Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 603/2026

EΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός   603/2026

ΤΟ MONOΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Σπυράκο, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη  Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………..,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

Της καλούσας – εκκαλούσας – εφεσίβλητης : Της εταιρίας με την επωνυμία «……….» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον  πληρεξούσιο δικηγόρο της, Στέφανο Λύρα.

Του καθ΄ου η κλήση –  εφεσίβλητου – εκκαλούντος : …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Μαρία Λειβιδιώτου-Σαξώνη.

Ο καθ΄ου η κλήση – εκκαλών – εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 19-12-2018 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ………./2018 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2537/2020 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εναγομένη με την από 25-8-2020 και με ΓΑΚ/ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο ……../2020 και στο Εφετείο ………/2020, αντίστοιχα, έφεσή της. Την ίδια απόφαση προσέβαλε και ο ενάγων με την από  11-3-2021 έφεση με ΓΑΚ/ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο ……./2021 και στο Εφετείο ………/2021, αντίστοιχα. Αμφότερες οι εφέσεις συνεκδικάστηκαν κατά τη δικάσιμο της 17.3.2022 εκδοθείσης της 464/2022 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής η καλούσα – εκκαλούσα – εφεσίβλητη άσκησε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 230/2025 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο τούτο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Ήδη με την από 12.2.2026  (αρ. κατ. ………../2026) κλήση της  καλούσας – εκκαλούσας – εφεσίβλητης που γράφτηκε στο πινάκιο και ορίστηκε για την παραπάνω αναγραφόμενη δικάσιμο, επαναφέρεται προς συζήτηση η υπόθεση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 § 1 εδαφ. α΄, 580 § 3 εδαφ. β΄ και 581 § 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν αναιρεθεί απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΑΠ 963/1999, Δνη 2000/52), την οποία το δικαστήριο της παραπομπής, επιλαμβανόμενο μετά από κλήση (ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 486/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) είτε θα την δεχθεί και θα εξαφανίσει την εκκαλουμένη είτε θα την απορρίψει επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 758/2018, ΧρΙΔ 2019/268, ΑΠ 1421/2002, ΧρΙΔ 2003/145). Η δίκη στο δικαστήριο της παραπομπής διεξάγεται μεταξύ των διαδίκων που μετείχαν στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 116/2020, ΑΠ 808/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και η υπόθεση επανεξετάζεται κατά την έκταση της ανατροπής της προηγούμενης κρίσης του εφετείου, που επήλθε με την αναιρετική απόφαση, καθόσον η αναίρεση και, συνεπώς, η εξαφάνιση της αποφάσεως που προσβλήθηκε με αυτήν μπορεί να είναι ολική ή μερική, το δε εύρος της εξαφανίσεώς της εξαρτάται από τον αριθμό των κεφαλαίων της διαφοράς (αυτοτελών αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας) που εθίγησαν επιτυχώς (ΑΠ 1150/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 493/2011, ΕΠολΔ 2012/447, ΑΠ 1220/2007, Δνη 2008/1625, ΑΠ 975/2000, Δνη 2001/81). Αν η αναίρεση είναι μερική και αναφέρεται σε ορισμένα μόνον από τα κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκε, ο έλεγχος του δικαστηρίου της παραπομπής θα εκταθεί μόνο στα κεφάλαια αυτά, διότι ως προς τα υπόλοιπα η απόφαση του εφετείου έχει τελεσιδικήσει (ΑΠ 1479/2019, ΑΠ 1282/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 479/2009, ΕφΑΔ 2009/831, Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, ΙΙΙ, Ένδικα Μέσα, 2007, § 121, αρ. 29, σελ. 561) και κατά τη μετ’ αναίρεση επανεκδίκαση της υπόθεσης οι διατάξεις της που δεν αναιρέθηκαν διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν με το δεδικασμένο τους, αφού αυτό δεν ανατράπηκε (ΑΠ 86/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 404/2018, ΧρΙΔ 2019/286), λαμβάνεται δε υπόψη από το δικαστήριο της παραπομπής και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 2072/2007, ΑΠ 1949/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ. Έτσι, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 1132/2022, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 