Αριθμός 517/2026
ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
[ΤΜΗΜΑ 3ο]
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ :Της εταιρείας με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει στον Πειραιά, οδός ………….., με ΑΦΜ …………… ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κιαουλιά (ΔΣΠ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) …………… ……………. και 2. …………………. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Βλαχοκυριάκου (ΔΣΑ).
Οι εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 13.09.2025 και με αριθ. εκθ. καταθ. ……………/2025 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 143/2026 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχτηκε τ’ αναφερόμενα σ’ αυτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 2.03.2026 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……………/2026 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ. …..).
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις. Η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσίβλητων παραστάθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου, όπως αναφέρεται παραπάνω και ανέπτυξε τις απόψεις της με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 2.3.2026 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2026 στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 143/2026 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών –μισθωτικών– διαφορών, επί της από 13.09.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικ. …………./2025 αγωγής των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων. Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 § 1 εδ. α’ στοιχ. β, 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 1 ημιπ. α’ και γ’ συνδ. 144 επ., 518 παρ. 2 καθώς και 520 § 1 ΚΠολΔ, επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια, ενώ εξάλλου δεν έχει παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία του ενός [1] έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης [8.1.2026], σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 43 του ν. 5221/2025 [ΦΕΚ Α ‘133 /28-7-2025] κατά τη (μεταγενέστερη της 1.1.2026 ) άσκηση της ένδικης έφεσης, (ήτοι κατάθεση της στη Γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά στις 3.03.2026).(άρθρο 168 παρ. 3 Ν. 5221/2025) Συνεπώς (η έφεση) αρμοδίως φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και αφού κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο (495§3 ΚΠολΔ βλ. την έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου όπου γίνεται αναφορά στο με αριθμό ……………./2026 ηλεκτρονικό παράβολο) ύψους 100 ευρώ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 533 ΚΠολΔ ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1, 591 παρ.7, 614 αριθμ. 1 ΚΠολΔ).
II. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 516 §§ 1-2 ΚΠολΔ, «1. Δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων, ο εναγόμενος, εκείνοι που άσκησαν κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοί τους, οι ειδικοί διάδοχοί τους, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, και οι εισαγγελείς πρωτοδικών, αν ήταν διάδικοι. 2. Έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία «Δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον», προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, είναι το έννομο συμφέρον του εκκαλούντος. Το έννομο συμφέρον προκύπτει, κυρίως, από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Κατά κανόνα βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν απορρίπτονται, εν μέρει ή ολικά, οι προτάσεις του, (ήτοι η αγωγή, η ανταγωγή, οι ενστάσεις του), ή γίνονται δεκτές έναντι αυτού, εν μέρει ή ολικά, οι προτάσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη του εκκαλούντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του εκκαλούντος. Κατ’ εξαίρεση και σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 516 § 2 ΚΠολΔ, έφεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη, είτε διότι έγινε δεκτή η αγωγή του κ.λπ. είτε διότι απορρίφθηκε η αγωγή κ.λπ. του αντιδίκου του, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, το οποίο κρίνεται με βάση την προσβαλλόμενη απόφαση και υπάρχει, όταν ο διάδικος βλάπτεται από τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, και, ιδίως, αν δημιουργείται από την απόφαση δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη. Ειδικότερα, η συνδρομή του έννομου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χρόνο που ασκείται το ένδικο μέσο, και υπάρχει, όταν ο διάδικος που νίκησε, βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και, ιδίως, αν δημιουργείται από αυτή δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει, έτσι, τα στοιχεία διατακτικού. Οι εσφαλμένες αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, οι οποίες δεν καταλήγουν σε βλάβη του εκκαλούντος με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της, όπως