Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 574/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ   574/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος – εφεσίβλητου : ……………  ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Κοντοσέα (ΑΜΔΣΠ : ……….).

Της εφεσίβλητης – εκκαλούσας : Της εταιρίας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην ….. Αττικής, οδός ……. …., και εκπροσωπείται νόμιμα,  Α.Φ.Μ. : ……, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σταμούλη (ΑΜΔΣΠ : …..).

Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 22-12-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………./2023 αγωγή του κατά της εναγόμενης, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών η με αριθμό 1070/2025 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Την απόφαση αυτή (1070/2025) του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προσβάλλουν Α) ο εν μέρει ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 5-11-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ.  ………../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……./2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή του, καθώς και Β) η εν μέρει ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την από 18-3-2026 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2026 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή της, οι οποίες (εφέσεις) αμφότερες προσδιορίσθηκαν προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη συζήτηση των εφέσεων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκαν με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται προς συζήτηση Α) η από 5-11-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ.  ………/2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση, καθώς και Β) η από 18-3-2026 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../2026 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου αντίθετη έφεση, πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αφού αφορούν τους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών και στρέφονται κατά της ίδιας εκκαλουμένης απόφασης (1070/2025) και γιατί έτσι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31 παρ. 3, 246, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η κρινόμενη από 5-11-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ.  ………./2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………./2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση του εν μέρει ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης (υπό στοιχεία Α έφεση), και η κρινόμενη από 18-3-2026 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../2026 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση της εν μέρει ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας κατά του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου (υπό στοιχεία Β έφεση) και αμφότερες (εφέσεις) κατά της με αριθμό 1070/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρο 614 αριθμ.3 ΚΠολΔ), επί της ασκηθείσας σε βάρος της εφεσίβλητης – εκκαλούσας – εναγόμενης από 22-12-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………../2023 αγωγής του εκκαλούντος – εφεσίβλητου – ενάγοντος, Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, διώκοντος με αυτήν την επιδίκαση διαφόρων χρηματικών απαιτήσεών του σε βάρος της εναγόμενης, συνολικού ποσού 45.870,60 ευρώ, εντόκως νομίμως κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, απορρεουσών από επικαλούμενη σύμβαση ναυτικής εργασίας σε πλοίο, πλοιοκτησίας της εφεσίβλητης – εκκαλούσας – εναγόμενης και τελούντος με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου, που ναυτολογήθηκε στο εν λόγω πλοίο κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο χρονικά διαστήματα και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 495 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν και ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 42 και 168 παρ. 3 του Ν. 5221/2025, άρθρα 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ.1, 517 εδ. α, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της υπό στοιχεία Α έφεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 5-11-2025 και του δικογράφου της υπό στοιχεία Β έφεσης στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου την 19-3-2026, αντιστοίχως (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../5-11-2025 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ.  …………./19-3-2026 στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, αντιστοίχως), ήτοι πριν από επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρο 499 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ) καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έλαβε χώρα την 11-3-2025, καθώς ουδείς των διαδίκων επικαλείται, ούτε άλλωστε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω νόμο, λόγω της φύσης της διαφοράς ως εργατικής, ρύθμιση που διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 22 του Ν. 5134/2024 με έναρξη ισχύος από την 16-9-2024 (άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού Ν. 5134/2024). Πρέπει επομένως, οι ένδικες εφέσεις, οι οποίες αρμόδια φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή τους (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνουν τυπικά δεκτές και να διερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, κατά την αυτή (ειδική) διαδικασία των περιουσιακών/εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 και 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες κατά τα προεκτεθέντα.

ΙΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 22-12-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/2023 αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε στον πρώτο βαθμό, ο ενάγων εξέθετε ότι ναυτολογήθηκε στον Πειραιά με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, της πρώτης αρχόμενης την 30-11-2021 και της τελευταίας λήγουσας την 7-9-2023 και απασχολήθηκε στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – οχηματαγωγό πλοίο «P», με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ……….., κ.ο.χ. 10.755,60 και υπό Διεθνές Διακριτικό Σήμα ………., πλοιοκτησίας της εναγόμενης, με την ανωτέρω ειδικότητα παρέχοντας τις υπηρεσίες του κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα και ωράρια εργασίας. Ακόμα, ανέφερε ότι συμφωνήθηκε να λαμβάνει τις προβλεπόμενες από την ισχύουσα κάθε φορά Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων αποδοχές και ότι για το ανωτέρω χρονικό διάστημα της απασχόλησής του διατηρεί σε βάρος της εναγόμενης αξιώσεις α) για διαφορά αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές, τα Σάββατα και τις αργίες, ποσού 23.641,87 ευρώ, β) για διαφορά δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα έτους 2022 και έτους 2023, ποσού 5.756,79 ευρώ, γ) για διαφορά επί της αμοιβής των δρομολογίων «εξπρές», ποσού 15.307,82 ευρώ και δ) για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης άδειας διανυκτέρευσης, ποσού 1.164,12 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, ζήτησε α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 29.398,66 ευρώ για διαφορά αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης και για διαφορά δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα έτους 2022 και έτους 2023, β) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 16.471,94 ευρώ για διαφορά επί της αμοιβής των δρομολογίων «εξπρές» και για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης άδειας διανυκτέρευσης, αμφότερα τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από την 7-9-2023, ήτοι την ημέρα της τελευταίας απόλυσής του άλλως επικουρικά από την επίδοση της αγωγής, καθώς και να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην εν γένει δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του (1070/2025), αφού έκρινε την αγωγή επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 652, 653, 655 ΑΚ, 53, 54, 57, 60 του Ν. 3816/1958  (ΚΙΝΔ), 166, 182, 183, 185 του νέου ΚΙΝΔ (Ν. 5020/2023, με ισχύ από την 1-5-2023) και της ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2022 και έτους 2023, που κυρώθηκαν με την ΥΑ 2242.5-1.5/8785 (ΦΕΚ Β΄ 663/15-2-2022) και την ΥΑ 2242.5-1.5/51894/2023 (ΦΕΚ Β΄ 4621/19-7-2023), αντιστοίχως, καθώς και στις διατάξεις της ΥΑ 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/7.1.82 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς», δέχθηκε αυτή (αγωγή) κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.152,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απολύσεώς του (8-9-2023) μέχρι την εξόφληση, αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 11.609,05 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απολύσεώς του (8-9-2023) μέχρι την εξόφληση, ενώ κήρυξε την απόφαση ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη κατά ένα μέρος προσωρινώς εκτελεστή και δη για το ποσό των 9.000,00 ευρώ και καταδικάστηκε η εναγόμενη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος ύψους 1.000,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής (1070/2025) παραπονείται Α) ο ενάγων και ήδη εκκαλών ναυτικός με την κρινόμενη έφεσή του και τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί τη μερική μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή του και Β) η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της και τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η εναντίον της ασκηθείσα αγωγή.

ΙV. Κατά το άρθρο 3 § 1 του Ν. 3239/1955 η ατομική σύμβαση εργασίας, που καταρτίζεται από πρόσωπο δεσμευόμενο από συλλογική σύμβαση εργασίας, θεωρείται ότι περιέχει αυτοδικαίως τους θεσπισθέντες με αυτήν την τελευταία όρους, οι δε αντίθετες ατομικές συμφωνίες είναι άκυρες. Όμως, όροι ατομικής εργασιακής συμβάσεως ευνοϊκότεροι για το μισθωτό από αυτούς της συλλογικής σύμβασης είναι επικρατέστεροι. Εκ τούτων συνάγεται ότι, εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκαν αποδοχές υπέρτερες των προβλεπομένων από τη συλλογική σύμβαση και περιελήφθη όρος ότι κάθε άλλη παροχή θα καλύπτεται από τις πέραν των νομίμων καταβαλλόμενες, ο όρος είναι ισχυρός. Τούτο ισχύει όχι μόνο για τις αποδοχές που υφίστανται κατά το χρόνο συνάψεως της ατομικής εργασιακής σύμβασης αλλά και για τις μέλλουσες, δηλαδή και για εκείνες που θα θεσπιστούν μετά την κατάρτιση της ατομικής σύμβασης. Τα ανωτέρω ισχύουν ομοίως και για αξιώσεις από ναυτική εργασία, που θεμελιώνονται σε ειδικές διατάξεις (ΑΠ 516/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 465/2009 ΕΝαυτΔ 2009.276). Μάλιστα, στη ναυτική πρακτική, η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, ονομάζεται «κλειστός μισθός» και είναι έγκυρη κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον συμβατικό «κλειστό» μισθό, διαφορετικά, αν δηλαδή ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών, η σχετική συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 1013/2003 ΕΝαυτΔ 2003.345, ΑΠ 225/2002 ΕλλΔνη 44.160 = ΔΕΝ 2002.1314, ΜονΕφΠειρ 361/2013 ΕΝαυτΔ 2013.208, ΕφΠειρ 391/2009 ΕΝαυτΔ 2009.283, ΕφΠειρ 429/2008 ΕΝαυτΔ 2008.284, ΕφΠειρ 30/2008 ΕΝαυτΔ 2008.106, Ι. Πιτσιρίκος, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, 2006, § 9, σελ. 69). Η έννοια του «κλειστού» μισθού, που προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου, περιλαμβάνει και τη συμφωνία ότι οι υπέρτερες αποδοχές καταλογίζονται στα τυχόν ήδη καταβαλλόμενα ή και μελλοντικά επιδόματα, χωρίς ανάγκη άλλου ειδικού καθορισμού αυτών των τελευταίων (ΜονΕφΠειρ 369/2016  Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, εάν συμφωνηθεί στη σύμβαση ναυτικής εργασίας και καταβάλλεται τακτικώς και παγίως στο ναυτικό, κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός του προβλεπομένου από την οικεία ΣΣΝΕ μισθού και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, της δραστηριότητας και του ζήλου του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς πρόβλεψη περί καταλογισμού αυτού προς άλλες αποδοχές, το πρόσθετο τούτο ποσόν αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του εργοδότη, ελευθέρως ανακλητή ή δυνάμενη να καταλογιστεί μονομερώς προς άλλες συμβατικές αξιώσεις του ναυτικού. Όμως, το ως άνω πρόσθετο χρηματικό ποσό («επιμίσθιο») μπορεί να συμψηφιστεί προς τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΝΕ αποδοχές, μόνον τότε, όταν υπήρξε σχετική συμφωνία στη σύμβαση ναυτικής εργασίας περί καταλογισμού του στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή δεν έχει κάτι τέτοιο ειδικώς και ορισμένως συμφωνηθεί, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον εν λόγω συμψηφισμό, γιατί με τον τρόπο αυτό θα περιόριζε μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του εργαζομένου (ΑΠ 1013/2003 ΕΝαυτΔ 2003.345, ΑΠ 225/2002 ο.π., ΜονΕφΠειρ 213/2016, ΜονΕφΠειρ 50/2016 αμφότερες σε Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 322/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 221/2015 ΕλλΔνη 2016.1405, ΜονΕφΠειρ 647/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 185/2012 ΕΝαυτΔ 2012.397, ΤριμΕφΠειρ 471/2011 ΕΝαυτΔ 2011.257, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2004, άρθρο 60, σελ. 326, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 205). Πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που δεν εξειδικεύονται οι αποδοχές που καλύπτει ο «κλειστός» μισθός και υπάρχει κενό στη σύμβαση εργασίας ή γεννιέται αμφιβολία περί της έννοιας των βουλήσεων που δηλώθηκαν, αν δηλαδή περιλαμβάνονται ή όχι σε αυτόν ορισμένες από τις νόμιμες απαιτήσεις του ναυτικού, ανακύπτει θέμα ερμηνείας της σύμβασης, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1214/2010 ΕφΑΔ 2010.1322, ΑΠ 1746/2009 ΝοΒ 58.729, ΑΠ 142/2003 ΕλλΔνη 44.1305, ΑΠ 737/2001 ΕλλΔνη 43.723, ΑΠ 1700/1998 ΕΝαυτΔ 1999.465, ΕφΠειρ 670/2012 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 457/2000 ΔΕΕ 2000.895) [ΜονΕφΠειρ 677/2023, ΜονΕφΠειρ 464/2021, ΜονΕφΠειρ 196/2020 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].