28/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), τα οποία συναναιρούνται (ΑΠ 511/2018, ΑΠ 632/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τον προσδιορισμό της έννοιας της άρρηκτης σύνδεσης των συναναιρούμενων κεφαλαίων προς τα αναιρεθέντα αξιοποιείται η έννοια της αναγκαίας συνοχής, όπως προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 520 § 2, 523 § 1 και 569 § 2 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ για το παραδεκτό της αντέφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης και αναίρεσης. Έτσι, ως αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, στα οποία επεκτείνεται η αναίρεση, νοούνται όσα αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία και δεν μπορεί να γίνει αποχωρισμός τους (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 436/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και, σε περίπτωση μερικής αναίρεσης, το εφετείο δεν επανεκδικάζει την έφεση συνολικά.  Αντιθέτως, περιορίζεται στην έρευνα μόνον όσων λόγων έφεσης είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη απόφασή του, ως προς τα οποία και μόνον η υπόθεση επανακρίνεται (ΑΠ 387/2018, ιστοσελίδα ΑΠ, ΑΠ 1145/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), χωρίς να υφίσταται δυνατότητα εξέτασης των λοιπών κεφαλαίων ως προς τα οποία η απόφαση δεν αναιρέθηκε είτε διότι αυτά δεν προσβλήθηκαν με λόγο αναίρεσης είτε επειδή οι προβληθέντες συναφείς αναιρετικοί λόγοι απορρίφθηκαν (ΑΠ 86/2021, ο.π., ΑΠ 1094/2020, ΑΠ 105/2016, ΑΠ 740/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, εάν η εφετειακή απόφαση δεν αναιρέθηκε ολικά, δηλαδή και κατά τη διάταξή της με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση αλλά για λόγο σχετικό με την κατ’ ουσίαν έρευνα της αγωγής, σημείο εκκίνησης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής είναι η, μετά τη διακράτηση της υπόθεσης από αυτό και την εκδίκαση κατ’ ουσίαν της αγωγής, έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας αυτής, όπως και των προβαλλομένων από τον εναγόμενο αμυντικών ισχυρισμών (ΑΠ 72/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1105/2019, ΧρΙΔ 2020/26, ΑΠ 458/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος εξέθετε με την από 19-12-2018 αγωγή του, ότι δυνάμει διαδοχικών προσυμφώνων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου ναυτολογήθηκε, με την ειδικότητα του ναύτη, στο με ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο «Κ» (πρώην «Ι»  και στη συνέχεια μετονομασθέν σε «AB»), πλοιοκτησίας από 1-11-2017 της εναγόμενης εταιρείας, ήδη εκκαλούσας – εφεσίβλητης, που είχε αναθέσει τον εφοπλισμό του από 1-11-2016 έως 31-10-2017 στις αναφερόμενες στο δικόγραφό της, τρίτες, εταιρείες και εργάστηκε στο πλοίο κατά τα  προσδιοριζόμενα σ’ αυτό χρονικά διαστήματα από 14-7-2017 έως  22-11-2017, που απολύθηκε, κατόπιν καταγγελίας εκ μέρους του της εργασιακής σχέσης, λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του, για την εκτέλεση εργασιών επισκευής και συντήρησης, αντί συμφωνημένου μηνιαίου κλειστού μισθού 2.845,96 ευρώ και σύμφωνα με τους όρους της ισχύουσας συλλογικής σύμβασης ναυτικής εργασίας (ΣΣΝΕ) για τα πληρώματα των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων. Ότι καθ’ όλη τη διάρκεια των ναυτολογήσεων του πραγματοποιούσε  1 ώρα υπερωριακής εργασίας τις καθημερινές, οπότε εργαζόταν με ωράριο 8.00 έως 17.00, κατά δε τα Σάββατα και τις αργίες επί 6 ώρες, και διατηρεί αξιώσεις για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβή υπερωριακής εργασίας τις καθημερινές, υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων 2017 αλλά και για την προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης, καθώς διατηρώντας τις εν λόγω αξιώσεις προέβη σε καταγγελία της σύμβασής του, πλην όμως  ο πλοίαρχος αρνήθηκε να παραλάβει την καταγγελία του και ανέγραψε ψευδώς στο ναυτικό του φυλλάδιο, ως λόγο απόλυσης, παράνομη απουσία του από το πλοίο, προσβάλλοντας  έτσι παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του και συγκεκριμένα την επαγγελματική τιμή και υπόληψη του, καθόσον η ως άνω ενέργεια του πλοιάρχου είχε ως συνέπεια αφενός μεν  να του ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για το εν λόγω παράπτωμα και αφετέρου να δημιουργηθεί επιφυλακτικότητα και δυσπιστία τόσο στους μελλοντικούς εργοδότες του για την πρόσληψή του, αλλά και