EΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Αποφάσεως 555/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Μοτσοβολέα, Εφέτη, που ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιως και την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, την ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας : Της εταιρείας με την επωνυμία «……………. » (η «…………. ») που εδρεύει στην ………. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσας νομίμως από την ………… (υπ’ αριθμ. 207/1/29.11.2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεια Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυναμει των διατάξεων του ν. 4354/2015, και της Πράξης 118/19.5.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..” με έδρα την ……., κατά τα οριζόμενα στο από 22-6-2021 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων και σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει, στον οποιο δικαιούχο της απαίτησης, η ανώνυμη με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «…………», όπως εκπροσωπείται νόμιμα έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της απο 30.4.2020 σύμβασης μεταβίβασης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών) και σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Αικατερίνη Γουναροπούλου.
Των εφεσιβλήτων:1) ……………η οποια εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Όλγα Καζανίδου, 2) …………….., o οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Οι ανακόπτοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 29-3-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2023 ανακοπή κατά της καθ’ης, και ζήτησε να γίνει δεκτη. Επί της ανωτέρω ανακοπής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθμ. 2809/2024 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η καθ’ης με την από 17-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2025 έφεσή της, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης …………./2025 και προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 8-5-2025 και μετ’ αναβολή για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι των παρισταμένων διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 ΚπολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 73 ΚπολΔ), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με τον θάνατό του (αρθρο 35 ΑΚ). Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 313 παρ. 1 εδ. δ ΚπολΔ, απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητώς ως άκυρη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚπολΔ, οι οποίες κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 524 του ιδίου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ’ έφεσιν δίκη σε συνδυασμό με τις ως άνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στην συνεχεια (πρινα από την αμετάκλητη περάτωσή της) επέρχεται τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νομιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτος της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες, μονο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το περας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και συνακόλουθα τα ασκουμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η έφεση πρέπει να απευθύνονται κατα των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο εκκαλών είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου αντιδικου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την έφεση. Η έφεση, επομενως, που απευθύνεται κατα του αποβιώσαντος, χωρίς, ομως, ο εκκαλών να γνωριζει τον θάνατο, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος οι οποιοι καλούνται προς τούτο η εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στην θέση του εφεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς. (ΑΠ 2030/2017 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η έφεση απευθύνεται κατά του δεύτερου εφεσιβλήτου, ο οποίος, όπως προκύπτει από το μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο από την πρώτη εφεσίβλητη υπ’ αριθ. ……/4-12-2024 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης, απεβίωσε στις 2-12-2024, ήτοι μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και πριν την άσκηση της ενδίκου εφέσεως (στις 20 -1- 2025). Από τα αυτά δε στοιχεία, τα όσα προβάλλονται από τους διαδίκους και, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός για γνωστοποίηση στην εκκαλούσα του θανάτου τούτου κατά το προ της άσκησης της έφεσης χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι η εκκαλούσα δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου πριν την άσκηση της έφεσης, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του ως άνω θανόντος διαδίκου και να απευθύνει την έφεση κατ’ αυτών και συνεπως η έφεση είναι ισχυρή. Από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την εκκαλούσα υπ’ αριθ. ……. έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντιγραφο της υπό κρίση εφέσεως με πράξη ορισμού και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 8-5-2025 επιδόθηκε στον δεύτερο εφεσίβλητο. Η επίδοση δικογράφου σε πρόσωπο που έχει αποβιώσει ειναι ανυπόστατη και άκυρη. Επομένως η σύζητηση ως προς αυτόν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Περαιτέρω, ως προς τους λοιπούς διαδίκους η κρίση έφεση της καθ’ης η ανακοπή κατά της υπ’ αριθ. 2809/2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε την από από 29-3-2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2023) ανακοπή της πρώτης ανακόπτουσας εναντίον της καθ’ης (στην οποία παραδεκτώς σωρεύοντο η ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 και η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, άρθρα 632 παρ. 6, 218 ΚπολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 ΚΠολΔ), αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ εξάλλου δεν έχει παρέλθει διετία από την δημοσίευσή της, αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό της έχει καταβληθει και το νόμιμο παράβολο (βλ. το με κωδικό πληρωμής …………./2025 παράβολο ) σύμφωνα με την παράγραφο 3 εδ.3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ. Είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της (533 παρ. 1 ΚΠολΔ ) κατά την αυτή ως άνω διαδικασία .