V. Κατά το προηγούμενο του Ν. 4055/2012 νομικό καθεστώς, είχε πάγια νομολογηθεί, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας), ότι: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παράγραφος 1 εδάφιο α, 221 και 295 παράγραφος 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 989/2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (Ολ ΑΠ 23 – 24/2004, Ολ ΑΠ 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/2010). Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι “ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, κι αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος”, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 νόμου 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2.4.2012, κατά το οποίο: “Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγόμενου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης”. Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, για αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση Ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι’ αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ’ αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ’ εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 163/2022, ΑΠ 609/2020, ΑΠ 1207/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

VI. Από τη με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΝΑΞ_ΕΒ_……_2025 από 29-1-2025 ένορκη βεβαίωση του ………… ενώπιον του δικηγόρου Νάξου …………. (ΑΜΔΝάξου: …..), η οποία λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (άρθρα 422 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό ………. Ε/22-1-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ……….. με συνημμένη σε αυτήν την από 22-1-2025 γνωστοποίηση μαρτύρων και πρόσκληση, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει ο ενάγων, από τη με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΠ_ΕΒ_……….._2025 από 29-1-2025 ένορκη βεβαίωση του …………. ενώπιον του δικηγόρου Πειραιώς …….. (ΑΜΔΣΠ : ………), η οποία λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (άρθρα 422 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την ίδια ως άνω με αριθμό ………. Ε/22-1-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς …………. με συνημμένη σε αυτήν την από 22-1-2025 γνωστοποίηση μαρτύρων και πρόσκληση, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει ο ενάγων, από τη με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΠ_ΕΒ_…………._2025 από 28-1-2025 ένορκη βεβαίωση του ………….. ενώπιον του δικηγόρου Πειραιώς ……….. (ΑΜΔΣΠ : …..), η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της εναγόμενης μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (άρθρα 422 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό ………. Β/22-1-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ……….. με συνημμένη σε αυτήν την από 21-1-2025 κλήση, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η εναγόμενη, οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσης και το βαθμό της αξιοπιστίας εκάστου ενόρκως βεβαιούντος, χωρίς το γεγονός ότι οι μάρτυρες απόδειξης ………… και ……….. τυγχάνουν αντίδικοι της εναγόμενης, επειδή έκαστος έχει ασκήσει εναντίον της άλλη, δική του, αγωγή με το ίδιο αντικείμενο, να αποκλείει μόνον αυτό την αποδεικτική αξία των λεγομένων τους (ΕφΠειρ 464/2021, ΕφΑθ 3879/2012 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 698/2003 ΑΧΑΝΟΜ 2004.266), απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών, που η εκκαλούσα – εναγόμενη επαναφέρει με τον πρώτο συναφή λόγο έφεσης ως αβάσιμων, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν στον Πειραιά, μεταξύ του ενάγοντος, Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, κατόχου του με αριθμό ……… ναυτικού φυλλαδίου και του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης, ο ενάγων ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – οχηματαγωγό πλοίο «P», με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ….., κ.ο.χ. 10.755,60 και υπό Διεθνές Διακριτικό Σήμα ……., πλοιοκτησίας της εναγόμενης εταιρίας. Ειδικότερα, ο ενάγων απασχολήθηκε με την άνω ειδικότητα α) από την 30-11-2021 έως την 6-1-2022, οπότε απολύθηκε στο λιμένα του Πειραιά λόγω ασθενείας του, β) από την 11-1-2022 έως την 15-2-2022, οπότε απολύθηκε στο λιμένα του Πειραιά λόγω άδειας έως την 15-3-2022, γ) από την 31-3-2022 έως την 4-2-2023, οπότε απολύθηκε στον ίδιο λιμένα λόγω άδειας έως την 4-3-2023 και δ) από την 1-4-2023 έως την 7-9-2023, οπότε απολύθηκε στον ίδιο λιμένα λόγω μετάθεσης στο πλοίο «G» (σχετ. το ναυτικό φυλλάδιο). Συγκεκριμένα, καταρτίστηκαν μεταξύ των άνω συμβαλλόμενων οι από 30-11-2021, 11-1-2022, 1-4-2022, 19-4-2022, 1-4-2023, 7-5-2023, 23-5-2023 και 1-7-2023 έγγραφες συμβάσεις ναυτικής εργασίας (σχετ. προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη), από τις οποίες προκύπτει ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος για το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 6-1-2022 συνομολογήθηκε κλειστός, ανερχόμενος στο ποσό των 2.778,35 ευρώ μεικτά, για τα ένδικα χρονικά διαστήματα από 11-1-2022 έως 31-3-2022 και από 19-4-2022 έως 31-3-2023 συνομολογήθηκε ομοίως κλειστός, ανερχόμενος στο ποσό των 3.027,70 ευρώ μεικτά, ενώ για το ένδικο ενδιαμέσως χρονικό διάστημα από 1-4-2022 έως 18-4-2022 ομοίως κλειστός, στο ποσό των 2.785,61 ευρώ μεικτά, από 1-4-2023 έως 6-5-2023 συνομολογήθηκε κλειστός, ανερχόμενος στο ποσό των 3.027,70 ευρώ μεικτά, ενώ ακολούθως από 7-5-2023 έως 22-5-2023 συνομολογήθηκε ομοίως κλειστός, ανερχόμενος στο ποσό των 2.785,61 ευρώ μεικτά, για το ένδικο διάστημα από 23-5-2023 έως 30-6-2023 συνομολογήθηκε επίσης κλειστός, ανερχόμενος στο άνω ποσό των 3.027,70 ευρώ μεικτά, ενώ τέλος, για το ένδικο διάστημα από 1-7-2023 έως 7-9-2023 συνομολογήθηκε ομοίως κλειστός, ανερχόμενος στο ποσό των 3.391,08 ευρώ μεικτά. Κατά τα επίδικα άνω χρονικά διαστήματα της ναυτολόγησης του ενάγοντος και κατόπιν ρητής συμφωνίας των διαδίκων οι όροι εργασίας του και ιδίως το ύψος των καταβαλλόμενων σε αυτόν αποδοχών ρυθμίζονταν από τους όρους της Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων και δη εφαρμοστέα καθ’ όλη τη διάρκεια της ναυτολόγησής του ήταν η ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 και του έτους 2023, που κυρώθηκαν με την ΥΑ 2242.5-1.5/8785 (ΦΕΚ Β΄ 663/15-2-2022) και ΥΑ 2242.5-1.5/51894/2023 (ΦΕΚ Β΄ 4621/19-7-2023) απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, αντιστοίχως, εφαρμοζόμενη έκαστη αναδρομικά από την αρχή του οικείου έτους, γεγονός που δεν αμφισβητεί ειδικά η εναγόμενη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 παρ. 1 των εν λόγω ΣΣΝΕ οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμένα ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές εν πλω και στο λιμένα καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή, υπό τύπο επιδόματος, για τις μέχρι οκταώρου εργασίες κατά Κυριακή, ανερχόμενη μηνιαίως σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού. Όπως διευκρινίζεται δε με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί παρά ταύτα εργασία εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό, ενώ υπερωριακή είναι η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής, αμειβομένη όμως, με προσαύξηση 25% και όχι 50% (ΜονΕφΠειρ 144/2024 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Επίσης, εξ ολοκλήρου υπερωριακά αμείβεται και η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες, δηλαδή την 1η του έτους, την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, τη Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαΐου, την εορτή της Αναλήψεως, την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχίας του πλοίου, όπως προκύπτει από το σχετικό άρθρο 18 εκάστης των ως άνω ΣΣΝΕ. Η πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις ως άνω αργίες αμείβεται ανά ώρα με βάση το ωρομίσθιο, που κατ’ άρθρο 13 παρ. 1 εδαφ. β και γ των ίδιων ΣΣΝΕ υπολογίζεται ως πηλίκο της διαιρέσεως του μισθού ενεργείας, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 αυτής, δια του αριθμού των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης των ναυτικών, δηλαδή δια του αριθμού εκατόν εβδομήντα τρία (52 εβδομάδες του έτους : 12 μήνες = 4,33 X 40 ώρες εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης = 173). Ακολούθως, το ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 50% (άρθρο 13 παρ. 5). Ακόμα, η υπερωριακή εργασία που παρέχεται κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές (πέραν του πρώτου οκταώρου εργασίας) αμείβεται ανά ώρα με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (άρθρο 13 παρ. 2). Κατά τη ΣΣΝΕ έτους 2022 (άρθρα 1, 3, 5, 6, 8 παρ. 13, 13, 10 παρ. 4 και 15 παρ. 2) ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του θαλαμηπόλου ορίστηκε σε ποσό 1.240,91 ευρώ, το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας, ήτοι σε ποσό 273,00 ευρώ, το επίδομα ιματισμού σε ποσό 60,54 ευρώ, το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας σε ποσό 20,58 ευρώ την ημέρα, δηλαδή σε (20,58 ευρώ Χ 30 ημέρες =) 617,40 ευρώ το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε ποσό 37,74 ευρώ και οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας σε ποσό 446,97 ευρώ {[(1.240,91 ευρώ +  273,00  ευρώ / 22) + 20,58  ευρώ] X 5 ημέρες}, το δε ωρομίσθιο του θαλαμηπόλου καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των  7,17  ευρώ και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε 8,96 ευρώ και 10,76 ευρώ αντίστοιχα. Οι συνολικές, επομένως, ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος κατά το έτος 2022 ανέρχονταν σε ποσό 2.676,56 ευρώ, δηλαδή σε χρηματικό ποσό που υπολειπόταν καθενός από τους συμβατικούς κλειστούς μισθούς του. Κατά τη ΣΣΝΕ έτους 2023 (άρθρα 1, 3, 5, 6, 8 παρ. 13, 13, 10 παρ. 4 και 15 παρ. 2) ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του θαλαμηπόλου ορίστηκε σε ποσό 1.315,36 ευρώ, το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας, ήτοι σε ποσό 289,38 ευρώ, το επίδομα ιματισμού σε ποσό 64,17 ευρώ, το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας σε ποσό 21,81 ευρώ την ημέρα, δηλαδή σε (21,81 ευρώ Χ 30 ημέρες =) 654,30 ευρώ το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε ποσό 40,00 ευρώ και οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας σε ποσό 473,76 ευρώ {[(1.315,36  ευρώ + 289,38  ευρώ / 22) + 21,81 ευρώ] X 5 ημέρες}, το δε ωρομίσθιο του θαλαμηπόλου καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των 7,60 ευρώ και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε 9,50 ευρώ και 11,40 ευρώ αντίστοιχα. Οι συνολικές, επομένως, ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος κατά το έτος 2023 ανέρχονταν σε ποσό 2.836,97 ευρώ, δηλαδή σε χρηματικό ποσό που υπολειπόταν καθενός από τους συμβατικούς κλειστούς μισθούς του, πλην εκείνου των 2.785,61 ευρώ, που συμφωνήθηκε κατά το διάστημα από 7-5-2023 έως 22-5-2023, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια των ναυτολογήσεων του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο τούτο διενεργούσε πολύωρους τακτικούς ακτοπλοϊκούς πλόες σε διάφορα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, τα οποία επεκτείνονταν και κατά τις νυκτερινές ώρες, πλην του χρονικού διαστήματος από 31-3-2022 έως 18-4-2022 και από 6-5-2023 έως 22-5-2023, κατά τα οποία υποβλήθηκε σε εργασίες ετήσιου δεξαμενισμού και επιθεώρησης, είχαν δε ως ακολούθως :