στους συναδέλφους του ότι δεν εκτελεί τα καθήκοντα του, με αποτέλεσμα να υποστεί ηθική βλάβη και να δικαιούται χρηματική ικανοποίηση 20.000 ευρώ. Με βάση τα περιστατικά αυτά ο ενάγων ζητούσε, κυρίως με βάση την ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης και επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των 26.268,13 ευρώ για τις ανωτέρω αιτίες, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του, άλλως από την επίδοση της  αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, δέχθηκε αυτή εν μέρει  ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για τις προαναφερόμενες αιτίες το ποσό των 7.613,17 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του.  Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η μεν εναγομένη άσκησε (Α) την από 25.8.2020 (αρ. κατ. Πρωτ. ……/2020 και αρ. κατ. Εφετ. …………/2020) έφεση και ο ενάγων (Β) την από  11.3.2021 (αρ. κατ. Πρωτ. ………/2021 και αρ. κατ. Εφετ. ……./2021) έφεση, αμφότερες για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης προς το σκοπό, ο μεν  ενάγων να γίνει πλήρως δεκτή η αγωγή του, η δε εναγομένη να απορριφθεί αυτή. Το Δικαστήριο τούτο με την 464/2022 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω εφέσεις, απέρριψε την έφεση της εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμη ενώ δέχθηκε εν μέρει την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 10.589,49 ευρώ και συγκεκριμένα α) ποσό 1.233,77 ευρώ ως διαφορά αποδοχών για τα διαστήματα απασχόλησής του από 14.7.2017 έως 17.8.2017, από 19.8.2017 έως 15.9.2017, από 22.9.2017 έως 2.10.2017 και από 7.10.2017 έως 21.11.2017, β) 695,54 ευρώ για αμοιβή υπερωριακής εργασίας του, γ) 612,59 ευρώ ως διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2017, δ) 2.047,59 ευρώ ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργαζόμενο για λόγο που συνιστούσε βαριά παράβαση καθηκόντων του πλοιάρχου και ε) ποσό 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε στον εργαζόμενο συνεπεία της παράνομης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την εργοδότρια για δήθεν αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία του. Κατά της απόφασης αυτής και κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση της εκκαλούσας εναγομένης και έγινε δεκτή η έφεση του εκκαλούντος ενάγοντος, η εκκαλούσα – εναγομένη άσκησε την από 11.12.2022 αίτηση αναίρεσης με λόγους βάλλοντες κατά της επιδίκασης των ανωτέρω ποσών αποζημίωσης απόλυσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η οποία έγινε δεκτή με την 230/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατά τα αναφερθέντα (υπό δ και ε ανωτέρω) κεφάλαιά της, με το σκεπτικό ότι «… ουδόλως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιό ήταν το αντικείμενο και το περιεχόμενο του εν λόγω σημειώματος και εάν αυτό περιείχε σαφή, ορισμένη και αναμφίβολη τη βούληση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου να λύσει άμεσα την ένδικη σύμβαση ναυτολόγησής του και μάλιστα λόγω βαρείας παράβασης των καθηκόντων του πλοιάρχου εξ αιτίας της μη καταβολής αποδοχών του. Εξάλλου, ουδόλως αναφέρεται σ’ αυτήν (απόφαση) ότι, ανεξαρτήτως της παραλαβής ή όχι του ιδιόχειρου σημειώματος, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέφρασε στον πλοίαρχο έστω προφορικά σαφή και ορισμένη δήλωση βουλήσεώς του ότι προβαίνει σε καταγγελία, και μάλιστα λόγω βαρείας παράβασης των καθηκόντων του εξαιτίας της μη καταβολής των αποδοχών του ιδίου (αναιρεσιβλήτου), είτε, έστω, εάν πράγματι μερίμνησε ώστε η καταγγελία του να κατατεθεί στην αρμόδια Αρχή, προκειμένου να επέλθουν τα αποτελέσματα αυτής. Επίσης, η εν λόγω απόφαση αντιφατικά στη συνέχεια δέχεται, όχι ότι ο εργαζόμενος γνωστοποίησε στη Λιμενική Αρχή την εκ μέρους του για τον παραπάνω λόγο καταγγελία, αλλά απλώς ότι ζήτησε τη μεσολάβηση της υπηρεσίας για τη διευθέτηση εργασιακών θεμάτων, μεσολάβηση όμως η οποία είναι ανεξάρτητη από τη λύση της εργασιακής σχέσης και ουδόλως υποδηλώνει την καταγγελία της τελευταίας. Έτσι, εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεως στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με το ζήτημα εάν είχε λάβει χώραν την 20-11-2017 καταγγελία εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου της ένδικης σύμβασης ναυτολόγησής του κατά τρόπο νόμιμο και έγκυρο, υπό την έννοια της ορθής ή μη υπαγωγής των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ως άνω κανόνων δικαίου, τους οποίους ως εκ τούτου το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, οι πέμπτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, έκαστος κατά το σχετικό σκέλος αυτού, σε συνδυασμό με τον τρίτο λόγο της αίτησης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα κατ’ εκτίμηση του δικογράφου προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της ως άνω διατάξεως του άρθρου 74 ΚΙΝΔ, είναι βάσιμοι.»  