Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 592/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 592/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(3ο ΤΜΗΜΑ)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Των εκκαλούντων : 1) ……….και 2) …………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Νικόλαο Πινάτση του Βασιλείου (Α.Μ. ………. Δ.Σ. Αθηνών), βάσει δηλώσεως.

Του εφεσίβλητου : Σωματείου με την επωνυμία «……..», (ΑΦΜ ….), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ……..), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Παναγιώτη Παπαγεωργίου του Δημητρίου (ΑΜ  ……….. Δ.Σ. Αθηνών).

Κοινοποιούμενη : Στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στον Πειραιά (επί των οδών …………..) και εκπροσωπείται νόμιμα.

Το εφεσίβλητο με την από 30-8-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./20-6-2024) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 3218/11-7-2025 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς την τρίτη εναγόμενη και έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων (ήδη εκκαλούντων) και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (απόφαση). Ήδη οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούντες με την από 4-9-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/8-9-2025) έφεσή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../11-9-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλουν την απόφαση αυτή.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε την από 3-12-2025 μονομερή δήλωσή του, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσίβλητων, παραστάθηκε στο ακροατήριο και ζήτησε γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 4-9-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../8-9-2025) έφεση των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων της από 30-8-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../20-6-2024) αγωγής – και ήδη εκκαλούντων, κατά της με αριθμό 3218/11-7-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και απέρριψε την αγωγή ως προς την τρίτη εναγόμενη (ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «………………»-μη διάδικο στην παρούσα δίκη) και έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων (ήδη εκκαλούντες), αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 8-9-2025, νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 19, 143, 144,  495 παρ. 1 και 2 (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 42 Ν 5221/2025- ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης προ την 1-1-2026, σύμφωνα με το άρθρα 126 παρ. 4, 168 παρ. 3 ν 5221/2025 και 19 Ν 5282/2026), 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 2 (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 43 Ν 5221/2025 -ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της εκκαλουμένης προ τις 31-12-2025, σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 4 του Ν 5221/2025 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 114 παρ. 1 του Ν 5264/2025), 520 παρ. 2, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.], καθόσον από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, από τη δημοσίευση της οποίας (11-7-2025) μέχρι την άσκηση της ενδίκου εφέσεως (8-9-2025), δεν παρήλθε διετία, και επίσης, έχει κατατεθεί το απαιτούμενο παράβολο ποσού 100 ευρώ (δυνάμει του με αριθ. ……………./2025 παραβόλου, σύμφωνα με σχετική επισημείωση της Γραμματέως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση επί του εφετηρίου) που προβλέπεται στο άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α στοιχ. β του Κ.Πολ.Δ.(ως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της ενδίκου εφέσεως). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 108, 109 παρ. 1 και 110 του Α.Κ., συνάγεται ότι ίδρυμα αποτελεί σύνολο περιουσίας που τάσσεται, με την ιδρυτική του πράξη, για την πραγμάτωση ορισμένου διαρκούς σκοπού. Για τη σύσταση του ιδρύματος απαιτούνται τα εξής : 1) δήλωση του ιδρυτή του (ιδρυτική πράξη), με την οποία η περιουσία τάσσεται για ορισμένο σκοπό  και η ιδρυτική πράξη μπορεί να συνίσταται είτε σε μονομερή, μη απευθυντέα  δικαιοπραξία εν ζωή (μονομερή, μη απευθυντέα, χαριστική και υποσχετική) είτε αιτία θανάτου σε διάταξη τελευταίας βούλησης, 2) η διά της εν λόγω δήλωσης, αφιέρωση περιουσίας στην πραγμάτωση ορισμένου σκοπού, αορίστου χρόνου (διαρκούς), μη αντίθετου στο νόμο ή τα χρηστά ήθη και 3) η έκδοση σχετικού εγκριτικού διατάγματος, με τη δημοσίευση του οποίου στο ΦΕΚ, το ίδρυμα αποκτά νομική προσωπικότητα (ΟλΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, στο κοινωφελές ίδρυμα η “εκκαθάριση ή διαχείριση” της περιουσίας για τον ενδιάμεσο χρόνο που μεσολαβεί μεταξύ του θανάτου του ιδρυτή και της δημοσίευσης του διατάγματος γίνεται κατά τις διατάξεις του α.ν. 2039/1939, σύμφωνα με το άρθρο 119 ΕισΝΑΚ, κατά το οποίο “περιουσία που τάχθηκε για κοινωφελή σκοπό με δωρεά μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως προσώπου που πέθανε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, αποκτά νομική προσωπικότητα ως αυτοτελές ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 95 του α.ν 2039/1939, μόνο με διάταγμα και κατά τους όρους των διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Ωσότου εκδοθεί τέτοιο διάταγμα η εκκαθάριση και διαχείριση της περιουσίας γίνεται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού”. Έτσι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, μέχρι να δημοσιευτεί το εγκριτικό διάταγμα, η κληρονομία που περιέχεται στο ίδρυμα είναι σχολάζουσα κληρονομία, η οποία όμως λόγω της ειδικής ρύθμισης των άρθρων 63 επ. του ίδιου νόμου δεν διοικείται από κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας, αλλά από τους ορισθέντες με τη διαθήκη “εκτελεστές” (άρθρο 63 παρ.1 α.ν.γ 2039/1939). Στην περίπτωση που δεν ορίζεται εκτελεστής η εκκαθάριση ενεργείται από τον κληρονόμο ή τον κληροδόχο, εφόσον ο τελευταίος αυτός βαρύνεται ειδικά με την εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ή έργου ή από τους διοικητές του ιδρύματος, εφόσον με τη διαθήκη συνιστάται κοινωφελές ίδρυμα…(παρ.2 άρθρου 63 α.ν. 2039/1939). Έργο του εκτελεστή κατά το άρθρο 2020 Α.Κ. είναι η εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης. Ο εκτελεστής έχει δικαίωμα να επιχειρήσει κάθε πράξη την οποία ρητά επέτρεψε ο διαθέτης ή είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των διατάξεών του. Με τους ίδιους όρους έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται την κληρονομία είτε ολόκληρη είτε κατά ένα μέρος της. Έργο του συνεπώς είναι η υλοποίηση της τελευταίας επιθυμίας του διαθέτη καθώς και η φροντίδα για το διακανονισμό διαφόρων ζητημάτων της κληρονομίας. Πρόκειται για λειτούργημα του ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 2018, 2019 παρ. 1, 2028, 2029 ΑΚ), σε αντίθεση με το λειτούργημα του εκτελεστή διαθήκης, όταν πρόκειται για εκτέλεση διατάξεων διαθήκης που αφορούν κοινωφελή σκοπό, οπότε ισχύουν αποκλειστικά οι διατάξεις του άνω α.ν. 2039/1939 οι οποίες αντιμετωπίζουν τον εκτελεστή ως δημόσιο λειτουργό (άρθρο 64 αυτού). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 63 παρ. 1, 64, 68 παρ. 4, 69 παρ. 1, 77 παρ.1, 81, 88, 27, 95 και 97 του αν 2039/1939 “περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών”, καθώς και των διατάξεων των μεταγενεστέρων του εν λόγω α.