Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 580/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Απόφασης  580/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο Τμήμα)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε  η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της εκκαλούσας-ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης- αιτούσας-καθ’ ης οι αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις-υπέρ ης η προσθετη παρέμβαση: ……………., την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος της, Αθανασία Γεωργοσοπούλου (ΔΣΧαλκίδας ………..) βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ)και προκατέθεσε προτάσεις.

Της εφεσίβλητης-καθής οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης- καθ’ης η αίτηση-υπέρ ης οι αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις: Αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», η οποία εδρεύει στο …………με αριθμό μητρώου ……….., νομίμως εκπροσωπουμένης, ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία « ……….» (ΑΦΜ …………..) κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της οποίας, ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος είναι η ανώνυμη εταιρεία μη δικαιούχος διάδικος με την επωνυμία «………. » με διακριτικό τίτλο «……….» πρώην με την επωνυμία «………..» και διακριτικό τίτλο «………….», η οποία εδρεύει στο ……….. Αττικής επί της οδού …………, με ΑΦΜ ……… και αριθμό ΓΕΜΗ …………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το Ν.4354/2015, (αρ. απόφασης 220/1/13/03/2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζαννιά (ΔΣΑ ….), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ ……. και ΑΦΜ …. αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Δευτεροβάθμιου σωματείου με την επωνυμία «………….», το οποίο εδρεύει στο …………. και διατηρεί παράρτημα στον Πειραιά, οδός ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: ………….., την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος της, Αθανασία Γεωργοσοπούλου (ΔΣΧαλκίδας …….) βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ)και προκατέθεσε προτάσεις.

Καθ’ης η πρόσθετη παρέμβαση: Αλλοδαπή εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..», η οποία εδρεύει στο ………… με αριθμό μητρώου …….., νομίμως εκπροσωπουμένης, ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία « ……….» (ΑΦΜ ….) κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της οποίας, ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος είναι η ανώνυμη εταιρεία μη δικαιούχος διάδικος με την επωνυμία «……….. » με διακριτικό τίτλο «…………» πρώην με την επωνυμία «…………» και διακριτικό τίτλο «…………..», η οποία εδρεύει στο ….. Αττικής επί της οδού ……….., με ΑΦΜ ……. και αριθμό ΓΕΜΗ ………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το Ν.4354/2015, (αρ. απόφασης 220/1/13/03/2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζαννιά (ΔΣΑ …..), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ …. και ΑΦΜ ….. αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………. » με διακριτικό τίτλο «……..» πρώην με την επωνυμία «………..» και διακριτικό τίτλο «……………», η οποία εδρεύει στο ……… Αττικής επί της οδού ………. με ΑΦΜ … και αριθμό ΓΕΜΗ ….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το Ν.4354/2015, (αρ. απόφασης 220/1/13/03/2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «……………» η οποία εδρεύει στο ………….  με αριθμό μητρώου ………., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», κατόπιν μεταβίβασης λόγω πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.5072/2023, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζαννιά (ΔΣΑ ….), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ ….. και ΑΦΜ ……… και κατέθεσε προτάσεις.

Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….. » με διακριτικό τίτλο «…………..» πρώην με την επωνυμία «………..» και διακριτικό τίτλο «………….», η οποία εδρεύει στο ……. Αττικής επί της οδού ……….., με ΑΦΜ …… και αριθμό ΓΕΜΗ ….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το Ν.4354/2015, (αρ. απόφασης 220/1/13/03/2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» η οποία εδρεύει στο …………….  με αριθμό μητρώου ……………, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», κατόπιν μεταβίβασης λόγω πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.5072/2023, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζαννιά (ΔΣΑ …..), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ ….. και ΑΦΜ …… και κατέθεσε προτάσεις.

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε σε βάρος της καθ’ης ήδη εφεσίβλητης, την από 11.12.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 1385/2024 οριστική απόφαση, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε την ανακοπή.          Η ανακόπτουσα, ήδη εκκαλούσα, προσβάλλει την απόφαση αυτή  με την από  7/6/2024 έφεσή του, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 7/6/2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης  ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./7.6.2024. Στο ίδιο δικόγραφο η εκκαλούσα σώρευσε αίτηση αναστολής  της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής. Επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσης κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………/7.6.2024  ενώ δικάσιμος ορίστηκε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από την Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς η 6/2/2025, κατόπιν δε αναβολής ορίστηκε δικάσιμος η 4/12/2025 και κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ……. Επίσης η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με αυτοτελές δικόγραφο τους από 2/12/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/3.12.2025) πρόσθετους λόγους έφεσης, για τους οποίους δικάσιμος ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ……..

Το προσθέτως παρεμβαίνον υπέρ της εκκαλούσας και κατά της εφεσίβλητης σωματείο άσκησε την από 2/12/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./3.12.2025) πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό …….

Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε την από 20-11-2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./21-11-2025)  αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η συζήτηση της οποίας  προσδιορίστηκε για την αρχική δικάσιμο της 4/12/2025 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό …….

Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε την από 20-5-2026 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/21-5-2026)  αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η συζήτηση της οποίας  προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό ……

Οι  υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν ερήμην της εφεσίβλητης και του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της εκκαλούσας σωματείου ενώ οι λοιποί διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και η πληρεξούσια δικηγόρος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας    κατέθεσε έγγραφες προτάσεις στις οποίες αναφέρθηκε και  ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ  ΤΗ   ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 271 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται στην κατ’ έφεση δίκη κατ’ άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α του ιδίου Κώδικα, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικός του εκκαλών,  και, σε καταφατική περίπτωση, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 787/2023, ΑΠ 1806/2022), διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 200/2024, ΑΠ 567/2022, ΑΠ 2/2022).

Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 225 αρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, οι διάδικοι και μετά την εκκρεμοδικία έχουν δικαίωμα να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή του δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή (η μεταβολή) δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης. Ήτοι, η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων, εωσότου νομίμως αυτή περατωθεί. Ο ειδικός διάδοχος του μεταβιβάσαντος δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου, αλλά έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση. Ήτοι, κατ’ άρθρο 225 του ΚΠολΔ, η διάθεση του περιουσιακού δικαιώματος είναι έγκυρη, και η σχετική ένδικη διαδικασία συνεχίζει την πορεία της ακώλυτα.  Επειδή όμως ο μεταβιβάσας διάδικος (μετά τη μεταβίβαση) δεν είναι πλέον ο πραγματικός δικαιούχος του επίδικου πράγματος, μεταβάλλεται η νομιμοποίησή του και καθίσταται έτσι μη δικαιούχος διάδικος (άρθρο 225 αρ. 3 του ΚΠολΔ). Φυσική συνέπεια της αμέσως ως άνω θέσεως είναι ότι ο διάδικος, που μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, νομιμοποιείται στη διεξαγωγή της σχετικής δίκης, ο δε ειδικός διάδοχος, του αρχικά νομιμοποιούμενου, έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση είτε κύρια είτε πρόσθετη, η τελευταία λόγω της επεκτάσεως του δεδικασμένου της δίκης και σε αυτόν, θα χαρακτηριστεί αυτοτελής (Χαρ. Απαλαγάκη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2016, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, έκδοση 4η, άρ. 225, σελ. 691).  Ακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου (και του Εφετείου), περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης (και της έφεσης αντίστοιχα), εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Μεταξύ της κύριας δίκης και της ασκούμενης πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται σχέση κύριου-παρεπόμενου, όπως σαφώς συνάγεται τόσο από τη φύση της παρέμβασης, όσο και από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του  ΚΠολΔ με την οποία καθιερώνεται η δωσιδικία της συνάφειας για δίκες, μεταξύ των οποίων υφίσταται τέτοια σχέση (κύριου-παρεπόμενου), στις οποίες ρητά μνημονεύεται και η περίπτωση της παρέμβασης σε σχέση με την κύρια δίκη. Έννομο συμφέρον για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη, ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης για την υπόθεση (ΑΠ 884/2024, ΑΠ 977/2023, ΑΠ 663/2023, ΑΠ 456/2023,ΑΠ 776/2001, ΕλλΔ/νη 2002/1419, Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τ.I, υπό το άρθρο 80, παρ. 1). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους (ΑΠ 1736/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές  συνέπειές της,   ως τρίτος  δε,   κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικο του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο, υπέρ του οποίου ασκείται η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κύριου διαδίκου (ΑΠ 148/2024, ΑΠ 607/2024, ΑΠ 957/2024, ΑΠ 888/2024, ΑΠ 977/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 692/2023, ΑΠ 663/2023, ΑΠ 456/2023, ΑΠ 287/2023). ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005, ΑΠ 1248/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 παρ.2 του ΚΠολΔ – AΠ 985/2023, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 467/2021), καθώς και αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη, δυνάμει νόμου, αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διάθεσης ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διάθεσης και το δεδικασμένο της απόφασης ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο (ΑΠ105/2025, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011, ΑΠ 1191/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Λόγω δε της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας για τους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 1230/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1145/2007 ΝοΒ 2007.1828, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τομ. Α`, άρθρο 76 σελ. 523, παρ. 33, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τόμ. 1ος, άρθρο 83, σελ. 193, παρ. 1 και άρθρο 76, σελ. 178, παρ. 7).    Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του Ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….», «Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους, οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ως άνω Ν. 4354/2015, “οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της  απαίτησης”.    Η  τελευταία  αυτή  διάταξη   (άρθρο 2 παρ. 4 του  Ν. 4354/2015) εφαρμόζεται όχι μόνον όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρίες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω Ν. 4354/2015, αλλά και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η αντίστοιχη ανάθεση της διαχείρισης γίνεται με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, καθώς είναι επιτρεπτή η παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των νόμων 4354/2015 και 3156/2003, ώστε οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) του Ν. 4354/2015 να διαθέτουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου αυτού, έχοντας και τη δυνατότητα άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 200/2024, ΑΠ 490/2023). (ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 368/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).  Τέλος, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων καθώς και αυτών των άρθρων 62, 64 παρ. 3 και 286 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν, κατά τη διάρκεια της επιδικίας, επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο της εταιρίας διαχείρισης, τότε την εταιρία απόκτησης απαιτήσεων εκπροσωπεί η νέα διαχειρίστρια, αντίστοιχα δε παύει χωρίς άλλο και η σχετική προς εκπροσώπηση εξουσία της προηγούμενης διαχειρίστριας, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, όπως ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Διαδικαστικές πράξεις, που έχουν γίνει από την προηγούμενη διαχειρίστρια, δεν είναι απαράδεκτες, έστω και αν, κατά τη προσδιορισθείσα συζήτηση στο ακροατήριο,  αυτή έχει στο μεταξύ αντικατασταθεί, αφού ουσιαστικός διάδικος είναι η εταιρία απόκτησης και όχι η εταιρία διαχείρισης, η δε συζήτηση χωρεί με τη νέα διαχειρίστρια, η οποία μπορεί να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση της παλαιός (ΑΠ 649/2025,ΑΠ 1374/2024, ΑΠ 1808/2024).

Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου φέρονται προ συζήτηση α) μετ’ αναβολή από το πινάκιο κατά τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ.4 και 498 παρ.2 ΚΠολΔ  από τις διαδοχικά ορισθείσες δικασίμους της 6.2.2025 και της 4.12.2025  η από  7/6/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης  ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../7.6.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………../7.6.2024) έφεση της ανακόπτουσας ήδη εκκαλούσας προς εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 1384/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών απέρριψε την ανακοπή κατά της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, στο δικόγραφο της οποίας (έφεσης) σωρεύεται αίτηση αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης, β) το από 2/12/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./3.12.2025) δικόγραφο πρόσθετων λόγων της ανωτέρω έφεσης,  γ) η  από 2/12/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../3.12.2025) πρόσθετη παρέμβαση του αναφερομένου στην αρχή της παρούσας σωματείου υπέρ της εκκαλούσας και κατά της εφεσίβλητης, δ) μετ’ αναβολή από το πινάκιο κατά τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ.4 και 498 παρ.2 ΚΠολΔ από τη δικάσιμο της  4.12.2025 η από 20-11-2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/21-11-2025) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας ανώνυμης εταιρίας υπέρ της  εφεσίβλητης και κατά της εκκαλούσας και  ε) η από 20-5-2026 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/21-5-2026)  αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της ως άνω ανώνυμης εταιρίας υπέρ της  εφεσίβλητης και κατά της εκκαλούσας αναφορικά με τους ασκηθέντες πρόσθετους λόγους.

Από την υπ’ αριθμ. …./14.6.2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ………….. που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 6/2/2025 που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εφεσίβλητη, οπότε με την αναβολή της υπόθεσης εκ του πινακίου (άρθρο 226παρ.4 ΚΠολΔ) θεωρείται πλασματικά ότι η εφεσίβλητη έχει κλητευθεί στην τελευταία μετ’ αναβολή δικάσιμο. Η τελευταία όμως δεν  έλαβε κανονικά μέρος στη συζήτηση, καθώς η παριστάμενη κατά την εκφώνηση της υπόθεσης πληρεξούσια δικηγόρος, δεν κατέθεσε προτάσεις έως την έναρξη της συζήτησης (άρθρο 524 παρ.1 εδαφ.β΄του ΚΠολΔ) και πρέπει να δικαστεί ερήμην και το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (αρθρο 524 παρ 4  ΚπολΔ). Ωστόσο, δεδομένου ότι εκκρεμεί στο ίδιο Δικαστήριο η από 20/11/2025 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και η από 20/5/2026 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση  υπέρ της  εφεσίβλητης, θα πρέπει να ερευνηθεί αν η τελευταία ως αναγκαίος ομόδικος, θα εκπροσωπηθεί από την προσθέτως παρεμβαίνουσα.

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1385/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των  διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και απέρριψε την από 11.12.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2023) ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [24/4/2026] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως στις 7/6/2024, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1  περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1  του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015] και  έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. …………./2024 παράβολο σε συνδυασμό με την από 7/6/2024 ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495παρ. 3 Α περ.β του  ΚΠολΔ. Ομοίως παραδεκτά και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 591 παρ1 ζ Κ.Πολ.Δ. ασκήθηκε και το από 2.12.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./3.12.2025) δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, αντίγραφο του οποίου επιδόθηκε στην εφεσίβλητη-καθ’ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης την 3.12.2025, όπως προκύπτει από την επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ……………. επί του σώματος του δικογράφου.

