Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 519/2026

Αριθμός   519/2026

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 3ο]

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ :Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» με τον διακριτικό τίτλο «…………..» που εδρεύει στον ……….. (οδός …………), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……… της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Πειραιά, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάπο (Δ.Ε. ΚΑΠΟΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ) (ΔΣΑ)  με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1. …………., 2. …………. και 3. …………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αμαλία Κουτσοκέρα (Δ.Ε. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ) (ΔΣΑ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Οι εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  29.04.2025 και με αριθ. εκθ. καταθ.  ……../2025 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 4224/2025 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου,  που  δέχτηκε τ’ αναφερόμενα σ’ αυτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 5.11.2025 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………../2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. καταθ. ……../2026 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ. ……).

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους  με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 5.11.2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …………./2025 και με αριθμό πρωτ. προσδ. …………./2026 στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 4224/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών –εργατικών– διαφορών, επί της από 29.04.2025  και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικ. ………./2025 αγωγής των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων. Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 § 1 εδ. α’ στοιχ. β, 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 1 ημιπ. α’ και γ’ συνδ. 144 επ., 518 παρ. 2 καθώς και 520 § 1 ΚΠολΔ, επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία «……………..» με τον διακριτικό τίτλο «……………..» ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια, ενώ εξάλλου δεν έχει παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία των δύο [2] ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης [1.10.2024], σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’87 /23-7-2015] κατά τη (μεταγενέστερη της 19-08-2020) άσκηση της ένδικης έφεσης, (ήτοι κατάθεση της στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 5.11.2025). Συνεπώς (η έφεση) αρμοδίως φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και δεδομένου ότι δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. τελ. ΚΠολΔ, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για διαφορά του άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 533 ΚΠολΔ ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1, 591 παρ.7, 614 αριθμ. 3, όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015).

ΙΙ.  Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την από 29.04.2025 αγωγή που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία παρέχει ταχυδρομικές υπηρεσίες, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή τους χρονικά διαστήματα έκαστος αυτών, με ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους ελάμβαναν αμοιβές, ως εκτίθενται αναλυτικά, οι οποίες υπολείπονταν των κατώτατων νομίμων αποδοχών, διότι δεν λαμβανόταν υπόψη από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα η προϋπηρεσία τους ως μισθωτών, παρόλο που την είχαν γνωστοποιήσει σ’ αυτήν, κατά την πρόσληψή τους. Ότι ειδικότερα, ο πρώτος [α’] ενάγων – εφεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη τα- εκκαλούσα την 21.09.2020 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας από 21.09.2020 έως την 20.10.2020, προκειμένου να απασχοληθεί σε αυτήν με την ειδικότητα του οδηγού και έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών 740,00€. Ότι, στη συνέχεια, την 21.10.2020, η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του ανανεώθηκε διαδοχικώς έως την 20.04.2022, ενώ με την από 21.04.2022 τροποποίηση ανανεώθηκε έκτοτε για αόριστο χρόνο, συνεχίζεται δε μέχρι και σήμερα. Ότι κατά την πρόσληψή του γνωστοποίησε στην εναγόμενη – εκκαλούσα ότι έως την 14.02.2012 είχε συμπληρώσει χρόνο προϋπηρεσίας άνω των 9 ετών ως μισθωτός, προσκομίζοντας τον ατομικό λογαριασμό κοινωνικής του ασφάλισης. Ωστόσο, η εναγόμενη – εκκαλούσα δεν του κατέβαλε μισθό αντίστοιχο της προϋπηρεσίας του, καθώς α) από την πρόσληψή του έως και τον Δεκέμβριο 2021 κατέβαλε σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 740,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 650,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 90,00€ ως υπέρτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές, β) από τον Ιανουάριο 2022 έως και τον Απρίλιο 2022 κατέβαλε σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 740,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 663,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 77,00€ ως υπέρτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές, γ) από το Μάιο 2022 έως και το Μάρτιο 2023 κατέβαλε σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 740,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 713,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 27,00€ ως υπέρτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές, δ) από τον Απρίλιο 2023 έως και τον Μάιο 2023 κατέβαλε σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 800,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 780,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 20,00€ ως υπέρτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές, τέλος δε, ε) από τον Ιούνιο 2023 έως και κατά μήνα Σεπτέμβριο 2023 του κατέβαλε τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 936,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 780,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 156,00€ ως επίδομα τριετιών με ποσοστό 20% και όχι 30% ως έδει. Ότι περαιτέρω, κάθε μήνα δικαιούταν και ελάμβανε προσαυξήσεις λόγω νυχτερινής εργασίας και εργασίας κατά ημέρα Κυριακή και αργίες, οι οποίες όμως ήταν υπολογισμένες επί των κατώτατων νομίμων αποδοχών, χωρίς την προσαύξηση λόγω της προϋπηρεσίας του. Ότι συνεπεία των ανωτέρω, και μετά τον καταλογισμό της προσαύξησης λόγω τριετιών στις εκάστοτε υπέρτερες των νομίμων αποδοχές του, στον οποίο προβαίνει καθ’ υποφοράν με το αγωγικό δικόγραφο, βάσει ρητού όρου που διαλαμβανόταν στην ατομική του σύμβαση, διατηρεί κατά της εναγομένης – εκκαλούσας για τις διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του, τις ακόλουθες αξιώσεις, όπως αυτές αναλυτικώς εκτίθενται, κατ’ είδος και ποσό, στο δικόγραφο της αγωγής και δη για τις κάτωθι αιτίες α) το συνολικό ποσό των 5.522,52€ για τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών τακτικών αποδοχών του, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας των επιμέρους χρονικών περιόδων, ως εξειδικεύονται, για το ένδικο χρονικό διάστημα από μηνός Οκτωβρίου 2020 έως και τον Σεπτέμβριο 2023 και β) το συνολικό ποσό των 1.194,76€ ως διαφορά επί των προσαυξήσεων λόγω της νυχτερινής εργασίας του, για τις ώρες που αναλυτικώς εκτίθενται στο δικόγραφο, κατά επιμέρους χρονική περίοδο του ιδίου ως άνω επίδικου χρονικού διαστήματος, ήτοι αθροιστικώς για τις ως άνω διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών του, το ποσό των 6.717,28€ με το νόμιμο τόκο, από τότε που έκαστη επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ότι ο δεύτερος [β’] ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προσλήφθηκε το πρώτον από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα την 03.05.2020 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας από 03.05.2020 έως την 02.06.2020, προκειμένου να απασχοληθεί σε αυτήν με την ειδικότητα του υπαλλήλου διαλογής- συσκευασίας και έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών 740,00€. Ότι, στη συνέχεια, την 03.06.2020, η σύμβαση εργασίας του ανανεώθηκε διαδοχικώς έως την 02.05.2021, ενώ μετά τη λήξη της ανανεώθηκε έκτοτε για αόριστο χρόνο, συνεχίζεται δε μέχρι και σήμερα. Ότι κατά την πρόσληψή του γνωστοποίησε στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ότι έως την 14.02.2012 είχε συμπληρώσει χρόνο προϋπηρεσίας άνω των 9 ετών ως μισθωτός, προσκομίζοντας τον ατομικό λογαριασμό κοινωνικής του ασφάλισης. Ωστόσο, η εναγόμενη – εκκαλούσα δεν του κατέβαλε μισθό αντίστοιχο της προϋπηρεσίας του, καθώς α) από την πρόσληψή του έως και τον Δεκέμβριο 2021 κατέβαλε σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 740,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 650,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 90,00€ ως υπέρτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές, β) από τον Ιανουάριο 2022 έως και τον Απρίλιο 2022 κατέβαλε σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 740,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 663,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 77,00€ ως υπέρτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές, γ) από το Μάιο 2022 έως και το Μάρτιο 2023 κατέβαλε σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 740,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 713,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 27,00€ ως υπέρτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές, δ) από τον Απρίλιο 2023 έως και τον Μάιο 2023 κατέβαλε σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 800,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 780,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 20,00€ ως υπέρτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές, ενώ από Ιούνιο 2023 και έκτοτε η εναγόμενη – εκκαλούσα συμμορφούμενη στις υποχρεώσεις της, κατέβαλε σ’ αυτόν το επίδομα τριετιών σε ποσοστό 30% επί του κατώτατου μισθού του. Ότι περαιτέρω, κάθε μήνα δικαιούταν και ελάμβανε προσαυξήσεις λόγω νυχτερινής εργασίας και εργασίας κατά ημέρα Κυριακή και αργίες, οι οποίες όμως ήταν υπολογισμένες επί των κατώτατων νομίμων αποδοχών, χωρίς την προσαύξηση λόγω της προϋπηρεσίας του. Ότι συνεπεία των ανωτέρω, και μετά τον καταλογισμό της προσαύξησης λόγω τριετιών στις εκάστοτε υπέρτερες των νομίμων αποδοχές του, στον οποίο προβαίνει καθ’ υποφοράν με το αγωγικό δικόγραφο, βάσει ρητού όρου που διαλαμβανόταν στην ατομική του σύμβαση, διατηρεί κατά της εναγομένης – εκκαλούσας για τις διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του, τις ακόλουθες αξιώσεις, όπως αυτές εκτίθενται, κατ’ είδος και ποσό, στο δικόγραφο της αγωγής και δη για τις κάτωθι αιτίες α) το συνολικό ποσό των 5.860,58€ για τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών τακτικών αποδοχών του, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας των επιμέρους χρονικών περιόδων, ως εξειδικεύονται, για το ένδικο χρονικό διάστημα από μηνός Μαΐου 2020 έως και τον Μάιο 2023 και β) το συνολικό ποσό των 903,06€ ως διαφορά των προσαυξήσεων λόγω της νυχτερινής και κυριακάτικης εργασίας του, για τις επιμέρους ώρες της εργασίας αυτής ανά χρονική περίοδο που εκθέτει στο δικόγραφο, για το ένδικο διάστημα από μηνός Μαΐου 2021 έως και τον Απρίλιο 2023, ήτοι αθροιστικώς για τις ως άνω διαφορές επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, το ποσό των 6.763,64€ με το νόμιμο τόκο, από τότε που έκαστη επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ότι, τέλος, ο τρίτος [γ’] ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα την 09.06.2021 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας από 09.06.2021 έως την 08.08.2021, η οποία εν συνεχεία ανανεώθηκε για ένα ακόμη έτος, έως την 08.08.2022, οπότε και έληξε, προκειμένου να απασχοληθεί σε αυτήν με την ειδικότητα του οδηγού και έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών 740,00€. Ότι κατά την πρόσληψή του γνωστοποίησε στην εναγόμενη – εκκαλούσα ότι έως την 14.02.2012 είχε συμπληρώσει χρόνο προϋπηρεσίας άνω των 6 ετών ως μισθωτός, προσκομίζοντας τον ατομικό λογαριασμό κοινωνικής του ασφάλισης. Ωστόσο, η εναγόμενη – εκκαλούσα δεν του κατέβαλε μισθό αντίστοιχο της προϋπηρεσίας του, καθώς α) από την πρόσληψή του έως και τον Δεκέμβριο 2021 κατέβαλε σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 740,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 650,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 90,00€ ως υπέρτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές, β) από τον Ιανουάριο 2022 έως και τον Απρίλιο 2022 κατέβαλε σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 740,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 663,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 77,00€ ως υπέρτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές, ενώ γ) από το Μάιο 2022 έως και την 08.08.2022  κατέβαλε σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές ύψους 740,00€, αποτελούμενες από το βασικό μισθό 713,00€, ως κατώτατο νομοθετημένο μισθό χωρίς τριετίες και 27,00€ ως υπέρτερες των νομίμων συμβατικές αποδοχές. Ότι συνεπεία των ανωτέρω, και μετά τον καταλογισμό της προσαύξησης λόγω τριετιών στις εκάστοτε υπέρτερες των νομίμων αποδοχές του, στον οποίο προβαίνει καθ’ υποφοράν με το αγωγικό δικόγραφο, βάσει ρητού όρου που διαλαμβανόταν στην ατομική του σύμβαση, διατηρεί κατά της εναγομένης – εκκαλούσας αξιώσεις συνολικού ποσού 1.071,91€,  για τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών τακτικών αποδοχών του, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας των επιμέρους χρονικών περιόδων, για το ένδικο χρονικό διάστημα από μηνός Ιουνίου 2021 έως και την 08.08.2022, όπως τα επιμέρους κονδύλια αναλυτικώς εκτίθενται, κατ’ είδος και ποσό, στο δικόγραφο της αγωγής, με το νόμιμο τόκο, από τότε που έκαστη επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με βάση τα ιστορούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, επικαλούμενοι τη σύμβαση εργασίας τους και το νόμο, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, να καταβάλει στον πρώτο [α’] αυτών, το συνολικό ποσό των 6.717,28€, στον δεύτερο [β’] αυτών το συνολικό ποσό των 6.763,64€ και στον τρίτο [γ’] των εναγόντων το συνολικό ποσό των 1.071,91€, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστη επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής εως την εξόφληση, καθώς και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, την έκανε κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της και ζητεί την εξαφάνισή της για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΙΙΙ. Με τον ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής 2013-2016. Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (ΦΕΚ Α` 222/12-11-2012) καθορίστηκε νέο σύστημα διαμόρφωσης νομοθετικά κατώτατου μισθού για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα όλης της χώρας, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1.4.2013 (άρθρο πρώτο Υποπ. ΙΑ-11.3), ενώ με το ίδιο άρθρο του ίδιου νόμου Υποπ. ΙΑ-11.2, με το οποίο αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της §8 ν. 1876/1990, ορίστηκε ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλόμενων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου. Ο κατώτατος μισθός προσαυξάνεται με τις προβλεπόμενες στο νόμο προσαυξήσεις τριετιών (άρθρο πρώτο Υποπ. ΙΑ 11.3γ του ίδιου νόμου) και καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά την συμπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14η-2.2012. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 της 6/2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 §6 ν. 4046/2012 («Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας») και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης, «Από 14-2-2012 και μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, Συλλογικών Συμβάσεων ή Διαιτητικών Αποφάσεων, οι οποίες προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, περιλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως ενδεικτικά το επίδομα πολυετίας, το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του εθνικού ποσοστού ανεργίας των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων, όπως αυτός αποτυπώνεται στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ.», ενώ με την Υποπ. ΙΑ 11 περ. 3- στ του ίδιου ν. 4093/2012 ορίζεται ότι «Έως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία, που συμπληρώνεται μετά την 14-2.2012.». Συνεπώς, προϋπόθεση για την καταβολή της προσαύξησης τριετιών αποτελεί, για μεν τους εργατοτεχνίτες, να έχει διανυθεί η προϋπηρεσία μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους, για δε τους υπαλλήλους, μετά τη συμπλήρωση του δέκατου ένατου έτους (ΑΠ 1212/2022, ΜΕφΑθ 274/2024 ΤΝΠ NOMOS). Επιπλέον, προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αξίωσης κατά του εργοδότη για την καταβολή επιδόματος προϋπηρεσίας, την οποία παρείχε ο μισθωτός σε άλλους εργοδότες σε καθήκοντα συναφή και ομότιμα, είναι η γνωστοποίηση σε αυτόν της προϋπηρεσίας και της χρονικής της διάρκειας. Ενιαία ρύθμιση για τον τρόπο απόδειξης της προϋπηρεσίας αυτής, καθώς και για τον χρόνο της γνωστοποίησης δεν υπάρχει. Συνεπώς, η προϋπηρεσία αναγνωρίζεται, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις που θέτουν οι διάφορες ΣΣΕ και ΔΑ, καθώς και οι Επιχειρησιακές Συμβάσεις των οποίων οι κανονιστικοί όροι ισχύουν υποχρεωτικά στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζόμενων που απασχολούνται στην επιχείρηση. Αν δεν υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση στις ΣΣΕ και ΔΑ, εφαρμόζονται οι διατάξεις της με αριθμό 10/1976 ΔΑ, η οποία επέχει θέση ΕΓΣΣΕ και ορίζει ότι«… ως προϋπηρεσία δια την εφαρμογήν της παρούσης, λαμβάνεται υπ’ oψιν η διανυθείσα τοιαύτη παρ’ οιωδήποτε εργοδότη, εις θέσιν και ειδικότητα παρεμφερή και ανάλογον της ήδη κατεχομένης. Η προϋπηρεσία λαμβάνεται υπ’ όψιν από της υποβολής των αποδεικτικών ταύτης πιστοποιητικών …». Αν ο μισθωτός δε γνωστοποιήσει την προϋπηρεσία του, ούτε αυτή περιήλθε σε γνώση του εργοδότη με οποιονδήποτε τρόπο (δηλαδή, άσχετα του τρόπου που ορίζει η σχετική συλλογική ρύθμιση), ο τελευταίος δεν οφείλει αυξημένες αποδοχές στον μισθωτό, την καταβολή δηλαδή επιδόματος προϋπηρεσίας. Από τη ρύθμιση αυτή προκύπτει ότι, προς αποφυγή διενέξεων, η γνωστοποίηση αποσκοπεί στο να καθιερώσει έναν ασφαλή τρόπο ενημέρωσης του εργοδότη για τις παραπάνω περιστάσεις, οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά τη διαμόρφωση των νόμιμων αποδοχών του εργαζόμενου. Γι’ αυτό και η υποχρέωση καταβολής των αυξημένων αποδοχών σύμφωνα με την προϋπηρεσία αρχίζει από την κατάθεση των απαραίτητων δικαιολογητικών στον εργοδότη και τη χορήγηση εκ μέρους αυτού απόδειξης παραλαβής τούτων. Όπως, όμως, εύλογα η γνωστοποίηση δεν είναι απαραίτητη όταν η προϋπηρεσία έχει διανυθεί στον ίδιο εργοδότη, εξίσου αυτονόητο είναι το ότι οι παραπάνω διατυπώσεις δεν είναι απαραίτητο να τηρηθούν, όταν η προϋπηρεσία του εργαζόμενου έχει καταστεί γνωστή στον εργοδότη, περιστατικό που μπορεί να αποδεικνύεται με άλλο ασφαλή τρόπο, όπως με δικαστική ομολογία του εργοδότη ή με την παράδοση σ’ αυτόν του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του εργαζόμενου, κατά την πρόσληψη του τελευταίου (ΑΠ 634/2022). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως “περί προστασίας του ημερομισθίου” που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα). Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως “οικειοθελείς”. Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για τον λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως “οικειοθελής”, να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας σε “επιχειρησιακή συνήθεια” και να καταστεί υποχρεωτική. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ` ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ` ετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ` αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή. Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της. Η ως άνω εξέλιξη, όμως, αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την “επιφύλαξη ελευθεριότητας”. Η επιφύλαξη έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής. Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα από το αν παρατείνεται για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο να παύσει την καταβολή της παροχής. Διαφορετική έννοια και λειτουργία ως προς την “επιφύλαξη ελευθεριότητας” έχει η διατύπωση της “ρήτρας ανακλήσεως” κατά την έναρξη χορήγησης της οικειοθελούς παροχής (ΑΚ 185, 186). Στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα ανάκλησης δεν εμποδίζει τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας και, κατ` επέκταση, σιωπηρής συμβατικής δέσμευσης του εργοδότη και αντίστοιχης αξίωσης του εργαζόμενου για την καταβολή της παροχής, όταν αυτή χορηγείται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο εργοδότης, όμως, έχει την ευχέρεια να ανατρέψει την κατάσταση αυτή, ασκώντας με μονομερή, απευθυντέα δήλωσή του το δικαίωμα ανακλήσεως. Η διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων έγκειται στο ότι στην πρώτη (“επιφύλαξη ελευθεριότητας”) δεν γεννιέται αξίωση του εργαζόμενου για να λάβει την παροχή, ενώ στη δεύτερη (“ρήτρα ανακλήσεως”) γεννιέται τέτοια αξίωση, η οποία απόλλυται για το μέλλον, μετά την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως [ΑΠ 1395/2023, 286/2022, 395/2020, 1449/2019, 1158/2018, 1174/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 655 ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση, γίνεται απαιτητός ο μισθός που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Μισθός, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και 1 της με αριθμό 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επιμέρους αυτές εργασίες, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδαφ. α’ του ΑΚ. Αντίθετα, δεν αποτελούν μισθό ούτε εν ευρεία έννοια οι αποζημιώσεις κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και οι προσαυξήσεις (αστικές ποινές) που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης στο μισθωτό για παράνομη εργασία, ήτοι για παράνομη υπερωριακή εργασία, εργασία παρά το νόμο τις Κυριακές, κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται εργασία, και κατά τις ημέρες που ο μισθωτός δικαιούται εβδομαδιαίας ανάπαυσης λόγω νόμιμης εργασίας του κατά τις Κυριακές κλπ, αφού αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία (ΑΠ 233/2004, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, ασχέτως του άρθρου 655 ΑΚ, για τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα τάσσεται εκ του νόμου [άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, 1 παρ.2 ν. 1082/1980] επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής μέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΟλΑΠ 40/2002, ΑΠ 248/2020, ΕφΠατρ 609/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ως προς δε τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, που αποτελούν παρακολούθημα του κυρίου δικαιώματος για λήψη της ετήσιας άδειας αναψυχής [4 παρ.1 του α.ν. 539/1945, 3 παρ.16 ν. 4504/1966 και 1 παρ.3 του ν.δ. 4547/1966], προκαταβάλλονται στον εργαζόμενο κατά την έναρξη της άδειάς του, η οποία μπορεί να παρασχεθεί, σύμφωνα με το νεοπαγές άρ. 61 του Ν. 4808/2021, έως και τη λήξη του πρώτου τριμήνου του επόμενου ημερολογιακού έτους, συνεπώς, ως «δήλη ημέρα» θεωρείται η 31η Μαρτίου του επόμενου έτους (και όχι η 31η Δεκεμβρίου του αυτού έτους, κατά το προϊσχύσαν δίκαιο), με την πάροδο της οποίας ο εργοδότης καθίσταται αυτόματα υπερήμερος (ΑΚ 341) και οφείλει έκτοτε τόκους υπερημερίας (βλ. Δ. Ζερδελή, Εγχειρίδιο Εργατικού Δικαίου – Ατομικές Εργασιακές Συμβάσεις, Η’ έκδ. σελ. 634-635). Tέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε, από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 16/2006, Δνη 2006.1331= ΝοΒ 2006.1716, ΟλΑΠ 1/1997, Δνη 1997.534=ΕΕΝ 1997.389= ΝοΒ 1998.17, ΟλΑΠ 17/1995, Δνη 1995.1531, ΟλΑΠ 62/1990, Δνη 1991.501=ΕΕΝ 1991.320= ΝοΒ1991.389, ΟλΑΠ 2101/1984, ΝοΒ 1985.648, ΑΠ 38/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει εύλογα δημιουργηθεί στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ’ αυτόν της παραγραφής δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 2/2019, ΧρΙΔ 2019.504). Ανεξάρτητα ωστόσο των ανωτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί, από τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, 5 §1 α.ν. 539/1945 και 8 §4 ν. 4020/1959 συνάγεται γενική αρχή του εργατικού δικαίου, κατά την οποία εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν συγχωρείται και, επομένως, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη κάθε παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα λήψης των προβλεπομένων από το νόμο, τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή άλλες κανονιστικές διατάξεις ελαχίστων ορίων των αποδοχών, επιδομάτων ή άλλων από την εργασία του παροχών, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων υπό μορφή άφεσης χρέους κατ’ άρθρο 454 ΑΚ, όπως άκυρη είναι και η παραίτησή του από άλλα δικαιώματά του, που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξης, όπως είναι το δικαίωμά του για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής για την υπερωριακή του απασχόληση, ανεξαρτήτως μάλιστα αν η αξίωση αυτή έχει ή δεν έχει ακόμη γεννηθεί (ΑΠ 166/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1340/2014, ΧρΙΔ 2015.225, ΑΠ 1554/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 691/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εκ τούτου, επειδή δηλαδή η συμφωνία που περιορίζει τα ως άνω δικαιώματα του εργαζομένου είναι για λόγους δημοσίας τάξεως άκυρη, έπεται ότι η παρά την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας δικαστική επιδίωξή τους δεν μπορεί να αποκρουστεί με επίκληση της από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστικότητας (ΜονΕφΠειρ. 71/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 795/2010, ΕΝαυτΔ 2010/385, ΕφΠειρ. 901/2002, ΠειρΝ 2003/70). Άλλωστε, μόνη η ανοχή του εργαζομένου ως προς την καταβολή μειωμένων αποδοχών δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της αξίωσής του για την καταβολή σ’ αυτόν των νομίμων ελαχίστων αποδοχών του (ΑΠ 1158/2009, ΜονΕφΠειρ 433/2022).

