ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 596 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (e-ΕΦΚΑ), πρώην «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Γεωργίου Χλούπη, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.
Της εφεσίβλητης: Της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…….», νομίμως εκπροσωπουμένης από τον εκκαθαριστή αυτής, ήτοι την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………» με διακριτικό τίτλο «…………», νομίμως εκπροσωπούμενη, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» και τον διακριτικό τίτλο «………» (στο εξής «…………….»), αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος αρχικά σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015 δυνάμει της με αριθμό 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16.03.2017 ΦΕΚ (τ. Β’)] και ήδη σύμφωνα με το νόμο 5072/2023 δυνάμει της με αριθμό 507/1/09.07.2024 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 4257/19.07.2024 ΦΕΚ (τ. Β’)], που εδρεύει στο …… Αττικής, επί της οδού …….., με ΑΦΜ ……./Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και με αρ. ΓΕΜΗ ……….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμης διαχειρίστριας δυνάμει της από 31-01-2025 σύμβασης διαχείρισης Απαιτήσεων (αρθ. 10 παρ. 14,16 του ν. 3156/2003), περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα την 31-01-2025 στα βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αριθμό πρωτ. …./31-01-2025 των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν την 31-01-2025 στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……..» (………..) που εδρεύει στο ……….., με αριθμό μητρώου ………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που έχει καταστεί ειδική διάδοχος δυνάμει της από 31-01-2025 σύμβασης Εκχώρησης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, κατ’ άρθρα 10 και 14 του Ν 3156/2003 και από τις γενικές διατάξεις του ελληνικού δικαίου, που καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ. πρωτ…./31-01-2025, από την υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……….. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ», που εδρεύει στο ………… Αττικής, οδός …….., με Α.Φ.Μ. …………, που τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση δυνάμει της υπ’ αριθ. 85/26.7.2013 συνεδρίασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος δημοσιευθείσας στο υπ’ αριθ. 1831/26.7.2013 (τεύχος Β’) όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Ειδικό Εκκαθαριστή αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……….» και με τον διακριτικό τίτλο «…………», έδρα το Δήμο ….. Αττικής, ……., με Α.Φ.Μ. ……….., δυνάμει της υπ’ αριθ. 182/1/4.4.2016 Απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β’ 925/5.4.2016), όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βασιλική Ροδίτη.
Του καθ’ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (e-ΕΦΚΑ), πρώην «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Γεωργίου Χλούπη, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.
Της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: Της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», νομίμως εκπροσωπουμένης από τον εκκαθαριστή αυτής, ήτοι την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……….» με διακριτικό τίτλο «……..», νομίμως εκπροσωπούμενη, που εδρεύει στο …………. Αττικής, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Το ως άνω εκκαλούν ν.π.δ.δ. με την από 4/2/2022 με αριθμό κατάθεσης ………/2022 ανακοπή του κατά της ανωτέρω αναφερόμενης εφεσίβλητης και του υπ’ αριθμ. ……../2022 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών . ………, υπαλλήλου του πλειστηριασμού, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτά αναφέρονται. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 468/2023 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ανακοπή και καταδίκασε το ανακόπτον στα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου η ανακοπή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εκκαλούν με την υπό κρίση από 28/1/2025 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης ………./2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής, με τη με αριθμό κατάθεσης ………../2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο. Περαιτέρω, η εταιρία με την επωνυμία