Με την από 23-11-2022 ανακοπή η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη ζητούσε, για τους λόγους που αναφέρει α) να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. …./2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε για απαίτηση της καθ’ης η ανακοπή σε βάρος της, συνολικού ποσού 63.370,45 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση που απορρέει από την υπ’αριθ. ……/24-10-2005 σύμβαση ανοικτού επιχειρηματικού δανείου «…….» μετα του με ιδία ημερομηνία πρόσθετου συμφώνου, η οποία συνήφθη μεταξυ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» ως δανείστριας και της εφεσιβλητης ως πιστουχου, με την οποία χορηγήθηκε στην ανακόπτουσα δάνειο ανοικτής πιστωσης ποσού 10.000 ευρώ, β) η από 17-3-2023 επιταγή προς πληρωμή που έχει τεθεί κατω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με την υπ’ αριθ. 2809/2024 απόφασή του δέχθηκε τον τρίτο λόγο ανακοπής και, χωρίς να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους, για τους οποίους έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα, δέχθηκε την ανακοπή ως προς αμφότερες τις σωρευόμενες ανακοπές (632 και 933 ΚπολΔ) ως ουσιαστικά βάσιμη και ακύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής και την επιταγή. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα, επικαλούμενη ότι ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων συμπεριλαμβανομένης και της ένδικης απαιτήσεως, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία « …………………», παραπονείται με την υπό κρίση έφεση και για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, αναγομένους σε εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της ανακοπής καθώς και να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στην εν γένει δικαστική της δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Mε τον τρίτο λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυριζεται ότι τα προσκομιζόμενα αποσπασματα δεν αποτυπώνουν τη συνολική κίνηση του λογαριασμού από την έναρξη λειτουργίας αυτού (25-11-2005) έως το οριστικό κλείσιμο του (25-4-2008), διότι από την παράθεση των αποσπασμάτων δεν προσκομίσθηκαν οι λογαριασμοί των μηνών Μαίου, Ιουνίου και Ιουλίου του έτους 2006, με αποτέλεσμα η απαίτηση να μην είναι βέβαιη κι εκκαθαρισμένη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι η ανακόπτουσα δεν ισχυρίζεται ότι το χρονικό αυτό διάστημα υπήρχαν συναλλαγές και δη κίνηση λογαριασμού με εγγραφή πιστοχρεώσεων και μάλιστα ότι αυτή είχε καταβάλει ποσά, τα οποία είχαν παραλειφθεί, διότι τότε μονον έχει έννομο συμφέρον να προβάλλει τον σχετικό λόγο ανακοπής. Εξαλλου η ανακόπτουσα προβαίνει σε μία γενική αμφισβήτηση της ορθότητας της οφειλής της, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένα κατά ποιο ποσό επιβαρύνθηκε η επιτασσόμενη απαίτηση, ούτε προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν τα πληττόμενα δια του λόγου αυτού κονδύλια του λογαριασμού, λαμβανομένου υπόψη ότι, ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου ποσού της διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται από περισσότερα επιμέρους κονδύλια, και της επιταγής προς πληρωμή, χωρίς να πλήττονται αυτές στο σύνολό τους (ΕφΑθ 1159/2012, ΕφΑθ 1778/2010 NOMOΣ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο ανακοπής ως βάσιμο κατ’ ουσιαν, έσφαλε και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λογου εφέσεως ως και της υπό κρίση εφέσεως στο σύνολό της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά τούτο, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λοιποί λόγοι ανακοποπής ως προς το παραδεκτο και την βασιμότητά τους.Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, που επιγράφεται “Τιτλοποίηση απαιτήσεων”, “…Τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ “μεταβιβάζοντος” και “αποκτώντος” σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού “ιδιωτική τοποθέτηση” είναι η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, πoυ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. Αμοιβαία κεφάλαια και εταιρείες επενδύσεων xαρτοφυλακίου με έδρα την Ελλάδα μπορούν να μετέχουν σε ιδιωτική τοποθέτηση, εφόσον οι ομολογίες έχουν αξιολογηθεί πιστοληπτικά από έναν διεθνώς αναγνωρισμένο οίκο αξιολόγησης (risk rating agency) σε ποσοστό το οποίο χαρακτηρίζεται διεθνώς ως επενδυτικού βαθμού (investment grade)… (παρ. 1). Για τους σκοπούς του νόμου αυτού “μεταβιβάζων” είναι έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα. “Αποκτών” είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν (“εταιρεία ειδικού σκοπού”), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις. Εκδότης των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών (παρ. 2). Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι ανώνυμη εταιρεία και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών και τις διατάξεις του ν.δ. 17 Ιουλίου /13 Αυγούστου 1923, εφόσoν δεν είναι αντίθετες με το νόμο αυτόν. Η διάταξη της περιπτώσεως (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του κ.ν, 2190/1920 δεν εφαρμόζεται (παρ 3)….Η ονομαστική αξία κάθε ομολογίας είναι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ (παρ.5). Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοπoίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές πρoσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Επίσης μπορεί να μεταβιβάζονται και απαιτήσεις υπό αίρεση. Διαπλαστικά ή άλλα δικαιώματα, ακόμη και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 του ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Ο μεταβιβάζων υποχρεoύται να γνωστοποιεί τη γένεση των απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η εταιρεία ειδικού σκοπού, για τους σκοπούς της τιτλοποίησης, καθώς και για λόγους αντιστάθμισης κινδύνου, μπορεί να συνάπτει πάσης φύσεως δάνεια, η πιστώσεις και ασφαλιστικές ή εξασφαλιστικές συμβάσεις, περιλαμβανομένων και συμβάσεων χρηματοοικονομικών παραγώγων. Στους σκοπούς της τιτλοποίησης του προηγουμένου εδαφίου περιλαμβάνονται ενδεικτικώς η άντληση των κεφαλαίων που απαιτούνται για την απόκτηση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, η έκδοση και διάθεση των ομολογιών, η εξόφληση αυτών και των πάσης φύσεως δανείων, πιστώσεων και λοιπών συμβάσεων και το πρόγραμμα του δανείου (παρ.7). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (ΦΕΚ 220 Α`) και κατισχύει των συμφωνιών μεταξύ μεταβιβάζοντος και τρίτων περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων. Eπιτρέπεται η μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων στην εκδότρια και η προσθήκη αυτών σε εκείνες οι οποίες ήδη χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των απαιτήσεων που σχετίζονται με την τιτλοποίηση, εφόσoν η μεταβίβαση δεν επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη. Με την αναγγελία πρέπει να oρίζoνται και οι απαιτήσεις, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/ 2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση λόγω πώλησης της παραγράφου 1. Καταβολή προς την εταιρεία ειδικού σκοπού πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού (παρ.10). Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει. Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πωλήσεως και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης και τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, καθώς και μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν για τους σκοπούς τιτλοποίησης. Η αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανείου ή αναπροσαρμογή των όρων αυτού δεν επιτρέπεται να βλάπτει τα δικαιώματα των υφιστάμενων ομολογιούχων, ούτε να επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου (παρ.11). Στις μεταβιβασθείσες ή μεταβιβαστέες απαιτήσεις, με την επιφύλαξη της παραγράφου 18, δεν επιτρέπεται να συσταθεί ενέχυρο ή άλλο βάρος. Αν μεταβιβαζόμενη απαίτηση απαρτίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υπoβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου αρκεί η καταχώριση της βεβαίωσης της καταχώρισης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και η μνεία σε περίληψη του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου. Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7/13.08.1923 (παρ.12). Η πώληση και η μεταβίβαση απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο αυτό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις πάσης φύσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα, δεν μεταβάλλει την ουσιαστική, δικονομική και φορολογική φύση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και των σχετικών δικαιωμάτων, όπως ίσχυαν αυτά πριν από τη μεταβίβαση σύμφωνα με τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις. Ειδικά προνόμια που ισχύουν υπέρ του μεταβιβάζοντος διατηρούνται και ισχύουν υπέρ της εταιρείας ειδικού σκοπού. Στα ειδικό προνόμια του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνονται και τα προνόμια περί την εκτέλεση (δυνάμει του ν.δ. 17.7./13.8.1923 ή άλλης διάταξης) και εκπτώσεις και απαλλαγές από φόρους και τέλη πόσης φύσεως που ίσχυαν κατά τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος αναφορικά με την επιδίωξη των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και την ενάσκηση κάθε σχετικού δικαιώματος (παρ.13). Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσoν ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρου με τον διαχειριστή (παρ.14).Ο διαχειριστής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο υποχρεούται να καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, το προϊόν των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, υποχρεωτικά σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται στον ίδιο, εφόσον είναι πιστωτικό ίδρυμα, διαφορετικά σε πιστωτικό ίδρυμα που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο. Στην κατάθεση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του διαχειριστή και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Κάθε εμπράγματη ασφάλεια που παρέχεται για λογαριασμό των ομολογιούχων, τα κεφάλαια, που εισπράττει ο διαχειριστής για λογαριασμό τους ή οι κινητές αξίες που κατατίθενται σε αυτόν, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή άλλου είδους δέσμευση από τον ίδιο ή τους δανειστές του ούτε περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία του. (παρ.15). Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παράγ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή (παρ.16). Τα ποσό που προκύπτουν από την είσπραξη των απαιτήσεών που μεταβιβάζονται και οι αποδόσεις της κατάθεσης που αναφέρονται στην παράγρ. 15 διατίθενται για την εξόφληση των εκδιδόμενων ομολογιών, κατά, κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, φόρους και πάσης φύσεως δαπάνες, καθώς και των λειτουργικών δαπανών της εταιρείας ειδικού σκοπού και των απαιτήσεων κατ` αυτής, όπως ορίζεται στους όρους του ομολογιακού δανείου και του προγράμματος (παρ.17). Επί των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και της κατάθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 15 υφίσταται νόμιμο ενέχυρο υπέρ των ομολογιούχων και των λοιπών δικαιούχων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, με την καταχώριση της κατά την παράγραφο 1 σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Οι απαιτήσεις για τις οποίες υπάρχει το νόμιμο ενέχυρο κατατάσσονται πριν από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικό στους όρους του δανείου…(παρ.18). Από της καταχωρίσεως, το κύρος της πώλησης και μεταβίβασης της παραγράφου 1, των παρεπόμενων προς τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δικαιωμάτων και του νομίμου ενεχύρου, δεν θίγεται από την επιβολή οποιουδήποτε συλλογικού μέτρου ικανοποίησης των πιστωτών, που συνεπάγεται την απαγόρευση ή τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος της εταιρείας ειδικού σκοπού ή τρίτου εγγυοδότη ή δικαιούχου παρεπόμενου δικαιώματος ή του προσώπου που αναλαμβάνει την είσπραξη και διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, ούτε από την υποβολή σχετικής αίτησης κατ` αυτών. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για μελλοντικές απαιτήσεις, η γένεση των οποίων επέρχεται μετά την επιβολή του συλλογικού μέτρου ή την υποβολή της σχετικής αίτησης” (παρ.19). Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 1688/2003) “Καθορισμός εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003”, η οποία καταργήθηκε με την υπ` αρ. 20783/2020 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 4944/09.11.2020), αλλά εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, “Οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) Ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και δ/νσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτημένα στο παράρτημά της παρούσας απόφασης υποδείγματα”. H νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 κρίθηκε απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα προς όφελος των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας όπως ρητά αναφέρεται και στην οικεία εισηγητική έκθεση. Ειδικότερα με το άρθρο αυτό προβλέπεται ρύθμιση για την τιτλοποίηση απαιτήσεων, που αποτελούν έναν ιδιαίτερα διαδεδομένο τρόπο χρηματοδότησης στην αλλοδαπή, καλύπτοντας κατ` αρχήν απαιτήσεις από στεγαστικά δάνεια και στη συνέχεια πάσης φύσεως επιχειρηματικές απαιτήσεις (π.χ. απαιτήσεις μιας τράπεζας από δάνεια που αποτελούν μια από τις πλέον διαδεδομένες περιπτώσεις τιτλοποιήσεων διεθνώς). Στην πιο απλή μορφή της συνίσταται στην εκχώρηση απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μία άλλη εταιρεία, που έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα εξής: α) Προκειμένου να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες, εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις) μπορούν να προσφύγουν στον συγκεκριμένο θεσμό μεταβιβάζοντας τις επιχειρηματικές τους απαιτήσεις λόγω πώλησης στις προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες ακολούθως τις “τιτλοποιούν” ενσωματώνοντάς τες σε ομολογίες που εκδίδουν, συγκεκριμένης ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ εκάστης, που εν συνεχεία διαθέτουν (με ιδιωτική τοποθέτηση) σε ένα περιορισμένο κύκλο προσώπων όχι άνω των 150, η δε εξόφλησή τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων, που μεταβιβάζονται ή από δάνεια πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. β) Η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από μόνη την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021), η δε καταχώρηση αυτή λογίζεται και ως αναγγελία. γ) Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με έγγραφη σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως και κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο(ΑΠ 909/2021). Από δε την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή του Ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λ.π.”, και του άρθρου 10 του ανωτέρω Ν. 3156/2003, προκύπτει ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπονται στον Ν. 4354/2015, έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου αυτού προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση αυτών, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023). δ) Επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί και πάλι η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου. ε) οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο (όπως τούτο περιγράφεται λεπτομερώς στην προμνημονευθείσα ΥΑ 161388/2003), με αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού των στοιχείων των συμβαλλομένων, των ουσιωδών όρων της σύμβασης και του τύπου των μεταβιβαζομένων επιχειρήσεων, στη δεύτερη σελίδα του οφειλομένου κεφαλαίου ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο με τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις οφειλετών και εγγυητών, και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις και τέλος στην τρίτη σελίδα των τυχόν μεταβολών των συμβάσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, κατόπιν “αποτιτλοποίησης – αποχαρακτηρισμού των δρανείων”, όρος που καθιερώθηκε κατά τη διαδικασία επαναμεταβίβασης στον αρχικό δικαιούχο των εκχωρηθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο οποίος και χρησιμοποιείται κατά την καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021). στ) Από την διάταξη της παρ. 6 εδ. τελευταίο του ανωτέρω άρθρου 10, που ορίζει ότι για την μεταβίβαση της τιτλοποιούμενης απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ για την εκχώρηση απαιτήσεως, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, προκύπτει ότι και στην περίπτωση της με εκχώρηση μεταβίβασης απαιτήσεων προς τιτλοποίηση, κατά το ανωτέρω άρθρο, η απαίτηση του μεταβιβάζοντος-εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στην εκδοχέα-εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό της όνομα τις αγωγές τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενη μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή-δανειστή, ο δε οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή. Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υποθήκη, που τυχόν ασφαλίζει την μεταβιβασθείσα απαίτηση) με παρακολουθηματικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών. Επομένως, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση του ανωτέρω άρθρου 10 Ν. 3156/2003 συντελείται με μόνη την καταχώρηση σε περίληψη, που περιέχει τα προαναφερθέντα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μεταβίβασης, στο ανωτέρω βιβλίο, η εκδοχέας γίνεται, κυρία της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη, ο τελευταίος δε μπορεί να αντιτάξει κατά της εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις, που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωποπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (πρβλ επί εκχώρησης κατά τις κοινές διατάξεις ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 1109/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, o καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ` ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξάμενης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν o καθ` ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντα τo διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου “δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση” είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της καθολικής διαδοχής, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεσή της, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, δυσχεραίνοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση των δανειστών στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ` ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της καθολικής διαδοχής και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου (πρβλ επί καθολικής διαδοχής σε περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006). Αντίστοιχα στην ανωτέρω περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι, αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον Ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ` εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 739/2024, ΑΠ 909/2021, ΕφΘεσ 