ν. τροποποιητικών νόμων και εκτελεστικών διατάξεων, με τις οποίες ρυθμίστηκαν τα ζητήματα που προκύπτουν από το θεσμό του εκτελεστή διαθήκης, ειδικότερα στην περίπτωση που τα τελευταία αφορούν την εκτέλεση κοινωφελούς σκοπού, προκύπτει ότι ο εκτελεστής διαθήκης στην οποία περιλαμβάνονται διατάξεις υπέρ κοινωφελών σκοπών, κατά την άσκηση του δημοσίου λειτουργήματός του, δεν εκπροσωπεί ορισμένο πρόσωπο κληρονόμου, και συνακόλουθα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ή παθητικά, είτε ως ενάγων είτε ως εναγόμενος να διεξαγάγει συγκεκριμένη δίκη που αφορά κληρονομικό δικαίωμα, νομιμοποιείται όμως ο ίδιος σε άσκηση ή απόκρουση αγωγών που έχουν αντικείμενο εμπίπτον στη διαχειριστική του εξουσία, δηλαδή αναγκαίων για την εκκαθάριση κληρονομίας ή την εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ή έργου (ΑΠ 639/2021, ΑΠ 593/2009, AΠ 1928/2008). Ο διορισμός του εκτελεστή γίνεται μόνο από τον κληρονομούμενο και μόνο με διαθήκη (άρθρο 2017 ΑΚ). Αν λείπει η σχετική βούληση του διαθέτη, δεν μπορούν τα τυχόν ενδιαφερόμενα πρόσωπα να ζητήσουν από το δικαστήριο να διορίσει εκτελεστή, όπως αυτό μπορεί να γίνει με άλλους επιμελητές της κληρονομίας, όπως είναι ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας (ΑΚ 1865) και ο εκκαθαριστής κληρονομίας (ΑΚ 1913, 1915). Το κενό αυτό που προέκυπτε επί της ισχύος του α.ν. 2039/1939 από τη διατύπωση του άρθρου 63 αυτού στην παραπάνω περίπτωση, ήδη καλύπτει από την εφαρμογή του ο νέος νόμος 4182/2013, αφού στο άρθρο 17 αυτού προβλέπεται ότι στην περίπτωση μη ορισμού εκτελεστή διαθήκης που αφορά κοινωφελή σκοπό, τούτος διορίζεται, αφού επιλεγεί με κλήρωση από την αρμόδια αρχή εκ του τηρούμενου στο Υπουργείο Οικονομικών Μητρώου εκτελεστών διαθηκών, εκκαθαριστών, διαχειριστών κοινωφελών περιουσιών ή ιδρυμάτων και κηδεμόνων σχολαζουσών κληρονομιών κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16 του ίδιου νόμου. Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 95§1 α.ν.2039/1939, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθ. 101 ΕισΝΑΚ, περιουσία διατιθέμενη δια πράξεως εν ζωή ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως προς εκπλήρωσιν εις το διηνεκές ή εφ’ ορισμένην διάρκειαν χρόνου κοινωφελούς σκοπού εκ των εν άρθρω 1 του παρόντος, η εκτέλεσις του οποίου ανατίθεται δια συστατικής πράξεως εις φυσικά πρόσωπα (κληρονόμους, κληροδόχους ή εκτελεστάς) ή συνιστώμενα το πρώτον νομικά πρόσωπα ή υφιστάμενα τοιαύτα, οριζομένου όμως κατά την τελευταίαν περίπτωσιν ιδίου τρόπου διοικήσεως, συνιστά ίδρυμα διοικούμενον κατά τα εν τη συστατική πράξει οριζόμενα”. Επίσης κατά την παράγραφο 1εδ. α’ του άρθρ. 96 του αυτού α.ν. 2039/1939 “περιουσία διατιθέμενη κατά τα εν τω προηγουμένω άρθρω προς εκπλήρωσιν ειδικού κοινωφελούς σκοπού, η εκτέλεσις του οποίου ανατίθεται δια της συστατικής πράξεως εις υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία, πάσης φύσεως οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικά πρόσωπα κλπ, άνευ ειδικωτέρου καθορισμού τρόπου διοικήσεως, αποτελεί κεφάλαιον αυτοτελούς διαχειρίσεως, διακεκριμένης της λοιπής περιουσίας αυτών”. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρ. 96 α.ν. 2039/1939 “κληροδοσίαι και δωρεαί προς τα εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερόμενα ιδρύματα κλπ, χωρίς να προσδιορίζεται ειδικώτερον ή να συνάγηται επαρκώς εκ της συστατικής πράξεως ο επιδιωκόμενος σκοπός, θεωρούνται ως καταληφθείσαι προς εξυπηρέτησιν του σκοπού ον επιδιώκει κατά τον προορισμόν του το ίδρυμα”. Τέλος κατά το άρθρο 97§1, εδ.α’του ίδιου και πάλι α.ν. 2039/1939 “περιουσίαι περί ων τα άρθρα 95 και 96 του παρόντος εκκαθαρίζονται κατά τα άρθρα 63 και επόμενα του παρόντος και υπάγονται εις την εποπτείαν του Υπουργείου Οικονομικών”. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η περιουσία που διατίθεται για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού σε υφιστάμενο ίδρυμα, σωματείο οποιασδήποτε φύσεως, οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικό πρόσωπο κλπ, χωρίς να καθορίζεται ειδικότερος τρόπος για τη διοίκησή της, αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, που διακρίνεται της υπόλοιπης περιουσίας του νομικού προσώπου, όταν ο κοινωφελής σκοπός της είναι ειδικός, δηλαδή διαφορετικός σε σχέση με το σκοπό τον οποίο κατά τον προορισμό του επιδιώκει το δεχόμενο την περιουσία αυτή νομικό πρόσωπο και ο ειδικός αυτός σκοπός προσδιορίζεται ή τουλάχιστον επαρκώς συνάγεται από τη συστατική πράξη (ΑΠ 639/2021). Επίσης, από τις προμνησθείσες διατάξεις των άρθρων 69 και 72 του ανωτέρω αναγκαστικού νόμου σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 59 του β.δ/τος της 30 Νοεμ./4 Δεκ. 1939, συνάγεται ότι ο εκτελεστής διαθήκης υπέρ κοινωφελούς σκοπού υποχρεούται να εκμισθώνει τα ακίνητα της κληρονομίας με την οριζόμενη στις διατάξεις αυτές διαδικασία, να εισπράττει τα μισθώματα και ακολούθως να προβαίνει στην άμεση κατάθεση του προϊόντος αυτών σε έντοκο τραπεζικό λογαριασμό, ενώ, σε περίπτωση καθυστερήσεως ή μη καταβολής των μισθωμάτων εκ μέρους του μισθωτή, οφείλει να τα αναζητήσει με βάση τις οικείες διατάξεις (πρβλ. Ε.Σ Ολ. 1028/2011, 1462/2006, βλ. IV Τμ. 969/2019, 5006, 2505/2013, 1479/2012, πρβλ IV Τμ. 801/2018, 836, 835/2017, 958/2009). Ο αν. 2039/1939 καταργήθηκε με το άρθρο 82 παρ. 8 ν. 4182/2013 (ΦΕΚ 185 Α/10-9-2013, βλ. ιδ. άρθρα 22, 27, 40 παρ. 1, 42, 82 παρ. 9), ενώ ήδη ισχύουν οι διατάξεις του ν. 5259/2025 (ΦΕΚ 228 Α/12-12-2025) και ιδίως η εκμίσθωση ακινήτων που καταλείφθηκαν για κοινωφελείς σκοπούς διέπεται από τον ίδιο νόμο (βλ. ιδίως άρθρα 7, 65, 82, 84 παρ. 4 εδ. δ, 268 ν. 5259/2025 όπως το τελευταίο άρθρο στην παρ. 1 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 127 του ν. 5264/25, ΦΕΚ-239 Α/19-12-2025 και εκ νέου με την παρ. 2 του άρθρου 67 του ν. 5275/26, ΦΕΚ-17 Α/6-2-2026, βλ. σχετ. και Ι. Κατρά, ο.π. παρ. 6 Δ, παρ. 17.Α.1., παρ. 18.Β).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 574, 612 παρ. 1 και 1710 Α.Κ. συνάγεται ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομητή και κατά συνέπεια σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή, στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) μόλις αποδεχθούν την κληρονομία, χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας (ΑΚ 1846 σε συνδ. 1192, 1198). Η υπεισέλευση αυτή προϋποθέτει ότι υπάρχει έγκυρη και ενεργή μίσθωση κατά το χρόνο θανάτου του εκμισθωτή (ΑΠ 1367/2025, ΑΠ 619/2019, ΑΠ 1819/2017, ΑΠ 1653/2012, Ι. Κατρά, Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις, Ε΄έκδ., παρ. 44 Α.1.). Τα παραπάνω ισχύουν και σε περίπτωση θανάτου εκμισθωτή μη κυρίου του μισθίου οπότε στη θέση του εκμισθωτή υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του και όχι ο κύριος του μισθίου (Ι. Κατρά, ο.