Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 607/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

 Αριθμός Απόφασης    607/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1)  …………… και 2) …………….οι οποίες παραστάθηκαν δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Γεωργίου Κωνσταντόπουλου, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

Των εφεσίβλητων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον δικαστικό πληρεξούσιο ΝΣΚ, Ευάγγελο Σαλαμάρα, 2) ………….. και 3) …………….., οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Γεωργίου Κούτση, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

Οι ενάγουσες-εκκαλούσες με την από 10/10/2021 (αριθ. εκθ. κατάθ. ………../2021) αγωγή τους στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτήν. Οι δεύτερη και τρίτος των εφεσίβλητων με την από 25/11/2021 (…………../2021) κύρια παρέμβασή τους, στρεφόμενη κατά των ανωτέρω εναγόντων και εναγομένου, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, ζήτησαν τα όσα αναφέρονται σε αυτήν. Το ανωτέρω Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθμ.  3483/2023 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή και έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια παρέμβαση. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούσες με την υπό κρίση από 3/1/2024 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης ……………./2024 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής, με την υπ’ αριθμ. 17/11/2024 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η 6/2/2025 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των δεύτερης και τρίτου των εφεσίβλητων, κατόπιν δήλωσής τους, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις, ο δε δικαστικός πληρεξούσιος ΝΣΚ ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις του και στα πρακτικά.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

H υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3483/2023 οριστικής αποφάσεως (άρθρο 513 παρ. 1 β ΚΠολΔ) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε εμπροθέσμως (άρθρα 499, 518 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, με κατάθεση του δικογράφου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511 επ. ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, καθώς από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι η εκκαλουμένη επιδόθηκε στις εκκαλούσες στις 11/12/2023 (όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. …../2023 και …..΄/2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………..) και η έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 8/1/2024 (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 1και 520 ΚΠολΔ), ενώ έχει κατατεθεί το απαιτούμενο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. e-……………/2024 παράβολο,  σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αυτή  τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/22-12-2016, ΦΕΚ Α-240). Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ. 533 παρ.1 ΚΠολΔ).

Οι ενάγουσες-εκκαλούσες με την από 10/10/2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2021) αγωγή τους, στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, εκθέτουν ότι στις 5/5/1986 απεβίωσε ο πατέρας τους, …………, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, …………………, σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από καθεμιά από τις ενάγουσες θυγατέρες του, στις οποίες κατέλιπε, μεταξύ άλλων, ένα αγροτεμάχιο εκτός σχεδίου πόλης, κείμενο στη χερσόνησο ………….. της κτηματικής περιφέρειας …….. Σαλαμίνας. Ότι το ακίνητο αυτό ουδέποτε υπήρξε δασική ή δημόσια έκταση, εμφαινόμενο με τον αριθμό 8 του I οικοδομικού τετραγώνου στο από Ιούλιο 1961 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ………., προσαρτημένο στο με αριθμό …… συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς ………., έκτασης 280 τ.μ., και προσφάτως αποτυπωμένο στο από Ιούλιο 2017, συνταχθέν κατά το σύστημα ΕΓΣΑ ’87, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ………. υπό στοιχεία 1.2.3.4.1, το οποίο είχε αποκτήσει με αγορά από την ………., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ………./11-7-1969 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς ………., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σαλαμίνας. Ότι στις 31/8/2017 απεβίωσε η προαναφερθείσα μητέρα των εναγουσών, την οποία αυτές κληρονόμησαν σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά και η οποία κατέλιπε σε αυτές το ως άνω ποσοστό των 2/8 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο. Ότι οι ενάγουσες αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά του πατέρα τους και της μητέρας τους με την υπ’ αριθμ. ……../28-8-2017 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πειραιά ………., νομίμως καταχωρισθείσας στο Κτηματολόγιο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7α του ν. 2664/1998 και έτσι κατέστησαν συγκυρίες σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο. Ότι η άμεση δικαιοπάροχος του πατέρα τους, …………., είχε αποκτήσει με αγορά, δυνάμει του με αριθμό ………/1961 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ……., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, από τους ονομαστικά αναφερόμενους στην αγωγή απώτερους κληρονόμους του …………….., που απεβίωσε στις 22/5/1932, ευρύτερη έκταση 95.987 τ.