Αριθμός 531/2026
ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
[ΤΜΗΜΑ 3ο]
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία– Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
Α. ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Καλαποθαράκο (Α.Μ. Δ.Σ.Π. …..), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στην Αθήνα, ………….., με αριθμό ΓΕΜΗ: ………… και ΑΦΜ ……., Δ.Ο.Y. ΦΑΕ Αθηνών, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αναστασία Νταραντάνη (ΔΣΑ) (Δ.Ε ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ – ΝΤΑΡΑΝΤΑΝΗ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Β. ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στην Αθήνα, …………., με αριθμό ΓΕΜΗ: ……………. και ΑΦΜ ….., Δ.Ο.Y. ΦΑΕ Αθηνών, κατόπιν συγχώνευσης δι’ απορροφήσεως της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………………………», (ΑΦΜ: …………., Δ.Ο.Υ.: ΦΑΕ Αθηνών) από την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία «………………» (Α.Φ.Μ.: …….., Δ.Ο.Υ.: Φ.Α.Ε. Αθηνών), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αναστασία Νταραντάνη (ΔΣΑ) (Δ.Ε ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ – ΝΤΑΡΑΝΤΑΝΗ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1. Του ……………. και 2. Της ……………, από τους οποίους, ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Καλαποθαράκο (Α.Μ. Δ.Σ.Π. …….) και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδριά (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ……..), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Γ. ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ……………., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδριά (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ……..), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στην Αθήνα, …………, με αριθμό ΓΕΜΗ: …….. και ΑΦΜ ………., Δ.Ο.Y. ΦΑΕ Αθηνών, κατόπιν συγχώνευσης δι’ απορροφήσεως της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», (ΑΦΜ: ……, Δ.Ο.Υ.: ΦΑΕ Αθηνών) από την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία «………………» (Α.Φ.Μ.: …….., Δ.Ο.Υ.: Φ.Α.Ε. Αθηνών), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αναστασία Νταραντάνη (ΔΣΑ) (Δ.Ε ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ – ΝΤΑΡΑΝΤΑΝΗ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο ενάγων – εφεσίβλητος, με την από 14.06.2024 (αριθ. εκθ. καταθ. …………../2024) αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Η παρεμπιπτόντως ενάγουσα – εκκαλούσα – εφεσίβλητη, με την από 1.04.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. …………../2025) αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, το οποίο δίκασε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αρθρ. 614 παρ. 6 ΚΠολΔ) εξέδωσε την υπ’ αριθ. 4351/2025 οριστική του απόφαση, με την οποία έκανε την από 14.06.2024 αγωγή εν μέρει δεκτή, ενώ απέρριψε την από 1.04.2025 παρεμπίπτουσα αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: Α] Ο ενάγων της από 14.06.2024 αγωγής και ήδη εκκαλών με την από 7.11.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ………./2025) έφεσή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, στο παρόν Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. …………./2025 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού για τη δικάσιμο της 5-3-2026 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, με αύξοντα αριθμό πινακίου -…..-, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν. Β] Η εναγόμενη της από 14.06.2024 αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγουσα της από 1.04.2025 αγωγής και ήδη εκκαλούσα με την από 27.01.2026 (αριθ. εκθ. καταθ. ………../2026) έφεσή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, στο παρόν Δικαστήριο με την από 29.01.2026 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου για τη δικάσιμο της 5-3-2026 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, με αύξοντα αριθμό πινακίου -……….-, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν. Γ] Η εναγόμενη της από 1.04.2025 παρεμπίπτουσας αγωγής και ήδη εκκαλούσα με την από 1.03.2026 (αριθ. εκθ. καταθ. …………./2026) έφεσή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, στο παρόν Δικαστήριο με την από 2.03.2026 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου για τη δικάσιμο την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, με αύξοντα αριθμό πινακίου -…….-, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.
Οι υποθέσεις συνεκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες εφέσεις και δη: Α] Η από 7.11.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ………../2025) έφεση του νικήσαντος εν μέρει πρωτοδίκως ενάγοντος κατά της υπ’ αριθ. 4351/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών την από 14.06.2024 (αριθ. εκθ. καταθ. ………./2024) αγωγή, Β] Η από 27.01.2026 (αριθ. εκθ. καταθ. …………./2026) έφεση της ηττηθείσας εν μέρει πρωτοδίκως εναγομένης και εν όλων πρωτοδίκως παρεμπιπτόντως ενάγουσας κατά της υπ’ αριθ. 4351/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών την από 14.06.2024 (αριθ. εκθ. καταθ. ………../2024) αγωγή και την από 1.04.2025 παρεμπίπτουσα αγωγή και Γ] Η από 1.03.2026 (αριθ. εκθ. καταθ……../2026) έφεση της νικήσασας πρωτοδίκως παρεμπιπτόντως εναγομένης κατά της υπ’ αριθ. 4351/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών την από 1.04.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ………/2025) παρεμπίπτουσα αγωγή, αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 19 περ. α’ ΚΠολΔ και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 524 § 1 εδ. α’ σε συνδ. με άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ), ως στρεφόμενες κατά της αυτής απόφασης και υπαγόμενες στην ίδια ως άνω ειδική διαδικασία και η συνεκδίκασή τους επιβάλλεται, ώστε να επιταχυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να επέλθει μείωση των εξόδων, κυρίως όμως για να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 1270/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ- βλ. Ν. Νίκα, «Πολιτική Δικονομία III – Ενδικα Μέσα», εκδ. 2007, § 114, αρ. περιθ. 3, σελ. 223- Β. Βαθρακοκοίλη, «Η έφεση- Ερμηνεία Νομολογία», εκδ. 2015, αρ. περιθ. 1665 σελ. 417, αρ. περιθ. 1700, σελ. 425, αρ. περιθ. 1792μδ, σελ. 454 και αρ. περιθ. 1810, σελ. 460). Περαιτέρω, οι ένδικες εφέσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 § 1 εδ. α’ στοιχ. β», 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 1 ημιπ. α’ και γ’ συνδ. 144 επ., 518 παρ. 2 καθώς και 520 § 1 ΚΠολΔ, επειδή για τους εκκαλούντες, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης σ’ αυτούς, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της, ενώ εξάλλου δεν παρήλθε γι’ αυτό η καταχρηστική προθεσμία των δύο [2] ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης [20.09.2025], σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’87 /23-7-2015] κατά τη (μεταγενέστερη της 19-08-2020) άσκηση της υπό στοιχείο (Α) ένδικης έφεσης, ούτε η καταχρηστική προθεσμία του ενός [1] έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης [20.09.2025], σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 43 του ν. 5221/2025 [ΦΕΚ Α’133 /28-7-2025] με έναρξη ισχύος από 1.1.2026 [ άρθρο 168 παρ. 3 Ν. 5221/2025] κατά την άσκηση των υπό στοιχείο (Β) και (Γ) ένδικων εφέσεων (ήτοι κατάθεση τους στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 29.01.2026 και στις 2.3.2026 αντίστοιχα), καταβλήθηκε δε από έκαστη ομάδα εκκαλούντων το προσήκον παράβολο, κατατεθέντων: α] του υπ’ αριθ. ………/2025 παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού 100 ευρώ κατά την άσκηση της υπό στοιχείο [Α] από 7.11.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ………../2025), ένδικης έφεσης, κατ’ άρθρο 495 § 3 εδαφ. γ και εδαφ. τελ. ΚΠολΔ, β] του υπ’ αριθ. ……………/2026 παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού 100 ευρώ κατά την άσκηση της υπό στοιχείο [Β] από 27.01.2026 (αριθ. εκθ. καταθ. ………./2026) ένδικης έφεσης, κατ’ άρθρο 495 § 3 εδαφ. γ και εδαφ. τελ. ΚΠολΔ και γ] του υπ’ αριθ. ………. παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού 100 ευρώ κατά την άσκηση της υπό στοιχείο [Γ] από 1.03.2026 (αριθ. εκθ. καταθ. ………./2026) ένδικης έφεσης, κατ’ άρθρο 495 § 3 εδαφ. γ και εδαφ. τελ. ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως, οι ανωτέρω ένδικες εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια με την πρωτοβάθμια ειδική διαδικασία (άρθρ. 614 παρ. 6 ΚΠολΔ).
