… και συζητήθηκαν.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων, ανάπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις προτάσεις που προκατέθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσίβλητων, αφού έλαβε τον λόγο από την Δικαστή, αναφέρθηκε στους προβληθέντες με τις προτάσεις που κατέθεσε, ισχυρισμούς.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εισάγονται 1) η από 17.9.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2025 έφεση και β) το από 12.3.2026 με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2026 δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης κατά της με αριθμό 1397/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών απέρριψε την από 6.9.2023 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……./2023 ανακοπή. Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ 1β, 514, 517, 520 παρ.1 ΚΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμίας, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 147 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. καθώς αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης επιδόθηκε στους εκκαλούντες την 6.8.2025, όπως προκύπτει από την επισημείωση της Δικαστικής Επιμελήτριας …………., σε αντίγραφο αυτής και η κρινόμενη έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 18.9.2025 λαμβάνοντας αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/……./2025. Περαιτέρω με την κατάθεση της έφεσης κατατέθηκε και το νόμιμο παράβολο, συνολικού ποσού 100 ευρώ, κατ΄άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ (βλ. το με αριθμό ………. e-παράβολο σε συνδυασμό με την από 18.9.2025 απόδειξη εξόφλησής του της Alpha Bank). Ομοίως παραδεκτά ασκήθηκαν και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, οι οποίοι επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις εφεσίβλητες, καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ……./17.3.2026 και ……../17.3.2026 εκθέσεις επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ……… (άρθρο 591 ζ ΚΠολΔ) Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, είναι παραδεκτοί, πρέπει δε συνεκδικαζόμενοι κατ΄άρθρο 246 ΚΠολΔ, να γίνουν τυπικά δεκτοί και να εξεταστούν περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ώστε να κριθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 6.9.2023 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2023 ανακοπή, ζητούσαν να ακυρωθούν, για τους αναφερόμενους στο ως άνω δικόγραφο λόγους, οι οποίοι και κατωτέρω θα αναπτυχθούν, εφόσον επαναφέρονται με την κρινόμενη έφεση, α) η με αριθμό …………/8.9.2022 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αθηνών ………, υπό τον όρο της τελεσίδικης ακύρωσης i) της με αριθμό ………./2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ii) της από 26.11.2021 επιταγής προς πληρωμή και iii) της με αριθμό ……/28.1.2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………. και β) η με αριθμό ……./11.5.2023 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αθηνών ………….. Ζητούσε ακόμα να ενημερώσει το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα κατ άρθρο 17Α του Ν.2523/1997, τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, την Τράπεζα της Ελλάδος και το Υπουργείο Δικαιοσύνης για διακρίβωση αδικημάτων σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 περ α και ζ του ν 3691/2008 για τις δικές τους νόμιμες ενέργειες. Τέλος ζητούσαν να καταδικαστούν οι καθών η ανακοπή στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε τους λόγους της ανακοπής και καταδίκασε τους ανακόπτοντες στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των καθών η ανακοπή, την οποία όρισε στο ποσό των 500 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ανακόπτοντες-εκκαλούντες με την ένδικη έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής για λόγους που ανάγονται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, έτσι ώστε να γίνει δεκτή καθ’ ολοκληρίαν η ανακοπή του και να ακυρωθούν καθ ολοκληρίαν οι προσβαλλόμενες πράξεις, επικουρικά να ανασταλεί κατ άρθρο 249 ΚΠολΔ, η δίκη έως την αμετάκλητη κρίση επί ανακοπών που άσκησαν κατά προγενέστερων πράξεις εκτέλεσης. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Επί του δεύτερου λόγου έφεσης: Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες παραπονούνται για την απόρριψη του δεύτερου λόγου της ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίζονταν ότι οι ανακοπτόμενες πράξεις ήτοι η με αριθμό ………./8.9.2022 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και η με αριθμό ……./11.5.2023 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτων που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αθηνών …….., πρέπει να ακυρωθούν επειδή στηρίζονται στην από 26.11.2021 επιταγή προς πληρωμή η οποία ακυρώθηκε εν μέρει με την με αριθμό 99/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Ο ως άνω λόγος ανακοπής ορθώς απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, με αιτιολογίες που αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας απόφασης, αφού η αποδοχή του δεν οδηγεί στην ακυρότητα της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που στηρίχθηκε στην εν μέρει ακυρωθείσα επιταγή προς εκτέλεση. