ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 615/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2o Τμήμα)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στη ……. Αττικής, με ΑΦΜ ….., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Κατσαράκη (Α.Μ Δ.Σ Ιωαννίνων …..), με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης ……….. η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεόδωρου Τσαγιάννη (Α.Μ Δ.Σ.Α …………), με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε σε βάρος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 10/3/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2024 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 5/2/2025, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 3193/2025 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, η ενάγουσα άσκησε την από 8/9/2025 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2025 και β) δικογράφου …………/2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8/9/2025 έφεση της ενάγουσας, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2025 και β) δικογράφου ………/2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 3193/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 10/3/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2024 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 18/9/2025, ήτοι εντός 2 ετών από την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, που έλαβε χώρα στις 10/7/2025 (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, ως ίσχυε προ της τροποποίησης του από το άρθρο 43 Ν.5221/2025), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).
Α. Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, αξίωση δε αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση, δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομα στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων ταυ για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διατάξεως που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Β. Εξάλλου, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας του πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άυλα αγαθά. Επομένως στις περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, για το ορισμένο της αγωγής του, απαιτείται αυτό να επικαλείται και στη συνέχεια να αποδεικνύει, την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζομένων σε αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή και γενικά το εμπορικό τούς μέλλον (ΑΠ 126/2024, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1048/2020, ΑΠ 704/2017, sakkoulasonline.gr).
Γ. Τέλος, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, με την υπεξαίρεση. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως (άρθρο 375 ΠΚ) απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται, στον ΑΚ. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα κατ’ είδος ορισμένα πράγματα που παραδόθηκαν στον θεματοφύλακα προς φύλαξη, ο οποίος οφείλει να τα αποδώσει στον παρακαταθέτη όταν του ζητηθούν ή με την εντολή να τα παραδώσει σε τρίτο και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή τους (άρθρο 827 ΑΚ). Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο με δόλια προαίρεση, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στην περιουσία του (ΕφΑθ 2531/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά την εκτέλεση της σύμβασης είναι δυνατόν να ανακύψει αδικοπραξία των αντισυμβαλλομένων έναντι αλλήλων, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη είναι υπαίτια και παράνομη και χωρίς τη συμβατική σχέση (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 895/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η υποχρέωση για αποζημίωση από αδικοπραξία υφίσταται και στην περίπτωση, κατά την οποία, ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον, υπόκειται σε ποινικές κυρώσεις για την παρ’ αυτού