II (α). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 14.06.2024 αγωγή του, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά της εναγομένης – παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης – εκκαλούσας εξέθετε ότι συνεπεία του περιγραφόμενου τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα την 21-02-2024 στη διασταύρωση της οδού Παπαστράτου με την οδό Αιγάλεω στην περιοχή του Πειραιά, από αποκλειστική υπαιτιότητα της ……………., κατά την οδήγηση του με αριθμό κυκλοφορίας ……….. Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της, ασφαλισμένου κατά το χρόνο του ατυχήματος στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, υπέστη αυτός (ενάγων) τις εκτιθέμενες σωματικές βλάβες, ενώ καταστράφηκε ολοσχερώς το υπ’ αριθμ. κυκλ. ……….. ΙΧΕ όχημα ιδιοκτησίας του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, το συνολικό ποσό των τριάντα επτά χιλιάδων τριακοσίων σαράντα (37.340,00) ευρώ ως αποζημίωση για δαπάνες αποκλειστικής νοσοκόμας, λήψη βελτιωμένης διατροφής, απώλεια αξίας αυτοκινήτου και ηθική βλάβη, όπως το εν λόγω ποσό εξειδικεύεται ανά κονδύλιο στην αγωγή, όλα δε τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επίσης ζήτησε να καταδικαστεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. II (β). Εξάλλου, η ως άνω εναγομένη της από 14.06.2024 αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 1.04.2025 παρεμπίπτουσα αγωγή της, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης – εκκαλούσας οδηγού του ζημιογόνου με αριθμ. κυκλ. …………. ΙΧΕ οχήματος, επικαλούμενη εξαίρεση της τελευταίας από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, η οποία (κατανάλωση οινοπνεύματος) τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος στο πρόσωπο της οδηγού του ασφαλισμένου σ’ αυτήν πιο πάνω οχήματος, ζήτησε, στην περίπτωση ήττας της στην κυρία αγωγή, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγόμενης, ως κυρία και οδηγός του ζημιογόνου οχήματος να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί η ίδια (η ασφαλιστική εταιρεία) να καταβάλει στον ενάγοντα της υπό στοιχείο Α’ αγωγής, νοµιµοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επίσης ζήτησε να καταδικαστεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη, αφού έκρινε ορισμένες και νόμιμες τις αγωγές, τις οποίες συνεκδίκασε ως έχουσες σχέση κυρίου και παρεπόμενου, ως υπαγόμενες στην ίδια διαδικασία και επειδή κατά την κρίση του Δικαστηρίου επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρ. 246 ΚΠολΔ), την μεν από 14.06.2024 αγωγή, την έκανε δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη στην ουσία της, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.700 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, όπως το ποσό επιμερίζεται στα κονδύλια που αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης, κηρύσσοντας αυτή προσωρινά εκτελεστή, τη δε από 1.04.2025 παρεμπίπτουσα αγωγή την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται ο ενάγων και ήδη εκκαλών, η εναγομένη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα ήδη εκκαλούσα και επικουρικά η παρεμπιπτόντως εναγομένη ήδη εκκαλούσα, με τις υπό κρίση εφέσεις τους και ζητούν την εξαφάνισή της για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε (ο μεν ενάγων) να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της, (η δε εναγομένη) να απορριφθεί η από 14.06.2024 αγωγή στο σύνολό της, (η μεν παρεμπιπτόντως ενάγουσα) να γίνει δεκτή η από 1.04.2025 αγωγή στο σύνολό της, (η δε παρεμπιπτόντως εναγομένη) να απορριφθεί η από 1.04.2025 αγωγή στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αντίστοιχοι εφεσίβλητοι στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΙΙΙ. Από τη εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων …………………, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από το σύνολο των εγγράφων, που προσάγουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αποδεικτικά στοιχεία είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες (άρθρ. 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και ΚΠολΔ.) και εκείνα της σχηματισθείσας αναφορικά με το επίδικο ατύχημα ποινικής δικογραφίας σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Την 21-02-2024 και περί ώρα 06:00 π.μ., ο ενάγων – εκκαλών – εφεσίβλητος …………… οδηγούσε το υπ’ αριθμ. κυκλ …….. ΙΧΕ όχημα ιδιοκτησίας του στην περιοχή του Πειραιά και συγκεκριμένα επί της οδού Αιγάλεω με κατεύθυνση από Νίκαια προς το λιμάνι του Πειραιά. Κατά το χρόνο εκείνο η παρεμπιπτόντως εναγομένη – εκκαλούσα ………. κινείτο με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας …………. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προκληθείσες ζημίες από την κυκλοφορία του σε τρίτους στην εναγόμενη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα – εκκαλούσα – εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία επί της οδού Παπαστράτου με κατεύθυνση από Καμίνια προς Δραπετσώνα, όταν φθάνοντας στην διασταύρωση της οδού Παπαστράτου με την οδό Αιγάλεω, όπου υπάρχει προειδοποιητική πινακίδα Ρ-2 (STOP) δεν διέκοψε την πορεία του οχήματός της, ως όφειλε, λόγω της ως άνω σηματοδότησης επί της οδού Παπαστράτου, αλλά εισήλθε εντός της συμβολής αυτής δίχως να ελέγξει καθόλου την κίνηση των διερχόμενων εκ δεξιών της οχημάτων, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός της στο αριστερό τμήμα του κινουμένου κατά το χρόνο εκείνο επί της οδού Αιγάλεω οχήματος από τον ενάγοντα, το οποίο εξετράπη της πορείας του, έκανε περιστροφή προς τα αριστερά και έπεσε με την οπίσθια δεξιά πλευρά του πάνω σε παρακείμενο δέντρο (που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά της οδού Παπαστράτου) όπου και ακινητοποιήθηκε, προκαλώντας έτσι τον τραυματισμό του οδηγού …………. καθώς και εκτεταμένες υλικές ζημιές στο όχημά του. Σημειώνεται ότι η οδός Αιγάλεω και η οδός Παπαστράτου είναι μονόδρομοι, σε ευθεία και οριζόντια θέση, κατά το χρόνο του ατυχήματος το οδόστρωμα ήταν ξηρό, οι συνθήκες νύχτας με επαρκή φωτισμό, η ορατότητα κανονική, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών κανονική σε αμφότερες τις οδούς και υπήρχε καλοκαιρία. Μετά ταύτα εκλήθη η Τροχαία Πειραιώς, η οποία διενήργησε αλκοτέστ με τη μέθοδο του εκπνεόμενου αέρα και διαπίστωσε ότι η οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ……….. Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ……….. είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ και το ποσοστό αυτού στον οργανισμό της ανερχόταν σε 1,07 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα κατά την πρώτη μέτρηση και σε 1,08 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα στη δεύτερη μέτρηση, κατά παράβαση του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο τραυματίας μεταφέρθηκε με ΕΚΑΒ στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, όπου διαπιστώθηκε θλάση-ρήξη σπλήνας με μικρή περισπληχνική συλλογή υγρού καθώς και κάταγμα οπισθίου τόξου κατώτερης πλευράς αριστερά. Στο ως άνω νοσοκομείο νοσηλεύτηκε μέχρι την 26-02-2024 οπότε και έλαβε εξιτήριο. Οι ιατροί του νοσοκομείου συνέστησαν να προβεί σε γενική αίματος και νέο απεικονιστικό έλεγχο ενώ του χορηγήθηκε και ειδική φαρμακευτική αγωγή. Στη συνέχεια την 07-03-2024 υποβλήθηκε σε νέα αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας στο Διαγνωστικό Κέντρο ………….., ενώ την 01-04-2024 υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία θώρακος-μεσοθωράκιου-πνευμόνων (επίσης στην …………) όπου διαπιστώθηκαν κατάγματα με μικρή μετατόπιση και σε φάση αρχόμενης πώρωσης, οπισθίως στα τέσσερα κατώτερα αριστερά πλευριτικά τόξα. Σύμφωνα δε με την από 24.05.2024 ιατρική γνωμάτευση του πνευμονολόγου ιατρού …………., διαπιστώθηκαν τα πολλαπλά πορωθέντα αριστερά κατάγματα πλαγίου θωρακικού τοιχώματος, εικόνα συμβατή και με τη θωρακαλγία – αίσθημα βάρους που αναφέρει ο ασθενής στη βαθειά εισπνοή ενώ πιθανολογήθηκε ότι η επιβάρυνση στην αναπνοή του ασθενούς μπορεί να είναι αποτέλεσμα επιπόλαιων ρηχών αναπνοών λόγω του θωρακικού άλγους στα πορωθέντα κατάγματα. Ακολούθως, δεν αποδείχθηκε με πληρότητα δικανικής πεποίθησης ότι η ταχύτητα του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ……….. Ι.Χ.Ε. υπερέβαινε τα επιτρεπόμενα όρια των 50 χιλιομέτρων/ώρα. Μόνη η κατάθεση της μάρτυρος ………… στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι: «….Ο πατέρας μου αντιλήφθηκε ότι ήταν σχετικά μεγάλη ταχύτητα…», κάνοντας λόγο για την ταχύτητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεν είναι αρκετή για να συναχθεί συμπέρασμα για το αντίθετο. Επιπλέον, η απόσταση που διάνυσε το υπ’ αριθμ. κυκλ. ……….. ΙΧΕ όχημα από το σημείο όπου κινούταν μέχρι το σημείο που κατέληξε κατά τη σύγκρουση δεν ήταν μεγάλη, η δε περιστροφή του ήταν αποτέλεσμα της σφοδρότητας της σύγκρουσης λόγω ανυπαρξίας τροχοπέδησης των εμπλεκόμενων οχημάτων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ανωτέρω, με την παραπάνω αιτιολογία που συμπληρώνεται παραδεκτά με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο ενάγων – εκκαλών με την υπό στοιχείο Α] έφεσή του κατά τον πρώτο λόγο της κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας …….. Ι.Χ.Ε. οχήματος είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, καθώς τελούσε σε κατάσταση μέθης με αποτέλεσμα να μην έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, ρυθμίζοντας κατάλληλα την ταχύτητα του οχήματός της, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού προκειμένου να διέλθει κανονικά το όχημα του ενάγοντος που είχε προτεραιότητα στη διασταύρωση, η οποία οριζόταν στην προκειμένη περίπτωση με κατάλληλη σήμανση, συνεπεία της προηγηθείσας κατανάλωσης αλκοόλ, η οποία περιόριζε κατά σημαντικό βαθμό την οδηγική της ικανότητα, όπως σαφώς συνάγεται, εκτός από τις ειδικότερες συνθήκες του ατυχήματος και από την σιωπηρή αποδοχή της αποκλειστικής ευθύνης της ενώπιον των αστυνομικών αρχών του Α΄Τμήματος Τροχαίας Πειραιά, ως κατηγορούμενη για τα αδικήματα της επικίνδυνης οδήγησης (άρθρο 290Α ΠΚ) και της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος με τραυματισμό (άρθρα 28, 314 ΠΚ και 42 του Ν. 2646/99), όπου, όταν της γνωστοποιήθηκε η κατηγορία και κλήθηκε να απολογηθεί, η ………… δήλωσε: «…Δεν έχω να πω κάτι…». Εξάλλου, η μαρτυρία του αυτόπτη ……….., ενώπιον του ακροατήριου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η …….. σταμάτησε στο SΤΟP επί της συμβολής των οδών Παπαστράτου και Αιγάλεω, ήλεγξε για διερχόμενα οχήματα και διέσχισε τη διασταύρωση ξεκινώντας από θέση στάθμευσης, χωρίς να υπολογίσει σωστά το ΙΧΕ αυτοκίνητο που κινούνταν από τα δεξιά της επί της οδού Αιγάλεω ελέγχεται ως ανακριβής. Τούτο διότι, αν η σύγκρουση είχε συμβεί υπό αυτές τις συνθήκες, δηλαδή εάν η ………….. είχε σταματήσει στη διασταύρωση και είχε ξεκινήσει με πρώτη ταχύτητα για να διασχίσει την οδό Αιγάλεω, δηλαδή δεν είχε βγει απότομα στην ως άνω οδό, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των εμπλεκομένων οχημάτων θα ήταν διαφορετικές και δεν θα είχε προκληθεί βλάβη στην πόρτα του οδηγού του οχήματος του ενάγοντος (κολώνα). Αντιθέτως, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες θα ήταν για τον μεν ενάγοντα η εμπρόσθια αριστερή γωνία, για τη δε παρεμπιπτόντως εναγομένη η εμπρόσθια δεξιά γωνία. Επιπλέον η σύγκρουση δεν θα ήταν τόσο σφοδρή, δηλαδή τα εμπλεκόμενα οχήματα δεν θα είχαν υποστεί τέτοιες εκτεταμένες βλάβες και ιδίως το αυτοκίνητο του ενάγοντος. Εξάλλου, η αποδεικτική διαδικασία κατέδειξε ότι δεν υπήρχε κάποιο εμπόδιο στην πορεία της οδηγού του ………… ΙΧΕ οχήματος που να περιόριζε την ορατότητά της επί της οδού Αιγάλεω, το οποίο να την υποχρέωνε να βγει μπροστά από το STΟP για να ελέγξει την κυκλοφορία των διερχόμενων οχημάτων επί της ως άνω οδού, (λ.χ. κολώνα φωτισμού), (βλ. τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλ. ………. ΙΧΕ οχήματος δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει επιτυχώς με οποιοδήποτε ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση, ενόψει του αιφνιδιασμού του, αυτός δε δεν ήταν σε θέση να προβλέψει ότι η οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας …….. Ι.Χ.Ε. οχήματος θα εισερχόταν ξαφνικά στο οδόστρωμα όπου αυτός κινούταν κανονικά ενόψει και της προτεραιότητάς του στην κυκλοφορία. Με τα δεδομένα αυτά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η παρεμπιπτόντως εναγομένη ευθύνεται αποκλειστικά για την πρόκληση του ατυχήματος, καθώς οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ.3, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2, 26 παρ. 4 και 42 Κ.