Εξάλλου, με την παραπάνω έφεση παραδεκτά σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο και συνεκδικάζεται κατ’ άρθρο 938 παρ.2 KΠολΔ με επίκληση επικείμενου κινδύνου πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης, αίτηση αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται με την προσβαλλόμενη πράξεις, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας εφέσεως. Σημειωτέον ότι από τις 13.6.2024 έχει γίνει δεκτή η σωρευθείσα από την εκκαλούσα στο ίδιο δικόγραφο αίτηση προσωρινής διαταγής προς τον Δικαστή του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά και έχει ανασταλεί προσωρινά η αρξαμένη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο επί της υπό κρίση εφέσεως.

Κατά την εκφώνηση της από 2/12/2025 (…………./3.12.2025) απλής πρόσθετης παρέμβασης από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, το προσθέτως παρεμβαίνον υπέρ της εκκαλούσας σωματείο δεν παρέστη. Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι αφενός το ίδιο προσδιόρισε τη συζήτηση της απλής πρόσθετης παρέμβασης στη μετ’ αναβολή δικάσιμο της κύριας δίκης αφετέρου ότι  στην απλή πρόσθετη παρέμβαση δεν δημιουργείται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (σε αντίθεση με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση) μεταξύ του προσθέτως παρεμβαίνοντος και του υπέρ ου η απλή πρόσθετη παρέμβαση και συνεπώς δεν αντιπροσωπεύεται από την παριστάμενη με δήλωση (242παρ.2 ΚΠολΔ) υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση-εκκαλούσα, η υπό κρίση απλή πρόσθετη παρέμβαση θεωρείται σύμφωνα με το άρθρο 274παρ.1 ΚΠολΔ ως μη ασκηθείσα και η διαδικασία προχωρεί κανονικά.

Εξάλλου, μετά την κατάθεση της υπό κρίση έφεσης ασκήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 20/11/2025 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση από την εταιρεία με την επωνυμία «……….» και το διακριτικό τίτλο «……….», υπό την ιδιότητα της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διάδικου και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», υπέρ της εφεσίβλητης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….». Η προσθέτως παρεμβαίνουσα εκθέτει ότι δυνάμει της από 13.6.2025 σύμβασης διαχείρισης ενεργεί ως νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων, μεταξύ αυτών και της επίδικης, των οποίων τυγχάνει δικαιούχος η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στο …. …. και εκπροσωπείται νόμιμα με αριθμό μητρώου ……., ειδικής διαδόχου της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….» κατόπιν μεταβίβασης λόγω πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.5072/2023 και ως εκ τούτου έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης. Η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε νομοτύπως (άρθρ. 81 παρ. 1,215 παρ. 1 ΚΠολΔ), με κατάθεσή της στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου (υπ’ αριθ. κατάθεσης ……/21.11.2025) και επίδοσή της στους διαδίκους, δηλαδή στην εκκαλούσα-καθ’ης η πρόσθετη παρέμβαση (βλ. την υπ’ αριθ. ………../21.11.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……….) και στην εφεσίβλητη-υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση (βλ. την υπ’ αριθμ. Ι-……../21.11.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας, της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……….).

Περαιτέρω, μετά την κατάθεση του από 2/12/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/3.12.2025)  δικογράφου πρόσθετων λόγων της ανωτέρω έφεσης ασκήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 20/5/2026 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση από την ίδια ως άνω εταιρεία με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………..», υπό την ιδιότητα της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διάδικου και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………..», υπέρ της εφεσίβλητης-καθ’ων οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………..». Η προσθέτως παρεμβαίνουσα εκθέτει ότι δυνάμει της από 13.6.2025 σύμβασης διαχείρισης ενεργεί ως νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων, μεταξύ αυτών και της επίδικης, των οποίων τυγχάνει δικαιούχος η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στο ……… και εκπροσωπείται νόμιμα με αριθμό μητρώου ……….., ειδικής διαδόχου της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» κατόπιν μεταβίβασης λόγω πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.5072/2023 και ως εκ τούτου έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης. Η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε νομοτύπως (άρθρ. 81 παρ. 1,215 παρ. 1 ΚΠολΔ), με κατάθεσή της στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου (υπ’ αριθ. κατάθεσης ……………/3.12.2025) και επίδοσή της στους διαδίκους, δηλαδή στην εκκαλούσα-ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης- καθ’ης η πρόσθετη παρέμβαση (βλ. την υπ’ αριθ. …./2.5.2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………….) και στην εφεσίβλητη- καθ’ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης-υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση (βλ. την υπ’ αριθμ. Ι-……/22.5.2026 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας, της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………….).