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 905, 915, 916, 924 KΠολΔ προκύπτει ότι μερική ακυρότητα της επιταγής δεν συνεπάγεται την ακύρωση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, γιατί το εν μέρει έγκυρο της επιταγής αρκεί για να ισχυροποιήσει την ενεργούμενη εκτέλεση, εφόσον ο ανακόπτων οφειλέτης δεν προσφέρεται στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου, κατά το ποσό που είναι αυτός έγκυρος, το δε ζήτημα του ύψους της απαιτήσεως, για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, εξετάζεται κατά την κατάταξη (ΑΠ 1775/2001 ΕλλΔνη 43.1385, ΑΠ 675/2001 ΕλλΔνη 42.1575, ΑΠ 390 και 391/2000 ΕλλΔνη 41.1324, ΕφΘεσ 415/2012 ΤΝΠ Νόμος).Σημειώνεται ότι με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Σύρου, ακυρώθηκε η από 26.11.2021 επιταγή προς εκτέλεση α) ως προς την ημερομηνία έναρξης της τοκοφορίας της επιδικασθείσας απαίτησης και ειδικότερα ως προς το νομιμότοκο της καταβολής του επιδικασθέντος κεφαλαίου των 210.000 ευρώ από την 18.11.2011 έως και την 31.5.2015 επειδή οι αξιώσεις για την καταβολή των τόκων υπερημερίας είχαν παραγραφεί για το διάστημα 2011- 2015 κατά την επίδοση της διαταγής προς πληρωμή και β) ως προς τον ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων. Κατά της ως άνω απόφασης άσκησαν την από 31.10.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2022 έφεση οι εφεσίβλητοι, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την καθ ολοκληρίαν απόρριψη της ανακοπής των εκκαλούντων. Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τους ισχυρισμούς των διαδίκων δεν προκύπτει η έκδοση απόφασης επί της ως άνω έφεσης, πλην όμως δεν συντρέχει λόγος αναστολής της παρούσας δίκης κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, καθώς από την γενική αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος και με δεδομένο ότι κατά της εκκαλουμένης απόφασης έχουν ασκήσει έφεση μόνο οι, κατά την παρούσα δίκη, εφεσίβλητες, συνάγεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση ολικής ακύρωσης της ως άνω επιταγής προς πληρωμή που θα αποτελούσε λόγο ακύρωσης και των πράξεων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που ακολούθησαν, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος των εκκαλούντων. Ομοίως, τυγχάνει απορριπτέο και το αίτημα των εκκαλούντων περί αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι να επαναπροσδιοριστεί η οφειλή (249ΚΠολΔ), και να κηρυχθούν ακυρωτέες οι επόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης κατά το επιπλέον, επειδή όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, το ύψος της απαίτησης εξετάζεται κατά την κατάταξη των δανειστών, χωρίς να αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Επί του τρίτου λόγου έφεσης: Η έκθεση πλειστηριασμού πρέπει να μνημονεύει, εκτός από τα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 117, 960 παρ. 1 έως 3, 963 και 965 παρ. 2β ΚΠολΔ στοιχεία (βλ. και άρθρ. 999 επ. για πλειστηριασμό ακινήτου), επιπλέον την πορεία του πλειστηριασμού και γενικά ό,τι συνέβη κατά τη διενέργειά του και έχει σχέση με αυτόν, ενώ η εν λόγω έκθεση συνιστά δημόσιο έγγραφο υπό την έννοια των άρθρων 438 έως 442 ΚΠολΔ, δηλαδή αποτελεί πλήρη απόδειξη για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σε αυτή ότι έγινε από το συντάκτη της – υπάλληλο του πλειστηριασμού ή ενώπιον του και μπορεί ν’ ανατραπεί μόνο με την προσβολή της ως πλαστής (ΑΠ 339/2001 ΕΕΝ 69. 339 και Δνη 42.1300, ΕφΑθ 499/1997 Δνη 38. 1629, ΕφΑθ 1142/1995 Δ 27. 331, ΕφΘεσ 726/1995 Δνη 37. 