Ο.Κ. Ειδικότερα, από αμέλειά της, εξαιτίας της έλλειψης της προσήκουσας και επιβεβλημένης προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει αλλά και προφανή ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση, παραβίασε όλες τις ανωτέρω διατάξεις και προκάλεσε το ατύχημα και συγκεκριμένα: α) δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση του οχήματος της, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 12 παρ.1 εδαφ. β’ του Ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), κατ’ αυτόν δε τον τρόπο δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα ούτε την υπάρχουσα επί της πορείας της σήμανση ούτε το κινούμενο από δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου της αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγων, β) δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να μην προβεί σε αποφευκτική της συγκρούσεως ενέργεια, ούτε καν σε τροχοπέδηση προκειμένου να ανακόψει την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 19 παρ.1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), γ) δεν ρύθμισε κατάλληλα, ως όφειλε, την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, λαμβάνοντας υπόψη της τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας, ιδίως δε την κίνηση οχημάτων (άρθρο 19 παρ.2 εδάφ. α΄ του Κ.Ο.Κ.), ούτε μείωσε, ως όφειλε, αυτή (ταχύτητα) ενόψει ισόπεδου οδικού κόμβου, ώστε να διακόψει εγκαίρως την πορεία του οχήματος της όταν αντελήφθη το κανονικώς κινούμενο αυτοκίνητο, δ) δεν συμμορφώθηκε στην ένδειξη της υπάρχουσας επί της πορείας του οχήματος που οδηγούσε ρυθμιστικής της κυκλοφορίας πινακίδας Ρ-2 (STOP), διακόπτοντας την πορεία του οχήματος της προ της εισόδου της στη διασταύρωση της οδού Παπαστράτου στην οποία αρχικώς εκινείτο με την κάθετη σε αυτήν οδό Αιγάλεω, ώστε να παραχωρήσει, ως όφειλε, προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στην ανωτέρω οδό Αιγάλεω, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ, ε) οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας …………. ΙΧΕ όντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος μετρηθείσα με συσκευή εκπνεόμενου αέρα με α΄μέτρηση 1,07 mg/l και β΄μέτρηση 1,08 mg/l , καίτοι αυτό απαγορεύεται. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ότι ο ………… συνέβαλε στον τραυματισμό του κατά ποσοστό 95% επειδή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας κατά την σύγκρουση δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Η μάρτυρας του ενάγοντος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι ο οδηγός φορούσε ζώνη ασφαλείας, ενώ ο μάρτυρας της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ο οποίος, σύμφωνα με την κατάθεσή του, βοήθησε τον τραυματισμένο οδηγό να βγει από το αυτοκίνητο, δήλωσε πως δεν θυμόταν αν ο τελευταίος έφερε ζώνη ασφαλείας. Να σημειωθεί ότι ο ενάγων ήταν οδηγός ταξί καθ’ όλη την πορεία του επαγγελματικού του βίου, πράγμα που συνεπάγεται ότι είχε αυξημένη ευθύνη ως προς την τήρηση της ως άνω υποχρέωσής του, εν’ όψει δε της σφοδρότητας της σύγκρουσης, η έκταση των τραυμάτων του θα ήταν σαφώς μεγαλύτερη, εάν δεν φορούσε τη ζώνη του. Έτσι η σχετική περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του υπ’ αριθμ. κυκλ. ………… ΙΧΕ αυτοκινήτου ένσταση της εναγομένης εταιρείας που ερείδεται στη διάταξη του 300 ΑΚ πρέπει κατά τα παραπάνω να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ανωτέρω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα που υποστηρίζει η εναγόμενη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα – εφεσίβλητη – εκκαλούσα στην από 27.01.2026 υπό στοιχείο Β] έφεσή της κατά τον πρώτο λόγο της κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας …………. Ι.Χ.Ε. αμφισβήτησε την ποσότητα του αλκοόλ που ανιχνεύθηκε στον οργανισμό της, επικαλούμενη τη διαφορά στην ποσότητα του αλκοόλ που ανιχνεύθηκε κατά τη δεύτερη μέτρηση, η οποία ανευρέθηκε μεγαλύτερη κατά 0,01 χιλιοστό του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα. Ωστόσο ο ισχυρισμός της περί αναξιόπιστου αποτελέσματος δεν κρίνεται πειστικός και πρέπει να απορριφθεί, αφενός μεν διότι η ένδειξη 1,07 – 1,08 mg/l στον εκπνεόμενο αέρα συνιστά συγκέντρωση αλκοόλ που μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση μέθης, αφετέρου δε η απόκλιση της τάξεως μόλις του 0,01 χιλιοστού του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα μεταξύ των δύο μετρήσεων και δη εντός 17 λεπτών κρίνεται αποδεκτή αποκλίνουσα μέτρηση και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν υποδηλώνει ότι έχει εμφιλοχωρήσει σφάλμα στο αλκοολόμετρο, τουναντίον δείχνει αξιοπιστία και συνέπεια του μετρητικού οργάνου. Δοθέντων των ανωτέρω, όσον αφορά το αιτούμενο κονδύλιο αποζημίωσης στην από 14.06.2024 αγωγή ύψους ποσού 40,00 ευρώ την ημέρα για το χρονικό διάστημα από την 21-02-2024 έως την 14-06-2024, ήτοι συνολικά για 115 ημέρες αναφορικά με την υποβοήθηση της σωματικής λειτουργικότητας και μετακίνησης του ενάγοντος από την θυγατέρα του …………, κατ’ άρθρα 929 και 930 παρ. 3 Α.Κ., τυγχάνουν λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το από 26-02-2024 σημείωμα εξόδου από το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας δόθηκαν συστάσεις στον ενάγοντα προς αποφυγή άρσης βάρους, αποφυγή βήχα, αποφυγή κάκωσης, αποφυγή οδήγησης, ελαφρώς περιορισμένη δραστηριότητα και να φέρει ελαστικές κάλτσες, ενώ μέχρι και σήμερα προέκυψε, όπως προαναφέρθηκε, ότι αντιμετωπίζει προβλήματα δύσπνοιας που συνδέονται αιτιωδώς από το ατύχημα. Συνεπώς, αποδεικνύεται ο περιορισμός της κινητικής του ευχέρειας λόγω έντονου θωρακικού άλγους που έχει ως συνέπεια την αδυναμία του ενάγοντος να εκτελεί μόνος του και χωρίς τη βοήθεια τρίτου προσώπου (εν προκειμένω της θυγατέρας του) τις καθημερινές του λειτουργίες, όπως είναι η ατομική του καθαριότητα, ένδυση, υπόδηση και λοιπές μετακινήσεις του για το επίδικο χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών, αρχής γενομένης από την ημέρα του ατυχήματος, όπως βεβαιώνεται και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να του επιδικαστεί το συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων (3.200,00) ευρώ (800,00 ευρώ X 4 μήνες = 3.200 €), ποσό το οποίο εκτιμάται ως σύνηθες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και συναλλακτικής πρακτικής από το παρόν δικαστήριο ως αποζημίωση σε ανάλογες περιπτώσεις για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες οικιακής βοηθού εκ μέρους της θυγατέρας του, που ήταν απολύτως αναγκαίες για την καθημερινή του υποστήριξη κατά το προαναφερθέν επίδικο διάστημα. Το γεγονός ότι τις ανωτέρω υπηρεσίες κάλυψε το ως άνω πρόσωπο, δεν πρέπει να οδηγήσει σε ωφέλεια της υπόχρεης εναγομένης, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 930 παρ.3 Α.