Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 611/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ   ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός   611 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

2ο  Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Ε.Δ.

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις   ……………, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α] Επί της από 27-04-2024  (αριθ.εκθ.καταθ…………./29-04-2024) έφεσης:

Της καλούσας-εκκαλούσας:  Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «……………», με δ.τ. «……..», που εδρεύει στο ………. επί της οδού ……………και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αναστασίου (ΑΜ/ΔΣΑ ……), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της καθ’ης η κλήση-εφεσίβλητης: Μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………….» και δ.τ. «………….», που εδρεύει στον …. Αττικής επί της οδού ….., με ΑΦΜ ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Βαϊοπούλου (ΑΜ/ΔΣΑ ……), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Β] Επί της από 01-07-2024 (αρ.εκθ.καταθ………./01-07-2024)  έφεσης:

 

Της καλούσας-εκκαλούσας: Μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………..» και δ.τ. «…………», που εδρεύει στον ……… Αττικής επί της οδού …….., με ΑΦΜ ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Βαϊοπούλου (ΑΜ/ΔΣΑ ……….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της καθ’ης η κλήση-εφεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..», με δ.τ. «………», που εδρεύει στο ……….. επί της οδού . ……., με ΑΦΜ …., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αναστασίου (ΑΜ/ΔΣΑ …..), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η  ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσα, την από 23-04-2021 (αριθμ.εκθ.καταθ. ……../18-06-2021) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου  Πειραιά.

Το   Μονομελές   Πρωτοδικείο  Πειραιά,   αφού   δίκασε  αντιμωλία  των διαδίκων με την τακτική διαδικασία  την ένδικη αγωγή, με την  3807/2023  οριστική απόφασή του την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν 1] η ενάγουσα  και ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως με την από 27-04-2024  (αριθ.εκθ.καταθ…………../29-04-2024)  έφεση   και  2]  η εναγόμενη και  ήδη εκκαλούσα  της   υπό στοιχείο  [Β]  εφέσεως  με την από 01-07-2024 (αρ.εκθ.καταθ…………../01-07-2024) έφεση, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 09ης-01-2025 κατά την οποία συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 258/2025 μη οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία τις έκανε δεκτές τυπικά και κατ’ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή και ανέστειλε την εκδίκασή της εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη που ανοίχθηκε με την προγενέστερη από 08-04-2021 (αρ.εκθ.καταθ……../2021) ανακοπή της ενάγουσας-ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Ήδη με τις από 06-02-2026 (αρ.εκθ.καταθ………./10-02-2026) και από 06-02-2026 (αρ.εκθ.καταθ……../10-02-2026) κλήσεις επαναφέρθηκαν προς περαιτέρω συζήτηση οι ένδικες εφέσεις για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκαν στο πινάκιο.

Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων   δεν  παραστάθηκαν  στο  ακροατήριο   αλλά   προκατέθεσαν   έγγραφες προτάσεις  και με σχετική δήλωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσαν ότι συμφωνούν  να συζητηθούν οι υποθέσεις χωρίς να παρασταθούν.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ  ΤΗ   ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