Από τις διατάξεις της αναιρετικής απόφασης και τις συναφείς αιτιολογίες της, συνάγεται ότι η υπ’ αριθμ. 464/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου αναιρέθηκε μερικώς και, συγκεκριμένα, μόνον κατά τα κεφάλαιά της τα σχετικά με τα υπό (δ) και (ε) ανωτέρω επιδικασθέντα κονδύλια  αποζημίωσης απόλυσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ ως προς τα λοιπά υπό (α), (β) κα (γ) κονδύλια, τα οποία επιδικάσθηκαν από την προσβληθείσα ενώπιον του Αρείου Πάγου απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και ως προς τα οποία δεν ασκήθηκε αναίρεση, η 464/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου έχει καταστεί αμετάκλητη, δεδομένου ότι τα παραπάνω κονδύλια είναι μεν συναφή, απορρέοντα άπαντα από την αυτή εργασιακή σχέση, αλλά ανεξάρτητα μεταξύ τους, συνιστώντας αυτοτελή κεφάλαια της αγωγής που δεν εμφανίζουν συνοχή μεταξύ τους (ΑΠ 349/2004 Δνη 2005/1440, ΑΠ 1466/1977, ΝοΒ 1978/1189, ΕφΠειρ 673/2023, Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΠειρ  427/2015, ΜονΕφΠειρ. 742/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), με αποτέλεσμα η αναίρεση της απόφασης ως προς ορισμένα (δ και ε) από αυτά, να μη συνεπάγεται τη συναναίρεσή της και ως προς τα υπόλοιπα κεφάλαιά της, ως προς τα οποία, δεν παρέχεται στο δικαστήριο της παραπομπής καμία δυνατότητα έρευνας, αφού την  αποκλείει το δεδικασμένο που παρήχθη από τις διατάξεις της προηγούμενης απόφασης που δεν επλήγησαν αναιρετικώς και δεν ανατράπηκαν. Ήδη με την από 12.2.2026 (αρ. κατ. ……../2026) κλήση της εκκαλούσας – εναγομένης, φέρονται προς περαιτέρω εκδίκαση (Α) η από 25.8.2020 (αρ. κατ. Πρωτ. ………./2020 και αρ. κατ. Εφετ. ………../2020) έφεσή της και (Β) η από  11.3.2021 (αρ. κατ. Πρωτ. ………/2021 και αρ. κατ. Εφετ. ………/2021) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος, κατά της 2537/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι οποίες έχοντας ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπροθέσμως  θα πρέπει να συνεκδικαστούν, καθόσον υπάγονται στην ίδια, εφαρμοζόμενη εν προκειμένω ως προσήκουσα, ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών και κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρο 246 ΚΠολΔ), με την επισήμανση ότι σημείο εκκίνησης της διαδικασίας ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου της παραπομπής είναι η, μετά τη διακράτηση της υπόθεσης από αυτό και την εκδίκαση κατ’ ουσίαν της αγωγής, έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας αυτής, όπως και των προβαλλομένων από τους διαδίκους και επαναφερόμενων, με τους συναφείς ερευνώμενους λόγους των εφέσεών τους,  ισχυρισμών, που αφορούν στα κεφάλαια που παραπέμπονται στο παρόν Δικαστήριο. Ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο θα ερευνήσει μόνον την ύπαρξη των υπό (δ) και (ε) ανωτέρω απαιτήσεων του ενάγοντος, οι δε πρώτος και δεύτερος λόγος της υπό (Α) έφεσης της εκκαλούσας  – εφεσίβλητης και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της υπό (Β) έφεσης του εκκαλούντος – εφεσίβλητου με τους οποίους προσβλήθηκε η εκκαλουμένη για εσφαλμένη απόρριψη ή/και αποδοχή κατά περίπτωση των υπό (α), (β) και (γ) κονδυλίων της αγωγής, είναι πλέον απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, χωρίς να ερευνηθούν περαιτέρω, αφού αφορούν στην ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω αξιώσεων που έγιναν μερικώς δεκτές ή απορρίφθηκαν (κατά περίπτωση), από την προσβληθείσα ενώπιον του Αρείου Πάγου απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και κατά της κρίσης της οποίας δεν ασκήθηκε αναίρεση από τους διαδίκους. Ως προς την έννομη αυτή συνέπεια έχει ήδη παραχθεί, κατά τα προεκτεθέντα, δεδικασμένο, το οποίο πρέπει να τεθεί ως βάση από το Δικαστήριο τούτο της παραπομπής κατά την εξέταση των κεφαλαίων που παραπέμφθηκαν σ’ αυτό με την αναιρετική απόφαση και να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης (ΤριμΕφΠειρ 212/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 673/2023, ιστοσελίδα ΕφΠειρ) για την κατ’ ουσίαν έρευνα των κεφαλαίων κατά τα οποία η προηγούμενη απόφασή του αναιρέθηκε.