184, ΕφΠειρ 229/1990 Δνη 35.163, Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση, Τόμος 2ος, έκδ. 2η, άρθρ. 965, παρ 341α, Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Τόμος 2ος, έκδ. 2001, παρ. 59, VII, αριθ. 97-99, Νικολόπουλος σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, άρθρ. 1003, αριθ. 9- 14, Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος 805, άρθρ. 965, αριθ. 4-6). Κύριο περιεχόμενο της έκθεσης αποτελούν όλα όσα λαμβάνουν χώρα ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού και συνάπτονται με τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση. Απαιτείται, ειδικότερα, για την ομαλή πορεία της διαδικασίας, την εξασφάλιση του συντάκτη της από τυχόν ευθύνες και τη δυνατότητα ελέγχου από το δικαστήριο, η ακριβής περιγραφή της κύριας διαδικασίας του πλειστηριασμού από την έναρξη αυτής έως και το χρόνο της κατακύρωσης, καθώς και της τελευταίας. Δεν πρέπει, όμως, να παραλείπονται και τα «διηγηματικώς αναφερόμενα», τα οποία ανάγονται στην προγενέστερη διαδικασία, όπως η μνεία του εκτελεστού τίτλου, η επίδοση της επιταγής, η κατάσχεση και τα σχετικά της προδικασίας του πλειστηριασμού, στις οποίες περιλαμβάνονται οι κατ’ άρθρ. 960 ή 999 ΚΠολΔ ή άλλες ειδικές διατάξεις διατυπώσεις, των οποίων την τήρηση είναι υποχρεωμένος να ερευνήσει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και να κάνει μνεία στη έκθεση του. Η, με την έκθεση, πιστοποίηση των τελευταίων στοιχείων, τα οποία συναρτώνται με το κύριο αντικείμενο της έκθεσης, παρέχει πλήρη απόδειξη, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη κατ’ άρθρο 441 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠολΔ, ενώ για τα βεβαιούμενα στο πιο πάνω κύριο αντικείμενο της έκθεσης, τα οποία φέρονται ότι έγιναν από το συντάκτη της, υπάλληλο του πλειστηριασμού ή ότι έλαβαν χώρα ενώπιον του, υπάρχει πλήρης απόδειξη, για την οποία δεν είναι επιτρεπτή ανταπόδειξη, χωρίς προηγούμενη προσβολή της έκθεσης ως πλαστής κατ’ άρθρ. 438 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε. Η μη αναγραφή, πάντως, ή η ελλιπής παράθεση στην έκθεση αυτή της τήρησης των νομίμων διατυπώσεων, ναι μεν τη στερεί από την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του δημόσιου εγγράφου, πλην, όμως, τούτο δεν εμποδίζει το δικαστήριο, στο πλαίσιο της αρχής της κατ’ άρθρ. 340 ΚΠολΔ ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, με βάση την ελαττωματική έκθεση για τις πιστοποιούμενες σ αυτή πράξεις (ΑΠ 339/2001, ΕφΑΘ 1142/1995, ΕφΘεσ 726/1995, ΕφΠειρ 229/1990 ό.π., Μπρίνιας, ό.π., Π. Γέσιου- Φαλτσή, ό.π., Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρθρ. 965, αριθ. 6, Νικολόπουλος, ό.π., άρθρ. 1003, αριθ. 14 και 15). Τέλος, οποιαδήποτε παράλειψη ή ελλιπής παράθεση από τα προεκτιθέμενα ουσιώδη στοιχεία της έκθεσης δεν επιφέρει ακυρότητα αυτής, αλλά μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, για το διάδικο που την προτείνει, η οποία δεν μπορεί ν’ αποκατασταθεί κατ’ άλλο τρόπο, σύμφωνα με το άρθρ. 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 652/1988 Δνη 31. 314, ΕφΑΘ 2653/2011, ΕφΘεσ 726/1995, ΕφΠειρ 229/1990 ό.π., Μπρίνιας, ό.π. Τόμος 1ος άρθρ. 931, παρ. 144 II, Μπέη Πολιτική Δικονομία, άρθρ. 117). Εξάλλου, κατά το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο, αν κρίνει ότι ή παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η βλάβη, ως πραγματικό γεγονός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα από τον επικαλούμενο αυτήν και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. (Εφ Λαρ 265/2019 ΤΝΠ Νομος) Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 995 παρ 4 ΚΠολΔ, απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, επιδίδεται μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την κατάσχεση στους ενυπόθηκους δανειστές, με ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού. Ομως, εάν η εκτέλεση επισπεύδεται από ενυπόθηκο ή προσημειούχο δανειστή, η κοινοποίηση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης πρέπει να γίνει μόνο στους τυχόν άλλους ενυπόθηκους ή προσημειούχους δανειστές και όχι στον ίδιο, αφού με την κοινοποίηση αυτή επιδιώκεται να λάβουν οι υπόλοιποι γνώση, ώστε να αναγγελθούν στον πλειστηριασμό, ενόψει της επερχόμενης απόσβεσης των υποθηκών και προσημειώσεων (Χαρ. Απαλλαγάκη ο Νεος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας τόμος β, ΑΠ 886/2008 ΕφΑΔΠολΔ 2008, ΤΝΠ Νομος). Με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες επαναφέρουν προς εξέταση τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίζονταν ότι στην προσβαλλόμενη έκθεση πλειστηριασμού αφενός δεν αναγράφεται το ΑΦΜ της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό εταιρείας με την επωνυμία “ ……………..” που εδρεύει στην …….. και αφετέρου δεν γίνεται μνεία ότι αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδόθηκε στην ίδια εταιρεία, υπό την ιδιότητά της ως ενυπόθηκης δανείστριας. Ο ως άνω λόγος ανακοπής ορθώς απορρίφθηκε ως προς αμφότερα τα σκέλη του, καθώς οι εκκαλούντες δεν επικαλέστηκαν βλάβη από την παράλειψη αναγραφής του ΑΦΜ της επισπεύδουσας εταιρείας, αφετέρου δε σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, όταν η επισπεύδουσα έχει παράλληλα και την ιδιότητα της ενυπόθηκης δανείστριας, δεν απαιτείται η κοινοποίηση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης σε αυτήν.