«…………..» και τον διακριτικό τίτλο «……..», άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και κατά του εκκαλούντος την από 19/12/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω υποθέσεων, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παριστάμενων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους και στα πρακτικά.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται προς συζήτηση: α) η από 28/1/2025, κατατεθείσα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2025 και ακολούθως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις με αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2025, έφεση κατά της εφεσίβλητης προς εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 468/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δίκασε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και β) η από 19/12/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ…………/2025) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «………», υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και κατά του εκκαλούντος στην εκκρεμή έφεση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της συνάφειάς τους, αφού αφορούν στην ίδια προσβαλλομένη απόφαση, υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και με τη συνεκδίκαση τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 80 επ., 246 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Κατά την εκφώνηση της παραπάνω έφεσης και πρόσθετης παρέμβασης από τη σειρά τους στο οικείο πινάκιο: Α) στην έφεση του ΝΠΔΔ, η εφεσίβλητη ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …………΄/12-2-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ………, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης με τη σχετική πράξη κατάθεσης, την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση σε αυτή για συζήτηση επιδόθηκε στην εφεσίβλητη νόμιμα κατ’ άρθρο 129 παρ.1 ΚΠολΔ και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 498 παρ.2 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, η εφεσίβλητη θα δικασθεί ερήμην, πλην όμως η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν κι αυτή παρούσα κατ’ άρθρο 524 παρ.4 εδ.1 του ΚΠολΔ, με τη διάκριση που θα γίνει ως προς την εφεσίβλητη παρακάτω, Β) στην από 19/12/2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά ήταν απούσα. Από την προσκομιζόμενη από την προσθέτως παρεμβαίνουσα υπ’ αριθ. ……………/2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών-Πειραιώς ………, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της παραπάνω πρόσθετης παρέμβασης με πράξη ορισμού της αναφερόμενης ως άνω δικασίμου και κλήση σε αυτή για συζήτηση επιδόθηκε στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, νόμιμα κατ’ άρθρο 129 παρ.1 κι εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 591 παρ.1 περ.β’ εδ.α’ του ΚΠολΔ, όπως η σχετική διάταξη εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου. Σχετικά με τη δικονομική θέση της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, όπως αυτή επηρεάζεται από την άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και τις συνέπειες που έχει η παράσταση στη δίκη των λοιπών συμμετεχόντων στη δίκη, λεκτέα τυγχάνουν τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….», «Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, «Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α’ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης». Την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου οι εν λόγω εταιρίες αποκτούν ανεξάρτητα αν το πλαίσιο μεταβίβασης και διαχείρισης των απαιτήσεων στηρίζεται στον ν. 3156/2003, αλλά σημασία έχει το εάν πρόκειται για εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015 (στις οποίες ρητά έχει απονεμηθεί από το νόμο η ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου), ανεξαρτήτως δηλαδή αν η μεταβίβαση της απαίτησης από τον αρχικό δικαιούχο προς τον ειδικό διάδοχο (εταιρίες ειδικού σκοπού- ΕΑΑΔΠ) και ακολούθως η ανάθεση από αυτόν της διαχείρισης έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 ή με βάση το ν. 4354/2015 (Ολ. ΑΠ 1/2023 ΤΝΠ Nomos).