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..» μεταβίβασε, με τιτλοποίηση (άρθρ. 10 ν 3156/2003), δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταχωρίσθηκε στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος …. αριθμ…….) με αριθμό πρωτοκόλλου …./17.12.2021, απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, μεταξύ των οποίων και τις επίδικες απαιτήσεις  που απορρέουν από α) την υπ’ αριθμ. ……../21.12.2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου με προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου μετά των προσωπικών και εμπραγμάτων ασφαλειών αυτής (σελίδες ……… με αριθμούς καταχώρισης ………… από το απόσπασμα εκ του παραρτήματος )και β) την υπ’ αριθμ. ………/21.12.2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου με προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου μετά των προσωπικών και εμπραγμάτων ασφαλειών αυτής (σελίδες …….. με αριθμούς καταχώρισης ……… από το απόσπασμα εκ του παραρτήματος) για τις οποίες εκδόθηκαν αντίστοιχα οι υπ’ αριθμ.  …/2013 και ……/2013 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στην καθ’ης η ανακοπή εφεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………»,  που εδρεύει στο …………….. Η δημοσίευση αυτή ως προς το παράρτημα της και για την ορθότητα αυτού, επαναλήφθηκε με την με αριθμ. πρωτ. …../20.1.2022 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ.8 του Ν.3156/2003, η οποία καταχωρίστηκε στο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος …. αριθμός …….). Η εφεσίβλητη εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε, δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης διαχείρισης ενδιάμεσης περιόδου επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας  καταχωρίστηκε στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …./17.12.2021, τη διαχείριση των ίδιων απαιτήσεων (άρθρ. 10 παρ. 14-16 ν. 3156/2003, 1-3 ν. 4354/2015) μεταξύ των οποίων και των επίδικων,  στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….». Ακολούθως, δυνάμει  της από 4/2/2022 σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας και το Διαχειριστή της ενδιάμεσης περιόδου «……….», η οποία δημοσιεύθηκε την 4/2/2022 και καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος … αριθμ. ….) με αριθμό πρωτ. ….. λύθηκε η ανωτέρω από 17/12/2021 σύμβαση διαχείρισης ενδιάμεσης περιόδου.  Στη συνέχεια στις 4/2/2022 διαχειριστής των απαιτήσεων που τιτλοποιήθηκαν, μεταξύ αυτών και των επίδικων, κατέστη η  ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….» αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το Ν.4354/2015 με την υπ’ αριθμ. 220/1/13.3.2017 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, δυνάμει της από 17/12/2021 σύμβασης μακροχρόνιας διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (άρθρο 10παρ.14 και 16 του Ν.3156/2003), περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε νόμιμα στις 4/2/2022 με αριθμ. πρωτ…./4.2.2022 στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος …. αριθμ……..) σε συνδυασμό και με το από 17/12/2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ιρλανδίας ………….. Περαιτέρω, από το υπ’ αριθμ. 880/16.3.2017 ΦΕΚ  προκύπτει η παροχή αδείας για τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην εταιρεία με την επωνυμία «…………….» και το διακριτικό τίτλο «………………» πρώην με την επωνυμία « …………..» σύμφωνα με το ν.4354/2015, όπως η μετονομασία προκύπτει από την υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../10.6.2020 ανακοίνωση για καταχώριση στο ΓΕΜΗ περί αλλαγής της επωνυμίας της εταιρείας  «…………..» σε «. …………» και το διακριτικό τίτλο «………….». Έτσι η τελευταία με την προαναφερόμενη ιδιότητά της επέδωσε στην ανακόπτουσα ήδη εκκαλούσα αντίγραφο εκ του πρώτου (α΄) εκτελεστού απογράφου των υπ’ αριθμ. …………/2013 και ………./2013 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά των κάτωθι από 20/10/2023 επιταγών προς πληρωμή συγκοινοποιώντας τα νομιμοποιητικά της έγγραφα και ακολούθως επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητα ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας ήδη εκκαλούσας συνταχθείσας της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. ……./31.10.2023 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………… και ορίστηκε ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού των αναφερομένων σε αυτήν ακινήτων ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας η 19/6/2024 ενώπιον της συμβολαιογράφου Μεγάρων ……………. Προς ακύρωση της ως άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης η εκκαλούσα-ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 11/12/2023 υπό κρίση ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική  διαδικασία των περιουσιακών διαφορών η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1385/2024 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ανακοπή, κατά της οποίας η ανακόπτουσα ήδη εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση έφεση. Εξάλλου, μετά την άσκηση της υπό κρίση έφεσης και την επελθούσα εκκρεμοδικία η  εφεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….»,νομίμως εκπροσωπούμενη, προέβη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.5072/2023 σε μεταβίβαση, λόγω πώλησης, απαιτήσεων της από δάνεια και πιστώσεις, μεταξύ των οποίων και των επίδικων απαιτήσεων δυνάμει της από 13-6-2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε στις 13/6/2025 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου/Κτηματολογικού Γραφείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ….. και έλαβε αριθμό πρωτ. …./13.6.2025 στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα με αριθμό μητρώου ……….. Η τελευταία δυνάμει της από 13/6/2025 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε αυθημερόν στα ως άνω δημόσια βιβλία στον τόμο …… με αύξοντα αριθμό …… και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …./13-6-202 ανέθεσε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών κατά τα ανωτέρω απαιτήσεων στην προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία άσκησε τις υπό κρίση πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της εφεσίβλητης και κατά της εκκαλούσας-ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης. Επομένως, οι εν λόγω πρόσθετες παρεμβάσεις είναι  παραδεκτές και νόμιμες, φέρουσες, λόγω της εκτιθέμενης ειδικής διαδοχής και της επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ της  εφεσίβλητης  και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, το χαρακτήρα της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης [άρθρ. 83 σε συνδ. με 225 παρ. 2 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 877/2019 ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 368/2019 ΤΝΠΔΣΑ]. Με βάση τα προεκτιθέμενα, η έφεση μετά των προσθέτων λόγων της – αφού συνεκδικασθεί με τις ως άνω αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις (άρθρ. 246 ΚΠολΔ) – πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία. Επομένως, η  εφεσίβλητη θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή (εφεσίβλητη) παρούσα [βλ. ΑΠ 368/2019 ο.π., ΕφΘεσ 266/2021 Αρμ 2021/416]. Σημειώνεται  ότι τόσο η εκκαλούσα όσο και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, προσκομίζουν αντίγραφο των πρακτικών και των προτάσεων που η εφεσίβλητη κατέθεσε στην πρωτοβάθμια δίκη (άρθρ. 524 παρ. 4 εδ. γ` ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των ν. 4354/2015 και 3156/2003, προκύπτει ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων κατά τους ορισμούς τους, γίνεται με έγγραφο τύπο και συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, από την οποία (καταχώριση) αποκτώνται τα δικαιώματα του αναδόχου έναντι του τρίτου οφειλέτη και πριν την αναγγελία της εκχώρησης στον τελευταίο, αφού ως τέτοιο, ισχύει πλασματικά εκ του νόμου, η καταχώριση της σύμβασης στο βιβλίο αυτό, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003, εφόσον πρόκειται για τιτλοποίηση απαιτήσεων, η δε διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατίθεται υποχρεωτικά σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά το ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ’ άρθρο 919 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται, για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται από αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθ` ου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Απαιτείται δε η επίδοση ολόκληρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενών τραπεζικών απαιτήσεων, κατά τους ορισμούς των ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και, εν συνεχεία, η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση, θέτει μεν, συνήθως, τον τύπο πριν από την ουσία, όχι όμως σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Καθώς δε, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι των τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μοφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΜονΕφΠειρ 216/2026, ΜονΕφΠειρ 725/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΛαμίας 25/2025 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 177/2022, ΕφΘεσ 160/2022, αδημ., ΕφΠειρ 574/2020 δημ. στην ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς,). Τα αυτά πρέπει να γίνουν δεκτά και υπό την ισχύ του ν. 5072/2023, που τυγχάνει εφαρμογής σε όμοιες εκχωρήσεις απαιτήσεων και σε συμβάσεις ανάθεσης της διαχείρισης, που καταρτίζονται από 1.1.2024 και εντεύθεν, ενόψει του ταυτόσημου περιεχομένου των άρθρων 14 και 21 του ν. 5072/2023 και της ταυτότητας του νομικού λόγου και της τελεολογίας του όλου συστήματος καθώς και του άρθρου 115 του ν.5072/2023, με το οποίο ρυθμίζονται οι τιτλοποιημένες στο παρελθόν απαιτήσεις και η νομιμοποιητική εξουσία του διαχειριστή τους. [ΜονΕφΠειρ 479/2026 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).