IV. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος απόδειξης, …………., που με επιμέλεια των εναγόντων – εφεσίβλητων εξετάσθηκε νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, εκτιμώμενη αυτοτελώς αλλά και σε συνδυασμό προς τις λοιπές αποδείξεις, ανάλογα με τον τρόπο, βαθμό της γνώσης και το μέτρο της αξιοπιστίας του άνω μάρτυρος, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 §3, 339 και 395 ΚΠολΔ), ορισμένα μάλιστα των οποίων μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, σε συνδυασμό δε με την υπ’ αριθμ. ………./04.06.2025 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος …………. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών …………., την οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη – εκκαλούσα, με πρωτοβουλία της οποίας αυτής ελήφθη, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κατ’ άρθρ. 421 επ. ΚΠολΔ κλήτευσης των αντιδίκων εναγόντων – εφεσίβλητων προ δύο εργασίμων ημερών με κοινοποίηση στην υπογράφουσα το αγωγικό δικόγραφο πληρεξούσια δικηγόρο τους (βλ. την υπ’ αρ. …………’/30.05.2025 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας Εφετείου Πειραιώς, ………. – για το παραδεκτό της κλήτευσης με την επίδοση σχετικής κλήσης στον υπογράφοντα το αγωγικό δικόγραφο πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος βλ. ΑΠ 1069/1991 ΕλληνΔνη 1992.820, ΠΠρΘεσ 18352/2014 ΧρΙΔ 2014.693, ΠΠρΑθ 1276/2010, ΠΠρΑθ 1233/2010 δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 24938/2009 ΧρΙΔ 2009.896, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρ. 270, αρ. 18, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρ. 270 αρ.9) αλλά και τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ά. 336§4 ΚΠολΔ), καθώς και την εν γένει διαδικασία, αποδείχθηκαν πλήρως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………..» (ήδη εκκαλούσα) παρέχει ταχυδρομικές υπηρεσίες, έχοντας ως αντικείμενο εργασιών της, την περισυλλογή, ταχεία μεταφορά (courier) και διανομή κάθε είδους ταχυδρομικών αντικειμένων, δηλαδή εγγράφων, φακέλων, δεμάτων κ.λπ., πραγματοποιώντας χερσαίες, θαλάσσιες και εναέριες μεταφορές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, διατηρεί δε την έδρα της στον ……. Αττικής. Στο πλαίσιο της ως άνω δραστηριότητάς της, προσέλαβε τους ενάγοντες (ήδη εφεσίβλητους), προκειμένου να απασχοληθούν σ’ αυτήν με την ειδικότητα του οδηγού ο πρώτος και τρίτος των εναγόντων, και υπαλλήλου διαλογής- συσκευασίας ο δεύτερος αυτών. Ειδικότερα, ο πρώτος των εναγόντων (ήδη εφεσίβλητος) …………, προσλήφθηκε από την εναγόμενη (ήδη εκκαλούσα) την 21η.09.2020 με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας έως την 20.10.2020, υπό την ειδικότητα του οδηγού φορτηγού, εργαζόμενος υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί πενθήμερο (Δευτέρα έως Παρασκευή) και 40 ώρες εβδομαδιαίως (23.00 – 07.00) έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 740,00€ (βλ. σχετικώς προσαγόμενο μετ’ επικλήσεως έντυπο αναγγελίας πρόσληψης και υπογραφείσα ατομική σύμβαση του ενάγοντος). Μετά τη λήξη της, η ως άνω ατομική σύμβαση του ενάγοντος – εφεσίβλητου ανανεώθηκε διαδοχικώς, όπως προκύπτει από τις προσαγόμενες έγγραφες τροποποιήσεις, αρχικώς μεν για το χρονικό διάστημα από 21.10.2020 έως την 20.04.2021 και εν συνεχεία από την 21.04.2021 έως την 20.04.2022, υπό τους ιδίους όρους εργασίας και μηνιαίες αποδοχές, ενώ την 21.04.2022 τροποποιήθηκε και ανανεώθηκε έκτοτε για αόριστο χρόνο, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, πλήρους απασχόλησης (Κυριακή έως Πέμπτη και ώρες 23.00 -07.00) έναντι των ιδίων ως άνω μικτών μηνιαίων αποδοχών. Ο δεύτερος των εναγόντων (ήδη εφεσίβλητος), ………….., προσλήφθηκε από την εναγόμενη (ήδη εκκαλούσα) την 03η.05.2020 με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας έως 02.06.2020, υπό την ειδικότητα του υπαλλήλου διαλογής – συσκευασίας, εργαζόμενος υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί πενθήμερο και 40 ώρες εβδομαδιαίως (Κυριακή ώρες 23.00 – 07.00 και Τρίτη έως Παρασκευή ώρες 00.00 – 08.00) έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 740,00€ (βλ. σχετικώς προσαγόμενη μετ’ επικλήσεως υπογραφείσα ατομική σύμβαση του ενάγοντος). Μετά τη λήξη της, η ως άνω ατομική σύμβαση του [β’] ενάγοντος – εφεσίβλητου ανανεώθηκε διαδοχικώς, όπως προκύπτει από τις προσαγόμενες έγγραφες τροποποιήσεις, αρχικώς για το χρονικό διάστημα από 03.06.2020 έως την 02.09.2020 και εν συνεχεία από 03.09.2020 έως και την 02.05.2021, υπό τους ιδίους όρους εργασίας και μηνιαίες αποδοχές, ενώ  με την από 02.02.2021 ενδιαμέσως υπογραφείσα τροποποίηση της ατομικής του συμβάσεως, μεταβλήθηκε το συμφωνηθέν ωράριο εργασίας του, οριζόμενο εφεξής σε εργασία κατά τις ημέρες Κυριακή και Τρίτη έως Παρασκευή (ώρες 23.00 – 07.00) με ρεπό Δευτέρας, και με τους ίδιους, κατά τα λοιπά, όρους ως προς την απασχόληση και τις μικτές μηνιαίες αποδοχές του. Τέλος, κατά τη λήξη της, η ως άνω ατομική σύμβαση του [β’] ενάγοντος –εφεσίβλητου τροποποιήθηκε την 03.05.2021 ως προς τη διάρκειά της και ανανεώθηκε έκτοτε για αόριστο χρόνο, υπό το συμφωνηθέν ως άνω καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, πλήρους απασχόλησης (Κυριακή έως Παρασκευή/ ρεπό Δευτέρας και ώρες 23.00 – 07.00) και χωρίς μεταβολή ως προς τις συμφωνηθείσες αποδοχές του. Ο τρίτος [γ’] ενάγων (ήδη εφεσίβλητος), ………….., προσλήφθηκε από την εναγόμενη (ήδη εκκαλούσα) στις 09.06.2021 με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας, αρχικώς, έως την 08η.08.2021, υπό την ειδικότητα του οδηγού, εργαζόμενος υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί πενθήμερο και 40 ώρες εβδομαδιαίως (Δευτέρα – Πέμπτη ώρες 13.00 – 21.00 και Σάββατο 09.00 – 17.00) έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 740,00€ (βλ. σχετικώς προσαγόμενη υπογραφείσα ατομική σύμβαση του ενάγοντος και έντυπο αναγγελίας πρόσληψης, με επιμέλεια ενάγοντος), η οποία, ακολούθως τροποποιήθηκε ως προς τη διάρκειά της με την από 09.08.2021 υπογραφείσα τροποποιητική σύμβαση υπό τους ιδίους όρους εργασίας και μηνιαίες αποδοχές και ανανεώθηκε έως την 08η.08.2022, ότε και έληξε. Για τις ανωτέρω ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων –εφεσίβλητων τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και από τις συγκεκριμένες γραπτές συμφωνίες, αντίγραφα των οποίων προσκόμισαν οι διάδικες πλευρές, προκύπτει ότι στις υπό κρίση συμβάσεις περιελήφθησαν όροι, υπό το άρθρο 11 της σύμβασης, ως εξής «α. Ο εργαζόμενος αμείβεται με βάση το νόμιμο νομοθετημένο κατώτατο μισθό ή ημερομίσθιο (προκειμένου για υπάλληλο ή εργάτη αντίστοιχα) του Ν. 4093/2012 όσον αφορά τους  μισθολογικούς όρους. Όσον αφορά τους μη μισθολογικούς όρους της σύμβασης, αυτοί καθορίζονται από τις ρυθμίσεις της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας). 11β. Κάθε άλλη παροχή στο μισθωτό, θα καλύπτεται από τις καταβαλλόμενες πέραν των νομίμων αποδοχές. Ειδικότερα συμφωνείται ο καταλογισμός (συμψηφισμός) στις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, των αξιώσεων του μισθωτού, για αμοιβή λόγω υπερεργασίας, για προσαύξηση αμοιβής λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες εορτές, καθώς και για αμοιβή λόγω επιδομάτων που τυχόν θα δικαιούται βάσει όρου συλλογικής ρύθμισης, νόμου, υπουργικής απόφασης κ.λπ.. Εφόσον ο κατά τα ανωτέρω συμφωνηθείς μισθός είναι ανώτερος από εκείνον που προκύπτει από το άθροισμα του βασικού μισθού και των πάσης φύσεως επιδομάτων, τα οποία προβλέπονται με κανονιστική ισχύ από τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή ίσης ισχύος διαιτητική απόφαση και τα οποία περιλαμβάνονται στον κατά τη συμφωνία καταβλητέο υπέρτερο μισθό, κατισχύει ο όρος αυτός της ατομικής συμβάσεως και ο μισθωτός δεν δικαιούται πέραν του συμφωνημένου μισθού άλλο επίδομα, διότι τούτο υπερκαλύπτεται από τις συμφωνημένες υπέρτερες αποδοχές, στις οποίες, κατά τα συνομολογηθέντα, και εμπεριέχεται. Αυτό ισχύει όχι μόνο για υφιστάμενα επιδόματα ως προς τον χρόνο της κατάρτισης της ατομικής σύμβασης, αλλά και για τα μελλοντικά επιδόματα, δηλαδή εκείνα που τυχόν θεσπισθούν μετά την κατάρτισή της. 11γ. Ρητά συμφωνείται ότι το τυχόν χορηγούμενο εξ ελευθεριότητας επίδομα στο μισθωτό τελεί υπό την αίρεση της άρσης χορήγησής του κατά την κρίση του εργοδότη. Λοιπές πάσης φύσεως μη μισθολογικές παροχές που δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα και παρέχονται έως τώρα οικειοθελώς και εξ ελευθεριότητος από τον εργοδότη, παραμένουν με την επιφύλαξη κάθε σχετικού δικαιώματος αυτού […]» Εκ των ανωτέρω συμβατικών όρων συνάγεται ότι, αφενός μεν, οι συμβαλλόμενοι προέβλεψαν υπό το άρ. 11.β’ συμβατικώς τον καταλογισμό (συμψηφισμό) στις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές του μισθωτού, εκείνων των αξιώσεών του, λόγω υπερεργασίας, προσαύξησης αμοιβής λόγω εργασίας κατά ημέρα Κυριακή ή αργία, για αμοιβή λόγω επιδομάτων που βάσει υπέρτερης κανονιστικής ρύθμισης ΣΣΕ ή νόμου δικαιούται, όρος ο οποίος κρίνεται κατ’ αρχήν έγκυρος, κατ’ άρθρ. 361 ΑΚ, στο μέτρο που δεν προσκρούει αυτός στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, 5 §1 α.ν. 539/1945 και 8 §4 ν. 4020/1959 – σημειουμένου εδώ ότι οι οφειλόμενες προσαυξήσεις για νυχτερινή απασχόληση, εργασία Κυριακών ή εορτών μπορούν να συμψηφισθούν με τις ανώτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές  μόνον κατόπιν ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, που είναι κατά πάντα έγκυρη (ΑΠ 429/2010, ΑΠ 809/2010, ΑΠ 1322/2010, δημ. ΔΕΝ 2010 σελ. 1003, 1495, 1498, ΑΠ 220/2007 δημ. ΔΕΝ 2011 σελ.211, ΑΠ 1221/2005 ΔΕΝ 2005 σελ. 1140, ΕφΠειρ 560/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· βλ. επίσης Κ. Λαναράς, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, 2020, σελ. 626, 632), όπως εν προκειμένω συντρέχει η συμφωνία αυτή– αφετέρου δε, προέβλεψαν υπό το άρθρο 11.γ’ περί των οικειοθελών παροχών της εργοδότριας εταιρείας, οι οποίες ρητώς συμφωνήθηκαν ότι τελούν υπό την επιφύλαξη ελευθεριότητας εκ μέρους της εναγομένης εργοδότριας (ΑΠ 2/2024, ΑΠ 1395/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τις προσκομισθείσες αποδείξεις μισθοδοσίας των εναγόντων – εφεσίβλητων κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα, προκύπτει ότι ελάμβαναν αυτοί, σε αρμονία με τα προβλεπόμενα από τις υπογραφείσες ατομικές εργασιακές τους συμβάσεις, πέραν των νομοθετημένων κατωτάτων αποδοχών (βάσει ν. 4093/2012) και πλέον κατά μήνα αποδοχές, ως υπέρτερες των νομίμων, ώστε οι συνολικές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές τους ανέρχονταν, ως και ανωτέρω αναφέρθηκε, στο ποσό των 740,00€, ενώ από το μήνα Μάιο 2023 και έπειτα ανήλθαν στο ποσό των 800,00€. Επιπλέον όμως των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα κατέβαλλε εξ ελευθεριότητας στους ενάγοντες εφεσίβλητους μηνιαίως και μία πρόσθετη παροχή, κυμαινόμενου ύψους, έως του ποσού των 200,00€  (πριμ παραγωγικότητας), τη φύση της οποίας ως οικειοθελούς ρητώς συνομολογεί η τελευταία με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου,  ισχυριζόμενη όμως ότι η παροχή αυτή αποτελούσε πάγια τακτική της εταιρείας που δινόταν ανεξαιρέτως σε όλους τους μισθωτούς οι μικτές μηνιαίες αποδοχές των οποίων δεν υπερέβαιναν το ποσό των 940,00€ και δη ανεξάρτητα από τη στοιχειοθέτηση στο πρόσωπό τους των προϋποθέσεων της προσαύξησης λόγω τριετιών, με σκοπό ώστε οι μηνιαίες αποδοχές των εργαζομένων αυτών να μην υπολείπονται του ως άνω ποσού των 940,00€. Οι ως άνω, ωστόσο, ισχυρισμοί της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, κατά το μέρος που επιχειρούν να θεμελιώσουν το μισθολογικό χαρακτήρα της άνω οικειοθελούς παροχής, μέσω της φερόμενης ως συνεχούς, ανεξαίρετης και αδιάλειπτης χορήγησής της σε όλους τους μισθωτούς της επιχείρησης με αποδοχές κάτω των 940,00€, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν. Τούτο δε διότι, όπως καταδείχθηκε από την αποδεικτική διαδικασία, η εν λόγω πρόσθετη παροχή – πριμ παραγωγικότητας, κυμαινόμενου ύψους και προσδιορισθείσα μονομερώς από την εργοδότρια (ανερχόμενη αυτή έως το ανώτερο ποσό των 200,00€ μηνιαίως) ήταν συνδεδεμένη με την ιδιαίτερη επίδοση του μισθωτού με βάση την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων που θέτει η εργοδότρια εταιρεία σε μηνιαία βάση και συνιστά κίνητρο προς μεγαλύτερη απόδοση και επιβράβευση για την επίτευξη των στόχων αυτών, οπότε δεν καταβάλλεται όταν οι στόχοι αυτοί δεν επιτυγχάνονται. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από τις οικείες προβλέψεις του από έτους 2006 καταρτισθέντος Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης – εκκαλούσας, ο οποίος ρητώς, κατ’ άρθρο 9 (υπό τον τίτλο «Οικειοθελείς παροχές- ηθικές αμοιβές») προβλέπει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο ή κατόπιν εξουσιοδοτήσεως αυτού, το Αρμόδιο Όργανο μπορεί, βάσει υπηρεσιακών εισηγήσεων ιεραρχικώς υποβαλλόμενων ή αξιοποιώντας τα αποτελέσματα του συστήματος αξιολόγησης των εργαζομένων, που κάθε φορά ισχύει, να χορηγεί ηθικές ή άλλες αμοιβές, συμπεριλαμβανομένης και της ασφαλιστικής κάλυψης των εργαζομένων, προσέτι δε και από το προσκομισθέν Πρακτικό υπ’ αριθμ. 9 της 24ης Σεπτεμβρίου 2024, της πενταμελούς Επιτροπής που συστήθηκε στην εναγόμενη – εκκαλούσα με σκοπό την εκπόνηση συστήματος αξιολόγησης προσωπικού, όπου εγκρίθηκαν και εκπονήθηκαν συγκεκριμένα ανά ειδικότητα εργαζομένου υπολογιστικά φύλλα αξιολόγησης και επίτευξης των μηνιαίων στόχων, σε εκτέλεση των προβλέψεων εκ του άρθρου 4.7 της από 05.04.2024 επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα  εταιρεία (βλ. προσκομισθέντα με νόμιμη επίκληση αντίγραφα εκ της ΣΣΕ και του υπ’ αρ. 9/24.09.2024 Πρακτικού εκ μέρους των εναγόντων – εφεσίβλητων). Περί των ανωτέρω, εξάλλου, είναι σαφής και κατηγορηματική η κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, …….., που περιλαμβάνεται στα οικεία απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ο οποίος, ως υπάλληλος δεκαετούς ήδη υπηρεσίας στην εναγομένη – εκκαλούσα και διατελώντας Γραμματέας του οικείου Σωματείου Εργαζομένων της επιχείρησης, έχει άμεση και ιδία γνώση και συνεπώς είναι σε θέση να τεκμηριώσει με ακρίβεια την ακολουθούμενη τακτική ηθικών αμοιβών και άλλων προσθέτων οικειοθελών παροχών της εναγομένης εκκαλούσας, όπως εν προκειμένω για την κρίσιμη πρόσθετη παροχή του πριμ παραγωγικότητας, ενώ περαιτέρω, καταθέτει ο ίδιος, ότι σε καμία περίπτωση η πιο πάνω παροχή δεν χορηγείτο ανεξαιρέτως στο σύνολο των εργαζομένων, αλλ’ αντιθέτως, αποτελεί συνάρτηση της επίτευξης στόχων και της αξιολογούμενης παραγωγικότητας των υπαλλήλων της εναγομένης. Εξάλλου, από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη – εκκαλούσα κατέβαλλε την επίδικη παροχή (πριμ παραγωγικότητας) συστηματικά, σταθερά και αδιαλείπτως σε όλους τους εργαζομένους της – γεγονός το οποίο, άλλωστε, συνομολογεί και η ίδια, ισχυριζόμενη όμως ότι η παροχή αφορά τους εργαζομένους μόνο με αποδοχές κατώτερες των 940,00€-  ώστε να καταστεί, κατά τον τρόπο αυτό, σιωπηρό περιεχόμενο των ένδικων ατομικών συμβάσεων των εναγόντων – εφεσίβλητων, και θεμέλιο της αντίστοιχης υποχρέωσης της εργοδότριας και αξίωσης του εργαζομένου, αντιστοίχως, ως μισθολογική παροχή. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η παροχή αυτή, ευθέως συναρτώμενη με την αξιολογηθείσα μηνιαίως παραγωγικότητα του εκάστοτε υπαλλήλου, είτε καταβαλλόταν, εν είδει επιβράβευσης των πληρωθέντων στόχων είτε όχι [βλ. ενδεικτικώς προσκομιζόμενες (σχετ. στ, ζ, η) με επιμέλεια εναγόντων ήδη εφεσίβλητων μισθοδοσίες ετέρου υπαλλήλου Φ. Σ. με μικτές μηνιαίες συμβατικές αποδοχές 1.068,35€, μηνός Δεκεμβρίου 2024 με επιπλέον καταβληθέν μπόνους παραγωγικότητας 381,92€, εν αντιθέσει προς εκκαθαριστικά σημειώματα Ιανουαρίου- Απριλίου 2025 άνευ μπόνους]. Συνεπώς, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην υπό στοιχ. ΙΙΙ μείζονα πρόταση της παρούσας, ο επίμαχος περί οικειοθελών εργοδοτικών παροχών συμβατικός όρος (κατ’ άρθρο 11.γ.) των υπό κρίση ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων – εφεσίβλητων, δεν επιτρέπει τη θεώρηση της ως άνω πρόσθετης χρηματικής παροχής (πριμ παραγωγικότητας) ως τακτικής μισθολογικής αποδοχής, στην έννοια των οποίων δεν εμπίπτει εν προκειμένω, αφού η καταβολή της τυγχάνει συνδεόμενη με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων που μονομερώς θέτει η εργοδότρια εταιρεία σε τρίμηνη, εξάμηνη ή και ετήσια βάση (βλ. Πρακτικό επιτροπής υπ’ αρ. ……./24.09.2024) και συνιστά κίνητρο προς μεγαλύτερη απόδοση και επιβράβευση για την επίτευξη εκ μέρους των μισθωτών, ενώ προσθέτως, ρητώς επεφύλαξε η τελευταία (εναγομένη – εκκαλούσα εργοδότρια) για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης των παροχών που δίνει στους εργαζομένους της από ελευθεριότητα. Δεν αναιρούνται δε, οι ανωτέρω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου από την προσκομισθείσα νομίμως μετ’ επικλήσεως της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εσωτερική αλληλογραφία του Τμήματος Προσωπικού, την οποία επικαλείται προς ενίσχυση των ισχυρισμών της  δοθέντος ότι στο προσαγόμενο με ημερομηνία 29.04.2020 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απεστάλη από το Τμήμα Προσωπικού (υπογράφων …………….) αναφέρεται και εξειδικεύεται σαφώς η επιχειρηματική οδηγία, αναφορικώς προς την υπό κρίση πρόσθετη οικειοθελή παροχή, ότι «Αν υπάρχει περίπτωση κάποιος να μην λάβει Bonus για λόγους παραγωγικότητας, συμπεριφορά κλπ θα ενημερωθούμε από τον υπεύθυνο ώστε να τον εξαιρέσουμε. Κατά τα λοιπά συνεχίζουμε τις νέες προσλήψεις και ανανεώσεις να διαμορφώνουμε τις μικτές αποδοχές στα 740,00€». Αποδεικνύεται, συνεπώς, η άρρηκτη σύνδεση του ως άνω πριμ παραγωγικότητας με το σύστημα αξιολόγησης προσωπικού της εναγομένης εκκαλούσας, τα όσα δε, περί του αντιθέτου καταθέτει η μάρτυρας ανταπόδειξης, ……………., υπάλληλος του Τμήματος Προσωπικού της επιχείρησης (βλ. υπ’ αρ. ………/04.06.2025 ένορκη βεβαίωση), ισχυριζόμενη ότι η ως άνω οικειοθελή παροχή βρισκόταν σε εξάρτηση με τα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας και όχι με την απόδοση των εργαζομένων ή την επίτευξη μηνιαίων στόχων, δεν κρίνονται πειστικά, αφού ουδόλως ενισχύονται από οποιοδήποτε αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 2, 3 και 4 του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης –εκκαλούσας ορίσθηκε ότι «2. Κάθε υποψήφιος, προκειμένου να καταστεί κατάλληλος για πρόσληψη, πρέπει να παρουσιάζεται την προηγούμενη της πρόσληψής του στο λογιστήριο και να συμπληρώνει όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά έχοντας μαζί του: α) … β) το βιβλιάριο ενσήμων του, γ) …, δ) τα πιστοποιητικά της προϋπηρεσίας του … 3. Σε περίπτωση που δεν προσκομίσει τα ανωτέρω δικαιολογητικά δεν θεμελιώνει δικαίωμα να λάβει επιπλέον του μισθού του τις αντίστοιχες μισθολογικές παροχές (πχ επιδόματα) και αποζημιώσεις που προβλέπει ο νόμος ή η ατομική σύμβαση εργασίας του που συναρτώνται με τα παραπάνω πιστοποιητικά. 4. Κάθε νεοπροσλαμβανόμενος οφείλει να προσκομίσει εντός των προς τούτο τασσομένων προθεσμιών, όλα τα καθοριζόμενα πιστοποιητικά, δικαιολογητικά κλπ έγγραφα πρόσληψης […]». Συναφώς προς τα ανωτέρω, στο άρθρο 14.α. των ατομικών συμβάσεων των εναγόντων – εφεσίβλητων ορίσθηκε ότι «Ο εργαζόμενος δηλώνει ότι έχει παράσχει ορθές πληροφορίες στην εταιρεία σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία (βιογραφικό, προσόντα, ιστορικό κλπ)». Στα πλαίσια της πιο πάνω διαγραφόμενης διαδικασίας πρόσληψης, οι ενάγοντες – εφεσίβλητοι γνωστοποίησαν, κατά την πρόσληψή τους, προς την εναγόμενη εκκαλούσα εργοδότρια εταιρεία την συμπληρωθείσα έως την 14η.02.2012 προϋπηρεσία τους, ως μισθωτοί άνω των 19 ετών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 υποπαρ. ΙΑ.11 παρ.3 του  εδαφ. γ’ και δ’ ν. 4093/2012, με την προσκόμιση των οικείων αποδεικτικών εγγράφων και λογαριασμών ατομικής ασφάλισης εκάστου αυτών, από τα οποία προέκυπτε η προϋπηρεσία τους. Ενισχυτικό στοιχείο, της κρίσεως του Δικαστηρίου αποτελεί η κατηγορηματική ως προς το σημείο αυτό, κατάθεση του άνω μάρτυρος, …………, ο οποίος, ως εκ της συνδικαλιστικής θέσεώς του στην επιχείρηση της εναγομένης – εκκαλούσας έχει ιδία γνώση των όσων καταθέτει, περιγράφει δε την πάγια τακτική της καταθέσεως των δικαιολογητικών προϋπηρεσίας κατά την πρόσληψη, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Εσωτερικό Κανονισμό, αλλά και την παράλειψη της εναγομένης – εκκαλούσας να προβεί στην αναγνώριση των προϋπηρεσιών των εργαζομένων της, με την καταβολή των αντίστοιχων επιδομάτων. Εξάλλου, η μη αναγνώριση των προϋπηρεσιών αποτέλεσε σημείο συζήτησης μεταξύ του Σωματείου Εργαζομένων με την εναγομένη – εκκαλούσα, ήδη από το έτος 2021, όπως αποδεικνύεται από την – σε ανύποπτο χρόνο – από 12.04.2021 ηλεκτρονική αλληλογραφία του Σωματείου Εργαζομένων προς το νομικό τμήμα της επιχείρησης, όπου καταγράφονται, μεταξύ λοιπών αιτημάτων του Σωματείου, τα ακόλουθα επί λέξει «7. Στη ανάλυση της σύστασης που οδηγεί στον συμφωνημένο μισθό θα πρέπει να προστεθεί μία γραμμή ακόμα που να δείχνει το ποσό από τις ενδεχόμενες κατοχυρωμένες τριετίες του εκάστοτε εργαζομένου. Είστε σε θέση να γνωρίζετε άλλωστε ποιοι δικαιούνται κάτι τέτοιο αφού κατά την πρόσληψη των εργαζομένων βάσει του Κανονισμού της εταιρείας ζητάτε να σας χορηγηθεί, πέραν των άλλων, η καρτέλα ενσήμων των εργαζομένων», ενώ περαιτέρω, κατόπιν αιτήματος του ιδίου ως άνω Σωματείου προς το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Νίκαιας- Αγ. Ι. Ρέντη, που εστάλη με ηλεκτρονική αλληλογραφία επίσης, το επιλεφθέν αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης εγγράφως συνέστησε την αναλυτική απεικόνιση των αποδοχών και καταβαλλόμενων επιδομάτων τριετίας, στα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας των εργαζομένων της επιχείρησης (βλ. σχετικώς προσκομιζόμενη με επίκληση των εναγόντων – εφεσίβλητων ηλεκτρονική αλληλογραφία και υπ’ αρ. πρωτ. ……./02.08.2021 έγγραφη απάντηση Τμ. Επιθεώρησης Εργασιακών σχέσεων Νίκαιας- Αγ. Ι. Ρέντη). Τούτων δοθέντων, καθίσταται σαφές ότι οι ενάγοντες – εφεσίβλητοι, ακολουθώντας τη διαγραφόμενη διαδικασία, είχαν γνωστοποιήσει προς την εναγόμενη – εκκαλούσα την προϋπηρεσία τους, ήδη κατά το χρόνο προσλήψεώς τους, με την προσκόμιση στον ατομικό τους (υπηρεσιακό) φάκελο των οικείων δικαιολογητικών και ενσήμων, τα οποία άλλωστε προς επίρρωση των ισχυρισμών τους προσκομίζονται και στο Δικαστήριο. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης – εκκαλούσας, ότι δηλαδή η γνωστοποίηση των προϋπηρεσιών των δύο πρώτων εναγόντων – εφεσίβλητων έλαβε χώρα το πρώτον με αποκλειστική πρωτοβουλία και κατόπιν κλήσεως της ιδίας της επιχείρησης και δη αμέσως μετά τη δημοσίευση του νόμου 5053/2023 (ΦΕΚ Α’ 158/26.09.2023) θα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικώς αβάσιμοι. Διότι, είναι μεν αληθές ότι η εναγόμενη – εκκαλούσα προχώρησε πράγματι στην αναγνώριση των προϋπηρεσιών του πρώτου και δεύτερου των εναγόντων – εφεσίβλητων και την καταβολή των αντίστοιχων προσαυξήσεων τριετιών, πλην όμως αποδείχθηκε ότι έπραξε τούτο από τη μισθοδοσία μηνός Ιουνίου 2023, έχοντας λοιπόν οίκοθεν πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα δικαιολογητικά και λοιπά αποδεικτικά της προϋπηρεσίας τους και μάλιστα σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεως του άνω νόμου που εν προκειμένω επικαλούνται, ο οποίος κατ’ άρθρο 33 προέβλεψε την άρση, από 01η.01.2024 και εφεξής, της αναστολής ισχύος των κανονιστικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως το επίδομα τριετίας, που ανεστάλη κατ’ εφαρμογή του άρ. 4 της υπ` αρ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (Α` 38). Υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας υπόψη τα ένδικα χρονικά διαστήματα εργασίας των εναγόντων – εφεσίβλητων και το αγωγικό αίτημα (106 ΚΠολΔ), διατηρούν αυτοί, κατά της εναγομένης – εκκαλούσας τις ακόλουθες αξιώσεις: [Ι] Ο πρώτος ενάγων – εφεσίβλητος ………….., ο οποίος νομίμως, όπως αποδείχθηκε, είχε γνωστοποιήσει κατά την πρόσληψή του στην εναγομένη – εκκαλούσα, προϋπηρεσία άνω των 9 ετών ως μισθωτός, συμπληρωθείσα την 14η.02.2012 (2.810 ημέρες ασφάλισης από το έτος 1999 σε ηλικία 22 ετών : 300 ημέρες ετησίως, ήτοι 9 έτη και 4,4 μήνες) και επομένως εδικαιούτο επίδομα για τρεις τριετίες προϋπηρεσίας (ποσοστού 30%): Α. Για τη διαφορά μεταξύ νομίμων και καταβαλλόμενων αποδοχών: Κατά τη χρονική περίοδο από Οκτώβριο 2020 έως και το Δεκέμβριο 2021 (15 μήνες) η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 650,00€ με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019), παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα τριών τριετιών, ποσού 195,00€ (650,00€ * 30%). Δεδομένου δε, ότι ελάμβανε μηνιαίως ως υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ύψους 90,00€ (740,00€ συμβατικές αποδοχές – 650,00€ κατώτατος μισθός) και μετά τον καταλογισμό σε αυτές του ως άνω επιδόματος 195,00€, βάσει ρητής συμβατικής πρόβλεψης (βλ. άρ. 11.