Στην προκειμένη περίπτωση η υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση «……….. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ» δυνάμει της υπ’ αριθ. 85/26-7-2013 συνεδρίασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος δημοσιευθείσας στο υπ’ αριθ. 1831/26-7-2013 (τεύχος Β’) τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση, ενώ με την υπ’ αριθ. 182/1/4-4-2016 Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ β’ 925/5-4-2016). Ειδικός Εκκαθαριστής αυτής ορίστηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..» και όλες οι απαιτήσεις από την επίδικη δανειακή σύμβαση διατηρήθηκαν στην «………….. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ». Ακολούθως, η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….» (…………..) που εδρεύει στο …………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, κατέστη ειδική διάδοχος της ως άνω υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………», όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Ειδικό Εκκαθαριστή αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..» και με τον διακριτικό τίτλο «…………», κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν, μεταξύ άλλων, και της απαιτήσεως της ανωτέρω Τράπεζας από τις επίδικες συμβάσεις στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεών της από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, δυνάμει της από 31/1/2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα την 31/1/2025 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …../31-01-2025, στον τόμο … και με αρ. …. (άρθρο 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003). Επιπλέον, η διαχείριση των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν κατά τα ανωτέρω στην εταιρεία ειδικού σκοπού «………..» (………….», μεταξύ των οποίων και η επίδικη απαίτηση, η οποία έχει καταχωρηθεί στο παράρτημα της ως άνω Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Απαιτήσεων, ανατέθηκε την 31/1/2025 στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «……..» με αρ. ΓΕΜΗ ……. (στο εξής «……..»), αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμ. 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16.03.2017 ΦΕΚ (τ. Β’)] (άρθρο 10 παράγραφοι 14, 15 του ν. 3156/2003) δυνάμει της από 31/1/2025 σύμβασης διαχείρισης κατ’ άρθρο 10 παράγραφοι 14 και 16 του ν. 3156/2003 επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα την 31/1/2025 στα βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αριθμό πρωτ. …./31-1-2025, στον τόμο ….. και με αρ. ……. (άρθρο 10 παράγραφος 14 και 16 του ν. 3156/2003). Συνεπώς, δικαιούχος της απαίτησης που απορρέει από τις επίδικες συμβάσεις είναι πλέον η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..» (………………», με διαχειρίστρια εταιρεία την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα. Με την ιδιότητά της αυτή, η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα παρεμβαίνει για να μη μεταρρυθμισθεί, κατόπιν της ένδικης έφεσης ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης στον οποίο έχει καταταγεί η υπέρ ης η παρέμβαση τράπεζα και αποβληθεί αυτή από τον πίνακα, έχει δε δημιουργηθεί μεταξύ της προσθέτως παρεμβαίνουσας και της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία. Από τα προσκομιζόμενα μετ΄ επικλήσεως από την προσθέτως παρεμβαίνουσα έγγραφα προκύπτει η επικαλούμενη ιδιότητα και το έννομο συμφέρον της για την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ΄ άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρων 76 παρ. 1,3 και 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί εφέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016 ΤΝΠ Nomos), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικο του (ΑΠ 368/2019, ΜονΕφΛαρ 305/2022 στην ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, εν προκειμένω, η υπέρ η πρόσθετη παρέμβαση-εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 524 παρ. 4 εδάφ. α` του ΚΠολΔ), καθώς θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.
Περαιτέρω, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε από ή προς το εκκαλούν, η δε εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 13/2/2023 και το εκκαλούν άσκησε την κατ’ αυτής έφεση με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά, κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, στις 11/2/2025, ήτοι πριν παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ’ άρθρο 518 παρ.2 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, ενώ κατάθεση εκ μέρους του εκκαλούντος του παράβολου που προβλέπεται με το άρθρο 495 παρ. 3 KΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, δεν απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν.δ. της 26.6/10.7.1944 «περί κώδικος των νόμων των δικών του Δημοσίου» και την αναλογικώς εφαρμοζόμενη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, διάταξη του άρθρου 30 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», ως και την διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 περ. Θ΄ του ν. 4387/2016.