Με τον πρώτο λόγο έφεσης και το συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη οι λόγοι ανακοπής των Κεφαλαίων Β και Ε του Πρώτου Τμήματος της ανακοπής της, με τους οποίους έβαλλε κατά της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ης η ανακοπή  στη διενέργεια των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της, οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς της είναι άκυρες κατ’ άρθρο 925ΚΠολΔ διότι από τα κοινοποιηθέντα με την ένδικη επιταγή έγγραφα: α) δεν αποδεικνύεται ότι οι επίδικες απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………..» καθώς δεν κοινοποιήθηκε ολόκληρη η σύμβαση πώλησης-μεταβίβασης και εκχώρησης απαιτήσεων αλλά μόνο αποσπάσματα αυτής καθώς επίσης διότι δεν της συγκοινοποιήθηκε το πλήρες κείμενο της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης. Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, η συγκοινοποίηση, με την επιταγή προς εκτέλεση, αντιγράφων των καταχωρισθέντων και δημοσιευθέντων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, αποσπασμάτων των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και των συμβάσεων διαχείρισης των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων, επαρκεί για την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 925 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, ως προς την υποχρέωση συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων, και στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής και της σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. I ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεση της ειδικής αυτής διαδοχής και της ανάθεσης διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση των δανειστών αδικαιολογήτως στην εκτελεστική διαδικασία. Περαιτέρω, με τον ίδιο πρώτο λόγο έφεσης, ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα βάλλει κατά της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ης η ανακοπή -εφεσίβλητης, η εκκαλούσα παραπονείται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της  είναι άκυρες κατ’ άρθρο 925ΚΠολΔ διότι από τα συγκοινοποιηθέντα με τις ένδικες επιταγές έγγραφα αφενός δεν προκύπτει η ανάθεση της διαχείρισης της επίδικης σύμβασης στη διαχειρίστρια εταιρεία-καθ’ης η ανακοπή αφετέρου δεν  ταυτοποιούνται οι επίδικες απαιτήσεις στο ως άνω κοινοποιηθέν απόσπασμα από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Οι λόγοι αυτοί είναι νόμιμοι στηριζόμενοι στη διάταξη του άρθρου 925ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους. Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα …………., ο οποίος εξετάστηκε με επιμέλεια της ανακόπτουσας και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία  νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,  χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723)), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 336§4), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με επίσπευση της καθ’ης-εφεσίβλητης και δυνάμει της υπ’ αριθμ. …………../31-10-2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών,  ………….., με εκτελεστούς τίτλους τις υπ’ αριθμ. …/2013 και ……/2013 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά των κάτωθι αυτών επιταγών προς πληρωμή, οι οποίες (διαταγές πληρωμής) εκδόθηκαν κατόπιν αντίστοιχων αιτήσεων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………», κατασχέθηκαν αναγκαστικά οι περιγραφόμενες στο δικόγραφο τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες που βρίσκονται στον Πειραιά και ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στην ανακόπτουσα ήδη εκκαλούσα. Ειδικότερα, η καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού  με την επωνυμία «………..» κατέστη ειδική διάδοχος των απαιτήσεων της ως άνω τραπεζικής εταιρείας μεταξύ των οποίων και των επίδικων απαιτήσεων, οι οποίες απορρέουν από τις υπ’ αριθμ. …./21.12.2009 και …../21.12.2009 συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου με προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου μετά των προσωπικών και εμπραγμάτων ασφαλειών αυτών. Η μεταβίβαση των απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και των επίδικων, έγινε στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε αυθημερόν στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος … με α/α …) με αριθμ. πρωτ…./17.12.2021 ενώ η δημοσίευση αυτή ως προς το παράρτημα της και για την ορθότητα αυτού επαναλήφθηκε με την με αριθμ. πρωτ. …/20.1.2022 δημοσίευση συμβάσεων, η οποία καταχωρίστηκε στα ανωτέρω βιβλία (τόμος … με α/α …). Εξάλλου, στις 17.12.2021 η διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και των επιδίκων, ανατέθηκε με την από 17.12.2021 σύμβαση διαχείρισης ενδιάμεσης περιόδου στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….», η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία (τόμος … α/….) ενώ εν συνεχεία  η ως άνω από 17.12.2021 σύμβαση διαχείρισης ενδιάμεσης περιόδου λύθηκε με την από 4.2.2022 σύμβαση, η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα στα ως άνω οικεία βιβλία (τόμος … και α/…..) με αριθμό πρωτ. …../4.2.2022. Ακολούθως τη διαχείριση των απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και των επίδικων, ανέλαβε δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης μακροχρόνιας διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία (τόμος …… α/α ……..) με αριθμ. πρωτ. …/4.2.2022 η καθ’ης η ανακοπή- επισπεύδουσα την εκτέλεση κατά τα λεπτομερώς εκτεθέντα στη συνέχεια της παρούσας. Κατόπιν των ανωτέρω η καθ’ ης η ανακοπή ήδη εφεσίβλητη επέδωσε στην ανακόπτουσα αντίγραφο εκ του πρώτου (α) τίτλου εκτελεστού απογράφου των ως άνω υπ’ αριθμ. …/2013 και ……/2013 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά των κάτωθι από 20/10/2023 επιταγών προς πληρωμή συγκοινοποιώντας όλα τα νομιμοποιητικά της έγγραφα και ακολούθως επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση δια της προσβαλλόμενης κατασχετήριας έκθεσης. Ειδικότερα από τις υπ’ αριθμ. Ε-…/23.10.2023 και Ε-…../23.10.2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …. αποδεικνύεται ότι με την από 20/10/2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου των  υπ’ αριθμ. …./2013 και …/2013 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα  συγκοινοποιήθηκαν : 1) η με αριθμό πρωτοκόλλου ……/17.12.2021 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ.8 του ν.3156/2003, που εγγράφηκε στις 17.12.2021 στα βιβλία του άρθρου 3 του ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …. από την οποία αποδεικνύεται η πώληση και μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων  από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………», όπως νόμιμα εκπροσωπείται στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….»,  που εδρεύει στην ….., οδός ……………., με αριθμό μητρώου …….., 2) α) Το απόσπασμα (σελίδες ………… με αριθμούς καταχώρισης ……..) εκ του Παραρτήματος της με αριθμό πρωτοκόλλου ……./17.12.2021 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ.8 του ν.3156/2003, που εγγράφηκε στις 17.12.2021 στα βιβλία του άρθρου 3 του ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …, από το οποίο προκύπτει ότι ανάμεσα στις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση, που απορρέει από την  υπ’ αριθμόν  …../21.12.2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου με προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου μετά των προσωπικών και εμπραγμάτων ασφαλειών αυτής και β) Το απόσπασμα (σελίδες …….. με αριθμούς καταχώρισης …………) εκ του Παραρτήματος της με αριθμό πρωτοκόλλου ……./17.12.2021 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ.8 του ν.3156/2003, που εγγράφηκε στις 17.12.2021 στα βιβλία του άρθρου 3 του ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …., από το οποίο προκύπτει ότι ανάμεσα στις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση, που απορρέει από την  υπ’ αριθμόν  ……/21.12.2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου με προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου μετά των προσωπικών και εμπραγμάτων ασφαλειών αυτής, 3) Η με αριθμό πρωτοκόλλου …./20.1.2022 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10παρ.8 του ν.3156/2003 που ενεγράφη στις 20.1.2022 στα βιβλία του άρθρου 3 του ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ….., με την οποία η μεταβιβάζουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» και η αποκτώσα αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» προβαίνουν σε ορθή επανάληψη του παραρτήματος της από 17.12.2021 σύμβασης μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που δημοσιεύθηκε στις 17.12.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …../17.12.2021 και καταχωρίστηκε στα βιβλία του άρθρου 3 του ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό …… και συγκεκριμένα με την ως άνω καταχώριση επαναλήφθηκε το σύνολο του παραρτήματος των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν στις 17/12/2021 στην αποκτώσα και αντικαταστάθηκε το σύνολο των σελίδων αυτού, 4) Η με αριθμό πρωτοκόλλου …../17.12.2021 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10παρ.14 και 16 του ν.3156/2003, που ενεγράφη στις 17.12.2021 στα βιβλία του άρθρου 3 του ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό ……, από την οποία προκύπτει ότι η διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατέθηκε αρχικά στις 17.12.2021 από την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….» στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………» με αριθμό ΓΕΜΗ ….. και με ΑΦΜ ….. (άρθρο 10 παρ.14,16 του ν.3156/2003) δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης διαχείρισης ενδιάμεσης περιόδου, 5) Η με αριθμό πρωτοκόλλου …./4.2.2022 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10παρ.14 και 16 του ν.3156/2003, που ενεγράφη στις 4.2.2022 στα δημόσια βιβλία του ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με αύξοντα αριθμό ….., από την οποία προκύπτει ότι δυνάμει  της από 4/2/2022 σύμβασης που συνήφθη μεταξύ άλλων ανάμεσα στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………» και το διαχειριστή ενδιάμεσης περιόδου «……………..»  και καταχωρίστηκε στον τόμο ….. αριθμ. ……..,  λύθηκε η ανωτέρω από 17/12/2021 σύμβαση διαχείρισης ενδιάμεσης περιόδου μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, περίληψη της οποίας είχε καταχωριστεί νόμιμα την 17.12.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …../17.12.2021 στα βιβλία του άρθρου 3 του ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό ……. (άρθρο 10παρ.14 και 16 του ν.3156/2003), 6) Η με αριθμό πρωτοκόλλου ……/4.2.2022 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10παρ.14 και 16 του Ν.3156/2003 που ενεγράφη στις 4/2/2022 με αριθμ. πρωτ……/4.2.2022 στα βιβλία του άρθρου 3 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. αριθμ….., από την οποία προκύπτει ότι η διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατέθηκε στην ανώνυμη εταιρεία «……………» και το διακριτικό τίτλο «……..» πρώην με την επωνυμία «……….» δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης μακροχρόνιας διαχείρισης, 7) Το από 17/12/2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ιρλανδίας ………. επικυρωμένο και μεταφρασμένο, 8) Το υπ’ αριθμ. 880/16.3.2017 ΦΕΚ από το οποίο προκύπτει η παροχή αδείας για τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην εταιρεία με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «……………» πρώην με την επωνυμία «………………….» σύμφωνα με το ν.4354/2015, 9) Η υπ’ αριθμ. πρωτ. …………/10.6.2020 ανακοίνωση για καταχώριση στο ΓΕΜΗ περί αλλαγής της επωνυμίας της εταιρείας  «…………….» σε «………………» και το διακριτικό τίτλο «…………….». Επομένως από τα ανωτέρω συγκοινοποιούμενα με την επιταγή έγγραφα σαφώς αποδεικνύεται τόσο η μεταβίβαση των ένδικων απαιτήσεων όσο και η ανάθεση της διαχείρισης αυτών στην καθ’ης- εφεσίβλητη, δεδομένου ότι όσον αφορά τις ως  άνω συμβάσεις διαχείρισης δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύονται από παραρτήματα, που να καθορίζουν τις συμβάσεις, καθώς η ΥΑ 161377/2003 δεν απαιτεί να περιέχεται χωριστό παράρτημα για τις προς διαχείριση  απαιτήσεις, όπως αντίστοιχα η ΥΑ 161388/2003 για τη σύμβαση μεταβίβαση της απαίτησης, ενώ επιπλέον τέτοια ανάθεση γίνεται με μία πράξη για όλες τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις. (ΜονΕφΠειρ 102/2026 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς).  Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια και απέρριψε τους ανωτέρω λόγους ανακοπής ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ακολούθως, κατά το άρθρο 933 του KΠολΔ η ανακοπή κατά της εκτέλεσης αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του KΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις κατά του κύρους της αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται καθολικά η υπόθεση, αλλά στο μέτρο των λόγων της ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (ΟλΑΠ 10/1997). Ειδικότερα το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους αυτής, δηλαδή να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Νέοι λόγοι ανακοπής δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα, για πρώτη φορά στο Εφετείο, ακόμα και αν αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 527 του KΠολΔ, γιατί έναντι της εν λόγω διατάξεως, κατισχύει ως ειδικότερη η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β` του KΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση (ΑΠ 1779/2001, ΑΠ 892/1990). Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις, ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 531/2022, 712/2022, 811/2022, 925/2020, 1298/2018, 1943/09, 1098/08, 1313/07, 339/06, 50/04 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους έφεσης η εκκαλούσα διατείνεται ότι η σύμβαση πώλησης και  μεταβίβασης των επίδικων απαιτήσεων μεταξύ της μεταβιβάζουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..»  και της αποκτώσας αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….» είναι ανυπόστατη λόγω μη αναφοράς του τιμήματος της πώλησης, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της έφεσης ισχυρίζεται επικουρικά ότι η ως άνω σύμβαση μεταβίβασης είναι για το λόγο αυτό ( μη αναφορά τιμήματος) άκυρη λόγω ανηθικότητας (ΑΚ 178) και λόγω καταστρατήγησης του νόμου (ΑΚ 174) ενώ με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο ισχυρίζεται όλως επικουρικώς ότι σε περίπτωση που θεωρηθεί νόμιμη η δημοσίευση της σύμβασης στο αρμόδιο ενεχυροφυλακείο χωρίς αναφορά του τιμήματος να αναγνωριστεί ότι αυτή είναι καταχρηστική. Ωστόσο σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη δεν επιτρέπεται να προταθούν νέοι λόγοι ανακοπής με πρόσθετους λόγους έφεσης, όπως επιχειρεί να πράξει εν προκειμένω η εκκαλούσα,  με τους υπό κρίση ως άνω πρόσθετους λόγους έφεσης. Ως εκ τούτου οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι της έφεσης  τυγχάνουν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθώς από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 585 παρ. 2, 632 παρ. 1 του KΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι εξεταστέος ως λόγος ανακοπής κατά της εκτέλεσης είναι μόνο εκείνος που διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της ανακοπής ή στο πρόσθετο δικόγραφο που ασκήθηκε όπως ορίζει το άρθρο 582 παρ.2 του KΠολΔ και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις, ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση.

