Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 558/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Αποφάσεως   558/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Μοτσοβολέα, Εφέτη,  που ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιως και την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, την ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της  εκκαλουσας – υπερ’ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση : Της  εταιρείας με την επωνυμία  «………………..  » (η «…….. »)  που εδρεύει στην ……. . Αττικής  και εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσας νομίμως από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ( υπ’ αριθμ. 207/1/29.11.2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεια Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυναμει των διατάξεων του ν.  4354/2015,  και της Πράξης 118/19.5.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής  της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως έχει τροποποιηθεί με την Πράξη 153/8-1-2019 της ιδίας Επιτροπής, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση  των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία « …………………….»” με έδρα την ……, κατά τα οριζόμενα  στο από 6-12-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων και σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10  του Ν. 3156/2003 και της από 5.12.2019   συμφωνίας των μερών περί των ειδικών όρων παροχής των υπηρεσιών του διαχειριστή,   η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της   ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας  με την επωνυμία  « …………………….», που εδρεύει στην Αθηνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες  απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της απο 6.12.2019  σύμβασης   μεταβίβασης  τιτλοποιούμενων  απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία  του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών) και σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, της τελευταίας ως  ειδικής διαδόχου  του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρυματος  με την επωνυμία  «………………..» δυνάμει  της από 26.7.2013 σύμβασης μεταβίβασης  στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού (ΦΕΚ Β 1831/26.7.2013 ΑΕ -ΕΠΕ ΚΑΙ ΓΕΜΗ),  η οποία   στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε  από  την πληρεξούσια δικηγόρο,  Μαρινα Κολοβού.

Της  εφεσιβλητης-καθ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « ………………..» και τον διακριτικό τίτλο  «…………………» που εδρεύει στον Δήμο Πειραιά  και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε  από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Χρόνη, βάσει δηλώσεως.

Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας : Της  εταιρείας με την επωνυμία  «………………  » (η «………… »)  που εδρεύει στην …………. Αττικής  και εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσας νομίμως από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ (υπ’ αριθμ. 505/20/28.6.2024 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεια Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυναμει των διατάξεων του ν.  5072/2023,οπως τροποποιηθηκε  και της Πράξης 225/1/30.1.2024 της Εκτελεστικής Επιτροπής  της Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση  των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία « ……………» με έδρα την …., κατά τα οριζόμενα  στο από 26-9-2024 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων (όπως καταχωρίσθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου),  στην οποία δικαιούχο της απαίτησης  η εδρεύουσα στην ………. «……………»  έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες  απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της απο 27.9.2024  σύμβασης  πώλησης και  μεταβίβασης   απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία  του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών),  τις οποίες απαιτήσεις είχε μεταβιβάσει στην «…………….»   λόγω τιτλοποίησης   σύμφωνα με το άθρο 10 του Ν. 3156/2003, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία  « ………………..», που εδρεύει στην Αθηνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα,  δυνάμει της απο 6.12.2019  σύμβασης πώλησης και   μεταβίβασης    απαιτήσεων(όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία  του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών),   η οποία   στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε  από  την πληρεξούσια δικηγόρο,  Μαρινα Κολοβού.

Η  ανακόπτουσα   και ήδη εφεσίβλητη  άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς   την από 18-7-2023 και με αριθμό έκθεσης  κατάθεσης ………./2023   ανακοπή. Το παραπάνω Δικαστήριο, δικάζοντας επί της άνω ανακοπής εξέδωσε την υπ’ αριθ. 1116/2025 απόφαση, με την οποία δέχθηκε  την ανακοπή.  Την απόφαση αυτή προσέβαλε η   εκκαλούσα    με την από 7-8-2025 έφεση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου …………../2025 και στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………../2025, η οποία προσδιορίστηκε για  την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο με σχετική εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο.

Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα  άσκησε  ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 9-12-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η  οποία  προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφερεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη εκφώνηση των υποθέσεων από το πινάκιο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσιβλητης  δεν  παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά  κατέθεσε μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και  προκατέθεσε  προτάσεις, η δε πληρεξούσια δικηγόρος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 524 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι επί ερημοδικίας του εκκαλούντος στην κατ` έφεση δίκη η έφεση απορρίπτεται, εφόσον ο εκκαλών έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, διότι τεκμαίρεται παραίτηση του εκκαλούντος από την έφεσή του. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ` ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους (Ολ. ΑΠ 16/1990, ΑΠ 165/2023, ΑΠ 2/2022). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….”, “Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις”. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, “Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης”. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους. Έτσι, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του παρόλο που αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 63/1981). Επομένως, για τους αναγκαίους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 307/2024, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016 ΝΟΜΟΣ).

Η υπό κρίση    έφεση της καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας  κατά της υπ’ αριθ. 1116/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε την από 18-7-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2023 ανακοπή (στην οποία παραδεκτώς σωρεύοντο η ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1  και η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, άρθρα 632 παρ. 6, 218 ΚπολΔ) κατά την  ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορων, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα   495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517,  518  ΚΠολΔ), αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ εξάλλου δεν έχει  παρέλθει διετία από την δημοσίευσή της,  αρμοδίως δε φέρεται  προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό της  έχει καταβληθει  και το νόμιμο παράβολο (βλ. το με κωδικό πληρωμής  ……../2025 παράβολο) σύμφωνα με την παράγραφο 3 εδ.3 του άρθρου  495  του ΚΠολΔ.

Με την  από   18-7-2023 ανακοπή  η ανακόπτουσα  και ήδη εφεσίβλητη  ζητούσε, για τους  λόγους που ανεφερε) να ακυρωθεί   η υπ’ αριθμ. ……./2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε σε βάρος της (ανακόπτουσας), κατόπιν αιτήσεώς της καθ’ης ανακοπή και ήδη εκκαλούσας , υπό την ιδιότητά της  ως μη δικαιούχος διάδικος  και    διαχειρίστρια των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης, της  αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού  με την επωνυμία « …………….» η οποία  κατέστη  ειδική διάδοχος της     τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμια   « ……………….», ειδικής διαδόχου  της   υπό εκκαθάριση τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία  «……………….»,   για απαίτηση της καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας συνολικού ποσού 54.488,47 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων,  που  απορρέει από την   υπ’αριθ.   ……../3-4-2009  σύμβαση  δανείου τακτής λήξης  με εγγύηση και επιδότηση επιτοκίου από   το …………. (………….), και την  προσθετη αυτής από 28-3-2013 πράξη, η οποία συνήφθη μεταξυ της αρχικής δανείστριας  ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία  «………….»   και της εφεσίβλητης   ως  πιστουχου, με την οποία χορηγήθηκε στην ανακόπτουσα τοκοχρεωλυτικο δάνειο  ποσού 350.000  ευρώ,  β)η από 28-6-2023 επιταγή προς πληρωμή που έχει τεθεί κατω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των   διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών  δέχθηκε τον δεύτερο λόγο  ανακοπής κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του και, χωρίς να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους, για τους οποίους έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα, δέχθηκε την ανακοπή  ως ουσιαστικά βάσιμη και ακύρωσε   την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής και την επιταγή. Κατά της αποφάσεως αυτής  η  καθ’ης  η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία  «………………….  »,   υπό την ιδιότητά της  ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης, της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………….»,  ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμια   «………….» δυνάμει της από 6/12/2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης  απαιτήσεων, της τελευταίας ειδικής διαδόχου  της   τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία  «…………………»,   άσκησε την υπό κρίση  έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε, με επιμέλειά της (εκκαλούσας), για τη δικάσιμο, που αναφερεται στην αρχή της παρούσας, με την οποια  παραπονείται  για τους αναφερόμενους σε  αυτήν λόγους, αναγομένους σε εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της ανακοπής  καθώς και να καταδικασθεί η εφεσίβλητη  στην εν γένει δικαστική της δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.   Στην προκειμένη περίπτωση, υπό  τα εκτιθέμενα και όπως αποδεικνύεται  από τα έγγραφα της δικογραφίας, δυνάμει της από 6.12.2019 σύμβασης  πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας  με την επωνυμία «………………» ειδικής διαδόχου  της αρχικής δανείστριας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία  «…………..» και της εταιρείας  ειδικού σκοπού   με την επωνυμία « ……………..»,  η …………..  μεταβιβασε στην εταιρεία ειδικού σκοπού  λόγω πώλησης με τιτλοποίηση  απαιτήσεων, σύμφωνα με τις  διατάξεις  του άρθρου 10 του ν. 3156/2003,  χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η εν λόγω μεταβίβαση δημοσιεύθηκε σε περίληψη   στις 6.12.2019 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του  Ενεχυροφυλακείου Αθηνών,  με αριθμό  πρωτοκόλλου ……/6.12.2019 (στον τόμο ……. με αύξοντα αριθμό  …..).   Μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν στην αλλοδαπή εταιρεία περιλαμβάνεται και η ένδικη απαίτηση σε βάρος της ανακόπτουσας  από την  παραπάνω αναφερόμενη  σύμβαση δανείου.  Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, η μεταβίβαση αυτή έχει αποτέλεσμα εκχώρησης,  η δε καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο έχει αποτέλεσμα αναγγελίας εκχώρησης στον οφειλέτη. Με την άνω μεταβίβαση των εν λόγω απαιτήσεων στη δικαιούχο μεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως κάθε παρεπόμενο, διαπλαστικό ή άλλο δικαίωμα που συνδέεται με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις καθώς και οι εξασφαλίσεις αυτών, με αποτέλεσμα η δικαιούχος να καταστεί αποκλειστικός δικαιούχος όλων των απαιτήσεων που απορρέουν  από την  επίδικη σύμβαση  δανείου και την πρόσθετη πράξη αυτής.  Έτσι, η εταιρεία ειδικού σκοπού  με την επωνυμία «…………………», κατέστη δικαιούχος της ως άνω απαιτήσεως ως ειδικός διάδοχος της  μεταβιβάσασας Τράπεζας. Στην συνέχεια, με την από 6.12.2021 σύμβαση  διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που δημοσιεύθηκε σε περιληψη με αριθμό πρωτοκόλλου …../6.12.2019 (στο τόμο ….. με αυξοντα αριθμό …..) του δημόσιου βιβλίου που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών  σε συνδυασμό με την  από 5.12.2019 συμφωνία των μερων περί  των ειδικών όρων παροχής  των υπηρεσιών του διαχειριστή και του  από 6-12-2019 πληρεξουσίου,  η εταιρεία ειδικού σκοπού  «………………..» ανέθεσε στην καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα  όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης των τιτλοποιουμενων απαιτήσεων,  στις οποιες περιλαμβάνονται και οι ενέργειες για την δικαστική επιδίωξή τους. Έτσι η καθ’ης, στην οποία δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης διαχείρισης ανατέθηκε η διαχείριση από την εταιρεία απόκτησης, υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης, της  αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «…………….»» η οποία  κατέστη  ειδική διάδοχος της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμια    …………. κατόπιν μεταβίβασης σ’ αυτήν, μεταξύ άλλων, και της ένδικης απαιτήσεως, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003,  δικαιούτο να ασκήσει, κατ` εξαίρεση νομιμοποιούμενη ως μη δικαιούχος διάδικος, κάθε ένδικο βοήθημα, που κατατείνει στην είσπραξη της ένδικης υπό διαχείριση απαίτησης και εν προκειμένω υπο την άνω ιδιότητά της αιτήθηκε με την από 30-12-2023 αίτησή της   την έκδοση διαταγής πληρωμής και  εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ………./2024 διαταγή πληρωμής. Περαιτέρω, μετά την συζήτηση στον πρώτο βαθμό της   ένδικης ανακοπής,   στις 27-9-2024 η εταιρεία ειδικού σκοπού  «………..» μεταβίβασε ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 27-9-2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων,  στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….”.  Στις απαιτήσεις που μεταβιβάσθηκαν περιλαμβάνεται και η απορρέουσα από την επίδικη σύμβαση δανείου. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων δημοσιεύθηκε  στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμ. πρωτ. …./27.9.2024 (τ. ….. α.α. ……..) σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 και 8 του ν 3156/2003.  Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, η μεταβίβαση αυτή έχει αποτέλεσμα εκχώρησης,  η δε καταχώρηση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο έχει αποτέλεσμα αναγγελίας εκχώρησης στον οφειλέτη.  