τελεσθείσα ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη, υπό την προϋπόθεση, ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο παραβιασθείσα διάταξη έχει τεθεί για προστασία όχι μόνο του γενικού, αλλά και του ατομικού συμφέροντος, όπως είναι η αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει τη σχετική αξίωσή του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία είτε επιβοηθητικά και στις δύο (ΑΠ 1801/2014, ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 878/2011, ΑΠ 347/2010, ΑΠ 1120/2005, ΑΠ 776/2004, ΑΠ 1600/2002, ΑΠ 212/2000, Νόμος). Αν ο ενάγων δεν καθορίσει σειρά επικουρικότητας, το δικαστήριο μπορεί να αρχίσει την έρευνα από οποιαδήποτε βάση θέλει (ΕφΑθ 508/2024, ΕφΠατρ 257/2009, Νόμος).
Με την υπό κρίση αγωγή της, η ενάγουσα εκθέτει ότι συστάθηκε με το από 8.11.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, με σκοπό τη σύσταση και λειτουργία οδοντιατρείου για τη διάγνωση, πρόληψη και θεραπεία στοματικών και οδοντιατρικών παθήσεων και την παροχή παντός είδους οδοντιατρικής – ορθοδοντικής περίθαλψης και παροχής υπηρεσιών. Ότι ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής της είναι ο ορθοδοντικός ………….., με ποσοστό 70% και εταιρικό μερίδιο 7.000 ευρώ, ενώ η εναγομένη είναι ετερόρρυθμος εταίρος της με ποσοστό 30% και εταιρικό μερίδια 3.000 ευρώ. Ότι η έδρα της είναι στη ….. όπου βρίσκεται το εταιρικό της κατάστημα, ενώ έχει ιδρύσει και δύο υποκαταστήματα, ένα στο …. Αττικής από τις 17.7.2013 και ένα στον ….. Πειραιά από 11.5.2018. Ότι παρότι διαχειριστής της ορίσθηκε ο …………, εν τοις πράγμασι οικονομική διαχειρίστρια της εταιρείας από τη σύσταση της, υπήρξε η εναγομένη, ο δε ………, είχε αναλάβει την επιλογή οδοντιάτρων και ορθοδοντικών, του κατάλληλού προσωπικού για τη στελέχωση των οδοντιατρείων της εταιρείας, των προμηθευτών, την επιλογή των ορθοδοντικών υλικών κλπ. Ότι η εναγομένη ήταν επιφορτισμένη με την διευθέτηση των οικονομικών υποχρεώσεων της εταιρείας ήτοι, τη συνεργασία με το λογιστικό γραφείο που επιμελείται των υποθέσεων της εταιρείας, την πληρωμή των μισθών των εργαζομένων, την καταβολή των εργοδοτικών εισφορών κλπ, την επικοινωνία με τις προμηθεύτριες εταιρείες για τις παραγγελίες των ορθοδοντικών υλικών και την πληρωμή αυτών, την πληρωμή των μισθωμάτων των οδοντιατρείων, την εξόφληση λογαριασμών κοινής ωφέλειας και οτιδήποτε άλλα είχε σχέση με τις οικονομικές συναλλαγές της εταιρείας. Ότι για το λόγο αυτό, είχε στην κατοχή της, την υπ’ αριθ. ……….. Business Debit Visa κάρτα αναλήψεων της Τράπεζας Πειραιώς, που εκδόθηκε στο όνομα του ……., η οποία είναι συνδεδεμένη με τον επαγγελματικό λογαριασμό της εταιρείας με ΙΒΑΝ …………., στον λογαριασμό, δε, αυτό είναι συνδεδεμένα και τα τερματικά πληρωμών (pos) και των τριών οδοντιατρείων της (…, …., ……). Ότι ο ανωτέρω ομόρρυθμος εταίρος αμείβεται σε μετρητά για την προσωπική του εργασία, ως ορθοδοντικός, για κάθε μέρα απασχόλησης του σε κάθε ένα από τα οδοντιατρεία, ήτοι με ποσό το οποίο, είναι πάντοτε ανάλογο των ασθενών που προσέρχονται τη συγκεκριμένη ημέρα απασχόλησης του και των εισπράξεων, αφαιρουμένων των πάγιων δαπανών του εκάστοτε οδοντιατρείου. Ότι κατά μέσο όρο ο ανωτέρω απασχολείται τρεις (3) ημέρες το μήνα στο οδοντιατρείο στην …, τρεις (3) ημέρες στο …… και μία (1) στον ….. Ότι το συνολικό ποσό σε μετρητά, που, κατά μήνα, λάμβανε δεν ξεπερνά, κατά μέσο όρο, το ποσό των 700 ευρώ …. ……, 400 – 450 ευρώ στο …… και 250 ευρώ στον …., ποσά, όμως, που πολύ συχνά δεν ελάμβανε, καθώς έπρεπε να καλυφθούν τρέχουσες υποχρεώσεις είτε της έδρας, είτε κάποιον εκ των υποκαταστημάτων της. Ότι η εναγομένη μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2020 απασχολούνταν με την ιδιότητα της ετερόρρυθμης εταίρου, όποτε και αν προέκυπτε ανάγκη απασχόλησής της ως βοηθού ορθοδοντικής σε κάποιο από τα οδοντιατρεία, αμείβονταν με το ποσό των 50 ευρώ σε μετρητά