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 παρ. 1 εδ. β’ και 76 παρ. 1 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ – Ν. 3816/1958), όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τα άρθρα 292 και 293 του νέου ΚΙΝΔ (Ν. 5020/2023), σύμβαση ναυτολογήσεως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δύναται να καταγγελθεί υπό του ναυτικού κατά πάντα χρόνο, εάν ο πλοίαρχος υποπέσει σε βαρεία παράβαση των έναντι του ναυτικού καθηκόντων του. Στην περίπτωση αυτή οφείλεται αποζημίωση η οποία είναι ίση με το μισθό δέκα πέντε ημερών και σε περίπτωση κατά την οποία η λύση της συμβάσεως εγένετο στην αλλοδαπή, η αποζημίωση διπλασιάζεται προκειμένου περί λιμένος της Μεσογείου, του Ευξείνου Πόντου, της Ερυθράς Θαλάσσης ή της Ευρώπης, τριπλασιάζεται δε προκειμένου περί οποιουδήποτε άλλου λιμένος. Βαρεία παράβαση των καθηκόντων του πλοιάρχου νοείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, εκείνη εξαιτίας της οποίας δεν δύναται να αξιωθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση από το ναυτικό, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να συνεχίσει να εργάζεται στο πλοίο, εμμένων στη σύμβαση, αλλά επιβάλλεται η εκ μέρους αυτού καταγγελία της συμβάσεως ναυτολογήσεως, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων. Η βαρεία παράβαση δεν απαιτείται να υπάρχει αποκλειστικά στο πρόσωπο του πλοιάρχου, στον οποίο αναφέρεται η ως άνω διάταξη του άρθρου 74 του ΚΙΝΔ. Αρκεί να υπάρχει στο πρόσωπο του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή ή άλλου σχετιζομένου προς το πλοίο, εφόσον η παράβαση συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, αθέτηση βασικών υποχρεώσεων έναντι του ναυτικού. Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 167, 168 ΑΚ, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης ναυτολόγησης είναι μονομερής και απευθυντέα δικαιοπραξία που αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση αυτής ο παραλήπτης κατά το άρθρο 167 ΑΚ, πρέπει δε αυτή (καταγγελία) να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της σύμβασης (ΑΠ 230/2025, ΑΠ 1909/2023, ΑΠ 377/2022, ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 524/2018).               Από την επανεκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, της με αριθμό …../18-9-2019  ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαυρίου ….. που λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος μετά από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου του (βλ. την …./13-9-2019 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας ………..), των ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς  με αριθμ. …../18-9-2019 και …./23-9-2019 ενόρκων βεβαιώσεων   που προσκομίζει η εναγομένη  και λήφθηκαν  κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου της (βλ. την …./12-9-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ……….),  σε συνδυασμό με τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφά τους και εκτιμώνται σύμφωνα με τα άρθρα 261 εδ.β, 352 παρ.1 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα  πραγματικά περιστατικά:                Η εναγομένη είναι πλοιοκτήτρια από 1-11-2017 του με ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου «Κ» το οποίο μετονομάστηκε σε «AB» ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο, από 1-11-2016 έως 1-9-2017 τον εφοπλισμό του ασκούσε η «……….» και στη συνέχεια, από 1-9-2017 έως 31-10-2017  η « …………….», η δε εναγομένη παρέμενε κυρία αυτού.  Δυνάμει διαδοχικών προσυμφώνων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ του αντίστοιχου νομίμου εκπροσώπου κάθε μιας των άνω ναυτικών εταιριών κατά τα κατωτέρω χρονικά διαστήματα και του ενάγοντος , απογεγραμμένου ναυτικού, ο τελευταίος  ναυτολογήθηκε στο Πέραμα  με την ειδικότητα του ναύτη, στο ως άνω πλοίο και παρείχε τις υπηρεσίες του από 14-7-2017 έως 17-8-2017, από 19-8-2017 έως 15-9-2017, από 22-9-2017 έως 2-10-2017, απολυόμενος κάθε φορά λόγω μετάθεσης σε άλλο πλοίο. Ναυτολογήθηκε εκ νέου στις 7-10-2017 και παρέμεινε στο πλοίο έως τη λήξη της σύμβασής του στις 20-11-2017, υπό τις συνθήκες που αναπτύσσονται κατωτέρω. Για το παραπάνω