Με την άνω μεταβίβαση των εν λόγω απαιτήσεων στη δικαιούχο μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως κάθε παρεπόμενο, διαπλαστικό ή άλλο δικαίωμα που συνδέεται με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις καθώς και οι εξασφαλίσεις αυτών, με αποτέλεσμα η δικαιούχος να είναι πλέον αποκλειστικός δικαιούχος όλων των απαιτήσεων που απορρέουν  από την  επίδικη σύμβαση  δανείου και τις πρόσθετες πράξεις αυτής.  Έτσι, η εταιρεία ειδικού σκοπού  με την επωνυμία «……………..”» κατέστη  δικαιούχος της ως άνω απαιτήσεως που απορρέει από την επιδικη σύμβαση και που επιδικάσθηκε με την ανακοπτόμενη διαταγη πληρωμής ,ως ειδικός διάδοχος της   «……………..»,   λόγω εκχωρήσεως  της ένδικης απαιτήσεως συνεπεία της μεταβιβάσεως της σχετικής εννόμου σχέσεως από την «………………….».    Περαιτέρω, δυνάμει της από 26-9-2024 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ  της ως άνω δικαιούχου ……………” και της εταιρείας  ………………, που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου  ……/27.9.2024 (τ. ….. α.α. ….), ανατέθηκε στην  τελευταία η  διαχειρίση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων.     Υπό την ιδιότητά της αυτή  η   εταιρεία με την επωνυμία « ……………….»,    ως διαχειρίστρια της δικαιούχου  «………………..»» άσκησε  ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας ως διαχειρίστριας της εταιρείας  ειδικού σκοπού  «……………..» με το    από 9-12-2025 και με αριθμό έκθεσης  κατάθεσης …../2025     ιδιαίτερο δικόγραφο,  επιδοθείσα προς  την καθ’ης  η πρόσθετη παρέμβαση – εφεσίβλητη  ( υπ’ αριθμ.    ……/22-12-2025  εκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή  του Εφετείου Αθηνών ……….)    αλλά και στην υπερ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση – εκκαλούσα, ( υπ’ αριθμ. ….. ΣΤ/ 22-12-2025 έκθεση επίδοσης του  δικαστικου    επιμελητή   του Εφετείου Αθηνών ………,)  επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της ότι ενεργεί με την ιδιότητα της ως μη δικαιούχος διάδικος και ως διαχειρίστρια της απαιτήσεως, της οποίας δικαιούχος τυγχάνει η εταιρεία   ειδικού σκοπού με την επωνυμία   ««………..», η οποία   μετά την συζητηση στον πρώτο βαθμό  κατέστη ειδική διάδοχος της «…………..», λόγω μεταβίβασης σ`αυτήν της απαιτήσεως  για την  οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, εφ’ ης η ανακοπή  και η εκδοθείσα επ’αυτής εκκαλουμένη απόφαση και ότι  το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτής (ειδικής διαδόχου) κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ, ζητώντας να γίνει δεκτή η έφεση της εκκαλουσας και να απορριφθεί η ανακοπή της εφεσίβλητης. Επομένως, η  εταιρεία «« ………….»», υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης, της  αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ««……………….», η οποία  έχει καταστεί  ειδική διάδοχος της  αρχικής διαδίκου «………………» στην οποία μεταβιβάσθηκε η απαίτηση από την ……………,      δικαιούται να ασκήσει  ως μη δικαιούχος διάδικος την κρινόμενη αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση στην ανοιγείσα δίκη  υπέρ της καθ’ης η ανακοπή,  ως έχουσα έννομο συμφέρον προς τούτο λόγω του ότι το δεδικασμένο της αποφασης  καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης.  Η ως άνω  πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατά τα άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, διοτι η εταιρεία « …………………» ενεργεί υπό διάφορη ιδιότητα,   ήτοι ως  διαχειρίστρια της «…………..», με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου – καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας   και της προσθέτως υπέρ αυτής  παρεμβαίνουσας να έχει δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, καθ’ όσον η ισχύς της εκδοθησόμενης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνει και την ειδική διάδοχο μετά την εκκρεμοδικία και πρέπει να συνεκδικασθεί με την υπό κρίση έφεση.   Ήδη δε, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο,  εισήχθησαν προς συζήτηση τα ως άνω δικόγραφα, ήτοι η έφεση και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ης η ανακοπή. Η συζήτηση της έφεσης επισπεύσθηκε επιμελεία της  εκκαλούσας, η οποία επέδωσε ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης στην εφεσίβλητη  με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας,  όπως αποδεικνύεται απο την υπ’ αριθ. …../11-9-2025  έκθεση επιδόσεως  του δικαστικου επιμελητή  του  Εφετείου Αθηνών ………….    Η αυτοτελώς (εκουσίως) προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε την   άνω αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της στο Δικαστήριο τούτο  που προσδιόρισε  στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας,   όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου η ως άνω εκκαλούσα εμφανίσθηκε και  εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ομοίως δε παραστάθηκαν  η εκουσίως αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της εκκαλούσας παρεμβαίνουσα και η εφεσίβλητη – καθ` ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση. Ωστόσο η καθ’ης ανακοπή και ήδη εκκαλούσα υπό  την ιδιότητά της ως  διαχειρίστρια της εταιρείας ειδικού σκοπού «………………», δεν κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.    Σύμφωνα, όμως,  και με όσα εκτίθενται στην ως άνω μείζονα σκέψη, η απολιπόμενη  εκκαλούσα – υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται  στην παρούσα ενώπιον του Εφετείου δίκη, από την  εκουσίως υπέρ αυτής αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα του παρόντος βαθμού, με την οποία την συνδέει ο δεσμός της επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας. Και τούτο διότι η ως άνω  πρόσθετη παρέμβαση, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει  χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου εκκαλούσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να έχει δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, καθόσον η ισχύς της εκδοθησόμενης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνει και την ίδια, ως ειδική διάδοχο μετά την εκκρεμοδικία,  και, συνεπώς, εφόσον για τους αναγκαίους ομοδίκους δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, πρεπει  η απούσα καθ’ης η ανακοπή και ήδη  εκκαλούσα – υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση να θεωρηθεί ότι εκπροσωπείται στην ενώπιον του Εφετείου δίκη από την ειδική διάδοχό της, εκουσίως υπέρ αυτής αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, με την οποία τη συνδέει ο δεσμός της αναγκαστικής ομοδικίας και κατόπιν αυτού πρεπει να ερευνηθούν περαιτέρω τόσο η έφεση,    η οποία είναι τυπικα δεκτή, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της,  όσο και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κατά την αυτή ως άνω   διαδικασία  (533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, δοθέντος ότι η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα  παραστάθηκε νομίμως, πρέπει η ένδικη εκούσια αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση να ερευνηθεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενη με την ως άνω ένδικη έφεση,  θεωρούμενης  της μη παριστάμενης εκκαλούσας, ως αντιπροσωπευόμενης από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, με την οποία τελεί σε σχέση αναγκαίας ομοδικίας, γιατί έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης κι επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 524 παρ. 1  Κ.Πολ.Δ),  πέραν του ότι η πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι επιδεκτική χωριστής συζήτησης, από εκείνη της εκκρεμούς δίκης, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι της αρχικής αγωγής, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη, που ανοίχθηκε με την αγωγή ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (ΑΠ 1426/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, που επιγράφεται “Τιτλοποίηση απαιτήσεων”, “…Τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ “μεταβιβάζοντος” και “αποκτώντος” σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού “ιδιωτική τοποθέτηση” είναι η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, πoυ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. Αμοιβαία κεφάλαια και εταιρείες επενδύσεων xαρτοφυλακίου με έδρα την Ελλάδα μπορούν να μετέχουν σε ιδιωτική τοποθέτηση, εφόσον οι ομολογίες έχουν αξιολογηθεί πιστοληπτικά από έναν διεθνώς αναγνωρισμένο οίκο αξιολόγησης (risk rating agency) σε ποσοστό το οποίο χαρακτηρίζεται διεθνώς ως επενδυτικού βαθμού (investment grade)… (παρ. 1). Για τους σκοπούς του νόμου αυτού “μεταβιβάζων” είναι έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα. “Αποκτών” είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν (“εταιρεία ειδικού σκοπού”), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις. Εκδότης των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών (παρ. 2). Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι ανώνυμη εταιρεία και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών και τις διατάξεις του ν.δ. 17 Ιουλίου /13 Αυγούστου 1923, εφόσoν δεν είναι αντίθετες με το νόμο αυτόν. Η διάταξη της περιπτώσεως (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του κ.ν, 2190/1920 δεν εφαρμόζεται (παρ 3)….Η ονομαστική αξία κάθε ομολογίας είναι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ (παρ.5). Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοπoίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές πρoσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Επίσης μπορεί να μεταβιβάζονται και απαιτήσεις υπό αίρεση. Διαπλαστικά ή άλλα δικαιώματα, ακόμη και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 του ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Ο μεταβιβάζων υποχρεoύται να γνωστοποιεί τη γένεση των απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η εταιρεία ειδικού σκοπού, για τους σκοπούς της τιτλοποίησης, καθώς και για λόγους αντιστάθμισης κινδύνου, μπορεί να συνάπτει πάσης φύσεως δάνεια, η πιστώσεις και ασφαλιστικές ή εξασφαλιστικές συμβάσεις, περιλαμβανομένων και συμβάσεων χρηματοοικονομικών παραγώγων. Στους σκοπούς της τιτλοποίησης του προηγουμένου εδαφίου περιλαμβάνονται ενδεικτικώς η άντληση των κεφαλαίων που απαιτούνται για την απόκτηση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, η έκδοση και διάθεση των ομολογιών, η εξόφληση αυτών και των πάσης φύσεως δανείων, πιστώσεων και λοιπών συμβάσεων και το πρόγραμμα του δανείου (παρ.7). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (ΦΕΚ 220 Α`) και κατισχύει των συμφωνιών μεταξύ μεταβιβάζοντος και τρίτων περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων. Eπιτρέπεται η μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων στην εκδότρια και η προσθήκη αυτών σε εκείνες οι οποίες ήδη χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των απαιτήσεων που σχετίζονται με την τιτλοποίηση, εφόσoν η μεταβίβαση δεν επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη. Με την αναγγελία πρέπει να oρίζoνται και οι απαιτήσεις, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/ 2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση λόγω πώλησης της παραγράφου 1. Καταβολή προς την εταιρεία ειδικού σκοπού πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού (παρ.10). Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει. Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πωλήσεως και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης και τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, καθώς και μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν για τους σκοπούς τιτλοποίησης. Η αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανείου ή αναπροσαρμογή των όρων αυτού δεν επιτρέπεται να βλάπτει τα δικαιώματα των υφιστάμενων ομολογιούχων, ούτε να επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου (παρ.11). Στις μεταβιβασθείσες ή μεταβιβαστέες απαιτήσεις, με την επιφύλαξη της παραγράφου 18, δεν επιτρέπεται να συσταθεί ενέχυρο ή άλλο βάρος. Αν μεταβιβαζόμενη απαίτηση απαρτίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υπoβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου αρκεί η καταχώριση της βεβαίωσης της καταχώρισης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και η μνεία σε περίληψη του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου. Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7/13.08.1923 (παρ.12). Η πώληση και η μεταβίβαση απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο αυτό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις πάσης φύσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα, δεν μεταβάλλει την ουσιαστική, δικονομική και φορολογική φύση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και των σχετικών δικαιωμάτων, όπως ίσχυαν αυτά πριν από τη μεταβίβαση σύμφωνα με τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις. Ειδικά προνόμια που ισχύουν υπέρ του μεταβιβάζοντος διατηρούνται και ισχύουν υπέρ της εταιρείας ειδικού σκοπού. Στα ειδικό προνόμια του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνονται και τα προνόμια περί την εκτέλεση (δυνάμει του ν.δ. 17.7./13.8.1923 ή άλλης διάταξης) και εκπτώσεις και απαλλαγές από φόρους και τέλη πόσης φύσεως που ίσχυαν κατά τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος αναφορικά με την επιδίωξη των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και την ενάσκηση κάθε σχετικού δικαιώματος (παρ.13). Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσoν ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρου με τον διαχειριστή (παρ.14).Ο διαχειριστής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο υποχρεούται να καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, το προϊόν των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, υποχρεωτικά σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται στον ίδιο, εφόσον είναι πιστωτικό ίδρυμα, διαφορετικά σε πιστωτικό ίδρυμα που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο. Στην κατάθεση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του διαχειριστή και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Κάθε εμπράγματη ασφάλεια που παρέχεται για λογαριασμό των ομολογιούχων, τα κεφάλαια, που εισπράττει ο διαχειριστής για λογαριασμό τους ή οι κινητές αξίες που κατατίθενται σε αυτόν, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή άλλου είδους δέσμευση από τον ίδιο ή τους δανειστές του ούτε περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία του. (παρ.15). Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παράγ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή (παρ.16). Τα ποσό που προκύπτουν από την είσπραξη των απαιτήσεών που μεταβιβάζονται και οι αποδόσεις της κατάθεσης που αναφέρονται στην παράγρ. 