και ζητήματα που κρίθηκαν πλεοναστικά, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης, καθόσον το κρίσιμο τμήμα της απόφασης δεν είναι οι αιτιολογίες αλλά οι διατάξεις αυτής. Διαφορετικά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις εσφαλμένες αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Συνεπώς, κατ’ εξαίρεση μπορεί να προκαλείται βλάβη από τις δυσμενείς αιτιολογίες, όταν από αυτές ιδρύεται δεδικασμένο, οπότε και υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης ακόμη και από το διάδικο που νίκησε, προς αποτροπή αυτού, (βλ. ΑΠ 226/2014, ΑΠ 920/2013, ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 382/2011, ΑΠ 653/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι αιτιολογίες της απόφασης έχουν συνέπειες διατακτικού, εάν (μεταξύ άλλων) η απόφαση έλυσε με παρεμπίπτουσα σκέψη κάποια προδικαστική έννομη σχέση σε βάρος του διαδίκου που νίκησε (είτε είναι ενάγων είτε εναγόμενος), οπότε ο διάδικος αυτός βλάπτεται και δικαιούται να προσβάλει την απόφαση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 516 § 2 ΚΠολΔ, (βλ. ΑΠ 404/2010 Νόμος). Επιπλέον, η αιτιολογία καθεαυτή δημιουργεί δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του διαδίκου, και όταν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί, επειδή είναι αβάσιμη η ιστορική βάση της, ενώ απορρίφθηκε μετά από προβληθείσα ένσταση του διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή η απόφαση υπολείπεται των προσδοκιών του διαδίκου και, συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι ηττημένος ο διάδικος, ο οποίος βλάπτεται, γενικά, από το περιεχόμενο της απόφασης, οπότε με την άσκηση της έφεσης υφίσταται γι’ αυτόν η δυνατότητα να μεταβάλει υπέρ αυτού την απόφαση, εφόσον συντρέχει βάσιμη προς τούτο περίπτωση, (βλ. ΑΠ 920/2013 Νόμος, αντίθετα για την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ΑΠ 913/2010 Νόμος). Το έννομο συμφέρον για την άσκηση των ένδικων μέσων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, της οποίας η ανάγκη ύπαρξης συνάγεται και από τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το έννομο συμφέρον, ως προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε ένδικου μέσου, αποτελεί ειδικότερη έκφανση της θεμελιώδους αρχής που καθιερώνει το ανωτέρω άρθρο. Η παραπάνω προϋπόθεση εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου μέσου ως απαραδέκτου, (βλ. άρθρα 68, 73, 532 ΚΠολΔ, ΑΠ 920/2013 Νόμος, ΑΠ 274/2003 ΕπΔικΠολ 2004. 51, ΑΠ 1459/2000 Δνη 2001.741, ΕφΝαυπλ 121/2011 Νόμος, ΕφΑθ 6188/2009, ΕφΘεσ 386/2011 Νόμος, ΕφΘεσ 654/2009, ΕφΔωδ 246/2006 Νόμος, ΕφΑθ 4195/2004 ΝοΒ 53. 102 και Νόμος, ΕφΘεσ 2039/2003, ΕφΑθ 2903/2002 Αρμ 2003. 1809, ΕφΑθ 3743/1996 Νόμος, ΕφΛαρ 81/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ). Ετσι, όπως λεπτομερώς προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης από τον νικήσαντα διάδικο, ως εν προκειμένω, η ύπαρξη του οποίου εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνεται όχι από το αιτιολογικό, αλλά από το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης, ενώ υπάρχει έννομο συμφέρον και όταν ο διάδικος, που νίκησε, βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει έτσι προσόντα διατακτικού, προϋπόθεση, όμως, που ο νικήσας διάδικος πρέπει να επικαλείται, (ΜονΕφΠειρ 620/2022, ΕφΠειρ 589/2013, ΕφΠειρ 619/2013, Ιστοσελ. Εφετείου Πειραιώς). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 331, 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα ως προς την έννομη σχέση που κρίθηκε, με την έννοια του συνόλου των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι των πραγματικών γεγονότων που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 856/2014), όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Το ουσιαστικό δεδικασμένο εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση που το στηρίζει. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του, το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό, ως αμάχητη αλήθεια, όσον και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή υπερέβη τούτο ή απομακρύνθηκε από αυτό. Από την τελεσιδικία της απόφασης παράγεται δεδικασμένο και για κάθε ζήτημα που εξετάσθηκε παρεμπιπτόντως και αναγκαίως κρίθηκε για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, εφόσον το (πρωτοβάθμιο) Δικαστήριο είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς, αν αυτή εισαγόταν ενώπιόν του ως κύριο ζήτημα (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 944/2020). Η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται για να αποφευχθεί η καταστρατήγηση των διατάξεων για την καθ’ ύλην αρμοδιότητα, η οποία (καθ’ ύλην αρμοδιότητα) απαντά στο ερώτημα, ποιο δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με το νόμο, να δικάσει ορισμένη υπόθεση σε πρώτο βαθμό. Συνεπώς, για να κριθεί, αν υπάρχει καθ’ ύλην αρμοδιότητα για το προδικαστικό ζήτημα, θα αποβλέψουμε στο δικαστήριο, που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση και όχι σε αυτό που δίκασε την υπόθεση κατ’ έφεση, λαμβάνεται δηλ. υπόψη η καθ’ ύλην και όχι η λειτουργική (δηλ. του εφετείου) αρμοδιότητα. Σε αυτό συνηγορούν και οι διατάξεις των άρθ. 535 § 2 εδ.