ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός Απόφασης 590/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(3ο ΤΜΗΜΑ)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του εκκαλούντος : ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου» (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου», (ΑΦΜ ….), που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής (οδός ………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Παρασκευή Γεωργίου του Κωνσταντίνου (ΑΜ ……….. Δ.Σ. Αθηνών), βάσει δηλώσεως.
Των εφεσίβλητων : 1) ………. εως και 94), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη του Ιωάννη (Α.Μ. ………… Δ.Σ. Αθηνών), βάσει δηλώσεως.
Οι εφεσίβλητοι με την από 22-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../23-12-2020) αγωγή, την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησαν να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 2049/18-6-2024 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (απόφαση). Ήδη το εκκαλούν με την από 8-12-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./8-12-2025) έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./8-12-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν τις από 27-2-2026 και 4-3-2026 μονομερείς δηλώσεις τους, αντίστοιχα, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8-12-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../8-12-2025) έφεση του εναγομένου της από 22-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/23-12-2020) αγωγής – και ήδη εκκαλούντος, κατά της με αριθμό 2049/18-6-2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παρ. 3, 621 επ. του Κ.Πολ.Δ.) και έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 8-12-2025, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 143, 144, 495 παρ. 1 και 2 (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 42 Ν 5221/2025- ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης προ την 1-1-2026, σύμφωνα με το άρθρα 126 παρ. 4, 168 παρ. 3 ν 5221/2025 και 19 Ν 5282/2026), 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 2 (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 43 Ν 5221/2025 -ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της εκκαλουμένης προ τις 31-12-2025, σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 4 του Ν 5221/2025 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 114 παρ. 1 του Ν 5264/2025), 520 παρ. 2, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης από τη δημοσίευση της οποίας (18-6-2024) μέχρι την άσκηση της ενδίκου εφέσεως (8-12-2025) δεν παρήλθε διετία, ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου για την άσκησή της (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.ΠολΔ., 28 παρ. 4 ν 2579/1998, 11 κδ της 26.6/10.7.1944 και 22 παρ. 4 ν 1868/1989, που εφαρμόζονται και επί ΝΠΔΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).
Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.04.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2). Με τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)… γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ’ αυτά. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993). Εξάλλου, σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ. 1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.06.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. θ’ του νόμου αυτού (ν. 1406/1983), όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως “αποδοχές”, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ν.π.δ.δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Από αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, ν.π.δ.δ. ή ΟΤΑ υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, 11/1992, ΟλΑΠ 2/2025, ΑΠ 1209/2025, ΑΠ 1084/2025). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της υποπαρ. Α1 της παρ. 4 του άρθρου 50 του ν. 4305/2014 “Οι οργανικές θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού προσωπικού κλάδου ΠΕ Ιατρών – Οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστάθηκαν στα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. με τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. Υ4α/οικ.34715/14 ΚΥΑ, στις οποίες μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε ιατρικό προσωπικό κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου ΙΖ1 του ν. 4254/2014, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4255/2014, μετατρέπονται αυτοδίκαια σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ., αντίστοιχων ειδικοτήτων με τις κατεχόμενες θέσεις. Η αυτοδίκαιη μετατροπή των θέσεων αυτών, γίνεται κάθε φορά με τη διαπιστωτική πράξη του Διοικητή του Νοσοκομείου, για την ένταξη και κατάταξη των ιατρών στις μετατρεπόμενες θέσεις, μετά τη θετική αξιολόγηση τους από τα αρμόδια Συμβούλια. Η ανωτέρω διαπιστωτική πράξη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.”