Με το δεύτερο λόγο έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ο λόγος ανακοπής του Κεφαλαίου Γ του Πρώτου Τμήματος της ανακοπής της  με τον οποίο έβαλλε κατά της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ης η ανακοπή  στη διενέργεια των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της διότι  στην επίδικη σύμβαση διαχείρισης δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 2παρ.2 Ν.4354/2015 συστατικός τύπος ως προς  το ελάχιστο περιεχόμενο αυτής (τις προς διαχείριση απαιτήσεις,  το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης και στην καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, τις πράξεις της διαχείρισης οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871-872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον κώδικα Δεοντολογίας).  Ο λόγος αυτός της ανακοπής  είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι κατά τα εκτιθέμενα σε αυτόν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των ένδικων απαιτήσεων έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των διατάξεων του Ν. 3156/2003 και όχι του Ν. 4354/2015, με αποτέλεσμα το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν.4354/2015 να μην τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, δεδομένου μάλιστα ότι η εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων που αναλαμβάνει τη διαχείριση απαιτήσεων που έχουν τιτλοποιηθεί σύμφωνα με τον ν. 3156/2003 (Α’ 157)  αποδεικνύεται πλήρως μέσω των εντύπων που προβλέπονται στις παρ. 8 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων ή η τήρηση άλλης διατύπωσης. Ως εκ τούτου ο οριζόμενος στο άρθρο 2 παρ.2 του Ν.4354/2015 συστατικός τύπος δεν συνιστά  αναγκαίο ουσιώδες περιεχόμενο της καταχώρισης στα βιβλία του ενεχυροφυλακείου της σύμβασης διαχείρισης, που έχει συναφθεί κατ’ άρθρο 10 του Ν. 3156/2003. (ΜονΕφΠειρ 216/2026,  Μον ΕφΠειρ 514/2025, ΜονΕφΠειρ 574/2020 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).  Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και απέρριψε το σχετικό λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο δεύτερος λόγος της έφεσης να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 924 ΚΠολΔ, η επιταγή με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς, όμως, να απαιτείται να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ’ αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισµός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλµένο υπολογισµό ή το παράνοµο των τόκων. Ακόμη, ούτε ο τρόπος υπολογισµού των οφειλοµένων τόκων, αλλά ούτε και το ποσό αυτών χρειάζεται να αναφέρεται στην επιταγή, αφού το ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόµο και το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, µπορεί να βρεθεί µε απλό µαθηµατικό υπολογισµό βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήµατος που θα έχει παρέλθει µέχρι της ηµεροµηνίας εξόφλησης της επιταγής. Αν η επιταγή δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, επέρχεται ακυρότητα που κηρύσσεται από το δικαστήριο, εφόσον κατά την κρίση του προκαλείται από την αοριστία της επιταγής στον οφειλέτη δικονοµική βλάβη που δεν µπορεί να επανορθωθεί µε άλλο τρόπο παρά µε την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 474/1999,  Εφ.Πατρ. 21/2021, Εφ.Αθ. 2838/2002, Εφ.Πειρ.(Μον). 217/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). [ΜονΕφΠειρ 215/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς].