γ. σύμβασης) προκύπτει μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 105,00€ και συνολικώς για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 1.575,00€ (105,00€ χ 15 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών, το ποσό των 52,50€ (105,00 :2) για τη διαφορά του επιδόματος αδείας έτους 2021 καθώς και το ποσό των 109,37€ (105,00€ χ 1,04166 ως προσαύξηση επιδόματος αδείας) για τη διαφορά του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2021. Κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουάριο 2022 έως και Απρίλιο 2022 (4 μήνες) η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 663,00€ με βάση την Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27.12.2021), παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα τριών τριετιών, ποσού 198,90€ (663,00€ χ 30%). Δεδομένου δε, ότι ελάμβανε μηνιαίως ως υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ύψους 77,00€ (740,00€ συμβατικές αποδοχές – 663,00€ κατώτατος μισθός) και μετά τον καταλογισμό σε αυτές του ως άνω επιδόματος 198,90€, βάσει ρητής συμβατικής πρόβλεψης (βλ. άρ. 11.γ. σύμβασης) προκύπτει μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 121,90€ και συνολικώς για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 487,60€ (121,90€ χ 4 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών και το ποσό των 63,48€ {(121,90€/2=) 60,95€ χ 1,04166 ως προσαύξηση επιδόματος αδείας} για τη διαφορά επί του επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2022. Κατά τη χρονική περίοδο από Μάιο 2022 έως και Μάρτιο 2023 (11 μήνες) η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 713,00€ με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022), παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα τριών τριετιών, ποσού 213,90€ (713,00€ * 30%). Δεδομένου δε, ότι ελάμβανε μηνιαίως ως υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ύψους 27,00€ (740,00€ συμβατικές αποδοχές – 713,00€ κατώτατος μισθός) και μετά τον καταλογισμό σε αυτές του ως άνω επιδόματος 213,90€, βάσει ρητής συμβατικής πρόβλεψης (βλ. άρ. 11.γ. σύμβασης) προκύπτει μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 186,90€ και συνολικώς για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 2.055,90€ (186,90€ χ 11 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών, το ποσό των 93,45€ {(186,90€/2) για τη διαφορά του επιδόματος αδείας 2022 και το ποσό των 194,69€ (186,90€ χ 1,04166 ως προσαύξηση επιδόματος αδείας} για τη διαφορά επί του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2022 (και όχι το 194,77€ κατ’ εσφαλμένο αριθμητικό υπολογισμό της αγωγής). Κατά τη χρονική περίοδο από Απρίλιο 2023 έως και το Μάιο 2023 (2 μήνες) η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 780,00€ με βάση την Υ.Α. 31986/24.3.2023 (Β΄ 2003), παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα τριών τριετιών, ποσού 234,00€ (780,00€ χ 30%). Δεδομένου δε, ότι ελάμβανε μηνιαίως ως υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ύψους 20,00€ (800,00€ συμβατικές αποδοχές – 780,00€ κατώτατος μισθός) και μετά τον καταλογισμό σε αυτές του ως άνω επιδόματος 234,00€, βάσει ρητής συμβατικής πρόβλεψης (βλ. άρ. 11.γ. σύμβασης) προκύπτει μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 214,00€ και συνολικώς για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 428,00€ (214,00€ χ 2 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών και το ποσό των 111,45€ {(214,00€/2=) 107,00€ χ 1,04166 ως προσαύξηση επιδόματος αδείας} για τη διαφορά επί του επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2023. Τέλος, κατά τη χρονική περίοδο από Ιούνιο 2023 έως και τον Σεπτέμβριο 2023 (4 μήνες) η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 780,00€ με βάση την Υ.Α. 31986/24.3.2023 (Β΄ 2003) πλέον προσαύξησης 20% ποσού 156,00€ για δύο αναγνωρισθείσες τριετίες προϋπηρεσίας του παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα τριών τριετιών, ποσού 234,00€ (780,00€ χ 30%). Συνεπώς, με μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 78,00€ (234,00 – 156,00) δικαιούται για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 312,00€ (78,00€ χ 4 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών και το ποσό των 39,00€ {(78,00€/2) για τη διαφορά του επιδόματος αδείας 2023. Συνακόλουθα, για τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του α’ ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, λόγω αναγνώρισης της προσαύξησης εκ τριών τριετιών προϋπηρεσίας του, η εναγόμενη εκκαλούσα του οφείλει το συνολικό ποσό των 5.522,44€, με το νόμιμο τόκο, για έκαστο επιμέρους των κονδυλίων αυτών, ως ακολούθως: από την πρώτη (1η) μέρα του επομένου μηνός κατά τον οποίο παρασχέθηκε η αντίστοιχη εργασία, για τα επιμέρους κονδύλια που αφορούν σε διαφορές μηνιαίων αποδοχών, από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους από το έτος που αντιστοιχεί το επίδομα δώρου Χριστουγέννων και από την 1η Μαΐου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί το επίδομα δώρου Πάσχα (βλ. ΑΠ 1399/2013) όσον αφορά στις διαφορές επί των άνω εορταστικών επιδομάτων, πλην του κονδυλίου διαφορών επί του επιδόματος αδείας ετών 2021, 2022 και 2023 για τα οποία οφείλεται τόκος από την 1η Απριλίου του επομένου έτους στο οποίο αναφέρονται, (δήλη μέρα η 31η Μαρτίου του επομένου έτους). Β. Για τη διαφορά μεταξύ νομίμων και καταβαλλόμενων προσαυξήσεων λόγω νυχτερινής εργασίας του α’ενάγοντος – εφεσίβλητου και σύμφωνα με το αγωγικό αίτημα (106 ΚΠολΔ): Τον Οκτώβριο 2020, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας (βλ. απόδειξη μισθοδοσίας), του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές χ 0,006 = 5,07€ κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Νοέμβριο 2020, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές χ 0,006 = 5,07€ κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Δεκέμβριο 2020, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές χ 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Ιανουάριο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 142 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 167,61€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 142 ώρες=} 178,92€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 11,31€. Τον Φεβρουάριο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 140 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 155,40€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 140 ώρες=} 176,40€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 21,00€. Τον Μάρτιο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Απρίλιο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Μάιο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Ιούνιο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Ιούλιο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Αύγουστο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Σεπτέμβριο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Οκτώβριο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Νοέμβριο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Δεκέμβριο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Τον Ιανουάριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 663,00€  με βάση την Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27.12.2021) +198,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 861,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,17 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,29 επί 175 ώρες=} 225,75€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 31,50€. Τον Φεβρουάριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 179 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 212,01€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 663,00€  με βάση την Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27.12.2021) +198,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 861,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,17 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,29 επί 179 ώρες=} 230,91€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 18,90€. Τον Μάρτιο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 663,00€  με βάση την Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27.12.2021) +198,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 861,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,17 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,29 επί 175 ώρες=} 225,75€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 31,50€. Τον Απρίλιο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 663,00€  με βάση την Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27.12.2021) +198,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 861,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,17 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,29 επί 175 ώρες=} 225,75€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 31,50€. Τον Μάιο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€ με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Τον Ιούνιο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€ με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Τον Ιούλιο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€ με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Τον Αύγουστο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Τον Σεπτέμβριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 179 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 212,01€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,39 επί 179 ώρες=} 248,81€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 36,80€. Τον Οκτώβριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Τον Νοέμβριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Τον Δεκέμβριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 179 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 212,01€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,39 επί 179 ώρες=} 248,81€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 36,80€. Τον Ιανουάριο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Τον Φεβρουάριο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Τον Μάρτιο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Τον Απρίλιο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 210,00€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 780,00€  με βάση την Υ.Α. 31986/24.3.2023 (Β΄ 2003) +234,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 1.014,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 6,08 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,52 επί 175 ώρες=} 266,00€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 56,00€. Τον Μάιο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 210,00€, που συνομολογεί καθ’ υποφοράν ο ενάγων – εφεσίβλητος (και όχι το ποσό των 245,70€ που ισχυρίζεται η εναγομένη – εκκαλούσα χωρίς να αποδεικνύει, αφού η προσκομισθείσα απόδειξη μισθοδοσίας του άνω μηνός δεν φέρει την υπογραφή του ενάγοντος – εφεσίβλητου ενώ δεν προσκομίζεται επιπλέον και αποδεικτικό διατραπεζικής εξόφλησης) ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 780,00€  με βάση την Υ.Α. 31986/24.3.2023 (Β΄ 2003) +234,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 1.014,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 6,08 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,52 επί 175 ώρες=} 266,00€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 56,00€. Τον Ιούνιο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 245,70€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 780,00€ με βάση την Υ.