α’ και 12 § 2 ΚΠολΔ, καθώς και η στάθμιση των συμφερόντων των διαδίκων, αφού είναι ενδεχόμενο το προδικαστικό ζήτημα να εισαχθεί κατ’ ευθείαν στο δικαστήριο που δικάζει την έφεση με ένσταση (άρθ. 527 ΚΠολΔ, ΑΠ 1468/2006, ΑΠ 1166/1995 ΕΕΝ1997.95, ΑΠ 1165/1995 ΕλλΔνη 1997.825). Και υπό την εκδοχή ότι αν η έφεση απορριφθεί για ουσιαστικούς λόγους ενσωματώνει την πρωτόδικη απόφαση (ΟλΑΠ 40/1996, ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 891/2019), η κρίση για την καθ’ ύλην αρμοδιότητα όσον αφορά το προδικαστικώς ερευνώμενο ζήτημα, δεν μπορεί να αποβαίνει υπέρ της αρμοδιότητας του κατά λειτουργία αρμόδιου δικαστηρίου, διότι έτσι παραβιάζεται και πάλι η θεμελιώδης αρχή που ορίζει η διάταξη του άρθ. 12 § 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλά αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη, προϋποθέτει ότι η εν λόγω έννομη σχέση αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου ήταν νομικώς αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της ορισμένης κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς (ΑΠ 644/2015). Δεν αφορά συνεπώς η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κρινόμενου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσεώς του επί του δικαιώματος, για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας (ΑΠ 533/2024, ΑΠ 136/2015). Όμως, οι πλεοναστικές αυτές υποδείξεις του Εφετείου, που δεν πήραν τη μορφή διατάξεων του διατακτικού της απόφασης και μη έχουσες προσόντα διατακτικού, δεν οδηγούν σε δημιουργία δεδικασμένου περί τούτων, ώστε να τίθεται θέμα παραβίασής του (ΑΠ 542/2017), (ΑΠ 17/2026, Ιστοσελ ΑΠ). Τέλος, γίνεται δεκτό πως κάθε αγωγή απόδοσης μισθίου, ανεξαρτήτως του λόγου στον οποίο στηρίζεται, έχει ως απαραίτητα στοιχεία της βάσης της τον συγκεκριμένο εκάστοτε λόγο απόδοσης, όπως τον διαγράφει ο νόμος. Το στοιχείο αυτό αποτελεί το κύριο ζήτημα, τον πυρήνα κάθε αγωγής απόδοσης. Περαιτέρω, περιπτωσιολογικά έχει κριθεί ότι είναι προδικαστικό ζήτημα ειδικότερα ενδεικτικά τα εξής: Όλα τα σχετιζόμενα με την ύπαρξη ή ανυπαρξία της συμβάσεως μισθώσεως και μάλιστα με το κύρος ή τη χρονική διάρκεια αυτής, (βλ. Χ. Παπαδάκης, Εγχειρίδιο Εμπορικών Μισθώσεων, 2η έκδοση, 2016, υπό την παράγραφο 9. Δεδικασμένο από αγωγές απόδοσης μισθίου, 9. 2, 9.3, σελ. 595).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την από 13.09.2025 (αριθμ. κατ. δικ. ………../2025) αγωγή τους, την οποία απηύθηναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά σε βάρος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας με την επωνυμία «…………» εξέθεταν τα ακόλουθα: Ότι δυνάμει του με αριθ. ……./13.12.2024 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, ……., το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων, στις 16-12-2024 και με αριθ. καταχώρησης ………., απέκτησαν, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος από την ……… το υπό στοιχείο Κ-5 κατάστημα του ισογείου ορόφου οικοδομής που βρίσκεται στον Πειραιά, στην οδό ………… (ΚΑΕΚ ………..). Ότι, η ………. απέκτησε αυτό από την εταιρεία ……………., δυνάμει του με αριθ. ……/26.7.2024. συμβολαίου αγοραπωλησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο έχει καταχωρηθεί νομίμως στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων, σε συνδυασμό με τη με αριθ. ……../2.8.2024 πράξη εξοφλήσεως υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας της ίδιας συμβολαιογράφου. Ότι, στην εταιρεία ……………. (το κατάστημα) περιήλθε με αγορά από τους : 1) ………………., η οποία είχε κατά πλήρη κυριότητα το ποσοστό των 25/100 εξ αδιαιρέτου, 2) ……………., ο οποίος είχε κατά πλήρη κυριότητα το ποσοστό των 25/100 εξ αδιαιρέτου, 3) …………… ο οποίος είχε το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας κατά ποσοστό 25/100 εξ αδιαιρέτου, 4) ………….., η οποία είχε την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 12,50/100 εξ αδιαιρέτου, 5) ……………., η οποία είχε την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 12,50/100 εξ αδιαιρέτου, 6) ……………, ο οποίος είχε την ισόβια επικαρπία κατά ποσοστά 25/100 εξ αδιαιρέτου, 7) …………….., ο οποίος είχε την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 12,50/100 εξ αδιαιρέτου και, 8) ………….., ο οποίος είχε την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 12,50/100 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ’ αριθμόν ……/25-06-2024 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο έχει καταχωρηθεί νομίμως στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων. Ότι, σύμφωνα με το από 21-01-2008 αρχικό ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου, η εναγόμενη εταιρεία μίσθωσε το ως άνω κατάστημα από