κάθε φορά. Ότι από τον Οκτώβριο του 2020 η εναγομένη είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης και ελάμβανε τον μηνιαίο μισθό της, ο οποίος το καλοκαίρι του 2023, ανέρχονταν 625 περίπου ευρώ καθαρά, ενώ τον Σεπτέμβριο τον έτους 2023, χωρίς τη γνώση και τη συγκατάθεση τον ομορρύθμου εταίρου της, ο μηνιαίος μισθός της αυξήθηκε στο ποσό των 1.014 ευρώ μικτά και 825,74 ευρώ καθαρά. Ότι στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης διανέμονταν μεταξύ των εταίρων τα κέρδη της εταιρείας ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στα κέρδη και τις ζημιές. Ότι η εναγομένη, όμως, από πρόθεση, καταχρώμενη την ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των εταίρων, λόγω της αναφερόμενης προγενέστερης πολυετούς συνεργασίας τους, υπεξαιρούσε κατ’ εξακολούθηση χρήματα από τον επαγγελματικό λογαριασμό, χρησιμοποιώντας την ανωτέρω κάρτα που μόνο η ίδια, είχε στα χέρια της, για ίδιον όφελος, αφενός με την μορφή αγορών, πραγματοποιώντας δαπάνες που ουδόλως δικαιολογούνται και δεν ήταν για τις ανάγκες της εταιρείας, και αφετέρου με τη μορφή αναλήψεων, δήθεν, για την πληρωμή των κατά μήνα υποχρεώσεων της εταιρείας. Ότι για τα ανωτέρω περιστατικά έλαβε γνώση τυχαία, ο ομόρρυθμος εταίρος και στις 20.11.2023, της ζήτησε να του παραδώσει την κάρτα αναλήψεων και της παρέδωσε το αντίγραφο των αναλυτικών κινήσεων του επαγγελματικού λογαριασμού αυτής που είχε ήδη λάβει στα χέρια του από την τράπεζα, ενώ της ζήτησε επιπλέον, να τεθεί σε άδεια, προκειμένου να πραγματοποιηθεί οικονομικός έλεγχος. Ότι η εναγομένη του παρέδωσε την κάρτα, παρέλαβε τα αντίγραφα των κινήσεων του λογαριασμού που της παρέδωσε και αποχώρησε χωρίς ουδόλως να αρνηθεί τα καταλογιζόμενα σε αυτήν. Ότι αμέσως μετά την αποχώρηση της εναγόμενης, γνωστοποιήθηκε στον ομόρρυθμο εταίρο, από την γραμματέα του οδοντιατρείου στη …., ότι η εναγομένη, από τα ποσά που ελάμβανε ο ομόρρυθμος εταίρος, σε μετρητά, για την προσωπική του εργασία, κάθε φορά και η ίδια αξίωνε και λάμβανε, επίσης σε μετρητά, ποσό αντίστοιχο του ποσοστού συμμετοχής της στην εταιρεία (30%), επιπλέον του ποσού των 50 ευρώ που ελάμβανε για τις κάθε φορά προσφερόμενες υπηρεσίες της στο οδοντιατρείο στη ….. Ότι, τουλάχιστον, για το κατάστημα στη …, η εναγομένη λάμβανε μηνιαίως, χωρίς να το δικαιούται, κατά μέσο όρο το ποσό των 210 ευρώ (700 ευρώ η μηνιαία αμοιβή τον ομορρύθμου εταίρου x 30%), επιπλέον του μισθού της και των προς διανομή μεταξύ τους κερδών κατά την τελευταία πενταετία, ήτοι από 1-1-2019 μέχρι 31-10-2023, και συνολικά η εναγομένη, κατάφερε να αποσπάσει για το παραπάνω χρονικό διάστημα, τουλάχιστον το ποσό των (210 ευρώ x 11 μήνες το χρόνο x 4 χρόνια = 9.240 ευρώ + 1.890 ευρώ για 9 μήνες του 2023 =) 11.130 ευρώ. Ότι σύμφωνα με τον διενεργηθέντα έλεγχο του λογιστικού γραφείου του …………….., οι αγορές με κάρτα δεν φαίνεται να σχετίζονται με δαπάνες της εταιρείας και δεν έχουν καταχωρηθεί στα επίσημα στοιχεία της εταιρείας, ενώ από τον εν λόγω έλεγχο προέκυψε ότι συνολικά, από 1-1-2019 μέχρι 31-10-2023, οι αγορές με κάρτα ανέρχονται στο ποσό των 20.368,74 ευρώ, ενώ οι αναλήψεις μετρητών σε 65.116,40 ευρώ. Ότι η εναγομένη υπεξαιρούσε κατ’ εξακολούθηση διάφορα ποσά, και εντέλει εισέπραξε για λογαριασμό της, εν αγνοία της εταιρείας, είτε με τη μορφή προσωπικών αγορών μέσω της επαγγελματικής κάρτας της εταιρείας, που είχε στην κατοχή της, είτε με τη μορφή αναλήψεων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 μέχρι την 31-10-2023 τουλάχιστον το συνολικό ποσό των 31,489,73 ευρώ. Ότι, επιπλέον, η εναγομένη, είχε δώσει τα στοιχεία του προσωπικού της λογαριασμού σε μητέρα ασθενή του υποκαταστήματος στον ……., προκειμένου εκείνη να καταθέτει χρήματα, έναντι της συνολικής αμοιβής για την ορθοδοντική θεραπεία του τέκνου της, στον οποίο κατατέθηκε ποσό 600 ευρώ, το οποίο επίσης παρακράτησε παρανόμως, όπως και