διάστημα ο ενάγων δικαιούται ως διαφορά αποδοχών, με βάση τις νόμιμες μηναιαίες αποδοχές του ποσού 2.845,96 ευρώ, το ποσό των 1.233,77 ευρώ, ως αμοιβή για την υπερωριακή εργασία το ποσό 695,54 ευρώ και ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2017 το ποσό των 612,59 ευρώ, όπως τελεσιδίκως κρίθηκε με την 464/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, οι οικείες διατάξεις της οποίας δεν προσβλήθηκαν με λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη στις 20-11-2017 όφειλε στον ενάγοντα υπόλοιπο αποδοχών Οκτωβρίου – η ίδια εξάλλου συνομολογεί ότι στις 10-11-2017 κατέβαλε στον ενάγοντα μέρος των αποδοχών του,  του εν λόγω μήνα, περίπου το ήμισυ αυτών – καθώς   και την  αμοιβή υπερωριακής εργασίας για τις καθημερινές ημέρες όλου του χρονικού διαστήματος της ναυτολόγησής του στο πλοίο της.  Η εναγομένη,  κατά το διάστημα αυτό, συνήθιζε να μην καταβάλλει στον ενάγοντα στο τέλος κάθε μήνα, ως όφειλε σύμφωνα με τα ανωτέρω, το σύνολο των νομίμων αποδοχών του,  παρά το ότι δεν αποδείχθηκε,  ούτε εξάλλου επικαλέστηκε η ίδια,  ότι συνέτρεχε λόγος που να δικαιολογεί την  καθυστέρηση της καταβολής. Κατέβαλε συνήθως ένα ποσό ως προκαταβολή των αποδοχών και το υπόλοιπο σε μεταγενέστερο, της δήλης ημέρας που όφειλε να εξοφλεί τις δεδουλευμένες αποδοχές του εργαζόμενου ναυτικού, χρόνο.  Υπό αυτές τις διαμορφωθείσες με υπαιτιότητα της εναγομένης συνθήκες, αδικαιολόγητης και πλέον της συνήθους καθυστέρησης εξόφλησης, ο  ενάγων προέβη στις 20-11-2017 σε καταγγελία της εργασιακής του σχέσης, ακριβώς  λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του. Συγκεκριμένα, συνοδευόμενος από τον συνάδελφό του ……., μετέβη στον καταπέλτη του πλοίου και παρουσιάσθηκε ενώπιον του πλοιάρχου …………, στον οποίο δήλωσε ότι παραιτείται λόγω της συστηματικής καθυστέρησης στην καταβολή των αποδοχών του από την εργοδότρια του, ήτοι για σοβαρό παράπτωμα στην εκτέλεση των καθηκόντων του  πλοίαρχου. Επίσης ζήτησε από τον πλοίαρχο να παραλάβει το με ίδια ημερομηνία ιδιόχειρο σημείωμα παραίτησής του, το οποίο όμως ο τελευταίος αρνήθηκε να παραλάβει. Παρά τη μη επίδοση του εγγράφου αυτού, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργαζόμενο έλαβε χώρα με την προφορική ανακοίνωση στον πλοίαρχο της παραίτησής του, ως επίσης και του λόγου αυτής, και ανέπτυξε τη διαπλαστική της ενέργεια τη στιγμή που περιήλθε σε γνώση του παραλήπτη αυτής πλοιάρχου. Ακολούθως και μετά την άρνηση του πλοιάρχου να παραλάβει το έγγραφο παραίτησης και συμπράξει και τυπικά στη λύση της σύμβασης εργασίας του, ο ενάγων απευθύνθηκε αυθημερόν (20.11.2017) στο λιμεναρχείο Κερατσινίου, όπου τον παρέπεμψαν στον Τομέα Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά  όπου και πράγματι προσέφυγε ζητώντας μεσολάβηση της Υπηρεσίας «για τη διευθέτηση εργασιακών θεμάτων», σύμφωνα με την από 26.4.2018 με αρ. πρωτ. ………/2018 βεβαίωση της αντιπλοιάρχου Λιμενικού Σώματος, …….., Τομεάρχη Αφαλείας – Ανάκρισης, ενώ,  ακολούθως, απευθύνθηκε στην Εισαγγελία Πειραιά σχετικά με την παράβαση του νόμου περί καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του. Το Λιμεναρχείο Πειραιά ενημέρωσε σχετικά την εναγόμενη πλοιοκτήτρια εταιρεία, η οποία μέσω του άνω πλοιάρχου, κάλεσε τον ενάγοντα  να εμφανιστεί την επομένη ημέρα (21-11-2017) ενώπιον της αρμόδιας λιμενικής αρχής Κερατσινίου, προκειμένου να συντελεστεί η απόλυσή του με την παρουσία και του ίδιου του πλοιάρχου, πλην όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε, ενώ το ίδιο επαναλήφθηκε και την επόμενη ημέρα (22-11-2017) κατά την οποία  ο υπεύθυνος ασφάλειας διαχείρισης της εναγομένης εταιρείας ……………, κάλεσε τον ενάγοντα στο Λιμεναρχείο Πειραιά, προς διευθέτηση – διαπραγμάτευση των μεταξύ τους οικονομικών διαφορών. Ωστόσο την 21-11-2017,  οπότε η εναγομένη μέσω του πλοιάρχου της κάλεσε τον ενάγοντα στο Λιμεναρχείο Κερατσινίου προκειμένου να συντελεστεί η απόλυσή του και  ο πλοίαρχος δεν εμφανίστηκε, αλλά έσπευσε να καταθέσει στον λογαριασμό του ναυτικού αφενός μεν το υπόλοιπο αποδοχών Οκτωβρίου 2017 ποσού 777,67 λεπτών αλλά και τις αποδοχές μηνός Νοεμβρίου ποσού 1.778 ευρώ πραγματοποιώντας ώρα 12.00 τις από 21-11-2017 ηλεκτρονικές πληρωμές μέσω της τράπεζας Alpha Βank, προσπαθώντας με αυτήν την ενέργειά της να ανατρέψει τη δικαιολογημένη από μέρους του ενάγοντος καταγγελία της σύμβασής του, καθώς ο πλοίαρχος του