Επί του τέταρτου και των πρόσθετων λόγων έφεσης: Κατά το άρθρο 935 ΚΠολΔ, λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933, είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εφόσον ασκήθηκε ανακοπή εναντίον ορισμένης πράξεως της διαδικασίας της εκτελέσεως, πρέπει με το δικόγραφο αυτής ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων να προταθούν όλοι οι λόγοι που ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν και αν υπάρχει προθεσμία κατά το άρθρο 934 ΚΠολΔ για την άσκηση νέας ανακοπής δεν είναι δυνατόν να προταθούν οι λόγοι, οι οποίοι ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν με την προηγούμενη ανακοπή. Σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη, κατά την οποία τίθεται θέμα κύρους ορισμένης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά της οποίας ασκήθηκε ήδη ανακοπή, δεν μπορούν να προταθούν νέοι λόγοι ακυρότητας (ΑΠ 856/2014, Μπρίνιας: Αναγκ. Εκτελ. Β` έκδ. κάτω από το άρθρο 935, παρ. 172-174, σελ. 478 επ.). Το άρθρο 935 ΚΠολΔ αποβλέπει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που αναφύονται στην εκτέλεση και εκείθεν στην εμπέδωση ασφάλειας στις συναλλαγές. Συγκεκριμένα με αυτό καθιερώθηκε για την ανακοπή του 933 το «σύστημα συγκέντρωσης», σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται να προσβάλλονται σε αυτήν όλοι οι έως την ανακοπή γεννημένοι λόγοι, ως ειδική έκφανση της αρχής του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη λόγοι ανακοπής που ήταν γεννημένοι και μπορούσε ο ανακόπτων να προτείνει στη δίκη της ανακοπής απορρίπτονται ως απαράδεκτοι αν προταθούν σε μεταγενέστερη δίκη, στην οποία ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτέλεσης. Το εν λόγω απαράδεκτο βαίνει παράλληλα, ανεξάρτητα και πέρα από εκείνο του άρθρου 933 παρ.4 ΚΠολΔ για τους καλυπτόμενους από το δεδικασμένο λόγους και η χρησιμότητα της διάταξης ακριβώς έγκειται στην κάλυψη περιπτώσεων, όπου δεν συντρέχουν οι όροι του. Έτσι με τη διάταξη αυτή του άρθρου 935 ΚΠολΔ, η σώρευση στο δικόγραφο της ανακοπής καθίσταται υποχρεωτική όχι μόνο για τους γεννημένους στην άσκηση λόγους που αφορούν την προσβαλλόμενη με αυτήν πράξη εκτέλεσης αλλά επιπρόσθετα και για όλους τους γεννημένους λόγους όσων άλλων πράξεων προηγήθηκαν. Το απαράδεκτο του άρθρου 935 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ισχύει δε μόνο όταν πρόκειται για ανακοπή του άρθρου 933 και εφόσον έχει ήδη ασκηθεί προηγουμένως μια τέτοια ανακοπή από αυτόν τον ίδιο, που ασκεί (απαράδεκτα) την επόμενη ανεξάρτητα δε από το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προηγούμενη αν δηλαδή συζητήθηκε ή εκκρεμεί ακόμα προς έκδοση απόφασης και ανεξαρτήτως από την περάτωση, τελεσίδικη ή όχι, της δίκης που ανοίχθηκε με την προηγούμενη αυτή ανακοπή (ΕφΠειρ 54/2024, ΕφΠειρ 353/2023, ΕφΑθ 2472/2022, ΕφΠειρ 740/2022 https://www.efeteio-peir.gr/, ΕφΛαμ 80/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μάζης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ2, άρθρο 935 αρ.2, 3 σελ. 247επ., Γέσιου Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως 2017. 760, επ., Μιχαηλίδου, III. Η αρχή της συγκέντρωσης των λόγων της ανακοπής, σε: Η άμυνα κατά της εκτέλεσης, 2017, σ. 217-223). Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ο τέταρτος λόγος της ανακοπής τους, με τον οποίο ζητούσαν την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης πλειστηριασμού επειδή α) η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν έλεγξε εάν η επισπεύδουσα είχε δικαίωμα να ενεργήσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους κατ άρθρο 927 ΚΠολΔ και β) εάν η από 15.12.2021 εντολή προς εκτέλεση του πληρεξούσιου δικηγόρου της επισπεύδουσας ήταν γραμμένη επάνω στο απόγραφο της με αριθμό ……./2012 διαταγής πληρωμής. Επικαλούνται επιπλέον ότι η επεισπεύδουσα δεν είχε δικαίωμα να ενεργήσει την συγκεκριμένη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης διότι δεν κατέστη νομίμως δικαιούχος της απαίτησης που επιδικάστηκε με την με αριθμό ……../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου επειδή οι διατάξεις του Ν 3156/2003 αφορούν εξυπηρετούμενα δάνεια και όχι ήδη καταγγελθέντα όπως εν προκειμένω, τα οποία ρυθμίζονται με τις διατάξεις του Ν 4354/2025. Ότι επιπλέον η επισπεύδουσα δεν είχε δικαίωμα να ενεργήσει την προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης επειδή δεν αποδείχθηκε ότι κατέστη ειδική διάδοχος της «………….», για την επίδικη απαίτηση, από την με αριθμό πρωτοκόλλου …./12.3.2021 δημοσίευση της περίληψης της από 16.3.2021 σύμβασης πώλησης μεταξύ της «…………..» και της επισπεύδουσας, ούτε από το αντίγραφο της σελίδας 