. Άμα τη δημοσιεύσει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της ανωτέρω διαπιστωτικής πράξης, οι οργανικές θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού κλάδου ΠΕ Ιατρών-Οδοντιάτρων, που είχαν συσταθεί στα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ κατά τα ανωτέρω, στις οποίες είχε μεταφερθεί/μεταταχθεί ιατρικό προσωπικό κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της υποπαραγράφου ΙΖ1 του ν. 4254/2014, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4255/2014, μετατράπηκαν αυτοδικαίως (αυτόματα) σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών και οδοντιάτρων ΕΣΥ, για τους ειδικευμένους ιατρούς που αφορούσε η αντίστοιχη διαπιστωτική πράξη. ‘Ητοι, εφεξής, οι αντίστοιχες συμβάσεις εργασίας τους, μετατράπηκαν από ιδιωτικού δικαίου σε δημοσίου δικαίου, κατά τα ισχύοντα για τους ειδικευμένους ιατρούς του ΕΣΥ, οι οποίοι, κατά το άρθρο 24 του ν. 1397/1983 “Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΦΕΚ Α’143) -που μετά την κατάργησή του με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Α 123), επανήλθε σε ισχύ με την περ. β’ του άρθρου 1 του ν. 2194/1994, όπως ίσχυε πριν τη δημοσίευση του ν. 2071/1992- είναι μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί, τελούντες μάλιστα υπό ιδιαίτερο καθεστώς εισόδου στη δημόσια υπηρεσία, ύστερα από προκήρυξη της οικείας θέσης και αξιολόγηση (ΟλΑΠ 2/2025, ΑΠ 1209/2025). Και τούτο καθώς οι διατάξεις των άρθρων 50 του ν. 4305/2014 και πρώτου παρ. ΙΖ.1 του ν. 4254/2014 είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος (ΑΠ 1209/2025).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 22-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./23-12-2020) αγωγή, οι ενενήντα τέσσερις (94) ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, ισχυρίστηκαν ότι είναι ιατροί του Κλάδου Ειδικευμένων Ιατρών Ε.Σ.Υ. και του Κλάδου Οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ., αντίστοιχα, όπως εξειδικεύεται για τον κάθε ενάγοντα στην αγωγή, απασχολούμενοι δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αρχικά στο Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. με ειδική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άρθρου 10 ν.δ/τος 1204/1972, στη συνέχεια από 1-1-2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. δυνάμει των διατάξεων του ν. 3918/2011, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα από τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. από 18-2-2014 και στη συνέχεια, από 1-4-2014 μεταφέρθηκαν στο εναγόμενο ΝΠΔΔ και ήδη εκκαλούν και ακολούθως κατόπιν αιτήσεώς τους και αφού τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία, από 19-12-2014 εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις στον Κλάδο Ειδικευμένων Ιατρών ΕΣΥ πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με τις αναφερόμενες αποφάσεις και διαπιστωτικές πράξεις του αρμοδίου οργάνου, που δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την αναφερόμενη ειδικότητα και τον βαθμό ο καθένας και υπηρετούν στο εναγόμενο, ασκώντας πλήρως και αποκλειστικώς τα συναρτώμενα με την ειδικότητά τους καθήκοντα. Ότι ως προς τις αποδοχές τους είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν στις 31.12.2012, πριν δηλαδή από τις, κριθείσες ως αντισυνταγματικές, περικοπές των αποδοχών τους με τις διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, αλλά και τις επίσης αντισυνταγματικές διατάξεις των άρθρων 136-140 του ν. 4472/2017, με τις οποίες ψηφίσθηκε νέο ειδικό μισθολόγιο για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., ισχύον μάλιστα, κατ’ άρθρο 162 αυτού, αναδρομικά από 01.01.2017, και στο οποίο ενσωματώνονται οι κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές του ν. 4093/2012, πλην όμως το εναγόμενο, κατ’ εφαρμογήν των ανωτέρω αντισυνταγματικών περικοπών που προέβλεψαν οι προαναφερόμενοι νόμοι, τους καταβάλλει αποδοχές μικρότερες των δικαιούμενων από τις ως άνω διατάξεις. Ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1, αριθμ. 27 εδ. α, β και γ του ν 4093/2012 και των άρθρων 136 επ. του ν 4472/2017 κατά το μέρος που ισχύουν αναδρομικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 19-5-2017 -για το οποίο αναβιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 43, 44, 45 του ν. 3205/2003 -και στο οποίο ενσωματώνονται οι κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές του ν. 4093/2012, είναι αντισυνταγματικές και συνεπώς ανίσχυρες, αντικείμενες στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, καθώς και προς τις αρχές της ισότητας στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας και την αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους. Ζητούσαν δε, μετά την παραδεκτή τροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων σε εν όλω αναγνωριστικά, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον καθένα τους για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 30-11-2020, κατά τις γενόμενες στην αγωγή διακρίσεις για κάθε ενάγοντα (ήτοι από 1-7-2017 έως 30-9-2017 στον 74ο ενάγοντα, από 1-7-2017 έως 31-12-2017 στον 9ο ενάγοντα, από 1-7-2017 έως 31-8-2018 στην 44η ενάγουσα, από 1-7-2017 έως 31-12-2018 στους 2ο, 4ο, 8η, 10ο, 13ο, 14η, 15η, 20ης, 26ο, 31ο, 35η, 37η, 39ο, 42ο, 45ο , 46η, 47η, 49η, 50ο, 53η, 54η, 55η, 61ο, 68ο, 69η, 73η, 80ο, 82η, 83ο, 84ο, 85ο, 87ο, 88ο, ενάγοντες, από 1-7-2017 έως 31-8-2019 στον 1ο ενάγοντα, από 1-7-2017 έως 30-9-2019 στους 41ο, 66ο ενάγοντες, από 1-7-2017 έως 31-12-2019 στους 58ο, 72η ενάγοντες και