Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 591/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης   591/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(3ο ΤΜΗΜΑ)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Του εκκαλούντος : Ο.Τ.Α. με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ -ΑΓ. Ι. ΡΕΝΤΗ», (ΑΦΜ …), που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής (οδός ………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «……… (………)», ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Παναγιώτη -Μιλτιάδη Κλαπαδάκη του Εμμανουήλ (Α.Μ. ….. Δ.Σ. Πειραιώς), βάσει δηλώσεως.

Των εφεσίβλητων : 1)………. και 2) …………. ατομικά και ως ειδικής διαδόχου του ………. δυνάμει της με αριθ. ……../4-7-2019 γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων στις 25-6-2020 και με αριθμό ………., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Παρασκευή Μανωλάκου του Νικολάου (ΑΜ ……….. Δ.Σ. Πειραιώς), βάσει δηλώσεως.

Οι εφεσίβλητες με την από 22-11-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./4-12-2024) αγωγή, την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησαν να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 3013/30-6-2025 απόφασή του έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (απόφαση). Ήδη ο εκκαλών με την από 22-9-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../22-9-2025) έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./22-9-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν τις από 3-12-2025 μονομερείς δηλώσεις τους, αντίστοιχα, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσαν προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 22-9-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./22-9-2025) έφεση του εναγομένου της από 22-11-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../4-12-2024) αγωγής – και ήδη εκκαλούντος, κατά της με αριθμό 3013/30-6-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 22-9-2025, νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 19, 144 παρ. 2, 147 παρ. 2, 495 παρ. 1 και 2 (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 42 Ν 5221/2025- ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης προ την 1-1-2026, σύμφωνα με το άρθρα 126 παρ. 4, 168 παρ. 3 ν 5221/2025 και 19 Ν 5282/2026), 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 2 (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 43 Ν 5221/2025 -ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της εκκαλουμένης προ τις 31-12-2025, σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 4 του Ν 5221/2025 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 114 παρ. 1 του Ν 5264/2025), 520 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 11 κ.δ. 26.6/10-7-1944 σε συνδ. με άρθρο 12 παρ. 2 Ν 4938/2022), καθόσον από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, από τη δημοσίευση της οποίας (30-6-2025) μέχρι την άσκηση της ενδίκου εφέσεως (22-9-2025), δεν παρήλθε διετία, ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου που προβλέπεται στο άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α στοιχ. β του Κ.Πολ.Δ. από τον εκκαλούντα Δήμο, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 276 Ν 3463/2006 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 του Ν 2579/1998, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση, μεταξύ άλλων και ενδίκου μέσου ενώπιον όλων των Δικαστηρίων (βλ. και άρθρο 7 παρ. 8 περ. β εδ. δ Ν. 4205/2013). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).

Ο κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν.3463/2006 (ΦΕΚ 114 Α΄) «Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων», ορίζει, στο άρθρο 194, ότι η μίσθωση από τους Δήμους ακινήτων που ανήκουν σε τρίτους γίνεται κατόπιν δημοπρασίας και παρέχει, με το άρθρο 201, νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση προεδρικού διατάγματος που θα καθορίζει τη διαδικασία για τη διεξαγωγή της πιο πάνω δημοπρασίας, τους όρους για τη συμμετοχή σ’ αυτή, τα σχετικά με τη διακήρυξη, τη δημοσίευση και την επικύρωση των αποτελεσμάτων της, καθώς και άλλη σχετική λεπτομέρεια, μέχρι δε την έκδοση του εν λόγω διατάγματος εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 271 παρ. 1 του ν. 3463/2006, το π.δ. 270/1981 «Περί καθορισμού των οργάνων, της διαδικασίας και των όρων διενέργειας δημοπρασιών δι’ εκποίησιν ή εκμίσθωσιν πραγμάτων των δήμων και κοινοτήτων» (Α΄ 77), το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των ομοίων διατάξεων του προγενέστερου Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν. 1065/1980) και ρυθμίζει ζητήματα σχετικά με την εκμίσθωση πραγμάτων των Δήμων, καθώς και το π.δ. 715/1979 Περί τρόπου ενεργείας υπό των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), προμηθειών μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεων κινητών πραγμάτων ως και εκτελέσεως εργασιών» (Α΄ 212) (άρθρα 26 έως 37), που ρυθμίζει τη διαδικασία και τους όρους μίσθωσης ακινήτων από τα Ν.Π.Δ.Δ., στα οποία περιλαμβάνονται οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 3852/2010, Α΄ 87), (πρβλ. Πρ. VII Tμ. Ε.Σ. 170/2013, 100/2013). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και αυτές των άρθρων 1, 2, 3 παρ. 2 και 3, 5 παρ. 4 του π.δ/τος 270/1981 προκύπτει ότι, για ακίνητα που μισθώνουν οι Δήμοι γίνεται δημοπρασία και η διαδικασία διεξαγωγής των ανωτέρω δημοπρασιών εξακολουθεί να διέπεται από το Π.Δ. 270/1981, το οποίο είχε εκδοθεί κατ΄ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 194 του προϊσχύσαντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, που είχε κυρωθεί με τον Ν. 1065/1980 (Α` 168), και δεν έχει αντικατασταθεί από νεότερο προεδρικό διάταγμα, εκδοθέν κατ` εφαρμογήν της αντιστοίχου εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 201 του ισχύοντος Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων. Κατά τα λοιπά, για τα ζητήματα που δεν ρυθμίζονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις, η μισθωτική σχέση, στις μισθώσεις στέγασης ή κάλυψης λειτουργικών αναγκών των Ο.Τ.Α., διέπεται από τις διατάξεις περί μισθώσεων ακινήτων για τη στέγαση των δημοσίων υπηρεσιών, εφαρμοζομένων αναλόγως, ήτοι του ν. 3130/2003 «Μισθώσεις ακινήτων για στέγαση Δημοσίων Υπηρεσιών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 76), (βλ. σχετ. Πρ. VII Tμ. Ε.Σ. 170/2013, 281/2011, 114/2007). Ειδικότερα, στο άρθρο 4 του νόμου αυτού ορίζεται ότι : «Η διάρκεια των μισθώσεων ακινήτων που συνάπτει το Δημόσιο για τη στέγαση και την κάλυψη λειτουργικών αναγκών των Δημοσίων Υπηρεσιών είναι δώδεκα έτη, με εξαίρεση τις περιπτώσεις α΄, γ΄, ε΄, στ΄ και η΄ της παραγράφου 2 του προηγούμενου άρθρου. …» και στο άρθρο 22 : «1. Σιωπηρή αναμίσθωση δεν επιτρέπεται. 2. Η χρήση από το Δημόσιο ακινήτου, που μισθώθηκε για στέγαση ή κάλυψη λειτουργικών αναγκών Δημόσιας Υπηρεσίας, πέρα από το χρόνο λήξης της μίσθωσης ή της παράτασης της, που έγινε κατά τις κείμενες διατάξεις, θεωρείται ως σιωπηρή παράταση της μίσθωσης. Για τη χρήση αυτή καταβάλλεται μίσθωμα ίσο με αυτό της μίσθωσης που έληξε, το οποίο αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη σύμβαση. Αν δεν προβλεπόταν αναπροσαρμογή μισθώματος της μίσθωσης που έληξε, η αναπροσαρμογή του μισθώματος της σιωπηρής παράτασης καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. … 3. Επιτρέπεται η από πλευράς Δημοσίου μονομερής παράταση της μίσθωσης για χρονικό διάστημα μέχρι τρία έτη με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από σχετική γνωμοδότηση της αρμόδιας Επιτροπής Στέγασης. … ». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του Ν 3130/2003 συνάγεται αφενός μεν ότι η διάρκεια των μισθώσεων ακινήτων για τη στέγαση υπηρεσιών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι κατά κανόνα μέχρι δώδεκα έτη, αφετέρου ότι αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση (παρ. 1) με την έννοια νέας μίσθωσης με τους ίδιους όρους και για αόριστο χρόνο (Ελ.Συν., Πρ. 205/2016, Πρ. VII Τμ. 114/2007), και η χρήση από το Δημόσιο ακινήτου, που μισθώθηκε για στέγαση ή κάλυψη λειτουργικών αναγκών Δημόσιας Υπηρεσίας, πέρα από το χρόνο λήξης της μίσθωσης ή της παράτασής της, που έγινε κατά τις κείμενες διατάξεις, θεωρείται ως σιωπηρή παράταση της μίσθωσης (παρ. 2), (ΑΠ 1483/2022). Ενόψει των ανωτέρω, το Ν.Π.Δ.Δ. ή ο Ο.Τ.Α. δε δικαιούται να συνάψει απ` ευθείας νέα σύμβαση ή να παρατείνει αυτή που έληξε, παρά μόνον κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού, τυχόν δε συμφωνία κατά παράβαση των διατάξεων περί διαγωνισμού, είναι αυτοδικαίως άκυρη, ελλείψει ουσιώδους τύπου διαδικασίας (ΓνωμΝΣΚ 161/2020, ΓνωμΝΣΚ 705/1998). Εξάλλου, η μίσθωση Ν.Π.Δ.Δ. λήγει με την παρέλευση του συμβατικού χρόνου, οπότε το Ν.Π.Δ.Δ. υποχρεούται να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή. Ως εκ τούτου δεν χωρεί στις συμβάσεις αυτές μισθώσεως σιωπηρή αναμίσθωση κατά το άρθρο 611 Α.Κ. ή παράταση της μίσθωσης, οι οποίες εξάλλου ρητά απαγορεύονται με το άρθρο 37 πδ 715/1979. Επιτρέπεται να συμφωνηθεί ότι το Ν.Π.Δ.Δ. θα αποδώσει το μίσθιο αργότερα από τη λήξη της μίσθωσης , αλλά όχι πέραν από τους δύο μήνες από τη λήξη της κατά το άρθρο 34 παρ. 5 π.δ. 715/1979. Κατά το διάστημα αυτό που το Ν.Π.Δ.Δ., παραμένει στο μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει να καταβάλει στον εκμισθωτή το συμφωνημένο μίσθωμα ως αποζημίωση χρήσης (άρθρο 34 παρ. 5 πδ 715/1979, 601 Α.Κ.). Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που το Ν.Π.Δ.Δ. παραμένει στο μίσθιο και μετά τη δίμηνη προθεσμία του άρθρου 34 παρ. 5 π.δ. 715/1979 ή που παραμένει και μετά τη λήξη της μίσθωσης χωρίς ειδική συμφωνία με τον εκμισθωτή, οπότε εφαρμόζεται το άρθρο 601 Α.Κ. και οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το συμφωνημένο μίσθωμα ως αποζημίωση (ΜΕφΘεσ 115/2024, ΜΕφΘεσ 83/2022, ΜΕφΘεσ 2097/2021, Ι. Κατράς, Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις, Ε΄έκδ., παρ. 40 Α.4.2 και 4.3). Περαιτέρω, στη ρύθμιση του π.δ. 34/1995 υπάγονται και οι μισθώσεις που συνάπτονται για εγκατάσταση εκπαιδευτηρίων και παιδικών σταθμών εν γένει (άρθρο 1 παρ. 1 περ. β του πδ 34/1995). Στην έννοια των εκπαιδευτηρίων περιλαμβάνονται τόσο τα ιδιωτικά όσο και τα δημόσια σχολεία όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, μεταξύ των οποίων και νηπιαγωγεία. Ήδη με το άρθρο 94 παρ. 4 περ. 16 ν 3852/2010 υπήχθη ως αρμοδιότητα στις μισθώσεις δημοσίων εκπαιδευτηρίων στους δήμους και ορίζεται ότι «Η μίσθωση ακινήτων για τη στέγαση δημόσιων σχολικών μονάδων, η στέγαση και συστέγαση αυτών και σε περίπτωση συστέγασης ο καθορισμός της αποκλειστικής χρήσης ορισμένων χώρων του διδακτηρίου, από κάθε σχολική μονάδα, καθώς και της κοινής χρήσης των υπολοίπων χώρων και των ωρών λειτουργίας της κάθε συστεγαζόμενης σχολικής μονάδας.». Εξάλλου, οι συμβάσεις εκμίσθωσης ακινήτων που συνάπτονται από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) κατά τις διατάξεις του π.