15 διατίθενται για την εξόφληση των εκδιδόμενων ομολογιών, κατά, κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, φόρους και πάσης φύσεως δαπάνες, καθώς και των λειτουργικών δαπανών της εταιρείας ειδικού σκοπού και των απαιτήσεων κατ` αυτής, όπως ορίζεται στους όρους του ομολογιακού δανείου και του προγράμματος (παρ.17). Επί των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και της κατάθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 15 υφίσταται νόμιμο ενέχυρο υπέρ των ομολογιούχων και των λοιπών δικαιούχων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, με την καταχώριση της κατά την παράγραφο 1 σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Οι απαιτήσεις για τις οποίες υπάρχει το νόμιμο ενέχυρο κατατάσσονται πριν από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικό στους όρους του δανείου…(παρ.18). Από της καταχωρίσεως, το κύρος της πώλησης και μεταβίβασης της παραγράφου 1, των παρεπόμενων προς τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δικαιωμάτων και του νομίμου ενεχύρου, δεν θίγεται από την επιβολή οποιουδήποτε συλλογικού μέτρου ικανοποίησης των πιστωτών, που συνεπάγεται την απαγόρευση ή τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος της εταιρείας ειδικού σκοπού ή τρίτου εγγυοδότη ή δικαιούχου παρεπόμενου δικαιώματος ή του προσώπου που αναλαμβάνει την είσπραξη και διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, ούτε από την υποβολή σχετικής αίτησης κατ` αυτών. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για μελλοντικές απαιτήσεις, η γένεση των οποίων επέρχεται μετά την επιβολή του συλλογικού μέτρου ή την υποβολή της σχετικής αίτησης” (παρ.19).   Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 1688/2003) “Καθορισμός εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003”, η οποία καταργήθηκε με την υπ` αρ. 20783/2020 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 4944/09.11.2020), αλλά εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, “Οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) Ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και δ/νσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτημένα στο παράρτημά της παρούσας απόφασης υποδείγματα”. H νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 κρίθηκε απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα προς όφελος των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας όπως ρητά αναφέρεται και στην οικεία εισηγητική έκθεση. Ειδικότερα με το άρθρο αυτό προβλέπεται ρύθμιση για την τιτλοποίηση απαιτήσεων, που αποτελούν έναν ιδιαίτερα διαδεδομένο τρόπο χρηματοδότησης στην αλλοδαπή, καλύπτοντας κατ` αρχήν απαιτήσεις από στεγαστικά δάνεια και στη συνέχεια πάσης φύσεως επιχειρηματικές απαιτήσεις (π.χ. απαιτήσεις μιας τράπεζας από δάνεια που αποτελούν μια από τις πλέον διαδεδομένες περιπτώσεις τιτλοποιήσεων διεθνώς). Στην πιο απλή μορφή της συνίσταται στην εκχώρηση απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μία άλλη εταιρεία, που έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα εξής: α) Προκειμένου να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες, εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις) μπορούν να προσφύγουν στον συγκεκριμένο θεσμό μεταβιβάζοντας τις επιχειρηματικές τους απαιτήσεις λόγω πώλησης στις προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες ακολούθως τις “τιτλοποιούν” ενσωματώνοντάς τες σε ομολογίες που εκδίδουν, συγκεκριμένης ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ εκάστης, που εν συνεχεία διαθέτουν (με ιδιωτική τοποθέτηση) σε ένα περιορισμένο κύκλο προσώπων όχι άνω των 150, η δε εξόφλησή τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων, που μεταβιβάζονται ή από δάνεια πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. β) Η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από μόνη την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021), η δε καταχώρηση αυτή λογίζεται και ως αναγγελία. γ) Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με έγγραφη σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως και κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο(ΑΠ 909/2021). Από δε την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή του Ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λ.π.”, και του άρθρου 10 του ανωτέρω Ν. 3156/2003, προκύπτει ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπονται στον Ν. 4354/2015, έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου αυτού προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση αυτών, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023). δ) Επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί και πάλι η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου. ε) οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο (όπως τούτο περιγράφεται λεπτομερώς στην προμνημονευθείσα ΥΑ 161388/2003), με αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού των στοιχείων των συμβαλλομένων, των ουσιωδών όρων της σύμβασης και του τύπου των μεταβιβαζομένων επιχειρήσεων, στη δεύτερη σελίδα του οφειλομένου κεφαλαίου ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο με τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις οφειλετών και εγγυητών, και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις και τέλος στην τρίτη σελίδα των τυχόν μεταβολών των συμβάσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, κατόπιν “αποτιτλοποίησης – αποχαρακτηρισμού των δανείων”, όρος που καθιερώθηκε κατά τη διαδικασία επαναμεταβίβασης στον αρχικό δικαιούχο των εκχωρηθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο οποίος και χρησιμοποιείται κατά την καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021). στ) Από την διάταξη της παρ. 6 εδ. τελευταίο του ανωτέρω άρθρου 10, που ορίζει ότι για την μεταβίβαση της τιτλοποιούμενης απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ για την εκχώρηση απαιτήσεως, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, προκύπτει ότι και στην περίπτωση της με εκχώρηση μεταβίβασης απαιτήσεων προς τιτλοποίηση, κατά το ανωτέρω άρθρο, η απαίτηση του μεταβιβάζοντος-εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στην εκδοχέα-εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό της όνομα τις αγωγές τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενη μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή-δανειστή, ο δε οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή. Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υποθήκη, που τυχόν ασφαλίζει την μεταβιβασθείσα απαίτηση) με παρακολουθηματικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών. Επομένως, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση του ανωτέρω άρθρου 10 Ν. 3156/2003 συντελείται με μόνη την καταχώρηση σε περίληψη, που περιέχει τα προαναφερθέντα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μεταβίβασης, στο ανωτέρω βιβλίο, η εκδοχέας γίνεται, κυρία της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη, ο τελευταίος δε μπορεί να αντιτάξει κατά της εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις, που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωποπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (πρβλ επί εκχώρησης κατά τις κοινές διατάξεις ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 1109/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, o καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ` ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξάμενης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν o καθ` ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντα τo διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου “δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση” είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της καθολικής διαδοχής, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεσή της, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, δυσχεραίνοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση των δανειστών στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ` ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της καθολικής διαδοχής και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου (πρβλ επί καθολικής διαδοχής σε περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006). Αντίστοιχα στην ανωτέρω περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι, αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον Ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ` εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 739/2024, ΑΠ 909/2021, ΕφΘεσ 177/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με  τον πρώτο λόγο   λόγο ανακοπης κατά το πρώτο σκέλος του η  ανακόπτουσα   διώκει την ακύρωση των ανακοπτόμενων πράξεων επικαλούμενη ότι  από τα νομιμοποιητικά έγγραφα που προσκόμισε η καθ’ης  με την αίτηση ενώπιον του εκδόσαντος την  προσβαλλόμενη  διαταγή πληρωμής Δικαστή, δεν αποδεικνυόταν η ενεργητική της νομιμοποίηση και ειδικότερα ότι δεν  αποδεικνυόταν εγγράφως, αφενός ότι η επίδικη  απαίτηση μεταβιβάσθηκε διαδοχικά   στην αλλοδαπή εταιρεία  «  ……..» και αφετέρου ότι η  καθ’ης ενεργούσε ως διαχειρίστρια  απαιτήσεων σε σχέση με την επίδικη απαίτηση. Ειδικότερα ισχυριζεται ότι  η καθ’ης δεν  απέδειξε εγγράφως  ότι  η «…………  κατέστη ειδική διάδοχος – εκδοχέας στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της υπό εκκαθάρισης  τελούσης « ………..» και ότι η  απαίτηση της …… Τράπεζας μεταβιβάσθηκε   εν συνεχεία στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού « ………..». Οτι από τα αναγραφόμενα  στο παράρτημα των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων  που ενσωματώνεται στην από 6.12.2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων δεν ταυτοποιείται η απαίτηση κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Ότι από τα προσκομισθέντα έγγραφα ενώπιον του Δικαστή  δεν αποδεικνύεται ότι επίδικη απαίτηση είναι μεταξύ των απαιτήσεων, των οποίων η καθ’ης ανέλαβε την διαχείριση, αφού η συμβαση διαχείρισης δεν συνοδεύεται από το σχετικό παράρτημα με τις μεταβιβασθείσες προς διαχείριση απαιτήσεις, δεν γίνεται καμία αναφορά  στην επίδικη σύμβαση και σε συγκεκριμένες συμβάσεις  δανείων (απαιτήσεις) των οποίων ανέλαβε η καθ’ης  την διαχείριση, αλλα απλώς το σχετικό συμφωνητικό,  που προσκομίζει αναφέρεται σε  «ένα χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια» το οποίο η αλλοδαπή εταιρεία αγόρασε από την Εθνική Τράπεζα.  Με τέτοιο περιεχόμενο ο ως άνω λόγος ανακοπής είναι  νόμιμος  ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 455, 456, 458, 460, 462 ΑΚ, 623, 626 παρ. 1 και 3 και 628 παρ. 1, 924, 925 ΚπολΔ,   10 ν. 3156/2003, 3 ν. 2844/2000 και πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.  Από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται  και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 395 ΚΠολΔ), μη λαμβανομένων υποψιν όσων εκ των προσκομιζομενων υπό της  προσθέτως παρεμβαίνουσας  εγγράφων  δεν γίνεται επίκληση και δεν προσδιοριζονται σε βαθμο ατομικότητος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά  περιστατικα: Δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/3-4-2009  σύμβασης  δανείου τακτής λήξης  με εγγύηση και επιδότηση επιτοκίου από   το ………. (……………….),  η οποία συνήφθη μεταξυ  της υπο εκκαθάριση τελούσης τραπεζικής εταιρείας  «………………..»  ως δανείστριας  και της ανακόπτουσας και ήδη  εφεσίβλητης   ως  πιστουχου, χορηγήθηκε στην τελευταία   ποσο 350.000  ευρώ,  σύμφωνα με τους όρους  που διαλαβάνονταν στη δανειακή σύμβαση. Με την υπ’αριθ. 12/26.7.2014 Απόφαση (εντολής μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων) της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδοα (ΦΕΚ Β’1831/26.7.2013) και την από 26.7.2013 σύμβαση μεταξύ της ……… και του ως άνω υπο εκκαθάριση τελούντος πιστωτικού ιδρύματος περί μεταβίβασης  στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού πιστωτικού ιδρύματος, μεταβιβάσθηκαν στην  «…………………» στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του υπό ειδική εκκαθάριση  πιστωτικου ιδρύματος  με την επωνυμία ««…………..» μεταξυ των οποίων και η εννομη   σχέση από  την ως άνω σύμβαση δανείου.   Η διάρκεια του δανειου ορίσθηκε σε 36 μήνες και συμφωνήθηκε να εξοφληθεί  με 6  εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο καθ’ όλη  τη διάρκεια του δανείου και  ότι θα ισούται  με το euribor  εξαμηνιαίας διάρκειας που θα ίσχυε τότε, και το οποίο κατά την υπογραφή της σύμβασης  ήταν ίσο με 1,66%, προσαυξημένο με περιθώριο 2,10%, πλεον της  εισφοράς του ν. 128/75 εκ 0,60%. Το δε επιτόκιο υπερημεριας ορίσθηκε σε 2,5%. Ακολούθως, μεταξύ των παραπάνω συμβαλλομένων καταρτίσθηκε  η από 28.3.2013 πρόσθετη πράξη, με την οποία  η ανακόπτουσα   αναγνώρισε  το τότε χρεωστικο υπολοίπο   από την δανειακή σύμβαση, ποσού 90.414,22 ευρώ, το οποίο   συμφώνησε να εξοφλήσει μεχρι την 31-12-2013 με μηνιαίες τοκοχρεολυτικές  δόσεις με την πρώτη καταβλητέα στις 29-4-2013, το  επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο ίσο  με το euribor  εξαμηνου πλέον περιθωρίου 6%, πλεον της  εισφοράς του ν. 128/75 εκ 0,60%και το επιτόκιο υπερημερίας ορίσθηκε σε 2,5 %.  Για την λογιστική παρακολούθηση του δανείου   τηρήθηκε ο υπ’ αριθ.  ……… λογαριασμος, ο οποιος  κατόπιν μεταφοράς του χρεωστικού υπολοίπου σε οριστική καθυστέρηση εμφάνισε την 22-3-2022 (τελευταία ημέρα υπολογισμού τόκων) χρεωστικο υπόλοιπο 54.488,47 ευρώ. Επειδή η ανακόπτουσα – δανειολήπτρια  δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της  από την δανειακή σύμβαση και την πρόσθετη πράξη αυτης, στις 15-5-2014 η «………….» προέβη στο οριστικό κλείσιμο του τηρηθέντος λογαριασμού και με την  από 15.5.2014 εξώδικη καταγγελία σύμβασης – πρόσκληση – δήλωση, η οποία επιδόθηκε  στην ανακόπτουσα στις 15.5.2014, κατήγγειλε τη δανειακή συμβαση και την  προσθετη πραξη της  και  της γνωστοποιησε  το οριστικό κλείσιμο της  ως άνω επίδικης συμβάσεως πιστώσεως και του τηρηθέντος προς εξυπηρέτηση της πιστώσεως λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης ως και το προκύψαν συνολικό χρεωστικό εις βάρος της υπόλοιπο, ποσού 84.523,94 ευρώ και την κάλεσε  σε άμεση εξόφληση του τότε χρεωστικού υπολοίπου.   Περαιτέρω  δυνάμει της από 6.12.2024 σύμβασης  πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία συνήφθη μεταξύ της  ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας  με την επωνυμία «…………..» και της εταιρείας  ειδικού σκοπού   με την επωνυμία « …………»,  η ………….μεταβιβασε στην εταιρεία ειδικού σκοπού  λόγω πώλησης με τιτλοποίηση  απαιτήσεων, σύμφωνα με τις  διατάξεις  του άρθρου 10 του ν. 3156/2003,  χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η εν λόγω μεταβίβαση δημοσιεύθηκε σε περίληψη   στις 6.12.2019 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του  Ενεχυροφυλακείου Αθηνών,  με αριθμό  πρωτοκόλλου …./6.12.2019 στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό  …….    Μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν στην αλλοδαπή εταιρεία περιλαμβάνεται  και η ένδικη απαίτηση  σε βάρος της ανακόπτουσας  από την  παραπάνω αναφερόμενη  σύμβαση δανείου, όπως τούτο αποδεικνύεται από  το  αντίγραφο εκ  του παραρτήματος της σύμβασης (σελίδα  6643 με αύξοντα αριθμό …….). Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, η μεταβίβαση αυτή έχει αποτέλεσμα εκχώρησης,  η δε καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο έχει αποτέλεσμα αναγγελίας εκχώρησης στον οφειλέτη. Με την άνω μεταβίβαση των εν λόγω απαιτήσεων στη δικαιούχο μεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως κάθε παρεπόμενο, διαπλαστικό ή άλλο δικαίωμα που συνδέεται με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις καθώς και οι εξασφαλίσεις αυτών, με αποτέλεσμα η δικαιούχος να καταστεί  αποκλειστικός δικαιούχος όλων των απαιτήσεων που απορρέουν  από την  επίδικη σύμβαση  δανείου και τις πρόσθετες πράξεις αυτής.  Έτσι, η εταιρεία ειδικού σκοπού  με την επωνυμία «………….», κατέστη  δικαιούχος της ως άνω απαιτήσεως ως ειδικός διάδοχος της  μεταβιβάσασας  Τράπεζας.        Στην συνέχεια, με την από 6.12.2021 σύμβαση  διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που δημοσιεύθηκε σε περιληψη με αριθμό πρωτοκόλλου …../6.12.2019 στο τόμο ….. με αυξοντα αριθμό …… του δημόσιου βιβλίου που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (σε συνδυασμό με την  από 5.12.2019 συμφωνία των μερων περί  των ειδικών όρων παροχής  των υπηρεσιών του διαχειριστή και του  από 6-12-2019 πληρεξουσίου) η εταιρεία ειδικού σκοπού  «…………» ανέθεσε στην καθ’ης  όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει  διαχείρισης των τιτλοποιουμενων απαιτήσεων,  στις οποιες περιλαμβάνονται και οι ενέργειες για την δικαστική επιδίωξή τους. Έτσι η καθ’ης, στην οποία δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης διαχείρισης ανατέθηκε η διαχείριση από την εταιρεία απόκτησης, υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης, της  αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «……………» η οποία  κατέστη  ειδική διάδοχος της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμια    ……………..,  δικαιούτο  να ασκήσει,  κατ` εξαίρεση νομιμοποιούμενη ως μη δικαιούχος διάδικος, κάθε ένδικο βοήθημα, που κατατείνει στην είσπραξη της ένδικης υπό διαχείριση απαίτησης. Ακολούθως η ως άνω διαχειρίστρια εταιρεία υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος διάδικος αιτήθηκε  την έκδοση διαταγής πληρωμής και  εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……../2024 διαταγή πληρωμής. Με την παραπάνω διαταγή πληρωμής η πρωτοφειλέτρια  ανακόπτουσα  διατάσσεται να καταβάλει στην καθ’ης ανακοπή- αιτούσα την έκδοση διαταγής πληρωμής το συνολικο ποσό των 54.488,47 ευρώ εντόκως από 22.3.2022, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με ανατοκισμό των τόκων  ανά εξάμηνο. Ακριβές επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της εν λόγω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στις 30-6-2023 από την  καθ’ης η ανακοπή  στην ανακόπτουσα με την παρά πόδας αυτης  από 28.6.2023  επιταγή προς πληρωμή.  Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα   αποδεικνύεται ότι η καθ’ης κατά την  υποβολή της από 30-12-2023 αίτησής της  προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, προσκόμισε όλα τα ανωτέρω αναφερομενα έγγραφα, που αποδεικνύουν την μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού «…………………» και την ανάθεση της διαχείρισης αυτής στην καθ’ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη. Ειδικότερα,απεδείχθη ότι  με την αίτηση της για την έκδοση διαταγής πληρωμής,  η καθ’ης προσκόμισε (και συγκοινοποίησε με την επιταγή)  στον Δικαστή τα εξής νομιμοποιητικά έγγραφα : 1) Δημοσίευση σε περίληψη  με αριθμό πρωτοκόλλου …./6.12.2019 στον τόμο  ….. με αύξοντα αριθμό …… του δημόσιου βιβλίου που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της από 6.12.2019 σύμβασης  πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.  3156/2003, μεταξύ της αρχικής δανείστριας ……………….. και της εταιρείας ειδικού σκοπού  «…………………….», 2) Αντίγραφο από το  παράρτημα της παραπάνω αναφερόμενης από 6-12-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (σελίδα 6643), 3) Δημοσίευση σε περίληψη με αριθμό  πρωτοκόλλου ……/6.12.2019 στον τόμο …. με αύξοντα  αριθμό …… του δημόσιου βιβλίου που τηρείται  στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της από 6.12.2019 σύμβασης  διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταρτίσθηκε  μεταξύ της αποκτώσας εταιρείας «……………»  και της  καθ’ης η ανακοπή, 4) Το ΦΕΚ Β 1831/26.7.2023 τ. ΑΕ -ΕΠΕ, από το οποιο αποδεικνυεται  ότι η «…………» κατέστη ειδική διάδοχος της «………..». 6) Ακριβή αποσπάσματα της κίνησης των  μηχανογραφικώς τηρηθέντων λογαριασμών για την ένδικη σύμβαση.  Τα ανωτέρω  αναφερόμενα έγγραφα που προσκομίσθηκαν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής  από την  εκκαλούσα   εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία είχε νομίμως ανατεθεί από την  εταιρεία ειδικού σκοπού «  …………………….» η είσπραξη και διαχείριση της ένδικής απαίτησης, ήταν αρκετά για να αποδείξουν, κατά τα άρθρα 919 και 925 ΚΠολΔ, ότι η «…….» κατέστη ειδικός διάδοχος της «……» με ρητή, μαλιστα, μνεία  στην διαταγή πληρωμής, του ΦΕΚ Β 1831/26.7.2023 τ. ΑΕ -ΕΠΕ  από το οποίο προέκυπτε η εν λόγω διαδοχή,  ότι στην συνεχεια  η «   ………………..» κατέστη ειδικός διάδοχος της απαίτησης της   «…..» η οποία  είχε μεταβιβάσει με εκχώρηση λόγω πωλήσεως, κατά το άρθρο 10 του Ν.3156/2003, την ένδικη απαίτησή της και η μεταβίβαση αυτή είχε καταχωρισθεί νόμιμα κατά τα αναγκαία και ουσιώδη στοιχεία της σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000,  η οποία  καταχώριση   επέχει θέση αναγγελίας της εκχώρησης,   και ακολούθως  ότι η εκκαλούσα  ήταν νομίμως αδειοδοτηθείσα κατά τον Ν. 4354/2015 εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία   η «………….», εκδοχέας της απαίτησης,  ανεθεσε, με σύμβαση που επίσης καταχωρήθηκε στο ανωτέρω βιβλίο, την είσπραξη και διαχείριση της απαίτησης, με συνέπεια να νομιμοποιείται αυτή (καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα) να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής και να αρχίσει την  αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, να κοινοποιήσει και το συνολικό κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης, και της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης. Στην  περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι, αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον Ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης και η σύμβαση αναθεσης της  διαχείρισης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ` εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε την διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το αρ. 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίσθηκε με την υπ’ αριθ. 161/338/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό αποσπασμα των μεταβιβαζομενων απαιτήσεων απ’ οπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση.  Υπό  την συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων 10 παρ. 8-9, 14 και 16 του ν. 3156/2003 συνάγεται  ότι για την επελευση των εννόμων αποτελεσμάτων τοσο της μεταβιβασης, όσο και της ανάθεσης διαχείρισης αρκεί η ολοκλήρωση της καταχώρισης περίληψης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000, χωρίς να απαιτείται κάποια επιπλεον διατύπωση. Εν προκειμένω η εκκαλούσα  προσκομισε κατά την υποβολή της αίτησης προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής άπαντα τα απολύτως αναγκαία για την συγκεκριμενη μεταβίβαση και αναθεση διαχείρισης έγγραφα, που αποδεικνύουν την διαχειριστική της εξουσία, ως αυτά μνημονεύθηκαν ανωτέρω και ειδικότερα τις δημοσιεύσεις σε περίληψη των συμβασεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, με το σχετικό αποσπασμα των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων στο οποιο φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ου η εκτέλεση. Εφόσον οι περιλήψεις των προαναφερομένων συμβάσεων μεταβίβασης της απαίτησης και ανάθεσης της διαχείρισης έχουν καταχωρισθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, και δεδομένου ότι με την ως άνω καταχώριση  έχουν νομίμως συντελεσθεί η μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης και η εν συνεχεία ανάθεση της διαχείρισής της στην εκκαλούσα, κατά τα προεκτεθέντα,  δεν απαιτείται να προσκομισθούν κατά την υποβολή της αίτησης της διαταγής πληρωμης και να συγκοινοποιηθούν με την επιταγή  ολόκληρα τα κειμενα  των ως άνω συμβάσεων.  Από τα ως άνω έγγραφα, τα οποία προσκομίσθηκαν από την καθ’ης  με την  αίτησή της  για την έκδοση διαταγής πληρωμής, αποδεικνυόταν εγγράφως η ειδικη διαδοχή και η ενεργητική νομιμοποίηση της  καθ’ης, η οποία κατά τον χρόνο της κατάθεσης της αίτησης ενεργούσε ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεως για λογαριασμό της «…………………….». Τούτο διότι, με βάση τις διατάξεις  του άρθρου 10 Ν. 3156/2003, η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων συντελείται με την καταχώριση της σχετικής σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, επομένως, για  την έγγραφη απόδειξη της ειδικής διαδοχής αρκούσε η προσκομιση της δημοσίευσης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης σε περίληψη, μαζί με το σχετικό απόσπασμα του παραρτήματος της σύμβασης, το οποίο εν προκειμενω προσκομίσθηκε με την σύμβαση πώλησης, χωρίς να απαιτείται αυτό να συνοδεύει και την σύμβαση διαχείρισης. Το παραρτημα ήταν αναγκαίο για την σύμβαση  εκχωρήσεως, ενώ για την σύμβαση διαχειρίσεως δεν ήταν αναγκαίο.  Αντίστοιχα, από  τα παραπάνω έγγραφα μεταξύ των οποίων η δημοσίευση σε περίληψη της από 6.12.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων αποδεικνυόταν η νομιμοποίηση της καθ’ης ως εταιρείας διαχείρισης όλων των απαιτήσεων  που μεταβιβάσθηκαν λόγω τιτλοποιησης στην αλλοδαπή εταιρεία, επομένως, και η εξουσία  διαχείρισης της  σε σχέση με την επίδικη απαίτηση,  διότι αφενός  η ανάθεση της διαχείρισης  αφορά στο σύνολο των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν, οπως τούτο συνάγεται από τους ορισμούς  του Ν. 3156/2003, αφού δεν είναι δυνατόν να λαμβάνει χώρα ξεχωριστή  ανάθεση για κάθε  απαίτηση που τιτλοποιήθηκε και μεταβιβάσθηκε, αυτή γίνεται με μία πράξη για όλες τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις (άρθρο 10 παρ. 14 Ν. 3156/2003), αφετέρου από το ιδιο το περιεχόμενο  της με αριθμο πρωτοκόλλου ……./6.12.2019 δημοσίευσης της από 6.12.2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών  απαιτήσεων αποδεικνύεται ότι η ανάθεση της διαχείρισης αφορούσε στο σύνολο των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν με την από 6-12-2021 σύμβαση πώλησης στην αλλοδαπή εταιρεία, λόγω τιτλοποίησης. Η σύμβαση διαχείρισης των τιτλοποιημένων απαιτήσεων και εν προκειμένω η από 6-12-2019 περίληψη της  σύμβασης διαχείρισης  δεν συνοδεύεται με κατάλογο των διαχειριζομένων δανείων διότι η διαχείριση  αφορά το σύνολο των μεταβιβασθεντων δανείων, ο προσδιορισμός των οποίων  γινεται με την σύμβαση τιτλοποίησης.  Εξάλλου  απο τον όρο 3α  της  από 6.12.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης  επιχειρηματικών απαιτήσεων  που καταρτίσθηκε μεταξύ της αρχικής δανείστριας και της  εταιρείας ειδικού σκοπού «……………»  και της ……….αποδεικνύεται ότι η αλλοδαπή εταιρεία απέκτησε  « απαιτήσεις από δάνεια και λοιπές πιστώσεις  σε μικρομεσαίες, μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες – σε ασφάλεια των οποίων  υφίστανται εμπράγματες  και λοιπές εξασφαλίσεις  μετά των παρεπομένων, διαπλαστικών, καθώς και άλλων δικαιωμάτων, εφόσον αυτά συνδεόνται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Από το περιεχόμενο του παραπάνω όρου  αποδεικνύεται ότι  στην «……………» μεταβιβάσθηκε  το σύνολο της απαίτησης κατά κεφαλαιο και τόκους σε βάρος της ανακόπτουσας   από την δανειακή σύμβαση και την πρόσθετη πράξη της   μαζί με όλες τις εξασφαλίσεις της. Από το προσκομιζόμενο δε  αντίγραφο  από το παράρτημα  της προαναφερόμενης  από 6.12.2019 σύμβασης πώλησης (σελίδα 6.643), το οποίο προσκομίσθηκε από την καθ’ης  με την από 30.12.2023 αίτησή της για την έκδοση διαταγής πληρωμής, αποδεικνύεται η μεταβίβαση της επιδίκου απαιτήσεως και η ταυτότητα αυτής.  Η ταυτότητα της απαιτήσεως   αποδεικνύεται  από τα αναγραφόμενα στο αποσπασμα του παραρτήματος του Ενεχυροφυλακείου στοιχεία, ήτοι τα στοιχεια  της οφειλέτιδος  -ανακοπτουσας (επωνυμία  αυτής,  αριθμος φορολογικού  μητρώου),  τον αριθμό του τηρηρηθέντος  υπ’ αριθ. ……………… λογαριασμου, ως αριθμό λογαριασμού δανείου, που συνιστά τον λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο μετά την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, λογαριασμός ο οποίος αναφέρεται και στην υπ’ αριθ. ……/2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,  το ποσό της απαίτησης κατά την χρονική στιγμή της μεταβίβασης (6-12-2019), ύψους 53.310,60 ευρώ. Το γεγονός  ότι στη διαταγή πληρωμής η απαίτηση προσδιορίζεται και από τον αριθμό της σύμβασης …./3-4-2009, αλλά και τον αριθμό του λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, ενώ στο ανωτέρω παράρτημα της σύμβασης μεταβίβασης απαίτησης, από διαφορετικό αριθμό σύμβασης, αλλά τον ίδιο αριθμό του λογαριασμού, ………….., ουδόλως δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητα της απαίτησης,  χωρίς να είναι απαραίτητη η μνεία, στο παράρτημα της σύμβασης, πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό της επίμαχης απαίτησης, καθόσον, από τα λοιπά αναφερόμενα στοιχεία, ταυτοποιείται πλήρως η μεταβιβαζόμενη απαίτηση. Το γεγονός, επίσης,  ότι στο  αντίγραφο  από το παράρτημα  της προαναφερόμενης  από 6.12.2019 σύμβασης πώλησης (σελίδα 6643), το οποίο προσκομίσθηκε από την καθ’ης  με την από 26.9.2022 αίτησή της για την έκδοση διαταγής πληρωμής, αναγράφεται  το ποσό των  53.310,60 κατά την χρονική στιγμή της μεταβίβασης, δεν επιδρά στην έγγραφη απόδειξη, αφού η έκταση της ευθύνης του έναντι της ειδικής διαδόχου παραμένει η ίδια  και δεν αναιρει την ταυτότητα της μεταβιβαζομένης απαιτήσεως, καθώς το αναγραφόμενο στο παραρτημα του Ενεχυροφυλακείου ποσό αποτελεί   το «τρέχον υπόλοιπο» κατά την χρονική στιγμή της μεταβίβασης της απαίτησης, πρόκειται δηλαδή για  άληκτο ποσό. Επομένως η  διαφοροποίηση,, μεταξύ του επιδικασθέντος  ποσού (54.488,47) και του ποσού που αναγράφεται στο παράρτημα του Ενεχυροφυλακείου (€ 53.310,60) αναφορικά με την τελευταία συμβαση μεταβίβασης, οφείλεται στο ότι το αναγραφόμενο ποσό στο Ενεχυροφυλακείο αντιστοιχεί στο άληκτο κεφάλαιο του δανείου «τρεχον υπόλοιπο»  από τον  υπ’ αριθ. ………. λογαριασμό,  ως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο της μεταβίβασης της απαίτησης, ενώ στο επιδικασθέν ποσό εχουν υπολογισθεί και οι τόκοι   από τον άνω λογαριασμό, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από της καθ’ης με ημερομηνία 15-3-2023 απόσπασμα λογαριασμού  (53.310,60 κεφάλαιο + 1.177,87 τοκοι).  Tο αναγραφόμενο δηλαδή στο παράρτημα του Ενεχυροφυλακείου ποσο αφορά  το «τρέχον» κατά τον χρόνο της εκχώρησης  άληκτο κεφάλαιο    της οφειλής και δεν αποτελεί  το ανώτατο όριο της μεταβιβασθείσης απαιτήσεως (574/2020 ΕφΠειραιά). Σε κάθε  δε περίπτωση  ο ανακόπτων δεν ισχυριζεται  ούτε και αποδεικνυεται ότι  υπήρχε άλλη ενοχή, ώστε να υπάρχει αμφιβολία ποιά ενοχή μεταβιβάζεται. Δηλαδή απεδείχθη ότι εχει εκχωρηθει το συνολο της απαιτήσεως στην προαναφερόμενη εταιρεία ειδικού σκοπού και η διαχείριση ολοκληρης την  απαιτήσεως εχει ανατεθει στην  διαχειρίστρια- εκκαλούσα , εφοσον αποδεικνύεται η ταυτότητα της απαιτήσεως. Προκειται δηλαδή για καθολική μεταβίβαση της απαιτήσεως. Εξάλλου το ύψος της μεταβιβασθείσης απαιτησεως είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο λόγω της τοκοφορίας αυτού. Δεν απαιτείτο, επίσης, να αναγράφονται τα στοιχεία εγγυητή, αφού η διαταγή πληρωμής εξεδόθη μονον σε βάρος  της ανακοπτουσας.  