Με την από 4/2/2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. …./2022) ανακοπή του εκκαλούντος κατά του συνταχθέντος από την Συμβολαιογράφο Αθηνών ……. υπ’ αριθμ. …./3-2-2022 πίνακα κατάταξης δανειστών εκθέτει ότι, από τις ειδικότερα διαλαμβανόμενες στην υπό κρίση ανακοπή αιτίες, έχει έναντι τρίτου – μη διαδίκου τις ειδικότερα διαλαμβανόμενες στην υπό κρίση ανακοπή χρηματικές απαιτήσεις. Ότι σε βάρος ακινήτου κειμένου στον Πειραιά, της αποκλειστικής κυριότητας του ως άνω οφειλέτη του, επισπεύσθηκε πλειστηριασμός από την καθ’ ης, με εκτελεστό τίτλο διαταγή πληρωμής του αρμοδίου Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσα για απαίτηση πηγάζουσα από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, ο οποίος πλειστηριασμός διενεργήθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ………….. στις 29/10/2021. Ότι το ανακόπτον αναγγέλθηκε στον ως άνω αναγκαστικό πλειστηριασμό για τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην υπό κρίση ανακοπή ποσά. Ότι στη συνέχεια, η ανωτέρω επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, με τον οποίο, αφού αφαιρέθηκαν τα έξοδα εκτέλεσης, απέμεινε προς διανομή πλειστηρίασμα το οποίο κατένειμε μεταξύ των διαδίκων, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται στην υπό κρίση ανακοπή, χωρίς να ικανοποιηθούν πλήρως οι απαιτήσεις του ανακόπτοντος. Ότι ο ως άνω πίνακας κατάταξης τυγχάνει εσφαλμένος για τους ειδικότερα διαλαμβανόμενους στην υπό κρίση ανακοπή λόγους, και επικαλούμενο έννομο συμφέρον, ενόψει του ότι κανείς προηγούμενος στην κατάταξη δανειστής δεν άσκησε ανακοπή για τους ίδιους λόγους, ζητά τη μεταρρύθμιση αυτού προκειμένου να καταταγεί το ίδιο για το σύνολο της απαίτησης του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή του εκκαλούντος ως αόριστη και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα της καθ΄ης η ανακοπή σε βάρος του ανακόπτοντος. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται, αφενός το εκκαλούν με την υπό κρίση έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την αποδοχή της ανακοπής στο σύνολό της και την καταδίκη της εφεσίβλητης στη δικαστική του δαπάνη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μόνο λόγο της ανακοπής το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο ανακοπτόμενος πίνακας τυγχάνει μεταρρυθμιστέος, διότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρ. 975 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του όγδοου άρθρου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015). Η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το λόγο αυτό με την αιτιολογία ότι ο λόγος αυτός τυγχάνει αόριστος και κατά τούτο απορριπτέος, διότι το ανακόπτον ΝΠΔΔ δεν εξειδικεύει εάν η επιταγή προς εκτέλεση, δυνάμει της οποίας πραγματοποιήθηκε η αναγκαστική εκτέλεση, επιδόθηκε μετά την 1/1/2016, ώστε το Δικαστήριο να αποφανθεί για το εάν τυγχάνουν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρ. 975 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν ή μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του όγδοου άρθρου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015). Πλην όμως όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής σε αυτό αναφέρεται ότι το υπ’ αριθμ. ……/2011 Α΄εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. ……/2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον καθ’ ου ο πλειστηριασμός-οφειλέτη το πρώτον στις 27 Ιουλίου 2011, με επίκληση και αναφορά στο δικόγραφο της υπ’ αριθμ. ………/27-7-2011 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …….. Συνεπώς, ο ως άνω λόγος της ανακοπής είναι ορισμένος και για το λόγο αυτό πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της υπό κρίση έφεσης ως βασίμου, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να κρατηθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, και δη ως προς το παραδεκτό και βάσιμο (νόμω και ουσία) του λόγου της ανακοπής.