από 1-7-2017 έως 30-11-2020 στους 3η, 5ο, 6η, 7ο, 11ο, 12ο, 16η, 17η, 18ο, 19ο, 21η, 22ο, 23η, 24ο, 25ο, 27η, 28η, 29η, 30η, 32η, 33ο, 34η, 36η, 38ο 40ο, 43η, 48ο, 51ο, 52ο, 56ο, 57ο, 59η, 60η, 62η, 63η, 64ο, 65η, 67ο, 70ο, 71η, 75ο, 76η, 77η, 78η, 79η, 81ο, 86η, 89η, 90ο, 91ο, 92ο, 93ο, 94η ενάγοντες), τις αναλυτικά αναφερόμενες διαφορές αποδοχών, μεταξύ αυτών που έλαβαν το ως άνω διάστημα με τις περικοπές των διατάξεων των νόμων 4093/2012 και 4472/2017, που αντίκεινται όμως σε διατάξεις του Συντάγματος, και των αποδοχών που το εναγόμενο υποχρεούτο να τους καταβάλει, χωρίς τις περικοπές των αντισυνταγματικών διατάξεων των νόμων αυτών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και να καταδικαστεί το εναγόμενο στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη, πλην του αιτήματος να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, απέρριψε την ένσταση παραγραφής του εναγομένου και μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, να καταβάλει στους ενάγοντες, τα αναφερόμενα στο διατακτικό για τον καθένα τους ποσά, ως διαφορές αποδοχών και συμψήφισε εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων κατ’άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να απορριφθεί η αγωγή και να επιβληθούν σε βάρος των εφεσίβλητων τα δικαστικά του έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση περί έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, διατεινόμενο ειδικότερα ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, αφού εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρετούν στο εκκαλούν ως ιατροί κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ, υπηρετούν με εργασιακή σχέση δημοσίου δικαίου, ως μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί και επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, αφού μεταφέρθηκαν με το Ν 4238/2014 στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, αξιολογήθηκαν και εντάχθηκαν από 19-12-2014 σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ και υπό αυτήν την ιδιότητα και θέση υπηρετούν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, πλην όμως εξακολουθούν με εργασιακή σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθόσον οι αξιώσεις τους ως μισθολογικές διαφορές από 1-1-2017 έως 30-11-2020 απορρέουν από εργασιακή σχέση δημοσίου δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας.
Από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε ότι οι ενάγοντες τυγχάνουν ιατροί Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης -Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου (ΠΕ ΙΔΑΧ) του εναγομένου για το διάστημα από 1-4-2014 έως 18-12-2014 και ήδη Κλάδου Ειδικευμένων Ιατρών Ε.Σ.Υ. και Οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ., δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το διάστημα από 19-12-2014 και εφεξής και ειδικότερα προσλήφθηκαν από το Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. με ειδική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άρθρου 10 ν.δ/τος 1204/1972, προκειμένου να παράσχουν περίθαλψη της ειδικότητας εκάστου εξ αυτών στους ασφαλισμένους του ως άνω Ιδρύματος έναντι των προβλεπόμενων από το εκάστοτε ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων αποδοχών και υπηρετούσαν σε υγειονομικούς σχηματισμούς αυτού -Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας (Ν.Μ.Υ.) και Τοπικές Μονάδες Υγείας (Τ.Μ.Υ.) και από 1-1-2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Π.Υ., δυνάμει των σχετικών διατάξεων του ν. 3918/2011, και ακολούθως, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014 μεταφέρθηκαν στη 2η Διοίκηση Πειραιώς και Αιγαίου, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης ιατρών ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ από 19-12-2014 εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ν 4238/2014, καθεστώς με το οποίο υπηρετούν μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα τέθηκαν σε διαθεσιμότητα από τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. από 18-2-2014, μεταφέρθηκαν από 1-4-2014 στη 2η Διοίκηση Πειραιώς και Αιγαίου και αιτήθηκαν να ενταχθούν ως ιατροί ΕΣΥ σύμφωνα με το ν. 4238/2014, όπου κατόπιν θετικής τους αξιολόγησης από το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο, από 19-12-2014 εντάχθηκαν στον Κλάδο Ειδικευμένων Ιατρών ΕΣΥ και κατόπιν αυτών, σύμφωνα με την εκκαλουμένη απόφαση, δικαιούνται τις προβλεπόμενες από το άρθρο 43 επ. ν 3205/2003 αποδοχές του ειδικού μισθολογίου ιατρών και οδοντιάτρων ΕΣΥ και ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη εκκκαλούντος να καταβάλει τα αιτηθέντα με την αγωγή ποσά στον καθένα ενάγοντα, που αναφέρονται στο διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης ως διαφορές αποδοχών για τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα (εντός του συνολικού χρονικού διαστήματος από 1-1-2017 έως 30-11-2020) μεταξύ αυτών που έλαβαν το ως άνω διάστημα με τις περικοπές των διατάξεων των νόμων 4093/2012 και 4472/2017, που αντίκεινται όμως σε διατάξεις του Συντάγματος, και των αποδοχών που το εναγόμενο υποχρεούτο να τους καταβάλει, χωρίς τις περικοπές των αντισυνταγματικών διατάξεων των νόμων αυτών.