 Νόμιμα επαναφέρονται προς περαιτέρω συζήτηση η από 27-04-2024  (αριθ. εκθ.καταθ………/29-04-2024) έφεση και η από 01-07-2024 (αρ.εκθ.καταθ. ………./01-07-2024) έφεση  με την από 06-02-2026 (αρ.εκθ.καταθ……./10-02-2026)  κλήση και την από 06-02-2026 (αρ.εκθ.καταθ……./10-02-2026) κλήση αντίστοιχα της εκκαλούσας-εφεσίβλητης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά της 3807/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, την από 23-04-2021 (αριθμ.εκθ.καταθ………/18-06-2021) αγωγή, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν, και μετά την έκδοση της 258/2025 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία, αφού έκανε τις εφέσεις δεκτές τυπικά και κατ’ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή και ανέστειλε την εκδίκασή της εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη που ανοίχθηκε με την προγενέστερη από 08-04-2021 (αρ.εκθ.καταθ…………./2021) ανακοπή της ενάγουσας-ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία ήδη περατώθηκε τελεσίδικα κατόπιν εκδόσεως στις 27-01-2026 της 1024/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Στην ένδικη αγωγή η ενάγουσα εξέθετε ότι δυνάμει του από 26-11-2019 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο ήταν άκυρο, αφού δεν τηρήθηκε ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου, συμφώνησε να πωλήσει και να μεταβιβάσει στην εναγόμενη, το αναλυτικώς αναφερόμενο εκεί (αγωγή) ακίνητο κυριότητάς της, ήτοι ένα οικόπεδο επιφάνειας 336,68 τ.μ. με το υφιστάμενο σ’αυτό κτίσμα, εμβαδού 270 τ.μ., αποτελούμενο από ισόγειο κατάστημα με πατάρι και δύο υπόγειες αποθήκες, που βρίσκεται στον Δήμο …… Αττικής, επί της οδού ………….., αντί τιμήματος 335.000 ευρώ. Περαιτέρω, εκθέτει ότι ενώ ορίστηκαν ως καταληκτικές ημερομηνίες για τη σύναψη του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου αγοραπωλησίας η 15η-12-2019 και για τη σύναψη του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας η 15η-01-2020, οι ημερομηνίες αυτές παρατάθηκαν σιωπηρώς με τη συναίνεση της εναγόμενης, η οποία τελούσε σε πλήρη γνώση της πραγματικής και νομικής κατάστασης του πωλούμενου  ακινήτου και του γεγονότος ότι απαιτούνταν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αφενός για την άρση της προσημείωσης υποθήκης που είχε εγγραφεί στο ακίνητο από την Τράπεζα ALPHA BANK και της κατάσχεσης που είχε εγγραφεί σ’αυτό από το Ελληνικό Δημόσιο, αφετέρου για την έκδοση Διορθωτικής Πράξης Εφαρμογής Σχεδίου Πόλης από την αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης- Τμήμα Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης. Ότι μολονότι η ίδια προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για τη σύναψη του προσυμφώνου και του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, με την έκδοση όλων των απαραίτητων για τη σύνταξη των συμβολαιογραφικών πράξεων εγγράφων, πειθόμενη από τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις της εναγόμενης ότι θα προβούν στην υπογραφή των εν λόγω συμβολαίων, η τελευταία δεν προσήλθε στη συμβολαιογράφο κατά τις ορισθείσες ημερομηνίες σύναψης του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου αγοραπωλησίας, αρχικώς στις 24-06-2020 επικαλούμενη κώλυμα του νόμιμου εκπροσώπου της  ………….,  και  στη συνέχεια  στις   20-08-2020,  ματαιώνοντας έτσι παρανόμως και υπαιτίως την κατάρτιση του προσυμφώνου και του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας. Ότι το ανωτέρω χρονικό διάστημα από τη σύναψη του άκυρου από 26-11-2019 ιδιωτικού συμφωνητικού έως τη ματαίωση της κατάρτισης του προσυμφώνου και του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, ήταν διάστημα διαπραγματεύσεων κατά το οποίο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η εναγόμενη επέδειξε συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, καθόσον παρά τη δοθείσα υπόσχεσή της, από αποκλειστική της υπαιτιότητα, ματαίωσε την κατάρτιση της αγοραπωλησίας του προαναφερόμενου ακινήτου, καίτοι προσκλήθηκε επανειλημμένως προς τούτο. Ότι εξαιτίας αυτής της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της, η ίδια (ενάγουσα) έχει υποστεί περιουσιακή ζημία, η οποία συνίσταται α] στις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, ενόψει της συμφωνηθείσας αγοραπωλησίας, ήτοι για τη σύνταξη του από 19-10-2019 τοπογραφικού διαγράμματος, κατέβαλε το ποσό των 806 ευρώ, για την έκδοση πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης κατέβαλε το ποσό των 248 ευρώ, για τη σύνταξη του με αρ.