π., παρ. 44 Α.1.5). Περαιτέρω, δικαίωμα εκμίσθωσης έχει εκείνος που δικαιούται να έχει τη χρήση και την κάρπωση του πράγματος, δηλαδή αυτός ο οποίος έχει την επικαρπία (επικαρπωτής και κύριος κατά πλήρη κυριότητα). Όμως, το μίσθιο μπορεί να ανήκει κατά κάρπωση σε τρίτο. Η εκμίσθωση από μη δικαιούμενο πρόσωπο αποτελεί εκμίσθωση αλλοτρίου η οποία είναι έγκυρη (ΑΠ 1367/2025, ΑΠ 552/2022, ΑΠ 389/2022, ΑΠ 956/2015) και αυτό γιατί η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργία της σύμβασης αυτής, η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου (ΑΠ 552/2022, ΑΠ 578/2019, Ι. Κατρά, Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις, Ε΄έκδ., παρ. 3 Β.1.). Από αυτά έπεται ότι ο εκμισθωτής, καίτοι δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα, μόνο αυτός να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές από τη μισθωτική σχέση (όπως και αυτές της απόδοσης του μισθίου) και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός) ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούται, αν δεν είναι και εκμισθωτής, να ασκήσει οποιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων ή απόδοση του μισθίου, ακόμη κι αν έληξε η μίσθωση, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή τη νομή (ΑΠ 578/2019).  Αν η επικαρπία ακινήτου λήξει κατά τη διάρκεια της εκμίσθωσης ακινήτου που έγινε από τον επικαρπωτή, εφαρμόζονται αναλόγως ως προς την εξακολούθηση της μίσθωσης καθώς και ως προς την προκαταβολή ή την εκχώρηση ή την κατάσχεση μισθωμάτων της, οι διατάξεις για την εκποίηση του μισθίου κατά τη διάρκεια της μίσθωσης (1164 ΑΚ). Οι διατάξεις των άρθρων 614-618 Α.Κ. εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 1164 Α.Κ. και σε περίπτωση που λήξει η επικαρπία ακινήτου κατά τη διάρκεια μίσθωσής του από τον επικαρπωτή. Έτσι αυτοδίκαιη υπεισέλευση στη μίσθωση γίνεται και στην περίπτωση που τρίτος απέκτησε την επικαρπία κατά τη διάρκεια του μισθωτικού χρόνου, καθώς και σε περίπτωση συνένωσης της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα. Στην περίπτωση που, κατά τη διάρκεια εμπορικής μίσθωσης την  οποία κατάρτισε ο επικαρπωτής του μισθίου, λήξει η επικαρπία, υπεισέρχεται εκ του νόμου στη μισθωτική σχέση ο ψιλός κύριος, στον οποίο επιστρέφει η επικαρπία και ο οποίος αποκτά όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τη μίσθωση, στην έκταση που τα είχε ο εκμισθωτής (ΑΠ 940/2018). Η επικαρπία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη, αποσβήνεται δε με το θάνατο του επικαρπωτή. Σε περίπτωση θανάτου του επικαρπωτή ή παραίτησής του από την επικαρπία, η επικαρπία συνενώνεται αυτοδικαίως με την ψιλή κυριότητα και δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του επικαρπωτή, εκτός αν ορίσθηκε διαφορετικά (ΑΠ 1225/2012, ΑΠ 1854/2009, ΑΠ 1641/2006). Εάν ο ψιλός κύριος είναι και κληρονόμος του επικαρπωτή, η μεταβίβαση της επικαρπίας σε αυτόν γίνεται λόγω της ιδιότητάς του ως ψιλού κυρίου και όχι ως κληρονόμου (ΑΠ 320/1980, Ι. Κατρά, Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις, Ε΄έκδ., παρ. 25 ΣΤ.2., παρ. 44 Α.2). Τα παραπάνω ισχύουν και στην επαγγελματική μίσθωση, κατ’άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995 με μόνες τις αναφερόμενες στο άρθρο 14 του παραπάνω π.δ/τος παρεκκλίσεις (ΑΠ 956/2015, ΑΠ 1086/2014, ΑΠ 1764/2012, ΑΠ 1052/2011, ΑΠ 866/2011). Περαιτέρω, το άρθρο 5 παρ. 1 πδ 34/1995, το οποίο εφαρμόζεται στις παλιές μισθώσεις, ορίζει ότι η εμπορική μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχει συναφθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Αν μετά τη συμφωνηθείσα λήξη της μίσθωσης, ο μισθωτής εξακολουθεί να παραμένει στη χρήση του μισθίου εν γνώσει του εκμισθωτή και χωρίς εναντίωσή του, επέρχεται ανανέωση της μίσθωσης, κατ’άρθρο 611 Α.Κ., για αόριστο χρόνο. Στην περίπτωση αυτή η μίσθωση μπορεί να λυθεί με καταγγελία κατά τα άρθρα 608 παρ. 2 και 609 Α.Κ., είτε για άλλον νόμιμο λόγο. Έτσι, αν μετά την παρέλευση του συμβατικού ή του νόμιμου (δηλαδή του υποχρεωτικού) χρόνου διάρκειας της μίσθωσης, ο μισθωτής παραμείνει στη χρήση του μισθίου εν γνώσει και χωρίς εναντίωση του εκμισθωτή, η μίσθωση, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 611 Α.Κ., καθίσταται αόριστης διάρκειας, με τους ίδιους όρους όπως και η παλιά μίσθωση (ΑΠ 1360/2025, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 139/2016, ΑΠ 1349/2006, ΑΠ 600/2001), μη υπαγόμενη πλέον, ως προς τη διάρκεια και τη λήξη της στις ρυθμίσεις του π.δ. 34/1995 (ΑΠ 1360/2025, ΑΠ 1620/2010, ΑΠ 1349/2006, ΑΠ 404/2004) και λήγει με καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 608 παρ. 2 και 609 Α.Κ., η οποία μπορεί να γίνει και με την άσκηση από τον εκμισθωτή της αγωγής απόδοσης του μΙσθίου (ΑΠ 1360/2025, Ι. Κατρά, ο.π. παρ. 9.ΣΤ.2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 342 Α.Κ., ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της οφειλής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία ως λόγοι απαλλαγής του οφειλέτη από την ευθύνη του αναγνωρίζονται η έλλειψη υπαιτιότητάς του και η πλάνη του, προκύπτει ότι 1) το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλά, αντίθετα, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεστεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1460/2005) και 2) η άγνοια ή η αμφιβολία ή η πλάνη του οφειλέτη, χωρίς διάκριση αν η εν λόγω πλάνη ανάγεται στα πράγματα ή το δίκαιο, για την ύπαρξη ή το περιεχόμενο ή την έκταση της οφειλής ή το πρόσωπο του δικαιούχου μπορούν, κατά τις περιστάσεις, να καταστήσουν συγγνωστή και δικαιολογημένη την καθυστέρηση, εφόσον η άγνοια ή η αμφιβολία ή η πλάνη δεν οφείλονται σε αμέλεια του οφειλέτη. Για την εύλογη αιτία της καθυστέρησης, απαιτείται η συνδρομή περιστάσεων που να δικαιολογούν την άγνοια ή την αμφιβολία ή την πλάνη του οφειλέτη για την ύπαρξη του χρέους κ.λπ. (ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 207/2017). Ο ισχυρισμός ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν ευθύνεται ο μισθωτής, αποτελεί ένσταση (ΑΠ 274/2020, ΑΠ 159/2015), την οποία οφείλει να προβάλει ο μισθωτής και η οποία πρέπει να περιλαμβάνει, κατ’άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν (Ι. Κατρά, Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις, Ε΄έκδ., παρ. 33 Α.4.).  Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 257 περίπτ. 17 του Α.Κ., η οποία ορίζει ότι σε πενταετή παραγραφή υπόκειται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, προκύπτει ότι λόγω της γενικότητας των όρων “καθυστερουμένων προσόδων” και “κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά”, περιλαμβάνονται σ` αυτούς οι καρποί, φυσικοί ή πολιτικοί και τα ωφελήματα τα οποία η χρησιμοποίηση του πράγματος περιοδικώς παρέχει. Συνακόλουθα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις του εκμισθωτή για μισθώματα. Κατά δε τα άρθρα 251 και 253 του Α.Κ. η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 440/2000, ΑΠ 265/1979 ΝοΒ 27. 1280). Από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 249, 250 επ. και 277 Α.Κ. προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η ένσταση πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο άρθρο 250 Α.Κ. αξιώσεων, πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων και το έτος εντός του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 251 Α.Κ., γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ήτοι το αφετήριο αυτής χρονικό σημείο, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση έναρξης της πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο προαναφερόμενο άρθρο 250 Α.Κ. αξιώσεων (ΑΠ 446/2024, ΑΠ 7/2015, ΑΠ 1096/2008, ΑΠ 653/1996). Το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί (ΑΚ 277), το ίδιο ισχύει και για την αναστολή ή διακοπή της παραγραφής (ΑΠ 1909/2009, Ι. Κατράς, Αστικές και νέες Εμπορικές Μισθώσεις, Ε΄ έκδ., παρ. 11.Θ).