(Ακολουθούν πίνακες δρομολογίων)

Περαιτέρω, κατά την ένδικη χρονική περίοδο στο Ε/Γ – Ο/Γ πλοίο   P στην υπηρεσία ενδιαιτημάτων απασχολούταν προσωπικό που αριθμούσε δεκατρείς (13) θαλαμηπόλους, δώδεκα (12) επίκουρους θαλαμηπόλους [αντί των πέντε (5) κατά την οργανική σύνθεση του πληρώματος] και έναν (1) αρχιθαλαμηπόλο, των οποίων προΐστατο ο μοναδικός προϊστάμενος αρχιθαλαμηπόλος. Κατά τη θερινή περίοδο (1.4 έως και 30.9), λόγω της αυξημένης επιβατικής κίνησης, προστίθεντο δύο [2] ακόμη θαλαμηπόλοι [άρα συνολικά δεκαπέντε (15) θαλαμηπόλοι], ενώ κατά τη χειμερινή περίοδο (1.11 έως και 31.3) η ανωτέρω οργανική σύνθεση μειωνόταν κατά το 1/3, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης ………….. στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του [πρβλ. τη διάταξη του άρθρου 6 § 6 του ΠΔ 177/1974 «Περί οργανικής συνθέσεως των πληρωμάτων των επιβατηγών (ακτοπλοϊκών – μεσογειακών – τουριστικών) πλοίων» (ΦΕΚ A 64/13.3.1974], ενώ θα έπρεπε να μειώνεται κατά το 1/2 [σχετ. ο από 25-2-2019 πίνακας με την οργανική σύνθεση του πληρώματος και σχετικές παρατηρήσεις, που εκδόθηκε από τη Λιμενική Αρχή του Πειραιά], όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη – εκκαλούσα. Επιπρόσθετα, τα γενικά καθήκοντα των θαλαμηπόλων στα υπό ελληνική σημαία επιβατηγά πλοία προβλέπονται από το ΒΔ 683/1960 «Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων πεντακοσίων κ.ο.χ. και άνω» (Φ.Ε.Κ. Α 158/4-10-1960), κατά τις διατάξεις των άρθρων 116 και 118 του οποίου οι θαλαμηπόλοι, οι οποίοι ανάλογα με την εκτελούμενη από αυτούς ειδική υπηρεσία, διακρίνονται σε θαλαμηπόλους ενδιαιτημάτων, εστιατορίων και κυλικείων, τελούν υπό τις άμεσες διαταγές και τον έλεγχο του αρχιθαλαμηπόλου της θέσεως στην οποία ανήκουν και βοηθούν αυτόν στην εκτέλεση των καθηκόντων του, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 117, στα ειδικότερα καθήκοντά τους περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η επιμέλεια της απόλυτης καθαριότητας, της καλής συντηρήσεως και της ευπρέπειας των ανατιθεμένων σε αυτούς ενδιαιτημάτων των θέσεων, η καταβολή ιδιαίτερης μέριμνας προς εξυπηρέτηση των επιβατών και η εκτέλεση φυλακών αναλόγως των προσεγγίσεων του εκτελούμενου δρομολογίου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, κατά τις διαδοχικές ναυτολογήσεις του εντός του ένδικου χρονικού διαστήματος από 1.1.2022 έως και 7.9.2023, οπότε λύθηκε η τελευταία σύμβασή του με την εναγόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, απασχολούνταν επί του πλοίου καθημερινώς, εκτελώντας είτε εναλλασσόμενη υπηρεσία στα δύο εστιατόρια του πλοίου είτε εργασία διαμεριστή θαλαμηπόλου, ήτοι υπευθύνου σε εργασίες καθαριότητας των κοιτώνων των επιβατών και των κοινόχρηστων χώρων του πλοίου, καθώς και εργασία στις αποβιβάσεις- επιβιβάσεις των επιβατών στους διάφορους λιμένες προσέγγισης, πλην ενός περιορισμένου χρονικού διαστήματος εντός του Ιουνίου 2023 (5.6.2023 έως 24.6.2023), κατά το οποίο του είχε ανατεθεί εργασία «μπάρμαν» στο εξωτερικό μπαρ του 8ου  καταστρώματος του πλοίου,  το οποίο λειτουργούσε καθημερινώς από τις 07.00 π.μ. έως τις 22.00 μ.μ.. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι κατά τους χειμερινούς μήνες, κάθε Τρίτη και Πέμπτη απασχολούνταν από τις 14.00 μμ έως τις 17.00 μμ περίπου στο εστιατόριο «a la carte» για το μεσημεριανό γεύμα των επιβατών, εκτελώντας και όλες τις αναγκαίες εργασίες καθαριότητας του χώρου του εστιατορίου και κατά τις λοιπές ημέρες στο εστιατόριο «self service» για το μεσημεριανό γεύμα των επιβατών μεταξύ των ωρών 12.00 μμ  έως 14.00 μμ, ενώ επίσης, απασχολείτο καθημερινώς στο εστιατόριο «a la carte» για το βραδινό γεύμα των επιβατών μεταξύ των ωρών 19.00 μμ έως 23.00 μμ, παρατείνοντας μάλιστα την υπηρεσία του περί τη μία [1] ώρα μετά τη λήξη του ωραρίου εξυπηρέτησης (22.00 μμ), για τις ανάγκες καθαριότητας και τακτοποίησης των χώρων γευματισμού του εστιατορίου. Κατά δε τους θερινούς μήνες, ο ενάγων απασχολήθηκε στα μεσημεριανά γεύματα των επιβατών, κατά τις ημέρες Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή στο εστιατόριο «self service», ενώ κατά τις ημέρες Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή στο εστιατόριο «a la carte» και στη συνέχεια επί καθημερινής βάσεως στο βραδινό γεύμα του ίδιου εστιατορίου «a la carte», κατά τις ίδιες ως άνω ώρες (19.00 μμ – 23.00 μμ συμπεριλαμβανομένης της μίας επιπλέον ώρας μετά τη λήξη του ωραρίου λειτουργίας). Προσέτι, όπως αποδείχθηκε, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 05.06.2023 έως 24.06.2023, οπότε το ένδικο πλοίο εκτελούσε καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι του Πειραιά στις 07.15 πμ, ο ενάγων απασχολήθηκε στο εξωτερικό μπαρ του 8ου καταστρώματος, το οποίο λειτουργούσε από τις 07.00 πμ έως τις 22.00 μμ, με διάλειμμα ανάπαυσης και φαγητού περίπου 30 λεπτών κατά το μεσημέρι. Ως προς δε τα λοιπά του καθήκοντα, ο ενάγων ήταν επιφορτισμένος με εργασίες καθαριότητας στις καμπίνες των επιβατών, απασχολούμενος πλέον ως «διαμεριστής», καθώς, κάθε ημέρα, σύμφωνα με το πρόγραμμα που εκπονούσε ο προϊστάμενος αρχιθαλαμηπόλος, χρεωνόταν κυμαινόμενους ως προς τον αριθμό τους [από δεκατέσσερις (14) έως και είκοσι τέσσερις (24)], πλην όμως συγκεκριμένους κοιτώνες [που αντιστοιχούσαν από τριάντα τρία (33) έως ενίοτε και σαράντα τέσσερα (44) κρεβάτια] (βλ. σχετικώς προσκομιζόμενα πλάνα καθαρισμού καμπινών θαλαμηπόλων) και τους οποίους έπρεπε να ευπρεπίζει, μεριμνώντας για την αλλαγή των κλινοσκεπασμάτων αλλά και τον καθαρισμό τους, στους λιμένες αφετηρίας και προορισμού του πλοίου, αλλά και ενδιαμέσως, αν κατά τη διάρκεια των δρομολογίων και των ενδιαμέσων προσεγγίσεων στους λιμένες συνέβαινε κάποια καμπίνα να κενωθεί, προκειμένου να παραδοθεί σε επόμενο επιβάτη. Προς κάλυψη των ποικίλων λειτουργικών αναγκών, που πρόκυπταν στο πλοίο κατά τη διάρκεια των ανωτέρω πολύωρων δρομολογίων του και ιδίως λόγω των συχνών κατάπλων του στα διάφορα, ως άνω, ενδιάμεσα λιμάνια, ο ενάγων απασχολούνταν με τις προεκτιθέμενες εργασίες της ειδικότητας του καθημερινώς, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και Κυριακών και μάλιστα πέραν της προβλεπόμενης οκτάωρης διάρκειας της εργασίας του, αφού αυτή δεν επαρκούσε, λόγω της προαναφερθείσας φύσης, συχνότητας αλλά και διάρκειας των αλλεπάλληλων δρομολογίων, που διενεργούσε το εν λόγω πλοίο και των πολλαπλών λιμένων προσέγγισης. Η δε εναγόμενη εν γένει δεν αμφισβητεί τα παραπάνω καθήκοντα του ενάγοντος, πλην όμως, ισχυρίζεται ότι η εργασία του δεν υπερέβαινε συνολικά τις 9 έως 9,5 ώρες κατά μέσο όρο ημερησίως, πολλές φορές και λιγότερο ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες, επικαλούμενη επιπλέον ότι για την υπερωριακή εργασία του έχει πλήρως εξοφληθεί. Ωστόσο, με βάση όσα προεκτέθηκαν και ενόψει ιδίως α) των συνθηκών και περιστάσεων που επικρατούσαν στο εν λόγω πλοίο, το οποίο ήταν δρομολογημένο στις ως άνω ακτοπλοϊκές γραμμές, με τις προαναφερθείσες συχνές προσεγγίσεις σε ενδιάμεσα λιμάνια, που είχαν ως αποτέλεσμα περισσότερες εντός του ιδίου δρομολογίου εναλλαγές των επιβατών, που αποεπιβιβάζονταν, β) της συνομολογούμενης, αλλά και προκύπτουσας από τις αποδείξεις της μισθοδοσίας του ενάγοντος σταθερής καταβολής κάθε μήνα του ένδικου χρονικού διαστήματος χρηματικών ποσών για αμοιβή υπερωριακής εργασίας τόσο κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές όσο και κατά τα Σάββατα και τις αργίες, γεγονός που καταδεικνύει την εκ προοιμίου γνώση της εναγόμενης για την ανάγκη υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος, γ) της ειδικότητας του ενάγοντος και εντεύθεν της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησής του, δ) του γεγονότος ότι το πλοίο της εναγόμενης διατηρούσε πάντοτε πλήρη την ανά περίοδο αναγκαία κατά νόμο σύνθεση πληρώματος (με τις παρακάτω επισημάνσεις) και ε) της αυξημένης επιβατικής κίνησης ιδίως κατά τις θερινές περιόδους, κρίνεται ότι κατέστη απαραίτητο, προς εξυπηρέτηση των αναγκών που δημιουργούνταν από τις ως άνω συνθήκες λειτουργίας του πλοίου P και στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων της ειδικότητας του, ο ενάγων να εργαστεί υπερωριακώς, κατά μέσο όρο, τις μεν καθημερινές και τις Κυριακές επί τέσσερις (4) ώρες ημερησίως, τα δε Σάββατα και τις αργίες επί δώδεκα (12) ώρες την ημέρα. Ο δε αγωγικός ισχυρισμός περί απασχολήσεώς του επί δεκατέσσερις (14) ώρες καθημερινώς, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχεία Α έφεσης, δεν κρίνεται, ενόψει των προεκτεθέντων, πειστικός για το πέραν των ως άνω ωρών καθημερινής απασχόλησης σκέλος του και ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέος. Ωσαύτως και ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί λιγότερων ωρών υπερωριακής απασχόλησης, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχεία Β έφεσης, ότι δηλαδή ο ενάγων δεν απασχολείτο υπερωριακώς παρά μόνο για το χρόνο που αναγράφεται στις μισθοδοτικές της καταστάσεις και ότι, σε κάθε περίπτωση, έχουν εξοφληθεί οι συναφείς απαιτήσεις του, κρίνεται ενόψει όλων των ανωτέρω ομοίως ως ουσιαστικά αβάσιμος και ως τέτοιος τυγχάνει απορριπτέος. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί της πραγματικής υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος δεν αναιρείται από το γεγονός ότι α) η οργανική σύνθεση του πληρώματος (σε θαλαμηπόλους και επίκουρους) κατά τη χειμερινή περίοδο μειωνόταν κατά το 1/3 (αντί του ½) και β) ότι κατά τους θερινούς μήνες υπηρετούσαν δώδεκα (12) επίκουροι θαλαμηπόλοι [αντί των πέντε (5) κατά την ελάχιστη οργανική σύνθεση], όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, διότι οι παράμετροι αυτοί δεν οδηγούν οπωσδήποτε σε μεγαλύτερο επιμερισμό καθηκόντων και σε αντίστοιχο περιορισμό των ωρών απασχόλησης του ενάγοντος, όπως αβασίμως με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχεία Β έφεσής της υποστηρίζει η εναγόμενη – εκκαλούσα, αντίθετα μάλιστα η πρόσληψή τους από την εναγόμενη υποδηλώνει την επιτακτική ανάγκη ομαλής εξυπηρέτησης των πρόσθετων λειτουργικών αναγκών που ανέκυπταν κατά τη θερινή περίοδο, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Το γεγονός εξάλλου, ότι το πλοίο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ταξίδευε με πλήρη σύνθεση πληρώματος δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς την πραγματοποιούμενη καθημερινά υπερωριακή εργασία του ενάγοντος, δεδομένου μάλιστα ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87, 88 και 89 του ΝΔ 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» (ΚΔΝΔ, ΦΕΚ A 261/3.10.1973), η πληρότητα ως προς την οργανική σύνθεση του πληρώματος του πλοίου αποσκοπεί στην ασφάλεια αυτού κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν υποδηλώνει ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία (ΜονΕφΠειρ 196/2020, ΜονΕφΠειρ 71/2014, ΜονΕφΠειρ 23/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ενώ και το γεγονός ότι η παραπάνω υπερωριακή εργασία του ενάγοντος δεν αναγραφόταν στο βιβλίο υπερωριών και ιδιαίτερων αμοιβών του πληρώματος, το οποίο τηρούσε η εναγόμενη, δια του προεστημένου οργάνου της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 157 του Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επιβατηγών πλοίων και 19 των ως άνω ΣΣΝΕ, καθώς και το ότι ο ενάγων υπέγραφε στο εν λόγω βιβλίο χωρίς επιφύλαξη, δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών αυτού (ΜονΕφΠειρ 361/2024, ΜονΕφΠειρ 54/2022 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς), καθώς συμβαίνει συχνά οι εργαζόμενοι να υπογράφουν προκειμένου να μην αντιμετωπίζουν προβλήματα με τους εργοδότες τους και να μην τίθεται σε κίνδυνο η εργασιακή τους σχέση.  Αλλά και η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα των μισθοδοτικών του καταστάσεων δεν ενέχει, άνευ άλλου τινός, παραίτηση αυτού από τα ως άνω νόμιμα δικαιώματά του. Σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα των ως άνω δελτίων μισθοδοσίας και του βιβλίου υπερωριών ενέχει παραίτηση από τις επίδικες αξιώσεις του από την προσφορά της εργασίας του, η παραίτηση αυτή (νοούμενη ως άφεση χρέους) είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματά του, που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι άκυρη (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 1554/2011, ΜονΕφΠειρ 196/2020 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), απορριπτομένων συνεπώς ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ειδικότερων ισχυρισμών της εκκαλούσας – εναγόμενης, που επαναφέρονται στα πλαίσια του πρώτου λόγου της υπό στοιχεία Β έφεσής της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν καθημερινά, καθώς και τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες επί δώδεκα (12) ώρες, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει οι προαναφερθέντες λόγοι των ένδικων εφέσεων, που βάλλουν κατά της παραδοχής αυτής, να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από τα αντίγραφα του ημερολογίου γέφυρας του εν λόγω πλοίου, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η εναγόμενη, δεν πραγματοποιήθηκαν δρομολόγια, λόγω ιδιαίτερων συνθηκών (λ.χ. απαγόρευση απόπλου λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, επιμέρους μεμονωμένες τροποποιήσεις δρομολογίων κ.λ.π.) κατά τις εξής ημερομηνίες: 08.02.2022 (απαγόρευση απόπλου), 23.04.2022 (Μεγάλο Σάββατο), 24.04.2022 (Κυριακή του Πάσχα), οπότε το πλοίο παρέμεινε στο λιμάνι της Μεγίστης στο Καστελόριζο [ενώ την 25.04.2022 – Δευτέρα του Πάσχα το πλοίο αναχώρησε από το Καστελόριζο, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε], 06.10.2022 (απαγόρευση απόπλου), 20.12.2022 (απαγόρευση απόπλου), 26.01.2023 (απαγόρευση απόπλου) και 16.04.2023 (Κυριακή του Πάσχα), οπότε δεν εκτελέστηκαν δρομολόγια, κατά τον εν μέρει βάσιμο σχετικό ισχυρισμό της εναγόμενης. Ομοίως, την 25-12-2022 (Χριστούγεννα) και την 1-1-2023 (Πρωτοχρονιά) το πλοίο παρέμεινε στη Ρόδο και την 14-4-2023 (Μεγάλη Παρασκευή) δεν εκτελέστηκε δρομολόγιο, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Επιπλέον, κατά τα χρονικά διαστήματα από 31-3-2022 έως 18-4-2022 και από 6-5-2023 έως 22-5-2023 δεν εκτελέστηκαν δρομολόγια, καθότι το πλοίο υποβλήθηκε σε εργασίες ετήσιου δεξαμενισμού και επιθεώρησης, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2022 και δη κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ήτοι από 1-1-2022 έως και 6-1-2022, από 11-1-2022 έως 15-2-2022, καθώς και από 31-3-2022 έως και 31-12-2022, ο ενάγων εργάστηκε για 12 ώρες επί 41 Σάββατα και συγκεκριμένα την 15, 22, 29  Ιανουαρίου, 5,12 Φεβρουαρίου, 30 Απριλίου, 7, 14, 21, 28  Μαΐου, 4,11,18, 25 Ιουνίου, 2, 9,16, 23, 30 Ιουλίου, 6,13, 20, 27 Αυγούστου, 3, 10, 17, 24 Σεπτεμβρίου, 1, 8, 15, 22, 29 Οκτωβρίου, 5,12,19, 26 Νοεμβρίου, 3,10,17, 24 και 31 Δεκεμβρίου 2022, καθώς και επί 11 αργίες και συγκεκριμένα την 1 Ιανουαρίου, 6 Ιανουαρίου – εορτή των Θεοφανίων, 22 Απριλίου – Μεγάλη Παρασκευή, 25 Απριλίου – Δευτέρα του Πάσχα, 1η Μαΐου, 2 Ιουνίου – ημέρα της Αναλήψεως, 15η Αυγούστου, 14 Σεπτεμβρίου – Ύψωση του Τίμιου Σταυρού, 28η Οκτωβρίου, 6 Δεκεμβρίου – εορτή του Αγίου Νικολάου και 26 Δεκεμβρίου – δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων. Επίσης, εργάστηκε, όπως ο ίδιος συνομολογεί, για 8 ώρες την 2, 9 και 16 Απριλίου 2022 (Σάββατα κατά το διάστημα του ετήσιου δεξαμενισμού) και την 25-12-2022 (Χριστούγεννα). Ακόμα, εργάστηκε για 12 ώρες κατά τις υπόλοιπες καθημερινές και Κυριακές των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων, πλην α) της Κυριακής 9-10-2022 και της Δευτέρας 10-10-2022, κατά τις οποίες έλαβε άδεια διανυκτέρευσης, όπως κατωτέρω στην παρούσα εκτίθεται, και β) της Πέμπτης 6-10-2022 και της Τρίτης 20-12-2022, κατά τις οποίες το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο λόγω απαγόρευσης απόπλου, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, οπότε δεν αποδείχθηκε πέραν του οκταώρου απασχόληση του ενάγοντος. Ενόψει τούτων, με βάση το χρόνο εργασίας του κατά το έτος 2022 στο πιο πάνω πλοίο και τις ρυθμίσεις της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, προκύπτει ότι ο ενάγων έπρεπε να λάβει ως αμοιβή υπερωριακής εργασίας: 1) για την απασχόλησή του για 12 ώρες επί 41 Σάββατα και 11 αργίες και συνολικώς επί 52 ημέρες και (52X12ώρες=) 624 ώρες, καθώς και για την απασχόλησή του για 8 ώρες την 2, 9 και 16 Απριλίου 2022 (Σάββατα κατά το διάστημα του ετήσιου δεξαμενισμού) και την 25-12-2022 (Χριστούγεννα), ήτοι συνολικώς επί 4 ημέρες (=3 Σάββατα και 1 αργία) και (4Χ8ώρες=) 32 ώρες, άρα συνολικώς για (624+32=) 656 ώρες το ποσό των (656X10,76 ευρώ=) 7.058,56 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 5.125,60 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, οι οποίες δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 1.932,96 ευρώ, κατά το εν μέρει βάσιμο σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της υπό στοιχεία Β έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο και 2) για την απασχόλησή του για 4 ώρες επί 240 καθημερινές και Κυριακές και συνολικά για (240Χ4ώρες=) 960 ώρες το ποσό των (960X8,96 ευρώ=) 8.601,60 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 2.306,10 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, οι οποίες δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 6.295,50 ευρώ, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών αμφοτέρων των ένδικων εφέσεων αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο. Έτι περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2023 και δη κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ήτοι από 1-1-2023 έως και 4-2-2023, καθώς και από 1-4-2023 έως και 7-9-2023, ο ενάγων εργάστηκε για 12 ώρες επί 24 Σάββατα και συγκεκριμένα την 7,14, 21, 28  Ιανουαρίου,  4  Φεβρουαρίου, 1, 8, 22, 29 Απριλίου, 27 Μαΐου, 3,10,17, 24 Ιουνίου, 1, 8,15, 22, 29 Ιουλίου, 5,12,19, 26 Αυγούστου και 2 Σεπτεμβρίου 2023, καθώς και επί 6 αργίες και συγκεκριμένα την 6 Ιανουαρίου – εορτή των Θεοφανίων, 17 Απριλίου – Δευτέρα του Πάσχα, 23 Απριλίου – εορτή του Αγίου Γεωργίου, 1η Μαΐου, 25 Μαΐου – ημέρα της Αναλήψεως και 15η Αυγούστου. Επίσης, εργάστηκε για 8 ώρες την 1-1-2023 (Πρωτοχρονιά) και την 15-4-2023 (Μεγάλο Σάββατο) και την 6, 13 και 20 Μαΐου 2023 (Σάββατα κατά το διάστημα του ετήσιου δεξαμενισμού), όπως ο ίδιος εν μέρει συνομολογεί. Ακόμα, εργάστηκε για 12 ώρες κατά τις υπόλοιπες καθημερινές και Κυριακές των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων, πλην της Πέμπτης 26-1-2023, κατά την οποία το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο λόγω απαγόρευσης απόπλου, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, οπότε δεν αποδείχθηκε πέραν του οκταώρου απασχόληση του ενάγοντος. Ενόψει τούτων, με βάση το χρόνο εργασίας του κατά το έτος 2023 στο πιο πάνω πλοίο και τις ρυθμίσεις της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, προκύπτει ότι ο ενάγων έπρεπε να λάβει ως αμοιβή υπερωριακής εργασίας: 1) για την απασχόλησή του για 12 ώρες επί 24 Σάββατα και 6 αργίες και συνολικώς επί 30 ημέρες και (30X12ώρες=) 360 ώρες, καθώς και για την απασχόλησή του για 8 ώρες την 1-1-2023 (Πρωτοχρονιά) και την 15-4-2023 (Μεγάλο Σάββατο) και την 6, 13 και 20 Μαΐου 2023 (Σάββατα κατά το διάστημα του