Με τον τρίτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ο λόγος ανακοπής του Κεφαλαίου Β του Τρίτου Τμήματος της ανακοπής της,  με τον οποίο ισχυρίστηκε  ότι οι επιταγές προς εκτέλεση και η ερειδόμενη σε αυτές έκθεση κατάσχεσης είναι άκυρες, διότι δεν αναγράφεται στις επίδικες επιταγές το ακριβές ποσό των κεφαλαιοποιημένων τόκων που επιτάσσεται να καταβάλλει  και  ο υπολογισμός τους καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ανακοπή και την έφεσή της. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, στις επίδικες επιταγές προς εκτέλεση επιτάσσεται η τότε καθ΄ης – ήδη ανακόπτουσα – εκκαλούσα να καταβάλει: α) όσον αφορά στην από 20/10/2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εκ του πρώτου (α) τίτλου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. …../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών  «1. Για κεφάλαιο που επιδικάσθηκε με την ως άνω διαταγή πληρωμής το ποσό των ευρώ εβδομήντα εννέα χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα τεσσάρων και ενενήντα έξι λεπτών (79.544,96 €) έντοκα από την 02/02/2013 με το εκάστοτε ισχύον τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο σήμερα για το δάνειο αυτό ανέρχεται σε 5,470% ετησίως πλέον της εισφοράς του νόμου Ν.128/75 προς 0,12% και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 12 του Ν.2601/1998 μέχρι εξοφλήσεως. 2. Για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη το ποσό των χιλίων τριακοσίων  πενήντα ευρώ (1.350, 00 €). 3. Για σύνταξη της παρούσης επιταγής, το ποσό των είκοσι πέντε Ευρώ (25,00€). 4. Για δαπάνη επίδοσης της παρούσης επιταγής το ποσό των Ευρώ εκατόν εβδομήντα τριών και εξήντα λεπτών (173,60€) δηλαδή συνολικά το ποσό των ευρώ ογδόντα μίας χιλιάδων ενενήντα τριών και πενήντα έξι λεπτών ( 81.093,56€) εκ των οποίων: α) το μεν ποσό κεφαλαίου των ευρώ εβδομήντα εννέα χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα τεσσάρων και ενενήντα έξι λεπτών (79.544,96 €) έντοκα όπως παραπάνω [υπό 1] και β) το δε συνολικό ποσό των Ευρώ χιλίων πεντακοσίων σαράντα οκτώ και εξήντα λεπτών (1.548,60€) [άθροισμα ποσών υπό 2,3 και 4], έντοκα με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της παρούσας, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, διαφορετικά θα εκτελεστεί η παρούσα αναγκαστικά και θα προστεθούν 50,00 ευρώ για την εντολή της εκτέλεσης, που δίνεται με την παρούσα» και β)  όσον αφορά στην από 20/10/2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εκ του πρώτου (α) τίτλου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. ……/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών  «1) ΕΥΡΩ 96.724,68 που επιδικάστηκαν με την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, νομιμότοκα  από την 02/02/2013 με το εκάστοτε ισχύον τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο σήμερα για το δάνειο αυτό ανέρχεται σε 5,47% ετησίως πλέον της εισφοράς του  Ν.128/75 προς 0,12% και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 12 του Ν.2601/1998 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. 2) ΕΥΡΩ 1.645,00 για δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε, νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση 3) ΕΥΡΩ 4,00 για τη λήψη Α’ απογράφου και το αντίγραφο αυτό, νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση και 4) ΕΥΡΩ 329,00 για τη σύνταξη της επιταγής αυτής και την επίδοσή της, καθώς και την κατάθεση στο εκδόν Δικαστήριο της εκθέσεως επιδόσεως της διαταγής, νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, συνολικά δε ΕΥΡΩ «ενενήντα οκτώ χιλιάδες εφτακόσια δύο ευρώ και εξήντα οχτώ λεπτά» (98.702,68) και όλα αυτά νομιμότοκα κατά τις ανωτέρω διακρίσεις διαφορετικά η είσπραξη θα γίνει με αναγκαστική εκτέλεση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, οπότε πρέπει να καταβληθούν και 50 ΕΥΡΩ για τη σύνταξη της σχετικής με την εκτέλεση εντολής.»  Με το ως άνω περιεχόμενο οι επιταγές προς εκτέλεση είναι επαρκώς ορισμένες, σύμφωνα με το άρθρο 924 ΚΠολΔ, αφού περιέχουν τα απαιτούμενα από τον νόμο στοιχεία, κατά τα προεκτεθέντα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, ήτοι σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς, να απαιτείται να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, συνάγεται από εκάστη των επιταγών  η αιτία της κάθε απαίτησης, η οποία προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου (ήτοι τις υπ΄αρ. …./2013 και ……/2013 διαταγές πληρωμής), κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισµός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλµένο υπολογισµό ή το παράνοµο των τόκων. Εξάλλου, ούτε ο τρόπος υπολογισµού των οφειλοµένων τόκων, αλλά ούτε και το ποσό αυτών χρειάζεται να αναφέρεται στην επιταγή, παρά τους περί του αντιθέτου αβάσιμους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, αφού το ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόµο και το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, µπορεί να βρεθεί µε απλό µαθηµατικό υπολογισµό βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήµατος που θα έχει παρέλθει µέχρι της ηµεροµηνίας εξόφλησης της επιταγής. Άλλωστε στις προσβαλλόμενες επιταγές προς πληρωμή αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα το κεφάλαιο της απαίτησης, επιβαρυνόμενο με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 2-2-2013, ώστε δεν τίθεται ζήτημα αοριστίας των προσβαλλόμενων επιταγών προς πληρωμή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την, υπό την µορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης, παροχή έννοµης προστασίας, απαιτείται ως προϋπόθεση, εκτός από την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου, η ύπαρξη απαίτησης, η οποία να είναι βέβαιη και εκκαθαρισµένη. Βέβαιη είναι η απαίτηση όταν δεν εξαρτάται από αναβλητική αίρεση ή προθεσµία που προϋπήρχε πριν από την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης. Εκκαθαρισµένη είναι η απαίτηση, όταν από τον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο, χωρίς την ανάγκη συνεκτίµησης και άλλων εγγράφων µε δεσµευτική αποδεικτική δύναµη, προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. Αυτό επιβάλλεται προκειµένου ο οφειλέτης να τελεί σε γνώση του ποσού και του ποιού της παροχής, για την ικανοποίηση της οποίας µπορεί να γίνει σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση. Είναι δε εκκαθαρισµένη η απαίτηση και όταν µπορεί να καθοριστεί κατά ποσό µε αριθµητικό υπολογισµό (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η κατάσχεση δεν πάσχει, επειδή αυτή επιβλήθηκε για ποσό µικρότερο από το αναφερόµενο στην επιταγή ή το πράγµατι οφειλόµενο, λόγω περιορισµού της απαίτησης, εφόσον βεβαίως ο περιορισµός είναι ορισµένος και δεν επιφέρει µετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη (ΑΠ 1773/2001 ΕλλΔικ 2002.1386, Εφ.Αθ. 4901/2000, Εφ.Πειρ.(Μον.) 86/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, ακυρότητα δεν υπάρχει και αν ακόµα η κατάσχεση έχει επιβληθεί για ποσό µεγαλύτερο του πράγµατι οφειλόµενου (Εφ.Αθ. 4901/2000 ό.π., Εφ.Πειρ.(Μον.) 86/2022 ό.π.).

Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται ότι κακώς απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ο σχετικός λόγος ανακοπής του Τρίτου Τμήματος-Κεφάλαιο Β στον οποίο εξέθετε ότι στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης έγινε περιορισμός της απαίτησης για την επιβολή της αναγκαστικής εκτέλεσης στο ποσό των 56.000 ευρώ, το οποίο συνιστά μέρος μόνο της απαίτησης της καθής, χωρίς να προσδιορίζονται, ειδικότερα, τα συγκεκριμένα κονδύλια, για τα οποία αυτή επισπεύδεται, ισχυριζόμενη ότι η έλλειψη αυτή καθιστά άκυρη την κατασχετήρια έκθεση, λόγω έλλειψης, στην ουσία, της προϋπόθεσης του εκκαθαρισμένου της απαίτησης. Ο λόγος αυτός της ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση αναφέρεται αρχικά « Σε περίπτωση άρνησης ή δήλωσης αδυναμίας προς πληρωμή ή απουσίας τους, να επιβάλλω αναγκαστική κατάσχεση στην ακίνητη περιουσία αυτών, για το ποσό των πενήντα έξι χιλιάδων ευρώ (56.000€) ήτοι: 1) για την υπ’ αριθμ……./2013 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το ποσό των Ευρώ είκοσι χιλιάδων 20.000 και 2) για την υπ’ αριθμ……./2013 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το ποσό των Ευρώ τριάντα έξι χιλιάδων 36.000, που αποτελεί μέρος του συνολικού επιταχθέντος ποσού όπως αυτό προκύπτει αναλυτικά στις κοινοποιηθείσες επιταγές, με ρητή επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος της υπέρ ης η εκτέλεση, για την είσπραξη του υπολοίπου επιταχθέντος ποσού, με άλλη αναγκαστική κατάσχεση ή αναγγελία στον ίδιο ή σε άλλον πλειστηριασμό, καθ’ότι ο περιορισμός στο ως άνω ποσό έγινε αποκλειστικά και μόνο για μείωση των εξόδων εκτέλεσης» και ακολούθως : «…κατάσχεσα αναγκαστικά την παρακάτω ακίνητη ιδιοκτησία του καθ’ου η εκτέλεση, για το ποσό των πενήντα έξι χιλιάδων ευρώ (56.000€) και το οποίο αποτελεί μέρος του συνολικού επιταχθέντος ποσού, σύμφωνα με τις από 20/10/2023 επιταγές προς πληρωμή (εκτέλεση) και σύμφωνα με τις στις επιταγές αναφερόμενες διακρίσεις, εντόκως, νομίμως μετά των νομίμων εξόδων έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση..»  Συνεπώς, προκύπτει από την εν λόγω έκθεση κατάσχεσης, ότι αυτή επιβλήθηκε για το ποσό των 56.000 ευρώ, που αποτελεί μέρος του κεφαλαίου, με τη ρητή επιφύλαξη για είσπραξη του υπολοίπου κεφαλαίου, ο δε περιορισμός σε αυτό έγινε αποκλειστικά και μόνον για μείωση των εξόδων και συνεπώς δεν επέφερε μετάπτωση της παροχής σε αβέβαιη και ανεκκαθάριστη καθώς από τους εκτελεστούς τίτλους προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροψής. Επομένως, ο παραπάνω περιορισμός του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η προσβαλλόμενη κατάσχεση δεν καθιστά την απαίτηση αβέβαιη και ανεκκαθάριστη, καθόσον αφορά ρητά στο κεφάλαιο αυτής (απαίτησης) και ο σχετικός λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος, δοθέντος ότι και η εκκαλουμένη δέχτηκε τα ίδια ως άνω.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση μετά των προσθέτων λόγων αυτής να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, ως προς τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις δεν θα περιληφθεί διάταξη στο διατακτικό, καθόσον ως διαμορφωτικές διαδικαστικές πράξεις, δεν διευρύνουν τα υποκειμενικά όρια της δίκης, αλλά την έννομη σχέση αυτής και δεν διατυπώνουν ίδιο αίτημα, το οποίο θα έπρεπε να δεχθεί ή να απορρίψει, έστω και σιωπηρά το δικαστήριο (ΑΠ 666/ 2015 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα areiospagos.gr, , ΑΠ 715/1998, ΕλλΔ/νη 40.630, ΕφΑθ 854/2021 αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, ΕφΠατ 58/2021, ΕφΠειρ 111/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 5722/2011 ΕλλΔ/νη 53.822). Εξάλλου, με την έκδοση της παρούσας οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση εφέσεως μετά των προσθέτων λόγων, καθίσταται άνευ αντικειμένου κατ’ άρθρο 68 ΚΠολΔ η αίτηση αναστολής  των ανακοπτόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, οπότε η σχετική αίτηση πρέπει να απορριφθεί. (βλ.ΜονΕφΠειρ 307/2024). Τα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας για αμφότερες τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις του παρόντος (δεύτερου) βαθμού δικαιοδοσίας  πρέπει να επιβληθούν λόγω της ήττας της σε βάρος της εκκαλούσας-καθ’ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις. (άρθρα 182, 176 ΚΠολΔ),  όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος αφού η υπό κρίση έφεση μετά των προσθέτων λόγων της απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν,  πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ,  να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την έφεση  παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 2/12/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./3.12.2025) πρόσθετη παρέμβαση.

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων, της εφεσίβλητης αντιπροσωπευόμενης από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα,  την από  7/6/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης  ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./7.6.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ  ………../7.6.2024) έφεση μετά των ασκηθέντων με το από 2/12/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/3.12.2025) δικόγραφο πρόσθετων λόγων αυτής  και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/7.6.2024), με την από 20-11-2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../21-11-2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και την από 20-5-2026 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/……./21-5-2026)  αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση

Απορρίπτει την αίτηση αναστολής

Δέχεται τυπικά και Απορρίπτει την από 7/6/2024 έφεση μετά των προσθέτων λόγων αυτής  στην ουσία.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας στην εκκαλούσα-καθ’ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από την εκκαλούσα με την έφεση παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις  7.9.2026  με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