Στην προκείμενη περίπτωση, το ενάγον και ήδη εφεσίβλητο, με την από 30-8-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../20-6-2024) αγωγή, όπως διορθώθηκε με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της εκκαλουμένης, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του από 3-1-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης που υποβλήθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η δικαιοπάροχός του …………., εκμίσθωσε στους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούντες, το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, που βρίσκεται στον Πειραιά, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα γυναικείων και παιδικών ενδυμάτων και εν γένει ειδών νεωτερισμών, με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στη σύμβαση και στην αγωγή, η διάρκεια δε της μίσθωσης ορίστηκε κατά συμβατική πρόβλεψη για χρονικό διάστημα έξι ετών (ήτοι από 1-1-2003 έως την 31-12-2008), αντί μηνιαίου μισθώματος εκ ποσού 3.234 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατ’έτος, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου. Ότι σύμφωνα με σχετικό όρο της μισθωτικής σύμβασης, οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων υπεκμίσθωσαν το μίσθιο κατάστημα στην εταιρία με την επωνυμία «…………….», η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «…………..» (τρίτη εναγόμενη-μη διάδικος στην παρούσα δίκη), τα μισθωτικά όμως δικαιώματα συμφωνήθηκε με τον ίδιο όρο, να ανήκουν μόνο στους δύο πρώτους των εναγομένων, ευθυνομένων έναντι της εκμισθώτριας αδιαιρέτως και εις ολόκληρον ο καθένας. Ότι μετά το θάνατο της εκμισθώτριας την 1-5-2005, το μίσθιο, που ανήκε κατά την επικαρπία στην εκμισθώτρια, περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στο υπό σύσταση ίδρυμα υπό την επωνυμία «………………», που είχε την ψιλή κυριότητα του μισθίου και κατέστη κληρονόμος της δυνάμει της από 3-7-2002 ιδιόγραφης διαθήκης της εκμισθώτριας, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κηρύχθηκε κυρία και ερμηνεύτηκε δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή αποφάσεων, το δε ενάγον ως εκτελεστής της ανωτέρω διαθήκης, υπεισήλθε στη μίσθωση σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν. Ότι μετά τη συμβατική λήξη της μίσθωσης και την αναγκαστική παράταση αυτής μέχρι την 31-12-2019, η μίσθωση κατέστη αορίστου χρόνου και οι εναγόμενοι συνεχίζουν τη χρήση του μισθίου μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ότι το ενάγον με την από 29-6-2009 επιστολή του προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, γνωστοποίησε ότι κατόπιν εγκρίσεως της Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής (Γραφείο Εθνικών Κληροδοτημάτων) και της από 26-5-2009 γνωμάτευσης της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος τα μισθώματα του ως άνω καταστήματος από 1-7-2009 καθώς και τυχόν οφειλόμενα από το χρόνο θανάτου της εκμισθώτριας, θα πρέπει να κατατίθενται στο υποδειχθέντα τραπεζικό λογαριασμό. Ότι οι εναγόμενοι αν και κάνουν ακώλυτη χρήση του μισθίου, δεν έχουν προβεί στην εξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων και μετά την αφαίρεση των γενόμενων καταβολών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, οφείλουν μισθώματα συνολικού ποσού 872.697,81 ευρώ, που αντιστοιχούν σε υπόλοιπο μισθώματος του μηνός Ιουνίου 2007, στα μισθώματα των μηνών Ιουλίου έως 31-12-2007, καθώς και στα μισθώματα των ετών 2008 έως και 2023 και έξι μισθώματα του έτους 2024, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι η υπαίτια και μη εμπρόθεσμη καταβολή των μισθωμάτων συνιστά παράβαση των όρων του ως άνω συμφωνητικού και το ενάγον δηλώνει με την αγωγή ότι καταγγέλλει τη μίσθωση λόγω καθυστέρησης των ανωτέρω μισθωμάτων (597 ΑΚ), προκειμένου μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματά της και να επέλθει η λύση της μίσθωσης του ως άνω ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν το μίσθιο. Ζήτησε δε, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ή κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτούς να αποδώσουν στο ενάγον τη χρήση του μισθίου και, μετά την παραδεκτή τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, 1) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 777.541,64 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα υπολοίπου μηνός Ιουλίου 2007, των μηνών Ιουλίου έως και Δεκεμβρίου του έτους 2007, των μισθωτικών μηνών των ετών 2008 έως και 2021, για τους μισθωτικούς μήνες από Ιανουάριο έως και Αύγουστο του έτους 2022 και σε μέρος του μισθώματος του μηνός Σεπτεμβρίου 2022 και 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα υπολοίπου μηνός Σεπτεμβρίου 2022 και των μισθωτικών μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2022, του έτους 2023 και των μηνών Ιανουαρίου έως και Ιουνίου 2024, όπως τα επιμέρους ποσά αναφέρονται στην αγωγή συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της ημέρας κατά την οποία κάθε καθυστερούμενο μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη, πλην του αιτήματος να υποχρεωθεί να αποδώσει το μίσθιο τρίτος που έλκει δικαιώματα από τη σύμβαση μίσθωσης ή κατέχει το μίσθιο επ’ονόματι των εναγομένων, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί αοριστίας της ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω μη τήρησης της διαδικασίας του άρθρου 27 ν. 4182/2013 και λόγω παράβασης του άρθρου 40 παρ. 2 ν. 4182/2013, καθώς και την ένσταση παραγραφής, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη ως προς την τρίτη εναγόμενη και έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων και 1)υποχρέωσε τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων (ήδη εκκαλούντες) α)να αποδώσουν στο ενάγον τη χρήση του μισθίου και β)να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στο ενάγον για τα οφειλόμενα μισθώματα το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ, που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο μισθώματος μηνός Σεπτεμβρίου 2022, στα μισθώματα των μηνών Οκτωβρίου έως και Δεκεμβρίου 2022, των μισθωτικών μηνών τους έτους 2023 και των μηνών Ιανουαρίου έως και Ιουνίου 2024, μετά του αναλογούντος χαρτοσήμου, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της ημερομηνίας που κάθε καθυστερούμενο μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από την έκτη ημέρα κάθε μισθωτικού μένα μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση και 2)αναγνώρισε την υποχρέωση των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στο ενάγον για τα οφειλόμενα μισθώματα το συνολικό ποσό των 777.541,64 ευρώ που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο μισθώματος μηνός Ιουνίου 2007, στα μισθώματα των μηνών Ιουλίου έως