ετήσιου δεξαμενισμού), ήτοι συνολικώς επί 5 ημέρες (=3 Σάββατα και 2 αργίες) και (5Χ8ώρες=) 40 ώρες, άρα συνολικώς για (360+40=) 400 ώρες το ποσό των (400X11,40 ευρώ=) 4.560,00 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 3.315,38 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, οι οποίες δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 1.244,62 ευρώ, κατά το εν μέρει βάσιμο σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της υπό στοιχεία Β έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο και 2) για την απασχόλησή του για 4 ώρες επί 144 καθημερινές και Κυριακές και συνολικά για (144Χ4ώρες=) 576 ώρες το ποσό των (576X9,50 ευρώ=) 5.472,00 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 2.094,98 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, οι οποίες δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 3.377,02 ευρώ, κατά το εν μέρει βάσιμο σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της υπό στοιχεία Α έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο. Επιπλέον, η εναγόμενη έναντι της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος για αμοιβή υπερωριακής εργασίας κατά τα Σάββατα και τις αργίες και κατά τις καθημερινές και Κυριακές των ένδικων χρονικών διαστημάτων παραδεκτά προβάλλει σε συμψηφισμό το συνολικό ποσό των 4.703,19 ευρώ για το έτος 2022 και το συνολικό ποσό των 3.028,85 ευρώ για το έτος 2023, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της και τις προσκομιζόμενες με επίκληση αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας καταβλήθηκαν τμηματικά στον ενάγοντα με την αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», επικαλούμενη ρητό συμβατικό όρο συμψηφισμού των ποσών αυτών με τυχόν απαιτήσεις του από την υπερωριακή εργασία του, την εν λόγω δε ένσταση συμψηφισμού (και εξόφλησης) επαναφέρει με το δεύτερο λόγο της υπό στοιχεία Β έφεσής της. Ειδικότερα, από τις ένδικες συμβάσεις ναυτικής εργασίας του ενάγοντος, τις οποίες η εναγόμενη προσκομίζει μετ’ επικλήσεως, αποδεικνύεται ότι συμφωνήθηκε η καταβολή στον ενάγοντα ναυτικό κλειστού μισθού και περαιτέρω με το με αριθμό 1 συμπληρωματικό όρο καθεμιάς από τις παραπάνω έγγραφες συμβάσεις (υπό τον τίτλο «Συμπληρωματικοί όροι που περιλαμβάνονται όπως τυχόν αμοιβαίως συμφωνήθηκαν από τα μέρη»), ρητά συμφωνήθηκε ότι «Κάθε ποσό που καταβάλει η Εταιρία στο Ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το Ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της Εταιρίας σχετικές με την παρούσα σύμβαση. Ως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.». Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και στην πιο πάνω υπό στοιχεία IV νομική σκέψη, ο συμβατικός αυτός όρος, ερμηνευόμενος κατά τις υποδείξεις των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν επιτρέπει οποιονδήποτε συμψηφισμό, απορριπτομένης της σχετικής περί συμψηφισμού ενστάσεως της εναγόμενης, τούτο δε διότι δι’ αυτού δεν προσδιορίζονται ειδικά και ορισμένα οι υπέρτερες αποδοχές του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με πραγματοποιούμενες υπερωρίες του ή με άλλες συμβατικές υποχρεώσεις της εργοδότριας. Δεν συντρέχουν επομένως, εν προκειμένω, οι νόμιμες προϋποθέσεις του επιτρεπτού συμβατικού συμψηφισμού, αφού δεν προσδιορίσθηκαν ειδικά κατά ποιόν και ποσόν οι υπέρτερες αποδοχές (ως επιμίσθιο, τακτικά και παγίως καταβαλλόμενο) του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με μελλοντικές υποχρεώσεις της εναγόμενης προς αυτόν, προερχόμενες από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία. Εξάλλου, η αόριστη διατύπωση της εν λόγω συμφωνίας («Κάθε ποσό … πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές …») δεν δύναται να θεμελιώσει δυνατότητα συμβατικού συμψηφισμού των εν λόγω «έκτακτων αμοιβών», όπως, αντιθέτως, θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία στον επίμαχο όρο προβλεπόταν ρητώς ότι οι συγκεκριμένες παροχές, υπό την προσδιορισμένη ένδειξη «έκτακτες αμοιβές», θα καλύπτουν την οφειλόμενη υπερωριακή αμοιβή του ενάγοντος (ΕφΠειρ 465/2009). Άλλωστε, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τις ένορκες βεβαιώσεις των συναδέλφων ναυτικών του ενάγοντος, ………….. και …………, αποδείχθηκε ότι τα ποσά, που ο ενάγων έλαβε ως «έκτακτες αμοιβές» του, αποτελούσαν στην πραγματικότητα ποσοστό επί των εισπράξεων από τις πωλήσεις των μπαρ και εστιατορίων του ένδικου πλοίου, τα οποία μίσθωνε και εκμεταλλευόταν η τρίτη επιχείρηση εστίασης «……………..», διανεμόμενο μόνο μεταξύ των μελών του προσωπικού ενδιαιτήσεως και όχι σε ολόκληρο το πλήρωμα, μολονότι, όπως δεν αμφισβητείται, η επίμαχη συμφωνία «συμψηφισμού» περιλαμβανόταν στις συμβάσεις όλων των απασχολούμενων σε αυτό ναυτικών ανεξαρτήτως ειδικότητας, ως αντάλλαγμα της αρωγής τους για την προώθηση των πωλήσεων επί του πλοίου και όχι ως αμοιβή, και δη καταβαλλόμενη από την εργοδότρια εταιρία εξ ελευθεριότητας, για την υπερωριακή τους απασχόληση, μη αναιρούμενης της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου από την περί του αντιθέτου ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος ανταπόδειξης ……….. Ούτε προσδιορίστηκε κατά τρόπο συγκεκριμένο και αναμφίβολο ότι τα ποσά, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό επί των ως άνω εισπράξεων, θα υπόκεινται (αυτά και όχι οποιαδήποτε άλλα) σε συμψηφισμό με ενδεχόμενες νόμιμες αξιώσεις του ενάγοντος πέραν των συμβατικώς προβλεπομένων. Τα δε ποσά των επίμαχων ως άνω πρόσθετων αμοιβών, ανεξαρτήτως του ότι μνημονεύονται στις αποδείξεις πληρωμής της μισθοδοσίας του ενάγοντος, δεν προκύπτει ότι του καταβλήθηκαν από την εναγόμενη αλλά από τρίτον και συγκεκριμένα από την ως άνω επιχείρηση εστίασης «……………..», το γεγονός δε ότι αυτά καταχωρούνταν στις αποδείξεις μισθοδοσίας της εργοδότριας εταιρίας ουδόλως αποδεικνύει τη φύση αυτών ως μπόνους εξ ελευθεριότητας του εργοδότη, αλλά η καταχώρηση αυτή εξυπηρετούσε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, φορολογικούς σκοπούς και μάλιστα την επιβολή νόμιμων κρατήσεων επ’ αυτών, με αποτέλεσμα να μην είναι σύννομη η πρότασή τους σε συμψηφισμό, βασική προϋπόθεση του οποίου αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ, η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, υπό την έννοια ότι ο οφειλέτης της κύριας απαίτησης, κατά της οποίας προτείνεται ο συμψηφισμός, είναι και δανειστής της ανταπαίτησης που προβάλλεται σε συμψηφισμό και, αντίστοιχα, ο δανειστής της κύριας απαίτησης είναι συγχρόνως και οφειλέτης της ανταπαιτήσεως (ΑΠ 1703/2008 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 955/1995 ΝοΒ 1997.1112, Ι. Καρακατσάνης, Ο συμψηφισμός με μονομερή δικαιοπραξία, 1980, §7, σελ. 106, I. Καράκωστας, Αστικός Κώδικας, Ερμηνεία- Νομολογία – Σχόλια, τόμος 3, Γενικό Ενοχικό, 2006, άρθρο 440, ΙΙ, αρ. 1489, σελ. 794), κατά τρόπον ώστε ο οφειλέτης να δύναται να συμψηφίσει μόνο δικές του ανταπαιτήσεις και όχι ξένες [ΜονΕφΠειρ 677/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 383/2023, ΜονΕφΠειρ 725/2022 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς]. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο της υπό στοιχεία Β έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και ο ως άνω λόγος έφεσης στο σύνολό του. Ακόμα, δεδομένου ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2022 ανέρχονται σε ποσό 2.616,02 ευρώ [ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του θαλαμηπόλου ποσό 1.240,91 ευρώ, το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας, ήτοι ποσό 273,00 ευρώ, το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας σε ποσό 20,58 ευρώ την ημέρα, δηλαδή σε (20,58 ευρώ Χ 30 ημέρες =) 617,40 ευρώ το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε ποσό 37,74 ευρώ και οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας σε ποσό 446,97 ευρώ {[(1.240,91 ευρώ +  273,00  ευρώ / 22) + 20,58  ευρώ] X 5 ημέρες}], πλέον του μέσου μηνιαίου επιδόματος άγονης γραμμής ποσού 75,28 ευρώ, το οποίο καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα κατά τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, αλλά και δεν αμφισβητείται ειδικά κατά ποσό από την τελευταία, πλέον του μέσου όρου αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης για το εν λόγω διάστημα εκ ποσού 1.477,50 ευρώ [(7.058,56 + 8.601,60=) 15.660,16 ευρώ : 318 ημέρες = 49,25 Χ 30], ήτοι συνολικώς 4.168,80 ευρώ, καθώς και του ότι ο ίδιος (ενάγων) απασχολήθηκε για μεν το επίδομα Πάσχα για μέρος του κρίσιμου χρονικού διαστήματος (73 ημέρες από 1.1. έως 30.4.), για δε το επίδομα Χριστουγέννων καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα (από 1.5. έως 31.12.), αυτός δικαιούται i) για αναλογία επιδόματος Πάσχα έτους 2022 ποσό ίσο με το 1/15 του ημίσεος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(4.168,80 ευρώ/2=) 2.084,40 ευρώ : 15 =] 138,96 ευρώ για κάθε 8 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (73 ημέρες : 8 = ) 9,125 οκταήμερα, το ποσό των (9,125 Χ 138,96 ευρώ =) 1.268,01 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε ποσό 682,36 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, οι οποίες δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 585,65 ευρώ, κατά τον εν μέρει βάσιμο σχετικό τρίτο λόγο της υπό στοιχεία Β έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο και ii) για επίδομα Χριστουγέννων έτους 2022 ποσό ίσο με τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του (άρθρο 14 της ΣΣΝΕ) και δη ποσό 4.168,80 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε ποσό 2.274,42 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, οι οποίες δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 1.894,38 ευρώ, κατά τον εν μέρει βάσιμο σχετικό τρίτο λόγο της υπό στοιχεία Β έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο. Επίσης, δεδομένου ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2023 ανέρχονται σε ποσό 2.772,80 ευρώ [ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του θαλαμηπόλου ποσό 1.315,36 ευρώ, το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας, ήτοι ποσό 289,38 ευρώ, το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας σε ποσό 21,81 ευρώ την ημέρα, δηλαδή σε (21,81 ευρώ Χ 30 ημέρες =) 654,30 ευρώ το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε ποσό 40,00 ευρώ και οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας σε ποσό 473,76 ευρώ {[(1.315,36  ευρώ + 289,38  ευρώ / 22) + 21,81 ευρώ] X 5 ημέρες}], πλέον του μέσου μηνιαίου επιδόματος άγονης γραμμής ποσού 79,80 ευρώ, το οποίο καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα κατά τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, αλλά και δεν αμφισβητείται ειδικά κατά ποσό από την τελευταία, πλέον του μέσου όρου αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης για το εν λόγω διάστημα εκ ποσού 1.543,50 ευρώ [(4.560 + 5.472 =) 10.032,00 ευρώ : 195 ημέρες = 51,45 Χ 30], ήτοι συνολικώς 4.396,10 ευρώ, καθώς και του ότι ο ίδιος (ενάγων) απασχολήθηκε για το επίδομα Πάσχα για μέρος του κρίσιμου χρονικού διαστήματος (65 ημέρες από 1.1. έως 30.4.), όπως και για το επίδομα Χριστουγέννων (130 ημέρες από 1.5. έως 31.12.), αυτός δικαιούται i) για αναλογία επιδόματος Πάσχα έτους 2023 ποσό ίσο με το 1/15 του ημίσεος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(4.396,10 ευρώ/2=) 2.198,05 ευρώ : 15 =] 146,53 ευρώ για κάθε 8 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (65 ημέρες : 8 = ) 8,125 οκταήμερα, το ποσό των (8,125 Χ 146,53 ευρώ =) 1.190,55 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε ποσό 611,74 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, οι οποίες δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 578,81 ευρώ, κατά τον εν μέρει βάσιμο σχετικό τρίτο λόγο της υπό στοιχεία Β έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο και ii) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2023 ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του ανά έκαστο δεκαεννιαήμερο χρονικό διάστημα και δη ποσό [(4.396,10 ευρώ/25=) 175,84 ευρώ Χ 2 =] 351,68 ευρώ για κάθε 19 ημέρες εργασίας και εν προκειμένω για (130 ημέρες : 19 = ) 6,84 δεκαννιαήμερα, το ποσό των (6,84 Χ 351,68 ευρώ =) 2.405,49 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε ποσό 1.373,08 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, οι οποίες δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 1.032,41 ευρώ, κατά τον εν μέρει βάσιμο σχετικό τρίτο λόγο της υπό στοιχεία Β έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 της ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων ετών 2022 – 2023, υπό τον τίτλο «Δρομολόγια Εξπρές», προβλέπεται ότι, σε κάθε περίπτωση κατά τον καθορισμό, την έγκριση και την εκτέλεση των δρομολογίων, πρέπει να προνοείται, από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και από τους πλοιοκτήτες, η παραμονή των πλοίων στο λιμάνι αφετηρίας τουλάχιστον έξι (6) ώρες πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο, προκειμένου να παρασχεθεί στον πλοίαρχο και το πλήρωμα ο αναγκαίος χρόνος ανάπαυσης, καθώς και προετοιμασίας του πλοίου για το επόμενο δρομολόγιο (παρ. 1). Αν κατ’ εξαίρεση αυτό δεν καθίσταται δυνατόν ή αποφασίζεται και εκτελείται έκτακτο δρομολόγιο, καταβάλλεται στον πλοίαρχο και στο πλήρωμα πρόσθετη αμοιβή, όπως καθορίζεται στις επόμενες παραγράφους αυτού του άρθρου (παρ. 2). Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου τέτοια δρομολόγια (Express) για τα οποία καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα του πλοίου, η κατά την παρ. 7 πρόσθετη αμοιβή, θεωρούνται εκείνα για την εκτέλεση των οποίων το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού, κατά περίπτωση, πριν περάσουν τουλάχιστον έξι (6) ώρες από τον κατάπλου του πλοίου στο αντίστοιχο λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού. Για τον υπολογισμό της πρόσθετης αυτής αμοιβής, αθροίζονται οι ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου εβδομαδιαίως, δηλαδή προ της συμπληρώσεως 6 ωρών από της αφίξεως στο λιμάνι και το άθροισμα διαιρείται διά του αριθμού 8, το δε πηλίκον αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων, για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή. Όμως, σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ειδικά προκειμένου περί πλοίων τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας, καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή για τα πέραν των 5 δρομολογίων κάθε εβδομάδα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του, κατά την προαναφερθείσα παρ. 2, προσδιορισμού. Για την πρόσθετη αυτή απασχόληση καταβάλλεται στον πλοίαρχο και στο πλήρωμα αμοιβή υπολογιζόμενη ως εξής: Εφόσον η διάρκεια του κυκλικού ταξιδιού (δηλαδή η μετάβαση στο λιμάνι ή τους λιμένας προορισμού και η επιστροφή στο λιμένα αφετηρίας) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, η αμοιβή είναι ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών (παρ. 7α). Εάν είναι μικρότερη των δώδεκα (12) ωρών είναι ίση προς το ήμισυ της ως άνω προβλεπόμενης (παρ. 7β). Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι, καθόσον αφορά την προβλεπόμενη από αυτές πρόσθετη αμοιβή, αυτή καταβάλλεται, εφόσον σε κάθε δρομολόγιο το πλοίο δεν παραμείνει τουλάχιστον έξι (6) ώρες στο λιμάνι αφετηρίας πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο. Κατά τη σαφή δε έννοια της παρ. 1 του άρθρου αυτού, δρομολόγιο νοείται το ταξίδι του πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής, δηλαδή το δρομολόγιο αρχίζει με τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας προς το λιμάνι (ή τα λιμάνια) προορισμού και λήγει με τον κατάπλου στο λιμάνι αφετηρίας. Η παραπάνω έννοια του δρομολογίου ταυτίζεται με εκείνη η οποία δίδεται και με το άρθρο 1 του Π.Δ. 814/1974 “περί καθορισμού κατηγοριών δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότητος δρομολογήσεως”, το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 170 του ΝΔ 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου», στο οποίο, το μεν δρομολόγιο νοείται ως “το κατά ημέρα και ώρα ιδιαίτερο ταξίδι προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής” (ΕΠ 71/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ο δε λιμένας αφετηρίας ως “ο λιμήν ή το σημείο εκκινήσεως και επανόδου του επιβατηγού πλοίου κατά την εκτέλεση του δρομολογίου του”. Η υποχρέωση δε εξάωρης παραμονής του πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας ορίζεται σαφώς ότι πρέπει να γίνεται “πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο”. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 33 των πιο πάνω Σ.Σ.Ν.Ε. δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση από εκείνη της παρ. 1, με την έννοια ότι το πλοίο πρέπει να παραμείνει έξι (6) ώρες τόσο στο λιμάνι αφετηρίας όσο και στο λιμάνι προορισμού. Δίδεται, όμως, η δυνατότητα, με τη διάταξη αυτή, παραμονής του πλοίου επί εξάωρο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρ. 1, είτε στο λιμάνι αφετηρίας είτε στο λιμάνι προορισμού, οπότε, στη δεύτερη περίπτωση, δρομολόγιο, για το οποίο θα καταβληθεί η πρόσθετη αμοιβή της παρ. 7, θεωρείται εκείνο για την εκτέλεση του οποίου το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι προορισμού πριν περάσουν έξι (6) τουλάχιστον ώρες από τον κατάπλου στο λιμάνι αυτό. Το ότι η αμοιβή που προβλέπεται στο άρθρο αυτό καταβάλλεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο δεν παρέμεινε στο λιμάνι επί έξι (6) ώρες σε κάθε πλήρες ταξίδι του, προκύπτει και από τον αναφερόμενο στην παρ. 7 τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, όπου ο υπολογισμός γίνεται ανάλογα με την πλήρη διάρκεια του ταξιδιού, δηλαδή από την αναχώρηση του πλοίου έως την επιστροφή του (ΜονΕφΠειρ 750/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο εκτελεί έως πέντε κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως, για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης πρόσθετης αμοιβής αθροίζονται οι ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου εβδομαδιαίως, δηλαδή προ της συμπληρώσεως έξι (6) ωρών από της αφίξεως στο λιμάνι και το άθροισμα διαιρείται διά του αριθμού 8, το δε πηλίκον αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων, για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή, εννοείται για τα δρομολόγια της εν λόγω εβδομάδας. Εντούτοις, δεν καθίσταται απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη η αγωγή του εργαζομένου, με την οποία αυτός, έχοντας αξίωση λήψης πρόσθετης αμοιβής για πρόωρη αναχώρηση του πλοίου που εκτελεί έως πέντε κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως για περισσότερες της μίας εβδομάδας στα πλαίσια του χρόνου ναυτολόγησής του, υπολογίζει όλες τις ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου, καθόλη τη διάρκεια της ναυτολογήσεώς του, διότι εντέλει και ο τρόπος αυτός υπολογισμού στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγει, εφόσον βάση προσδιορισμού της πρόσθετης αμοιβής, αποτελεί το πηλίκον της διαιρέσεως των ωρών πρόωρης αναχώρησης του πλοίου με τον αριθμό 8. Είτε οι ώρες πρόωρης αναχώρησης ληφθούν σε εβδομαδιαία βάση και ακολούθως, αφού διαιρεθούν με τον αριθμό 8, γίνει άθροιση του πηλίκου των διαιρέσεων όλων των επιμέρους εβδομάδων απασχόλησης του εργαζομένου, είτε απευθείας όλες οι ώρες πρόωρης αναχώρησης διαιρεθούν με τον αριθμό 8, οδηγούν κατ’ αποτέλεσμα στον ίδιο αριθμό δρομολογίων. Εξάλλου, για την εφαρμογή της παραπάνω § 7, στο σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του δικαιούχου συμπεριλαμβάνεται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το ναυτικό εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά (ΜονΕφΠειρ 317/2018 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 265/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Συνυπολογίζονται, επομένως, ο μισθός ενέργειας, τα επιδόματα Κυριακών και βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, ο μέσος όρος της αμοιβής που καταβάλλεται τακτικά για επαναλαμβανόμενη υπερωριακή εργασία (ΤριμΕφΠειρ 53/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1/2003 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), το επίδομα αδείας (ΜονΕφΠειρ 317/2018, ΜονΕφΠειρ 265/2016, ΜονΕφΠειρ 51/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), καθώς και ο μέσος όρος των πρόσθετων αμοιβών που εισπράττει ο ναυτικός από τον εργοδότη του, αν αυτές του καταβάλλονται σταθερά και αδιαλείπτως κάθε μήνα (ΜονΕφΠειρ 739/2015, ΜονΕφΠειρ 