πρωτ.62741/2019 αιτήματος σύνταξης Διορθωτικής Πράξης Εφαρμογής Σχεδίου Πόλης και της συνοδευτικής αυτού Τεχνικής Έκθεσης, για τη διόρθωση του Χρηματικού Καταλόγου ως προς το ορθό όνομα της καταβάλλουσας την εισφορά σε γη και χρήμα  (ήτοι της ενάγουσας), προς την αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης/Τμήμα Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης, κατέβαλε το ποσό των 1.364 ευρώ, για την έκδοση αντιγράφων των τίτλων του προς πώληση ακινήτου και των πιστοποιητικών μεταγραφής, ιδιοκτησίας, βαρών και μη διεκδίκησης από το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Παλαιού Φαλήρου και το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Π.Φαλήρου, κατέβαλε το ποσό των 380 ευρώ, και συνολικά για τις παραπάνω αιτίες κατέβαλε το ποσό των 2.798 ευρώ, β] στα διαφυγόντα κέρδη, ποσού 50.000 ευρώ, που απώλεσε από την εκ μέρους της απόκρουσης ευνοϊκότερης προσφοράς πώλησης του επίδικου ακινήτου με υψηλότερο τίμημα, ανερχόμενο στο ποσό των 385.000 ευρώ και γ] στα διαφυγόντα κέρδη, ποσού 12.600 ευρώ, που απώλεσε λόγω αδυναμίας εκμίσθωσης του επίδικου ακινήτου με πλήρως ανταποκρινόμενο στη μισθωτική του αξία μηνιαίο μίσθωμα ύψους 1.500 ευρώ, για χρονικό διάστημα [8] μηνών και [12] ημερών, ήτοι από τις 19-12-2019 μέχρι και τις 31-08-2020 (1.500 ευρώ Χ 8 μήνες Χ 12 ημέρες= 12.000 ευρώ +600 ευρώ), κατά το οποίο παρέδωσε τη χρήση του ως άνω ακινήτου, δυνάμει του από 19-12-2019 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ της αυτής (ενάγουσας) και του …………., ο οποίος όμως δεν ενεργούσε ατομικά, αλλά υπό την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης εταιρίας, στο όνομα και για λογαριασμό της, αντί του συμφωνηθέντος χαμηλότερου μηνιαίου μισθώματος των 150 ευρώ, το οποίο ουδέποτε της κατέβαλε. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, ζητούσε κατόπιν παραδεκτού κατ’άρθρο 223 του ΚΠολΔ περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε  έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των [63.398] ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται: α] η ενάγουσα-εκκαλούσα με την υπό στοιχείο [Α] έφεσή της και με το μοναδικό λόγο που αναφέρεται σ’αυτή και ανάγεται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη,  κατά το εκκληθέν αυτής κεφάλαιο, με σκοπό να γίνει  δεκτή η ένδικη αγωγή και β] η εναγόμενη-εκκαλούσα με την υπό στοιχείο [Β] έφεσή της και με τους λόγους αυτής που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη,  με σκοπό ν’απορριφθεί εν όλω η ένδικη αγωγή. Με την 258/2025 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου που συνεκδίκασε τις ένδικες εφέσεις αντιμωλία των διαδίκων, έγιναν αυτές δεκτές τυπικά και κατ’ουσίαν, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη και ανεστάλη η εκδίκαση της ένδικης αγωγής εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη που ανοίχθηκε με την προγενέστερη από 08-04-2021 (αρ.εκθ.καταθ…………./2021) ανακοπή της ενάγουσας-ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών,  η οποία ήδη περατώθηκε τελεσίδικα με την έκδοση της 1024/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Από την επανεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους και ειδικότερα από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται  και  προσκομίζουν,    των  οποίων   δεν απαιτείται  ειδική  μνεία  στην παρούσα (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 867/2011, ΑΠ 187/2010, ΑΠ 1697/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για  μερικά  από  τα  οποία  γίνεται  ειδική  αναφορά  κατωτέρω,  χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς  (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006.173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔ/νη 41.980)  και τα οποία  λαμβάνονται υπόψη   είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, την υπ’αριθμόν …../26-10-2021 ένορκη βεβαίωση του ………….. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών …….., που προσκόμισε μετ’επικλήσεως η ενάγουσα, η οποία δόθηκε κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της αντιδίκου της πριν από [2] τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κατ’άρθρο 422 του ΚΠολΔ (βλ. την υπ’αριθμόν …../20-10-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………..), τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρο 261 του ΚΠολΔ),  σε συνδυασμό  με  τα  διδάγματα  της  κοινής  πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ),  αποδείχθηκαν, στα  πλαίσια  των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου   240  του  ΚΠολΔ,   τα  ακόλουθα  πραγματικά  περιστατικά:  Δυνάμει του από 26-11-2019 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνυπέγραψαν οι διάδικοι, δια των νόμιμων εκπροσώπων τους …….. και ………. αντίστοιχα, συμφώνησαν η ενάγουσα να πωλήσει και να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην εναγόμενη το περιγραφόμενο εκεί (συμφωνητικό) οικόπεδο, κείμενο στον Δήμο ………….. Αττικής και επί της οδού …….., στη θέση «….», στο Ο.Τ. Γ΄….., το οποίο οικόπεδο αντιστοιχεί στο με αριθμό [8] οικόπεδο του τετραγώνου αυτού,  επιφάνειας [336,68] τ.μ. σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση, όπως τούτο περιγράφεται στο από Οκτωβρίου 2019 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού …………, εντός του οποίου υπάρχει κτίσμα κατάλληλο για επαγγελματική χρήση, εμβαδού 270 τ.μ., αποτελούμενο από ισόγειο κατάστημα με πατάρι και δύο υπόγειες αποθήκες, και δη ελεύθερο και απαλλαγμένο από παντός βάρους, χρέους, φόρου, μισθώσεως, διεκδικήσεως, πολεοδομικής παραβάσεως και παντός εν γένει νομικού και πραγματικού ελαττώματος, αντί τιμήματος 500.000 ευρώ, η δε εναγόμενη κατέβαλε την ίδια ως άνω ημερομηνία στην πωλήτρια ενάγουσα το ποσό των [6.500] ευρώ ως προκαταβολή για την αγορά του ανωτέρω ακινήτου. Το υπόλοιπο τίμημα των [493.500] ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί στην πωλήτρια ως εξής;1] ποσό [100.000] ευρώ με την υπογραφή σχετικού συμβολαιογραφικού προσυμφώνου αγοραπωλησίας, που συμφωνήθηκε να υπογραφεί το αργότερο μέχρι τις 15-12-2019 και 2] ποσό [383.500] ευρώ με την υπογραφή του σχετικού οριστικού συμβολαίου, το οποίο συμφωνήθηκε να υπογραφεί το αργότερο μέχρι τις 15-01-2020. Ακολούθως, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που παρέλθει η ανωτέρω ημερομηνία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, τότε α] αν αυτό οφείλεται στο ότι το ακίνητο έχει νομικά ή πραγματικά ελαττώματα, η πωλήτρια υποχρεούται να επιστρέψει όλη την ως άνω προκαταβολή στην αγοράστρια και β] αν το ακίνητο δεν έχει  νομικά ή πραγματικά ελαττώματα αλλά παρόλα αυτά υπαναχωρήσει η αγοράστρια, η πωλήτρια θα δικαιούται να παρακρατήσει για τον εαυτό της την ως άνω  προκαταβολή, διαφορετικά αν υπαναχωρήσει η πωλήτρια, τότε θα υποχρεούται να επιστρέψει την ως άνω προκαταβολή στην αγοράστρια. Κατά τον επίδικο χρόνο, το ως άνω ακίνητο ήταν βεβαρημένο με προσημείωση υποθήκης υπέρ της Alpha Bank, για ποσό 45.000 ευρώ, δυνάμει της 6339Σ/21-06-2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών,  η Δ.Ο.Υ είχε επιβάλει κατάσχεση ποσού 25.762,83 ευρώ, ενώ σύμφωνα με την με αρ.πρωτ……./01-06-2020 βεβαίωση οφειλής προς το Δημόσιο, η ενάγουσα όφειλε κατά την ανωτέρω ημερομηνία το ποσό των 85.636,47 ευρώ στο Δημόσιο και εκκρεμούσε διόρθωση του εντύπου «Ε9» λόγω της ύπαρξης αυθαίρετων κατασκευών  επί του ακινήτου (100 τ.