και Δεκεμβρίου 2007, των μισθωτικών μηνών των ετών 2008 έως και 2021, καθώς και των μηνών Ιανουαρίου έως και Αυγούστου 2022 και υπολοίπου μηνός Σεπτεμβρίου 2022, μετά του αναλογούντος χαρτοσήμου, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της ημερομηνίας που κάθε καθυστερούμενο μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από την έκτη ημέρα κάθε μισθωτικού μένα μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις ανωτέρω διατάξεις περί απόδοσης της χρήσης του μισθίου και καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων ποσού 100.000 ευρώ και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων κατ’άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούντες, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν δε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να απορριφθεί η αγωγή, καθώς και να καταδικαστεί το εφεσίβλητο στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Από την εκτίμηση της από 10-10-2024 ένορκης βεβαίωσης της …………, που δόθηκε ενώπιον της δικηγόρου Δ.Σ. Αθηνών ………….. με την επιμέλεια του ενάγοντος κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων του, (οι εναγόμενοι δεν πρότειναν την εξέταση μάρτυρα), καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επαναπροσκομίζονται νομίμως μετ’επικλήσεως από τους διαδίκους, καθώς και αυτών που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως κατ’άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ. και δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτών, εκτιμώμενα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245, ΑΠ 1428/2000 ΕλλΔνη 2000.678), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του από 3-1-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως που υποβλήθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. (αριθ. 229/24-1-2003), η ………………. εκμίσθωσε στους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούντες ένα κατάστημα νομής και κατοχής της εκμισθώτριας, που βρίσκεται στον Πειραιά, επί της διασταύρωσης των οδών ………, αποτελούμενο από ένα ενιαίο χώρο μετά του ανήκοντος σε αυτό ανοικτού εξώστη (παταρίου) και υπόγειο, επιφάνειας 50,83 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα πώλησης γυναικείων και παιδικών ενδυμάτων και εν γένει ειδών νεωτερισμών (όρος 4ος). Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών, από την 1-1-2003 μέχρι την 31-12-2008 (όρος 1ος), αντί μηνιαίου μισθώματος, που ορίστηκε για το πρώτο μισθωτικό έτος στο ποσό των 3.324 ευρώ, για το δεύτερο μισθωτικό έτος στο ποσό των 3.375 ευρώ και για τα επόμενα έτη συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά ποσοστό ίσο με το δείκτη τιμών του καταναλωτή προηγουμένων δώδεκα μισθωτικών μηνών, όπως αυτός θα είχε ανακοινωθεί από την ΕΣΥΕ και υπολογιζομένου επί του εκάστοτε κατά το προηγούμενο έτος καταβαλλόμενου μισθώματος, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου που βαρύνει τους μισθωτές (όρος 2ος), προκαταβαλλόμενου το πρώτο πενθήμερο εκάστου μηνός, στην εκμισθώτρια ή σε πληρεξούσιο αυτής (όρος 3ος). Επίσης με τον όρο 4 συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων, ότι κατ’εξαίρεση επιτρέπεται η υπομίσθωση σε εταιρία που θα συσταθεί μεταξύ των μισθωτών και του …………., τα μισθωτικά όμως δικαιώματα θα ανήκουν μόνο στους μισθωτές (ήδη εκκαλούντες) ευθυνομένων έναντι της εκμισθώτριας αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον ο καθένας. Η επικαρπία επί του ανωτέρω μισθίου κατελήφθη στην ως άνω εκμισθώτρια, ………….., εφ’όρου ζωής της, δυνάμει της από 16-6-1996 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος την 20-12-1998 …………… (αδελφού της), η οποία δημοσιεύτηκε με το με αριθ. …../30-4-1999 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με τη με αριθ. …../29-9-2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Με την ίδια διαθήκη ο ανωτέρω διαθέτης όρισε ότι την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου καταλείπει στο Ίδρυμα που θα συστήσει η αδελφή του είτε διά πράξεως εν ζωή είτε διά διαθήκης της μετά το θάνατό της. Η ανωτέρω εκμισθώτρια, ………….., αποβίωσε την 1-5-2005 και με την από 3-7-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύτηκε με τα με αριθ. …../7-10-2005 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με τη με αριθ. ……/30-1-2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, όρισε μεταξύ άλλων στη σελίδα 3 της διαθήκης ότι «…..Δια της υπολοίπου περιουσίας μου, όπως κατωτέρω περιγράφω, επιθυμώ, όπως συσταθεί Ίδρυμα με την επωνυμίαν ΄΄ …………΄΄. Τα ακίνητα, που θα αποτελέσουν την περιουσίαν του ιδρύματος και τους πόρους αυτού είναι : ……… Οι καταθέσεις που θα βρεθούν κατά τον χρόνο του θανάτου, οπουδήποτε και αν ευρίσκονται. Επίσης, τίτλοι και χρεώγραφα και ομόλογα δημοσίου, όπως προαναφέρω θα ανήκουν εις το ………. ……..…» και στη σελίδα 5 της ίδιας διαθήκης όρισε «…. Πόροι του Ιδρύματος θα είναι οι τόκοι των καταθέσεων και τα μισθώματα των ακινήτων, που έχω περιγράψει και τα μερίσματα των χρεωγράφων. Σκοπός του Ιδρύματος θα είναι η χορήγηση από τα εισοδήματα σε διακεκριμένους δια την επίδοσιν και το ήθος μαθητών μέσης εκπαιδεύσεως προς συνέχιση των σπουδών τους εις ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα Ελλάδος και εξωτερικού κατά την κρίσιν του Δ.Σ. Αι υποτροφίαι αυτοί θα χορηγούνται σε αποφοίτους ….. και …………. ….. Το Ίδρυμα επιθυμώ να διοικείται από τους εκάστοτε Προέδρους, την Κυρίαν ……, την Κυρίαν ……………, τον Κύριον ……. και τον Κύριον …….., τον Κύριον …….. από τον Σύνδεσμον των αποφοίτων και την Κυρίαν ……….. ….». Με τη με αριθμό 1208/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (εκουσία δικαιοδοσία), που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του ήδη εφεσίβλητου, κρίθηκε, κατά το διατακτικό αυτής, ότι η αληθινή βούληση της διαθέτιδος είναι πως με την ως άνω διαθήκη της συνιστάται για την πραγματοποίηση του κοινωφελούς σκοπού (χορήγηση υποτροφιών), που τάχθηκε με αυτήν, «αυτοτελές ίδρυμα» κατ’άρθρο 50 παρ. 1 του Ν 4182/2013, στο οποίο (Ίδρυμα) περιέρχονται τα αναφερόμενα στη διαθήκη ακίνητα, καταθέσεις, τίτλοι, χρεόγραφα και ομόλογα δημοσίου και καθίσταται το Ίδρυμα αυτό υπό την επωνυμία ……………….