δ. 270/1981 «περί καθορισμού των οργάνων, της διαδικασίας και των όρων διενέργειας δημοπρασιών δι’ εκποίησιν ή εκμίσθωσιν πραγμάτων των Δήμων και Κοινοτήτων» (Α΄ 77), οι οποίες αποβλέπουν στην επίτευξη του καλύτερου δυνατού οικονομικού αποτελέσματος και στην εξυπηρέτηση ταμιευτικών σκοπών των Ο.Τ.Α., αποτελούν συμβάσεις του ιδιωτικού δικαίου. Ως εκ τούτου, οι διαφορές που γεννώνται από πράξεις που προηγούνται της συνάψεως των συμβάσεων αυτών, είναι ιδιωτικές και εκδικάζονται από τα αρμόδια κατά το Σύνταγμα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 365/2022, ΣτΕ 1003/2021).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 601 του Α.Κ., που εφαρμόζεται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 44 του π.δ/τος 34/1995 “Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων” και στις μισθώσεις του εν λόγω π.δ/τος, στις οποίες περιλαμβάνονται “και οι μισθώσεις ακινήτων, οι οποίες συνάπτονται για εγκατάσταση γενικώς εκπαιδευτηρίων και παιδικών σταθμών”, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο μισθωτής ή ο εκμισθωτής και συνεπώς και στις μισθώσεις του Δημοσίου και ΝΠΔΔ (ΑΠ 206/2016, ΑΠ 62/2014, Ι. Κατρά, Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις, έκδ. Ε΄, παρ. 40 Α.4, σελ. 679), ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, αν o εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ εκτός των ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (343 επ., 335 Α.Κ.), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ` ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 Α.Κ. αποκαθίσταται και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο, που θα αποκόμιζε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως “αποζημίωση χρήσης”, μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής εκμισθώνοντας σε άλλον το μίσθιο. Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 601 Α.Κ. σαφώς προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτή υποχρέωση σε βάρος του μισθωτή για την παράβαση της υποχρέωσής του να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης (599 παρ. 1 Α.Κ.). Κατά συνέπεια, η στηριζόμενη στο άρθρο 601 Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, που γεννιέται από την επόμενη ημέρα λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα αποδόσεως της κατοχής του μισθίου, αποτελεί μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης. Επομένως, προϋποθέτει νόμιμα υφιστάμενο συμβατικό δεσμό που έληξε και για το λόγο αυτό ασκείται μόνο σε βάρος του μισθωτή, διότι αυτός είναι υποκείμενο της υποχρεώσεως απόδοσης του μισθίου και ενεχόμενος σε αποζημίωση στην περίπτωση της παράνομης κατακράτησής του μετά τη λήξη της μίσθωσης (ΑΠ 226/2026, ΑΠ 1590/2025, ΑΠ 1512/2025, ΑΠ 1890/2024, ΑΠ 634/2024, ΑΠ 422/2024, ΑΠ 1971/2022, ΑΠ 1959/2022, ΑΠ 229/2012, ΑΠ 1470/2009, ΑΠ 1842/2008, ΑΠ 1815/2007). Ειδικότερα, η αξίωση αυτή (άρθρου 601 Α.Κ.) είναι διαφορετική από την αξίωση πληρωμής μισθωμάτων αφού ο γενεσιουργός λόγος της είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και η από την παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημίωσης κατά τα άρθρ. 599, 601, 297, 298 του Α.Κ., ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 574 του Α.Κ.. Η ως άνω αποζημίωση χρήσης, την οποία οφείλει ο μισθωτής μετά τη λήξη της μίσθωσης με την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, για οποιονδήποτε προβλεπόμενο στον Α.Κ. και το νόμο περί εμπορικών μισθώσεων (ΠΔ 34/1995) λόγο, όπως είναι και η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος, η ιδιόχρηση κ.λπ., για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο, δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος (ΑΠ 1512/2025, ΑΠ 329/2019). Συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή του εκμισθωτή κατά του παρακρατούντος το μίσθιο, μετά τη λήξη της μίσθωσης, μισθωτή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης χρήσης, αρκεί να εκτίθεται σ’ αυτήν η λύση της μίσθωσης και ο τρόπος λύσης αυτής, η μετά τη λήξη της μίσθωσης παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή και η εξαιτίας αυτής (παρακράτησης) ζημία του (ΑΠ 634/2024, ΑΠ 62/2014). Για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης αυτής δεν συνυπολογίζεται το τυχόν τέλος χαρτοσήμου, με το οποίο βαρύνεται ο μισθωτής, δεδομένου ότι δεν αποτελεί μίσθωμα (ΑΠ 565/1996 ΕλλΔνη 38. 106). Επιπλέον, η σχετική αξίωση, λόγω ακριβώς της φύσης της αυτής, ως γνήσιας αξίωσης αποζημίωσης, αφενός μεν δεν υπόκειται στη νόμιμη αναπροσαρμογή (ΑΠ 329/2011), ανέρχεται δε στο ποσό του κατά το χρόνο της λήξης της μίσθωσης καταβαλλόμενου μισθώματος, αφετέρου δε, καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και συνεπώς τοκοφόρα, εφόσον έχει προηγηθεί όχληση του υπόχρεου σε αποζημίωση, οπότε οφείλονται τόκοι υπερημερίας κατ` άρθ. 340 και 345 Α.Κ., ή επίδοση αγωγής κατ` άρθ. 346 Α.Κ. (ΑΠ 1361/2025, ΑΠ 565/1996). Επομένως, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 601 Α.Κ., ως συμφωνημένο μίσθωμα θεωρείται εκείνο που οφειλόταν κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης (ήτοι, της κατ’ αποκοπή αποζημίωσης), δηλαδή της λήξης της μίσθωσης (ΑΠ 694/2020, ΑΠ 646/2020, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 205/2016).