τους ανωτέρω αναφερομένους προκτήτορες 1) ……….., 2) …………….., 3) ………. και 4) . …………. Ότι, η χρήση της μίσθωσης ορίστηκε επαγγελματική και δη για την πώληση ειδών ζαχαροπλαστικής, καφέ και αναψυκτικών και η διάρκειά της συμφωνήθηκε 9ετής με εναρκτήρια ημεροχρονολογία την 01-01-2008 και λήξη την 31-12-2016 με αρχικό καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 1.000 ευρώ, πλέον τέλος χαρτοσήμου. Ότι, η ως άνω μίσθωση τροποποιήθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως και 31-12-2016 δυνάμει της υπ’ αριθ. …../27-1-2016 δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας στην ΑΑΔΕ, σύμφωνα με την οποία το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 480,00 ευρώ λόγω τροποποίησης του τέλους χαρτοσήμου, με τους υπόλοιπους όρους και συμφωνίες να παραμένουν σε ισχύ. Ότι, δυνάμει της υπ’ αριθ. …./16-6-2020 δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας στην ΑΑΔΕ, η ανωτέρω μίσθωση παρατάθηκε για την περίοδο ισχύος 1-1-2017 έως και την 31-12-2020 με μειωμένα μισθώματα λόγω δήλωσης της εναγομένης ως πληττόμενης επιχείρηση εξαιτίας της πανδημίας Covid. Ότι, με τις με αριθ. ……../6-6-2023 και ……./8-10-2024 δηλώσεις πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας (λύση μίσθωσης) στην ΑΑΔΕ, οι ανωτέρω εκμισθωτές δήλωσαν τη λύση της ανωτέρω μίσθωσης που δεν αποδέχθηκε η εναγομένη, η οποία συνέχισε να παραμένει στο μίσθιο. Ότι η μίσθωση, μετά τη λήξη της συμβατικής της διάρκειας και δη μετά την παρέλευση της 31.12.2020, κατέστη αορίστου χρόνου. Ότι στις 13-12-2024, οι ενάγοντες, κατόπιν διαδοχικών μεταβιβάσεων του μίσθιου από τους αρχικούς εκμισθωτές υπεισήλθαν στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις αυτών, καθώς η μίσθωση παρέμενε ενεργής και σε ισχύ. Ότι, υπό την ιδιότητά τους αυτή, απέστειλαν στην εναγόμενη την από 27-1-2025 εξώδικη καταγγελία, η οποία επιδόθηκε σε αυτήν στις 2-1-2025, με την οποία κατήγγειλαν την μίσθωση και κάλεσαν αυτή να τους παραδώσει το μίσθιο το αργότερο μέχρι την 1-3-2025. Ότι, η εναγόμενη, στις 6-2-2025, κατέθεσε εναντίον τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, τη με αριθ. ΓΑΚ …../2025 αγωγή ακυρότητας της ανωτέρω από 27-1-2025 εξώδικης καταγγελίας επικαλούμενη ότι δεν υπήρχε πληρεξουσιότητα προς τον δικηγόρο τους που υπογράφει αυτή. Ότι, το πρώτον, στο πλαίσιο της αγωγής της εναγομένης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, πληροφορήθηκαν ότι οι αρχικοί μισθωτές, προτού προβούν στην μεταβίβαση του επιδίκου στην εταιρεία «…………….» (25.06.2024) είχαν προβεί στην από 17-4-2024 εξώδικη δήλωση-καταγγελία της ένδικης μίσθωσης, την οποία επέδωσαν στην εναγομένη στις 24-4-2024 και με την οποία κάλεσαν την τελευταία (τη μισθώτρια) να αποχωρήσει από το μίσθιο εντός μηνός από την επίδοση της καταγγελίας και να τους το παραδώσει κενό και ελεύθερο προς αδιακώλυτη χρήση. Ότι η από 17-4-2024 καταγγελία έχει ανακληθεί ως μη γενομένη, αφού με την από 8-10-2024 και με αριθ. …………. δήλωση πληροφοριακών συστημάτων της ΑΑΔΕ των αρχικών εκμισθωτών έλαβε χώρα άτυπη παράταση άλλως αναβίωση της από 21.1.2008 σύμβασης μίσθωσης. Με βάση το ιστορικό αυτό και θεωρώντας ότι έχουν υπεισέλθει στα δικαιώματα των αρχικών εκμισθωτών ως διάδοχοι αυτών κι ότι καταγγέλλουν νόμιμα την από 21.01.2008 σύμβαση μίσθωσης, με την από 27.01.2025 καταγγελία τους, οι ενάγοντες ζήτησαν να διαταχθεί, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, η αποβολή της εναγόμενης και κάθε τρίτου που τυχόν έλκει δικαιώματα από αυτήν από το ακίνητό τους καθώς και να διαταχθεί η απόδοση της χρήσης του ελεύθερης σ’ αυτούς. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – μισθωτικών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 143/2026 απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 574, 597, 599, 608, 609, 44 ΠΔ 34/1995, ακολούθως την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες ουδέποτε απέκτησαν την ιδιότητα του εκμισθωτή, χωρίς μόνη η κυριότητά τους επί αυτού να τους την προσδίδει, καθόσον το μίσθιο ακίνητο δεν εκποιήθηκε κατά τη διάρκεια ισχύος της εμπορικής μίσθωσης αλλά μετά τη λύση της με την από 17-4-2024 καταγγελία των αρχικών εκμισθωτών και ότι συνεπώς οι ενάγοντες δεν υπεισήλθαν στην ένδικη μισθωτική σχέση και δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην προκείμενη μισθωτική δίκη. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: (αιτιολογικό της εκκαλουμένης): «…Δυνάμει του με αριθ. ……/13.12.2024 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, …….., το οποίο καταχωρήθηκεστις 16-12-2024 και με αριθ. καταχώρησης …….. στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων, οι ενάγοντες απέκτησαν την πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος από την ………….. το υπό στοιχείο Κ-5 κατάστημα του ισογείου ορόφου οικοδομής που βρίσκεται στον Πειραιά, στην οδό …………… (ΚΑΕΚ ………..). Αποδείχθηκε ότι η ………..