Α. 31986/24.3.2023 (Β΄ 2003) +234,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 1.014,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 6,08 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,52 επί 175 ώρες=} 266,00€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 20,30€. Τον Ιούλιο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 245,70€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 780,00€ με βάση την Υ.Α. 31986/24.3.2023 (Β΄ 2003) +234,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 1.014,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 6,08 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,52 επί 175 ώρες=} 266,00€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 20,30€. Τον Αύγουστο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 245,70€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 780,00€ με βάση την Υ.Α. 31986/24.3.2023 (Β΄ 2003) +234,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 1.014,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 6,08 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,52 επί 175 ώρες=} 266,00€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 20,30€. Τον Σεπτέμβριο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 245,70€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 780,00€ με βάση την Υ.Α. 31986/24.3.2023 (Β΄ 2003) +234,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 1.014,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 6,08 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,52 επί 175 ώρες=} 266,00€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 20,30€. Συνακόλουθα, για τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών προσαυξήσεων λόγω νυχτερινής εργασίας του α’ ενάγοντος – εφεσίβλητου, η εναγόμενη – εκκαλούσα του οφείλει συνολικώς το ποσό των 1.194,76€, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη μέρα καταβολής έκαστου ποσού, ήτοι από την 1η μέρα του επόμενου μηνός από αυτόν τον οποίο αφορούν. [ΙΙ] Ο δεύτερος ενάγων – εφεσίβλητος, …………….., ο οποίος νομίμως, όπως αποδείχθηκε, είχε γνωστοποιήσει κατά την πρόσληψή του στην εναγομένη – εκκαλούσα, προϋπηρεσία άνω των 9 ετών ως μισθωτός, συμπληρωθείσα την 14η.02.2012 (3.173 ημέρες ασφάλισης από το έτος 1993 : 300 ημέρες ετησίως = 10 έτη και 6,9 μήνες) και επομένως εδικαιούτο επίδομα για τρεις τριετίες προϋπηρεσίας (προσαύξηση 30%): Α. Για τη διαφορά μεταξύ νομίμων και καταβαλλόμενων αποδοχών: Κατά τη χρονική περίοδο από Μάιο έτους 2020 έως και τον Δεκέμβριο έτους 2021 (20 μήνες) η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019), παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα τριών τριετιών, ποσού 195,00€ (650,00€ χ 30%). Δεδομένου δε, ότι ελάμβανε μηνιαίως και ως υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ύψους 90,00€ (740,00€ συμβατικές αποδοχές – 650,00€ κατώτατος μισθός) και μετά τον καταλογισμό σε αυτές του ως άνω επιδόματος 195,00€, βάσει ρητής συμβατικής πρόβλεψης (βλ. άρ. 11.γ. σύμβασης) προκύπτει μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 105,00€ και συνολικώς για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 2.100,00€ (105,00€ χ 20 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών, το ποσό των 109,37€ (105,00€ χ 1,04166 ως προσαύξηση επιδόματος αδείας) για τη διαφορά του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2020, το ποσό των 54,69€ {(105,00€/2=) 52,50€ χ 1,04166 ως προσαύξηση επιδόματος αδείας} για τη διαφορά επί του επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2021, το ποσό των 52,50€ (105,00 :2) για τη διαφορά του επιδόματος αδείας έτους 2021, καθώς και το ποσό των 109,37€ (105,00€ χ 1,04166 ως προσαύξηση επιδόματος αδείας) για τη διαφορά του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2021. Κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουάριο 2022 έως και Απρίλιο 2022 (4 μήνες) η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 663,00€ με βάση την Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27.12.2021), παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα τριών τριετιών, ποσού 198,90€ (663,00€ * 30%). Δεδομένου δε, ότι ελάμβανε μηνιαίως και ως υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ύψους 77,00€ (740,00€ συμβατικές αποδοχές – 663,00€ κατώτατος μισθός) και μετά τον καταλογισμό σε αυτές του ως άνω επιδόματος 198,90€, βάσει ρητής συμβατικής πρόβλεψης (βλ. άρ. 11.γ. σύμβασης) προκύπτει μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 121,90€ και συνολικώς για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 487,60€ (121,90€ χ 4 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών και το ποσό των 63,48€ {(121,90€/2=) 60,95€ χ 1,04166 ως προσαύξηση επιδόματος αδείας} για τη διαφορά επί του επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2022. Κατά τη χρονική περίοδο από Μάιο 2022 έως και Μάρτιο 2023 (11 μήνες) η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 713,00€ με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022), παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα τριών τριετιών, ποσού 213,90€ (713,00€ χ 30%). Δεδομένου δε, ότι ελάμβανε μηνιαίως και ως υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ύψους 27,00€ (740,00€ συμβατικές αποδοχές – 713,00€ κατώτατος μισθός) και μετά τον καταλογισμό σε αυτές του ως άνω επιδόματος 213,90€, βάσει ρητής συμβατικής πρόβλεψης (βλ. άρ. 11.γ. σύμβασης) προκύπτει μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 186,90€ και συνολικώς για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 2.055,90€ (186,90€ χ 11 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών, το ποσό των 93,45€ {(186,90€/2) για τη διαφορά του επιδόματος αδείας 2022 και το ποσό των 194,69€ (186,90€ χ 1,04166 ως προσαύξηση επιδόματος αδείας) για τη διαφορά επί του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2022 (και όχι το 194,77€ κατ’ εσφαλμένο αριθμητικό υπολογισμό της αγωγής). Κατά τη χρονική περίοδο από Απρίλιο 2023 έως και το Μάιο 2023 (2 μήνες) η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 780,00€ με βάση την Υ.Α. 31986/24.3.2023 (Β΄ 2003), παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα τριών τριετιών, ποσού 234,00€ (780,00€ χ 30%). Δεδομένου δε, ότι ελάμβανε μηνιαίως και ως υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ύψους 20,00€ (800,00€ συμβατικές αποδοχές – 780,00€ κατώτατος μισθός) και μετά τον καταλογισμό σε αυτές του ως άνω επιδόματος 234,00€, βάσει ρητής συμβατικής πρόβλεψης (βλ. άρ. 11.γ. σύμβασης) προκύπτει μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 214,00€ και συνολικώς για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 428,00€ (214,00€ χ 2 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών και το ποσό των 111,45€ {(214,00€/2=) 107,00€ χ 1,04166 ως προσαύξηση επιδόματος αδείας} για τη διαφορά επί του επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2023. Συνακόλουθα, για τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του β’ ενάγοντος – εφεσίβλητου, λόγω αναγνώρισης της προσαύξησης εκ τριών τριετιών προϋπηρεσίας του, η εναγόμενη – εκκαλούσα του οφείλει το συνολικό ποσό των 5.860,50€, με το νόμιμο τόκο, για έκαστο επιμέρους των κονδυλίων αυτών, ως ακολούθως: από την πρώτη (1η) μέρα του επομένου μηνός κατά τον οποίο παρασχέθηκε η αντίστοιχη εργασία, για τα επιμέρους κονδύλια που αφορούν σε διαφορές μηνιαίων αποδοχών, από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους από το έτος που αντιστοιχεί το επίδομα δώρου Χριστουγέννων και από την 1η Μαΐου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί το επίδομα δώρου Πάσχα (βλ. ΑΠ 1399/2013) όσον αφορά στις διαφορές επί των άνω εορταστικών επιδομάτων, πλην του κονδυλίου διαφορών επί του επιδόματος αδείας ετών 2021 και 2022 για τα οποία οφείλεται τόκος από την 1η Απριλίου του επομένου έτους στο οποίο αναφέρονται, (δήλη μέρα η 31η Μαρτίου του επομένου έτους). Β. Για τη διαφορά μεταξύ νομίμων και καταβαλλόμενων προσαυξήσεων λόγω νυχτερινής εργασίας και εργασίας σε ημέρα Κυριακή και αργία του β’ ενάγοντος – εφεσίβλητου: Τον Μάιο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 6 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 16,65€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 22,80€ (5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 3,80 επί 6 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 6,15€. Τον Ιούνιο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 15,20€ (5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 3,80 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 1,88€. Τον Ιούλιο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 15,20€ (5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 3,80 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 1,88€. Τον Αύγουστο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 5 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 16,65€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 19,00€ (5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 3,80 επί 5 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 2,35€. Τον Σεπτέμβριο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 87 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 96,57€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 87 ώρες=} 109,62€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 13,05€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 15,20€ (5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 3,80 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 1,88€. Τον Οκτώβριο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 28 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 31,08€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 28 ώρες=} 35,28€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 4,20€. Τον Νοέμβριο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 15,20€ (5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 3,80 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 1,88€. Τον Δεκέμβριο 2021, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019) +195,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 845,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,26 επί 175 ώρες=} 220,50€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 26,25€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 15,20€ (5,07 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 3,80 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 1,88€. Τον Ιανουάριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 663,00€  με βάση την Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27.12.2021) +198,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 861,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,17 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,29 επί 175 ώρες=} 225,75€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 31,50€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 5 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 16,65€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 19,35€ (5,17 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 3,87 επί 5 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 2,70€. Τον Φεβρουάριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 102 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 126,54€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 663,00€  με βάση την Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27.12.2021) +198,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 861,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,17 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,29 επί 102 ώρες=} 131,58€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 5,04€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 15,48€ (5,17 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 3,87 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 2,16€. Τον Μάρτιο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 663,00€  με βάση την Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27.12.2021) +198,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 