5087 του παραρτήματος αυτής, στις οποίες δεν αναφέρεται το ποσό το τιμήματος μεταβίβασης, ούτε οι ουσιώδεις όροι αυτής, αλλά ούτε το οφειλόμενο κεφάλαιο της επίδικης απαίτησης, επιπλέον δε δεν αποδεικνύεται ότι επήλθε ο σκοπός της τιτλοποίησης της επίδικης απαίτησης με την έκδοση ομολογίας από την επισπεύδουσα ούτε ταυτίζεται η απαίτηση που επιδικάστηκε με την με αριθμό …../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου ποσού 210.000 ευρώ με την αναφερόμενη ποσού 750.721,80 ευρώ στη προαναφερθείσα σύμβαση μεταβίβασης. Οι ως άνω λόγοι ανακοπής ήταν ήδη γεννημένοι κατά την σύνταξη της με αριθμό …………./2022 κατασχετήριας έκθεσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………. Την ακύρωση της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης ζήτησαν οι εκκαλούντες με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2022 ανακοπή τους, η οποία δικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και επ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2538/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που απέρριψε την ανακοπή ως προς όλους τους λόγους της. Κατά την απόφασης αυτής οι εκκαλούντες άσκησαν την από 23.8.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον της Γραμματείας του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2022 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 494/2024 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, γεγονός που είναι γνωστό από προηγούμενη ενέργεια του Δικαστηρίου που η αλήθεια του ισχύει έναντι όλων και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, (άρθρο 336 παρ. 2 ΚΠολΔ) με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Ενόψει επομένως του ότι με την προηγούμενη ανακοπή τους, που είχαν ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατ’άρθρο 933 ΚΠολΔ, οι εκκαλούντες επιδίωκαν την ακύρωση της με αριθμό …../2022 κατασχετήριας έκθεσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………… κατά τον χρόνο σύνταξης της οποίας ήταν γεννημένος ο τέταρτος λόγος ανακοπής, απαράδεκτα προτείνεται στην παρούσα μεταγενέστερη δίκη κατά της εκτέλεσης, όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, που συναρτάται όμως με το κύρος της προσβαλλόμενης με την προηγούμενη ανακοπή πράξης και δεν είναι δυνατόν να τεθούν σε νέα κύρια ή παρεμπίπτουσα κρίση, ανεξαρτήτως από την περάτωση, τελεσίδικη ή όχι, της δίκης που ανοίχθηκε με την προηγούμενη ως άνω ανακοπή. Τα ίδια ισχύουν και για τους πρόσθετους λόγους έφεσης με τους οποίους οι εκκαλούντες παραπονούνται επειδή η εκκαλουμένη απόφαση κατά τον έλεγχο της ενεργητικής νομιμοποίησης της πρώτης εφεσίβλητης, αρκέστηκε στην μνεία της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης των επιχειρηματικών απαιτήσεων κατά τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, χωρίς να λάβει υπόψη της, αν αποδείχθηκε η πραγματική μεταβίβαση της απαίτησης, αν καταβλήθηκε τίμημα και με ποιους όρους, αν η εκδοχέας εταιρεία κατέστη πράγματι φορέας του πιστωτικού κινδύνου, αν επήλθε πλήρης αποξένωση της μεταβιβάζουσας από την απαίτηση και εάν η εφεσίβλητη διατηρούσε την ιδιότητα της δικαιούχου κατά την επίσπευση της εκτέλεσης.
Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 225 αρ. 1 και 2 του KΠολΔ, οι διάδικοι και μετά την εκκρεμοδικία έχουν δικαίωμα να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή του δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή (η μεταβολή) δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης. Ήτοι, η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων, εωσότου νομίμως αυτή περατωθεί. Ο ειδικός διάδοχος του μεταβιβάσαντος δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου, αλλά έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση. Ήτοι, κατ’ άρθρο 225 του KΠολΔ, η διάθεση του περιουσιακού δικαιώματος είναι έγκυρη, και η σχετική ένδικη διαδικασία συνεχίζει την πορεία της ακώλυτα. Επειδή όμως ο μεταβιβάσας διάδικος (μετά τη μεταβίβαση) δεν είναι πλέον ο πραγματικός δικαιούχος του επίδικου πράγματος, μεταβάλλεται η νομιμοποίησή του και καθίσταται έτσι μη δικαιούχος διάδικος (άρθρο 225 αρ. 3 του KΠολΔ). Φυσική συνέπεια της αμέσως ως άνω θέσεως είναι ότι ο διάδικος, που μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, νομιμοποιείται στη διεξαγωγή της σχετικής δίκης, ο δε ειδικός διάδοχος, του αρχικά νομιμοποιούμενου, έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση είτε κύρια είτε πρόσθετη, η τελευταία λόγω της επεκτάσεως του δεδικασμένου της δίκης και σε αυτόν, θα χαρακτηριστεί αυτοτελής (Χαρ. Απαλαγάκη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2016, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, έκδοση 4η, άρ. 225, σελ. 691. Εφ Πειρ 32/2026 ΤΝΠ Νομος). Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης έφεση, η πρώτη εφεσίβλητη έχει απωλέσει τη νομιμοποίησή της καθώς όπως προκύπτει από την με αριθμό κατάθεσης …./2025 πρόσθετη παρέμβαση που κατατέθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου, από 10.12.2024 η εταιρεία με την επωνυμία η πρώτη εφεσίβλητη «…………..» και διακριτικό τίτλο «. ……..», από 10.12.2024 ενεργεί ως διαχειρίστρια της εταιρείας με την ……….., που εδρεύει στον ….. και έχει καταστεί διάδοχος της εταιρείας ειδικού σκοπού υπό την επωνυμία «………..». Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικνύεται ότι η επισπεύδουσα, εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις επέδωσε στους εκκαλούντες την από 26.11.2021 επιταγή προς πληρωμή κάτω από επικυρωμένο αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’αριθμ …../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που της χορηγήθηκε από τη συμβολαιογράφο Αθηνών, …………… κατ’άρθρο 918 παρ.6 ΚΠολΔ, εκ του πρωτοτύπου προσηρτημένου στην υπ’αριθμ ………../2013 πράξη αυτής, καθώς επίσης συγκοινοποίησε στους εκκαλούντες, κατ’άρθρο 925 ΚΠολΔ, με την προσβαλλομένη επιταγή προς εκτέλεση, τα αναφερόμενα σ’αυτήν έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα, που την νομιμοποιούν στην διενεργούμενη εκτέλεση, ως την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστώσεις, από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………», επωφελούμενη, κατόπιν διάσπασης της …………. με απόσχιση, υποκαθιστάμενη, δυνάμει καθολικής διαδοχής, στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της διασπώμενης, που απορρέουν από την έννομη σχέση για την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω διαταγή πληρωμής, δηλαδή την …………/9.5.2007 σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο, που είχαν συνάψει οι εκκαλούντες με την αρχική δικαιούχο δικαιοπάροχο της Τράπεζας «………….», στην δικαιούχο της εκτελούμενης απαίτησης, αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………. και ειδικότερα τις καταχωρήσεις στο δημόσιο βιβλίο σε περίληψη, που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία, των από 16.3.2021 συμβάσεων μεταβιβάσεως των απαιτήσεων και ανάθεσης της διαχείρισης τους, σύμφωνα με το αρ. 3 του ν.2844/2000, ήτοι την δημοσίευση του εντύπου, που καθορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με αριθμό πρωτ …./17.3.2021 στον τόμο …. με αριθμό ….. και …./17.3.2021 στον τόμο ….. και αριθμό ……. αντίστοιχα, καθώς επίσης και ακριβές αντίγραφο του αποσπάσματος των στοιχείων των μεταβιβαζόμενων τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, που έχουν επισυναφθεί, ως παράρτημα, στην με αριθμό πρωτ. …../17.3.2021 περίληψη και συγκεκριμένα της σελίδας με αριθμό 5087 από το καταχωρηθέν στο δημόσιο βιβλίο παράρτημα με αριθμό πρωτ……/17.3.2021, όπου η επίδικη σύμβαση έχει λάβει αύξοντα αριθμό ……. Στο απόσπασμα αυτό και στην καταχώρηση με αύξοντα αριθμό ………… αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία των εκκαλούντων οφειλετών με την ιδιότητα του πιστούχου και εγγυήτριας αντίστοιχα (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, ΑΦΜ), ο αριθμός της ένδικης σύμβασης πίστωσης, από την οποίαν προήλθε η οφειλή τους, ο λογαριασμός καθυστέρησης, ο οποίος ανοίχθηκε μετά την καταγγελία της και το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, το ποσό για το οποίο προσημειώθηκαν τα ακίνητα, που τους ανήκουν κατά κυριότητα εξ αδιαιρέτου, καθώς και το υπόλοιπο στο οποίο ανερχόταν το χρέος τους κατά το χρόνο εκχώρησης των απαιτήσεων της πιστώτριας τράπεζας στην ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού (750.721,80€). Από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορούν να δημιουργηθούν αμφιβολίες για την ταυτότητα της οφειλής των εκκαλούντων, την οποίαν απέκτησε η δικαιούχος εταιρεία ειδικού σκοπού και την οποία διαχειρίζεται η καθ’ ης η ανακοπή – εφεσίβλητη εταιρεία. Εξάλλου, οι εκκαλούντες δεν επικαλούνται την ύπαρξη άλλων τυχόν οφειλών τους προς την πιστώτρια τράπεζα, οι οποίες να μην εκχωρήθηκαν στην ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού, ώστε να δημιουργηθεί σύγχυση ως προς την ταυτότητα της σε βάρος τους απαιτήσεως, που διαχειρίζεται η εφεσίβλητη, μήτε προκύπτει ότι η τελευταία ανέλαβε την διαχείριση μέρους των μεταβιβασθεισών τιτλοποιούμενων απαιτήσεων της δικαιούχου τούτων. Επίσης, η επισπεύδουσα τους κοινοποίησε μαζί με την από 26.11.2021 επιταγή προς πληρωμή, την περίληψη της δημοσιευμένης με αριθμ. πρωτ. …./29.7.2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών από 11.6.2021 λύσης της από 16.3.