ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 624 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος – αντεφεσίβλητου: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Κοκλιώτη, με δήλωση κατ΄άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης – αντεκκαλούσας: ……………, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Ραλλάτου.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη – αντεκκαλούσα, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας την από 19-6-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2015 αγωγή της, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Ειρηνοδικείο Σαλαμίνας εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 17/2019 οριστική απόφασή του (και αφού είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ΄αριθμ. 68/2017 μη οριστικής απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου που είχε διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης), με την οποία κήρυξε εαυτό καθ΄ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Το τελευταίο, στο οποίο η υπόθεση επαναφέρθηκε με την από 18-9-2019 και με αριθμ. κατάθ. ……………./2019 κλήση της ενάγουσας, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2306/2022 απόφαση, με την οποία δέχτηκε την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εναγόμενος με την από 22-11-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………../2022 έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ………../2025), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας. Επίσης, κατά της πιο πάνω απόφασης η ενάγουσα άσκησε προς το Δικαστήριο τούτο την από 27-3-2025 και με αριθ. καταθ. ………../2025 αντέφεσή της, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος – αντεφεσίβλητου δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, η δε πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης – αντεκκαλούσας παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση από 22-11-2022 έφεση και από 27-3-2025 αντέφεση, κατά της υπ` αριθμ. 2306/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 19-6-2015 αγωγής της εφεσίβλητης – αντεκκαλούσας, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1, 523 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, για την έφεση, η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης από την ενάγουσα στον εναγόμενο έγινε στις 24-10-2022 (βλ. την υπ΄αριθμ. ……..΄/24-10-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………….) και η κατάθεση του δικογράφου της έφεσης στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 22-11-2022, δηλαδή ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης. Ενώ, η αντέφεση, η οποία ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο και οι λόγοι της αφορούν στα κεφάλαια της εκκαλουμένης που προσβάλλονται με την έφεση και σε όσα συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, επιδόθηκε στον αντεφεσίβλητο στις 7-5-2025, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών πριν από τη συζήτηση της έφεσης (βλ. την υπ’ αριθμ. ……΄/7-5-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………….). Επομένως, η έφεση και η αντέφεση ασκήθηκαν παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικασθούν, καθόσον συντρέχουν προς τούτο οι από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ προβλεπόμενοι όροι της ταυτότητας διαδικασίας και της διευκόλυνσης διεξαγωγής της δίκης (ΑΠ 1407/2000, ΕλλΔνη 42.736), να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι, για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου της έφεσης, ο εκκαλών κατέθεσε το με αριθ. κωδ. ……………… e – παράβολο, κατ’ άρθρο 495 ΚΠολΔ.
Με την υπό κρίση αγωγή της, η ενάγουσα εκθέτει ότι δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……./18-12-1979 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της μητέρας της …………….ενώπιον της συμβολαιογράφου Αχαρνών ………………, νομίμως μετεγεγραμμένου στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό ……, κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου, ευρισκομένου στην θέση Αλώνια της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σαλαμίνας, εκτάσεως 283,50 τ.μ.. Ότι επί του ως άνω ακινήτου, ανήγειρε οριζόντια ιδιοκτησία με βάση το υπ’ αριθμ. …../2002 συμβόλαιο σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας …………….., στο οποίο περιγράφεται το ακίνητο της ενάγουσας επί της οδού ……….., ενταγμένο στο ΟΤ ……….., επιφάνειας ήδη 203,50 τ.μ., καθόσον τα υπόλοιπα 83,00 τ.μ. είχαν αφαιρεθεί από τον διανοιχθέντα δρόμο, ο οποίος τεμάχισε το οικόπεδο σε δύο τμήματα και από τον εναγόμενο, ο οποίος καταπάτησε την υπόλοιπη έκταση (ως εφαπτόμενη της ιδιοκτησίας του με τον κατωτέρω περιγραφόμενο τρόπο). Ότι δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……./15-4-1983 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ακινήτου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας ………, νομίμως μετεγεγραμμένου στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ….., ο ……………. (πατέρας της ενάγουσας) δώρησε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον καθένα από τους αδελφούς της, ………….. (εναγόμενο) και ………….., ένα οικόπεδο εντός σχεδίου πόλεως στη θέση ….. του Δήμου Σαλαμίνας, επί της οδού ………….. Ότι δυνάμει του υπ’ αριθμ. …../1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας ………., ο …………. μεταβίβασε το μερίδιο του (1/2) εξ αδιαιρέτου στον εναγόμενο, ο οποίος εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ……./1990 άδεια οικοδομής ισογείου ορόφου με αδιαμόρφωτο υπόστυλο χώρο και ανήγειρε οικοδομή εν μέρει επί του ακινήτου της ενάγουσας, καταπατώντας επιφάνεια 44,00 τ.