Επομένως, ο πρώτος λόγος ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του  πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.    Mε τον  πρώτο λογο  ανακοπής κατά το δεύτερο  σκέλος του η ανακόπτουσα  διώκει την  ακύρωση των ανακοπτόμενων πράξεων επικαλούμενη ότι η καθ’ης   δεν νομιμοποιείτο  ενεργητικά, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικου σκοπού με την επωνυμία ««………» να καταθέσει την από 30.12.2023 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμης, διότι από τα έγγραφα που προσκόμισε στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  αποδεικνύεται  ότι η σε βάρος της  απαίτηση μεταβιβάσθηκε στην παραπάνω αλλοδαπή εταιρεία από την αρχική δικαιούχο   τράπεζα «……………….» λόγω τιτλοποίησης,  σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 6.12.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης  απαιτήσεων, και, αντίστοιχα, η  ανάθεση της διαχείρισης της στην καθ’ης δυνάμει της από 6.12.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων  διέπεται από τις διατάξεις του ίδιου ως άνω νομοθετήματος, με αποτέλεσμα να μην θεμελιώνεται  κατά νόμο η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησή της. Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι  η καθ’ης και ήδη εκκαλούσα,  η οποία δυνάμει της προαναφερόμενης από 6-12-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων  κατέστη διαχειρίστρια των απαιτήσεων,  συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης,   της εταιρείας απόκτησης « ……………………», ειδικής διαδόχου  της   τραπεζικής εταιρείας «  «……………….» κατόπιν μεταβίβασης σ’ αυτήν, μεταξύ άλλων, και της ένδικης απαιτήσεως, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δικαιούται να ασκήσει, κατ` εξαίρεση νομιμοποιούμενη ως μη δικαιούχος διάδικος, κάθε ένδικο βοήθημα, που κατατείνει στην είσπραξη της ένδικης υπό διαχείριση απαίτησης, όπως εν προκειμένω και  την  κατάθεση αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, καθόσον  κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023).  Σύμφωνα δε  με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο. Είναι δε εκκαθαρισμένο το ποσό της απαίτησης και όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 653/2013). Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμό της (ΑΠ 1071/2017, 872/2017), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, και ειδικότερα να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της τράπεζας (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012,  ΑΠ 1391/2011, ΑΠ 1094/2006), η απαίτηση δε είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ  696/2021, ΑΠ 196/2020, 368/2019, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1094/2006).   Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει Γενικό Όρο Συναλλαγών, κατά την έννοια του ν. 2251/1994, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, δηλαδή, ότι έχει διατυπωθεί, εκ των προτέρων, από την πιστώτρια τράπεζα για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού, οπότε με την απόδειξη της ακρίβειας αυτών και του προκύπτοντος από τη σύγκριση αυτών καταλοίπου βαρύνεται η πιστώτρια (Α.Π. 370/2012, Α.Π. 35/2011, Α.Π0. 15/2007). Με βάση τη συμφωνία αυτή, το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχουν θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, βάσει του οποίου μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., 36 ν. 4194/2013, 14 ν. 1599/1986), δεν μπορεί δε να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (Α.Π. 387/2020, Α.Π. 999/2019, Α.Π. 84/2014, Α.Π. 35/2011, Α.Π. 27/2010).  Επομένως, στην περίπτωση, των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο της Τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η Τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της,  στην περίπτωση δε  αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου αλλά πρωτοτύπου (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 84/2014,, ΑΠ 1421/2013, ΑΠ 1022/2003, 1117/2002, ΑΠ 722/2000 Δημ. ΝΟΜΟΣ,).Mε τον δεύτερο  λόγο ανακοπής  κατά το πρώτο και δεύτερο σκελος του η ανακοπτουσα ισχυρίζεται, κατ’ ορθήν εκτίμηση, ότι η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η προσβληθείσα διαταγή πληρωμής,  δεν αποδείχθηκε εγγράφως  και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχαν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, διότι η καθ’ης  δεν προσκομισε  απόσπασμα του λογαριασμού  που τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της σύμβασης, στο οποίο  αποτυπώνεται αναλυτικά  η κίνησή του από την κατάρτιση της σύμβασης μέχρι το οριστικό κλείσιμο αυτού και μετέπειτα μέχρι την διαμόρφωση του χρεωστικού καταλοίπου και ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν αποτελούν αποσπάσματα που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση του δανείου και δεν παρουσιάζουν πληρότητα. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε  ότι α) ο όρος ότι «το απόσπασμα  των αναλυτικών καταστάσεων κινήσεως Λογαριασμού  του κατά τα ως άνω  συνδεδεμένου καταθετικού λογαριασμού η ακρίβεια των οποίων βεβαιώνεται από δύο (2) υπαλλήλους του ως άνω καταστήματος της τραπεζας και επικυρώνεται από τον πληρεξούσιο  δικηγόρο αυτής, αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας κατά του οφειλέτη – δανειολήπτη και του εγγυητή, και μετά την καταγγελία του δανείου και την μεταφορά του/των λογαριασμού/ων σε καθυστέρηση /επισφάλεια οι οποίοι δεν δικαιούνται να αμφισβητήσουν γενικά και αόριστα την ακρίβεια αυτών αναγνωριζόμενου σε αυτούς δικαιώματος ανταπόδειξης με έγγραφο» είναι  καταχρηστικός, καθώς περιλαμβάνει παραιτηση του   οφειλέτη  από το δικαίωμά του  να προσβάλλει το περιεχόμενο των αποσπασμάτων, παρά μόνο με έγγραφα, εισάγοντας ανεπίπτρεπτο περιορισμό των αποδεικτικών του μέσων.   β)Ότι  η καθ’ης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής προσκόμισε  ένα απόσπασμα λογαριασμού με ημερομηνία χρεωστικών εγγραφών 9/12/2019, το οποίο υπογραφεται  από έναν υπάλληλο της καθ’ης αντι για δύο ως προβλέπεται στην σύμβαση και ένα απόσπασμα λογαριασμού με χρεωστικές εγγραφές από 7.12.2013 έως 9.12.2019, η οποια  δεν φερει υπογραφή ή βεβαίωση για την ακρίβειά του. Οτι στο πρώτο απόσπασμα εμφανίζονται  χρεωστικες εγγραφές κατά κεφάλαιο και τόκους,  χωρίς αιτιολογια πως διαμορφώθηκαν τα εν λόγω ποσά, ούτε το επιτόκιο με το οποίο υπολογίζονται  και ότι στο δεύτερο απόσπασμα οι εγγραφές εκκινουν από 7.12.2013, ήτοι τεσσεράμισι περίπου  έτη μετά την ημερομηνία σύναψης της επιδικης σύμβασης δανείου. Ότι δεν εχει προσκομισθεί απόσπασμα λογαριασμού που να αφορά στις επιμέρους χρεοπιστώσεις του λογαριασμού για τα προηγούμενα χρονικά διαστήματα, ήτοι   από την υπογραφή της συμβάσεως ή από την υπογραφή της πρόθετης πράξης.  Ότι το ποσό των 54.488,47 ευρώ προκύπτει μόνον από το πρώτο απόσπασμα κι όχι από πλήρες απόσπασμα των εμπορικων βιβλίων της Τραπέζης με αναλυτικές καταστάσεις κινήσεως του λογαριασμού.  Ότι  στο απόσπασμα λογαριασμού δεν υπάρχει σχετική εγγραφή για το ποσό των 84.523,94 ευρώ που αποτελεί το ληξιπρόθεσμο κι απαιτητό  κατά την ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης στις 15.5.2014 και ότι στις σχετικές εγγραφές πριν και μετά την ημερομηνία 15.5.2014 το οφειλόμενο ποσό εμφαίνεται μικρότερο των 84.523,94 ευρώ.  Ο λόγος αυτός που αφορά σε διαδικαστικό απαράδεκτο, ήτοι στην έλλειψη της αρχής της έγγραφης απόδειξης τυγχάνει νόμιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 623, 444, 447, 448 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.  Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μεσα  απεδείχθη ότι  στις 28-3-2013 ο  δανειακός λογαριασμος  εμφανιζε συνολικο χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 90.414,22 ευρω, το οποίο ανεγνώρισε η ανακόπτουσα με την από 28-3-2013 Πρόσθετη Πράξη και  το οποίο   συμφώνησε να εξοφλήσει μεχρι την 31-12-2013 με μηνιαίες τοκοχρεολυτικές  δόσεις με την πρώτη καταβλητέα στις 29-4-2013.   Για την λογιστική παρακολούθηση του δανείου   τηρήρθηκε ο υπ’ αριθ.  ………………. λογαριασμος.  Επειδή η οφειλή δεν εξοφλήθηκε μέχρι την άνω ημερομηνία,  ούτε  είχαν καταβληθεί οι μηνιαίες δόσεις, η τραπεζα  μετέφερε το έως τότε υπόλοιπο στο λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης με αριθμό …………….., ο οποιος κατόπιν μεταφοράς του χρεωστικού υπολοίπου  σε οριστική καθυστέρηση εμφάνισε στις 22-3-2022 (τελευταία ημέρα υπολογισμού των τόκων) χρεωστικό υπόλοιπο 54.488,47 ευρώ, ποσό για το οποίο εξεδόθη η διαταγή πληρωμής.  Η ανακόπτουσα με την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής   προσεκόμισε ενώπιον του εκδόσαντος Δικαστου  αποσπάσματα, τα οποία είχαν συμφωνηθεί με βάση ρητό όρο της σύμβασης ότι αποτελούν  πλήρη απόδειξη της οφειλής. Ειδικότερα προσεκόμισε  α) απόσπασμα του υπ’ αριθ. ……….. λογαριασμού  με εγγραφές επιμέρους χρεοπιστώσεων από  7/12/2013 έως 9/12/2019 με τελευταία εγγραφή οφειλόμενου ποσού κατά κεφάλαιο στις 28/11/2019, ύψους 53.310,60 ευρώ, (χωρις τον υπολογισμό των τόκων)  μαζί με το απόσπασμα του υπ’ αριθ. ………… από 1-10-2014 έως 26-9-2016 που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) το με ημερομηνία 15-3-2023 απόσπασμα του υπ’ αριθ. …………..  λογαριασμού ,  στο οποίο το χρεωστικό υπόλοιπο  ανέρχεται σε 53.310,60 ευρώ στις 9/12/2019 και οι τόκοι επί της ληξιπρόθεσμης οφειλής υπολογισθέντες  έως και 14/3/2023 ανέρχονται στο ποσό των 1.177,87 ευρώ, ήτοι συνολικώς  54.488,47 ευρώ, ποσό για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής.  Επομένως από τα ως άνω αποσπάσματα, αποδεικνυεται ότι ορθώς ο εκδόσας την έκδοση διαταγής πληρωμής Δικαστής εξέδωσε διαταγή πληρωμής  για το ποσό των 54.488,47 (53.310,60 κεφάλαιο + 1.177,87 τοκοι) ευρώ. Εξάλλου τα ως άνω αποσπάσματα πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, καθώς όσον αφορά το πρωτο απόσπασμα με  εγγραφές επιμέρους χρεοπιστώσεων από  7/12/2012 έως 9/12/2019 το οποίο αποτελει ενιαίο σύνολο με το προσκομισθέν απόσπασμα με εγγραφες από 1-10-2014 έως 26-9-2016,  η ακρίβειά του βεβαιώνεται από την  δικηγόρο ……….., στο τέλος του οποίου αναγράφεται «ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο από το πρωτότυπο».  Όσον αφορά το δεύτερο  αποσπασμα  με ημερομηνία 15-3-2023,  υφίσταται βεβαίωση της  γνησιότητας της εκτύπωσης από τον αρμόδιο υπάλληλο της καθ’ης που  ενήργησε την εκτύπωση ότι αποτελεί, όπως, ρητώς αναγράφεται σε αυτο,  «εκτυπωμένο απόσπασμα της καρτέλας  κινήσεως των λογαριασμών που τηρούνται μηχανογραφικά σε ειδική εφαρμογή, η γνησιότητα της οποίας  εκτύπωσης  βεβαιώνεται  από υπάλληλο της καθ’ης». Mε βάση  τον όρο 9  της συμβασης ότι  τα   αποσπάσματα   αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας κατά του οφειλέτη – δανειολήπτη, αποδεικνύεται ότι οι εγγραφες στα ως άνω αποσπάσματα αποτελούν πλήρη απόδειξη της οφειλής και συνεπώς  με βάση τις  εγγραφες στα αποσπάσματα ορθώς εξέδωσε ο Δικαστής  την διαταγή πληρωμής,  είναι δε έργο  της ανακόπτουσας να αμφισβητήσει   τις εγγραφές αυτές κατα τρόπο ορισμένο.   Το γεγονός ότι   το  αποσπασμα  με ημερομηνία 15-3-2023 , το οποίο  αφορά κεφάλαιο και τόκους υπεγράφη από εναν υπάλληλο  δεν αναιρεί την αποδεικτική του δύναμη. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 9 της ένδικης σύμβασης «α) τόσο ολόκληρη η κίνηση του/των κατά τα ως ως άνω λογαριασμού/ λογαριασμών από την ημερομηνία εναρξης της λειτουργίας του ή της λειτουργίας καθενός από αυτούς  και εφεξης, μέχρι την ημερομηνία  του οριστικού κλεισίματός του ή του οριστικού κλεισίματος καθενός από αυτούς λόγω της για οποιοδήποτε λόγο καταγγελίας της με την παρούσα  σύμβαση συστηνόμενης έννομης σχέσης δανείου  (ειδικότερα δε   στις περιπτώσεις λειτουργίας  περισσότερων του ενός λογαριασμών ή / και λειτουργίας επιμερους λογαριασμών μέχρι την ημερομηνία  της συνένωσής τους  σε έναν ενιαίο και από το χρονικό αυτό σημείο της συνένωσης  και εφεξής, μέχρι την ημερομηνία  του οριστικού κλεισίματος του ενιαίου  λογαριασμού), όσο και το υπολοιπο του λογαριασμού  αυτού ή καθενός  των λογαριασμών αυτών, ή του ενιαίου λογαριασμού σε περίπτωση συνένωσης αυτών σε έναν ενιαίο κατά τον χρόνο του κλεισίματός του /των  εμφαίνονται από απόσπασμα των επίσημων εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας (Αναλυτικές Καταστάσεις Κινήσεως Λογαριασμού) τα στοιχεία των οποιων  τηρούνται «εν πρωτοτύπω» στην Κεντρική  Βάση Δεδομένων του Κέντρου Πληροφορικής αυτής υλοποιούμενα με την δι’ εκτυπώσεως εξαγωγή του από την περιφερειακή  μονάδα (τερματικό) του ως άνω καταστήματος της ή άλλης Υπηρεσίας της (όπως Κέντρο Πληροφορικής, Οικονομικές Υπηρεσίες, Υπηρεσία Καθυστερήσεων) και β)το απόσπασμα αυτό όπως και το απόσπασμα  των αναλυτικών καταστάσεων κινήσεως Λογαριασμού του κατά τα ως άνω  συνδεδεμένου καταθετικού λογαριασμού η ακρίβεια των οποίων βεβαιώνεται από δύο (2) υπαλλήλους  του ως άνω καταστήματος της τραπεζας και επικυρώνεται από τον πληρεξούσιο  δικηγόρο αυτής, αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας κατά του οφειλέτη – δανειολήπτη και του εγγυητή, και μετά την καταγγελία του δανείου και την μεταφορά του/των λογαριασμού/ων σε καθυστέρηση /επισφάλεια οι οποίοι δεν δικαιούνται  να αμφισβητήσουν γενικά και αόριστα  την ακρίβεια αυτών αναγνωριζόμενου σε αυτούς δικαιώματος ανταπόδειξης με έγγραφο».  Κατά την σαφή  εννοια της ανω συμβατικής ρήτρας, καταρτισθηκε δικονομικη συμβαση μεταξυ τραπεζης  και ανακοπτουσας  περί του ότι η ακρίβεια  των εξαχθέντων από τα εμπορικά βιβλία της τραπέζης αποσπασμάτων  θα βεβαιώνεται απο δύο υπαλλήλους του συγκεκριμένου τραπεζικού καταστήματος  Πειραιώς. Εκ τουτου παρέπεται οτι η δικονομικη σύμβαση είναι ισχυρη και δεσμευτική για τα μερη εφοσον διαδικος είναι η τράπεζα, διότι μονο τότε υφισταται λογικως η δυνατότης,  οι υπαλληλοι του σγκεριμενου υποκαταστηματος της τραπέζης  να εκδωσουν τη βεβαίωση.  Αφοτου  η απαιτηση εκχωρηθηκε στην εταιρεία ειδικού σκοπού   με την επωνυμία « ………………» η οποία ανέθεσε την διάχειριση της επίδικης απαιτήσεως στην καθ’ης,  δεν υφισταται πλεον κατάστημα της ανω τραπεζης,  στο οποίο να εκκρεμεί η απαιτηση,  ουτως ωστε να είναι δυνατή η εφαρμογη της δικονομικης αυτης συμβάσεως.  