το ποσό των 415 ευρώ που είχε στα χέρια της σε μετρητά για την πληρωμή διαφόρων υποχρεώσεων που αφορούσαν στη λειτουργία της εταιρείας, κατά την ημέρα της αποπομπής της. Ότι εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς της εναγομένης, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, καθώς τέθηκε σε κίνδυνο η εμπορική της πίστη, η επαγγελματική της υπόληψη και φήμη και γενικά το εμπορικό της μέλλον, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενη επικουρικά, για το ποσό των 32.504,73 ευρώ, τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ως άνω ποσό των 32.504,73 ευρώ, καθώς και το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 3193/2025 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, μόνο ως προς το κονδύλιο των 20.368,74 ευρώ που αφορά τις αγορές με κάρτα καθώς και εν μέρει για πόσο 2.000 ως αποζημίωση λόγω της ηθικής βλάβης και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 22.368,74 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση της, η ενάγουσα προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση, μόνο κατά το μέρος αυτής που απέρριψε την αγωγή της, ήτοι ως προς τα κονδύλια των 11.130, 600 και 415 ευρώ καθώς και για την αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης πέραν της επιδικασθείσας και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, μόνο κατά το μέρος αυτής που απέρριψε την αγωγή της και να γίνει η τελευταία δεκτή.
Από την εκτίμηση των υπ’ αριθ. ΔΣΠ ΕΒ …, ΔΣΠ ΕΒ …. και ΔΣΠ ΕΒ …. από 19.7.2024 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ………….., αντίστοιχα, ενώπιον της δικηγόρου Πειραιά ………. (ΑΜ ΔΣΠ ….), τις οποίες νομίμως επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, εφόσον ελήφθησαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθ. …../15.7.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………..), (σημειωτέον δεν προσκομίζονται στο παρόν Δικαστήριο οι προσκομισθείσες πρωτοδίκως υπ’ αριθ. ΔΣΠ ΕΒ …../2024 και ΔΣΠ ΕΒ ……/2024 από 5.9.2024 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της ίδιας ως άνω δικηγόρου Πειραιά, τις οποίες νομίμως προσκόμισε πρωτοδίκως η ενάγουσα), όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ.1 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ.4 ΚΠολΔ), καθώς και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), πλην: α) των υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΣΑ ΕΒ …… και ΔΣΑ ΕΒ …….. από 22.7.2024 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ……….. και ……….. ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών ……… (ΑΜ ΔΣΑ ………..), τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη με τις προτάσεις της, χωρίς, όμως, να επικαλείται ούτε να προσκομίζει αποδεικτικό επίδοσης της απαιτούμενης κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ κλήσης της ενάγουσας προς λήψη τους (ας σημειωθεί ότι η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατ’ άρθρο 139 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το Δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στην περί τούτου βεβαίωση, εν προκειμένω της δικηγόρου, ενώπιον της οποίας έγινε η εξέταση των μαρτύρων, αφού αυτή δεν είναι αρμόδια για έναν τέτοιον έλεγχο – ΑΠ 68/2014, ΑΠ 1520/2013, ΑΠ 651/2012, ΑΠ 911/2010, areiospagos.gr) και οι οποίες, επομένως, δεν λαμβάνονται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρo 424 εδ. α’ ΚΠολΔ), και β) των προσκομιζόμενων φωτογραφικών απεικονίσεων γραπτών μηνυμάτων ιδιωτικών συνομιλιών, τα οποία εμπίπτουν στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης του άρθρου 444 αριθ. 2 ΚΠολΔ και συνακόλουθα εξομοιώνονται με ιδιωτικά έγγραφα παρότι τούτα δεν φέρουν υπογραφή με τη κλασσική του όρου έννοια (άρθρα 444 παρ.1 περ. γ’, 448 παρ.2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), καθώς, κατά την κρίση του πρωτοβάθμιου αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου, θεωρούνται παράνομα αποδεικτικά μέσα που προσβάλλουν το δικαίωμα της ελεύθερης επικοινωνίας, αφού προσκομίζονται μεν από τους διαδίκους, αλλά αφορούν συνομιλίες αυτών με τρίτα πρόσωπα, που δεν έχουν συναινέσει στη χρήση τούς, χωρίς να γίνεται επίκληση από τους διαδίκους ότι η χρήση τους παρίσταται απολύτως αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων τους, καθώς ο επιδιωκόμενος εκ μέρους τους σκοπός της προάσπισης των δικαιωμάτων τους παροχής δικαστικής προστασίας μπορεί, εν προκειμένω, να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα, (βλ. ΕφΑνΚρητ 100/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η εναγομένη απασχολούνταν από το έτος 1999 στο οδοντιατρείο – ατομική επιχείρηση του ………….., στη ………… Αττικής, με τον οποίο γνωρίσθηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών της σε ΙΕΚ οδοντοτεχνιτών στο οποίο ο τελευταίος δίδασκε. Σημειώνεται ότι δεν προσκομίζεται σύμβαση εργασίας μεταξύ των ανωτέρω, ενώ η αναγγελία της πρόσληψης της εναγομένης, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους έλαβε χώρα το έτος 2004. Η εναγομένη εργάσθηκε αρχικά ως γραμματέας και έπειτα και ως βοηθός οδοντιάτρου, ενώ λόγω των ικανοτήτων της, ο …………. της πρότεινε να συνεργασθούν και να συστήσουν μεταξύ τους εταιρεία. Έτσι, με το από 8.11.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάθηκε στις 11.1.2013 η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία «…………….» και με διακριτικό τίτλο «………….», με αντικείμενο τις οδοντιατρικές και ορθοδοντικές υπηρεσίες, στην οποία συμμετείχαν με ποσοστό 70% ο ορθοδοντικός ………….. και με ποσοστό 30% η εναγομένη, ενώ διαχειριστής της ενάγουσας ορίστηκε ο πρώτος. Το κύριο κατάστημα – οδοντιατρείο της ενάγουσας είναι στη ….., όπου βρίσκεται και η έδρα της, ενώ διατηρεί και δύο υποκαταστήματα, ένα στο ……. και ένα στον …….. Η διάρκειά της ενάγουσας ορίστηκε δεκαετής, με λήξη το έτος 2022, ενώ μετά τη λήξη της, η διάρκεια της παρατάθηκε αυτοδίκαια. Με το άρθρο 10 του από 8.11.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού ορίστηκε ότι «Κάθε χρηματικό ποσό που θα εισπράττεται από οποιονδήποτε εταίρο για λογαριασμό της εταιρείας, πρέπει μόλις εισπραχθεί να κατατίθεται αυθημερόν ή την επομένη στο ταμείο της εταιρείας», ενώ με το άρθρο 12 ορίστηκε ότι «Απολήψεις κερδών, κατ’ εξαίρεση της κανονικής διανομής, η οποία θα γίνεται στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης, μπορούν να γίνουν κάθε μήνα και εφόσον η Εταιρεία πραγματοποιεί εισπράξεις και κέρδη, μετά από απόφαση των εταίρων που θα λαμβάνεται κατά πλειοψηφία». Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι παρότι διαχειριστής της ενάγουσας ορίστηκε, ο …………., στην πραγματικότητα την διαχείριση των οικονομικών της ενάγουσας είχε ήδη από τη σύστασή της η εναγομένη, όπως τούτο συνομολογείται από τους διαδίκους. Ειδικότερα, η εναγομένη πλήρωνε όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας, τα ενοίκια, τα υλικά, τις μισθοδοσίες των υπαλλήλων, τις ασφαλιστικές τους εισφορές, καθώς και όποια άλλη δαπάνη. Προς το σκοπό αυτό, εξάλλου, η εναγομένη χρησιμοποιούσε και είχε στην κατοχή της, την υπ’ αριθ. . …….. Business Debit Visa κάρτα αναλήψεων της τράπεζας Πειραιώς, που είχε εκδοθεί στο όνομα του ……….., η οποία είναι συνδεδεμένη με τον επαγγελματικό λογαριασμό της ενάγουσας με ΙΒΑΝ ……….. Aποδείχθηκε, επίσης, ότι ο …….. προσέφερε στην ενάγουσα τις ορθοδοντικές υπηρεσίες του, για τις οποίες πληρωνόταν κάθε φορά, μετά το πέρας της εργασίας του, με μετρητά, ανάλογα με τις εισπράξεις και τις τρέχουσες υποχρεώσεις κάθε οδοντιατρείου, χωρίς όμως να προκύπτει τα ποσό που ο ανωτέρω λάμβανε μηνιαίως από τα οδοντιατρεία της ενάγουσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εργαζόταν πάντοτε με τον ………… σε όλα τα ιατρεία που ο τελευταίος προσέφερε τις υπηρεσίες του, τόσο της