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 3 του Ν. 4335/2015 «Μεταβατικές και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α`87/23-7-2015, έναρξη ισχύος 1-1-2016), οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται, όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η-1-2016. Επίσης, σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρ. 43 του Ν. 4715/2020 (ΦΕΚ Α` 149/1-8-2020), «Κατά την αληθή τους έννοια, οι διατάξεις: α) της περ. 19 της υποπαρ. Γ3 της παρ. Γ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α` 94), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 της παρ. 2 του ν. 4446/2016, και β) του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α`87) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος των παραπάνω νόμων. Για την κατάταξη των πιστωτών στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψιν το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης…». Από τον συνδυασμό των δύο παραπάνω εδαφίων, κατά το μέρος τους που αναφέρεται στην εκτέλεση κατά τον ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο νομοθέτης του Ν. 4715/2020 εκλαμβάνει ως διαδικασίες εκτέλεσης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη όσες άρχισαν με επίδοση επιταγής προς εκτέλεση (επιταγής, όμως, βάσει της οποίας άρχισε η εκτέλεση) πριν την 1η-1-2016, για τις οποίες επιλέγεται η εφαρμογή του προϊσχύσαντος δικαίου των προνομίων και η κατάρτιση του πίνακα κατάταξης κατά το προϊσχύσαν άρθρ. 977, χωρίς ο χρόνος σύνταξής του να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή. Η ως άνω διάταξη έλυσε νομοθετικά το ζήτημα που είχε ανακύψει μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015, ως προς το δίκαιο που πρέπει να εφαρμόζεται, για να κριθούν τα προνόμια των δανειστών και η κατάταξή τους, δηλαδή εάν εφαρμόζεται το δίκαιο του χρόνου σύνταξης του πίνακα κατάταξης ή του χρόνου έναρξης της εκτελεστικής διαδικασίας με την επίδοση της επιταγής, εφόσον η τελευταία επιδόθηκε σε χρόνο προ της 1ης Ιανουαρίου 2016, με υιοθέτηση της εφαρμογής του δικαίου του χρόνου επίδοσης της επιταγής. Μολονότι στην αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας με την οποία εισήχθη και ψηφίσθηκε η ως άνω ερμηνευτική διάταξη αναγράφεται ότι η τελευταία είναι αναγκαία για την αποτροπή της υποβάθμισης του προνομίου των εργαζομένων έναντι ιδίως των συντρεχουσών απαιτήσεων τραπεζών, καθόσον, πριν από την αντικατάσταση του άρθρ. 975 ΚΠολΔ με το άρθρ. 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, οι απαιτήσεις τους ικανοποιούνταν κατ ’ απόλυτη προτεραιότητα από το πλειστηρίασμα, σύμφωνα με το εδ. Δ ’ της παρ. 3 του ως άνω άρθρου, παρόλα αυτά στην ως άνω ερμηνευτική διάταξη δεν περιλήφθηκε διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες υπάρχουν εργατικές απαιτήσεις και αυτών στις οποίες δεν υπάρχουν. Συνεπώς, λόγω της γενικής διατύπωσης της ως άνω διάταξης, αυτή καταλαμβάνει όλες τις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο της (βλ. ΑΠ 224/2022 και ΑΠ 1151/2021 ΤΝΠ Nomos, που δέχονται ότι η ως άνω διάταξη του άρθρ. 43 του Ν. 4715/2020 είναι γνήσια ερμηνευτική και ότι -ως εκ τούτου – έχει αναδρομική ισχύ). Περαιτέρω, επί επίδοσης περισσότερων επιταγών προς εκτέλεση, κρίσιμος χρόνος για την επιλογή του δικαίου που θα εφαρμοστεί, για να κριθούν τα προνόμια των δανειστών και η κατάταξή τους, είναι ο χρόνος της επίδοσης της επιταγής με βάση την οποία επισπεύσθηκε τελικά η αναγκαστική εκτέλεση που οδήγησε στην απόκτηση του προς διανομή πλειστηριάσματος και όχι ο χρόνος επίδοσης τυχόν προηγούμενης επιταγής, η ισχύς της οποίας αποδυναμώθηκε, κατ’ άρθρ. 926§2 ΚΠολΔ, μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος του έτους, χωρίς να επακολουθήσει