Κ., η αξίωση αποζημίωσης (σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου) δεν αποκλείεται για το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Επομένως δικαιούται αποζημίωσης για την αιτία αυτή ύψους 3.200 ευρώ, ποσό το οποίο μετά βεβαιότητας θα είχε δαπανηθεί κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα για την πρόσληψη και απασχόληση οικιακής βοηθού, συνοδού και περιποιήτριας, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 930 παρ.3 Α.Κ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι το ποσό που πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ανέρχεται σε 2.400 ευρώ (600 ευρώ χ 4 μήνες), έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο Α] από 7.11.2025 έφεσης του ενάγοντος – εκκαλούντος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του, ενώ ο αντίστοιχος τρίτος λόγος της υπό στοιχείο Β] από 27.01.2026 έφεσης της εναγομένης– εκκαλούσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι για την αποθεραπεία τoυ ενάγοντος από τον τραυματισμό του στις 21.02.2024 και επί 108 ημέρες απαιτήθηκε η λήψη βελτιωμένης, πέραν της συνήθους, διατροφής και συνεπώς το αίτημα περί επιδικάσεως του ποσού των (5 ευρώ ημερησίως χ 108 ημέρες) πεντακοσίων σαράντα (540) ευρώ εξ αυτής της αιτίας τυγχάνει απορριπτέο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Ειδικότερα, δεν προέκυψε ότι οποιαδήποτε τυχόν βελτίωση της διατροφής του ενάγοντος έγινε κατόπιν υποδείξεως των θεραπόντων ιατρών του, αφού καμία σχετική περί αυτού (έγγραφη) απόδειξη (ιατρική γνωμάτευση, βεβαίωση κ.λπ.) δεν προσκομίζεται, ενόψει μάλιστα του ότι η βελτιωμένη διατροφή δεν χορηγείται σε κάθε σωματική κάκωση αλλά μόνο όταν αυτή επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους στη συγκεκριμένη περίπτωση (Εφ.ΑΘ. 2186/2021, Εφ.Αιγ. 1/2021, Εφ.ΑΘ. 6061/2020, Εφ.ΑΘ. 5162/2020, Εφ.ΑΘ. 836/2020, Εφ.ΑΘ. 204/2020, Εφ.Πατρ. 50/2020, Εφ.ΑΘ. 6392/2019, Εφ.ΑΘ. 6357/2019, Εφ.ΑΘ. 2309/2019, Εφ.ΑΘ. 1166/2019, Εφ.Κερκ. 99/2018, Εφ.ΑΘ. 2131/2016, Εφ.Πατρ. 105/2016, Εφ.Πειρ. 76/2016, Εφ.Δωδ, 10/2015, Δ.Εφ.ΑΘ. 3131/2004 ΔΔΙΚΗ 2006.1356, Εφ.ΑΘ. 7245/2002, Εφ.Πειρ. 981/2001). Εξάλλου, υπέρ της κατά τα ανωτέρω κρίσεως του Δικαστηρίου συνηγορεί το γεγονός ότι στις σύγχρονες συνθήκες διαβιώσεως, η καθημερινή διατροφή του μέσου ανθρώπου είναι ήδη εμπλουτισμένη με θρεπτικά συστατικά (βιταμίνες, πρωτεΐνες, αμινοξέα μέταλλα, ιχνοστοιχεία, κ.λπ.) ώστε να μην παρίσταται ανάγκη περαιτέρω βελτιώσεώς της (Εφ.ΑΘ. 2186/2021, Εφ.ΑΘ. 6061/2020, Εφ.ΑΘ. 836/2020, Εφ.Δωδ. 54/2020, Εφ.ΑΘ. 6392/2019, Εφ.ΑΘ. 6357/2019, Εφ.ΑΘ. 2309/2019, Εφ.ΑΘ. 1166/2019, Εφ.ΑΘ. 2876/2017, Εφ.ΑΘ. 3674/2015, Εφ.ΑΘ. 2813/2011). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ανωτέρω, με αιτιολογία που συμπληρώνεται παραδεκτά με την παρούσα (534 ΚΠολΔ) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο ενάγων – εκκαλών με την υπό στοιχείο Α] από 7.11.2025 έφεσή του κατά τον τρίτο λόγο της κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας ………… (……..) που διενήργησε τον έλεγχο των υλικών ζημιών του υπ’ αριθμ. κυκλ. ……….. ΙΧΕ αυτοκινήτου του ενάγοντος για λογαριασμό της ασφαλιστικής του εταιρείας «…………», έκρινε ασύμφορη την επισκευή, εκτιμώντας την εμπορική αξία του αυτοκινήτου στις 2.500,00 ευρώ και το κόστος μόνο των αναγκαίων εργασιών φανοποιίας και βαφής στις 2.260,52 ευρώ (1.392,52 και 368,00 ευρώ, αντίστοιχα). Σύμφωνα δε με τον υπολογισμό του κόστους επισκευής με το σύστημα DAT της ασφαλιστικής εταιρείας «…………….» αναφορικά με το παραπάνω αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος, προκύπτει ότι για την αγορά των απαραίτητων ανταλλακτικών απαιτείται ποσό 2.921,04 €, για την πραγματοποίηση των αναγκαίων εργασιών επισκευής ποσό 1.305,00 € και για την πραγματοποίηση των αναγκαίων εργασιών και υλικών βαφής ποσό 528,38 €, δηλαδή το συνολικό ποσό των 5.895,48 € συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 24% [4.754,42 € συν ΦΠΑ 24 % 1.141,06 €]. Ως εκ τούτου, η τελούσα σε σχέση αιτιώδους συνάφειας με το ένδικο ατύχημα δαπάνη ανέρχεται συνολικά τουλάχιστον στο παραπάνω ποσό των 5.895,48 € συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 24%. Περαιτέρω, το αυτοκίνητο του ενάγοντος ήταν εργοστασίου κατασκευής NISSAN τύπου ALMERA, 1498 κυβικών εκατοστών, 10 φορολογήσιμων ίππων βενζινοκίνητο (αμόλυβ. καταλυτ.) με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 19-10-2000, δηλαδή είκοσι τέσσερα έτη πριν από τη σύγκρουση και είχε διανύσει 388.888 χιλιόμετρα. Με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά και αφού λήφθηκαν υπόψη ενδεικτικές τιμές πώλησης οχημάτων αντίστοιχης παλαιότητας και κατάστασης με εκείνης του ενάγοντος, όπως αυτές περιέχονται σε κατάλογο που προσκόμισε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, η αξία του πριν από το ατύχημα ανερχόταν κατ’ εκτίμηση του δικαστηρίου σε 1.700 ευρώ. Επομένως, το κόστος επισκευής του εν λόγω αυτοκινήτου σύμφωνα με τα παραπάνω, υπερβαίνει την αξία του και η επισκευή του πράγματι καθίσταται ασύμφορη. Επειδή η ολοσχερής βλάβη ή καταστροφή του αυτοκινήτου και γενικά του οχήματος εμφανίζεται με δύο μορφές. Η μία είναι η τεχνική και η άλλη είναι η οικονομική. Στην πρώτη περίπτωση, λόγω της σφοδρότητας της συγκρούσεως ή γενικά του είδους και της εκτάσεως των βλαβών, αυτό έχει πάθει τέτοια παραμόρφωση ώστε