Περαιτέρω, αν με τη μισθωτική σύμβαση ο μισθωτής έχει αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει την αναλογία των κοινοχρήστων δαπανών η οποία βαρύνει το μίσθιο, η αναλογία αυτή αποτελεί μέρος του μισθώματος διότι συνδέονται άρρηκτα με τη δυνατότητα χρήσης του μισθίου (ΑΠ 902/1996, ΑΠ 1133/1995), εντάσσεται δε και αυτή, ως μέρος του συμφωνηθέντος μισθώματος υπό την ανωτέρω έννοια στη βασική κατ’ αποκοπή αποζημίωση χρήσης του άρθρου 601 Α.Κ. για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η παρακράτηση του μισθίου, δηλαδή από την επομένη της λύσης -λήξης της μίσθωσης έως και την επιστροφή της κατοχής του μισθίου στον μισθωτή και συνεπώς αυτές οφείλονται με βάση το άρθρο αυτό και όχι με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ δεν απαιτείται εκ μέρους του εκμισθωτή καταβολή των κοινόχρηστων δαπανών προκειμένου να τις απαιτήσει από τον μισθωτή, αφού δεν πρόκειται για περίπτωση υποκατάστασης σε θέση δανειστή. Επομένως δεν απαιτείται να αναγράφεται στην αγωγή ούτε ότι ο ενάγων-εκμισθωτής είναι κύριος του μισθίου, ούτε ότι κατέβαλε τις κοινόχρηστες δαπάνες (Ι. Κατρά, ο.π., παρ. 10 ΣΤ2, σελ. 163, παρ. 33 Α.3.2, σελ. 519, παρ. 40Β.3, σελ. 686) . Ο εκμισθωτής ασκώντας αγωγή κατά του μισθωτή για καταβολή οφειλομένων κοινόχρηστων δαπανών, πρέπει για το ορισμένο, κατ’άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. της αξιώσεώς του αυτής, που θεμελιώνεται στη μισθωτική σύμβαση και όχι στις διατάξεις που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών, να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής τα περιστατικά που ανάγονται στη συμβατική αυτή υποχρέωση του μισθωτή, το χρονικό διάστημα της μίσθωσης, το συνολικό ποσό των οφειλομένων κοινοχρήστων δαπανών με ανάλυση αυτών ανά μήνα και την υπαγωγή της μέσα στη χρονική διάρκεια της μίσθωσης (ΑΠ 422/2024, ΑΠ 777/2022, Ι. Κατρά, ο.π., παρ. 10 ΣΤ5, σελ. 165) και ειδικότερα, εφόσον το σχετικό αίτημα αφορά χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της μίσθωσης, στην έννοια του συμφωνηθέντος μισθώματος του άρθρου 601 Α.Κ., κατά τα προεκτεθέντα, περιλαμβάνονται και οι κοινόχρηστες δαπάνες και συνεπώς αυτές οφείλονται με βάση το άρθρο αυτό για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η παρακράτηση του μισθίου και για το ορισμένο της αξιώσεως αυτής αρκεί να εκτίθενται στην αγωγή τα περιστατικά που ανάγονται στη συμβατική αυτή υποχρέωση του μισθωτή, το χρονικό διάστημα παρακρατήσεως του μισθίου, το συνολικό ποσό των οφειλομένων κοινόχρηστων δαπανών με ανάλυση αυτών ανά μήνα και την υπαγωγή τους μέσα στη χρονική διάρκεια της παρακράτησης της χρήσεως μετά τη συμβατική λήξη (πρβλ. ΑΠ 261/2025, ΑΠ 1746/2022, ΑΠ 649/2012, ΑΠ 1824/2009).

Τέλος, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνεπείς, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθιστώντας μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεο και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Μόνη η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. (Ολ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 468/2022, ΑΠ 772/2020, ΑΠ 1327/2013, ΑΠ 16/2010, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 1740/2012, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 1217/2008). Επί μισθώσεως ακινήτου από Δημόσιο (εν προκειμένω και από ΝΠΔΔ-Ο.Τ.Α.) για τη στέγαση υπηρεσιών του, αυτό δεν δικαιούται να προβαίνει σε παράταση ή σε ανανέωση της μίσθωσης που έληξε αν δεν λάβει χώρα πλειοδοτικός διαγωνισμός, μετά δε τη λήξη της μίσθωσης η άσκηση από τον εκμισθωτή του δικαιώματος προς απόδοση, από το λόγο αυτόν, της χρήσης του μισθίου, δεν καθίσταται καταχρηστική από γεγονότα που αφορούν τη θέση και τη συμπεριφορά του εκμισθωτή μετά τη λήξη και κατ’ ακολουθία τη λύση της μίσθωσης, όπως είναι κάποια σχετική ανοχή εκ μέρους του για την παραμονή του μισθωτή στη χρήση του μισθίου, όπως επίσης και η δυσκολία που αντιμετωπίζει ο μισθωτής στην εξεύρεση άλλου κτιρίου στην περιοχή προς μεταστέγασή του ή οι δυσμενείς για τον ίδιο συνέπειες που επέρχονται εξαιτίας της από το νόμο επιβληθείσας λήξης της μίσθωσης και δεν μπορούν άνευ ετέρου να καταστήσουν, ενόψει των κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του μισθωτή προς απόδοση, μετά τη λήξη της μίσθωσης της χρήσης του μισθίου (ΑΠ 1104/2005, Ι. Κατρά, ο.π., σελ. 659, παρ. 39.Α., αριθ. 6.2). Εξάλλου, η κατ’ άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση, καίτοι στηρίζεται σε κανόνα δημοσίας τάξεως, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού κατά νόμον απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ εξάλλου από καμμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Επομένως, δεν πρόκειται για ένσταση προνομιακή κατά την άνω έννοια και δεν μπορεί να προταθεί στο Εφετείο χωρίς του περιορισμούς του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 472/1983, ΑΠ 468/2022, ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 760/2019, ΑΠ 691/2018, ΑΠ 1467/2017, ΑΠ 2943/2009, ΑΠ 2024/2009). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι ενστάσεις ή αντενστάσεις του εκκαλούντος, εφόσον είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως και αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), και ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών δεν μπορεί να προτείνει νέες ενστάσεις, τις οποίες δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως, ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν πρόκειται για ενστάσεις, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, ή εάν δεν είχαν προβληθεί εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, ή αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, ή αν αποδεικνύονται εγγράφως, ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και υπό την προϋπόθεση ότι προβάλλονται και αποδεικνύονται με ελεύθερη απόδειξη από τον προτείνοντα οι λόγοι της βραδείας προβολής (ΑΠ 239/2025, ΑΠ 876/2017, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 999/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 περ. γ έως ζ του Κ.Πολ.