μ. περίπου. Ότι ο εναγόμενος της επέτρεπε να το χρησιμοποιεί το πιο πάνω εδαφικό τμήμα ως χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου της και ως αποθηκευτικό χώρο, αποδεχόμενος ότι της ανήκε, πλην όμως το έτος 2014 τοποθέτησε αλυσίδα και λουκέτο στην είσοδο του τμήματος αυτού, άσκησε δε την από 21-4-2015 αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητούσε την απομάκρυνση των πραγμάτων της από τον επίδικο χώρο. Ότι η ίδια είναι κυρία του εδαφικού αυτού τμήματος με παράγωγο τρόπο (δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου) αλλά και με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας τις αναφερόμενες υλικές πράξεις που προσιδιάζουν σε κύριο από το έτος 1979 έως το 2014, που την απέβαλε ο εναγόμενος από τη νομή. Για τους λόγους αυτούς ζητεί να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί του προπεριγραφόμενου τμήματος και να της αποδοθεί η νομή του, άλλως επικουρικώς ζητεί να της καταβληθεί αποζημίωση 6.600 ευρώ, στην περίπτωση που κριθεί ότι δεν είναι δυνατή η απόδοση του τμήματος αυτού. Τέλος, ζητεί να καταδικασθεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2306/2022 οριστική απόφαση, με την οποία δέχτηκε την αγωγή, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα είναι πλήρης και αποκλειστική κυρία της επίδικης εδαφικής έκτασης τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.568,50 ευρώ. Τέλος επέβαλε στον εναγόμενο τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ήδη ο εναγόμενος και ζητεί, με τους λόγους έφεσής του, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε, εν τέλει, να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή. Κατά της ίδιας ως άνω εκκαλουμένης απόφασης, παραπονείται και η ενάγουσα – εφεσίβλητη και ήδη αντεκκαλούσα με την ασκηθείσα -με ιδιαίτερο δικόγραφο – αντέφεση, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι αφορούν τα αναγκαστικώς συνδεόμενα με την έφεση πληττόμενα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης και ζητεί να απορριφθεί η έφεση και να γίνει δεκτή η αντέφεσή της, ούτως ώστε να μεταρρυθμισθεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτό το κύριο αίτημα της αγωγής της περί απόδοσης της νομής του επίδικου ακινήτου στην ίδια. Τέλος ζητεί να καταδικαστεί ο αντεφισήβλητος στη δικαστική της δαπάνη.
Κατ’ άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με τον νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Συνεπώς, για να θεωρηθεί οποιαδήποτε αγωγή σαφής και ορισμένη, πρέπει να περιέχει σαφή και όχι ενδοιαστική έκθεση όλων των συγκεκριμένων περιστατικών που είναι παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος ειδικότερα, η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς συνάπτεται με την υποβολή ορισμένου αιτήματος και αποσκοπεί να καταστήσει δυνατή την ταυτότητα αυτού (ΑΠ 346/1988, ΝοΒ 37. 252, ΕφΑΘ 6600/2004, ΕλΔνη 2005.498). Η έλλειψη ή η ασαφής αναφορά των ανωτέρω, ήτοι η αοριστία της αγωγής, ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, διότι ανάγεται στην προδικασία που αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 438/2001, ΕλΔνη 43.381, ΑΠ 1363/1997, ΕλΔνη 39.325). Ειδικότερα επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου (άρθρο 1094 ΑΚ), οφείλει ο ενάγων να περιγράφει το επίδικο ακίνητο, μνημονεύων με λεπτομέρεια τη θέση, την έκταση, την ιδιότητα ως οικόπεδο, αγρός, κτίριο κτλ. και τα όριά του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του (ΑΠ 491/1995, ΕλΔνη 37.317, ΕφΠειρ 889/1996, ΕλΔνη 39.599). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικημένου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε, να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (Κ. Παπαδοπούλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, εκδ. 1989, παρ. 103, ΑΠ 560/1979, ΝοΒ 27.1599, ΕφΑΘ 2722/1996, Αρμ. ΝΑ 348). Το βάρος αυτό του ενάγοντος, ήτοι το να προσδιορίσει το αντικείμενο για το οποίο ζητεί έννομη προστασία, δεν μπορεί να μετατεθεί με οποιαδήποτε νομική αιτία ούτε στο στάδιο της απόδειξης, δηλαδή στους μάρτυρες, τους πραγματογνώμονες κλπ. ούτε πολύ περισσότερο στο δικαστήριο, ώστε το τελευταίο να αποφανθεί και περί του ποίο θεωρεί ο ενάγων ως επίδικο, ή πράγμα ισοδύναμο για ποιο δικαίωμα ο ενάγων ζητεί προστασία (ΕφΠειρ 239/1998, ΕλΔνη 39.887). Η άνωθεν αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπές εις άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα (ΕφΑΘ 910/1995, ΕλΔνη 38.916, ΕφΘεσ 278/1990, ΕλΔνη 31.1309), εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Ήτοι η περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 