άλλη πράξη εκτέλεσης, και με βάση την οποία δεν μπορούσε πλέον να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση (βλ. πάγια νομολογία, ενόψει της μεταβατικής διάταξης του άρθρ. 1 άρθρου ένατου παρ. 3 του Ν. 4335/2015, ΜονΕφΘεσ 49/2022 ΤΝΠ Nomos, ΜονΕφΔυτΜακ 36/2021 αδημ., ΕφΔωδ 93/2019 ΤΝΠ Nomos). Η θέση αυτή ενισχύεται και από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρ. 43 του Ν. 4715/2020, στην οποία γίνεται λόγος για «διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη», ως τέτοιες νοούνται δε μόνον όσες είχαν αρχίσει με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και υπήρχε δυνατότητα περαιτέρω εξέλιξής τους με τη διενέργεια πράξεων εκτέλεσης, δεδομένου ότι η αποδυναμωθείσα, λόγω παρόδου της ενιαύσιος προθεσμίας, επιταγή προς εκτέλεση δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι διατηρεί σε εξέλιξη τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Εξάλλου, εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε διαφορετική ρύθμιση, δηλαδή να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος επίδοσης της προηγούμενης επιταγής, η οποία, ωστόσο, δεν οδήγησε στην πρόοδο της αναγκαστικής εκτέλεσης, έπρεπε αυτό να είχε διατυπωθεί ρητά στον Ν. 4715/2020, ενόψει της πάγιας νομολογίας που είχε διαμορφωθεί ως προς το ζήτημα αυτό, δηλαδή ότι κρίσιμος θεωρείται ο χρόνος της τελευταίας επιταγής, η οποία οδήγησε με την αναγκαστική εκτέλεση στον πλειστηριασμό. Μη ρυθμίζοντας ο νομοθέτης διαφορετικά το ζήτημα, όπως έπραξε ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο για τη σύγκρουση των προνομίων και την κατάταξη των δανειστών, σημαίνει ότι δεν διαφωνεί ως προς το ζήτημα αυτό με τη νομολογία. Επομένως, με βάση την ως άνω ερμηνευτική διάταξη, εάν είχε επιδοθεί επιταγή προς πληρωμή προ της 1ης Ιανουαρίου 2016, αλλά, λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου του ενός έτους, χωρίς να γίνει άλλη πράξη εκτέλεσης, επιδόθηκε εκ νέου άλλη επιταγή μετά την ως άνω ημερομηνία, τα προνόμια των δανειστών θα κρίνονται με βάση το ισχύον μετά τον Ν. 4335/2015 δίκαιο, καθόσον δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο άπρακτος χρόνος του ενός και πλέον έτους συνιστά χρονικό διάστημα, κατά το οποίο βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 342/2024, ΑΠ 224/2022, ΑΠ 1151/2021, ΕφΘεσ 299/2026, ΕφΠειρ 179/2025, Εφ Πειρ 420/2024, Εφ Πειρ 48/2023 ΤΝΠ Nomos).
Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση των εγγράφων που νόμιμα μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι παριστάμενοι διάδικοι προκύπτει ότι η καθ`ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαίτησής της κατά του οφειλέτη της, ……………, με εκτελεστό τίτλο την υπ’ αριθμ. …../2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Η επιβληθείσα κατάσχεση έγινε σε εκτέλεση του υπ’ αριθμ. …../2011 πρώτου (Α΄) απογράφου εκτελεστού της υπ’ αριθμ. …../2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την νέα από 24/1/2020 επιταγή προς πληρωμή, που κοινοποιήθηκε στον οφειλέτη με την υπ’ αριθμ. …./28-1-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………., ήτοι μετά την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας το 2016, βάσει της οποίας επιβλήθηκε κατάσχεση (δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/2020 κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή) στην ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, η οποία εν συνεχεία εκπλειστηριάστηκε στις 29/10/2021, συνταχθείσας σχετικά της με αριθ. ………../29-10-2021 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Αθηνών ………. Λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, η ανωτέρω συμβολαιογράφος συνέταξε τον υπ’ αριθμ. …./3-2-2022 προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρ. 975 και 977 ΚΠολΔ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τον Ν. 4335/2015, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος-ανακόπτοντος, θα έπρεπε να εφαρμοστούν ως ίσχυαν πριν την τροποποίηση αυτή, προκειμένου να αποβληθεί η καθ`ης η ανακοπή και να καταταγεί το ίδιο, λόγω του ότι αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω υπ’ αριθμ. ……./2011 διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον οφειλέτη στις 27/7/2011, επικαλούμενο την υπ’ αριθμ. ………..