μ. επιπλέον στο πατάρι του κτηρίου), η τακτοποίηση των οποίων ήταν απαραίτητη για την έκδοση πιστοποιητικού εξόφλησης του βαρύνοντος την ενάγουσα ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) προκειμένου να προβούν τα μέρη στην  κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας του ως άνω ακινήτου. Ωστόσο, η ενάγουσα απέτυχε να τακτοποιήσει τα νομικά ελαττώματα του ανωτέρω ακινήτου εντός της συμφωνημένης προθεσμίας, ήτοι μέχρι τις 15-12-2019, οπότε η εναγόμενη, επιδεικνύοντας συμπεριφορά σύμφωνη με τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, συμφώνησε να αναμένει την τακτοποίησή τους, και δη όσον αφορά την έκδοση Πράξης Διορθωτικής Εφαρμογής από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, αφού στο τοπογραφικό διάγραμμα που της απέστειλε η ενάγουσα υπήρχε δήλωση περί οφειλής εισφοράς σε γη και χρήμα, καθώς όπως η ίδια η εναγόμενη ανέφερε  στο από 29-10-2019 μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που απέστειλε στην ενάγουσα, τα απαραίτητα πιστοποιητικά εξάλειψης και οι σχετικές βεβαιώσεις θα έπρεπε να προσκομισθούν έως την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Επιπλέον, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν το τίμημα αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου να ανέλθει στα 335.000 ευρώ, όπως συνομολογεί και η εναγόμενη (άρθρο 352 παρ.1 του ΚΠολΔ) και εναργώς προκύπτει από το σχέδιο συμβολαιογραφικού προσυμφώνου που απέστειλε η τελευταία στην ενάγουσα με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 15-06-2020, στο οποίο αναγράφεται ως τίμημα το ανωτέρω ποσό, γενόμενου δεκτού του πρώτου λόγου εφέσεως της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του ως βάσιμου.  Ακολούθως, μεσολαβούσης της πανδημίας covid-19, η οποία από τις αρχές μηνός Μαρτίου 2020 προκάλεσε μία «μη κανονικότητα» των πραγμάτων, πολλώ δε μάλλον δυσχέρεια στις συναλλαγές και δη με το ελληνικό δημόσιο, όπως τούτο είναι γνωστό κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα διάδικα μέρη φάνηκαν να είναι προδήλως έτοιμα να προχωρήσουν στην κατάρτιση του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου τον Ιούνιο 2020, οπότε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους αντάλλαξαν και αμφότεροι ενέκριναν με την από 19-06-2020 ηλεκτρονική αλληλογραφία τους, το σχέδιο προσυμφώνου που αναφέρθηκε ανωτέρω. Η υπογραφή του ορίστηκε για τις 24-06-2020 στα γραφεία της εναγόμενης εταιρίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά ……., πλην όμως, η εναγόμενη εταιρία, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ακύρωσε το ως άνω προγραμματισμένο ραντεβού τους, επικαλούμενη επείγουσα επαγγελματική απασχόληση του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης, …………, σε έτερη υπόθεση (απαγόρευση απόπλου του οχηματαγωγού πλοίου «PL», από το λιμένα της Μισράτα της Λιβύης, το οποίο βρισκόταν υπό μακροχρόνια ναύλωση από αλλοδαπή εταιρία του ομίλου του ……….. «…………»), αφού η κύρια απασχόλησή του είναι η ναυτιλία, δεδομένου ότι είναι εφοπλιστής. Εξάλλου, η εναγόμενη στις 05-06-2020 προχώρησε σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, στο ύψος του τιμήματος (335.000 ευρώ) και του ΦΜΑ (10.000 ευρώ).  Ακολούθως, η  ενάγουσα επιμελήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της τον προγραμματισμό νέας συνάντησης προς υπογραφή του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, αποστέλλοντας μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 29-06-2020 στην πληρεξούσια δικηγόρο της εναγόμενης, με το οποίο ζητούσε την υπογραφή του μέχρι την 1η-07-2020, για το λόγο ότι την ανωτέρω ημερομηνία έληγε το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ που αφορούσε το ακίνητο, οπότε η μη υπογραφή του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου θα οδηγούσε στην ανάγκη έκδοσης νέου πιστοποιητικού και σε ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση, πλην όμως η εναγόμενη δεν επικοινώνησε με την ενάγουσα, αφού ο νόμιμος