Δ., που ισχύουν στις ειδικές διαδικασίες στις οποίες υπάγονται και οι μισθώσεις, η κατάθεση των προτάσεων είναι υποχρεωτική και στη διαδικασία περιουσιακών -μισθωτικών διαφορών, στην οποία οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους και επιπλέον να προτείνουν συνοπτικώς αυτούς και προφορικά, με δήλωσή τους καταχωριζόμενη στα πρακτικά της συζήτησης, αλλιώς είναι απαράδεκτα. Η σημείωση της προφορικής πρότασης του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα των πρακτικών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών (ισχυρισμών), είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 181/2019, ΑΠ 248/2019, Ι. Κατράς, ΕρμΚΠολΔ, Δ΄έκδ., σελ. 970 παρ. 3).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 22-11-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../4-12-2024) αγωγή, οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες, ισχυρίστηκαν ότι κατόπιν μειοδοτικής δημοπρασίας εκμίσθωσαν η πρώτη εξ αυτών και ο δικαιοπάροχος της δεύτερης , στη θέση του οποίου υπεισήλθε η δεύτερη ως ειδική διάδοχος δυνάμει του αναφερομένου στην αγωγή συμβολαίου γονικής παροχής που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει της από 16-9-2015 σύμβασης μίσθωσης, στον αναφερόμενο στην αγωγή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου στη θέση του οποίου μετά την κατάργησή του υπεισήλθε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών ως καθολικός διάδοχος αυτού, τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα (δύο καταστήματα και ένα διαμέρισμα), που βρίσκονται στην ίδια οικοδομή στη Νίκαια Αττικής, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση …………., με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στη σύμβαση και στην αγωγή, η διάρκεια δε της μίσθωσης ορίστηκε κατά συμβατική πρόβλεψη για χρονικό διάστημα οκτώ ετών (ήτοι από 16-9-2015 έως την 15-9-2023), αντί μηνιαίου μισθώματος εκ ποσού 1.000 ευρώ. Ότι παρά τη λήξη της χρονικής διάρκειας της μίσθωσης στις 16-9-2023 και του ότι αμφότερα τα μέρη αποφάσισαν τη μη ανανέωση ή παράταση αυτής, καθόσον τα μίσθια κρίθηκαν λόγω αλλαγής του νομοθετικού καθεστώτος, ακατάλληλα για τη στέγαση του νηπιακού σταθμού, κατόπιν νέας εκτίμησης της Επιτροπής Καταλληλόλητας Ακινήτων της Γενικής Διεύθυνσης του Δήμου Νίκαιας -Αγ. Ιωάννη Ρέντη, ο εναγόμενος εξακολουθεί να κατέχει και να χρησιμοποιεί τα μίσθια ακίνητα, αρνούμενος αυθαίρετα και παράνομα να τους παραδώσει τη χρήση αυτών. Ζήτησαν δε, μετά την παραδεκτή τροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και κάθε τρίτος που κατέχει στο όνομά του ή έλκει δικαιώματα από αυτόν, να τους αποδώσει τη χρήση των μισθίων κατά την αναλογία του ποσοστού συγκυριότητάς τους, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να τους καταβάλει κατ’ίσα μέρη α)το συνολικό ποσό των 14.000 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης για το μετά τη λύση της μίσθωσης χρονικό διάστημα από Οκτώβριο του 2023 μέχρι και Νοέμβριο του 2024, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του πέρατος της προθεσμίας προς πληρωμή εκάστου μηνός, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και β) το συνολικό ποσό των 9.100 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση για την περαιτέρω αποθετική ζημία που υπέστησαν από την παρακράτηση των μισθίων και γ) το συνολικό ποσό των 504,90 ευρώ για αναλογία συμμετοχής του στις κοινόχρηστες δαπάνες από Αύγουστο 2023 έως Αύγουστο 2024, όπως τα επιμέρους ποσά αναφέρονται στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του πέρατος της προθεσμίας προς πληρωμή εκάστου μηνός, καθώς και να καταδικαστεί στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη, πλην του αιτήματος περί επιδίκασης τόκων υπερημερίας επί του κεφαλαίου της αποζημίωσης χρήσης και του αιτήματος περί διαταγής απόδοσης των μισθίων από κάθε τρίτο που έλκει δικαιώματα ή κατέχει για λογαριασμό του μισθωτή, απέρριψε τους ισχυρισμούς του εναγομένου περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, περί αοριστίας και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, και μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει συμμέτρως στις ενάγουσες α)το συνολικό ποσό των 14.000 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης και συγκεκριμένα το ποσό των 7.000 ευρώ στην πρώτη και το ποσό των 7.000 στη δεύτερη, β) το συνολικό ποσό των 9.100 ευρώ ως αποζημίωση για την περαιτέρω αποθετική ζημία που υπέστησαν από την παρακράτηση των μισθίων και συγκεκριμένα το ποσό των 4.550 ευρώ στην πρώτη και το ποσό των 4.550 στη δεύτερη και γ) το συνολικό ποσό των 504,90 ευρώ για δαπάνες κοινοχρήστων και συγκεκριμένα το ποσό των 252,45 ευρώ στην πρώτη και το ποσό των 252,45 στη δεύτερη, με το νόμιμο τόκο όλα τα παραπάνω ποσά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στις ενάγουσες τη χρήση των περιγραφομένων στο διατακτικό μισθίων ακινήτων, χορηγούμενης προς τούτο προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, και επέβαλε σε βάρος του εναγομένου τα δικαστικά έξοδα των εναγουσών, τα οποία όρισε, μειωμένα, στο ποσό των 300 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να εξαφανιστεί άλλως να μεταρρυθμιστεί η εκκαλούμενη απόφαση,  ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της, καθώς και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητες στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με το δεύτερο λόγο της έφεσης, καθώς και με τους τρίτο και τέταρτο των λόγων της έφεσης κατά το οικείο σκέλος αυτών (υπό στοιχεία ιι), αποδίδει στην εκκαλουμένη απόφαση την πλημμέλεια περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου κατά το μέρος που απέρριψε τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της αγωγής αναφορικά α) με το κονδύλιο αποζημίωσης λόγω αποθετικής ζημίας, συνιστάμενη, κατά τους ισχυρισμούς του, στο ότι δεν παρατίθενται στην αγωγή συγκριτικά στοιχεία ακινήτων της περιοχής και β) με το κονδύλιο καταβολής των κοινοχρήστων δαπανών, καθόσον δεν ενσωματώνονται στην αγωγή τα σχετικά ειδοποιητήρια, ούτε παρατίθεται ανάλυση ανά κατηγορία δαπάνης, αλλά συνολική ανά μήνα αναφορά των ποσών αυτών. Από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι αυτή είναι επαρκώς ορισμένη, διότι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, περιέχει όλα τα απαιτούμενα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2,118 και 216 παρ. 1 K.