΄/27-7-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ……….. Ωστόσο, όπως εκτέθηκε αναλυτικά στη νομική σκέψη της παρούσας, κρίσιμος χρόνος για την επιλογή του δικαίου που θα εφαρμοστεί, για να κριθούν τα προνόμια των δανειστών και η κατάταξή τους, είναι ο χρόνος της επίδοσης της επιταγής με βάση την οποία επισπεύσθηκε τελικά η αναγκαστική εκτέλεση, που οδήγησε στην απόκτηση του προς διανομή πλειστηριάσματος, στην προκειμένη δε περίπτωση η επιταγή προς πληρωμή, με βάση την οποία επισπεύσθηκε ο επίδικος πλειστηριασμός, επιδόθηκε στον οφειλέτη της επισπεύδουσας στις 28/1/2020, δηλαδή μετά την 1η/1/2016, και -ως εκ τούτου – ορθά εφαρμόστηκαν από την συντάξασα τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης υπάλληλο του πλειστηριασμού οι διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως το περιεχόμενο αυτών είχε διαμορφωθεί μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015, και όχι οι προϊσχύσασες διατάξεις. Επιπλέον πρέπει να επισημανθεί ότι η επιταγή προς πληρωμή στην οποία στηρίχθηκε η κύρια εκτελεστική διαδικασία είναι αυτή που επιδόθηκε στον οφειλέτη στις 28/1/2020, καθώς από την αρχική επιταγή, που επιδόθηκε στον οφειλέτη στις 27/7/2011 είχε περάσει ένα έτος μέχρι την κατάσχεση που έγινε με την υπ’ αριθμ. …./7-2-2020 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………….. και συνεπώς αυτή είχε αποβάλλει την ισχύ της και δεν μπορούσε να στηρίξει περαιτέρω πράξεις εκτέλεσης.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο σχετικός μοναδικός λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως και η ανακοπή στο σύνολό της. Πρέπει να σημειωθεί ότι, ως προς την πρόσθετη παρέμβαση δεν θα περιληφθεί διάταξη στο διατακτικό, καθόσον αυτή δεν περιέχει ίδιο αίτημα που να πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει (ούτε καν σιωπηρά) το Δικαστήριο, αλλά απλώς διευρύνει τα όρια της εκκρεμούς διαδικασίας, αποτέλεσμα το οποίο επέρχεται αμέσως μετά την άσκησή της (βλ. ΑΠ 715/1998 ΕλλΔνη 40.630, ΕφΠειρ 111/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 5722/2011 ΕλλΔνη 53.822, ΕφΑθ 6524/1996 ΕλλΔνη 38.929). Επίσης, δε θα οριστεί παράβολο ερημοδικίας για την εφεσίβλητη, η οποία δεν έχει δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης, αφού θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι παρίσταται αντιπροσωπευόμενη από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, αναγκαία ομόδικό της (ΕφΑθ 3990/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΔωδ 218/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 118/2004 Δικογρ. 2004.450, ΕφΑθ 6735/1996 ΕλλΔνη 38.667, ΕφΑθ 11628/1995 ΑρχΝ 1996.185, ΕφΘεσ 37/1990 Αρμ. 1990.108, ΕφΘεσ 231/1986 Αρμ. 1987.1047, ΕφΑθ 8871/1982 ΕλλΔνη 24.94). Τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 28/1/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. …./2025) έφεση και την από 19/12/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ερήμην της εφεσίβλητης, της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την αυτοτελή υπέρ της εφεσίβλητης πρόσθετη παρέμβαση.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 468/2023 απόφαση του Μονομελούς Πειραιώς.
Κρατεί και δικάζει την υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2022 ανακοπή.
Απορρίπτει την ανακοπή.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8.9.2026, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