εκπρόσωπός της αδυνατούσε να παρευρεθεί την ανωτέρω ημερομηνία, καθώς πρωταρχικό ζήτημα για αυτόν ήταν η άρση της απαγόρευσης απόπλου του ανωτέρω πλοίου, ευρισκόμενος σε συνομιλίες μεταξύ άλλων με τους δικηγόρους και τις αρμόδιες αρχής της Λιβύης, με συνέπεια να αδυνατεί να παρευρεθεί όλο το ανωτέρω διάστημα προς υπογραφή του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου. Στη συνέχεια η ενάγουσα με την από 23-07-2020 ηλεκτρονική της επιστολή προς την εναγόμενη, ζήτησε να οριστεί νέα ημερομηνία υπογραφής του ως άνω προσυμφώνου, το αργότερο μέχρι τις 28-07-2020, αναφέροντας ότι τυχόν άρνηση σχετικά με τον ορισμό νέας ημερομηνίας υπογραφής θα είναι αντίθετη με τα μέχρι τότε συμφωνηθέντα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτά, ακολούθως στις 28-07-2020  με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η εναγόμενη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ενημέρωσε την ενάγουσα, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπό της ήταν στο εξωτερικό και όταν θα επέστρεφε να ήταν σε θέση να ορίσουν νέα ημερομηνία για την υπογραφή του προσυμφώνου, επισημαίνοντάς της ότι η αρχική και μεγαλύτερη καθυστέρηση της όλης διαδικασίας οφειλόταν σε βασικά γραφειοκρατικά ζητήματα που δεν είχαν διευθετηθεί από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ενώ η αγοραπωλησία θα μπορούσε να είχε ολοκληρωθεί ήδη από τα τέλη του έτους 2019, καθώς η αγοράστρια ήταν έτοιμη ήδη προς τούτο, ζητούσε δε την κατανόησή της προκειμένου να αναμείνει την επιστροφή του ……….. και να οριστεί νέα ημερομηνία υπογραφής του. Στη συνέχεια, κατόπιν συνεννόησης των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων ορίστηκε ως ημερομηνία υπογραφής η 20η-08-2020, πλην όμως στις 19-08-2020 η εναγόμενη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ακύρωσε πάλι τη συνάντησή τους προς υπογραφή του εν λόγω προσυμφώνου, επικαλούμενη ότι ο διαχειριστής της …………… λόγω προβλήματος υγείας δεν είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, καθώς και ότι θα την ενημέρωνε αμέσως μόλις είχε νεότερη πληροφόρηση, η δε ενάγουσα απέστειλε στην εναγόμενη στις 24-08-2020 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το οποίο ζητούσε να υπογραφεί το εν λόγω προσύμφωνο μέχρι τις 29-08-2020, για το λόγο ότι η βεβαίωση εξόφλησης Τ.Α.Π. του επίδικου ακινήτου έληγε στις 30-08-2020, και σε αντίθετη περίπτωση, αυτή (ενάγουσα) θα θεωρούσε οριστικά ότι η αγοράστρια εταιρία-εναγόμενη δεν ενδιαφέρεται πλέον για την αγορά του ακινήτου, ότι τα μέχρι τότε συμφωνηθέντα μεταξύ των συμβαλλομένων πλευρών και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτά έχουν αθετηθεί και ότι σε μια τέτοια περίπτωση, η κατάσταση που θα διαμορφωθεί μετά τις 30-08-2020 θα συνιστά για την πωλήτρια εταιρία -ενάγουσα υπέρμετρη, επαχθή και δυσανάλογη δέσμευση του πωλούμενου ακινήτου, την οποία η πωλήτρια δεν θα  έχει  λόγο  ν’ανεχθεί  περαιτέρω.  Πλην όμως  η ενάγουσα  ήδη  είχε έρθει  σε συμφωνία εκμίσθωσης του επίδικου ακινήτου, γεγονός για το οποίο ουδόλως ενημέρωσε την εναγόμενη, όπως δε προκύπτει από την υπ’αριθμόν ……../2021 Δήλωση Τρίτου και δη της μισθώτριας εταιρίας  με την επωνυμία «………….», η τελευταία δήλωσε ότι ενάγουσα δυνάμει του από 20-08-2020 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης που είχε συνυπογράψει με την ανωτέρω εταιρία, είχε εκμισθώσει το επίδικο ακίνητο σε αυτή για το χρονικό διάστημα από 01-09-2020 έως 31-08-2026, αντί μηνιαίου μισθώματος [1.500] ευρώ για το χρονικό διάστημα από 01-09-2020 έως 31-08-2023, οπότε και αυτό συμφωνήθηκε να αναπροσαρμοστεί με γραπτή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, απορριπτομένου του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι το εν λόγω συμφωνητικό είχε υπογραφεί στις 03-09-2020, καθώς από το αντίγραφο του συμφωνητικού αυτού που προσκόμισε μετ’επικλήσεως η ενάγουσα, φαίνεται