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων και την περίληψη της δημοσιευμένης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτ ……/29.7.2021 από 11.6.2021 νέας σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας η ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε εκ νέου τη διαχείριση των απαιτήσεων της στην εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων. Από όλα τα ανωτέρω έγγραφα, που συγκοινοποιήθηκαν με την προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση, προκύπτει πλήρως, αφενός η πώληση και μεταβίβαση δια εκχωρήσεως, λόγω τιτλοποίησης, των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της πιστώτριας τράπεζας με την επωνυμία «……….» προς την υπέρ ης η εκτέλεση εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………» και αφετέρου, η ανάθεση της διαχείρισης των συγκεκριμένων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων η εκτελούμενη, στην επισπεύδουσα εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, ήτοι η νομιμοποίηση αυτής στην διενεργούμενη εκτέλεση, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου της δικαιούχου της ένδικης απαίτησης. Τα ως άνω έγγραφα αρκούν για την απόδειξη της νομιμοποίησης της πρώτης εφεσίβλητης, χωρίς να απαιτείται να προσκομιστούν περαιτέρω στοιχεία όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες. (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά την έναρξη επομένως της εκτελεστικής διαδικασίας, η πρώτη εφεσίβλητη νομιμοποιούνταν ενεργητικά για την επίσπευση αυτής αλλά και παθητικά, για την απεύθυνση της πρωτοδίκως κριθείσας ανακοπής σε βάρος της. Το γεγονός ότι μετά την εκκρεμοδικία της από 6.9.2023 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/2023 ανακοπής, η επίδικη απαίτηση δυνάμει της από 17.1.2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων μεταξύ της …………….. και της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………..”, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου, μεταβιβάστηκε στην τελευταία δεν επιφέρει μεταβολή στη δίκη, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που ανωτέρω παρατέθηκε και είναι έτερο το ζήτημα της δυνατότητας άσκησης πρόσθετης παρέμβασης της νέας δικαιούχου της απαίτησης και επομένως ο προβληθείς από τους εκκαλούντες ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.
Επί του πρώτου λόγου έφεσης: Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 159 και 933 επ. KΠολΔ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως που έγιναν χωρίς να τηρηθούν οι απαιτούμενες από το νόμο διατυπώσεις δεν είναι αυτοδίκαια άκυρες, έστω και αν η τήρηση των διατυπώσεων αυτών επιβάλλεται με την ποινή της ακυρότητας, αλλά παράγουν όλες τις έννομες συνέπειές τους μέχρις ότου απαγγελθεί η ακυρότητα από το δικαστήριο, κατόπιν άσκησης της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ. Η ακυρότητα, μάλιστα, των εν λόγω πράξεων πρέπει να προταθεί έγκαιρα, μέσα στις προθεσμίες του άρθρου 934 KΠολΔ, γιατί, διαφορετικά, η άπρακτη πάροδος των προθεσμιών αυτών θεραπεύει την ακυρότητα, με την έννοια ότι καθιστά τις άκυρες πράξεις απρόσβλητες. Με τη διάταξη του άρθρου 934 KΠολΔ καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής, με ανακοπή του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικα, των επιμέρους πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας. Η ακυρότητα μιας προηγούμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την επόμενη πράξη, μόνο εφόσον και η επόμενη πράξη προσβληθεί με ανακοπή και κηρυχθεί από το δικαστήριο η ακυρότητά της. Διαφορετικά, παρά την κήρυξη της ακυρότητας μιας προηγούμενης πράξης, που αποτελεί την προϋπόθεσή της, εφόσον προχώρησε η εκτελεστική διαδικασία και δεν προσβλήθηκε εμπρόθεσμα αυτοτελώς με ανακοπή, έστω και σύμφωνα με το άρθρο 69 § 1 περ. δ` KΠολΔ, και η επόμενη πράξη, η τελευταία ισχυροποιείται και παραμένει απρόσβλητη (ΑΠ 446/2016, ΑΠ 477/2013, ΑΠ 242/2001). Με τον πρώτο λόγο της έφεσή τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι λόγω εσφαλμένης εφαρμογή του νόμου, η εκκαλουμένη απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής τους, με τον οποία εξέθεταν ότι είναι άκυρες οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης, επειδή βασίζονται σε προηγούμενες άκυρες πράξεις και δη α) την με αριθμό ……/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, β) την από 26.11.2021 επιταγή προς πληρωμή και γ) την με αριθμό ……/28.1.2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……… , κατά των οποίων έχουν ασκήσει ανακοπές ζητώντας την ακύρωσή τους, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο. Ο ως ανω λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως νόμιμος σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παρατιθέμενη