Πολ.Δ. στοιχεία για το ορισμένο της κατ’άρθρο 601 Α.Κ. αγωγής, καθώς στο δικόγραφό της αναφέρονται με σαφή και ορισμένο τρόπο, η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης μίσθωσης, το ύψος του μισθώματος, η λήξη και ο τρόπος λήξης της μίσθωσης, η μετά τη λήξη της μίσθωσης παρακράτηση των, περιγραφομένων στην αγωγή, μισθίων από τον μισθωτή και η εξαιτίας αυτής (παρακράτησης) ζημία των συνεκμισθωτριών, με προσδιορισμό των ιδανικών τους μεριδίων επί των μισθίων. Αναφορικά με την αξίωση αποθετικής ζημίας είναι επαρκώς ορισμένη η αγωγή, καθόσον αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής, κατά τα εκτεθέντα, ότι η αποθετική ζημία των εναγουσών συνίσταται στην απόληψη μεγαλυτέρων μισθωμάτων, τα οποία θα εισέπρατταν από την εκμίσθωση των μισθίων σε άλλους μισθωτές, με δεδομένη τη θέση και την έκταση των μισθίων χώρων και τις κρατούσες συνθήκες στις μισθώσεις ακινήτων, αλλά και του ενδιαφέροντος που υπήρξε κατόπιν σχετικών αναρτήσεων και προσυμφώνων μίσθωσης, χωρίς να απαιτούνται για τη θεμελίωσή της και άλλα στοιχεία (ΑΠ 205/2016), ενώ άλλα στοιχεία όπως γειτονικά μίσθια των επίδικων ίδιας έκτασης προς σύγκριση ή η αντικειμενική ή αγοραία αξία των μισθίων και η παλαιότητα αυτών δεν απαιτούνται για την πληρότητα της άνω αγωγής (ΕΑ 2510/2011), αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις (ΑΠ 1465/2006). Επίσης αναφέρονται στην αγωγή και οι οφειλόμενες κοινόχρηστες δαπάνες που αναλογούν στο προσδιοριζόμενο χρονικό διάστημα παρακράτησης των μισθίων και ειδικότερα κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής αναφέρεται σε αυτή, η συμβατική υποχρέωση του μισθωτή για την καταβολή της αναλογίας του επί των άνω λειτουργικών δαπανών των μισθίων, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο μισθωτής παρακράτησε τα μίσθια, το ποσό εκάστης οφειλόμενης δαπάνης κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αυτή αντιστοιχεί (πρβλ. ΑΠ 422/2024, ΑΠ 1505/2022). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα, έκρινε την αγωγή επαρκώς ορισμένη ως προς τα ανωτέρω αιτήματά της και απέρριψε την εν λόγω ένσταση,  ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω νομικές διατάξεις και επομένως, οι περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επίσης, με τους τρίτο και τέταρτο των λόγων της έφεσης κατά το οικείο σκέλος αυτών (υπό στοιχεία ι), ο εκκαλών επαναφέρει τον ισχυρισμό περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εφεσίβλητων -εναγουσών για την αξίωση των κοινοχρήστων δαπανών. Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στην έννοια του μισθώματος του άρθρου 601 Α.Κ. περιλαμβάνονται και οι κοινόχρηστες δαπάνες και συνεπώς αυτές οφείλονται με βάση το άρθρο αυτό, ενώ δεν απαιτείται εκ μέρους των εκμισθωτριών καταβολή των κοινόχρηστων δαπανών προκειμένου να τις απαιτήσουν από τον μισθωτή, αφού δεν πρόκειται για περίπτωση υποκατάστασης σε θέση δανειστή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την εν λόγω ένσταση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω νομικές διατάξεις και επομένως, ο περί του αντιθέτου συναφής λόγος της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος των εναγουσών που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού (ο εναγόμενος δεν πρότεινε την εξέταση μάρτυρα), καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που προσκομίζονται νομίμως μετ’επικλήσεως από τους διαδίκους, εκτιμώμενα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245, ΑΠ 1428/2000 ΕλλΔνη 2000.678), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του με αριθ. πρωτ. ……… από 16-9-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που συνήφθη εγγράφως στις 16-9-2015 και τροποποιήθηκε δυνάμει του με αριθ. πρωτ. …………./28-9-2015 εγγράφου (ως προς την περιγραφή του μισθίου), κατόπιν μειοδοτικής δημοπρασίας, η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, ο …………… (δικαιοπάροχος της δεύτερης ενάγουσας-εφεσίβλητης) και η εκ τρίτου συμβαλλόμενη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, εκμίσθωσαν στο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΔΗΜΟΥ ΝΙΚΑΙΑΣ -ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΡΕΝΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ», νομίμως εκπροσωπούμενου, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, α)ένα κατάστημα του ισογείου (υπό ΚΑΕΚ ……………) εμβαδού 46,75 τ.μ., β)ένα κατάστημα του ισογείου (υπό ΚΑΕΚ ……………) εμβαδού 61 τ.μ. και γ)ένα διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου (υπό ΚΑΕΚ …………) εμβαδού 143 τ.μ., που βρίσκονται επί οικοδομής κειμένης στην περιοχή ……….. Νίκαιας Αττικής επί της οδού ……….., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση του …. και ……….. ………. του προαναφερόμενου συμβαλλομένου Ν.Π.Δ.Δ.- μισθωτή. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών, από την 16-9-2015 μέχρι την 15-9-2023 (όρος 3ος), αντί μηνιαίου μισθώματος, που ορίστηκε αρχικά στο ποσό των 1.000 ευρώ για τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη και από το τρίτο έτος μέχρι τη λήξη της μίσθωσης το μίσθωμα συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα (όρος 4ος), ενώ ρητά συμφωνήθηκε ότι τον μισθωτή βαρύνουν όλες οι δαπάνες για φωτισμό, ύδρευση καθώς και κάθε άλλη παρόμοια επιβάρυνση, ως επίσης και κάθε δαπάνη κοινοχρήστων ή άλλη τέτοια βαρύνουσα το μισθωτή κατά νόμο (όρος 7ος ). Επίσης, η δεύτερη ενάγουσα -ήδη δεύτερη εφεσίβλητη υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση ως ειδική διάδοχος του αρχικού εκμισθωτή ………., δυνάμει του με αριθ. ……./4-7-2019 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμ/φου Πειραιώς …….., που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς και νήσων (αριθ. ……./25-6-2020). Ο εκκαλών, μετά τη λήξη του παραπάνω συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, δεν παρέδωσε τα μίσθια στις εφεσίβλητες, αλλά εξακολούθησε να τα χρησιμοποιεί μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής, παρά την εναντίωση των εφεσίβλητων στη συνέχιση της εν λόγω μίσθωσης (βλ. ιδ. σύναψη νέων προσυμφώνων επαγγελματικής μίσθωσης την 1-8-2023 και 7-9-2023 αντίστοιχα σε άλλους μισθωτές), επικαλούμενος ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία δημοπράτησης και μίσθωσης νέου ακινήτου κατάλληλου για τη χρήση του νηπιακού σταθμού, συνομολογεί δε ότι τα μίσθια κρίθηκαν κατόπιν νέας εκτίμησης ακατάλληλα για τη στέγαση νηπιακού σταθμού. Επομένως, μετά την εναντίωση των εκμισθωτριών και του ότι ο εκκαλών δεν αρνήθηκε τη λήξη της μίσθωσης, αλλά συνομολογεί την επιδίωξή του να μισθώσει άλλο ακίνητο κατάλληλο για τη στέγαση νηπιακού σταθμού, η ένδικη σύμβαση μίσθωσης λύθηκε από κοινού στις 15-9-2023, λόγω σύμπτωσης δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων για μη συνέχιση της μισθωτικής σχέσης και επομένως έκτοτε ο εκκαλών υποχρεούτο στην απόδοση της χρήσης των μισθίων (άρθρο 599 Α.Κ.). Ο τελευταίος, όμως, αθετώντας την υποχρέωση του αυτή, εξακολούθησε να χρησιμοποιεί, χωρίς δικαίωμα, τα μίσθια, για την ίδια, όπως και προηγουμένως χρήση, μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επομένως οι εφεσίβλητες βάσιμα ζητούν την απόδοση των μισθίων και επίσης ο εκκαλών υποχρεούται να καταβάλει στις εφεσίβλητες, κατά τα ποσοστά συγκυριότητάς τους στο μίσθιο ακίνητο, τα οποία δεν αμφισβητούνται, αποζημίωσης χρήσης για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-9-2023 έως 30-11-2024, η οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ισούται με το συμφωνημένο κατά τη λήξη της μίσθωσης μηνιαίο μίσθωμα (άρθρο 601 Α.Κ.), εκ ποσού 1.000 ευρώ. Ειδικότερα, ο εκκαλών οφείλει αποζημίωση χρήσης συνολικού ποσού 14.000 ευρώ (ήτοι 1.000 ευρώ Χ 14 μήνες) και συγκεκριμένα στην πρώτη εφεσίβλητη, το ποσό των 7.000 ευρώ και στη δεύτερη εφεσίβλητη το ποσό των 7.000 ευρώ. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως εν σχέσει με τα ανωτέρω, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος που προβάλλονται με την έφεση. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι από 1-10-2023 έως 30-11-2024, ο εκκαλών μισθωτής, στέρησε από τις εφεσίβλητες εκμισθώτριες τη δυνατότητα εκμίσθωσης των μισθίων σε τρίτον, λόγω της παρακράτησης των μισθίων εκ μέρους του, μετά τη λήξη της σύμβασης. Συγκεκριμένα λαμβάνοντας υπόψη τη θέση των μισθίων, την έκταση και την εν γένει κατάσταση αυτών, καθώς και τις μισθωτικές συνθήκες, οι εφεσίβλητες με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εκμίσθωναν τα επίδικα μίσθια σε τρίτους, προέβησαν δε και στις σχετικές ενέργειες, με ανάρτηση σχετικών αγγελιών για την εκμίσθωση, καθώς και σε κατάρτιση δύο προσυμφώνων επαγγελματικής μίσθωσης, που όμως ματαιώθηκαν λόγω της μη έγκαιρης απόδοσης των μισθίων από τον εκκαλούντα [βλ. ιδ. σχετικές αναρτήσεις και τα από 1-8-2023 και από 7-9-2023 προσύμφωνα επαγγελματικής μίσθωσης αναφορικά με το διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου (ΚΑΕΚ ……….) ως σχολή χορού αντί μηνιαίου μισθώματος 1.000 ευρώ, και αναφορικά με το κατάστημα του ισογείου ορόφου (ΚΑΕΚ ……….) ως γραφείο ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο το εμπόριο σωλήνων αντί μηνιαίου μισθώματος 950 ευρώ, αντίστοιχα, για τρία έτη], και θα ελάμβαναν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μηνιαίο μίσθωμα υψηλότερο κατά 950 ευρώ της αποζημίωσης χρήσης, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα αν παραδίδονταν εγκαίρως τα μίσθια. Συνεπώς, οι εφεσίβλητες υπέστησαν περαιτέρω ζημία λόγω της εκ μέρους του εκκαλούντος παράνομης παρακράτησης των μισθίων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατά το επιπλέον ποσό του συμφωνηθέντος μισθώματος που θα εισέπρατταν, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα από 1-10-2023 έως 30-11-2024, κατά το οποίο ο εκκαλών παρακρατεί τα μίσθια και το οποίο ανέρχεται στο αιτηθέν με την αγωγή, συνολικό ποσό των 650 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 650 ευρώ Χ14 μήνες) και συνολικά στο ποσό των 9.100 ευρώ, το οποίο δικαιούνται ως αποζημίωση κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους (ήτοι το ποσό των 4.550 ευρώ η πρώτη εφεσίβλητη και το ποσό των 4.550 ευρώ η δεύτερη εφεσίβλητη). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, να καταβάλει στις ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες το συνολικό ποσό των 9.100 ευρώ, ως αποζημίωση για την περαιτέρω αποθετική ζημία που υπέστησαν από την απώλεια του συμφωνηθέντος μισθώματος συνολικού ποσού 650 ευρώ για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, το οποίο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εισέπρατταν από την εκμίσθωση του μισθίου σε τρίτο αν παραδιδότανν εγκαίρως το μίσθιο, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος που προβάλλονται με την έφεση. Επίσης αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών κατά το χρονικό διάστημα που παρακρατεί τα μίσθια, εξακολουθεί να οφείλει το επίδικο ποσό των κοινοχρήστων δαπανών, ύψους 504,90 ευρώ, που με ελεύθερη βούληση είχε αναλάβει ως υποχρέωσή του μέσω της επίδικης σχέσης μίσθωσης και το οποίο αποδεικνύεται πλήρως από τα προσκομιζόμενα ειδοποιητήρια και, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη περιλαμβάνονται στην έννοια του μισθώματος του άρθρου 601 Α.