177/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, δηλαδή η δημοσίευση του εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίσθηκε με την υπ’ αριθ. 161337/30.10.2003 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β’ 1688/2003) και ήδη με την υπ’ αριθ. 20783/09.11.2020 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’4944/09.11.2020) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων στο οποίο φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η μη κοινοποίηση με την επιταγή και των πρόσθετων νομιμοποιητικών εγγράφων δεν έχει ως συνέπεια το ανυπόστατο αυτής, αλλά δημιουργεί ζήτημα ακυρότητάς της που μπορεί να προβληθεί με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και συνεπάγεται την ακυρότητα των επόμενων πράξεων της εκτέλεσης, χωρίς να ερευνάται η ύπαρξη βλάβης, λόγω της αυστηρότητας στη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 925 ΚΠολΔ, που ισοδυναμεί με απειλή ακυρότητας, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006, ΕφΑθ 137/2023, ΕφΑθ 832/2022 ΤΝΠ Νόμος, ). Η ratio legis της θεσπισθείσας ειδικής πρόσθετης διατύπωσης του άρθρου 925 ΚΠολΔ εντοπίζεται στην αποφυγή αιφνιδιασμού του καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη ως προς τη διαδοχή στο πρόσωπο του επισπεύδοντος δανειστή και εφαρμόζεται και επί μετάθεσης της νομιμοποίησης προς δικαστική επιδίωξη της απαίτησης από το πρόσωπο του δικαιούχου της απαίτησης σε τρίτο – μη δικαιούχο διάδικο ( ΕφΔωδ 108/2024 ΤΝΠ Νομος, ΕφΘεσ 1557/2021 ΤΝΠ Νόμος). Με τον πρώτο λόγο ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του, η ανακόπτουσα διώκει την ακύρωση των ανακοπτόμενων πράξεων επικαλούμενη, κατ’ ορθην εκτίμηση,ότι η καθ’ης δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς για την υποβολή αίτησης για την εκδοση της διαταγής πληρωμής και συνακολούθως για την σύνταξη και κοινοποίηση της επιταγής ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικου σκοπού με την επωνυμία «………….», διότι, όπως ισχυρίζεται, η καθ’ης προκειμένου να αποδείξει ότι η « …………» απέκτησε με σύμβαση πώλησης την επίδικη απαίτηση, την οποία διαχειρίζεται η καθ’ης, η τελευταία προσκόμισε ακριβές αντίγραφο εκ του παραρτήματος της με αριθμό …../30-4-2020 σύμβασης, το οποίο τιτλοφορείται «ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΕ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΔΑΝΕΙΑ ………”, χωρίς από το ίδιο το παράρτημα να προκύπτει ποια είναι η εταιρεία στην οποία εκχωρήθηκαν τα δάνεια αυτά, οτι δεν αποδεικνύεται ότι μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν από την τραπεζα ……….., η οποία διαδέχθηκε την «……………», προς την αποκτώσα εταιρεία « ………………….» τη διαχείριση των οποίων εν συνεχεία ανέλαβε η καθ’ης η ανακοπή, ήταν και η απαίτηση που πηγάζει από την επίδικη σύμβαση του ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου, ότι δηλαδή δεν αποδεικνύεται ότι ενώπιον του εκδόσαντος την διαταγη πληρωμης Δικαστού δια των προσκομισθεντων εγγραφων η καθης η ανακοπη νομιμοποιειτο στην έκδοση διαταγής πληρωμης. Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα διότι τόσο σε αυτήν, όσο και στην ίδια την αίτηση της καθ’ης για την έκδοση αυτής δεν αναφερεται η πραγματική αιτία της πληρωμής, που είναι περαν της υπ’ αριθ. …../24-10-2005 σύμβασης επιχειρηματικού δανείου μετα του με ιδία ημερομηνία πρόσθετου προσυμφώνου και η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό με αριθμό …../24-10-2005, η οποία αναφέρεται στο πρόσθετο σύμφωνο της ως άνω συμβάσεως. Οτι ειδικότερα από το πρόσθετο σύμφωνο το οποίο ορίζει ότι «Η Τράπεζα έχει δικαίωμα να εντάσσει κάθε απαίτηση από τη Σύμβαση Ανοιχτού Επιχειρηματικού Δανείου «………..” στη Σύμβαση Πίστωσης με Ανοικτό Λογαριασμό αρ. ……. ημερομηνίας 24.10.2005, οπότε το Επιχειρηματικό Δανειο ασφαλίζεται και με ολες τις εξασφαλίσεις της Σύμβασης Πίστωσης με Ανοιχτό Λογαριασμό», προκύπτει ότι παράλληλα με την σύμβαση ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου «……………» υπήρξε και λειτούργησε μεταξύ των μερών και έτερη σύμβαση πίστωσης με Ανοιχτό Λογαριασμό, με αριθμό …….., ιδίας ημερομηνίας με την βασική σύμβαση η οποία, όμως δεν αναφέρεται στην αιτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ούτε στην διαταγή πληρωμής, ότι στο υπ’ αριθ….. αντίγραφο εκ του παραρτήματος με αριθμο πρωτοκόλλου ……/30-4-2020 που προσκομίσθηκε από την καθ’ης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, για τα δάνεια που τιτλοποιήθηκαν, προκύπτει ότι βάση για την τιτλοποίηση αυτή αποτέλεσε η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό με αριθμό …… και όχι η με αριθμό ……./24-10-2005 σύμβαση ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου που αναφέρεται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, ότι η δεύτερη αυτή σύμβαση με αριθμό ….. λειτουργούσε παράλληλα με την …../24-10-2005 σύμβαση, αλλά δεν αναφέρεται σε κανένα σημειο της αιτησης και της διαταγής πληρωμής ούτε και προσκομίσθηκε κατά την έκδοσή της. Ότι στο παράρτημα αυτό διπλα από την υπ’ αριθ. ….. σύμβαση ως «τύπος σύμβασης» αναφέρεται «αλληλόχρεος λογαριασμός» και όχι σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό .Ότι στον ορο 13.2 της βασικης σύμβασης αναφέρεται ότι ο λογαριασμος που τηρήθηκε δεν είναι αλληλόχρεος. Ότι για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγινε μνεία μιας βασικης σύμβασης και του πρόσθετου αυτής συμφωνου, για την απόδειξη της, όμως, προσκομίσθηκε ως σχετικό έγγραφο ένα παράρτημα στο οποιο αναφέρεται έτερη συμβαση (με αριθμο ……./24-10-2005), που εκεί αναφέρεται ως σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, ενώ στο πρόσθετο σύμφωνο που επισης προσκομίσθηκε, η ίδια αυτή σύμβαση αναφέρεται ως σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό. Ότι η πρόσθετη αυτή σύμβαση με αριθμο ……./24-10-2005 η οποία λειτούργησε παράλληλα με την κύρια σύμβαση δεν αναφέρεται στην διαταγή και δεν προσκομίσθηκε ως σχετικό έγγραφο για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Δηλαδή με τους ως άνω λόγους ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται, κατ’ ορθήν εκτίμηση, ότι δεν απεδεικνύετo ότι ενώπιον του εκδόσαντος την διαταγη πληρωμης Δικαστού δια των προσκομσθεντων εγγραφων η καθης η ανακοπη νομιμοποιειτο στην έκδοση διαταγής πληρωμης. Οι ως άνω λόγοι ανακοπής, είναι νόμιμοι ερειδόμενοι στις διατάξεις των άρθρων 455, 456, 458, 460, 462 ΑΚ, 623, 626 παρ. 1 και 3, 628 παρ. Ια και