απέκτησε το ανωτέρω ακίνητοαπό την εταιρεία …………, δυνάμει του με αριθ. …../26.7.2024 συμβολαίου αγοραπωλησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο έχει καταχωρηθεί νομίμως στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων, με αρ. καταχώρησης …….. στις 2-8-2024, σε συνδυασμό με τη με αριθ. …../2.8.2024 πράξη εξοφλήσεως υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας της ίδιας συμβολαιογράφου. Αποδείχθηκε δε ότι στην ανωτέρω εταιρεία ………….. περιήλθε με αγορά από τους : 1) ……………., η οποία είχε κατά πλήρη κυριότητα το ποσοστό των 25/100 εξ αδιαιρέτου, 2) …………….., ο οποίος είχε κατά πλήρη κυριότητα το ποσοστό των 25/100 εξ αδιαιρέτου, 3) ………….., ο οποίος είχε το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας κατά ποσοστό 25/100 εξ αδιαιρέτου, 4) …………, η οποία είχε την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 12,50/100 εξ αδιαιρέτου, 5) ………., η οποία είχε την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 12,50/100 εξ αδιαιρέτου, 6) ………………, ο οποίος είχε την ισόβια επικαρπία κατά ποσοστά 25/100 εξ αδιαιρέτου, 7) …………., ο οποίος είχε την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 12,50/100 εξ αδιαιρέτου και, 8) ……………, ο οποίος είχε την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 12,50/100 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ’ αριθμόν …../25-06-2024 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ίδιας ως της συμβολαιογράφου, το οποίο έχει καταχωρηθεί νομίμως στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων, με αριθ. καταχώρησης ……. στις 1-7-2024. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του από 21-1-2008 αρχικού ιδιωτικού συμφωνητικού, εκ των ανωτέρω οι 1) ……………., 2) …………………, 3) …………….., και 4) ο ……………….., εκμίσθωσαν το ανωτέρω Κ-5 κατάστημα στην εναγόμενη εταιρεία ………., για να το χρησιμοποιεί για την πώληση ειδών ζαχαροπλαστικής, καφέ και αναψυκτικών, με διάρκεια μίσθωσης 9ετή που αρχίζει στις 1-1-2008 και λήγει στις 31-12-2016, με αρχικό μηνιαίο μίσθωμα 1.000 ευρώ πλέον χαρτοσήμου. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, δυνάμει των από 10-1-2011και 3-1-2012 ιδιωτικών συμφωνητικών, την τροποποίηση του μηνιαίου μισθώματος. Έκτοτε, ουδέν έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό αναφορικά με την ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως εκ μέρους των διαδίκων. Όπως προκύπτει από τον κατάλογο των δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί στα πληροφοριακά στοιχεία μισθώσεων στην Α.Α.Δ.Ε. που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η εναγόμενη, προκύπτει ότι για την ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης έλαβαν χώρα, οι με αριθ. …./27-1-2016, …./17-2-2016, …./16-6-2020, ……/16-6-2020, …../17-6-2020, …../17-6-2020, …./17-6-2020, …../13-12-2020, …../5-1-2021, …./22-2-2021, …./18-3-2021, ……/6-5-2021, …../9-6-2021, …./2-7-2021, …../23-8-2021, …../6-6-2023 και …./8-10-2024. Από το σύνολο των ανωτέρω δηλώσεων δεν προσκομίζονται σε αντίγραφο οι με αριθ. …./16-6-2020, …../16-6-2020, …./17-6-2020, …../17-6-2020, …../13-12-2020, ……/5-1-2021, …../22-2-2021, …../18-3-2021 δηλώσεις, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να επισκοπηθεί το περιεχόμενο αυτών. Αναφορικά δε με τις λοιπές δηλώσεις που προσκομίζονται σε αντίγραφο αποδείχθηκε ότι : Με τις υπ’ αριθ. …/27-1-2016 και …../17-2-2016 δηλώσεις των πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης στην Α.Α.Δ.Ε. που αποδέχθηκαν άπαντα τα συμβαλλόμενα μέρη, συμφωνήθηκε εκ νέου η τροποποίηση του μηνιαίου μισθώματος. Σημειώνεται δε ότι στις σημειώσεις των με αριθ. …/27-1-2016 και …../17-2-2016 δηλώσεων αναφέρεται ρητά ότι το από 21-1-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε και το οποίο δηλώνεται στην Α.Α.Δ.Ε. ηλεκτρονικά, με τις ανωτέρω δηλώσεις, συνιστούν τροποποίηση του αρχικού από 21-1-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, χωρίς, μετά ταύτα, από το περιεχόμενο των ανωτέρω δηλώσεων να προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρηκατήρτισαν με αυτές, νέα σύμβαση εμπορικής μίσθωσης, με διάρκεια από 1-1-2016 έως 31-12-2016, όπως αβάσιμα η εναγόμενη ισχυρίζεται, αλλά αποδείχθηκε η βούληση των μερών ότι συμφώνησαν τη μείωση του μισθώματος στο ποσό των 480 ευρώ για το εν λόγω χρονικό διάστημα. Ακολούθως, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν την παράταση της ανωτέρω αρχικής μίσθωσης, και ότι η παράταση αυτής αρχίζει στις 1-1-2017 και λήγει στις 31-12-2020, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ……./17-6-2020 δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης στην Α.Α.Δ.