ενάγουσας, όσο και σε αυτά της ατομικής του επιχείρησης. Ήτοι, εργαζόταν στα οδοντιατρεία του ανωτέρω στη …….. και στον Ωρωπό, απασχολούνταν ως βοηθός και γραμματέας στο οδοντιατρείο της ενάγουσας στο ….. και ως βοηθός στα οδοντιατρεία της ενάγουσας στη ……. και στον ….., ενώ μία φορά το μήνα μετέβαινε με του ……… στην …… και μία ημέρα το μήνα στα ….., όπου ο τελευταίος προσφέρει ανεξάρτητες υπηρεσίες σε οδοντιατρεία τρίτων προσώπων. Για τη μετάβαση, δε, στην ……., οι ανωτέρω χρησιμοποιούσαν το αυτοκίνητο της εναγομένης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για τις ανωτέρω υπηρεσίες της, η εναγομένη πληρωνόταν με μηνιαίο μισθό, το ακριβές ύψος του οποίου δεν αποδείχθηκε, ούτε ο τρόπος καταβολής αυτού. Ειδικότερα, για τις υπηρεσίες της στην ενάγουσα, από τη σύστασή της μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2020, δεν προκύπτει η ύπαρξη σύμβασης εργασίας της εναγομένης, ενώ από τις 2.10.2020 δηλώθηκε η σύμβαση εργασίας της, αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης για 6 ώρες εβδομαδιαίως, με ημέρα απασχόλησης κάθε Παρασκευή από ώρα 14:00 έως 20:00, και ημερομίσθιο 93,60 ευρώ. Ακολούθως, δε, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2023 επήλθε τροποποίηση της σύμβασης εργασίας της εναγομένης, ως προς τις ημέρες απασχόλησής της και ως προς τον μισθό της, ο οποίος δηλώθηκε στο ποσό των 800 ευρώ περίπου μηνιαίως. Αποδείχθηκε επίσης ότι η εναγομένη αμειβόταν με μισθό κάθε μήνα και για την εργασία της στα ιατρεία της ατομικής επιχείρησης του ………….. στη ………. και στον …., καθώς επίσης ξεχωριστά για την εργασία της στα οδοντιατρεία στην …. και στο ……., πλην όμως δεν προσκομίζονται αυτοτελείς συμβάσεις εργασίας, ούτε προέκυψε ο συμφωνηθείς μισθός της για τις εν λόγω υπηρεσίες της. Λαμβανομένων, δε, υπόψη των υπηρεσιών της εναγομένης στα οδοντιατρεία τόσο της ενάγουσας, όσο και στα υπόλοιπα οδοντιατρεία στα οποία η εναγομένη παρείχε τις υπηρεσίες της, και της απουσίας συμβάσεων εργασίας που να καλύπτουν το σύνολο των παρεχόμενων υπηρεσιών της, συνάγεται ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ του …………. και της εναγομένης, η καταβολή ενός συνολικά μηνιαίου μισθού για τις υπηρεσίες της τελευταίας, το ακριβές όμως ύψος του οποίου, δεν αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, δεν προέκυψε η διανομή κερδών της ενάγουσας εταιρείας στους ανωτέρω εταίρους. Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι η μακρόχρονη κατά τα ανωτέρω συνεργασία μεταξύ του ………… και της εναγομένης ήταν απολύτως αρμονική μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2023, οπότε περιήλθαν σε γνώση του πρώτου οι κινήσεις μέσω της ανωτέρω κάρτας που κατείχε και χρησιμοποιούσε η εναγομένη, οι οποίες αφορούσαν αγορές που δεν σχετίζονταν με τη διαχείριση της ενάγουσας εταιρείας. Κατόπιν τούτου, ο ………….. ζήτησε από την εναγομένη να του παραδώσει την ως άνω κάρτα αναλήψεων που κατείχε, την οποία πράγματι αυτή παρέδωσε. Όσον αφορά τις οφειλές εκ της ανωτέρω κάρτας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν όλω την αγωγή της ενάγουσας και της επιδίκασε το αιτηθέν ποσό των 20.368,74 ευρώ, ενώ ως προς το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης απόφασης δεν έχει ασκηθεί έφεση. Περαιτέρω, η εναγομένη, στις 28.11.2023, κοινοποίησε στον …………, την από 25.11.2023 εξώδικη διαμαρτυρία της, με την οποία αρνήθηκε την κατηγορία της υπεξαίρεσης δηλώνοντας ότι «τα όποια ποσά είχα χρησιμοποιήσει για την κάλυψη δικών μου αναγκών/εξόδων ήταν χρήματα που βάσει της συμφωνίας μας δικαιούμουν να λαμβάνω ως αποδοχές μου καθ’ όσον οι δηλωμένες αποδοχές μου ήταν ένα μικρό ποσό των εν τοις πράγμασι συμφωνηθέντων αμοιβών που ελάμβανα όλα αυτά τα έτη. Την πρακτική αυτή ήτοι της ανάληψης μετρητών χρημάτων από τις εισπράξεις ήταν κάτι που και εσείς εφαρμόζατε μηνιαίως και μάλιστα πολύ σημαντικά ποσά», χωρίς όμως, με την