ΚΠολΔ, 924, 925, ΚΠολΔ, 10 ν. 3156/2003, 3 ν. 2844/2000. Επομένως, πρέπει να ερευνηθουν περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. Από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 395 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικα: Δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/24-10-2005 σύμβασης ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου «………….» μετά του ιδίας ημεροχρονολογίας προσθέτου συμφώνου, η οποια συνήφθη μεταξύ της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» » ως δανείστριας και της ανακόπτουσας ως πιστουχου χορηγήθηκε στην ανακόπτουσα δάνειο ανοικτής πίστωσης, ποσού 10.000 ευρώ, σύμφωνα με τους όρους που διαλαβάνονταν στη δανειακή σύμβαση, για την εκπλήρωση των όρων της οποίας εγγυήθηκε ως εγγυητής, ο (ήδη αποβιώσας) ………… Την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………….» διαδέχθηκε η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..» λόγω απορρόφησης (ΦΕΚ 3931/1.7.2013). Περαιτέρω δυνάμει της από 30.4.2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων δημοσιευθείσης σε περίληψη την 30.4.2020 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου …/30.4.2020 στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …., η οποία συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» και της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», η «…………» μεταβιβασε στην εταιρεία ειδικού σκοπού λόγω πώλησης με τιτλοποίηση απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών απαιτήσεων. Αρχικά η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού δυνάμει της από 30.4.2021 σύμβασης διαχείρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, η οποία δημοσιεύθηκε σε περίληψη με αριθμό πρωτοκόλλου ……/30.4.2020 στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό …. στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, ανέθεσε τη διαχείριση των των τιτλοποιημενων απαιτήσεων που της μεταβιβάστηκαν, στην μεταβιβάσασα Τράπεζα. Στην συνέχεια, με την από 22.6.2021 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που δημοσιεύθηκε σε περιληψη με αριθμό πρωτοκόλλου …./22.6.2021 στο τόμο … με αυξοντα αριθμό …… του δημόσιου βιβλίου που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, η εταιρεία ειδικού σκοπού «……….» ανέθεσε στην καθ’ης όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης των τιτλοποιουμενων απαιτήσεων, στις οποιες περιλαμβάνονται και οι ενέργειες για την δικαστική επιδίωξή τους. Επειδή η ανακόπτουσα – δανειολήπτρια δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της από την δανειακή σύμβαση, με την από 27-9-2022 εξώδικη καταγγελία σύμβασης – πρόσκληση – δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην ιδια στις 30-9-2022, η καθ’ης κατήγγειλε τη δανειακή συμβαση εκ του ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου και της γνωστοποιησε ότι το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο από τον υπ’ αριθ. .. …… λογαριασμο, που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της σύμβασης, ανερχόταν συνολικά σε 63.370,45 ευρώ, το οποίο την κάλεσε να της καταβάλει εντος πέντε εργασίμων ημερών από την παραλαβή της εξωδικης δήλωσης. Ακολούθως, η καθ’ ης, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της απορρέουσας από την παραπάνω δανειακή σύμβαση απαίτησης, δικαιούχος της οποίας τυγχάνει η άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, υπό την περαιτέρω επίκληση σύναψης της ως άνω δανειακής σύμβασης,αιτήθηκε την έκδοση διαταγής πληρωμής και εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …../2023 διαταγή πληρωμής για την υπ’ αριθμ. …./24-10-2005 σύμβαση ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου . Με την παραπάνω διαταγή πληρωμής η πρωτοφειλέτρια ανακόπτουσα και ο (ήδη αποβιώσας) εγγυητής διατάσσοντο να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην καθ’ης η ανακοπή- αιτούσα την έκδοση διαταγής πληρωμής το συνολικο ποσό των 63.370,45 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ακριβές επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της εν λόγω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε από την καθ’ης η ανακοπή στην ανακόπτουσα στις 21-3-2023 με την από 17-3-2023 επιταγή προς πληρωμή. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η καθ’ης κατά την υποβολή της από 13-1-2023 αίτησής της προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, προσκόμισε τα παρακάτω έγγραφα :1) επικυρωμένο αντίγραφο της υπ’ αριθ………/24-10-2005 σύμβασης επιχειρηματικού δανείου ανοικτής πίστωσης μετά του ιδίας ημεροχρονολογίας προσθέτου συμφώνου, 2) τα αποσπάσματα του υπ’ αριθ. ………. λογαριασμού που τηρήθηκε για την σύμβαση ανοιχτού επιχειρηματικού δανειου, 3) επικυρωμένο αντιγραφο της από 27-9-2022 εξώδικης καταγγελίας της υπ’ αριθ. …./24-10-2005 σύμβασης επιχειρηματικού δανείου. Δηλαδή η διαταγή πληρωμής εξεδόθη επι τη βασει της υπ’ αριθ. ……/24-10-2005 σύμβασης ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου. Στο ιδιας ημεροχρονολογίας προσθετο συμφωνο στην σύμβαση ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου αναφέρεται ότι «Η Τράπεζα έχει δικαίωμα να εντάσσει κάθε απαίτηση από τη Σύμβαση Ανοιχτού Επιχειρηματικού Δανείου «…….” στη Σύμβαση Πίστωσης με Ανοικτό Λογαριασμό αρ. ………. ημερομηνίας 24.10.2005, οπότε το Επιχειρηματικό Δανειο ασφαλίζεται και με ολες τις εξασφαλίσεις της Σύμβασης Πίστωσης με Ανοιχτό Λογαριασμό. Κατά τα λοιπά οι οροι της υπ’ αριθ. …../24-10-2005 σύμβασης ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου παραμένουν αμετάβλητοι και ισχύουν ως έχουν». Από τον εν λόγω όρο αυτό προκύπτει ότι η τράπεζα είχε το δικαιωμα να εντάσσει κάθε απαίτηση από το ανοιχτό επιχειρηματικό δάνειο σε μία έτερη σύμβαση, ητοι την υπ’ αριθ. ……. Σύμβαση Πίστωσης με Ανοικτό Λογαριασμό. Από τον τεθέντα στο πρόσθετο σύμφωνο όρο προκύπτει ότι η ένδικη σύμβαση είναι επιχειρηματικό δάνειο, το οποιο με το πρόσθετο σύμφωνο έχει το δικαίωμα η τράπεζα να το εντάξει στην υπ’ αριθ. ……. Σύμβαση Πίστωσης με Ανοικτό Λογαριασμό, ώστε να ασφαλίζεται με τις εκεί παρασχεθείσες ασφάλειες. Δηλαδή από τον εν λόγω όρο προκύπτει ότι η τράπεζα έχει δικαίωμα να συνδεσει κάθε απαίτηση από τη σύμβαση του Επιχειρηματικού Δανείου με την υπ’ αριθ. …….. / 24.10.2005 Σύμβαση Πίστωσης με Ανοικτό Λογαριασμό, ώστε να επωφελείται από τις εξασφαλίσεις της τελευταίας. Πρόκειται δηλαδή για δύο διαφορετικές συμβάσεις, και δεν απεδείχθη ότι η τραπεζα έχει ασκησει το δικαίωμα εντάξεως. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η καθ’ης κατά την υποβολή της από 13-1-2023 αίτησής της προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, προσκόμισε για την νομιμοποίηση της, και δη προκειμένου να αποδειξει την μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού «……….» και την ανάθεση της διαχείρισης αυτής στην καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα τα κατωτέρω αναφερομενα έγγραφα 1) Την Δημοσίευση σε περίληψη με αριθμο πρωτοκόλλου ……../30-4-2020 τόμο ……. με αύξοντα αριθμό ….. του δημόσιου βιβλίου που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της από 30.4.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ………………… και της εταιρείας ειδικού σκοπού «…………….», με την οποία η «………….» μεταβιβασε στην εταιρεία ειδικού σκοπού λόγω πώλησης με τιτλοποίηση απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών απαιτήσεων, 2) Το υπ’ αριθ. ….. αντίγραφο από το παράρτημα της παραπάνω αναφερόμενης σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, 3)Την Δημοσίευση σε περίληψη με αριθμό πρωτοκόλλου …../30.4.2020 στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ….. του δημόσιου βιβλίου που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της από 30.4.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της αποκτώσας εταιρείας «………………» και της …………. με την οποία σύμβαση διαχείρισης η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε αρχικώς την διαχείριση των τιτλοποιημενων απαιτήσεων που της μεταβιβάστηκαν στην …………… σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, 4) Την Δημοσίευση σε περίληψη με αριθμό πρωτοκόλλου ……/22.6.2021 στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό ….. του δημόσιου βιβλίου που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείου Αθηνών της από 18.6.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταρτίσθηκε μεταξύ της αποκτώσας εταιρείας και της καθ’ης, με την οποία η εταιρεία ειδικού σκοπού «……………..» ανέθεσε στην καθ’ης όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης των τιτλοποιουμενων απαιτήσεων, στις οποιες περιλαμβάνονται και οι ενέργειες για την δικαστική επιδίωξή τους,5) Το ΦΕΚ 3931/1.7.2013 που αφορά απορρόφηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία « …………». Ωστόσο από το προσκομιζόμενο, υπ’ αριθ. …….. αντίγραφο από το παράρτημα της παραπάνω αναφερόμενης σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από την τραπεζα ……… στην εταιρεία «………….», το οποίο τιτλοφορείται «ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΕ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΔΑΝΕΙΑ …………..» και το οποίο προσκομίσθηκε από την καθ’ης με την από 13-1-2023 αίτησή της για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται ότι μεταξύ των απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν στην εταιρεία ειδικού σκοπου την διαχείριση των οποίων ανέλαβε η καθ’ης κατά τα προεκτεθένται, είναι και η επίδικη απαίτηση, η οποία (κατά τα αναφερόμενα στην υπ’αριθ. ……./2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που αποτελεί εν προκειμένω και τον εκτελεστό τίτλο) απορρέει από την υπ’ αριθ. ……./24-10-2005 σύμβαση ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου, και δεν ταυτοποιείται η απαίτηση. Η ταυτότητα της απαιτήσεως δεν αποδεικνύεται από τα αναγραφόμενα στο αποσπασμα του παραρτήματος του Ενεχυροφυλακείου στοιχεία. Ειδικότερα στο προσκομιζόμενο από την καθ’ης απόσπασμα των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα, που, αφορά στη μεταβίβαση από την ……………….στην εταιρεία ειδικού σκοπού «…………………»», περιλαμβάνονται τέσσερις καταχωρήσεις (με α/α …. έως …..) με τα κάτωθι στοιχεία σχετικά, οι οποίες, ομως, δεν αναφερονται στην ένδικη σύμβαση : Έτσι α) στην πρώτη στήλη με αύξοντα αριθμό …. αναγράφονται μεν τα στοιχεία της ανακόπτουσας και του εγγυητή (ονοματεπώνυμο και αριθμός φορολογικού μητρώου), ως τύπος σύμβασης, όμως, αναγράφεται «καταναλωτικό» (και όχι επιχειρηματικό δάνειο), ως αριθμός σύμβασης αναγράφεται, « …….», ήτοι διαφορετικός αριθμός από τον αριθμο «…….» του επιχειρηματικού δανείου, ως ημερομηνία σύμβασης 15.7.2005, ήτοι διαφορετική από την ημερομηνία της επίδικης σύμβασης και ως αριθμός λογαριασμού «………», ήτοι διαφορετικός από τον αριθμό του τηρηθέντος λογαριασμού της επίδικης σύμβασης, « ………………», β) στην δεύτερη στήλη με αύξοντα αριθμό ……. αναγράφονται μεν τα στοιχεία της ανακόπτουσας και του εγγυητή (ονοματεπώνυμο και ΑΦΜ), ως τύπος σύμβασης, αναγράφεται «αλληλοχρεος» και οχι ανοιχτό επιχειρηματικο δάνειο, ως αριθμός σύμβασης, «…..», ήτοι ο αριθμός της έτερης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό που αναφέρεται στο πρόσθετο σύμφωνο της επίδικης σύμβασης, ως ημερομηνία σύμβασης, 24.10.2005, ήτοι η ημερομηνία της επίδικης σύμβασης του ανοικτού επιχειρηματικού δανείου, που είναι κοινη με την ημερομηνία της υπ’ αριθ. …… Σύμβασης Πίστωσης με Ανοικτό Λογαριασμό και ως αριθμός λογαριασμού, ………, ήτοι διαφορετικός από τον αριθμό του τηρηθέντος λογαριασμού της επίδικης σύμβασης επιχειρηματικού δανείου «………………..», που συνιστά και τον λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο μετά την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, λογαριασμός ο οποίος αναφέρεται και στην υπ’ αριθ. ……/2023 διαταγή πληρωμής γ) Στην τρίτη στήλη με αύξοντα αριθμό …… αναγράφονται μεν τα στοιχεία της ανακόπτουσας και του εγγυητή (ονοματεπώνυμο και ΑΦΜ), ως τύπος σύμβασης, αναγράφεται, «αλληλοχρεος» και οχι «ανοιχτό επιχειρηματικο δάνειο», ως αριθμός σύμβασης, ……, ήτοι ο αριθμός της έτερης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό που αναφέρεται στο πρόσθετο σύμφωνο της επίδικης σύμβασης, ως ημερομηνία σύμβασης, 24.10.2005, ήτοι η ημερομηνία της επίδικης σύμβασης του ανοικτού επιχειρηματικού δανείου, που είναι κοινή με την ημερομηνία της υπ’ αριθ. …. Σύμβασης Πίστωσης με Ανοικτό Λογαριασμό και ως αριθμός λογαριασμού, ….., ήτοι διαφορετικός από τον αριθμό του τηρηθέντος λογαριασμού της επίδικης σύμβασης « ……………», για το κατάλοιπο και του οποίου εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής,, δ) Στην τέταρτη στήλη με αύξοντα αριθμό …….. αναγράφονται μονο τα στοιχεία της ανακόπτουσας (ονοματεπώνυμο και ΑΦΜ), ενώ δεν αναγράφονται στοιχεία εγγυητη, ως τύπος σύμβασης, αναγράφεται «αλληλοχρεος», ως αριθμός σύμβασης ……, ήτοι ασχετος με