κληρονόμος της, με εκτελεστή της ιδιόγραφης διαθήκης το εκεί αιτούν σωματείο και ήδη εφεσίβλητο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον εκάστοτε Πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου. Οι εκκαλούντες με τους πρώτο (υπό στοιχεία 1) και δεύτερο (υπό στοιχεία 2Α) των λόγων της έφεσης επαναφέρουν τους πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμούς τους, με τους οποίους ισχυρίζονται ότι το επίδικο ως στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του …………. δεν περιήλθε διά της κληρονομικής διαδοχής στο υπό σύσταση ίδρυμα το οποίο ίδρυσε η ……. μεταγενέστερα με τη δική της διαθήκη στην οποία δεν γίνεται μνεία για το επίδικο, ότι από τη διαθήκη του ………… δεν μπορεί να συναχθεί η αληθινή βούληση του διαθέτη ήταν η σύσταση του συγκεκριμένου ιδρύματος, ότι η διάταξη της διαθήκης ως προς το σκέλος κατάλειψης του επιδίκου σε ίδρυμα νομίμως συσταθέν από την αδελφή του συνιστά ευχή του κληρονομουμένου λόγω της ακυρότητας του οποίου το υπό σύσταση ίδρυμα δεν κατέστη κληρονόμος του επιδίκου, ότι μετά την απόρριψη των αιτήσεων έκδοσης κληρονομητηρίου από το εφεσίβλητο, το τελευταίο υπέβαλε αίτηση ερμηνείας τη διαθήκης της ………….., επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1208/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αφορά την ερμηνεία της διαθήκης της ανωτέρω διαθέτιδος στην οποία (διαθήκη) όμως δεν περιλαμβάνεται το επίδικο και επομένως δεν εκτείνεται η εξουσία του εφεσίβλητου ως εκτελεστή της επίδικης διαθήκης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων προεχόντως ως αλυσιτελείς. Επίσης με τον τρίτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες αποδίδουν στην εκκαλουμένη απόφαση την πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και επαναφέρουν τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του εφεσίβλητου, που απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αβάσιμος. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι στην ανωτέρω εκμισθώτρια του επίδικου μισθίου ακινήτου (…………) μεταβιβάστηκε η επικαρπία αυτού από τον αδελφό της ………, δυνάμει της προαναφερόμενης από 16-9-1996 ιδιόγραφης διαθήκης, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται σύσταση με αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της αποδοχής ή με έκδοση κληρονομητηρίου, πλην όμως η ίδια, καίτοι δεν είναι κυρία του μισθίου και ανεξάρτητα από την έλλειψη μεταγραφής συστατικής πράξης της επικαρπίας, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της ως εκμισθώτρια, νομέας και κάτοχος του επίδικου μισθίου, προέβη, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, σε έγκυρη μίσθωση αυτού και συνεπώς κατέστη δικαιούχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη μίσθωση. Επίσης, μετά το θάνατο της εκμισθώτριας, η επικαρπία συνενώνεται αυτοδικαίως με την ψιλή κυριότητα, που κατελήφθη, κατά τα προαναφερθέντα, στο, κατά τη με αριθ. 1208/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υπό σύσταση ίδρυμα με την επωνυμία «. …………………», η ιδρυτική πράξη του οποίου περιέχεται στην προαναφερόμενη διαθήκη της ………….. και το οποίο καθίσταται πλήρης κύριος του επίδικου μισθίου από την ολοκλήρωση της διαδικασίας σύστασής του (με τη δημοσίευση του εγκριτικού προεδρικού διατάγματος, που σημειώνεται ότι δεν έχει ακόμη εκδοθεί) και δη κατά πλάσμα δικαίου αναδρομικά από το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας (ΑΚ 114), υπεισέρχεται δε εκ του νόμου στη μισθωτική σχέση λόγω της συνένωσης της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα που κατελήφθη σε αυτό από τον διαθέτη Δημοσθένη Πουρή, – και όχι λόγω της κληρονομικής διαδοχής -, και αποκτά όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τη μίσθωση, στην έκταση που τα είχε η εκμισθώτρια. Επίσης με την προαναφερόμενη με αριθ. 1208/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ορίζεται εκτελεστής της ιδιόγραφης διαθήκης της διαθέτιδος …………….., το ήδη εφεσίβλητο νομίμως εκπροσωπούμενο από τον εκάστοτε Πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου, το οποίο έχει αποδεχθεί να προβεί σε όλες τις εκ του νόμου ενέργειες προς το σκοπό ίδρυσης του ανωτέρω ιδρύματος διά της έκδοσης εγκριτικού προεδρικού διατάγματος, στις οποίες εντάσσεται και η εκκαθάριση της κληρονομίας της ………….., που θα επιτευχθεί, μεταξύ άλλων και με τη δικαστική επιδίωξη και είσπραξη των επίδικων μισθωμάτων και των εν γένει αξιώσεων που απορρέουν από την ένδικη μίσθωση, τα οφειλόμενα δε μισθώματα σύμφωνα με όρο της σύμβασης μίσθωσης θα κατατίθεντο στον τραπεζικό της λογαριασμό και θα περιλαμβάνονταν στις καταθέσεις αυτής, κληρονόμος της οποίας ορίστηκε το υπό σύσταση ίδρυμα. Επομένως το εφεσίβλητο υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, νομιμοποιείται σε άσκηση της ένδικης αγωγής που έχει αντικείμενο εμπίπτον στη διαχειριστική του εξουσία, δηλαδή αναγκαίο για την εκκαθάριση κληρονομίας της εκμισθώτριας, στην οποία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις της διαθέτιδος στις οποίες εντάσσεται και η είσπραξη των οφειλομένων μισθωμάτων, καθώς και η εν γένει μισθωτική σχέση, στην οποία, κατά τα προεκτεθέντα, υπεισέρχεται από το χρόνο έκδοσης του εγκριτικού της σύστασής του προεδρικού διατάγματος, το ήδη υπό σύσταση ίδρυμα και δη αναδρομικά από το θάνατο της ……………. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως εν σχέσει με τα ανωτέρω και απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων που επαναφέρονται με τους πρώτο (υπό στοιχεία 1), δεύτερο (υπό στοιχεία 2Α) και τρίτο (υπό στοιχεία 3) των λόγων της έφεσης. Επιπροσθέτως αναφορικά με την αιτίαση των εκκαλούντων που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο της έφεσης περί αντιφατικών αιτιολογιών της εκκαλουμένης απόφασης αναφορικά με την παραδοχή της ενεργητικής νομιμοποίησης του εφεσίβλητου, θεμελιούμενος κατά τους ισχυρισμούς τους στην παραδοχή της απόφασης περί ενεργητικής νομιμοποίησης του εφεσίβλητου, αν και το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία που κατέλειπε με την ως άνω διαθήκη η εκμισθώτρια, αλλά του προαποβιώσαντος αδελφού της, στην κληρονομία του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν εκτείνεται η διαχειριστική εξουσία του εφεσίβλητου ως εκτελεστή, τα επίδικα δε μισθώματα αφορούν χρονικό διάστημα μετά το θάνατο της εκμισθώτριας και επομένως δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο των τραπεζικών της καταθέσεων, δεν ασκεί επιρροή στην προκείμενη υπόθεση που αφορά τη μισθωτική σχέση μεταξύ της εκμισθώτριας και των εκκαλούντων, ούτε αναιρεί τη διαχειριστική εξουσία του εφεσίβλητου, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το υπό σύσταση ίδρυμα υπεισέρχεται εκ του νόμου στη μισθωτική σχέση είτε ως ψιλός κύριος μετά τη συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, είτε, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν περιήλθε σε αυτό η ψιλή κυριότητα, ως κληρονόμος της εκμισθώτριας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η μισθωτική σχέση, που ήταν ενεργή κατά το χρόνο θανάτου της εκμισθώτριας, είναι κληρονομητή και κατά συνέπεια σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή μη κυρίου, στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου). Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εκ του νόμου δωδεκαετής διάρκεια της ένδικης μίσθωσης έληγε προ της έναρξης ισχύος του ν. 4242/2014 (ήτοι προ της 28-2-2014), έκτοτε δεν ζητήθηκε η απόδοση της χρήσης αυτού τους τελευταίους εννέα μήνες προ της λήξης της δωδεκαετούς διάρκειας και παρατάθηκε αναγκαστικά μέχρι την 31-12-2019 (άρθρο 61 παρ. 8 πδ 34/1995), μετά δε την παρέλευση του νόμιμου (δηλαδή του υποχρεωτικού) χρόνου διάρκειας της μίσθωσης, αυτή κατέστη αορίστου χρόνου, καθόσον οι εκκαλούντες παρέμειναν στη χρήση του μισθίου, χωρίς εναντίωση από την εκμισθώτρια και συνεχίζουν την ανεμπόδιστη και ακώλυτη χρήση αυτού  μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής. Το μηνιαίο μίσθωμα, που, ως προεκτέθηκε, ορίστηκε για το πρώτο μισθωτικό έτος στο ποσό των 3.324 ευρώ, για το δεύτερο μισθωτικό έτος στο ποσό των 3.375 ευρώ και για τα επόμενα έτη συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά ποσοστό ίσο με το δείκτη τιμών του καταναλωτή προηγουμένων δώδεκα μισθωτικών μηνών, όπως αυτός θα είχε ανακοινωθεί από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (ΕΣΥΕ) και υπολογιζομένου επί του εκάστοτε κατά το προηγούμενο έτος καταβαλλόμενου μισθώματος, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου που βαρύνει τους μισθωτές (όρος 2ος). Έτσι το μηνιαίο μίσθωμα από το έτος 2005 και έκτοτε διαμορφώθηκε ως εξής : 1) για το μισθωτικό έτος 2005, στο ποσό των 3.493,12 ευρώ [ήτοι 3.375 + (τιμάριθμος 3,5 % : 118,12)], 2) για το μισθωτικό έτος 2006, στο ποσό των 3.604,89 ευρώ [ήτοι 3.493,12 + (τιμάριθμος 3,2 % : 111,77)], 3) για το μισθωτικό έτος 2007, στο ποσό των 3.709,43 ευρώ [ήτοι 3.604,89 +(τιμάριθμος 2,9 % : 104,54)], 4) για το μισθωτικό έτος 2008, στο ποσό των 3.865,22 ευρώ [ήτοι 3.709,43 +(τιμάριθμος 4,2 % :155,79)], 5) για το μισθωτικό έτος 2009, στο ποσό των 3.911,60 ευρώ [ήτοι 3.865,22 +(τιμάριθμος 1,2% : 46,38)], 6) για το μισθωτικό έτος 2010, στο ποσό των 4.095,44 ευρώ [ήτοι 3.911,60 +(τιμάριθμος 4,7 % : 183,84)], 7) για το μισθωτικό έτος 2011, στο ποσό των 4.230,58 ευρώ [ήτοι 4.095,44 +(τιμάριθμος 3,3% : 135,14)], 8) για το μισθωτικό έτος 2012, στο ποσό των 4.294,03 ευρώ [ήτοι 4.230,58 +(τιμάριθμος 1,5 % : 63,45)], 9) για το μισθωτικό έτος 2013, στο ποσό των 4.294,03 ευρώ [ήτοι χωρίς αύξηση (τιμάριθμος -0,9% )], 10) για το μισθωτικό έτος 2014, στο ποσό των 4.294,03 ευρώ [ήτοι χωρίς αύξηση (τιμάριθμος -1,3% )], 11) για το μισθωτικό έτος 2015, στο ποσό των 4.294,03 ευρώ [ήτοι χωρίς αύξηση (τιμάριθμος -1,7% )], 12) για το μισθωτικό έτος 2016, στο ποσό των 4.294,03 ευρώ [ήτοι χωρίς αύξηση (τιμάριθμος -0,8% )], 13) για το μισθωτικό έτος 2017, στο ποσό των 4.341,26 ευρώ [ήτοι 4.294,03 +(τιμάριθμος 1,1 % : 47,23)], 14) για το μισθωτικό έτος 2018, στο ποσό των 4.367,3 ευρώ [ήτοι 4.341,26 +(τιμάριθμος 0,6 % : 26,04)], 15) για το μισθωτικό έτος 2019, στο ποσό των 4.380,4 ευρώ [ήτοι 4.367,3 +(τιμάριθμος 0,3 % : 13,10)], 16) για το μισθωτικό έτος 2020, στο ποσό των 4.380,4 ευρώ [ήτοι χωρίς αύξηση (τιμάριθμος -1,2% )], 17) για το μισθωτικό έτος 2021, στο ποσό των 4.432,96 ευρώ [ήτοι 4.380,4 +(τιμάριθμος 1,2% : 52,56)], 18) για το μισθωτικό έτος 2022, στο ποσό των 4.565,95 ευρώ [ήτοι 4.432,96 +(τιμάριθμος 3,0 % : 132,99)], 19) για το μισθωτικό έτος 2023, στο ποσό των 4.702,97 ευρώ [ήτοι 4.565,95 +(τιμάριθμος 3,0 % : 136,97)] και 20) για το μισθωτικό έτος 2024, στο ποσό των 4.844,05 ευρώ [ήτοι 4.702,97 +(τιμάριθμος 3,0% : 141,08)]. Μετά τις διενεργηθείσες καταβολές με κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων συνολικού ποσού 92.170 ευρώ (βλ. το με αριθ. πρωτ. ……./1-4-2013 έγγραφο του ΤΠΔ καταστήματος Πειραιά), έχουν εξοφληθεί τα μισθώματα α)των μηνών Μαΐου έως Δεκεμβρίου 2005 συνολικού ποσού 27.944,96 ευρώ (8Χ3.493,12), β) του έτους 2006 συνολικού ποσού 43.258,68 ευρώ (12Χ3.604,89), γ) των μηνών Ιανουαρίου έως και Μαΐου 2007, συνολικού ποσού 18.547,15 ευρώ (5Χ3.709,43), καθώς και μέρος του μισθώματος του μηνός Ιουνίου 2007 ποσού 2.419,21 ευρώ. Το ως άνω ποσό των 92.170 ευρώ, την 16-11-2018, πιστώθηκε στο με αριθ. 48041127 λογαριασμό όψεως, με δικαιούχο την «κληρονομία ………….», της ΕτΕ από το ΤΠΔ. Ως προς τις ανωτέρω παραδοχές δεν υπάρχει σχετικός λόγος έφεσης. Από 23-9-2008, οπότε έγινε η τελευταία κατάθεση στο ΤΠΔ οι εκκαλούντες δεν προέβησαν σε άλλη καταβολή για την ανωτέρω αιτία και υπήρξαν υπερήμεροι στην καταβολή των εξής μισθωμάτων 1) υπόλοιπο μισθώματος Ιουνίου 2007 ποσού 1.290,22 ευρώ, 2) μισθώματα των μηνών από Ιούλιο 2007 έως και Δεκέμβριο 2007 συνολικού ποσού 22.256,58 ευρώ ( 6Χ 3.709,43), 3) μισθώματα του έτους 2008 συνολικού ποσού 46.382,64 ευρώ (12Χ3.865,22), 4) μισθώματα του έτους 2009 συνολικού ποσού 46.939,20 ευρώ (12Χ3.911,60), 5) μισθώματα του έτους 2010 συνολικού ποσού 49.145,28 ευρώ (12Χ4.095,44), 6) μισθώματα του έτους 2011 συνολικού ποσού 50.766,96 ευρώ (12Χ4.230,58), 7) μισθώματα του έτους 2012 συνολικού ποσού 51.528,36 ευρώ (12Χ4.294,03), 8) μισθώματα του έτους 2013 συνολικού ποσού 51.528,36 ευρώ (12Χ4.294,03), 9) μισθώματα του έτους 2014 συνολικού ποσού 51.528,36 ευρώ (12Χ4.294,03), 10) μισθώματα του έτους 2015 συνολικού ποσού 51.528,36 ευρώ (12 Χ 4.294,03), 11) μισθώματα του έτους 2016 συνολικού ποσού 51.528,36 ευρώ (12 Χ 4.294,03), 12) μισθώματα του έτους 2017 συνολικού ποσού 52.095,12 ευρώ (12 Χ 4.341,26), 13) μισθώματα του έτους 2018 συνολικού ποσού 52.407,60 ευρώ (12 Χ 4.367,3), 14) μισθώματα του έτους 2019 συνολικού ποσού 52.564,80 ευρώ (12 Χ 4.380,4), 15) μισθώματα του έτους 2020 συνολικού ποσού 52.564,80 ευρώ (12 Χ 4.380,4), 16) μισθώματα του έτους 2021 συνολικού ποσού 53.195,52 ευρώ (12 Χ 4.432,96), 17) μισθώματα του έτους 2022 συνολικού ποσού 54.791,40 ευρώ (12 Χ 4.565,95), 18) μισθώματα του έτους 2023 συνολικού ποσού 56.435,64 ευρώ (12 Χ 4.702,97) και 19) μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου έως και Ιουνίου του έτους 2024 συνολικού ποσού 29.064,30 ευρώ (6 Χ 4.844,05) και συνολικά οι εκκαλούντες για τις ανωτέρω αιτίες οφείλουν το ποσό των 877.541,86 ευρώ, το οποίο δεν κατέβαλαν έως και το χρόνο άσκησης της αγωγής, παρά τις σχετικές οχλήσεις του εφεσίβλητου (βλ. ιδ. το με αριθ. πρωτ. ……/29-6-2009 έγγραφο του εφεσίβλητου, την από 26-7-2018 εξώδικη διαμαρτυρία -πρόσκληση -δήλωση του εφεσίβλητου που επιδόθηκε στις 27-7-2018, το με αριθ. …./24-7-2009 έγγραφο του Γραφείου Εθνικών Κληροδοτημάτων προς τον πληρεξούσιο των εκκαλούντων). Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης κατά το οικείο σκέλος αυτού (υπό στοιχεία 2.