Κ.. Ειδικότερα ο εκκαλών οφείλει κοινόχρηστες δαπάνες των μηνών Αυγούστου έως Δεκεμβρίου 2023, ύψους 116,97 ευρώ, Ιανουαρίου έως Ιουνίου 2024, ύψους 251,85 ευρώ και Ιουλίου έως Αυγούστου 2024 ύψους 136,08 ευρώ, που αφορούν τη λειτουργία και συντήρηση των κοινόχρηστων χώρων που βρίσκονται τα μίσθια και συνολικά ανέρχονται στο ποσό των 504,90 ευρώ, από το οποίο πρέπει να καταβληθεί στην πρώτη εφεσίβλητη το ποσό των 252,45 ευρώ και στη δεύτερη εφεσίβλητη το ποσό των 252,45 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και επιδίκασε το ως άνω ποσό για την ανωτέρω αιτία, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την έφεση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, ο εκκαλών προβάλλει ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των εφεσίβλητων, που συνιστά τον πρώτο λόγο έφεσης και με την οποία επικαλείται καταχρηστικότητα της άσκησης του ένδικου δικαιώματος απόδοσης των μισθίων εκ μέρους των εφεσίβλητων και του αιτήματος καταβολής αποζημίωσης χρήσης, την οποία στηρίζει στο ότι επίκειται εντός ολίγου χρόνου (που δεν προσδιορίζει χρονικά) η εκ νέου δημοπράτηση, εντούτοις οι εφεσίβλητες μετά από οκτώ έτη αγαστής συνεργασίας και αν και γνώριζαν τις γραφειοκρατικές δυσκολίες και ότι επίκειται η εκ νέου δημοπράτηση, άσκησαν την ένδικη αγωγή παράνομα και καταχρηστικά, χωρίς να αφήσουν να παρέλθει ο απαιτούμενος χρόνος ώστε να διενεργηθούν οι επιβαλλόμενες από τη διοίκηση του εκκαλούντος διαδικασίες προκειμένου να δημοπρατηθεί εκ νέου και να συναφθεί νέα σύμβαση μίσθωσης και για τη θεμελίωση των ισχυρισμών του επικαλείται και προσκομίζει το με αριθ. πρωτ. Δ.Υ./23-1-2025 έγγραφο του Τμήματος Λογιστηρίου, από το οποίο προκύπτει ότι έως τη λήξη της μίσθωσης καταβάλλονταν κανονικά τα μισθώματα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την ανωτέρω ένσταση με επάλληλη αιτιολογία πέραν του απαραδέκτου προβολής της και ως μη νόμιμη. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η σχετική ένσταση του εκκαλούντος, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής ασκήσεως και δεν δύνανται να θεμελιώσουν την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των εφεσίβλητων, ώστε δεν δικαιολογούν την παραδοχή του λόγου της έφεσης του εκκαλούντος και της προβαλλόμενης με αυτόν ενστάσεώς του από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., καθόσον, μεταξύ άλλων, δεν μνημονεύονται ειδικές περιστάσεις, που να έχουν αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά των εφεσίβλητων, δικαιούχων του δικαιώματος που ασκείται, ώστε να μη δικαιολογείται η μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Και τούτο διότι μόνη η έγερση της υπό κρίση αγωγής για απόδοση των μισθίων και καταβολή της αποζημίωσης χρήσης για το επίδικο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης και ενώ παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του ενός έτους από τη λήξη της σύμβασης μέχρι την άσκηση της αγωγής, το δε μίσθιο κατόπιν νέας εκτίμησης από τις υπηρεσίες του εκκαλούντος λόγω μεταβολής του νομικού καθεστώτος κρίθηκε, ως συνομολογείται, ακατάλληλο για την ανωτέρω χρήση, δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, αφού αποτελεί νόμιμο δικαίωμα των εκμισθωτριών -εναγουσών και ήδη εφεσίβλητων, από το οποίο δεν παραιτήθηκαν, ούτε αποδυναμώθηκε, περιστατικά που άλλωστε δεν επικαλείται ο εκκαλών, ούτε μνημονεύονται ειδικές περιστάσεις, που να έχουν αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά των εφεσίβλητων, δικαιούχων του δικαιώματος που ασκείται, ώστε να μη δικαιολογείται η μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενώ, τέλος, ουδόλως η άσκησή του υπερβαίνει, και μάλιστα κατά τρόπο προφανή, τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος κυριότητάς τους. Ειδικότερα, ο αποκλεισμός της άσκησης του δικαιώματος απόδοσης της χρήσης των μισθίων για το λόγο ότι σε αυτό στεγάζεται μία υπηρεσία του Δήμου μέχρι τη σύναψη νέας σύμβασης μίσθωσης σε άλλο κατάλληλο μίσθιο, που ουδόλως προσδιορίζεται χρονικά, συνιστά υπέρμετρο βάρος των ιδιοκτητών που οδηγεί στην ουσιαστική στέρηση του δικαιώματος διαχείρισης της περιουσίας τους, η απόδοση δε των μισθίων μετά τη λήξη, αποτελεί νόμιμη υποχρέωσή του. Μετά δε τη λήξη της μίσθωσης η άσκηση από τις εκμισθώτριες -ήδη εφεσίβλητες του δικαιώματος προς απόδοση, από το λόγο αυτόν, της χρήσης του μισθίου, δεν καθίσταται καταχρηστική από γεγονότα που αφορούν τη θέση και τη συμπεριφορά του εκκαλούντος μετά τη λήξη και κατ’ ακολουθία τη λύση της μίσθωσης, όπως είναι η επικαλούμενη από τον τελευταίο συνέπειά του ως προς την καταβολή του μισθώματος κατά τη διάρκεια της μίσθωσης και η γραφειοκρατική διαδικασία που αντιμετωπίζει για την εκ νέου δημοπράτηση κατάλληλου μισθίου, ενώ γνώριζε σαφώς το χρόνο λήξης της σύμβασης, ή οι τυχόν δυσμενείς για το ίδιο ή τρίτους συνέπειες που επέρχονται εξαιτίας της από το νόμο επιβληθείσας λήξης της μίσθωσης και δεν μπορούν άνευ ετέρου να καταστήσουν, ενόψει των κριτηρίων του άρθρου 281 Α.Κ., καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των εφεσίβλητων προς απόδοση, μετά τη λήξη της μίσθωσης της χρήσης των μισθίων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών αποδίδει στην εκκαλουμένη την πλημμέλεια περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου με την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεώς του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επιπρόσθετα το επικουρικά πρωτοδίκως υποβληθέν αίτημα του εκκαλούντος που επαναφέρεται με τις προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου περί χορήγησης προθεσμίας απόδοσης των μισθίων μέχρι 31-7-2025, αλυσιτελώς υποβάλλεται, καθόσον έχει χορηγηθεί σχετική προθεσμία, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη απόφαση.

Κατ΄ακολουθίαν των  ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα,  πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι της έφεσης ως αβάσιμοι, καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νομίμως υποβληθέντος με τις προτάσεις τους αιτήματος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 191 παρ. 2, 183, 176 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 28 παρ. 5 του Ν 2579/1998, το οποίο ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, που εξομοιώνονται με αυτό (ΑΠ 205/2021, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 251/2017), όπως είναι και ο εκκαλών Ν.Π.Δ.Δ., κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 22-9-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./22-9-2025) έφεση, κατά της με αριθμό 3013/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος, τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού  δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 7 Σεπτεμβρίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του δικαστικού πληρεξούσιου του εκκαλούντος και του πληρεξουσίου δικηγόρου της εφεσίβλητης.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