Ε. που αποδέχθηκαν άπαντα τα συμβαλλόμενα μέρη, όπου, επιπλέον, ρητά αναφέρεται ότι η συμφωνία αυτή συνιστά παράταση και ότι η οι λοιποί όροι ισχύουν όπως έχουν συμφωνηθεί στο αρχικό από 23-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης. Εν συνεχεία, δυνάμει των ΥΑ Α.1251/2020 (ΦΕΚ 5204/Β/24-11-2020), Α.1274/2020 (ΦΕΚ 5577/Β/17-12-2020), Α. 1025/2021 (ΦΕΚ 538/Β/11-2-2021), Α. 1063/2021 (ΦΕΚ 1156/Β/24-3-2021), Α. 1101/2021 (ΦΕΚ 1761/Β/28-4-2021), Α. 1114/2021 (ΦΕΚ 2149/Β/25-5-2021), Α.1139/2021 (ΦΕΚ 2738/Β/25-6-2021), οι οποίες περιέχουν αναγκαστικού δικαίου ρυθμίσεις που προσδιορίζουν τις πληττόμενες επιχειρήσεις για την υποχρεωτική απαλλαγή (ολική ή 40%) από την καταβολή του ενοικίου, ως μέτρο στήριξης λόγω της πανδημίας COVID-19, και αφορά μέτρα στήριξης επιχειρήσεων και εργαζομένων στην πράξη, οι αντισυμβαλλόμενοι εκμισθωτές προέβησαν στις με αριθ. ……/6-5-2021, …../9-6-2021, …/2-7-2021, ……/23-8-2021 δηλώσεις στο πληροφοριακό σύστημα της Α.Α.Δ.Ε. όπου δήλωσαν, σύμφωνα με τις ανωτέρω ΥΑ, το εκ του νόμου οριζόμενο μειωμένο μίσθωμα που όφειλε να καταβάλλει η μισθώτρια εταιρεία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, με τη με αριθ. ……./6-6-2023 δήλωση των πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης στην Α.Α.Δ.Ε., οι εκμισθωτές τροποποίησαν εκ των υστέρων την ανωτέρω με αριθ. ……/17-2-2016 δήλωση περί τροποποίησης του μισθώματος. Από την επισκόπηση της με αριθ. …../6-6-2023 δήλωσης των εκμισθωτών που δεν έχει γίνει αποδεκτή από τη μισθώτρια, δηλώθηκε ημερομηνία έναρξης της σύμβασης 1-1-2016 και ημερομηνία λύσης της σύμβασης 31-12-2016. Ωστόσο, με το αρχικό ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. ……./17-6-2020 δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης στην Α.Α.Δ.Ε. που αποδέχθηκαν άπαντα τα συμβαλλόμενα μέρη, συμφωνήθηκε ότι, η ένδικη σύμβαση μίσθωσης, μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου της αρχικής μίσθωσης των 9 ετών, παρατάθηκε συμβατικά για 4 ακόμη έτη, με τη διάρκειά της να έχει οριστεί μέχρι την 31-12-2020, οπότε και η ανωτέρω μεταγενέστερη και μονομερής από 6-6-2023 δήλωση των εκμισθωτών, κατά την αληθή βούληση αυτών ερμηνευόμενη από το Δικαστήριο κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, συνιστά δήλωση των εκμισθωτών στην Α.Α.Δ.Ε. περί παρόδου του χρονικού διαστήματος για το οποίο είχε συμφωνηθεί η καταβολή του μειωμένου, έναντι του αρχικού, μισθώματος ποσού 480 ευρώ. Πλέον δε τούτων, από την επισκόπηση του περιεχομένου της ανωτέρω δήλωσης, δεν προκύπτει ότι συνιστά δήλωση περί λύσης της μίσθωσης, αφού εντωμεταξύ η αρχική συμβατική 9ετής διάρκεια της μίσθωσης είχε ήδη παραταθεί συμβατικά μέχρι την 31-12-2020, ούτε προκύπτει ότι, με αυτή, οι εκμισθωτές δηλώνουν τη βούλησή τους για την κατάρτιση νέας μισθωτικής σύμβασης, καθόσον η μισθώτρια δεν την αποδέχθηκε. Κατόπιν τούτων, μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου της ανωτέρω εμπορικής μίσθωσης των 9 ετών και της συμβατικής παράτασης αυτής για 4 έτη, ήτοι μέχρι την 31-12-2020, αποδείχθηκε ότι η μισθώτρια εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το μίσθιο συνεχώς και μετά τη λήξη της διάρκειας της μίσθωσης, καθώς και ότι οι εκμισθωτές δεν εναντιώθηκαν στη χρήση του μισθίου από τη μισθώτρια, παρότι γνώριζαν ότι παρήλθε η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης, ώστε τα συμβαλλόμενα μέρη να έχουν τροποποιήσει σιωπηρά τον με αριθ. 8 όρο του από 21-1-2008 αρχικού ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης και, μετά ταύτα, η ανωτέρω επαγγελματική μίσθωση αποδείχθηκε, σύμφωνα και με διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, ότι μετατράπηκε σε αόριστου χρόνου κατ’ άρθ. 611 ΑΚ, διεπόμενη από το π.δ. 34/1995, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν τη διάρκειά της και εκείνες που συνδέονται με αυτή, δυνάμενη πλέον να λυθεί με καταγγελία. Σημειώνεται ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης καταρτίστηκε προ της έναρξης ισχύος του Ν. 4242/2014 (στις 28-2-2014), οπότε, μετά την πάροδο της συμβατικής διάρκειας των 9ετών και της συμβατικής παράτασης αυτής των 4 ετών, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ισχύει πλέον τούτων η 4ετής αυτόματη παράταση της διάρκειάς της, ώστε να μην ισχύει η 16ετής διάρκειά της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη. Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι οι εκμισθωτές, έχοντας ήδη αποφασίσει να εκποιήσουν το μίσθιο, κατήγγειλαν την ανωτέρω επαγγελματική σύμβαση μίσθωσης, δυνάμει της από 17-4-2024 εξώδικης δήλωσης, η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη μισθώτρια, στις 24-4-2024, όπως προκύπτει από τη με αριθ. ……/24-4-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………… και ζήτησαν, μεταξύ άλλων, εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός να τους αποδοθεί το μίσθιο. Αποδείχθηκε δε ότι, με τη με αριθ. ……./8-10-2024 δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης στην Α.Α.Δ.Ε., οι εκμισθωτές δήλωσαν στην Α.Α.Δ.