Β), οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, με το να δεχθεί, απορρίπτοντας τους σχετικούς αντίθετους ισχυρισμούς τους, νόμιμη την καταγγελία της μίσθωσης από το εφεσίβλητο διά της ασκηθείσας αγωγής του λόγω του ότι οι εκκαλούντες κατέστησαν υπερήμεροι με την καθυστέρηση της καταβολής του συνόλου των διεκδικούμενων μισθωμάτων, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις περί του νομίμου της καταγγελίας και επιπλέον παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ., καθόσον οι ίδιοι δεν έχουν καταστεί υπερήμεροι ως προς την καταβολή των ένδικων μισθωμάτων, αφού η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν ευθύνονται και συγκεκριμένα διότι συνέτρεχε αβεβαιότητα στο πρόσωπο του εφεσίβλητου ως νομιμοποιούμενου για την είσπραξή τους, καθώς δεν περιήλθε σε γνώση τους κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το συσταθησόμενο ίδρυμα είναι ο κληρονόμος και πλήρης κύριος του επιδίκου που έχει υπεισέλθει στη μίσθωση ώστε το εφεσίβλητο ως εκτελεστής της διαθήκης και διαχειριστής της περιουσίας του ιδρύματος να νομιμοποιείται προς είσπραξή τους, επιπλέον ο διαθέτης …………… είχε εγκαταστήσει υποκατάστατο κληρονόμο σε περίπτωση αδυναμίας ίδρυσης του ιδρύματος από την αδελφή του, ενώ το εφεσίβλητο, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές του, δεν κατάφερε να εκδώσει κληρονομητήριο. Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι, καθόσον τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή τους και του συναφούς λόγου έφεσης, περιστατικά, δεν συνιστούν ανυπαίτια καθυστέρηση καταβολής του συμφωνημένου μισθώματος, ακόμη και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός τους ότι είχαν αμφιβολία ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, χωρίς ωστόσο να επικαλούνται επιμελή διερεύνηση εκ μέρους τους και παρά τις οχλήσεις του εφεσίβλητου, όφειλαν και μπορούσαν να προβαίνουν σε εμπρόθεσμη δημόσια κατάθεση των οφειλομένων μισθωμάτων στο Ταμείο  Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως έπρατταν άλλωστε μέχρι τις 23-9-2008, έκτοτε δε και μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν προέβησαν σε καμία καταβολή αν και έκαναν ακώλυτη χρήση του μισθίου, παρά τις οχλήσεις του εφεσίβλητου και επομένως δεν υφίσταται εύλογη αιτία της καθυστέρησης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχτηκε ότι η καταγγελία της ένδικης μίσθωσης από το εφεσίβλητο διά της ασκηθείσας αγωγής είναι νόμιμη λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εκκαλούντων διά της περιέλευσής τους σε υπερημερία και ότι ως εκ τούτων η ένδικη σύμβαση μίσθωσης έχει λυθεί και το εφεσίβλητο βάσιμα ζητεί την απόδοση του μίσθιου, το οποίο οι εκκαλούντες πρέπει να υποχρεωθούν να αποδώσουν ελεύθερο προς χρήση στο εφεσίβλητο, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένου των περί αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων που προβάλλονται με τον ως άνω λόγο της έφεσης κατά το οικείο σκέλος αυτού, ως αβάσιμου. Περαιτέρω οι εκκαλούντες, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρότειναν την ένσταση της παραγραφής μέρους των επίδικων μισθωμάτων και με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους ανέφεραν ότι οι επίδικες αξιώσεις υπάγονται στην εξαιρετική πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 16 του ΑΚ -η οποία αρχίζει σύμφωνα με το άρθρο 252 του ΑΚ μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της ως άνω παραγραφής -και να έχουν εν μέρει παραγραφεί, διατεινόμενοι ειδικότερα ότι οι ένδικες αξιώσεις «…για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο 2007 μέχρι και Δεκέμβριο του 2018, ποσού 578.925,40 € , έχουν παραγραφεί…» και ότι η αγωγή ως προς το ποσό αυτό είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Το ενάγον και ήδη εφεσίβλητο προς απόκρουση της ένστασης αυτής προφορικά με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, προέβαλε άρνηση της παραγραφής και αντενστάσεις αναστολής αυτής. Με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστη η ένσταση παραγραφής, λόγω του ότι δεν εξειδικεύουν οι εναγόμενοι το ακριβές σημείο έναρξης της παραγραφής, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση έναρξης της πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο άρθρο 250 Α.Κ., καθώς επίσης και την ακριβή λήξη της παραγραφής αυτής για κάθε μισθωτικό έτος, ενώ κρίθηκε περαιτέρω ότι μετά την απόρριψη της ένστασης παρέλκει η εξέταση των ισχυρισμών του εφεσίβλητου που προβλήθηκαν προς απόκρουση αυτής. Οι εκκαλούντες, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε την ένσταση περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων του εφεσίβλητου, τον οποίο υπέβαλαν με τις προτάσεις τους σε πρώτο βαθμό και επαναφέρουν με το λόγο αυτό της έφεσής τους, ως αόριστο. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το δικόγραφο των προτάσεων, που κατέθεσαν οι εναγόμενοι (και ήδη εκκαλούντες), ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου  και προσκομίζουν μετ’επικλήσεως στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους περί παραγραφής μέρους των αξιώσεων του ενάγοντος (ήδη εφεσίβλητου), δεν προσδιορίζεται το αφετήριο της παραγραφής αυτής χρονικό σημείο, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση έναρξης της πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο προαναφερόμενο άρθρο 250 Α.Κ. αξιώσεων και συγκεκριμένα δεν εξειδικεύουν το ακριβές σημείο έναρξης της παραγραφής και λήξης αυτής για κάθε μισθωτικό έτος, αντιθέτως, υφίσταται μόνο μια γενική αναφορά των διατάξεων περί παραγραφής και ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2007 έως και τον Δεκέμβριο 2018 ποσού 578.925,40 ευρώ έχουν παραγραφεί. Επομένως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η προβληθείσα ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την ως άνω ένσταση ως αόριστη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον συναφή τέταρτο λόγο της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Κατ΄ακολουθίαν των  ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως εν σχέση με τα ανωτέρω και έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη ως προς τους εκκαλούντες, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα, καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νομίμως υποβληθέντος με τις προτάσεις του αιτήματος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 106, 191 παρ. 2, 183, 176 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 4-9-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./8-9-2025) έφεση, κατά της με αριθμό 3218/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.

Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων, τη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου, του παρόντος βαθμού  δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 7 Σεπτεμβρίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