πλοίου, ενώ αναμενόταν να εμφανιστεί μετά του ενάγοντος ενώπιον της οικείας λιμενικής αρχής, όπως τον είχε διαβεβαιώσει,  μισή ώρα μετά τις εν λόγω καταβολές, προέβη ώρα 12.30 σε αναγραφή στο ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου, της καταγγελίας της σύμβασης του ενάγοντος, λόγω παράνομης απουσίας αυτού από το πλοίο  αλλά και στο ναυτικό του φυλλάδιο. Υπό τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά που καταδεικνύουν τις δυσμενείς για τον ενάγοντα εργασιακές συνθήκες  δεν μπορούσε να αξιωθεί η συνέχιση της εργασίας του στο πλοίο της εναγομένης, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών,  ενώ η κατά τα άνω μεθοδευμένη από την εργοδότριά του   καταγγελία της σύμβασής του  λόγω δήθεν αδικαιολόγητης  απουσίας του, παρίσταται ως παράνομη και καταχρηστική, αφού ο ενάγων δεν υπέπεσε σε κανένα  παράπτωμα  που να τη δικαιολογεί, καθώς ο πλοίαρχος του πλοίου γνώριζε το λόγο της απουσίας του συνεπεία της από μέρους αυτού, από 20-11-2017,  καταγγελίας της σύμβασής του, όπως και τον λόγο αυτής, που συνιστούσε βαριά παράβαση του δικών του καθηκόντων έναντι του ναυτικού σύμφωνα με τα αναλυθέντα στις προηγηθείσες σκέψεις. Εξάλλου η επιχειρηθείσα στις 21.1.2027 απόλυση του ενάγοντος τυγχάνει άκυρη και για τον λόγο ότι, μετά την προηγηθείσα παραίτησή του στις 20.11.2017, δεν υφίστατο σύμβαση εργασίας επιδεχόμενη καταγγελίας. Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς, εκτός από την ανωτέρω …………/2018 βεβαίωση του ΛΣ Πειραιά, που αποδεικνύει ότι ήδη από τις 20.11.2017 ο εργαζόμενος ζήτησε τη συνδρομή της αρχής αυτής στη διευθέτηση της διαφοράς του με την εναγομένη, ήτοι προκειμένου να προβεί αυτή στην καταβολή των οφειλομένων προς τον ενάγοντα και να συμπράξει και στην τυπική λύση της σύμβασης εργασίας του, (μεταξύ των λοιπών και) από την ένορκη βεβαίωση του ………….αλλά και την κατάθεσή του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ΕΝ όπου εξεταζόταν ως μάρτυρας στις 25.2.2019, τα οποία ουδόλως αποκρούονται, και δη με πειστικό τρόπο, από τα επικαλούμενα από την εναγομένη αποδεικτικά μέσα. Κατά συνέπεια ο ενάγων, δικαιούται αποζημίωσης απόλυσης, η οποία ισούται με το μισθό 15 ημερών, το ημερομίσθιο δε της αποζημίωσης είναι ίσο με το 1/25 του συνόλου των τακτικών αποδοχών του πλέον της αναλογίας του επιδόματος Χριστουγέννων ποσού 382,33 ευρώ (ήτοι 1.440,14€ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων  ευρώ : 3 μήνες και 23 ημέρες), ήτοι βάσει συνολικών μηνιαίων αποδοχών ύψους 3.412,65  ευρώ (3.030,32 ευρώ + 382,33 ευρώ), η αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 2.047,59 ευρώ [3.412,65  ευρώ σύνολο  αποδοχών : 25 χ 15 ημέρες].  Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της έφεσής της ο οποίος είναι κατά συνέπεια απορριπτέος ενώ θα πρέπει ο τέταρτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος να γίνει ενόψει των ανωτέρω δεκτός μερικά ως ουσιαστικά βάσιμος, να απορριφθεί δε ο τρίτος λόγος της έφεσης της εναγομένης, κατά το συναφές σκέλος του που βάλλει κατά της αξίωσης αποζημίωσης απόλυσης ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ακολούθως αποδείχθηκε  ότι, συνεπεία της αμέσως παραπάνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς των οργάνων και προστηθέντων της  εναγομένης η οποία συνιστούσε υπέρβαση των ορίων του διευθυντικού της δικαιώματος, αντιτιθέμενη  στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη,  αφού απέδωσαν στον ενάγοντα, εν γνώσει τους ψευδώς, τη διάπραξη  σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος, της  αδικαιολόγητης και χωρίς άδεια απουσίας του από το πλοίο, με σκοπό να τον εμποδίσουν  από την  διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων του και να του στερήσουν την δικαιούμενη αποζημίωση απόλυσης, αυτός παραπέμφθηκε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου  του Εμπορικού Ναυτικού, προκειμένου να του επιβληθεί η προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, εγκαλούμενος για παράβαση των άρθρων 205, 247 εδ.