Ε. τη λύση της ανωτέρω σύμβασης μίσθωσης. Η δε αναφερόμενη στις σημειώσεις της δήλωσης αυτής φράση «παράταση μίσθωσης. Οι λοιποί όροι ως έχουν συμφωνηθεί και υπογραφεί στο αρχικό χειρόγραφο μισθωτήριο» σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα λοιπά στοιχεία στα πεδία της δήλωσης αυτής, όπου οι εκμισθωτές δηλώνουν ότι η αρχική μίσθωση φέρει ημερομηνία 23-1-2008 και ότι αυτή συνεχίζει και ισχύει για το χρονικό διάστημα 1-1-2017 έως 31-12-2020, δεν συνιστά ανάκληση της ανωτέρω καταγγελίας τους και συμφωνία περί παράτασης της αρχικής μίσθωσης ή κατάρτιση νέας σύμβασης, καθόσον η μισθώτρια εταιρεία ουδέποτε αποδέχθηκε τη δήλωση αυτή, αλλά η φράση αυτή που επαναλαμβάνεται και στις προηγούμενες συμφωνίες των συμβαλλομένων μερών αφορά στη μία και μοναδική συμφωνία περί παράτασης της διάρκειας της μίσθωσης που έλαβε χώρα για το χρονικό διάστημα 1-1-2017 έως 31-12-2020. Εξάλλου, οι αρχικοί εκμισθωτές, αμέσως μετά την ανωτέρω καταγγελία της επίδικης επαγγελματικής μίσθωσης, και ενόσω πλέον αυτή είχε οριστικά λυθεί, μεταβίβασαν, ως είχαν προαποφασίσει, το μίσθιο ακίνητό τους, στις 1-7-2024, στην ……………., η οποία, ακολούθως, μεταβίβασε αυτό, στις 2-8-2024, στην ………, η οποία και μεταβίβασε περαιτέρω τούτο, στις 16-12-2024, στους ενάγοντες, ώστε να προκύπτει εξ αυτών η βούληση αυτών περί οριστικής λύσης της μισθωτικής τους σχέσης με την εναγόμενη μισθώτρια. Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, στις 29-1-2025, επέδωσαν στην εναγόμενη την από 27-1-2025 εξώδικη δήλωση, δυνάμει της οποίας δήλωσαν στην εναγόμενη εταιρεία ότι απέκτησαν την κυριότητα του μίσθιου ακινήτου εξ αγοράς, ότι τοιουτοτρόπως υπεισήλθαν στην ανωτέρω εμπορική σύμβαση μίσθωσης, η οποία μετά την 31-12-2020 κατέστη αορίστου διάρκειας και ότι καταγγέλλουν αυτή και ζητούν να τους αποδοθεί το μίσθιο (βλ. τη με αριθ. …../29-1-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………). Ωστόσο, από τα ανωτέρω αναφερόμενα προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο εκποίησης του μίσθιου από τους αρχικούς ιδιοκτήτες και εκμισθωτές αυτού, κατά τη μεταγραφή απάντων των ανωτέρω μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών, δεν υπήρχε ενεργή σύμβαση μίσθωσης ούτε υπαρκτή μισθωτική σχέση, οπότε και ουδέποτε έλαβε χώρα η εκ του νόμου υπεισέλευση του εκάστοτε ως άνω αναφερόμενου νέου κτήτορα και εν τέλει των εναγόντων στην ένδικη ενοχική σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης ενόσω αυτή διαρκούσε. Επομένως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν κατέστησαν εκμισθωτές της ανωτέρω σύμβασης μίσθωσης, ώστε η από μέρους τους καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης μισθώσεως δυνάμει της από 27-1-2025 εξώδικης δήλωσης που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 29-1-2025, να μην ασκεί έννομη επιρροή στην ήδη λυθείσα σύμβαση μίσθωσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία κατέθεσε κατά των εναγόντων τη με αριθ. κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ ……/ΕΑΚ……/6-2-2025 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η ανωτέρω σύμβαση μίσθωση ήτο ενεργής και υπάρχουσα μέχρι την καταγγελία της από τους εκμισθωτές και ότι η από 27-1-2025 καταγγελία των εναγόντων είναι άκυρη, η οποία δεν έχει προσδιοριστεί και επ’ αυτής δεν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση. Δοθέντος, όμως, ότι αποδείχθηκε ότι η διάγνωση της προκείμενης διαφορά δεν εξαρτάται από την ακυρότητα ή μη της από 27-1-2025 καταγγελίας-εξώδικης δήλωσης, το αίτημα της εναγόμενης, κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ με το οποίο ζητεί την αναστολή της ένδικης δίκης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της με αριθ. κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ ……/ΕΑΚ……./6-2-2025 αγωγής της που εκκρεμεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο….». Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η νικήσασα εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της και για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, ισχυριζόμενη (για το παραδεκτό της), ότι η αιτιολογία της πλήττει τα μισθωτικά της δικαιώματα επί του μισθίου. Ότι συγκεκριμένα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού προηγουμένως προέβη σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αναιτιολόγητα δέχθηκε ότι η από 21.01.2008 σύμβαση μίσθωσης, η οποία συμβατικά παρατάθηκε μετά την λήξη της 9ετίας κατά 4 χρόνια και κατόπιν κατέστη αορίστου χρόνου καταγγέλθηκε από τους αρχικούς εκμισθωτές στις 17.4.2024, δηλαδή πριν γίνουν οι μεταβιβάσεις στους απώτερους και άμεσους δικαιοπαρόχους των εναγόντων (25.06.2024 και 26.7.2024), ενώ έπρεπε να είχε δεχθεί: Α) ότι η από 21.01.2008 σύμβαση ήταν υπαρκτή και ενεργής κατά το χρόνο των ως άνω μεταβιβάσεων, οπότε στις 13.12.2024, οι ενάγοντες υπεισήλθαν στα δικαιώματα των εκμισθωτών, αποκτώντας ακίνητο με ενεργή μίσθωση συνδέουσα αυτούς με την εναγομένη, άλλως Β) ότι μετά από την από 17-4-2024 καταγγελία της μίσθωσης εκ μέρους των αρχικών εκμισθωτών έλαβε χώρα άτυπη παράταση άλλως αναβίωση της από 21.1.2008 σύμβασης με συμφωνία