μ., κείμενη στη θέση ……………, την οποία κατέτμησε σε πλείονα αγροτεμάχια με ιδιωτικές οδούς, σύμφωνα με το από Ιούλιο 1961 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ….. …., έκταση που διεκδίκησε δικαστικά η κοινότητα Αμπελακίων και η δίκη καταργήθηκε με την με αριθμό …../1969 συμβιβαστική πράξη του ως άνω Συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Ότι ο ……… είχε αποκτήσει τη μείζονα έκταση, εντός της οποίας περιλαμβάνεται το επίδικο, κατά το ήμισυ από κληρονομιά του πατρός του, ………., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1899, κατά δε το έτερο ήμισυ από αγοραπωλησία. Ότι οι ενάγουσες έχουν καταστεί συγκυρίες του επιδίκου και με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενες το επίδικο τόσο οι ίδιες όσο και όλοι οι δικαιοπάροχοί τους, άμεσοι και απώτεροι, αναδρομικώς μέχρι τον απώτατο δικαιοπάροχό τους, …………, που είχε στη νομή του την ευρύτερη έκταση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται το επίδικο, επί εξήντα έτη προ του θανάτου του, με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίων, ασκώντας τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή διακατοχικές πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του επιδίκου, ώστε αφενός μέχρι τις 11/9/1915 ο ………… είχε συμπληρώσει στο επίδικο τριακονταετή νομή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ακολούθως δε και οι ενάγουσες, οι οποίες συνέχισαν να νέμονται το επίδικο κατά τις διατάξεις του Α.Κ., προσμετρώντας στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής των δικαιοπαρόχων τους. Ότι η περιοχή της Κυνοσούρας, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ποτέ δεν κατοικήθηκε από Οθωμανούς, αλλά οι κάτοικοι ήταν γηγενείς, στους οποίους μοιράστηκε η γη και την καλλιεργούσαν πριν το έτος 1850. Ότι το εν λόγω ακίνητο κατά την κτηματογράφηση της περιοχής και την έναρξη του κτηματολογίου έλαβε ΚΑΕΚ ……………0 και καταχωρήθηκε με έκταση 272 τ.μ. και δικαιούχο κυριότητας σε ποσοστό 100% το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Με βάση αυτό το ιστορικό και επικαλούμενες άμεσο έννομο συμφέρον από την προσβολή του εμπράγματου δικαιώματος τους ένεκα της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, οι ενάγουσες ζητούν: α) να αναγνωριστεί ότι κατά το χρόνο έναρξης της λειτουργίας του Κτηματολογίου στην περιοχή της Σαλαμίνας το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο με ΚΑΕΚ …………….. ανήκε κατά συγκυριότητα στη μητέρα τους, …………., σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, και σε καθεμιά από τις ενάγουσες σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, β) να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σαλαμίνας στο ανωτέρω ΚΑΕΚ με την καταχώριση των εναγουσών και της προαναφερθείσας μητέρας τους ως συγκυριών του επιδίκου κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, γ) να διαταχθεί ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας να προβεί στη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής και δ) να καταδικαστεί το εναγόμενο στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης.  Επίσης, οι δεύτερη και τρίτος των εφεσίβλητων-κυρίως παρεμβαίνοντες, με το δικόγραφο της κύριας παρέμβασής τους, επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, ισχυρίζονται ότι το επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …………., έκτασης 280 τ.μ., έχει περιέλθει στην πλήρη συγκυριότητά τους, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών, με πρωτότυπο τρόπο και δη με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, καθώς το νέμονται με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας τις αναλυτικά αναφερόμενες στο δικόγραφο πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου, για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας και σε κάθε περίπτωση για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, αφότου το έλαβαν στη νομή τους το έτος 2000 με μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα τους, ………….., δυνάμει του με αριθ. …../2000 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβ/φου Σαλαμίνας …., που έχουν νομίμως μεταγράψει στις 22/1/2003 στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας. Ότι για το επίδικο ακίνητο διεξήγαγαν πολυετή δικαστικό αγώνα σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο είχε αναγραφεί κατά τις αρχικές εγγραφές στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως πλήρης και αποκλειστικός κύριος αυτού, και πέτυχαν την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1214/2014 -ήδη αμετάκλητης- δικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία αναγνωρίστηκαν συγκύριοι αυτού και διατάχθηκε η διόρθωση της εσφαλμένης αρχικής εγγραφής με τη διαγραφή του Ελληνικού Δημοσίου και την αναγραφή αυτών των ιδίων ως συγκυριών του επιδίκου, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, με αιτία κτήσης τη γονική παροχή. Ότι οι δύο πρώτοι των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση, ήδη εκκαλούσες, αμφισβητούν το δικαίωμά τους επί του επιδίκου, αφού στις 14/10/2021 τους επέδωσαν προς γνώση τους και για τις νόμιμες συνέπειες την από 10/10/2021 ένδικη αγωγή τους κατά του τρίτου των καθ’ ων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους επί του επιδίκου και να διορθωθεί η εσφαλμένη πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ως άνω εφεσίβλητοι-κυρίως παρεμβαίνοντες ζητούν, αφού απορριφθεί η κύρια αγωγή, να γίνει δεκτή η κύρια παρέμβαση και να αναγνωριστεί έναντι των δύο πρώτων καθ’ ων η κύρια παρέμβαση η συγκυριότητά τους, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, επί του επίδικου ακινήτου και να καταδικασθούν οι δύο πρώτοι των καθ’ ων στην πληρωμή της δικαστικής τους δαπάνης. Επί της ανωτέρω αγωγής και της ανωτέρω κύριας παρέμβασης εξεδόθη η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3483/2023 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία Α) α) έκρινε την αγωγή απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι στο δικόγραφο αυτής δεν καθορίζεται καθ’ υποφοράν, αλλά ούτε και στις προτάσεις των εναγουσών, ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο των απώτερων δικαιοπαρόχων τους αναδρομικώς, ενόψει της αμφισβήτησης του εναγομένου και β) επιπλέον και ανεξαρτήτως του ζητήματος της επιγενόμενης κατά τα ανωτέρω αοριστίας της αγωγής, δέχθηκε ότι κατά το χρόνο της συζήτησής της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε εκλείψει η παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της, με συνέπεια η αγωγή να είναι απορριπτέα και εξ αυτού του λόγου ως απαράδεκτη, γ) επέβαλλε τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου σε βάρος των εναγουσών, Β) α) απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος των εκκαλουσών, β) έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια παρέμβαση κατά τα  λοιπά και αναγνώρισε τους κυρίως παρεμβαίνοντες συγκυρίους, κατά ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου έκαστο του επίδικου ακινήτου και επέβαλε στις εκκαλούσες τα δικαστικά έξοδα των κυρίως παρεμβαινόντων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται, οι ενάγουσες-εκκαλούσες με την υπό κρίση έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την αποδοχή της αγωγής στο σύνολό της και την καταδίκη των εφεσίβλητων στη δικαστική της δαπάνη.

Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ανάγονται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Προκειμένου δε, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άνω, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα ακινήτου, την αμφισβήτηση της κυριότητάς του από τον εναγόμενο ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς (ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 982/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ «Η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν». Αν η ένσταση δεν περιέχει σαφή έκθεση των πραγματικών γεγονότων απορρίπτεται ως αόριστη. Δεν είναι δυνατή η θεραπεία της αοριστίας με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την προσθήκη στις προτάσεις (ΑΠ 392/2004). Ειδικότερα, επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (ΑΠ 1103/2018, ΑΠ 1203/2012). Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ`υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ` επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ`άρθρο 1051 ΑΚ (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 1378/2019, ΑΠ 106/2011). Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ` υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (ΑΠ 1214/2020). Στην περίπτωση, όμως, που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνης των δικαιοπαρόχων του επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση ΑΠ 1935/2022 (ΑΠ 441/2021, ΑΠ 432/2019, ΑΠ 949/2018). Επιπλέον, αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ` αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο (ΑΠ 777/2021). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στο διάδικο την κυριότητα του ακινήτου αυτού με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), διαφορετικά, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 1378/2019, 106/2011). Η επιδεκτικότητα του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ` ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 – 1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο (ΑΠ 1935/2022). Για να είναι ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ` αυτήν ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει (ΑΠ 1071/2023, ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 1182/2018). Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11/9/1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας. Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας αυτού, και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη. Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του, Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω απόκτησης κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο (ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 712/2015). Το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1935/2022, 894/2020, 1182/2018). Η επίκληση της κτήσης κυριότητας με χρησικτησία μέχρι 11/9/1915 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού, με την επίκληση και την απόδειξη του οποίου βαρύνεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 1935/1922). Κατά σύνοψη των ανωτέρω, η αγωγή αναγνώρισης ή διεκδίκησης κυριότητας ακινήτου, μη δημόσιου κτήματος, με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, με αντίδικο το Ελληνικό Δημόσιο το οποίο αμφισβητεί ειδικώς την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση από τον ενάγοντα αναγωγής σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, χωρίς να απαιτείται ειδικώς επίκληση της κτήσης κυριότητας με χρησικτησία μέχρι 11/9/1915, διότι κατά τα ανωτέρω η επίκληση της κτήσης κυριότητας με χρησικτησία μέχρι 11/9/1915 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ένστασης ότι το επίδικο δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας, η οποία βαρύνει (επίκληση και απόδειξη) το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και όχι τον ενάγοντα. Εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά την 11η/9/1915, αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (επιχείρημα από ΑΠ 1935/1922, ΑΠ 1071/2023), ενώ κρίσιμος χρόνος συμπλήρωσης της χρησικτησίας στην περίπτωση αγωγής (ή αίτησης) των άρθρων 2α, εδ, α`, 3α`, αα, ββ και στ` του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 δεν είναι ο χρόνος ενάρξεως του Κτηματολογίου στην περιοχή του ακινήτου, αλλά ο χρόνος άσκησης αυτής (ΑΠ 1549/2022 μόνο ως προς το χρόνο συμπλήρωσης χρησικτησίας) .

Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλουμένη απέρριψε την ανωτέρω αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι στο δικόγραφο αυτής δεν καθορίζεται καθ’ υποφοράν, αλλά ούτε και στις προτάσεις των εναγουσών, ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο των απώτερων δικαιοπαρόχων τους αναδρομικώς κατά τα έτη 1969 έως 1885, ήτοι έως την αναγωγή σε πρωτότυπη κτήση, που δύναται να αντιταχθεί έναντι του εναγομένου, ενόψει της αμφισβήτησης του τελευταίου ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα και ειδικότερα, λόγω του ισχυρισμού του εναγομένου ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης, που από το έτος 1939 είναι καταγεγραμμένη ως δημόσιο κτήμα με Α.Β.Κ. ……. και εμφανίζει δασικό χαρακτήρα στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1998, έχει δε περιέλθει στην κυριότητά του ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και των από 3/2 και 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του βάσει των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ/τος της 17/29-11-1836 περί «ιδιωτικών δασών», άλλως ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του βάσει του άρθρου 1 του . από 3/15.12.1833 β.δ/τος ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως ότι το επίδικο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο βάσει του άρθρου 16 του β.δ/τος της 21-5/10- 7-1837 (νόμου) «περί διακρίσεως κτημάτων» ως αδέσποτη έκταση, άλλως ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία. Πλην όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην νομική σκέψη της παρούσας, η υπό κρίση αγωγή είναι πλήρως ορισμένη με μόνη την αναδρομή σε χρόνο χρησικτησίας 20 ετών μέχρι την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1549/2022) χωρίς να απαιτείται η αναδρομή (αντίστροφη διαδοχή) μέχρι συμπλήρωση 30ετούς νομής στις 11/9/1915, δεδομένου ότι η επίκληση της κτήσης κυριότητας με χρησικτησία συμπληρωμένη στις 11/9/1915 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ένστασης ότι το επίδικο δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας, η οποία, ένσταση, βαρύνει (επίκληση και απόδειξη) το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και όχι τις ενάγουσες. Συνεπώς, πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της υπό κρίση έφεσης ως βασίμου, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να κρατηθεί η αγωγή προς περαιτέρω εκδίκαση.

Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν έναν τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 915/2021, AΠ 46/2020, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 410/2016). Ποια πρόσωπα είναι οι – κατά κανόνα – φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 75/2025 ΤΝΠ Nomos). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής του δικαστικού αγώνα για συγκεκριμένη έννομη σχέση, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (AP ΑΠ 322/2025, ΑΠ 55/2020, ΑΠ 154/2019 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 75/2018 ΝοΒ 2019.21, ΑΠ 401/2018 ΤΝΠ Nomos) και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της (ΑΠ 92/2017,  ΑΠ 455/2017, ΑΠ 208/2015 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1617/2011 ΝοΒ 2012.890). Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας. ενώ, κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη των θεμελιωτικών αυτών περιστατικών είναι ο χρόνος της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, αν δε κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν από τον άνω κρίσιμο χρόνο εκλείψουν, η σχετική αγωγή ή αίτηση παροχής εννόμου προστασίας απορρίπτεται (Α.Π. 1877/2014 ΤΝΠ Nomos ΑΠ 1084/1990, ΑΠ 13/1987, ΕφΠατρ 39/2022 ΤΝΠ Nomos, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 68, σελ. 398).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε εκλείψει η παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου, το οποίο ναι μεν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αναγραφόταν κατά τις αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου με ΚΑΕΚ ………………ως δικαιούχος κυριότητας σε ποσοστό 100/100, στη συνέχεια όμως εχώρησε διόρθωση της αρχικής εγγραφής, συνεπεία της με αριθμό και ημερομηνία ………/19-10-2021 οριστικής καταχώρισης της υπ’ αριθμ. 650/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά και με διορθωτική εγγραφή αναγράφηκαν ως συγκύριοι του ως άνω γεωτεμαχίου, αντί του αρχικώς αναγραφέντος εναγομένου, οι κυρίως παρεμβαίνοντες, κατά ποσοστό 50/100 ο καθένας εξ αυτών. Συνεπώς και ενόψει του ότι κρίσιμος χρόνος για τον έλεγχο της συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, όπως είναι και η νομιμοποίηση των διαδίκων, είναι ο χρόνος της συζήτησης της αγωγής, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη (βλ. και ΕφΑιγ 113/2021, ΕφΑΘ 2685/1998 ΤΝΠ Nomos) και δεδομένου ότι είχε ήδη εκλείψει η παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, θα πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, καθώς σε περίπτωση μη απόδειξης των περί νομιμοποίησης περιστατικών, η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη λόγω έλλειψης (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησης κατά το δικονομικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο «μη αποδεικνύοντος του φέροντος το βάρος της αποδείξεως, απορρίπτεται η αγωγή (ή η ένσταση)» (ΕφΠειρ 500/2018 https://www.efeteio-peir.gr). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (178, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση στους εκκαλούντες του παραβόλου που αυτοί κατέθεσαν για την άσκηση της έφεσης.

Από την επανεκτίμηση των προσκομισθέντων μετ’ επικλήσεως ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την νομίμως ληφθείσα υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/10-1-2022 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά (βλ. τις υπ’ αριθμ. …. ………/29-12-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………..), την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι κυρίως παρεμβαίνοντες, τις νομίμως ληφθείσες υπ’ αριθ. πρωτ. …, …. /14-1-2022 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του δικηγόρου του Δ.