861,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,17 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,29 επί 175 ώρες=} 225,75€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 31,50€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 15,48€ (5,17 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 3,87 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 2,16€. Τον Απρίλιο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 663,00€ με βάση την Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27.12.2021) +198,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 861,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,17 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,29 επί 175 ώρες=} 225,75€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 31,50€. Τον Μάιο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€ με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 16,68€ (5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,17 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 3,36€. Τον Ιούνιο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 16,68€ (5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,17 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 3,36€. Τον Ιούλιο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€ με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 5 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 16,65€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 20,85€ (5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,17 επί 5 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 4,20€. Τον Αύγουστο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 16,68€ (5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,17 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 3,36€. Τον Σεπτέμβριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 179 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 212,01€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,39 επί 179 ώρες=} 248,81€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 36,80€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 16,68€ (5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,17 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 3,36€. Τον Οκτώβριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€ με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 5 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη -εκκαλούσα το ποσό 16,65€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 20,85€ (5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,17 επί 5 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 4,20€. Τον Νοέμβριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 16,68€ (5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,17 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 3,36€. Τον Δεκέμβριο 2022, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 179 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 212,01€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,39 επί 179 ώρες=} 248,81€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 36,80€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 16,68€ (5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,17 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 3,36€. Τον Ιανουάριο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 147 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 163,70€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,39 επί 147 ώρες=} 204,33€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 40,63€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 5 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 16,65€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 20,85€ (5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,17 επί 5 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 4,20€. Τον Φεβρουάριο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 168 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 186,48€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,39 επί 168 ώρες=} 233,52€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 47,04€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 16,68€ (5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,17 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 3,36€. Τον Μάρτιο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 194,25€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 713,00€  με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022) +213,90€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 926,90€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας = 1,39 επί 175 ώρες=} 243,25€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 49,00€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 13,32€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 16,68€ (5,56 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,17 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 3,36€. Τον Απρίλιο 2023, κατά τον οποίο πραγματοποίησε 175 ώρες νυχτερινής εργασίας, του καταβλήθηκαν 210,00€, ενώ έπρεπε να λάβει αυτός το ποσό των {κατώτατος νομοθετημένος μισθός ποσού 780,00€  με βάση την Υ.Α. 31986/24.3.2023 (Β΄ 2003) +234,00€ ως προσαύξηση 3 τριετιών = 1.014,00€ κατώτατες νόμιμες αποδοχές : 0,006 = 6,08 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 25% ως προσαύξηση νυχτερινής εργασίας= 1,52 επί 175 ώρες=} 266,00€ και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 56,00€. Περαιτέρω, κατά τον ένδικο μήνα πραγματοποίησε 4 ώρες εργασίας σε ημέρα Κυριακή/ αργία, για τις οποίες του κατέβαλε η εναγόμενη – εκκαλούσα το ποσό 14,40€ (βλ. εκκαθαριστικό μισθοδοσίας), ενώ έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό 18,24€ (6,08 κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο χ 75% ως προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας = 4,56 επί 4 ώρες) και συνεπώς του οφείλεται η διαφορά ποσού 3,84€. Συνακόλουθα, για τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών προσαυξήσεων λόγω νυχτερινής εργασίας καθώς και εργασίας καθ’ ημέρα Κυριακή ή αργία του β’ ενάγοντος – εφεσίβλητου, η εναγόμενη – εκκαλούσα του οφείλει συνολικώς το ποσό των 902,80€, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη μέρα καταβολής έκαστου ποσού, ήτοι από την πρώτη (1η) μέρα του επομένου μηνός κατά τον οποίο παρασχέθηκε η αντίστοιχη εργασία (ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856), λαμβανομένου υπόψη ότι η εναγόμενη – εκκαλούσα ως παρέχουσα υπηρεσίες ταχυμεταφορών (courier) εξαιρείται των διατάξεων περί υποχρεωτικής ανάπαυσης της Κυριακής και σε ημέρες αργίας [άρθρο 7 β.δ. 748/1966 κωδικοποιηθέν κατ’ άρθ. 200 ΚΑΕργΔ (ΠΔ 80/2022)] και επομένως η αμοιβή για εργασία σε ημέρα Κυριακή συνιστά εν προκειμένω νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία του β’ ενάγοντος – εφεσίβλητου. [ΙΙΙ] Ο τρίτος ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ………………….., ο οποίος νομίμως, όπως αποδείχθηκε, είχε γνωστοποιήσει κατά την πρόσληψή του στην εναγομένη ήδη εκκαλούσα, προϋπηρεσία άνω των 6 ετών ως μισθωτός, συμπληρωθείσα την 14η.02.2012 (2.204 ημέρες ασφάλισης από τον 2ο/1989 : 300 ημέρες ετησίως= 7 έτη και 4,16 μήνες) και επομένως εδικαιούτο επίδομα για δύο τριετίες προϋπηρεσίας, δικαιούται για τη διαφορά μεταξύ νομίμων και καταβαλλόμενων αποδοχών τα ακόλουθα: Κατά τη χρονική περίοδο από την πρόσληψή του (09.06.2021) έως και τον Δεκέμβριο έτους 2021 (6,7 μήνες) η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 650,00€  με βάση την Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019), παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα δύο τριετιών, ποσού 130,00€ (650,00€ χ 20%). Δεδομένου δε, ότι ελάμβανε μηνιαίως και ως υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ύψους 90,00€ (740,00€ συμβατικές αποδοχές – 650,00€ κατώτατος μισθός) και μετά τον καταλογισμό σε αυτές του ως άνω επιδόματος 130,00€, βάσει ρητής συμβατικής πρόβλεψης (βλ. άρ. 11.γ. σύμβασης) προκύπτει μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 40,00€ και συνολικώς για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, δικαιούται το ποσό των 268,00€ (40,00€ χ 6,7 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών, καθώς και το ποσό των 36,13€ (40,00€ χ 2/25= 3,20 επί 10,84 για κάθε δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα εργασίας (206 ημέρες απασχόλησης : 19= 10,84) = 34,69€ επί 1,04166 ως συντελεστή προσαύξησης επιδόματος αδείας= 36,13€) για τη διαφορά του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2021, πλην αιτείται (106 ΚΠολΔ) το ποσό των 35,96€ το οποίο επιδικάζεται για την αιτία αυτή (επίδομα Χριστουγέννων 2021), αφού το Δικαστήριο δεν μπορεί, με βάσει την αρχή της διαθέσεως, να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος (ΕφΠειρ 253/2023, ΕφΘεσ 2467/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουάριο 2022 έως και Απρίλιο 2022 (4 μήνες) η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 663,00€ με βάση την Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27.12.2021), παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα δύο τριετιών, ποσού 132,60€ (663,00€ χ 20%). Δεδομένου δε, ότι ελάμβανε μηνιαίως και ως υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ύψους 77,00€ (740,00€ συμβατικές αποδοχές – 663,00€ κατώτατος μισθός) και μετά τον καταλογισμό σε αυτές του ως άνω επιδόματος 132,60€, βάσει ρητής συμβατικής πρόβλεψης (βλ. άρ. 11.γ. σύμβασης) προκύπτει μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 55,60€ και συνολικώς για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 222,40€ (55,60€ χ 4 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών και το ποσό των 28,96€ {(55,60€/2=) 27,80€ χ 1,04166 ως προσαύξηση επιδόματος αδείας} για τη διαφορά επί του επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2022. Κατά τη χρονική περίοδο από Μάιο 2022 έως και 08.08.2022 (3,27 μήνες), ότε επήλθε η λήξη της συμβάσεώς του, η εναγομένη – εκκαλούσα του κατέβαλε τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ποσού 713,00€ με βάση την Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/24.01.2022), παρότι αυτός δικαιούταν επίδομα δύο τριετιών, ποσού 142,60€ (713,00€ χ 20%). Δεδομένου δε, ότι ελάμβανε μηνιαίως και ως υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές ύψους 27,00€ (740,00€ συμβατικές αποδοχές – 713,00€ κατώτατος μισθός) και μετά τον καταλογισμό σε αυτές του ως άνω επιδόματος 142,60€, βάσει ρητής συμβατικής πρόβλεψης (βλ. άρ. 11.γ. σύμβασης) προκύπτει μηνιαία μισθολογική διαφορά επί των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 115,60€ και συνολικώς για το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 378,01€ (115,60€ χ 3,27 μήνες) ως διαφορά επί των μηνιαίων αποδοχών, το ποσό των 57,80€ {(115,60€/2) για τη διαφορά του επιδόματος αδείας 2022 και το ποσό των 50,67€ (115,60€ χ 2/25= 9,25 επί 5,26 για κάθε δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα εργασίας (100 ημέρες απασχόλησης : 19= 5,26) = 48,65€ επί 1,04166 ως συντελεστή προσαύξησης επιδόματος αδείας= 50,67€) και επιδικαστέο κατά το αγωγικό αίτημα (106 ΚΠολΔ) το ποσό των 50,19€ για τη διαφορά του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2022. Συνακόλουθα, για τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του γ’ ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, λόγω αναγνώρισης της προσαύξησης δύο τριετιών προϋπηρεσίας του, η εναγόμενη – εκκαλούσα του οφείλει το συνολικό ποσό των 1.041,32€, με το νόμιμο τόκο, για έκαστο επιμέρους των κονδυλίων αυτών, ως ακολούθως: από την επομένη της λύσεως της συμβάσεως εργασίας του, ήτοι από την 09η.08.2022, που αποτελεί δήλη ημέρα πληρωμής, από την οποία και οφείλεται τόκος υπερημερίας (άρθρο 341, 345 ΑΚ), ως προς τα επιμέρους κονδύλια που αφορούν σε διαφορές μηνιαίων αποδοχών, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος αδείας 2022 (ΑΠ 1649/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους από το έτος που αντιστοιχεί η διαφορά επί του επιδόματος δώρου Χριστουγέννων και από την 1η Μαΐου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί το επίδομα δώρου Πάσχα (βλ. ΑΠ 1399/2013) όσον αφορά στις διαφορές επί των άνω εορταστικών επιδομάτων. Εξάλλου, η εναγόμενη – εκκαλούσα παραδεκτώς με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, καταχωρισθείσα στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η οποία επαναλήφθηκε και εξειδικεύθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της (κατ’ άρθρο 591 αρ.1 περ. δ’ ΚΠολΔ) καταλόγισε στις ως άνω ένδικες αξιώσεις των εναγόντων – εφεσίβλητων, τις υπέρτερες των νομίμων καταβληθείσες αποδοχές, ως εκθέτει, λόγω ειδικότερα της καταβολής εκ μέρους της οικειοθελών παροχών (πριμ παραγωγικότητας), προτείνοντας, έτσι σε συμψηφισμό (262 παρ.1 ΚΠολΔ, 440, 441 ΑΚ) το συνολικό ποσό των 6.037,75€ για τον πρώτο [α’] των εναγόντων – εφεσίβλητων, το συνολικό ποσό των 6.870,12€ για τον δεύτερο [β’] και το συνολικό ποσό των 2.200,21€ για τον τρίτο [γ’] ενάγοντα – εφεσίβλητο, αντιστοίχως, επικαλούμενη συμβατικό όρο συμψηφισμού των ποσών αυτών με τα πάσης φύσεως επιδόματα που δικαιούνται οι ενάγοντες, τα οποία προβλέπονται από διατάξεις κανονιστικής ισχύος. Ήδη, όπως και ανωτέρω στην οικεία θέση εκτέθηκε, στις οικείες ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων – εφεσίβλητων περιελήφθη ο όρος υπό στοιχ. 