ανωτέρω δήλωσή της, να αναφέρει το ύψος των συμφωνηθέντων μηνιαίων απολαβών της. Περαιτέρω, η μάρτυρας …………., γραμματέας του οδοντιατρείου της ενάγουσας στη ……, κατέθεσε ενόρκως ότι κάθε φορά που είχαν ιατρείο στη ….., έδινε σε μετρητά στην εναγομένη, κατόπιν αιτήματος της τελευταίας, ένα ποσό ανερχόμενο σε ποσοστό 30% του ποσού που την ίδια ημέρα λάμβανε ο ………….. και ειδικότερα 200 με 210 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο. Σύμφωνα με την ίδια ένορκη βεβαίωση, ο …………….. «Αν, για κάποιο λόγο, χρειαζόταν να πάρει επιπλέον χρήματα, για να καλύψει κάποιες προσωπικές ή οικογενειακές ανάγκες, τα ζητούσε από εμένα και πάντα μου έλεγε να τα σημειώσω, ώστε την επόμενη φορά που θα εργαζόταν να πάρει λιγότερα χρήματα ή και καθόλου». Προσκομίζονται, δε, από την ενάγουσα, χειρόγραφες σημειώσεις των μηνιαίων εξόδων του οδοντιατρείου στη …. της ως άνω γραμματέα, στην οποία αναφέρονται στη στήλη έξοδα, μεταξύ άλλων, ποσά που η γραμματέας κατέβαλε σε μετρητά στην εναγομένη, χωρίς, όμως, να προκύπτουν από τις εν λόγω σημειώσεις τα ποσά που την ίδια μέρα λάμβανε ο ………., ώστε να κριθεί εάν πράγματι η εναγομένη αξίωνε και δη αυθαιρέτως την καταβολή ποσοστού 30% του αντίστοιχου ποσού που καταβάλλονταν στον …………, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα. Ούτε, επιπλέον, προέκυψε η αιτία των καταβολών αυτών στην εναγομένη, ήτοι ότι επρόκειτο για ποσά που με δόλιο τρόπο απέσπασε η τελευταία, επιπλέον του μισθού της και των προς διανομή κερδών. Εξάλλου, ως ήδη αναφέρθηκε, δεν προέκυψε ο τρόπος καταβολής του μηνιαίου μισθού της εναγομένης, ούτε ότι οι εταίροι προέβαιναν σε διανομή κερδών. Αντίθετα από την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση προέκυψε ότι ο εκ των εταίρων ………….., ο οποίος, ως αναφέρθηκε, αμειβόταν σε μετρητά, λάμβανε ορισμένες φορές περισσότερα χρήματα σε περίπτωση που υπήρχε σχετική του ανάγκη, τα οποία συμψήφιζε με επόμενες αμοιβές του, εξ’ αυτού, δε, συνάγεται ότι οι συναλλαγές των εταίρων δεν εμφάνιζαν τυπικότητα, ούτε αποτυπώνονταν όλες στον εταιρικό λογαριασμό της ενάγουσας. Η, δε, εναγομένη, ως αναφέρθηκε, είχε την οικονομική διαχείριση των οδοντιατρείων της ενάγουσας, καταβάλλοντας η ίδια όλες τις δαπάνες, ενώ δεν αποδείχθηκε από την ενάγουσα, η οποία φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, ότι η εναγομένη έλαβε από 1.1.2019 έως 31.10.2023, σε μετρητά διάφορα ποσά, συνολικού ύψους 11.130 ευρώ, από το οδοντιατρείο της ….., τα οποία αφενός καταβλήθηκαν πέραν του μισθού της, και αφετέρου δεν διατέθηκαν για τες εταιρικές δαπάνες, αλλά αποσπάσθηκαν από αυτή, χωρίς να το δικαιούται, ως ποσοστά των αντίστοιχων μη αποδεικνυόμενων αμοιβών του ………….. Κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση απορρίπτοντας το αιτούμενο κονδύλιο των 11.130 ευρώ, απορριπτομένου παράλληλα και του πρώτου λόγου εφέσεως. Επιπλέον, ως προς το αξιούμενο με την αγωγή ποσό των 600 ευρώ που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς καταβλήθηκε από ασθενή στον προσωπικό λογαριασμό της εναγομένης, εν αγνοία του διαχειριστή της ενάγουσας, και ως προς το ποσό των 415 ευρώ που σύμφωνα με το αγωγικό δικόγραφο είχε στα χέρια της η εναγομένη, σε μετρητά για την πληρωμή υποχρεώσεων της ενάγουσας κατά την ημέρα της αποπομπής της από την ενάγουσα, αποδείχθηκαν τα εξής: Για λογαριασμό τον ασθενούς ………….., καταβλήθηκαν από τη μητέρα του τελευταίου διάφορα χρηματικά ποσά στον λογαριασμό με ΙΒΑΝ …………… με δικαιούχο την εναγομένη και συνδικαιούχο τη μητέρα της ………….., και ειδικότερα στις 2.11.2022 το ποσό των 300 ευρώ, στις 30.5.2023 το ποσό των 200 ευρώ, στις 13.9.2023 το ποσό των 200 ευρώ, στις 27.10.2023 το ποσό των 100 ευρώ και στις 21.3.2024 το ποσό των 100 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενα παραστατικά μεταφορών Τράπεζας Πειραιώς). Περαιτέρω, από το, προσκομιζόμενο από την ενάγουσα, αντίγραφο