Σ. Πειραιώς, ………….. (βλ. τις υπ’ αριθμ. …../10-1-2022 και …../11-1-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………….), τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι δύο πρώτοι των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση ………. ή …………. της κτηματικής περιφέρειας Αμπελακίων Σαλαμίνας, εκτάσεως 280 τμ κατά τους τίτλους κτήσεως των διαδίκων και 271 τμ κατά τη μέτρηση του Κτηματολογίου, όπου φέρει αριθμό ΚΑΕΚ ……… και συνορεύει, κατά το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, Βόρεια με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ……….., Νότια με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …………., Δυτικά με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ………. και Ανατολικά με την τέταρτη κάθετη οδό στη Λεωφόρο Κυνοσούρας με ΚΑΕΚ …………. Το ακίνητο αυτό απέκτησαν στη συγκυριότητά τους οι κυρίως παρεμβαίνοντες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με τακτική χρησικτησία, καθώς το νέμονται συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 2003, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, αφότου περιήλθε στη νομή τους με μεταβίβαση από τον πατέρα τους, Ιωάννη Δεληγιώργη, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……/10-8-2000 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας …………, νομίμως μεταγεγραμμένου στις 22/1/2003 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, στον τόμο …… και με αύξοντα αριθμό …… Από τον πιο πάνω χρόνο, που οι κυρίως παρεμβαίνοντες εγκαταστάθηκαν στη νομή του ανωτέρω ακινήτου, ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως επ’ αυτού, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου διακατοχικές πράξεις νομής, με διάνοια αποκλειστικών συγκυριών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν, ούτε από τις ενάγουσες, ούτως ώστε το έτος 2013 κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου αυτού, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με τακτική χρησικτησία. Συγκεκριμένα, καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα οι παρεμβαίνοντες επισκέπτονταν τακτικά το επίδικο ακίνητο, δεδομένου ότι τους μισούς περίπου μήνες του έτους κατοικούσαν μόνιμα στην …… Σαλαμίνας στην εξοχική κατοικία, που διατηρούν στο όμορο προς δυσμάς ακίνητο, με ΚΑΕΚ ……., που έχουν κληρονομήσει από τη μητέρα τους, . ……., φρόντιζαν το επίδικο, αποψιλώνοντας κάθε έτος τα αγριόχορτα και φυτεύοντας σε αυτό διάφορα εποχικά φυτά, επιτηρούσαν και επέβλεπαν συνεχώς τα όριά του, είχαν αναθέσει την καταμέτρησή του σε τοπογράφο μηχανικό και το δήλωναν στην εφορία, καταβάλλοντας γι’ αυτό τους φόρους που αναλογούσαν, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από οποιονδήποτε κατά την άσκηση της συννομής τους σε αυτό. Επιπλέον, κατά τα έτη 2010-2020 διεξήγαγαν πολυετή δικαστικό αγώνα, προκειμένου να πετύχουν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση την αναγνώρισή τους ως συγκυριών του επιδίκου έναντι του τρίτου των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση, Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο είχε αναγραφεί κατά τις αρχικές εγγραφές στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως πλήρης και αποκλειστικός κύριος αυτού, αμφισβητουμένου κατ’ αυτόν τον τρόπο του δικαιώματος της συγκυριότητάς τους, και τη διόρθωση της αρχικής ως άνω εγγραφής με τη διαγραφή του Ελληνικού Δημοσίου και την αναγραφή αυτών των ιδίων ως συγκυριών του επιδίκου, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, με αιτία κτήσης τη γονική παροχή. Ειδικότερα, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 25/8/2010 (αριθ. εκθ. καταθ. ……./3-9-2010) αγωγή τους κατά του Ελληνικού Δημοσίου, περί της αναγνώρισης της συγκυριότητάς τους στο επίδικο και της διόρθωσης της εσφαλμένης αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 1214/2014 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Την ως άνω απόφαση προσέβαλε το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, με την από 25/11/2014 (αριθ. εκθ. καταθ. ……./2014) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 650/2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση, ενώ  κατά της πιο πάνω απόφασης άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο την από 29/3/2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 814/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε αυτήν. Κατόπιν, με την υπ’ αριθμ. καταχώρισης ……../19-10-2021 διορθωτική εγγραφή έλαβε χώρα η σημείωση της υπ’ αριθμ. 650/2017 απόφασης του Εφετείου Πειραιά στο κτηματολογικό φύλλο του με ΚΑΕΚ γεωτεμαχίου ………… (επιδίκου) και καταχωρίσθηκαν οι κυρίως παρεμβαίνοντες ως συγκύριοι αυτού σε ποσοστό 50/100 ο καθένας με τίτλο κτήσης το υπ’ αριθμ. ……/2000 συμβόλαιο γονικής παροχής. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο ακίνητο κατά το επίδικο ως άνω χρονικό διάστημα των ετών 2003-2013 από τις εκκαλούσες, καθότι οι καταθέσεις των υπέρ αυτών ενόρκων βεβαιούντων σχετικά με τις τακτικές επισκέψεις τους στο επίδικο, τον καθαρισμό του και την ενίσχυση της περίφραξής του, αφενός διαψεύδονται από τις προσκομιζόμενες από τις ίδιες έγχρωμες φωτογραφίες, που προφανώς ανάγονται σε χρόνο πριν την κατάληψη αυτού και αποτυπώνουν το επίδικο σε πλήρη εγκατάλειψη με ανεπτυγμένη εντός αυτού φυσική βλάστηση και με κατεστραμμένο ένα μεγάλο τμήμα της περίφραξής και της πόρτας του, που καθιστά ευχερή την καταπάτησή του από οποιονδήποτε τρίτο επιθυμεί να εγείρει αξιώσεις σε αυτό, αφετέρου διαψεύδονται από την ένορκη βεβαίωση της ……………, που έχει όμορη ιδιοκτησία στην ίδια περιοχή, κατοικεί μόνιμα εκεί αρκετούς μήνες το χρόνο και κατέθεσε ότι ουδέποτε έχει αντιληφθεί την παρουσία στο επίδικο και εν γένει στην περιοχή της ………… των καθ’ ων η παρέμβαση ή οποιωνδήποτε τρίτων ενεργούντων για λογαριασμό τους. Το επίδικο ακίνητο κατά το έτος 1969 είχε περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου και πατέρα των  εναγουσών-καθ’ ων η κύρια παρέμβαση, ……………., με το υπ’ αριθμ. ………/11-7-1969 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά …….., που μετεγράφη νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σαλαμίνας στον τόμο … και αριθμό ….., από αγορά από την …………. Κατά το χρόνο κτήσης του ο πατέρας των εναγουσών το περιέφραξε και εντός αυτού έχτισε μία τσιμεντένια πλατφόρμα (δάπεδο άνευ περιμετρικών τοίχων και στέγης), εμβαδού 62 τ.μ., με σκοπό να τοποθετήσει μελλοντικά λυόμενη κατοικία, κάτι το οποίο όμως δεν έπραξε στη συνέχεια. Τα επόμενα έτη και έως το 1980 περίπου ο προαναφερόμενος πατέρας των δύο πρώτων καθ’ ων η κύρια παρέμβαση επισκεπτόταν το επίδικο, διατηρούσε επαφή με τον τοπικό σύλλογο …., κατέβαλλε τέλη καθαριότητας και φωτισμού στην κοινότητα Αμπελακίων, ενώ αναφερόταν στο υπ’ αριθμ. πρωτ. …../1975 έγγραφο του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς και τη συνημμένη σε αυτό περίληψη μεταγραφής της υπ’ αριθμ. Ε.4159/2170/11549/29-4-1975 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας περί ανακλήσεως της κηρυχθείσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης στην ……. Σαλαμίνας προς επέκταση της χερσαίας ζώνης του Λιμένος Πειραιώς, ως ένας από τους εικαζόμενους ιδιοκτήτες των υπό απαλλοτρίωση ακινήτων. Μετά το έτος 1980 και πολύ περισσότερο μετά το θάνατό του, που έλαβε χώρα στις 5/5/1986, το επίδικο ακίνητο κατέλαβε και το χρησιδέσποσε ο πατέρας των κυρίως παρεμβαινόντων, ……………., ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την απουσία του ……….. και στη συνέχεια των νομίμων κληρονόμων του, ήτοι της συζύγου του και των δύο θυγατέρων του και ήδη καθ’ ων η κύρια παρέμβαση, το έλαβε αυτογνωμόνως στη νομή του και το συνένωσε με το όμορο προς δυσμάς ακίνητο, ιδιοκτησίας της συζύγου του, ……….., επί του οποίου ανήγειρε το έτος 1976 αυθαίρετη εξοχική κατοικία, την οποία αργότερα νομιμοποίησε, έκτοτε δε άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο, διανοία αποκλειστικού κυρίου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις νομής, όπως τακτική επίβλεψη, επίσκεψη, καθαρισμό, εποπτεία, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1980 έως το έτος 2000, που μεταβίβασε τη νομή του στους κυρίως παρεμβαίνοντες. Εξάλλου, ενδεικτικό της αδράνειας, που επέδειξαν οι ενάγουσες σχετικά με την προάσπιση των  δικαιωμάτων τους στο επίδικο, είναι ότι για πρώτη φορά αναμίχθηκαν ενεργά στην κληρονομιά του πατέρα τους και της μεταποβιώσασας μητέρας τους το έτος 2017, οπότε και ανέθεσαν την εμβαδομέτρηση και αποτύπωση σε τοπογραφικό διάγραμμα του επίδικου ακινήτου στον πολιτικό μηχανικό …….. και στη συνέχεια αποδέχθηκαν την κληρονομιά των γονέων τους με την υπ’ αριθμ. …./28-9-2017 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Πειραιά ………, την οποία καταχώρισαν στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου με την αίρεση του άρθρου 7α του ν. 2664/1998. Επιπλέον, μετά την απόρριψη της με αριθ. πρωτ. ……/23-1-2003 ένστασης τους κατά των αναρτηθέντων στοιχείων της κτηματογράφησης και την οριστική ανάρτηση του Κτηματολογίου για το επίδικο ακίνητο το έτος 2005, όταν αυτό καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, δεν κινητοποιήθηκαν, μέσω του τοπικού εξωραϊστικού συλλόγου, για την έγερση αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όπως έκαναν οι λοιποί οικιστές της …… κατά τα έτη 2008-2011, αλλά άσκησαν για πρώτη φορά αγωγή το έτος 2018, που απερρίφθη από το Δικαστήριο τούτο για τυπικούς λόγους με την υπ’ αριθμ. 