Επίσης, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι ήταν ιατροί ΠΕ ΙΔΑΧ του εναγομένου για το διάστημα από 1-4-2014 έως 18-12-2014 και ήδη Κλάδου Ειδικευμένων Ιατρών ΕΣΥ και Οδοντιάτρων ΕΣΥ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου για το διάστημα από 19-12-2014 και εφεξής και ειδικότερα ότι αρχικά προσλήφθηκαν από το Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. με ειδική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άρθρου 10 ν.δ/τος 1204/1972, στη συνέχεια από 1-1-2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. δυνάμει των διατάξεων του ν. 3918/2011, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα από τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. από 18-2-2014 και στη συνέχεια, από 1-4-2014 μεταφέρθηκαν στο εναγόμενο ΝΠΔΔ και ήδη εκκαλούν και ακολούθως κατόπιν αιτήσεώς τους και αφού τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία σύμφωνα με το ν. 4238/2014, από 19-12-2014, δυνάμει της αναφερόμενης, με αριθ. ΔΑΑΔ 25913/35556/2-12-2014 απόφασης ένταξης ιατρών/οδοντιάτρων σε θέσης κλάδου ΕΣΥ ΙΔΑΧ (ΦΕΚ 3577Β31-12-2014) διαπιστωτικής πράξης του Διοικητή της 2ης ΔΥΠε και της επακολουθήσασας με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ ……../8/9/2016 διαπιστωτικής πράξης επανακατάταξης σε βαθμό, ιατρών /οδοντιάτρων κλάδου ιατρών ΕΣΥ της 2ης Υ.Πε.Πειραιώς και Αιγαίου, κατόπιν θετικής τους αξιολόγησης από το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο, εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις στον Κλάδο Ειδικευμένων Ιατρών ΕΣΥ, με την αναφερόμενη ειδικότητα και βαθμό ο καθένας.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η εισαγόμενη προς κρίση διαφορά, είναι διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αφού από το χρόνο δημοσίευσης των πιο πάνω διαπιστωτικών πράξεων, που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της υποπαραγράφου ΙΖ1, της παραγράφου ΙΖ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 και της παρ. 4 του άρθρου 50 του ν. 4305/2014 και κατόπιν τήρησης της νόμιμης διαδικασίας, δυνάμει των οποίων μετατράπηκαν αυτοδικαίως (αυτόματα) σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ, για τους ειδικευμένους ενάγοντες ιατρούς που αφορούσε η αντίστοιχη διαπιστωτική πράξη και εντάχθηκαν οι ιατροί αυτοί σε θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. και κατατάχθηκαν στο αναφερόμενο βαθμό ο καθένας δυνάμει και της επικαλούμενης ως επακολουθήσασας με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ ……/8/9/2016 διαπιστωτικής πράξης επανακατάταξης σε βαθμό, ιατρών /οδοντιάτρων κλάδου ιατρών ΕΣΥ της 2ης Υ.Πε.Πειραιώς και Αιγαίου, μετά δε την ένταξή τους σε οργανική θέση του κλάδου ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ., αναφορικά με το επίδικο χρονικό διάστημα, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι συνδέονται με το εκκαλούν ΝΠΔΔ με σχέση δημοσίου δικαίου (και όχι πλέον με ιδιωτικού, όπως οι ίδιοι διατείνονται με την αγωγή), και συνεπώς οι επίδικες διαφορές που απορρέουν από την ως άνω σχέση και αφορούν χρονικό διάστημα μετά την ένταξή τους, υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να κρίνει, με την εκκαλουμένη απόφαση, ότι έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης, υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 του Συντάγματος, 1, 2, 3 του ΚΠολΔ και 1 παρ. 2 περ. θ του ν. 1406/1983 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων πρώτου παρ. ΙΖ υποπαρ. ΙΖ1 του ν. 4254/2014 και 50 παρ. 4 του ν. 4305/2014, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης του εκκαλούντος και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί στο σύνολό της κατά παραδοχή του αιτήματος της έφεσης και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), γεγονός που μαρτυρεί η ενασχόληση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 8-12-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../8-12-2025) έφεση κατά της με αριθμό 2049/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).
Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν την έφεση .
Εξαφανίζει τη με αριθ. 2049/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).
Κρατώντας και δικάζοντας επί της από 22-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../23-12-2020) αγωγής.
Απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 7 Σεπτεμβρίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