μεταφοράς του ποσού των 100 ευρώ στον εταιρικό λογαριασμό της ενάγουσας από τον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της εργαζόμενης στο οδοντιατρείο της ενάγουσας στο …., …………., στην οποία, όπως συνομολογείται από την ενάγουσα, η εναγομένη μετέφερε ποσό 100 ευρώ που είχε καταβληθεί από τον ως άνω ασθενή στον προσωπικό της λογαριασμό, σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη από την εναγομένη κίνηση του ως άνω προσωπικού της λογαριασμού, προκύπτει ότι αυτός χρησιμοποιούνταν συστηματικά από την εναγομένη για την εξόφληση των εταιρικών δαπανών της ενάγουσας και πληρωμές μισθοδοσίας καθώς και για πολλές από τις συναλλαγές που αφορούσαν τις εισπράξεις και δαπάνες της ενάγουσας εταιρείας δεν χρησιμοποιούνταν ο εταιρικός λογαριασμός της τελευταίας, αλλά οι προσωπικοί λογαριασμοί τόσο της εναγομένης όσο και άλλων εργαζομένων αυτής. Από, δε, τα ποσά που καταβάλλονταν στον ανωτέρω προσωπικό λογαριασμό της εναγομένης, η τελευταία, ως έχουσα την οικονομική διαχείριση της ενάγουσας, άλλα ποσά διέθετε προς πληρωμή των δαπανών της ενάγουσας, και άλλα επέστρεφε στον εταιρικό λογαριασμό, ως στην ανωτέρω περίπτωση όπου μετέφερε μέρος των εισπράξεων δια μέσω του προσωπικού λογαριασμού άλλης εργαζομένης. Ως προς δε το ποσό που της κατεβλήθη για τις ορθοδοντικές υπηρεσίες του ανωτέρω ασθενούς, αλλά και ως προς το ποσό των 415 ευρώ που, κατά την ενάγουσα, είχε εις χείρας της η εναγομένη, κατά τον χρόνο απόλυσής της, για την πληρωμή διάφορων υποχρεώσεων της ενάγουσας, οι οποίες ουδόλως εξειδικεύονται στην αγωγή, ούτε προέκυψε η μη καταβολή τούς, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη παρακράτησε τα χρήματα αυτά και δεν τα διέθεσε για τις εταιρικές υποχρεώσεις της ενάγουσας, τις οποίες η ίδια κάλυπτε. Σημειώνεται, ειδικότερα, ότι ουδόλως στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, αποδείχθηκαν τα ποσά που αντιστοιχούν στις εισπράξεις και τα έσοδα της ενάγουσας εταιρείας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ώστε, σε σύγκριση με τις αναφερόμενες στο από 12.12.2023 έγγραφο ελέγχου του λογιστή ……………, δαπάνες της ενάγουσας, στο οποίο δεν αναφέρονται οι αμοιβές του διαχειριστή και της εναγομένης, να προκύψουν τα ποσά που τυχόν δεν διατέθηκαν από την εναγομένη για την πληρωμή των υποχρεώσεων αυτών αλλά παρακρατήθηκαν από την ίδια. Επομένως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση απορρίπτοντας τα ως άνω κονδύλια, απορριπτομένου παράλληλα και του δεύτερου λόγου εφέσεως. Τέλος, αποδείχθηκε, ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, καθώς με την αποστέρηση του επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού των 20.368,74 ευρώ κλονίστηκε η οικονομική σταθερότητα της, με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη η φήμη της καθώς η καθαρή οικονομική της θέση παρουσιαζόταν μειωμένη κατά το υπεξαιρεθέν ποσό, ενώ προκλήθηκε στους τρίτους η εντύπωση ότι τελεί σε αδυναμία εσωτερικού ελέγχου των εταίρων της και των υποθέσεων της (ΑΠ 1312/2015, areiospagos.gr). Ενόψει, δε, όλων των συνθηκών που προσδιόρισαν την αδικοπραξία, περιλαμβανομένων του είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος της υπόχρεης, του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του δικαιούχου και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογη και σύμφωνη με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, η αποζημίωση για την ηθική βλάβη της ενάγουσας πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου παράλληλα και του τρίτου λόγου εφέσεως, με τον οποίο η ενάγουσα ζητούσε την αύξηση του ανωτέρω ποσού.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση της ενάγουσας, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η εκκαλούσα, στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 23 Σεπτεμβρίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ ΣΟΦΙΑ ΦΟΥΡΛΑΝΟΥ