ουσιαστικά δεν είναι πλέον τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών. Στη δεύτερη περίπτωση, είναι μεν τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών, πλην όμως είναι ασύμφορη, διότι αυτή θα απαιτήσει χρόνο και δαπάνες, το ύψος των οποίων, με συνυπολογισμό και της μειώσεως της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου, υπερβαίνει σημαντικά το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο. Η μείωση της περιουσίας του ιδιοκτήτη του κατεστραμμένου αυτοκινήτου αναφέρεται στην αξία που αυτό είχε πριν από την επέλευση της ζημίας, χωρίς ο ενάγων να είναι υποχρεωμένος να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής την ύπαρξη και την αξία των υπολειμμάτων του αυτοκινήτου, η οποία μπορεί να προβληθεί κατ’ ένσταση από τον εναγόμενο (ΕφΠατρ 261/2020, ΕφΘεσαλ 2935/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Α. Κρητικού, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση τρίτη, παρ. 782, 789, 806, 807, σελ. 278, 281, 287). Ακολούθως, κατά τα προεκτεθέντα, το αυτοκίνητο θεωρείται ότι καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Εξαιτίας επομένως της οικονομικής καταστροφής του επίδικου αυτοκινήτου, ο ενάγων ζημιώθηκε κατά την κρίση του δικαστηρίου κατά το ποσό των 1.700 ευρώ. Από το ποσό όμως αυτό αφαιρείται η αξία των υπολειμμάτων του κατεστραμμένου αυτοκινήτου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 250,00 ευρώ, τα οποία έλαβε από την εταιρεία ανακύκλωσης του αυτοκινήτου, (βλ. την υπ’ αριθμό ..…../30.09.2024 απόδειξη της εταιρείας ……..). Η θετική ζημία του ενάγοντος, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η οποία πρέπει να αποκατασταθεί, ανέρχεται σε 1.450 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι το ποσό που πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ανέρχεται σε 1.300 ευρώ έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο τέταρτος λόγος της υπό στοιχείο Α] από 7.11.2025 έφεσης του ενάγοντος – εκκαλούντος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του, ενώ ο αντίστοιχος τέταρτος λόγος της υπό στοιχείο Β] από 27.01.2026 έφεσης της εναγομένης– εκκαλούσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Περαιτέρω, όσον αφορά το αιτούμενο κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης κατ’ άρθρο 932 Α.Κ., της ηθικής βλάβης λόγω της στενοχώριας και ταλαιπωρίας του ενάγοντος ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, το είδος και την έκταση της σωματικής κακώσεως που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος, το χρόνο νοσηλείας του και το χρόνο ανάρρωσής του, τη θεραπευτική αγωγή στην οποία υποβλήθηκε αυτή, όπως περιγράφονται ανωτέρω, την ηλικία αυτού (79 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), της έκτασης των ζημιών του οχήματός του, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην της ασφαλιστικής, η οποία έχει εγγυητική ευθύνη, δέον να του επιδικασθεί ως εύλογο μετά τη στάθμιση των ανωτέρω κατά νόμο στοιχείων το ποσό των 5.000 ευρώ για τον εν λόγω τραυματισμό του και το ποσό των 500,00 ευρώ για την απώλεια του οχήματός του, δηλαδή συνολικά το ποσό των 5500,00 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι το ποσό που πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ανέρχεται σε 1.200 ευρώ για τον ίδιο και σε 800 ευρώ για το αυτοκίνητο έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο πέμπτος λόγος της υπό στοιχείο Α] από 7.11.2025 έφεσης του ενάγοντος – εκκαλούντος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του, ενώ ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο Β] από 27.01.2026 έφεσης της εναγομένης– εκκαλούσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Με τη διάταξη του άρθρου 2 Ν. 4055/6·3·2012 (Φ.Ε.Κ. Α` 51/12.3.2012) αντικαταστάθηκε από 2-4-2012 (άρθρο 113) η διάταξη του άρθρου 346 Α.Κ. ως εξής: «Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από την δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει αν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης». Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση Ν. 4055/2θ12)· Συνεπώς, μετά την τροποποίηση του άρθρου 346 Α.Κ. τα μοναδικά κριτήρια, τα οποία πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση τόκων υπερημερίας (και όχι επιδικίας) είναι: α) ρητό αίτημα του εναγομένου και β) εύλογη αντιδικία ανεξαρτήτως του καταψηφιστικού ή αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής. Σημειωτέον ότι ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δε συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση τόκων υπερημερίας (Α.Π. 1114/2018, Α.Π. 1207/2017 ΕλλΔνη 2017.102, Α.Π. 1059/2017 Ε.Συγκ.Δ. 2017.298, ΣτΕ 596/2017 Ε.Συγκ.Δ. 2018.169, Αθ.Κρητικού, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, τόμος I, πέμπτη έκδοση, 2019, παρ. 15, αρ. ίο, σελ. 288 – 290). Το πότε υφίσταται εύλογη αντιδικία θα κριθεί in concreto από το δικάζον Δικαστήριο συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων λ.χ. αν αντικείμενο της δίκης είναι ερμηνεία νέας νομικής διατάξεως ή αν υφίστανται εν γένει κατά την δικαστική διάγνωση της υποθέσεως σοβαρές ερμηνευτικές δυσχέρειες. Σύμφωνα λοιπόν με την νέα ρύθμιση που εισάγεται, με το άρθρο 346 Α.Κ., ο νόμιμος τόκος μετά την επίδοση της αγωγής είναι ο τόκος επιδικίας, χωρίς να απαιτείται ρητή μνεία επί τούτου (Α.Π. 553/2019, Α.Π. 1207/2017 ό.π.). Αντιθέτως, ρητή αναφορά στη δικαστική απόφαση απαιτείται, όταν το Δικαστήριο κατ’ εξαίρεση, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (Α.Π. 1207/2017 ό.π.). Στην προκειμένη περίπτωση, τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν την επιδίκαση μεγαλύτερων ποσών, όπως αποζημίωση για χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαρτώνται από την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και επομένως συντρέχουν οι απαιτούμενες υπό του νόμου ειδικές περιστάσεις (εύλογη αντιδικία). Συνεπώς το παραδεκτώς υποβληθέν από την εναγομένη αίτημα περί εξαιρέσεως από τον τόκο επιδικίας, πρέπει να γίνει δεκτό ως και κατ’ ουσίαν βάσιμο ως προς τον ενάγοντα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ανωτέρω ενάγοντα τα επιδικασθέντα σ` αυτόν ποσά με τον νόμιμο τόκο επιδικίας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ο συναφής πέμπτος λόγος της υπό στοιχείο Β] από 27.01.2026 έφεσης της εναγομένης –εκκαλούσας πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος. Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα ως προς τις υπό στοιχείο [Α] από 7.11.2025 και [Β] από 27.01.2026 εφέσεις ως προς την από 14.06.2024 αγωγή, πρέπει αυτές να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες και κατ`ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση (4351/2025) ως προς τον ως άνω ενάγοντα ………… στο σύνολό της (για την ύπαρξη ενιαίου τίτλου εκτέλεσης) και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ) και αφού περιληφθούν στην παρούσα απόφαση τα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης τα οποία παρέμειναν αλώβητα, πρέπει η από 14.06.2024 αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δέκα χιλιάδων εκατόν πενήντα (10.150 ευρώ) [ 3200 + 1450 + 5000 + 500 = 10.150] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, όσον αφορά τον έβδομο λόγο της υπό στοιχείο [Β] από 27.01.2026 εφέσεως ως προς την από 1.4.2025 παρεμπίπτουσα αγωγή: Η παρεμπίπτουσα ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι δυνάμει ασφαλιστήριου όρου (υπό τον τίτλο «τι δεν καλύπτει το πρόγραμμά σας») που είχε περιληφθεί στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, είχε συμφωνηθεί συμβατικά με την παρεμπιπτόντως εναγόμενη οδηγό του ζημιογόνου οχήματος ότι δεν καλύπτονται ασφαλιστικά οι ζημίες που έχουν προκληθεί από οδηγό ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Ακολούθως, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, προς απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών της, προσκόμισε αντίγραφο του υπ’ αριθμ. ……… ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το χρονικό διάστημα από 06-06-2023 έως 06-06-2024 όπως επίσης και το έντυπο « ……….» Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι δυνάμει του υπ’ αριθ. …………. ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………………..» ασφάλισε το υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ……….. Ι.Χ.Ε. όχημα, μάρκας PEUGEOT, μοντέλο 206, έτους κατασκευής 2001, κυριότητας της παρεμπιπτόντως εναγόμενης, για την αστική απέναντι στους τρίτους ευθύνη, για το χρονικό διάστημα από 6/6/2023 έως 6/6/2024, ήτοι για χρονικό διάστημα στο οποίο εμπίπτει το ένδικο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα στις 21/2/2024. Το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο διέπεται από τους όρους του Ν. 4364/2016, τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3557/2007 και τις διατάξεις των άρθρων 6α και 6β του Π.Δ. 237/1986, ως τροποποίησε το Ν. 489/76. Όσον αφορά τους γενικούς όρους της ασφαλίσεως, αυτοί υπάγονται στην ευρύτερη κατηγορία των γενικών όρων των συναλλαγών, οι οποίοι στην ασφάλιση ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα δεν επιβάλλονται από τον ασφαλιστή στον αντισυμβαλλόμενο αλλά προκύπτουν από το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και δη τις παρ. 1 του Ν. 489/76, 488 ΑΚ, 69 παρ. 1 περ. ε’ Κ.Πολ.Δ. 361 ΑΚ, 189, 192 Εμπ. Ν. 11 παρ. 1, του Ν. 489/76, του αρ. 4 ν. 3557/2007 και τέλος του αρ. 42 του Κ.Ο.Κ. Σύμφωνα με το αρ. 4 του Ν. 3557/2007: Μετά το άρθρο 6 του Π.Δ. 237/86 προστίθενται νέα άρθρα 6α και 6β, ως εξής (παρατίθεται η διάταξη 6β του Π.Δ. 237/86): «Άρθρο 6β 1.Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: Α) Από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί. Β) Από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α’), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. 2.Με την σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη. 3.Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγούμενων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης τους με τον ασφαλισμένο…». Η αποδεικτική διαδικασία κατέδειξε ότι η μεταξύ των μερών ασφαλιστική σύμβαση ολοκληρώθηκε με την αποστολή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και του ειδικού σήματος στην παρεμπιπτόντως εναγομένη και ότι η τελευταία τελούσε σε γνώση των ενιαίων όρων ασφαλίσεως αυτοκινήτων και του εντύπου «ΟΔΗΓΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ» της ασφαλιστικής εταιρίας, αντίγραφο του οποίου τέθηκε στην διάθεσή της και τους αποδέχθηκε, χωρίς να ασκήσει το δικαίωμα εναντίωσης κατ’ άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2496/1997, εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου. Ο όρος λοιπόν του άρθρου 6Β1Β του ΠΔ 237/86 είχε περιληφθεί στις γενικές εξαιρέσεις της ασφάλισης στο επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, είχε ενσωματωθεί δηλαδή στη σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων και ήταν ισχυρός στις μεταξύ του ασφαλιστή και ασφαλισμένου σχέσεις. Το παραπάνω γεγονός, ότι δηλαδή η παρεμπιπτόντως εναγομένη έλαβε γνώση της ύπαρξης και του περιεχομένου των Γενικών και Ειδικών Όρων των καλύψεών του ως και των εξαιρέσεων αυτών, οι οποίοι αποτελούν ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα του ασφαλιστήριου συμβολαίου και τους οποίους ρητά αποδέχθηκε δεν αμφισβητήθηκε από την ασφαλισμένη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Υπό τα δεδομένα αυτά, η διαπιστωθείσα οδήγηση της εναγόμενης οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος της τάξεως των 1,07 mg/l και 1,08 mg/l, η οποία σαφώς επηρέασε την οδηγική της ικανότητα και ευρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, υπό τις συνθήκες που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, συνιστά νόμιμο λόγο εξαίρεσης αυτής από την ασφαλιστική κάλυψη εκ μέρους της παρεμπιπτόντως ενάγουσας από την αποζημίωση για τις τυχόν υλικές ζημίες και τις σωματικές βλάβες που ήθελε προκαλέσει (η οδηγός-ιδιοκτήτρια) σε τρίτους κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος. Συνεπώς είναι βάσιμη στην ουσία της η αξίωση της ασφαλιστικής εταιρείας να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης να καταβάλει σ’ αυτήν το συνολικό ποσό των 10.150 ευρώ (3200 + 1450 + 5000 + 500 = 10.150) ευρώ, το οποίο υποχρεούται (ως ασφαλιστική