Tουτο δε, διότι μετά την εκχωρηση της απαιτησεως, η καθ’ης  και ήδη εκκαλούσα δεν εχει συμβατική σχεση με τους υπαλλήλους της τραπεζης, ωστε να  υποχρεώνονται αυτοι  να βεβαιώσουν την ακριβεια  των αποσπασμάτων και για τον λογο αυτόν η εφαρμογη της σχετικής ρητρας κατέστη εκ των πραγματών ανέφικτη. Εν προκειμένω την δυνατότητα  να εκδωσει το μηχανογραφικό απόσπασμα, να το εκτυπωσει και να βεβαιώσει την γνησιότητα της εκτύπωσης, την εχει ο αρμοδιος υπαλληλος της καθ’ης. Εν προκειμενω αποδεικνύεται ότι το ως άνω  αποσπάσμα του τηρηθέντος λογαριασμου που προσκομίσθηκε από την καθ’ης είχε εξαχθει    με μηχανογραφικό σύστημα από τον ηλεκτρονικο υπολογιστη  και είχε  εκδοθεί και υπογραφεί  από τον αρμόδιο υπαλλήλος αυτής που ενήργησε την εκτύπωση, ο οποίος βεβαίωνε την γνησιότητα της εκτύπωσης, αποτελούσε συνεπώς, το πρωτότυπο έγγραφο, που περιειχετο σε ηλεκτρονική μορφή  εντός του υπολογιστή  και το οποιο είχε εις χείρας της  η καθ’ης  για την απόδειξη της απαιτήσεως που η καθ’ης διαχειρίζεται και   προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της  και είναι επαρκές αποδεικτικό μέσο για την εκδοση διαταγής πληρωμής, τα πρωτότυπο δε αυτο αποσπασμα με τις τεθείσα υπογραφή του υπαλλήλου της  δεν χρειάζονταν  περαιτέρω επικύρωση από δικηγορο, αφού δεν επρόκειτο για αντίγραφο που έχρηζε επικύρωσης, αλλά πρωτότυπο έγγραφο που νομίμως προσκομίσθηκε από την καθ’ης κατά την διαδικασία έκδοσης  διαταγής πληρωμής. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση, ορθώς βεβαιώθηκε  η γνησιότητα της εκτύπωσης  του εν λόγω μηχανογραφικου αποσπάσματος με ημερομηνία 15-3-2023  από έναν αρμόδιο  υπάλληλο της καθ’ης, που πραγματοποίησε την εκτύπωση,  η αρμοδιότης του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Σημειωτέον ότι  τα ανωτερω αναφερονται μονον για το  ποσό των τόκων ύψους  1.177,87 ευρώ,  διότι το ποσό του κεφαλαίου ύψους 53.310,60 ευρώ αποδεικνύεται και από το  απόσπασμα του υπ’ αριθ. ………… λογαριασμού  με εγγραφές επιμέρους χρεοπιστώσεων από  7/12/2013 έως 9/12/2019, η  ακρίβεια του οποίου   βεβαιώνεται  απο  δικηγορο, ως προεκτέθη.  Εξάλλου, ο όρος αυτος ότι τα αποσπάσματα από τα βιβλία της τραπέζης αποτελούν πλήρη απόδειξη της οφειλής  δεν είναι καταχρηστικός,  διότι επιτρεπει την ανταποδειξη μονο δι’ εγγράφων κι αποκλειει το εμμαρτυρον.   Η  περιλαμβανόμενη, στη σύμβαση παροχής πίστωσης ως άνω  ειδική συμφωνία, ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη και δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη.  Η ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης αποδεικνύεται από τα αντίγραφα των αποσπασμάτων των βιβλίων, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης. Η απαίτηση  είναι εκκαθαρισμένη,   εάν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με αριθμητικό υπολογισμο ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στο τίτλο στοιχεία, καθώς και όταν υπάρχει καταδίκη σε τόκους ορισμένου κεφαλαίου, των οποίων η έναρξη  και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από τον νόμο (ΕφΑθ 2838/1985). Εν προκειμένω η απαίτηση αποδεικνύεται  από πραγματικά στοιχεία, ήτοι  από την ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών. Έτσι δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται  στην διαταγή πληρωμής  τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων, χρεώσεων αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο σχετικό απόσπασμα λογαριασμού  από το οποίο κατά ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων αποδεικνυεται η απαίτηση της Τράπεζας.   Ειδικότερα στην κίνηση  του λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης παρατίθενται λεπτομερώς τόσο οι καταβολές  που πραγματοποιήθηκαν  σε αυτόν όσο και έκαστο κονδύλιο των τόκων τα καταλογισθέντα  έξοδα και τα άλλα καταλογισθέντα ποσά, οπότε είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτών και ο μαθηματικός υπολογισμός τους.     Εν προκειμένω, από  την αίτηση διαταγής πληρωμής αλλά και από την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής αποδεικνύεται ότι η τελευταία εκδόθηκε  με βάση τα προσκομισθέντα   αποσπάσματα των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την επίδικη σύμβαση. Επομένως, όσον αφορά την απόδειξη της ένδικης απαίτησης, οι διάδικοι με ρητή δικονομική συμφωνία, που περιλαμβάνεται στον όρο 9 της επίδικης σύμβασης, απένειμαν πλήρη αποδεικτική δύναμη στα  αποσπασματα  του δανειακού λογαριασμού, που τηρείται στα βιβλία της καθ’ ης η ανακοπή, ο οποίος περιλάμβανε, όπως έχει αναφερθεί, την κίνηση του δανειακού λογαριασμού και τις αμοιβαίες χρεοπιστώσεις. Εφόσον δε τα αναφερόμενα ανωτέρω αποσπάσματα του δανειακού λογαριασμού, τα οποία προσκομίσθηκαν για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, είχαν αποκτήσει με ειδική δικονομική συμφωνία των διαδίκων την πλήρη αποδεικτική δύναμη του ιδιωτικού εγγράφου, η επίδικη απαίτηση  αποδεικνυόταν από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και συνακόλουθα  συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 623 ΚΠολΔ, το οποίο επιβάλλει για την έκδοση διαταγής πληρωμής να αποδεικνύεται η επιδικαζόμενη απαίτηση από ιδιωτικό ή δημόσιο έγγραφο. Μάλιστα  στο κείμενο της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και στο σημείο, που αναφέρονται τα προσκομισθέντα για την έκδοσή της έγγραφα, μνημονεύονται ρητώς τα προαναφερόμενα αποσπάσματα του τηρηθέντος  δανειακού λογαριασμού, καθώς και η συμφωνία  ότι τα απόσπασματα αυτά παράγουν πλήρη απόδειξη της οφειλής  με βάση  ρητό συμβατικό όρο. Εξάλλου από το περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων ότι  το μέγεθος της οφειλής της ανακοπτουσας θα αποδεικνύεται πλήρως, επιτρεπομένης ανταπόδειξης  από τα αποσπάσματα του δανειακου  λογαριασμού, η οποία  είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν στερεί τον πιστούχο  οφειλέτη του δικαιώματος ανταπόδειξης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019 ΝΟΜΟΣ) και δεν προσκρούει στην δημόσια τάξη (ΑΠ 35/2011, ΑΠ 27/2010 ΝΟΜΟΣ), προκύπτει  σαφώς ότι τα αποσπασματα του δανειακού λογαριασμού αναγορεύθηκαν συμβατικώς σε  έγγραφο με πλήρη απόδειξη της απαίτησης, το οποίο σε συνδυασμό  με την έγγραφη δανειακή  σύμβαση δύναται  να στηρίξει κατά νόμο την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του δανειολήπτη πιστούχου, ο οποίος μπορεί απλώς να αμφισβητήσει το ύψος των περιεχομένων στο απόσπασμα επιμέρους χρεώσεων (ΑΠ 441/2007, ΑΠ 902/2006 ΝΟΜΟΣ). Η συμφωνία που περιλαμβάνεται  σε δανειακή σύμβαση ότι η οφειλή του δανειολήπτη προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, αποτελεί έγκυρη δικονομικη σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει Γενικό Όρο Συναλλαγών, κατά την έννοια του ν. 2251/1994, αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 1268/2022).  Όσον αφορά τους ισχυρισμους  της  ανακόπτουσας ότι στο δεύτερο απόσπασμα οι εγγραφές εκκινουν από 7.12.2013, και  ότι δεν εχει προσκομισθεί απόσπασμα λογαριασμού που να αφορά στις επιμέρους χρεοπιστώσεις του λογαριασμού για τα προηγούμενα χρονικά διαστήματα, ήτοι   από την υπογραφή της συμβάσεως ή από την υπογραφή της πρόθετης πράξης λεκτέα τα εξής. Ο  ισχυρισμός ότι οι  οι εγγραφές εκκινουν από 7.12.2013, καθώς και ο  ισχυρισμός ότι δεν εχει προσκομισθεί απόσπασμα λογαριασμού που να αφορά στις επιμέρους χρεοπιστώσεις του λογαριασμού από την υπογραφή της πρόσθετης πράξης είναι απορριπτέος ως αόριστος,   διότι  η ανακόπτουσα δεν ισχυρίζεται  ότι  το χρονικό αυτό διάστημα υπήρχαν συναλλαγές και δη κίνηση λογαριασμού με εγγραφή πιστοχρεώσεων και μάλιστα ότι η ανακόπτουσα είχε καταβάλει  ποσά, τα οποία είχαν παραλειφθεί, διότι τότε μονον έχει έννομο συμφέρον να προβάλλει τον σχετικό λόγο ανακοπής. Σε κάθε δε περίπτωση   ο υπ’ αριθ. …………..  λογαριασμός που προσκομίσθηκε ενώπιον του Δικαστή για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, αφορά σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης και περιλαμβάνει μονο το διάστημα από τη μεταφορά του δανείου σε οριστική καθυστέρηση και έπειτα. Εφόσον το δάνειο κατέστη υπερήμερο τον Δεκέμβριο του 2013 ότε και είχε συμφωνηθεί να ολοκληρωθεί η ρύθμιση ο λογαριασμός οριστικής καθυστερησης δεν περιλαμβάνει το διάστημα από την ρύθμιση που συντελέσθηκε στις 28/3/2013 έως τον Δεκέμβριο του 2013.   Περαιτέρω όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν εχει προσκομισθεί απόσπασμα λογαριασμού που να αφορά στις επιμέρους χρεοπιστώσεις του λογαριασμού για τα προηγούμενα χρονικά διαστήματα, ήτοι   από την υπογραφή της συμβάσεως , ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι  όταν αναγνωρίζεται το κατάλοιπο δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής τα σχετικά κονδύλια του λογαριασμού, αλλά αρκεί να γίνεται επίκληση της αναγνώρισης (ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 192/2005, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 1524/1991). Στην περίπτωση  που, κατά το περιοδικό ή ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού, αναγνωρίσθηκε από τον οφειλέτη το προσωρινό υπόλοιπο, που προέκυψε απ` αυτό, το υπόλοιπο αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της νέας περιόδου, να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο, στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση (AΠ 1346/2022, ΑΠ 1106/1994 ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, κατά το μέρος που προβάλλεται ο ισχυρισμός  ότι η απαίτηση δεν αποδεικνυόταν εγγράφως, επειδή το ύψος του επιτοκίου δεν αποδεικνυόταν εγγράφως  από τα αποσπάσματα των λογαριασμών που προσκομίσθηκαν  για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ούτε από καποιο άλλο έγγραφο, ο λόγος αυτός είναι,  μη νόμιμος διότι σημασία  έχει ότι υφίστανται εγγραφές του οφειλομένου ποσού  και ειναι εργο της ανακοπτουσας να αμφισβητήσει  συγκεκριμένα κονδύλια, ως προεκτέθη. Τούτο διότι το απόσπασμα από τα εμπορικά βιβλία της τραπέζης αποτελεί έγγραφο στο οποίο αποτυπώνεται η κινηση  και το οριστικό κατάλοιπο  που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της δανειακής σύμβασης, καθώς και το διαμορφωθεν ύψος της οφειλής  του δανειολήπτη όχι οι κατ’ ιδίαν συμφωνίες σε σχεση με το επιτόκιο ή γενικότερα τη σύμβαση δανείου. Συνεπώς δεν είναι αναγκαία  η αναγραφή στο απόσπασμα του ύψους του επιτοκίου, με βάση το οποιο υπολογίσθηκαν τα επιμέρους ποσά τόκων, με τα οποία επιβαρύνθηκε η απαίτηση, εφόσον με δεδομένα τα σταθερά στοιχεία (κεφάλαιο και χρόνος) καθώς και το συνομολογηθεν ή καθορισμένο από το νόμο επιτόκιο  είναι δυνατός  ο προσδιορισμος του ποσού των τόκων με απλές μαθηματικές πράξεις (ΑΠ  1268/2022 Nομος),  και αντίστοιχα δεν είναι αναγκαία για την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης  η επισύναψη με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής εγγράφου  στο οποίο να αναγράφεται το εκάστοτε ισχυον και εφαρμοζόμενο  επιτόκιο. Η διαταγή πληρωμής  που εκδίδεται για κατάλοιπο  λογαριασμού από δανειακή σύμβαση,  με βάση αποσπάσματα  από τα εμπορικά βιβλία της τραπεζης, δυνάμει έγκυρης  σχετικής δικονομικης συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, δεν πάσχει από αοριστία, όταν σε αυτήν  δεν αναφέρονται το ύψος  του επιτοκίου που εφαρμόζεται  για τον υπολογισμό των τόκων και ο τρόπος υπολογισμού τους, αφού τα ποσά που αντιστοιχούν στους τόκους  προκύπτουν  με μαθηματικό υπολογισμο, με βάση την χρονικη περίοδο εκτοκισμού και ανατοκισμού  και το επιτόκιο που έχουν συμφωνήσει  οι συμβαλλόμενοι  ή ορίζεται από το νόμο. Σε περίπτωση διαταγής πληρωμής που εκδίδεται  για το κατάλοιπο του λογαριασμού απο δανειακή σύμβαση, αρκεί, η αναφορά του συνολικού καταβλητέου χρηματικού ποσού, το οποίο αποτελεί το κατάλοιπο του λογαριασμού, χωρίς να απαιτείται η αναφορά των επιμέρους κονδυλίων, τα οποία, άλλωστε προκύπτουν από τα αποσπάσματα των λογαρισμών που προσκομίσθηκαν για την έκδοσή της. Για το ορισμένο  της διαταγής πληρωμής  αρκεί να αναφέρεται ότι μεταξύ των διαδίκων  συμφωνήθηκε ότι το ποσό της απαίτησης θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα απο τα εμπορικά βιβλία της τραπεζας και ότι ο σχετικός λογαριασμός  εμφανίζει ληξιπρόθεσμο υπερ αυτης, το οποίο αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η  κίνηση του λογαριασμού από την υπογραφή της σύμβασης, χωρίς να είναι απαραιτητο να αναφέρονται τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, ούτε να προσδιορίζεται  το επιτόκιο που εφαρμόσθηκε για τον υπολογισμό  των τόκων, το οποίο επίσης δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αφού τα κονδύλια  αυτά περιλαμβάνονται στο προσκομιζόμενο  για την έκδοση της διαταγής πληρωμής  απόσπασμα, από το οποιο κατά την συμφωνία των  διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτησης της τράπεζας (ΑΠ 368/2019). Δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στην αίτηση και στη διαταγή πληρωμής  το επιτόκιο  βάσει  του οποίου υπολογίζονται  οι τόκοι, αφού το ποσοστό  του τόκου αυτού ορίζεται εκάστοτε από το νόμο και δεν αποτελεί στοιχείο της αίτησης ή της διαταγής πληρωμής, ούτε είναι αναγκαία η παράθεση του ποσοστού επιτοκίου  βάσει του οποίου  καθορίζονται τα κονδύλια των τόκων, αφού τα λοιπά  σταθερά στοιχεία  (κεφάλαιο – χρόνος) επιτρέπουν τον υπολογισμό του επιτοκίου βάσει απλών αριθμητικών πράξεων.  Αρκεί η μνεία της συμφωνίας ότι το οφειλόμενο ποσό  θα αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα  των εμπορικών βιβλίων της, που απεικονίζει  την κίνηση του λογαριασμού.     Ο ισχυρισμός τέλος ότι  στο προσκομισθεν απόσπασμα λογαριασμού δεν υπάρχει σχετική εγγραφή για το ποσό  των 84.523,94 ευρώ  που αποτελεί το ληξιπρόθεσμο κι απαιτητό  κατά την η μέρα της καταγγελίας της σύμβασης στις 15.5.2014 δεν έχει έννομο επιρροή, διότι  το ποσο που ζητείται με την διαταγή πληρωμής είναι μικρότερο του ποσού των 84.523,94 ευρώ, καθώς από το σχετικο προσκομισθεν απόσπασμα με εγγραφές επιμέρους χρεοπιστώσεων από  7/12/2013 έως 9/12/2019  αποδεικνύεται οτι έλαβαν χώρα μετέπειτα καταβολές. Επομένως ο δεύτερος  λόγος ανακοπής πρεπει να απορριφθεί  ως προς ολα τα σκέλη του  κατα τις ανωτέρω διακρίσεις. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 («Προστασία των καταναλωτών»), όπως αντικ. με το άρθρ. 2 παρ. 2 του ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός γ.ο.σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού [βλ. ΟλΑΠ15/2007, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 633/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ387/2020], οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε γ.ο.σ. ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Εκτός από την παραπάνω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των γ.ο.σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του άρθρου 2 ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικά και τριάντα δύο περιπτώσεις γενικών όρων (η τελευταία των οποίων προστ. με το άρθρ. 2 παρ. 3 ν. 3587/2007) που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα [βλ. ΟλΑΠ 12/2017, ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 633/2023, ΑΠ 368/2019]. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 4 περ. α΄ του ίδιου νόμου (όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρ. 100 παρ. 4 του ν. 4518/2018, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρ. 126 αυτού, δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του), ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής είναι το πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης αυτών. Τέτοιος δε, τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν άμεσα τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των γ.ο.σ. τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, oι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες *πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών [βλ. ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 633/2023, ΑΠ 1268/2022, ΑΠ 368/2019, 1463/2017]. Περαιτέρω, με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16.2.1998 «σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη», το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες.  Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ. Ζ1-178/13.2.2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β` 255/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β` 1353/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ. στ1 της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων.  Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23.4.2008 «για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου», με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23.6.2010 των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας – Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, «η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών σπς συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου».  Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της παραπάνω ΚΥΑ ορίζεται ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και «οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ», ενώ σύμφωνα με το άρθρ. 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως «καταναλωτής» θεωρείται «κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του». Με το άρθρ. 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β`), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β`) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β ). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η προαναφερόμενη (ΚΥΑ ΖΙ699/23.6.2010) αφορά μόνο καταναλωτικά δάνεια – με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής – και όχι επαγγελματικά δάνεια, όπως είναι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Ο γ.ο.σ. σε τραπεζικές συμβάσεις πίστωσης που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, είναι καταχρηστικός, ως αντίθετος στην αρχή της διαφάνειας η οποία συνάγεται από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 και η οποία επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με το συγκεκριμένο όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος) στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον, όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών, επιβαρύνεται για κάθε ημέρα με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, κατ` επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 2008/48/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23.6.2010 των Υπουργών Οικονομικών-Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας-Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β` 917/23.6.2010) και παλαιότερα κατ’ επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 98/7/ΕΚπου ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο, με την ΚΥΑ Ζ1-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β` 255/8.3.2001), η οποία καταργήθηκε με την επόμενη πιο πάνω ΚΥΑ, γεγονός που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου. (ΑΠ 633/2023, ΑΠ 699/2023, ΑΠ 1346/2022,ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ).  Εξαλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 585 παρ. 2, 632 παρ. 1 και 216 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, μπορούν δε να αφορούν είτε στην τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ’ ου η ανακοπή, ενστάσεις. Στην αντίθετη περίπτωση, οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται ως αόριστοι (ΑΠ 1881/2014, ΑΠ 1180/2009, δημοσιευμένες στη Νόμος, ΑΠ 2073/2007 ΕλλΔνη 2008.424, ΕΑ 1731/2010, ΕφΘεσ 317/2009 ΔΕΕ 2009.819). Στο πλαίσιο αυτό, επί προβαλλόμενης με λόγο ανακοπής, καταχρηστικότητας των γενικών όρων συναλλαγών σε σύμβαση, πρέπει να εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενό τους, ώστε να ερευνηθεί, αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, καθώς και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της, όπως επίσης και το εάν οι όροι επιβλήθηκαν δίχως να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις διαφάνειας και δίχως επαρκή ενημέρωση του ανακόπτοντος (ΑΠ 350/2016, ΑΠ 15/2007, δημοσιευμένες στη Νόμος). Ενόψει των ανωτέρω εύλογα απορρίπτεται λόγος ανακοπής κατά  διαταγής πληρωμής, όταν ο λόγος αυτός στηρίζεται στην καταχρηστικότητα συγκεκριμένων γενικών όρων, χωρίς, όμως, ο ανακόπτων να διευκρινίζει αν η έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής έγινε σε εκτέλεση οποιουδήποτε από αυτούς τους καταχρηστικούς όρους ή να ισχυρίζεται ότι συνεπεία των όρων αυτών επιβαρύνθηκε ο ίδιος ουσιωδώς σε συγκεκριμένη περίπτωση και δη με εξειδίκευση, ποσοτικοποίηση και προβολή κατ’ ορισμένο τρόπο της επιβάρυνσής του αυτής. Και τούτο καθόσον το κύρος της διαταγής πληρωμής δεν πλήττεται από το λόγο και μόνο ακυρότητας τυχόν επιμέρους όρων της σύμβασης, αλλά μόνο εφόσον η ύπαρξη των όρων αυτών συνετέλεσε κατά τρόπο ουσιώδη στην έκδοση της διαταγής πληρωμής, περιάγοντας τον μεν ανακόπτοντα σε δυσμενή θέση, τον δε καθ’ ου η ανακοπή σε προνομιακή, στην οποία δεν θα είχε περιέλθει, αν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί στη σύμβαση (ΑΠ 15/2007, όπ.π.). Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής για απαίτηση από κατάλοιπο λογαριασμού, μάλιστα, για να είναι ορισμένος ο τυχόν λόγος ανακοπής, που αναφέρεται στην απαίτηση, πρέπει να περιέχει ισχυρισμούς, που αναφέρονται στα κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού και δεν αρκεί μόνη η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας αυτού (ΑΠ 491/1994, ΕφΛαρ 317/2010,  ΕφΘεσ 794/2007 Τ.Ν.Π. «Νόμος»). Αόριστος, συνεπώς θα είναι ο λόγος ανακοπής περί καταχρηστικότητας συγκεκριμένων όρων σε δανειακή σύμβαση, εάν δεν αναφέρεται στο δικόγραφο κατά πόσο επηρεάζονται επιμέρους χρεώσεις, που αναγράφονται στον τηρηθέντα σχετικώς λογαριασμό και ποιο θα ήταν το οφειλόμενο ποσό, εάν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί (πρβλ. ΑΠ 1313/2007 ΕλλΔνη 2008. 1651, ΕφΑΘ 295/2001 ΔΕΕ 2002. 544).  Με τον τρίτο  λόγο  ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι είναι καταχρηστικός ο όρος   της επίδικης  σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίον, στην από 28.3.2013 πρόσθετη πράξη ορίσθηκε περίοδος εκτοκισμού 1 μηνός, κατά την λήξη της οποίας προκύπτει δεδουλευμένος τόκος. Περαιτέρω ισχυρίζεται οτι είναι καταχρηστικός ο όρος, σύμφωνα με τον οποίον ο τόκος του δανείου υπολογίζεται με βάση το έτος 360 ημερών, διότι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας και επιβαρύνει τον ανακόπτοντα κατά 1,3889% με περισσότερους τόκους,   δημιουργώντας μία πρόσθετη κατά έτος επιβάρυνση σε σχέση με  το αναμενόμενο από τον οφειλέτη ποσοστό επιτοκίου, χωρίς η επιβάρυνση αυτή να μπορεί να δικαιολογηθεί από την επίκληση κάποιου σύνθετου  χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους  εύλογους για τον οφειλέτη λόγους ή από κάποιο  δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας. Ότι  με τον υπολογισμό των τόκων  με βάση το έτος 360 ημερών διασπαται τεχνητά και κατ’ αποκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του  καταναλωτή, το έτος στο οποιο όφειλε να αναφερεται το επιτοκιο και δημιουργείται πρόσθετη επιβάρυνση, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, με αποτέλεσμα η δανειακή σύμβαση να είναι άκυρη λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος  καθόσον η ανακόπτουσα  προβαίνει σε μία γενική αμφισβήτηση της ορθότητας της οφειλής της, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένα κατά ποιο ποσό επιβαρύνθηκε η επιτασσόμενη απαίτηση εξ αιτίας των  επικαλούμενων ως καταχρηστικων όρων,     ούτε  θίγει  επιμέρους κονδύλια  επαρκώς προσδιορισμένα, λαμβανομένου υπόψη ότι, ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου ποσού της διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται  από περισσότερα επιμέρους κονδύλια, και της επιταγής προς πληρωμή, χωρίς να πλήττονται αυτές στο σύνολό τους (ΕφΑθ 1159/2012,  ΕφΑθ 1778/2010 NOMOΣ). Δεν  προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν τα πληττόμενα δια του λόγου αυτού κονδύλια του λογαριασμού. Ειδικότερα δεν   εκτίθεται  εάν με τους επικαλούμενους ως καταχρηστικους όρους επηρεάζεται  κάποιο συγκεκριμένο  κονδύλιο από τα αναγραφόμενα στο λογαριασμό  και κυρίως ποια έπρεπε να είναι η συνολική οφειλή της, αν δεν υπήρχαν  οι επικαλούμενοι ως καταχρηστικοι  αυτοι όροι, ενώ παράλληλα δεν εκτίθεται ότι συνεπεία των ανωτέρω όρων της συμβάσεως επιβαρύνθηκε η ίδια ουσιωδώς ή ότι η ύπαρξη του όρου συντέλεσε στη μη κανονική  εκπλήρωση των από την σύμβαση υποχρεώσεών της, στην  καταγγελία εκ μέρους της Τράπεζας της σύμβασης και στην διαμόρφωση του οφειλόμενου ποσού.  Ειδικώς δε για τον  όρο, σύμφωνα με τον οποίον ο τόκος του δανείου υπολογίζεται με βάση το έτος 360 ημερών, δεν γίνεται  προσδιορισμός των τόκων με βάση το έτος των 360 ημερών και των τόκων με βάση το έτος των 365 ημερών επι συγκεκριμένου κεφαλαίου, ώστε να προκύπτει η μεταξύ τους διαφορά, κατά την οποία και μόνο θα ήταν ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής. Ούτε επίσης  παρατίθενται  στοιχεία που θα καθιστούσαν δυνατή την εξαγωγή του αμφισβητούμενου ποσού έστω από το Δικαστήριο με μαθηματικούς υπολογισμούς.  Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 “επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών”. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Από τη γραμματική διατύπωση όμως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης “βαρύνουσα” στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον Ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων – δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ` άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 1073/2023,ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τον τέταρτο  λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η πιστώτρια τράπεζα παράνομα και καταχρηστικά, με προδιατυπωμένους στην επίδικη πιστωτική σύμβαση όρους, απαλλάχθηκε από την εισφορά του Ν. 128/1975, μετακυλώντας το βάρος αυτής προς τον δανειολήπτη, χωρίς να αναφέρει ειδική αιτία για την εν λόγω επιβάρυνση, το δε ποσοστό αυτής καίτοι φόρος, παρανόμως αθροιζόταν στο συμβατικό επιτόκιο προσαυξάνοντάς το, ώστε  οι ως άνω όροι  να πάσχουν ακυρότητας κατ’ άρθρο  174 ΑΚ και περαιτέρω βάσει επίσης   προδιατυπωμένου  συμβατικού  όρου  καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης,  χρέωνε αυτούς παράνομα με ποσά για την εν λόγω εισφορά, τα οποία στη συνέχεια κεφαλαιοποιούσε, εκτόκιζε και  ανατόκιζε ομοίως παράνομα, αφού είχε ενσωματώσει την εισφορά στο επιτόκιο. Ότι με βάση τα παραπάνω, η ακυρότητα των επιμέρους ποσών της εισφοράς του Ν. 128/75 και του παράνομου ανατοκισμού τους επιδρά στην έγγραφη απόδειξη και στο εκκαθαρισμένο της απαίτησης, αφού δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λογω του είδους της εγγραφής, αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσής τους στα ποσά των τόκων,  με συνέπεια να καθίσταται αδύνατος  ο προσδιορισμος του ύψους της οφειλής,  η ένδικη απαίτηση να είναι στο σύνολό της  αννεκαθάριστη,  λόγω των παρανόμως χρεωθέντων ποσών εξαιτίας  του παράνομου ανατοκισμού  της εισφοράς του ν. 128/75.  Ότι οι όροι με τους οποίους μετακυλίεται στον ανακόπτοντα η επιβολή της εισφοράς του Ν. 128/75 είναι άκυροι, διότι δεν προβλέπεται  η αιτία απαλλαγής της τράπεζας απο την υποχρέωση καταβολης της εν λόγω εισφοράς Ο ερευνώμενος αυτός  λόγος ανακοπής,   πέραν της πρόδηλης αοριστίας του,  καθόσον  η ανακόπτουσα δεν προσδιορίζει κατά ποιό ποσό επιβαρυνεται η επιτασσόμενη απαίτηση εξαιτίας των επικαλούμενων ως καταχρηστικών όρων ούτε θίγει  επιμέρους κονδύλια  επαρκώς προσδιορισμένα, πρέπει να  απορριφθεί  ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι όπως προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό των δανείων της τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά μεταξύ αυτού και της πιστοδότριας τράπεζας, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής, είναι νόμιμος γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 ΑΚ ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων (ΑΠ 330/2010, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 570/2010), ο δε έλεγχος του αντίστοιχου συμβατικού όρου περιορίζεται στην τήρηση των όρων της διαφάνειας.  Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, νόμιμα επιβλήθηκε  η εν λόγω εισφορά, αφού αυτή ήταν η συμφωνία των συμβαλλομένων μερών με σχετικό συμβατικό όρο, η οποία ήταν καθ’ όλα έγκυρη ως μη προσκρούουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, δεδομένου και ότι οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης ικανοποιήθηκαν, αφού για τη χρέωση αυτή πραγματοποιήθηκε ειδική αναφορά στη σύμβαση.   Ο περαιτέρω, περιλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο της ενδίκου ανακοπής, ισχυρισμός του ανακοπτόντος  ότι παρανόμως τα ποσά αυτά προστίθεντο στο εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού και εκτοκίζοντο, περαν της πρόδηλης αοριστίας του, αφού δεν αναφέρει επακριβώς τα επί πλέον ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκε παράνομα και ποιο τελικά είναι το ποσό που από αυτά τα κονδύλια οφείλει, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του και σε καταφατική περίπτωση να αφαιρεθούν αυτά από το συνολικό ποσό της απαίτησης που αναγράφεται στην προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, παρά μόνο προτείνεται από αυτον μία γενική και ασαφής αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού που τηρείτο προς εξυπηρέτηση της επίδικης  συμβάσεως, είναι απορριπτέος  ως νόμω αβάσιμος καθόσον το ποσό της εισφοράς του Ν. 128/1975 νόμιμα μπορεί να ανατοκίζεται, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (βλ. Σπ. Ψυχομάνη, άρθρο «Τα τραπεζικά επιτόκια» σε ΝοΒ 1995, σελ. 16-17). Εν προκειμένω, δοθέντος ότι η εν λόγω εισφορά αποτελούσε, με βάση τις προαναφερόμενες ρητές προβλέψεις της ένδικης δανειακής σύμβασης, μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, νόμιμα κεφαλαιοποιείται, εκτοκίζεται και ανατοκίζεται, κατά τα προεκτεθέντα.   Η εισφορά του ν. 128/75, εφόσον συμφωνηθεί η μετακύλιση στον δανειολήπτη, όπως εν προκειμένω, λογίζεται σύμφωνα με τη διαταξη του άρθρου 293 παρ. 1 εδ.α ΑΚ ως τόκος και ως τόκος, νόμιμα ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπων καθυστερούμενων τόκων,  αφού αποτελεί  μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Ως εκ τούτου, εφόσον η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/75 δεν είναι παράνομη και η εισφορά νόμιμα ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται, δεν επηρεάζεται ούτε η αποδεικτικότητα της απαίτησης της καθ’ης με έγγραφα, ούτε το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης (ΑΠ 999/2019,  Εφ Λαμ 5/2022, ΕφΠατρ 58/2021  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου  υπήρξε ενημέρωση της δανειολήπτριας, αφού αποτέλεσε αντικείμενο της μεταξύ τους συμβάσεως και δεν συντρέχει άλλος λόγος για την απαγόρευση της σχετικής ρήτρας.