11.β σύμφωνα με τον οποίο:  «11β. Κάθε άλλη παροχή στο μισθωτό, θα καλύπτεται από τις καταβαλλόμενες πέραν των νομίμων αποδοχές. Ειδικότερα συμφωνείται ο καταλογισμός (συμψηφισμός) στις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, των αξιώσεων του μισθωτού, για αμοιβή λόγω υπερεργασίας, για προσαύξηση αμοιβής λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες εορτές, καθώς και για αμοιβή λόγω επιδομάτων που τυχόν θα δικαιούται βάσει όρου συλλογικής ρύθμισης, νόμου, υπουργικής απόφασης κ.λπ.. Εφόσον ο κατά τα ανωτέρω συμφωνηθείς μισθός είναι ανώτερος από εκείνον που προκύπτει από το άθροισμα του βασικού μισθού και των πάσης φύσεως επιδομάτων, τα οποία προβλέπονται με κανονιστική ισχύ από τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή ίσης ισχύος διαιτητική απόφαση και τα οποία περιλαμβάνονται στον κατά τη συμφωνία καταβλητέο υπέρτερο μισθό, κατισχύει ο όρος αυτός της ατομικής συμβάσεως και ο μισθωτός δεν δικαιούται πέραν του συμφωνημένου μισθού άλλο επίδομα, διότι τούτο υπερκαλύπτεται από τις συμφωνημένες υπέρτερες αποδοχές, στις οποίες, κατά τα συνομολογηθέντα, και εμπεριέχεται. Αυτό ισχύει όχι μόνο για υφιστάμενα επιδόματα ως προς τον χρόνο της κατάρτισης της ατομικής σύμβασης, αλλά και για τα μελλοντικά επιδόματα, δηλαδή εκείνα που τυχόν θεσπισθούν μετά την κατάρτισή της». Ωστόσο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η διατύπωση της συμφωνίας αυτής, πέραν της πρόδηλης αοριστίας της, αφού δεν προσδιορίσθηκαν ειδικά κατά ποιόν και ποσόν οι υπέρτερες αποδοχές των εναγόντων – εφεσίβλητων που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με μελλοντικές υποχρεώσεις της εναγομένης – εκκαλούσας προς αυτούς – δεν καταλείπει έδαφος επιτρεπτού συμβατικού συμψηφισμού, καθόσον, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην υπό στοιχ. ΙΙΙ μείζονα πρόταση της παρούσας καθώς και τα ανωτέρω αποδειχθέντα στο σκεπτικό, το υπό κρίση πριμ παραγωγικότητας, ως οικειοθελής παροχή της εναγομένης – εκκαλούσας, δεν φέρει μισθολογικό χαρακτήρα. Τούτο δε διότι δεν έχουν χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές που δίνονται από τον εργοδότη οικειοθελώς και από ελευθεριότητα στον εργαζόμενο και όχι από τη νόμιμη υποχρέωση ή με την εκδηλούμενη πρόθεση των μερών ότι θα αποτελέσουν αυτές αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα, εφόσον δεν υπάρχει εν προκειμένω και ανταπαίτηση της εναγομένης – εκκαλούσας εργοδότριας για την αναζήτησή της, να μην είναι σύννομη η πρόταση της (οικειοθελούς) παροχής αυτής σε συμψηφισμό (ΑΠ 225/1987, ΑρχΝ 1989.413, ΔΕΝ 1988.232), βασική προϋπόθεση του οποίου αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ, η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, υπό την έννοια ότι ο οφειλέτης της κύριας απαίτησης, κατά της οποίας προτείνεται ο συμψηφισμός, είναι και δανειστής της ανταπαίτησης που προβάλλεται σε συμψηφισμό και, αντίστοιχα, ο δανειστής της κύριας απαίτησης είναι συγχρόνως και οφειλέτης της ανταπαιτήσεως (ΑΠ 1703/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 955/1955 ΝοΒ 1997/1112, Ι. Καρακατσάνης, Ο συμψηφισμός με μονομερή δικαιοπραξία, 1980, §7, σελ. 106, Ι. Καράκωστας, Αστικός Κώδικας, Ερμηνεία- Νομολογία- Σχόλια, τ. 3, Γενικό Ενοχικό, 2006, άρ. 440, ΙΙ, αρ. 1489, σ. 794). Συνεπώς, ο προκείμενος ισχυρισμός της εναγομένης – εκκαλούσας απορριπτέος τυγχάνει, σε κάθε περίπτωση, ως μη νόμιμος. Επιπλέον, η εναγόμενη – εκκαλούσα, με τις προτάσεις της όσο και με συνοπτική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, καταχωρισθείσα στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (κατ’ άρθρο 591 αρ.1 περ. δ’ ΚΠολΔ), νομότυπα προέβαλε τον αμυντικό ισχυρισμό ότι καταχρηστικώς ασκήθηκαν οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων – εφεσίβλητων, δοθέντος ότι οι τελευταίοι ουδέποτε προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια διεκδίκησης των αιτούμενων με την αγωγή προσαυξήσεων ένεκα συμπλήρωσης τριετιών προϋπηρεσίας, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ούτε εξέφρασαν οποιαδήποτε αντίρρηση αναφορικά με τις καταβαλλόμενες σε αυτούς μηνιαίες αποδοχές, αντιθέτως, ανανέωσαν κατ’ επανάληψη τις συμβάσεις εργασίας τους, συνομολογώντας να λαμβάνουν εφεξής τις αποδοχές που ήδη ελάμβαναν και δίχως να αιτηθούν ανώτερες αποδοχές, δημιουργώντας σ’ αυτήν την πεποίθηση ότι ουδέν δικαίωμά τους επρόκειτο να ασκήσουν. Ότι σε κάθε περίπτωση, οι αξιώσεις τους ασκήθηκαν καταχρηστικώς, αφού παρήλθε μακρό χρονικό διάστημα λόγω της αδράνειας των εναγόντων – εφεσίβλητων να εγείρουν τις ένδικες αξιώσεις, με συνέπεια να δημιουργηθεί η πεποίθηση στην εναγόμενη εκκαλούσα εργοδότρια ότι δεν θα τις προβάλουν, ενώ προκαλείται στην τελευταία σημαντική οικονομική ζημία. Ο προκείμενος, επικουρικώς προβαλλόμενος κατά την έννοια του άρθρου 219 ΚΠολΔ,  ισχυρισμός της εναγομένης – εκκαλούσας, με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά, στα οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί ένσταση καταχρηστικότητας, και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να συγκροτήσουν, σύμφωνα με το νόμο, το πραγματικό της  διάταξης  του άρθρου 281 ΑΚ, αφού οι ενάγοντες – εφεσίβλητοι, για όσους λόγους αναλυτικώς εκτίθενται στην αμέσως ανωτέρω [υπό στοιχ. ΙΙΙ] νομική σκέψη, δεν μπορούν να στερηθούν του δικαιώματός τους στη δικαστική επιδίωξη των νομίμων απαιτήσεών τους από την παροχή της εργασίας τους. Άλλωστε, η περιγραφόμενη στάση των εναγόντων – εφεσίβλητων συνιστά αδράνεια και όχι θετική συμπεριφορά, ώστε να αρκεί για τη δημιουργία προς τον εργοδότη της εύλογης πεποίθησης ότι δεν πρόκειται να ασκηθούν οι ένδικες αξιώσεις τους. Ούτε τέλος υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα μπορεί μόνον το οικονομικό κόστος που θα προκαλέσει στην εναγόμενη – εκκαλούσα η ευδοκίμηση της αγωγής να στοιχειοθετήσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες ειδικές περιστάσεις και συνθήκες, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά τα αναφερόμενα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη. Πρέπει επομένως o εν λόγω ισχυρισμός να απορριφθεί, σε κάθε περίπτωση, ως μη νόμιμος. Με βάση τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ομοίως για τα ανωτέρω ζητήματα και απορρίπτοντας ως μη νόμιμους τους ως άνω ισχυρισμούς της εναγομένης – εκκαλούσας, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες – εφεσίβλητοι διατηρούν σε βάρος της τις ακόλουθες αξιώσεις: ο πρώτος [α’] αυτών, ………., το ποσό των 5.522,44€ για τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του, λόγω αναγνώρισης της προσαύξησης εκ τριών τριετιών προϋπηρεσίας, καθώς και το ποσό των 1.194,76€ για τη διαφορά επί των προσαυξήσεων λόγω νυχτερινής εργασίας του, για τα ένδικα επιμέρους χρονικά διαστήματα από Οκτώβριο 2020 έως και τον Σεπτέμβριο 2023, ήτοι αθροιστικώς το ποσό των 6.717,20€ (5.522,44 + 1.194,76), ο δεύτερος [β’] αυτών, ……………., το ποσό των 5.860,50€ για τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του, λόγω αναγνώρισης της προσαύξησης εκ τριών τριετιών προϋπηρεσίας, για το ένδικο χρονικό διάστημα από Μάιο έτους 2020 έως και τον Μάιο έτους 2023, καθώς και το ποσό των 902,80€ για τη διαφορά επί των προσαυξήσεων λόγω νυχτερινής εργασίας καθώς και εργασίας καθ’ ημέρα Κυριακή ή αργία, για τα ένδικα επιμέρους χρονικά διαστήματα από Μάιο έτους 2021 έως και τον Απρίλιο έτους 2023, ήτοι αθροιστικώς το ποσό των 6.763,30€ (5.860,50+ 902,80), ενώ τέλος, ο τρίτος [γ’] των εναγόντων, …………….., το συνολικό ποσό των 1.041,32€ για τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του, λόγω αναγνώρισης της προσαύξησης δύο τριετιών προϋπηρεσίας του, για το ένδικο χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του κατά την 09.06.2021 έως και τη λήξη της συμβάσεως του, την 08.08.2022 και έκανε την αγωγή κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της, επιδικάζοντας όλα  τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο, ήτοι (i) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε διαφορές αποδοχών, νυκτερινής εργασίας και νομίμως παρεχόμενης εργασίας σε ημέρες Κυριακής ή αργίας από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση, (ii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από αυτό για το οποίο οφείλονται και για τις επιδικασθείσες διαφορές επί επιδομάτων εορτών Πάσχα από την 1η Μαΐου του έτους κατά το οποίο οφείλονται, αφού για αυτά έχει ορισθεί (άρθρο 10 της Υ.Α. 19040/1981) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας ο εργοδότης να γίνεται υπερήμερος και να οφείλει τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τα άρθρα 341 και 345 του ΑΚ (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 236/2004 ΧρΙΔ 2004.645, ΑΠ 1682/2000 ΕΕργΔ 2001.456), (iii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε διαφορές επιδομάτων αδείας από την 1η Απριλίου του επομένου έτους από αυτό στο οποίο αναφέρονται, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, πλην (iv) των επιμέρους κονδυλίων που αφορούν σε διαφορές επί των μηνιαίων αποδοχών και του επιδόματος αδείας έτους 2022 του τρίτου ενάγοντος, για τα οποία οφείλεται τόκος υπερημερίας (άρθρο 341, 345 ΑΚ) από την επομένη της λύσεως της συμβάσεως εργασίας του, ήτοι από την 09η.08.2022, άπαντα δε τα ανωτέρω επιδικασθέντα ποσά μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως, κηρύσσοντας την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά ένα μέρος και δη για τον πρώτο [α’] ενάγοντα – εφεσίβλητο …………… κατά το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων (2.200,00€) Ευρώ, για τον δεύτερο [β’] ενάγοντα – εφεσίβλητο ……………… ομοίως κατά το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων (2.200,00€) Ευρώ και για τον τρίτο [γ’] ενάγοντα – εφεσίβλητο ……………… κατά το ποσό των τριακοσίων πενήντα (350,00€) Ευρώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, περιέλαβε πλήρεις αιτιολογίες και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι υπό στοιχείο ΙΙ υπό τον αριθμό τρία έως και εννέα λόγοι της έφεσης που αναφέρουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ομοίως απορριπτέος  ως αβάσιμος στην ουσία του κρίνεται και ο υπό στοιχείο ΙΙ υπό τον αριθμό δέκα λόγος της έφεσης, ο οποίος αναφέρεται στην απόρριψη της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως μη νόμιμης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει, η έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η εκκαλούσα, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας των εφεσίβλητων κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 5.05.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 4224/2025 οριστικής α­πόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφο­ρών.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 30.7.2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