ανωτέρω μείζονα σκέψη βασιζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 933 και 69 παρ.1 περ δ κΠολΔ καθώς σε περίπτωση ακύρωσης της διαταγής πληρωμής που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο για την έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά και κάποιας από τις προσβληθείσες πράξεις των οποίων η ακύρωση έχει ζητηθεί με εμπροθέσμως ασκηθείσα ανακοπή, μπορεί να κηρυχθεί η ακυρότητα και των προσβαλλόμενων εμπροθέσμως με την παρούσα πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που βασίζονται σε αυτές και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς την απόρριψη του ως άνω λόγου ανακοπής. Περαιτέρω, από την επανεκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζουν οι διάδικοι και αφορούν τον ως άνω πρώτο λόγο ανακοπής αλλά και των γεγονότων που είναι γνωστά στο Δικαστήριο από προηγούμενες πράξεις του και λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αποδεικνύονται τα ακόλουθα. Ο εκτελεστός τίτλος στον οποίο βασίστηκε η εκτελεστική διαδικασία με την οποία εκπλειστηριάστηκε ακίνητη περιουσία των ανακοπτόντων και για την οποί συντάχθηκαν οι προσβαλλόμενες με την παρούσα πράξεις εκτέλεσης, είναι η με αριθμό …../2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής οι ανακόπτοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, την από 8.11.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2012 ανακοπή και τα από 17.6. 2013 με αριθμό κατάθεσης …../2013 και από 14.7.2016 και με αριθμό κατάθεσης ……./14.7.2016 δικόγραφα πρόσθετων λόγων. Με την με αριθμό 64/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου απορρίφθηκε η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Κατά της απόφασης αυτής οι ανακόπτοντες άσκησαν την από 24.4.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../4.6.2020 έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 113/2021 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Εν συνεχεία άσκησαν κατά της εφετειακής απόφασης την από 17.1.2022 με αριθμό κατάθεσης …../19.1.2022 αίτηση αναίρεσης η οποία δικάστηκε από το Α2 τμήμα του Αρείου Πάγου την 23.3.2026 και αναμένεται η έκδοση απόφασης. Δεδομένου ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτή η ως άνω ανακοπή και ακυρωθεί ο εκτελεστός τίτλος που στηρίζει τις νυν προσβαλλόμενες πράξεις, εκτέλεσης επηρεάζεται άμεσα η διάγνωση του πρώτου λόγου της ένδικης ανακοπής ότι πρέπει να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη έκθεση πλειστηριασμού γιατί στηρίζεται σε άκυρο τίτλο, συντρέχει λόγος, γενομένου δεκτού του υποβληθέντος αιτήματος των ανακοπτόντων, να αναβληθεί κατ’ άρθρο 249 KΠολΔ η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τον πρώτο λόγο της ανακοπής, έως ότου εκδοθεί απόφαση του Αρείου Πάγου επί της ασκηθείσας αναίρεσης. Αντίθετα πρέπει να απορριφθεί το αίτημά τους αυτό ως προς την ανακοπή που άσκησαν κατά της από 26.11.2021 επιταγής προς εκτέλεση, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν στην εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης, αλλά και ως προς την ανακοπή που άσκησαν κατά της με αριθμό ……/28.1.2022 κατασχετήριας έκθεσης επί της οποίας εκδόθηκε σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν η με αριθμό 494/2024 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, χωρίς να προκύπτει η άσκηση αναίρεσης κατά αυτής. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται στο παρόν στάδιο, δεδομένου ότι παραμένει προς εξέταση ο πρώτος λόγος της ένδικης ανακοπής, κατά αμέσως προεκτεθέντα. Τέλος, επειδή η έφεση έγινε δεκτή και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη, πρέπει να διαταχθεί κατ’ άρθρο 495 παρ.3 προτελ. εδ. KΠολΔ η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της έφεσης παραβόλου στους εκκαλούντες
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την α) από 17.9.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2025 έφεση και β) τους από 12.3.2026 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2026 πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της με αριθμό 1397/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει τον πρώτο λόγο της από 6.9.2023 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2023 ανακοπής.
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση του πρώτου λόγου της ως άνω ανακοπής κατ’ άρθρο 249 KΠολΔ, έως την έκδοση απόφασης του Αρείου Πάγου επί της από 17.1.2022 με αριθμό κατάθεσης ……./19.1.2022 αίτηση αναίρεσης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της εφέσεως παράβολου στους εκκαλούντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 7.9.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