45/2020 απόφασή του, στη συνέχεια δε άσκησαν την ένδικη από 10/10/2021 αγωγή τους, την οποία έστρεψαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κοινοποίησαν στις 14/10/2021 στους κυρίως παρεμβαίνοντες, εκφράζοντας το πρώτον την ενόχλησή τους για την αμφισβήτηση του επικαλούμενου δικαιώματος συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο. Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί  ότι η νομή, σύμφωνα με το άρθρο 974 ΑΚ, είναι πραγματική κατάσταση και προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου. Επομένως, η άσκηση ενός δικονομικού ή διοικητικού δικαιώματος (όπως η υποβολή ένστασης) δεν υποκαθιστά την άσκηση πραγματικών πράξεων εξουσίασης επί του ακινήτου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 976 του ΑΚ, η νομή αποκτάται με παράδοση ή με συμφωνία υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, γεγονός που επίσης καταδεικνύει ότι πρόκειται για πραγματική και όχι απλώς διαδικαστική σχέση με το ακίνητο. Συνεπώς, η νομή θεμελιώνεται με συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις εξουσίασης του ακινήτου (ενδεικτικά καλλιέργεια, περίφραξη, επίβλεψη, οριοθέτηση, ανοικοδόμηση, παραχώρηση σε τρίτο, φύλαξη), ενώ η υποβολή ένστασης κατά της κτηματογράφησης αποτελεί διαδικαστική ενέργεια αμφισβήτησης της εγγραφής και όχι υλική πράξη άσκησης νομής και δεν αρκεί δεν αρκεί για τη θεμελίωση νομής ή έκτακτης χρησικτησίας. Εξάλλου, η διαδικασία της κτηματογράφησης αποσκοπεί στην καταγραφή και διόρθωση εγγραφών, όχι στη δημιουργία ή απόκτηση εμπράγματων δικαιωμάτων μέσω της ίδιας της διαδικασίας, ενώ η ένσταση μπορεί να αποτελέσει ενδεχομένως στοιχείο που καταδεικνύει ότι ο ενδιαφερόμενος διεκδικεί το δικαίωμα, αλλά δεν αποτελεί αυτή καθαυτή πράξη νομής, ούτε αναπληρώνει την έλλειψη πραγματικής εξουσίασης του ακινήτου. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, προκύπτει ότι το δικαίωμα συγκυριότητας επί του επιδίκου, που αρχικώς απέκτησαν οι ενάγουσες με την μεταγραφή της – δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς του πατέρα τους, που ανατρέχει αναδρομικά στο χρόνο του θανάτου του, καταλύθηκε στη συνέχεια αρχικά από τον πατέρα των κυρίως παρεμβαινόντων, που παρέμεινε στη νομή του επίδικου κατά τα έτη 1980-2000 και αργότερα από τους ίδιους τους κυρίως παρεμβαίνοντες, οι οποίοι από το έτος 2003 νέμονταν το επίδικο, με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και διάνοια κυρίου, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από τις ενάγουσες, με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί ήδη από το 2013 συγκύριοι αυτού με τακτική χρησικτησία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, για όλα τα ανωτέρω, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της έφεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υφίστανται άλλοι λόγοι  της ένδικης έφεσης προς έρευνα, θα πρέπει να απορριφθεί η έφεση κατά το μέρος που αφορά την κύρια παρέμβαση και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων, ενόψει της δυσχέρειας της ερμηνείας των κανόνων που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση τυπικά και κατ’ ουσίαν όσον αφορά την από 10/10/2021 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2021) αγωγή.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 3483/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ως προς την ανωτέρω αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στις εκκαλούσες.

Δέχεται την έφεση τυπικά και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν, όσον αφορά την από 25/11/2021 (…………/2021) κυρία παρέμβαση.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 17.9.2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