τους αριθμούς των ανωτερω δυο συμβασεων («…..» και «…..»), ημερομηνία σύμβασης δεν αναγράφεται, και ως αριθμός λογαριασμού …., ήτοι διαφορετικός από τον αριθμό του τηρηθέντος λογαριασμού της επίδικης σύμβασης « ………….». Σε καμία από τις προαναφερόμενες στήλες του παραρτήματος δεν αναγράφεται ο αριθμός της σύμβασης του ανοικτού επιχειρηματικού δανείου, «……», ούτε ο χαρακτηρισμός της ως συμβασης ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου, ούτε ο αριθμος του τηρηθέντος για την επίδικη σύμβαση λογαριασμού, « ……………», που συνιστά και τον λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο μετά την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, λογαριασμός ο οποίος αναφέρεται και στην υπ’ αριθ. …../2023 διαταγή πληρωμής. Μονον τα στοιχεία της ανακόπτουσας και του εγγυητή δεν αρκούν για να ταυτοποιήσουν την απαίτηση ως μεταβιβαζόμενη απαίτηση με την ενσωματούμενη στον εκτελεστό τίτλο. Ειδικώς δε στην δεύτερη και τρίτη στήλη του παραρτήματος αναγράφεται ως αριθμός σύμβασης, «……», ήτοι ο αριθμός της έτερης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό που αναφέρεται στο πρόσθετο σύμφωνο της επίδικης σύμβασης και η οποια υπεγράφη την ιδία ημερομηνία με την σύμβαση του επιχειρηματικού δανείου, όμως, η υπ’ αριθ. «………» έτερη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό δεν μνημονεύεται στην διαταγή πληρωμής και δεν προσκομίσθηκε με την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ενώ και o αριθμός του αναγραφομενου στο παράρτημα λογαριασμού είναι διαφορετικός από τον αριθμο λογαριασμού, που αναφέρεται στην διαταγή πληρωμής, για το κατάλοιπο του οποίου εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής. Από το γεγονός ότι στη διαταγή πληρωμής η απαίτηση προσδιορίζεται από τον αριθμό της σύμβασης επιχειρηματικού δανείου, «……», αλλά και τον αριθμό του λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, « ……………..», ενώ στο ανωτέρω παράρτημα της σύμβασης μεταβίβασης απαίτησης, η απαίτηση προσδιορίζεται από διαφορετικό αριθμό σύμβασης, αλλά και από διαφορετικό αριθμό του λογαριασμού, δεν αποδεικνύεται εξ εγγράφων ότι πρόκειται περι της αυτής απαιτήσεως. Δηλαδή στην διαταγή πληρωμής μνημονεύεται και προσκομίζεται ρητώς μόνον η υπ’ αριθ. ……../24-10-2005 σύμβαση ανοιχτού επιχειρηματικού δανείου μετά του ιδίας ημεροχρονολογίας προσθέτου συμφώνου για την οποία έγινε και η καταγγελία καθώς και ο τηρηθείς για την σύμβαση αυτήν λογαριασμός με αριθμό « ……………..», ενώ στο παράρτημα, το οποίο νομιμοποιεί την καθής δεν μνημονευεται η σύμβαση του ανοιχτού επιχειρηματικού, δανείου, αλλά γίνεται μνεια της ετέρας συμβάσεως,ήτοι της υπ’ αριθ. ……. Σύμβασης Πίστωσης με Ανοικτό Λογαριασμο, η οποία δεν προσκομίσθηκε κατά την εκδοση της διαταγης πληρωμής. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η ταυτοποίηση των στοιχείων της ένδικης απαίτησης, ούτε απεδείχθη ότι συμπεριλαμβάνεται η ένδικη απαίτση μεταξύ των εκχωρηθεισών απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν, λόγω τιτλοποίησης, από την τραπεζική εταιρεία «………» προς την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………………», τη διαχείριση των οποίων η τελευταία ανέθεσε στην καθ’ ης και συνακόλουθα δεν αποδειχθη από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν η νομιμοποίηση της καθ’ ης ως διαχειρίστριας εταιρείας για την υποβολή αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής και την είσπραξη της επίμαχης απαίτησης, που ενσωματώνεται στον εκτελεστό τίτλο εταιρείας, καθώς τα προσκομισθέντα με την αίτηση για την έκδοση διαταγής προς πληρωμή έγγραφα, αφορούν άλλες συμβάσεις με διαφορετικούς αριθμούς λογαριασμών και όχι την αναφερόμενη στον άνω εκτελεστό τίτλο υπ’ αριθ. ……./24.10.2005 σύμβαση αντοικτού επιχειρηματικού δανείου, από την οποία απορρέει η απαίτηση της καθ’ ης. Κατόπιν τούτων, αποδεικνύεται ότι, από τα επισυναπτόμενα με επίκληση στην από 13-1-2023 αίτηση της εκκαλούσας για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα, δεν απεδεικνυετο η νομιμοποίηση της καθ’ης για την υποβολή της αίτησης προς έκδοση διαταγής πληρωμής. Συνεπως εσφαλμενως εξεδόθη η διαταγη πληρωμης, διοτι δεν νομιμοποιείτο η καθ’ης επι τη βασει των προσκομισθέντων στον εκδοσαντα Δικαστή εγγραφων. Κατόπιν τούτων, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είναι ακυρωτέα, γενόμενων δεκτών του σχετικού πρώτου λόγου ανακοπής κατά το δεύτερο σκελος του και του σχετικού δεύτερου λόγου της ένδικης ανακοπής, ως βάσιμων κατ’ ουσίαν και πρέπει, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων ανακοπής, να γίνει δεκτή η ανακοπή εν συνόλω, και να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. ……../2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και συνακολούθως και η από 17-3-2023 επιταγή προς πληρωμη. Τέλος πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας αμφοτέρων των βαθμων δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος της, σε βάρος της καθ’ης η ανακοπή, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 182 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 65, 66, 68 παρ. 1, και 63 αρ. 1 του Ν. 4194/2013 – Κώδικα Δικηγόρων), κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό, ενώ πρέπει διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα (άρθρο 495 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο.
Δικάζει αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Δέχεται τύποις και κατ’ ουσίαν την έφεση προς την πρώτη εφεσίβλητη, κατά το σκεπιτικο.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου της έφεσης στην εκκαλούσα.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 2809/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς την πρώτη ανακόπτουσα – εφεσίβλητη.
Κρατεί και δικάζει κατα τούτο την ανακοπη, ως προς την πρώτη ανακόπτουσα – εφεσίβλητη.
Δέχεται την ανακοπή ως προς τον πρώτο λόγο αυτής κατά το δεύτερο σκέλος του και ως προς τον δεύτερο λόγο ανακοπής, ως προς την πρωτη ανακόπτουσα εφεσίβλητη.
Ακυρώνει την ανακοπτομένη με αριθμό ……/2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την από 17-3-2023 επιταγή προς πληρωμη, ως προς την πρώτη εφεσιβλητη.
Επιβάλλει σε βάρος της καθ’ης η ανακοπή την δικαστική δαπάνη της πρώτης ανακόπτουσας-εφεσίβλητης εξ αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, την οποίαν ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 31.8.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