να έχει τεθεί χειρόγραφα η ημερομηνία υπογραφής του, χωρίς να προκύπτει με ασφάλεια ότι είναι και η πραγματική, αυτή δηλαδή που αναφέρεται στο πρωτότυπο, γεγονός που αρνείται η εναγόμενη (δηλ. ότι είναι η πραγματική ημερομηνία υπογραφής), και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ανωτέρω δήλωση της μισθώτριας εταιρίας, ούτε εξάλλου προσκομίζεται αντίγραφο της ανάρτησης της μίσθωσης αυτής στο taxisnet, από το οποίο θα μπορούσε να προκύψει η πραγματική ημερομηνία υπογραφής του και δη ότι είναι αυτή που ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ως εκ τούτου, αποκλειστικά υπαίτια για τη ματαίωση του οριστικού συμβολαιογραφικού προσυμφώνου αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου αλλά και του οριστικού συμβολαίου είναι η ενάγουσα, η οποία παρά τις επανειλημμένες καθυστερήσεις τακτοποίησης των νομικών ελαττωμάτων του επίδικου ακινήτου, τη θεραπεία των οποίων ανέμενε η εναγόμενη σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η ίδια δεν ανέμενε την επιστροφή του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης από το εξωτερικό προκειμένου να ορίσουν νέα ημερομηνία υπογραφής του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, αλλά έθεσε στην τελευταία καταληκτική ημερομηνία ενώ γνώριζε ότι ο ανωτέρω θα απουσίαζε και δεν επιθυμούσε να ορίσει πληρεξούσιο για την υπογραφή του και ενώ είχε ήδη συμφωνήσει την εκμίσθωση αυτού στην προαναφερόμενη εταιρία. Ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν δικαιούται δαπάνες ύψους [2.298] ευρώ, που ισχυρίζεται ότι συνδέονται με την υπό διαπραγμάτευση αγοραπωλησία του επίδικου ακινήτου ούτε και διαφυγόντα κέρδη ύψους [50.000] ευρώ, που ισχυρίζεται ότι αυτή απώλεσε από την απόκρουση ευνοϊκότερης προσφοράς για την πώληση του εν λόγω ακινήτου με υψηλότερο τίμημα. Σημειωτέον ότι πολεοδομικά το επίδικο ακίνητο δεν ήταν τακτοποιημένο αφού η κατάθεση στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο της υπ’αριθμόν ……/01-10-2020 Διορθωτικής Πράξης Εφαρμογής του Προϊσταμένου Περιφέρειας έγινε στις 13-10-2020, ήτοι [10] μήνες από την αρχικώς τεθείσα ημερομηνία υπογραφής του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου και [9] μήνες από την ημερομηνία υπογραφής οριστικού συμβολαίου, συνεπώς ακόμη και αν είχε υπογραφεί το προσύμφωνο μέχρι τις 29-08-2020 [και δεν είχε υπογραφεί εν τω μεταξύ το ως άνω συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης],  δεν θα είχε υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο πριν τις 13-10-2020, αλλά μεταγενέστερα, γεγονός που γνώριζε η ενάγουσα ότι δηλαδή εκκρεμούσε η έκδοση και κατάθεση της ανωτέρω Διορθωτικής Πράξης, πλην όμως αυτή έσπευσε να θέσει καταληκτική ημερομηνία στην εναγόμενη για την υπογραφή του επίδικου προσυμφώνου, την οποία ούτε η ίδια τήρησε, από υπαιτιότητά της, αφού προέβη στην ως άνω εκμίσθωση, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Ακολούθως, η εναγόμενη με το από 23-10-2020 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς την ενάγουσα, αφού διαμαρτυρήθηκε για την ανωτέρω μίσθωση και για το γεγονός ότι σε επανειλημμένες ερωτήσεις της δεν έλαβε καμία απάντηση, ανακοίνωσε ότι αποσύρει το ενδιαφέρον της για την αγορά του εν λόγω ακινήτου και ζήτησε να της επιστραφεί η προκαταβολή των 6.500 ευρώ μέχρι τις 27-10-2020, εν συνεχεία με το από 11-11-2020 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της πληρεξούσιας δικηγόρου της προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας, αφού ανέφερε ότι ο τελευταίος τη διαβεβαίωσε ότι θα επανερχόταν με αντιπρόταση για το ζήτημα της επιστροφής του ανωτέρω ποσού πλην όμως δεν έγινε καμία αντιπρόταση, τον ενημέρωσε ότι αν η ενάγουσα δεν κατέθετε το ανωτέρω ποσό μέχρι τις 13-11-2020 στον τραπεζικό λογαριασμό  που της είχε υποδείξει με αιτιολογία «επιστροφή προκαταβολής», θα προχωρούσε στη δικαστική του διεκδίκηση. Επιπλέον, στις 