εταιρεία) να καταβάλει στον ενάγοντα της από 14.06.2024 αγωγής, αφού έναντι του τελευταίου, η ασφαλιστική εταιρεία δεν δικαιούται να αντιτάξει τον αποκλεισμό της ευθύνης της, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε στην ουσία της την από 1.04.2025 παρεμπίπτουσα αγωγή, με την αιτιολογία ότι: «…. δεν αποδείχθηκε ότι ο σχετικός όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη έχει ενταχθεί νομίμως στη σύμβαση ασφαλίσεως, καθώς το ασφαλιστήριο δεν φέρει την υπογραφή της ασφαλιζόμενης εναγομένης ούτε αποδείχθηκε ότι παραδόθηκαν οι ανωτέρω γενικοί και ειδικοί όροι ώστε να λάβει γνώση των απαλλακτικών ρητρών, δεδομένης της και της ανυπαρξίας υπογραφής της εναγομένης στη σχετική ρήτρα…» έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο έβδομος λόγος της υπό στοιχείο Β] από 27.01.2026 έφεσης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας – εκκαλούσας πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα ως προς την υπό στοιχείο Β] από 27.01.2026 έφεση ως προς την από 1.04.2025 παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ`ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση (4351/2025) ως προς την ως άνω παρεμπίπτουσα ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία στο σύνολό της και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει η από 1.04.2025 παρεμπίπτουσα αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης …………. να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία το συνολικό ποσό των 10.150 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επιπλέον, λόγω της μερικής νίκης των διαδίκων των υπό στοιχείο Α] και Β] εφέσεων πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή σ` αυτούς του παράβολου που κατέθεσαν για την άσκηση αυτών, (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, όσον αφορά την υπό στοιχείο Γ] από 1.3.2026 έφεση την οποία άσκησε επικουρικά η παρεμπιπτόντως εναγομένη αναφορικά με την από 1.4.2025 παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού μόνο στην τελευταία αυτή δίκη υπήρξε διάδικος, πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι λόγοι της είναι απαράδεκτοι. Τούτο διότι, παρά το γεγονός ότι με την έφεση αυτή έπρεπε να προτείνονται λόγοι που να αναφέρονται στην παρεμπίπτουσα αγωγή, οι οποίοι θα εξετάζονταν στην περίπτωση ευδοκίμησης της έφεσης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, εντούτοις προτείνονται λόγοι που αναφέρονται στην κύρια αγωγή. Δηλαδή, οι προβαλλόμενοι λόγοι της από 1.3.2026 εφέσεως, δεν βάλουν κατά της κρίσης του Δικαστηρίου περί της εξαιρέσεως ή μη της εκκαλούσας από την ασφαλιστική κάλυψη που της παρείχε η εφεσίβλητη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα βάσει του υπ’ αριθμ. ……. ασφαλιστηρίου συμβολαίου αλλά αναφέρονται στην κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ως οδηγού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (άρνηση της μέθης άλλως της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης και του ατυχήματος άλλως ύπαρξη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος της κύριας αγωγής στην πρόκληση του τροχαίου). Σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω έχουν κριθεί κατά την εξέταση των υπό στοιχείο Α] και Β] εφέσεων και οι σχετικοί ισχυρισμοί έχουν απορριφθεί, όπως αναπτύσσεται στην οικεία θέση στο αιτιολογικό της παρούσας. Ως εκ τούτου, η υπό στοιχείο Γ] έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της. Τέλος, η εκκαλούσα της υπό στοιχείο Γ΄ έφεσης, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας της εφεσίβλητης κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), ενώ πρέπει να επιβληθεί στους εναγομένους των από 14.06.2024 και 1.04.2025 αγωγών ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των αντίστοιχων εναγόντων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ, αντιμωλία των διαδίκων, την από 7.11.2025 (υπ` αριθμ. εκθ. καταθ. στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά ………./2025 και υπ` αριθμ. εκθ. καταθ. στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιά ……./2025) υπό στοιχείο Α΄έφεση, την από 27.01.2026 (υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθ. στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιά …………/2026) υπό στοιχείο Β΄ έφεση και την από 1.03.2026 (υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθ. στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιά ……../2026) υπό στοιχείο Γ΄έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει την ανωτέρω υπό στοιχ. Γ΄ έφεση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) Ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθμ. ……… ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατό (100) της υπό στοιχ. Γ’ εφέσεως που προκατέβαλε η εκκαλούσα.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν τις ανωτέρω υπό στοιχ Α΄ και Β΄εφέσεις
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 14.06.2024 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………………../2024 αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων εκατόν πενήντα (10.150) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος – εκκαλούντος για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της εναγομένης – εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 1.04.2025 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……………./2025 παρεμπίπτουσα αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ποσό των δέκα χιλιάδων εκατόν πενήντα (10.150) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων της παρεμπιπτόντως ενάγουσας – εκκαλούσας για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της παρεμπιπτόντως εναγομένης – εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου με κωδικό …………../2025 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατό (100) της υπό στοιχ. Α΄ εφέσεως που προκατέβαλε ο εκκαλών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου με κωδικό ………………./2026 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατό (100) της υπό στοιχ. Β΄ εφέσεως που προκατέβαλε η εκκαλούσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4.8.2026, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