Από το περιεχόμενο του επίμαχου συμβατικού όρου προκύπτει ότι σε αυτόν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην ειδική εισφορά του ν. 128/1975 και συνεπώς οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν τηρηθεί.  Σύμφωνα με το άρθρο 181 ΑΚ, δικαιοπραξία της οποίας ένα μέρος είναι άκυρο, παραμένει ισχυρή κατά το υπόλοιπο και μόνον κατ`εξαίρεση μπορεί να συνάγεται ή να αποδεικνύεται ότι κατά τη βούληση των μερών η ακυρότητα καταλαμβάνει όλη τη δικαιοπραξία, δηλαδή καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας υπέρ της μερικής ακυρότητας. Η μερική ακυρότητα δεν αναφέρεται στο ουσιώδες περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, οπότε θα προκαλούσε ολική ακυρότητα, αλλά σε επί μέρους όρο, ρήτρα, παροχή της δικαιοπραξίας ή και σε μέρος αυτών. Η μερική ακυρότητα δεν σχετίζεται με την αιτία της ακυρότητας, αλλά αφορά την ενέργειά της με συνέπεια να μπορεί να επέλθει ολική ακυρότητα σε περιπτώσεις που ο λόγος της ακυρότητας αφορά ουσιώδες μέρος της δικαιοπραξίας. Αντικείμενο της μερικής ακυρότητας μπορεί να αποτελέσει μόνο η δικαιοπραξία που μπορεί να κατατμηθεί σε περισσότερα μέρη, χωρίς να μεταβάλλεται το είδος της, έτσι ώστε το έγκυρο μέρος να ισχύει ως αυτοτελής δικαιοπραξία μετά την αφαίρεση του άκυρου μέρους. Η ακυρότητα του μέρους συμπαρασύρει όλη τη δικαιοπραξία, εάν συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα την επιχειρούσαν χωρίς το άκυρο μέρος. Για το σκοπό αυτό αναζητείται ερμηνευτικά όχι η πραγματική αλλά η υποθετική ή εικαζόμενη θέληση που θα είχαν οι δικαιοπρακτούντες κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, αν γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους με βάση και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή το δικαστήριο συμπληρώνει με νομικό πλάσμα τη θέληση των μερών. Η εξακρίβωση της θέλησης των μερών θα γίνει με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και με κριτήρια αντικειμενικά, όπως η φύση της δικαιοπραξίας και ο επιδιωκόμενος σκοπός και υποκειμενικά, όπως τα ελατήρια, οι συνήθειες και τα συμφέροντα των δικαιοπρακτούντων. Η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης προϋποθέτει ότι τα μέρη αγνοούσαν την ακυρότητα του μέρους, διαφορετικά δεν θα είχαν περιλάβει το άκυρο μέρος, διότι αν το περιέλαβαν εν γνώσει της ακυρότητας δεν εφαρμόζεται η διάταξη. Όποιος συνεπώς επικαλείται ολική ακυρότητα της δικαιοπραξίας πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι τα μέρη δεν θα κατάρτιζαν την όλη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος. Προς τούτο πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα περιστατικά από τα οποία θα συναγάγει το δικαστήριο ότι οι δικαιοπρακτούντες -συμβαλλόμενοι είχαν αποδώσει τέτοια σημασία στο άκυρο μέρος (σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν με μνεία μεταξύ άλλων και της επιδιωκόμενης οικονομικής αξίας), ώστε αν κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας γνώριζαν την ακυρότητά του, δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία (AΠ 168/2021). Από το συνδυασμό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (άρθρο 2 παρ.6 και 8 ν.2251/1994, 181, 200 ΑΚ) συνάγεται ότι η ακυρότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) δεν επιδρά επί του κύρους όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (άρθρο 181 ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σ` αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Ως προς το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός ΓΟΣ, γίνεται δεκτό ότι το σχετικό κενό καλύπτεται καταρχήν με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, διαφορετικά από τη συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθρο 200 του ΑΚ (ΑΠ 1060/2019, ΑΠ 105/2019). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 παρ. 2, 632 και 633 ΚΠολΔ, λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει), εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή την οποίαν αυτή αφορά είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία πήγαζε. Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά κατά τα προεκτεθέντα φέρει χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άνω άρθρου (633 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013). Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της (1138/2020, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1060/2019 ΝΟΜΟΣ).  Με τον πεμπτο λόγο ανακοπής, που η ανακόπτουσα  επικαλουμενη, κατ’ ορθην εκτίμηση, ότι στην δανειακή συμβαση και στην πρόσθετη πράξη, που αποτέλεσε την αιτία για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής έχουν συμπεριληφθεί προδιατυπωμένοι όροι (ΓΟΣ), που αναφέρει με τους προηγούμενους λόγους της ανακοπής του, οι οποίοι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, διότι προσκρούουν στην διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 και  του Ν. 2251/1994,  προβάλλει ισχυρισμό περι ολικής ακυρότητας της δανειακής σύμβασης.  Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, κατόπιν της κατά τα παραπανω  απόρριψης των προαναφερόμενων λόγων περί ύπαρξης καταχρηστικών όρων στην σύμβαση. Σε κάθε δε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθώς πέραν του ότι  δεν συνδέεται  με την προσβολή ορισμένου κονδυλίου και  δεν αναφέρονται οι συνέπειες της ύπαρξης των εν λόγω συμβατικών όρων  στην εξέλιξη της επίδικης σύμβασης και στη διαμόρφωση του τελικώς οφειλόμενου ποσού, η ανακόπτουσα ουδόλως μνημονεύει στο δικόγραφο της ανακοπής  συγκεκριμένα συγκεκριμενα περιστατικά,  από τα οποία να συνάγεται ότι η εν λόγω σύμβαση δεν θα είχε  επιχειρηθεί  από τα συμβαλλομενα μέρη  χωρίς το άκυρο μέρος της (181 ΑΚ). Η ανακόπτουσα  δεν επικαλείται περιστατικά από τα οποια να προκύπτει ότι  οι συμβαλλόμενοι στην δανειακή σύμβαση είχαν προσδώσει τέτοια σημασία στον όρο, ώστε αν κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας γνώριζαν την ακυρότητά του, δεν θα επιχειρούσαν την δικαιοπραξία (ΑΠ 168/2021). Προβάλλει δε ισχυρισμό περι ολικής ακυρότητας της δανειακής σύμβασης, χωρίς ωστόσο να προβάλλει ότι η ακυρότητα αυτή είναι τόσο ουσιώδης, ώστε να επιφέρει ταυτόχρονα ακυρότητα της όλης σύμβασης (άρθρο 181 ΑΚ) και χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένο κονδύλιο ή κονδύλια, με τα οποία επιβαρύνθηκε για την πιο πάνω αιτία η οφειλή τους με παράνομους τόκους, ώστε να συνδέεται η ακυρότητα του ανωτέρω όρου, κατά ορισμένο και σαφή τρόπο, με τη διαμόρφωση του ύψους της απαίτησης, προκειμένου έτσι, σε περίπτωση που κριθεί βάσιμος ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής, να μειωθεί το συνολικό ποσό της απαίτησης που επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής μόνον κατά το ποσό κατάλυσης της οφειλής και να μπορέσει το δικαστήριο της ανακοπής να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, κατά το επί πλέον αυτό ποσό που η ανακόπτουσα διατάχθηκε να πληρώσει  στην καθ’ης, αφού, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, στην περίπτωση αυτή η διαταγή πληρωμής δεν είναι άκυρη στο σύνολό της (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 370/2012 ΝΟΜΟΣ).

Από τις διατάξεις των άρθρων  924, 904, 916, 918 και 919  του ΚΠολΔ  προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρεπει να περιέχει  σύντομη μνεία του ποσου που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη  να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα αρκεί να προκύπτει  από την επιταγή η αιτία της απαιτήσεως, η οποία κατ’ αρχήν  θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κατω από τον οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς  και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τοκους και έξοδα.  Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί  και να αποδείξει την απόσβεση της απαιτήσεως ή την ανακρίβεια των κονδυλίων  ή το εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων.  Οι καταβολές του οφειλέτη δεν αποτελούν στοιχείο του περιεχομένου  της επιταγής, αναγκαίο για το κύρος της, αλλά βάση ενστάσεως του οφειλέτη. Επίσης, ούτε το ποσό  του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή, αφού το μεν ποσοστό  του τόκου ορίζεται από το νόμο, το δε ποσό των τόκων  που θα καταβληθεί  μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήματος  που θα έχει παρέλθει μέχρι της ημερομηνία εξοφλήσεως της επιταγής.  (ΑΠ 194/1995 ΕΛΛΔνη 1996. 101). Έτσι η παράλειψη  καθορισμού του τρόπου υπολογισμού των οφειλομένων τόκων δεν δημιουργεί ακυρότητα  της επιταγής, αφού ο υπολογισμός αυτός μπορει να γίνει με ακρίβεια από τα γνωστά δεδομένα, όπως το κεφάλαιο, η έναρξη των  τόκων, η διάρκεια του χρέους, το επιτόκιο που καθορίζεται από τον νόμο (ΑΠ 474/1999). Τα παραπάνω ισχύουν  και σε περίπτωση που το συνολικό κεφάλαιο αποτελείται από επί μέρους κονδύλια, η τοκοφορία των οποίων αρχίζει  από διαφορετικό χρονικο σημείο, διότι και σε αυτήν την περίπτωση ο υπολογισμός των τόκων μπορεί να γίνει με ακρίβεια, δεδομένου ότι και τα στοιχεία αυτά  (επί μέρους κονδύλια, έναρξη τοκοφορίας καθενός) είναι γνωστά και  προκύπτουν από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή.  Με τον  δεύτερο λόγο ανακοπής κατά το  σκέλος του που  βάλλει κατά της επιταγής προς εκτέλεση,  ισχυρίζεται η ανακόπτουσα ότι η,για τα ως άνω   εκτεθέντα υπό τον δεύτερο  λόγο ανακοπής κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του,  ακυρότητα του τίτλου της ανακοπτόμενης Διαταγής πληρωμής, η οποία έχει σαν συνέπεια την ακυρότητα της Διαταγής Πληρωμής στο σύνολό της, επιφέρει και την ακυρότητα της ανακοπτόμενης  από 28-6-2023 επιταγής  προς πληρωμής, καθως από τον τίτλο δεν προκύπτει το εκκαθαρισμένο της απαίτησης. Ο λογος αυτός ειναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί μη πληρωθείσης προϋποθέσεως, δηλαδή ότι είναι άκυρη η διαταγή πληρωμής για τους ανωτέρω απορριφθέντες  λόγους. Αφού λοιπον απερρίφθησαν οι ανωτέρω λόγοι,  συνακολούθως πρέπει να απορριφθούν    και κατα το μέρος  που πλήττεται για τους αυτούς   λόγους η επιταγή κατ άρθρο 933 ΚπολΔ. Κατα το  μερος που πληττεται η επιταγή για αοριστία  ο λόγος είναι αβασιμος, καθοσον  η ακριβής αναγραφή του ποσού των τόκων δεν είναι αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσα,  αφού  αφενός ο υπολογισμός αυτός  μπορεί να γίνει με ακρίβεια  από τα γνωστά δεδομένα, που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη επιταγή, ήτοι το κεφάλαιο, η έναρξη τοκοφορίας και το επιτόκιο, αφετέρου δε το ποσό των τόκων είναι μεταβλητό (προσαυξανόμενο) έως την εξόφληση της οφειλής. Η επιταγή προς εκτέλεση πρεπει να περιέχει  σύντομη μνεία του ποσου που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη  να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα αρκεί να προκύπτει  από την επιταγή η αιτία της απαιτήσεως  καθώς  και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τοκους και έξοδα.  Η παράλειψη των κονδυλίων των τόκων και του καθορισμού του τρόπου υπολογισμού των οφειλόμενων τόκων  δεν δημιουργεί ακυρότητα  της επιταγής, αφού ο υπολογισμός αυτός μπορεί να γίνει με βαση τα γνωστα δεδομένα, όπως το κεφάλαιο, η έναρξη των τόκων και η διάρκεια του χρέους.

Με τον έκτο λόγο ανακοπής  η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η  ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………….” εκκίνησε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης  εναντίον της με την επίδοση της από 5.5.2017 επιταγής και την υπ’ αριθ. …../19.6.2017 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, ………………. και επέσπευσε πλειστηριασμό του περιγραφομένου ακινήτου της στον Πειραιά. Ότι η ……..  ανήγγειλε ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού  την απαίτησή της εκ της επίδικης  σύμβασης. Ότι εκ του συνολικού πλειστηριάσματος  ύψους 800.000 ευρώ, διανεμήθηκε το ποσό των 791.269,76 ευρώ και η ……… κατατάχθηκε τυχαία και  σύμμετρα στο 10% του ποσού, ήτοι για ποσό 24.973,38 ευρώ. Ότι εκ του ανωτέρω ποσού των 24.973,38 ευρώ ουδέν ποσό  συνυπολογίσθηκε και επιμετρήθηκε μειωτικά από την καθ’ης  κι επομένως οι ανακοπτόμενες πράξεις τυγχάνουν ακυρωτέες. O λόγος αυτός ανακοπής είναι απορριπτέος ως  αόριστος, καθόσον  δεν εκτίθεται εάν έχουν ασκηθεί ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης, ποια ήταν η τύχη των ανακοπών, αν ασκήθηκαν επ’ αυτών ένδικα μέσα, εάν έχει τελεσιδικήσει ο πίνακας κατάταξης και σε περίπτωση τελεσιδικίας του, εάν έχει γίνει είσπραξη του εκπλειστηριάσματος.Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω,  μετά την απόρριψη όλων των λόγων της ανακοπής,  πρέπει η υπό κρίση ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και κατά της επιταγής  να απορριφθεί  στο σύνολό της,κατά τις ανωτέρω διακρίσεις  και να επικυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής (άρθρο 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Συνεπώς η εκκαλουμένη η οποία,  αφού έκανε δεκτό τον δεύτερο  λόγο ανακοπής κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, δέχθηκε ακολούθως την ανακοπή ως  βάσιμη  και ακύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής,  έσφαλε  και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου   εφέσεως, να γίνει δεκτή η έφεση στο σύνολό της να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη,  να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί  η ανακοπή. Τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ανακόπτουσας – καθ` ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ(άρθρα 106, 176, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 65, 66, 68 παρ. 1 και 63 αρ. 1 του Ν. 4194/2013 – Κώδικα Δικηγόρων) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό,  θα επιβληθεί δε δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού  υπέρ της εκκαλουσας  λόγω της   υποβολής αιτήματος  με το εφετήριο (άρθρ. 106 ΚΠολΔ,  Εφ. Πατρών 311/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).  Πρέπει επίσης ,μετά δε την  παραδοχή της εφέσεως, να διαταχθεί η  απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στις καταθέσασες   (495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την έφεση και την εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση αντιμωλία των διαδίκων, της εκκαλούσας αντιπροσωπευομένης από την   αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 1116/2025 απόφαση του     Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην  εκκαλούσα.

Κρατεί και δικάζει την ανακοπή.

Απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει την ανακοπτομένη με αριθμό ……./2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Επιβάλλει σε βάρος της ανακοπτουσας – εφεσιβλήτου την δικαστική δαπάνη  της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας  του παρόντος βαθμού την οποίαν ορίζει σε χίλια  (1000) Ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος της ανακοπτουσας – εφεσιβλήτου την δικαστική δαπάνη  της εκκαλουσας  του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας την οποίαν ορίζει σε πεντακόσια   (500) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις  31.8.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