18-11-2020 της κοινοποίησε την από 17-11-2020 εξώδικη διαμαρτυρία και όχλησή της με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την αντισυναλλακτική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της ενάγουσας, και δη την εκμίσθωση του ακινήτου ενώ γνώριζε ότι η αγοράστρια προόριζε το επίδικο ακίνητο για κατοικία, και ενώ δεν είχε ακόμη διευθετήσει τα νομικά του ελαττώματα, τα  οποία  ανέκυπταν  διαδοχικά  για  χρονικό διάστημα  ενός  σχεδόν έτους  από  την προκαταβολή του ως άνω ποσού, ζητούσε την επιστροφή του ποσού αυτού των 6.500 ευρώ εντός τριών ημερών από την επίδοση της εξώδικης όχλησης. Στη συνέχεια, κατόπιν της από 08-02-2021 αιτήσεώς της η εναγόμενη πέτυχε την έκδοση της υπ’αριθμόν …./2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που διέτασσε την ενάγουσα να της καταβάλλει το ποσό των 6.500 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ενώ η τελευταία (ενάγουσα) κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και της από 08-04-2021 επιταγής προς πληρωμή που τέθηκε κάτω από αντίγραφο του α’ εκτελεστού απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής, άσκησε την από 08-04-2021 (αρ.εκθ.καταθ………/2021) ανακοπή της, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής και την επισπευδόμενης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επί της ανακοπής αυτής  εκδόθηκε η 69/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που την απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ουσίαν και επικύρωσε την βαλλόμενη διαταγή πληρωμής και την από 08-04-2021 επιταγή προς πληρωμή, η δε ενάγουσα άσκησε την από 02-02-2022 έφεσή της κατά της ανωτέρω αποφάσεως επί της οποίας εκδόθηκε η 1024/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ουσίαν την ως άνω έφεση. Ακολούθως, η εναγόμενη κοινοποίησε στις 27-05-2021 στη μισθώτρια εταιρία με την επωνυμία «…………….» την υπ’αριθμόν ……./2021 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας με το από 27-05-2021 κατασχετήριο έγγραφό της επέβαλε  εις χείρας της ως άνω εταιρίας ως τρίτης αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της ενάγουσας για το συνολικό ποσό των [6.941,44] ευρώ και συντάχθηκε η υπ’αριθμόν ……/03-06-2021 Δήλωση Τρίτου από την ανωτέρω μισθώτρια εταιρία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη του απόφαση δέχθηκε ότι   αποκλειστικά υπαίτια για τη ματαίωση υπογραφής του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου και συνακόλουθα της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου είναι η εναγόμενη και για το λόγο αυτό οφείλει στην ενάγουσα για δαπάνες που συνδέονται με την υπό διαπραγμάτευση αγοραπωλησία του επίδικου ακινήτου το συνολικό ποσό των [2.298] ευρώ,  εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις γενόμενου δεκτού του πρώτου λόγου της υπό στοιχείο [Β] εφέσεως ως βάσιμου, ενώ παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου εφέσεως (ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας στην επέλευση της ζημίας της) και απορριπτόμενου του πρώτου λόγου ως προς το δεύτερο σκέλος του της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως ως αβάσιμου. Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της. Τα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης (άρθρα 183, 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ   ΤΟΥΣ   ΛΟΓΟΥΣ   ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την 23-04-2021 (αριθμ.εκθ.καταθ. …………/18-06-2021) αγωγή.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης (εφεσίβλητης-εκκαλούσας) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας στην ενάγουσα (εκκαλούσα-εφεσίβλητη), τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους,  παρουσία  και  της  Γραμματέως  στις  17.9.2026

        Η   ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                   Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