57/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, στις μηνιαίες αποδοχές επί των οποίων υπολογίζεται η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή, δεν περιλαμβάνονται και τα εορταστικά επιδόματα (δώρα), αφού κατά το άρθρο 14 της ως άνω ΣΣΝΕ δεν καταβάλλονται τακτικά κάθε μήνα, αλλά «επ’ ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων, Νέου έτους και Πάσχα» (ΜονΕφΠειρ 161/2024, ΜονΕφΠειρ 83/2024, ΜονΕφΠειρ 423/2021 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, contra ΜονΕφΠειρ 93/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ανωτέρω δρομολόγια προκύπτει ότι κατά το έτος 2022 και ειδικότερα α) κατά τα χρονικά διαστήματα από 5.6.2022 έως 19.6.2022 και από 24.7.2022 έως 3.9.2022 το πλοίο, με αφετηρία το λιμάνι του Πειραιά, πραγματοποιούσε 7 κυκλικά δρομολόγια την εβδομάδα, εκ των οποίων, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης ΣΣΝΕ, τα άνω των 5 αποτελούν δρομολόγια εξπρές, συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται αμοιβή για 2 δρομολόγια την εβδομάδα και συνολικά (για 8 εβδομάδες των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων Χ 2) 16 δρομολόγια, διάρκειας άνω των 12 ωρών, β) κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2022 έως 6.1.2022, από 11.1.2022 έως 15.2.2022, από 19.4.2022 έως 4.6.2022, από 20.6.2022 έως 23.7.2022 και από 4.9.2022 έως 31.12.2022, το πλοίο πραγματοποιούσε μέχρι 5 κυκλικά δρομολόγια την εβδομάδα, αφαιρουμένων όμως των δρομολογίων της 8.2.2022, 6.10.2022 και 20.12.2022, ημερομηνίες κατά τις οποίες το πλοίο ήταν σε ακινησία λόγω απαγόρευσης απόπλου (σχετ. προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως αντίγραφα ημερολογίου γέφυρας), όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης ως ουσία βάσιμου και συνολικά 161,03 ώρες πρόωρης αναχώρησης από το λιμάνι αφετηρίας, τον Πειραιά, πριν τη συμπλήρωση εξάωρης παραμονής σε αυτό, ως οι λοιπές ως άνω ώρες πρόωρης αναχώρησης δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγόμενη. Άρα, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα εκτέλεσε (161,03 ώρες δια του συντελεστή 8=) 20,129 δρομολόγια εξπρές συνολικής διάρκειας άνω των 12 ωρών. γ) Επίσης, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, ήτοι από 1.1.2022 έως 6.1.2022, από 11.1.2022 έως 15.2.2022, από 19.4.2022 έως 4.6.2022, από 20.6.2022 έως 23.7.2022 και από 4.9.2022 έως 31.12.2022, κάθε Δευτέρα και Παρασκευή, το πλοίο αναχωρούσε από το λιμάνι προορισμού, τη Ρόδο, για την εκτέλεση παρένθετου κυκλικού δρομολογίου προς το Καστελόριζο και με επιστροφή στη Ρόδο, διάρκειας 07.30 ωρών, και κάθε Τετάρτη προς Κάρπαθο, Κάσο και επιστροφή στη Ρόδο, διάρκειας 10.05 ωρών. Συνεπώς, το λιμάνι της Ρόδου καθίστατο εν προκειμένω λιμάνι αφετηρίας, και το πλοίο που αναχωρούσε από τη Ρόδο για την εκτέλεση του παρένθετου κυκλικού δρομολογίου, πριν περάσουν 6 ώρες από την άφιξή του,  πραγματοποίησε 444,62 ώρες πρόωρης αναχώρησης από το λιμάνι της Ρόδου, ως ο αριθμός των ωρών αυτών δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγόμενη και ως εκ τούτου, εκτέλεσε (444,62/8=) 55,58 δρομολόγια εξπρές διάρκειας μεγαλύτερης των 6 και μικρότερης των 12 ωρών. Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι τα ανωτέρω τοπικά δρομολόγια εκτελούνταν μετά την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι προορισμού, στα πλαίσια δρομολογίου προς εκτέλεση κάποιας κύριας δρομολογιακής γραμμής και πριν την επιστροφή του πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας αυτού του δρομολογίου, δεν καθιστούν τα λιμάνια των νήσων Καστελόριζου, Κάσου και Καρπάθου ενδιάμεσα λιμάνια του δρομολογίου της κύριας δρομολογιακής γραμμής σε εκτέλεση της οποίας το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι της Ρόδου ως λιμάνι προορισμού με λιμένα αφετηρίας τον Πειραιά, διότι οι εν λόγω λιμένες (Καστελόριζου, Κάσου και Καρπάθου) δεν περιλαμβάνονταν σε κύρια δρομολογιακή γραμμή (ΜονΕφΠειρ 690/2023, ΜονΕφΠειρ 402/2023, ΜονΕφΠειρ 345/2023 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).  Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, α) για (16 + 20,129=) 36,129 δρομολόγια εξπρές, διάρκειας άνω των 12 ωρών, ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ίση με το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών του, ως αυτές προσδιορίσθηκαν αμέσως ανωτέρω, ήτοι (4.168,80 ευρώ Χ 1/30=) 138,96 ευρώ για κάθε δρομολόγιο και συνολικά (138,96 ευρώ Χ 36,129 δρομολόγια=) 5.020,48 ευρώ και β) για την εκτέλεση 55,58 δρομολογίων εξπρές διάρκειας μικρότερης των 12 ωρών, δικαιούται το ποσό των (4.168,80 ευρώ Χ 1/60=) 69,48 ευρώ για κάθε δρομολόγιο και συνολικά (69,48 ευρώ Χ 55,58 δρομολόγια=) 3.861,69 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των (5.020,48 + 3.861,69=) 8.882,17 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε ο ενάγων το ποσό των 3.133,73 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, οι οποίες δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 5.748,44 ευρώ, κατά τον εν μέρει βάσιμο σχετικό τέταρτο λόγο της υπό στοιχεία Β έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο. Εξάλλου, από τα ανωτέρω δρομολόγια προκύπτει ότι κατά το έτος 2023 και ειδικότερα α) κατά το χρονικό διάστημα από 5.6.2023 έως 25.6.2023 το πλοίο, με αφετηρία το λιμάνι του Πειραιά, πραγματοποιούσε 7 κυκλικά δρομολόγια την εβδομάδα, εκ των οποίων, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 33 της εφαρμοζόμενης ΣΣΝΕ, τα άνω των 5 αποτελούν δρομολόγια εξπρές, συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται αμοιβή για 2 δρομολόγια την εβδομάδα και συνολικά (για 3 εβδομάδες του ανωτέρω χρονικού διαστήματος Χ 2) 6 δρομολόγια, διάρκειας άνω των 12 ωρών, β) κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2023 έως 4.2.2023, από 1.4.2023 έως 5.5.2023, από 23.5.2023 έως 4.6.2023, και από 26.6.2023 έως 7.9.2023, το πλοίο πραγματοποιούσε μέχρι 5 κυκλικά δρομολόγια την εβδομάδα, αφαιρουμένου όμως του δρομολογίου της 26.1.2023, ημερομηνία κατά την οποία το πλοίο ήταν σε ακινησία λόγω απαγόρευσης απόπλου (σχετ. προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως αντίγραφα ημερολογίου γέφυρας), όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης ως ουσία βάσιμου και συνολικά 152,02 ώρες πρόωρης αναχώρησης από το λιμάνι αφετηρίας, τον Πειραιά, πριν τη συμπλήρωση εξάωρης παραμονής σε αυτό, ως οι λοιπές ως άνω ώρες δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγόμενη. Άρα, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα εκτέλεσε (152,02 ώρες δια του συντελεστή 8=) 19,002 δρομολόγια εξπρές συνολικής διάρκειας άνω των 12 ωρών. γ) Επίσης, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, ήτοι από 1.1.2023 έως 4.2.2023, από 1.4.2023 έως 5.5.2023, από 23.5.2023 έως 4.6.2023 και από 26.6.2023 έως 7.9.2023, κάθε Δευτέρα και Παρασκευή, το πλοίο αναχωρούσε από το λιμάνι προορισμού, τη Ρόδο, για την εκτέλεση παρένθετου κυκλικού δρομολογίου προς το Καστελόριζο και με επιστροφή στη Ρόδο, διάρκειας 07.30 ωρών, και κάθε Τετάρτη προς Κάρπαθο, Κάσο και επιστροφή στη Ρόδο, διάρκειας 10.05 ωρών. Συνεπώς, το λιμάνι της Ρόδου καθίστατο εν προκειμένω λιμάνι αφετηρίας, και το πλοίο που αναχωρούσε από τη Ρόδο για την εκτέλεση του παρένθετου κυκλικού δρομολογίου, πριν περάσουν 6 ώρες από την άφιξή του, πραγματοποίησε 297,04 ώρες πρόωρης αναχώρησης από το λιμάνι της Ρόδου, ως ο αριθμός των ωρών αυτών δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγόμενη και ως εκ τούτου, εκτέλεσε (297,04/8=) 37,13 δρομολόγια εξπρές, διάρκειας μεγαλύτερης των 6 και μικρότερης των 12 ωρών. Συνακόλουθα, α) για (6 + 19,002 =) 25,002 δρομολόγια εξπρές, διάρκειας άνω των 12 ωρών, ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ίση με το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών του, ως αυτές προσδιορίσθηκαν αμέσως ανωτέρω, ήτοι (4.396,10 ευρώ Χ 1/30=) 146,53 ευρώ για κάθε δρομολόγιο και συνολικά (146,53 ευρώ Χ 25,002 δρομολόγια=) 3.663,54 ευρώ και β) για την εκτέλεση 37,13 δρομολογίων εξπρές διάρκειας μικρότερης των 12 ωρών, δικαιούται το ποσό των (4.396,10 ευρώ Χ 1/60=) 73,27 ευρώ για κάθε δρομολόγιο και συνολικά (73,27 ευρώ Χ 37,13 δρομολόγια=) 2.720,51 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των (3.663,54 + 2.720,51=) 6.384,05 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε ο ενάγων το ποσό των 1.596,04 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, οι οποίες δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 4.788,01 ευρώ, κατά τον εν μέρει βάσιμο σχετικό τέταρτο λόγο της υπό στοιχεία Β έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο. Επιπρόσθετα, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 εκάστης των ως άνω ΣΣΝΕ κάθε πλοιοκτήτης υποχρεούται να ρυθμίζει τα της υπηρεσίας των πλοίων του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται μία φορά το μήνα κατά τους μήνες Ιούλιο έως και Σεπτέμβριο και δύο φορές το μήνα κατά τους υπόλοιπους μήνες η διανυκτέρευση των μελών του πληρώματος στο λιμάνι αφετηρίας ή στο λιμάνι προορισμού του δρομολογίου του πλοίου, κατά την επιθυμία του ναυτικού και εφόσον τούτο είναι δυνατόν. Σε περίπτωση που για λόγους ασφαλείας του πλοίου ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο δεν καθίσταται δυνατή η διανυκτέρευση, καταβάλλεται στο ναυτικό για κάθε μη παρεχόμενη διανυκτέρευση αποζημίωση ίση με ένα ημερομίσθιο, ήτοι το 1/22 του υπό της Συλλογικής Συμβάσεως προβλεπόμενου μισθού ενέργειας. Για την παρεχόμενη ως άνω άδεια διανυκτερεύσεως θα γίνεται από τον Πλοίαρχο μνεία στο ημερολόγιο του πλοίου που θα επικυρώνεται από την Λιμενική Αρχή. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούνταν να λαμβάνει τις προβλεπόμενες στο άρθρο 16 της οικείας ΣΣΝΕ άδειες διανυκτέρευσης μία (1) φορά μηνιαίως κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο και δύο (2) φορές μηνιαίως κατά τους λοιπούς μήνες, τις οποίες εν μέρει δεν έλαβε κατά το διάστημα των ναυτολογήσεών του και επομένως, δικαιούται αποζημίωσης για κάθε μη παρεχόμενη διανυκτέρευση ίση με το 1/22 του μισθού ενεργείας αυτού. Ειδικότερα, για το χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία του, εντός του έτους 2022, δικαιούνταν να λάβει 18  διανυκτερεύσεις (από δύο ημέρες κατά τους μήνες Ιανουάριο, Απρίλιο, Μάϊο, Ιούνιο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο και από μία ημέρα κατά τους μήνες Φεβρουάριο, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο), ενώ για το χρόνο ναυτολόγησής του εντός του έτους 2023 δικαιούνταν να λάβει 10 διανυκτερεύσεις (από δύο ημέρες κατά τους μήνες Ιανουάριο, Απρίλιο, Μάϊο και Ιούνιο και από μία ημέρα κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο). Ο δε ενάγων έλαβε κατά το έτος 2022 δύο (2) άδειες διανυκτέρευσης (την 9 έως 11 Οκτωβρίου 2022), όπως καταγράφηκε στο ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου (σχετ. προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αντίγραφο αυτού), ενώ δεν αποδείχθηκε η χορήγηση των λοιπών αδειών διανυκτέρευσης, που δικαιούνταν, ήτοι 16 και 10 για τα έτη 2022 και 2023, αντιστοίχως, δεδομένου ότι η μνεία στο ημερολόγιο γέφυρας των χορηγούμενων στα μέλη του πληρώματος αδειών διανυκτέρευσης συνιστά νόμιμη υποχρέωση του πλοιάρχου κάθε ακτοπλοϊκού πλοίου, που θεσπίστηκε όχι μόνο για λόγους ασφάλειας των πλόων του, δια της συμμετοχής σ’ αυτούς επαρκούς για την αξιοπλοΐα του αριθμού ναυτικών αλλά και για αποδεικτικούς λόγους (ΜονΕφΠειρ 422/2021 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).  Η δε εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το πλοίο κατά τους χειμερινούς μήνες ναυλοχούσε στο λιμάνι του Πειραιά κάθε Σάββατο μέχρι την επόμενη αναχώρησή του και έτσι ο ενάγων μπορούσε να διανυκτερεύει εκτός πλοίου, αν δεν είχε βάρδια πυρασφάλειας και ως εκ τούτου έλαβε περισσότερες διανυκτερεύσεις από τις δικαιούμενες, τον ισχυρισμό δε αυτόν επαναφέρει με το σχετικό σκέλος του πέμπτου λόγου της έφεσής της. Ωστόσο, ο εν λόγω προβαλλόμενος ισχυρισμός της τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, διότι στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή είχαν πράγματι χορηγηθεί στον ενάγοντα οι αναλογούσες άδειες διανυκτερεύσεως, το γεγονός τούτο θα είχε προδήλως καταχωρηθεί στο ημερολόγιο του πλοίου και η σχετική εγγραφή θα είχε επικυρωθεί από την αρμόδια λιμενική αρχή, όπως με σκοπό και τη διευκόλυνση της απόδειξης εκ μέρους της εκκαλούσας επιτάσσει η § 3 του πιο πάνω άρθρου 16 των εφαρμοζόμενων ΣΣΝΕ, όμως η τελευταία δεν αποδεικνύει ότι συνέβη τούτο (ΜονΕφΠειρ 369/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Με βάση τις παραδοχές αυτές, οφείλεται στον ενάγοντα ως αποζημίωση για την αιτία αυτή α) για το έτος 2022 το ποσό των [(1.240,91 ευρώ ο μισθός ενεργείας Χ 1/22= 56,40)  Χ 16  διανυκτερεύσεις=] 902,40 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί με την αγωγή του, αλλά και προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, τις οποίες ουδόλως αμφισβητεί ο ενάγων, το ποσό των 231,26 ευρώ, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 671,14 ευρώ, κατά το εν μέρει βάσιμο σχετικό σκέλος του πέμπτου λόγου της υπό στοιχεία Β έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο, καθώς και β) για το έτος 2023 το ποσό των [(1.315,36 ευρώ ο μισθός ενεργείας Χ 1/22 = 59,79) Χ 10 διανυκτερεύσεις=] 597,90 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη αναλυτικές μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας, τις οποίες ουδόλως αμφισβητεί ο ενάγων, το ποσό των 237,36 ευρώ, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης εξόφλησης, που παραδεκτά (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) προβάλλει η εναγόμενη, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 360,54  ευρώ, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της ένδικης έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης αναφορικά με το επίδικο κονδύλιο Τέλος, από τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά προκύπτει ότι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ευλόγως αντιδίκησε η εναγόμενη, η οποία αμφισβήτησε τόσο την ύπαρξη όσο και το ύψος των επίδικων κονδυλίων, ενώ πρόβαλε και ένσταση συμψηφισμού. Η συγκεκριμένη υπόθεση πράγματι εμπίπτει σε αυτές τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω υπό στοιχεία V νομική σκέψη της παρούσας, και συνεπώς, γενομένου δεκτού ως και κατ’ ουσία βάσιμου του συναφούς έκτου λόγου της υπό στοιχεία Β έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης, με τον οποίο επαναφέρεται το αίτημα της τελευταίας περί εξαιρέσεως από τον τόκο επιδικίας, πρέπει αυτό να γίνει δεκτό ως βάσιμο και κατ’ ουσίαν και να επιδικαστούν τα αιτούμενα ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (ΜονΕφΠειρ 274/2024, ΜονΕφΠειρ 59/2024 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Κατ’ ακολουθίαν και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 16.941,35 ευρώ [= 1.932,96 + 6.295,50 + 1.244,62 + 3.377,02 + 585,65 + 1.894,38 + 578,81 + 1.032,41 ευρώ], με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 8-9-2023, ήτοι την επομένη της λύσεως της τελευταίας συμβάσεως ναυτολόγησής του (7-9-2023), που αποτελεί κατά νόμο δήλη ημέρα καταβολής, πλην του ποσού των 1.032,41 ευρώ, που αφορά σε διαφορά δώρου Χριστουγέννων έτους 2023, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 1-1-2024 (ΜονΕφΠειρ 544/2024, ΜονΕφΠειρ 48/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), καθώς και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 11.568,13 ευρώ [= 5.748,44 + 4.788,01 + 671,14 + 360,54 ευρώ],  με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 8-9-2023, ήτοι την επομένη της λύσεως της τελευταίας συμβάσεως ναυτολόγησής του (7-9-2023), που αποτελεί κατά νόμο δήλη ημέρα καταβολής, και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

VΙΙ. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του (1070/2025) έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.152,12  ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απολύσεώς του (8-9-2023) και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 11.609,05 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απολύσεώς του (8-9-2023), έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζονται τόσο ο εκκαλών – ενάγων, όσο και η εκκαλούσα – εναγόμενη με τους λόγους των υπό στοιχεία Α και Β εφέσεών τους, αντίστοιχα. Γενομένων δε εν μέρει δεκτών των ως άνω σχετικών λόγων έφεσης, που ευδοκίμησαν, ως βάσιμων και κατ’ ουσίαν, πρέπει να γίνουν δεκτές η υπό στοιχεία Α έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος και η υπό στοιχεία Β έφεση της εκκαλούσας – εναγόμενης ως βάσιμες και κατ’ ουσίαν, αντίστοιχα, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση (1070/2025) στο σύνολό της, δηλαδή και κατά το μη ανατραπέν μέρος της, για την ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΤριμΕφΠειρ 700/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 464/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), συμπεριλαμβανομένης και της διάταξής της περί δικαστικής δαπάνης που θα καθοριστεί εξαρχής και ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν η υπό κρίση αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 16.941,35 ευρώ [= 1.932,96 + 6.295,50 + 1.244,62 + 3.377,02 + 585,65 + 1.894,38 + 578,81 + 1.032,41 ευρώ], με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 8-9-2023, ήτοι την επομένη της λύσεως της τελευταίας συμβάσεως ναυτολόγησής του (7-9-2023), πλην του ποσού των 1.032,41  ευρώ, που αφορά σε διαφορά δώρου Χριστουγέννων έτους 2023, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 1-1-2024, καθώς και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 11.568,13 ευρώ [= 5.748,44 + 4.788,01 + 671,14 + 360,54 ευρώ],  με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 8-9-2023, ήτοι την επομένη της λύσεως της τελευταίας συμβάσεως ναυτολόγησής του (7-9-2023), και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Εξάλλου, το αίτημα της εκκαλούσας – εναγόμενης για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την εκ μέρους της καταβολή στον ενάγοντα του χρηματικού ποσού των 9.000 ευρώ, κατά το οποίο η εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, το οποίο θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές, ενόψει του ότι το χρηματικό ποσό της τελεσίδικης επιδίκασης υπερβαίνει το καταβληθέν. Τέλος, μετά τον καταμερισμό της δικαστικής δαπάνης ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός από τους διαδίκους, πρέπει μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος – εφεσίβλητου – ενάγοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά μερική παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος του τελευταίου, να επιβληθεί σε βάρος της εφεσίβλητης – εκκαλούσας – εναγόμενης (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 5-11-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ.  ………./2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση και την  από 18-3-2026 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2026 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 5-11-2025 έφεση κατά της με αριθμό 1070/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 18-3-2026 έφεση κατά της με αριθμό 1070/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 1070/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 22-12-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………/2023 αγωγή.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των  δεκαέξι χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα ενός ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (16.941,35 ευρώ), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 8-9-2023, πλην του ποσού των χιλίων τριάντα δύο ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (1.032,41 ευρώ), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 1-1-2024.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα οκτώ ευρώ και δεκατριών λεπτών (11.568,13 ευρώ), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 8-9-2023.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εφεσίβλητης – εκκαλούσας – εναγόμενης μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος – εφεσίβλητου – ενάγοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την   7  Σεπτεμβρίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                   Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