μεταξύ αυτών και της εναγομένης και ότι συνεπώς η από 17-4-2024 καταγγελία έχει ανακληθεί ως μη γενομένη, η από 21.01.2008 σύμβαση ήταν υπαρκτή και ενεργής κατά το χρόνο των ως άνω μεταβιβάσεων κι ότι στις 13.12.2024, οι ενάγοντες υπεισήλθαν στα δικαιώματα των εκμισθωτών, αποκτώντας ακίνητο με ενεργή μίσθωση συνδέουσα αυτούς με την εναγομένη άλλως Γ) ότι μετά από την από 17-4-2024 καταγγελία της μίσθωσης εκ μέρους των αρχικών εκμισθωτών έλαβε χώρα σύναψη νέας μισθωτικής σύμβασης με συμφωνία μεταξύ αυτών και της εναγομένης, με χρόνο έναρξης την 25η.04.2024 κι ότι συνεπώς, κατά το χρόνο των ως άνω μεταβιβάσεων υπήρχε ενεργής και έγκυρη μισθωτική σχέση, στην οποία οι ενάγοντες υπεισήλθαν στις 13.12.2024, αποκτώντας ακίνητο με ενεργή μίσθωση συνδέουσα αυτούς με την εναγομένη. Ότι με βάση τα παραπάνω, πρέπει η από 13.09.2025 αγωγή των εφεσίβλητων να απορριφθεί εκ νέου αλλά με άλλη αιτιολογία. Η εκκαλούσα όμως, εκτός από την αναφορά στο εφετήριό της ότι η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου «….βλάπτει τα συμφέροντά της…» δεν επικαλείται ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος της σε άλλη δίκη. Επισημαίνει μόνο το γεγονός επί της με αριθ. κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ …../ΕΑΚ……../6-2-2025 αγωγής που άσκησε στις 6-2-2025 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, πριν δηλαδή από την άσκηση της κρινόμενης έφεσης (3-3-2026) με αίτημα: α) να αναγνωριστεί ότι η από 21.01.2008 σύμβαση μίσθωση ήτο ενεργής και υπάρχουσα μέχρι την καταγγελία της από τους εκμισθωτές και β) ότι η από 27-1-2025 καταγγελία των εναγόντων είναι άκυρη για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, το κύριο αντικείμενο της δίκης και συγκεκριμένα η ύπαρξη και η εγκυρότητα της μισθωτικής σχέσης αποτελεί ζήτημα προδικαστικό στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός όμως αυτό, ότι δηλαδή με την εκκαλουμένη απόφαση το παρεμπίπτον ζήτημα επί της αγωγής απόδοσης του μισθίου κρίθηκε με την ως άνω αιτιολογία, δεχόμενο [το πρωτοβάθμιο δικαστήριο] ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης του επιδίκου στους ενάγοντες δεν υπήρχε ενεργής μισθωτική σχέση με την εναγομένη ώστε να υπεισέλθουν (οι ενάγοντες) σ’ αυτήν, δεν δύναται να επιφέρει βλάβη στην νικήσασα διάδικο. Τούτο διότι, η ως άνω κρίση της εκκαλουμένης δεν δύναται να παράξει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα αυτό, καθώς, ως παρεμπίπτον, δεν υπάγεται στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρόκειται για διαφορά που είναι μη αποτιμητή σε χρήμα και υπάγεται στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (άρθρ. 18 παρ.1, 14 ΚΠολΔ). Συνεπώς, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο, θα δικάσει την διαφορά επί της ακυρότητας της από 27.01.2025 καταγγελίας επί της από ΓΑΚ …… /ΕΑΚ……./6.02.2025 αγωγής της ενάγουσας και το οποίο αναγκαίως θα κρίνει επί του προδικαστικού ζητήματος της ύπαρξης έγκυρης μισθωτικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων είναι ελεύθερο να διατυπώσει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση επί του ζητήματος αυτού προτού προχωρήσει στην εξέταση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης καταγγελίας. Ενόψει των προαναφερομένων, η εναγομένη εταιρεία και ήδη εκκαλούσα, ως διάδικος που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη, δεν έχει έννομο συμφέρον να επιδιώκει την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, ασκώντας εναντίον της την ένδικη έφεσή της. Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, η εκκαλούσα δεν βλάπτεται ούτε από το διατακτικό ούτε από τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, αφού από αυτή δεν δημιουργείται δεδικασμένο κατ’ άρθρο 331 ΚΠολΔ σε βάρος της στην δίκη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την ύπαρξη του οποίου εξάλλου δεν επικαλείται στο εφετήριο, μη συντρεχουσών των προϋποθέσεων της ως άνω διάταξης. Με τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας που προηγήθηκε, ελλείπει η αναγκαία ως άνω διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης, αφού η εκκαλούσα, ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτής και συνακόλουθα η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη. Τέλος, η δικαστική δαπάνη, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου άσκησης έφεσης, που η εκκαλούσα κατέθεσε, κατ΄ άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ΄αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την από 2.03.2026 έφεση κατά της υπ΄αριθμ 143/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία περιουσιακών – μισθωτικών διαφορών).
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του e – παραβόλου με κωδικό ……………/2026 άσκησης έφεσης που κατέθεσε η εκκαλούσα, ποσού εκατό (100,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στον Πειραιά, στις 30.7.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