ζ, 248 παρ. γ και 249 παρ. 1β του ΚΔΝΔ, υποβληθείς χωρίς βάσιμο λόγο στην ατιμωτική αυτή διαδικασία, στις 25-2-2019, οπότε και απαλλάχθηκε από το αποδιδόμενο πειθαρχικό αδίκημα. Ωστόσο είχε ήδη εκτεθεί στο επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον, ότι δήθεν παραβαίνει τα ναυτικά του καθήκοντα, γεγονός που  έθεσε την επαγγελματική του υπόσταση σε αμφιβολία  και έθιξε την επαγγελματική του αξία και υπόληψη,  δημιούργησε  δυσπιστία στο πρόσωπό του, τόσο στους συναδέλφους του ναυτικούς, όσο και στους εργοδότες, που απέφευγαν να τον προσλάβουν για αρκετό χρονικό διάστημα μετά το επίδικο συμβάν, δεδομένου ότι ο ψευδής αυτός και ατιμωτικός λόγος απόλυσής του είχε καταχωρηθεί στο ναυτικό του φυλλάδιο και ήταν προσβάσιμος σε κάθε υποψήφιο  εργοδότη του. Συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς της εναγομένης ήταν να προσβληθεί στην προσωπικότητά του και να υποστεί ηθική βλάβη για την οποία  δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάστασή της, η οποία, ενόψει των άνω περιγραφόμενων συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους και της διάρκειας της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων και προστηθέντων της εναγομένης, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της κοινωνικής κατάστασης του ενάγοντος, η επιβίωση του οποίου εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον μισθό που λάμβανε ως αντάλλαγμα της εργασίας του στο πλοίο της εναγομένης,   ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 6.000 ευρώ. Ενόψει αυτών θα πρέπει να γίνει μερικά δεκτός ο τελευταίος πέμπτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο οικείος τρίτος λόγος της έφεσης της εναγομένης και κατά το συναφές αυτό σκέλος του, με το οποίο παραπονείται η εκκαλούσα για εσφαλμένη επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης. Κατ’ ακολουθίαν και αφού  δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί  κατ’ ουσίαν η έφεση της εναγομένης – εκκαλούσας και να γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση του ενάγοντος – εκκαλούντος, κατά τους σχετικούς βάσιμους αντίστοιχα λόγους, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και κατά τα μεταβιβαζόμενα στο παρόν δικαστήριο κεφάλαια  και  στη συνεχεία, αφού κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από το παρόν  Δικαστήριο  (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η προαναφερθείσα αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη-εφεσίβλητη, να καταβάλει στον ενάγοντα-εκκαλούντα, πέραν του ποσού των (1.233,77 + 695,54 + 612,59=) 2.541,90 ευρώ που του επιδικάστηκε τελεσιδίκως με την 464/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και ως προς το οποίο σκέλος της δεν αναιρέθηκε,  το ποσό των (2.047,59 + 6.000 =) 8.047,59  ευρώ, με τον νόμιμο τόκο το μεν ποσό των 2.047,59 ευρώ από την επόμενη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ήτοι από τις 21.11.2017, το δε ποσό των 6.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, το αίτημα της εναγομένης περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση κατάσταση πρέπει να απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, εφόσον το τελεσίδικα επιδικαζόμενο ποσό είναι ίσο με το καταβληθέν σε εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αίτημα, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 106, 176, 178 αρ. 1, 183 και 191 παρ.  2 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των εξόδων του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις ένδικες εφέσεις κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την έφεση της εκκαλούσας – εναγομένης, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Δέχεται εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με  αριθμό 2537/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί και δικάζει την από 19-12-2018 αγωγή κατά το μη κριθέν τελεσιδίκως μέρος της.

Δέχεται αυτήν εν μέρει.

Υποχρεώνει την εναγομένη – εφεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα – εκκαλούντα το ποσό των οκτώ χιλιάδων σαράντα επτά ευρώ και πενήντα εννέα  λεπτών (8.047,59 €) , με τον νόμιμο τόκο το μεν ποσό των δύο χιλιάδων σαράντα επτά ευρώ και πενήντα εννέα  λεπτών (2.047,59€) από την 21.11.2027, επομένη της απόλυσης του ημέρα μέχρι την εξόφληση, και το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.

Απορρίπτει κατ’ουσίαν  το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Επιβάλλει στην εναγομένη – εφεσίβλητη μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος – εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των  χιλίων  ευρώ (1.000€).

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις   17.9.2026.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