1182/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ-587611, ΑΠ 712/1993, ΕλΔνη 36.1993). Τα ίδια, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ισχύουν και επί αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, υπό στοιχείο 1, ο εκκαλών διαμαρτύρεται ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την αγωγή ως αόριστη, διότι δεν περιγράφεται επαρκώς το επίδικο ακίνητο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο εφετήριο, ούτε αναφέρονται οι υλικές πράξεις της ενάγουσας επί του ακινήτου με βούληση εξουσίασης αυτού επί εικοσαετία, ώστε να στοιχειοθετηθεί η επικαλούμενη έκτακτη χρησικτησία. Επιπλέον, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι δεν αναφέρεται το ΚΑΕΚ του επίδικου, δεν υπάρχει στο αγωγικό δικόγραφο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα, και ότι εντελώς αόριστα η ενάγουσα αναφέρει ότι χρησιμοποιούσε το ακίνητο ως πάρκινγκ, χωρίς όμως να προσδιορίζει τον χρόνο έναρξης και τη διάρκεια άσκησης του εν λόγω δικαιώματος. Ωστόσο, το επίδικο εδαφικό τμήμα προσδιορίζεται κατά θέση και όρια εντός του ευρύτερου ακινήτου με ΚΑΕΚ ………………. και περιγράφεται επαρκώς, καθόσον αναφέρονται η θέση αυτού, τα σύνορα, το εμβαδόν και οι πλευρικές διαστάσεις του. Από την περιγραφή δε του επίδικου ακινήτου ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για την ταυτότητά του, και, συνεπώς, η ένδικη αγωγή δεν πάσχει αοριστίας για τον λόγο αυτό. Το γεγονός ότι δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αφού με τον προσδιορισμό της θέσης του επίδικου μέσα στο ευρύτερο ακίνητο, δεν γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, ούτε αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση η επισύναψη στην αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος (ΑΠ 1182/2012, Νόμος). Επιπλέον, η ενάγουσα, όσον αφορά στον παράγωγο τρόπο κτήσης, αναφέρει τον αριθμό του συμβολαίου δυνάμει του οποίου απέκτησε εμπράγματα δικαιώματα επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, καθώς και τα στοιχεία της μεταγραφής αυτού στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου. Όσον αφορά δε στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης, η ενάγουσα επικαλείται μερικότερες υλικές πράξεις επί του εν λόγω εδαφικού τμήματος που ασκούσε από το έτος 1979 έως το έτος 2014, που αποβλήθηκε από τη νομή επί αυτού κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή. Συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης υπό στοιχείο 1 τυγχάνει απορριπτέος.
Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα της ενάγουσας και τη χωρίς όρκο κατάθεση του εναγόμενου, που περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της υπ’ αριθμ. 68/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας, από την από Μαΐου 2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού ………………….., που διενεργήθηκε δυνάμει της πιο πάνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας, καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες (ΑΠ 354/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 2, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……../18-12-1979 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Αχαρνών …………….., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στο τόμο …. και α.α. …., η ενάγουσα κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου, ευρισκομένου στη θέση «……..» της κτηματικής περιφερείας του δήμου Σαλαμίνας, εκτάσεως 283,50 τμ, εμφαινόμενο με τα αλφαβητικά στοιχεία α-β-γ-δ-α στο από Δεκεμβρίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ……………, προσηρτημένο στο ως άνω συμβόλαιο και συνορευομένου Ανατολικώς επί πλευράς α-β μέτρων 27,00 εν μέρει με ιδιοκτησία ……….. και ……….. και εν μέρει με ιδιοκτησία ………….., Δυτικώς επί πλευράς γ-δ ιδίου διαγράμματος μέτρων 27,00 εν μέρει με ιδιοκτησία ………….. και εν μέρει με καταπατηθείσα ιδιοκτησία κληρονόμων …… και …………., Βορείως επί πλευράς α-δ του αυτού διαγράμματος μέτρων 10,50 με ιδιοκτησία ……………. επί πλευράς β-γ ιδίου διαγράμματος μέτρων 10,50 με βουνό. Η ενάγουσα, απέκτησε το ως άνω ακίνητο με δωρεά από τη μητέρα της ………………. Επίσης, δυνάμει του με αριθμ. ……./15-4-1983 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ακινήτου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας ……………, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στο τόμο …. και α. α. …., ο …………… (πατέρας της ενάγουσας) δώρησε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους αδελφούς της, ……. (εναγόμενο) και ……….., ένα οικόπεδο, εντός σχεδίου πόλεως, στη θέση …….. του δήμου Σαλαμίνας, επί της οδού ………….., εμφαινόμενο με τα περιμετρικά στοιχεία Η Ζ Ε I Θ Η στο από Μαρτίου 1983 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ……………., προσηρτημένο στο ως άνω ίδιο συμβόλαιο, εκτάσεως 149,47 τ.μ. και συνορευόμενο Βορείως επί πλευράς ΗΖΕ συνολικού μήκους μέτρων 11,90 με εγκεκριμένη οδό πλάτους 6 μέτρων, (πρώην ιδιοκτησία δωρητού), Νοτίως επί πλευράς ΘΙ μήκους μέτρων 8,50 με εγκεκριμένη οδό πλάτους μέτρων 8, (πρώην ιδιοκτησία ιδίου δωρητού), Ανατολικώς επί πλευράς ΘΗ μήκους μέτρων 15,20 με ιδιοκτησία ……….. και Δυτικώς επί πλευράς ΕΙ μήκους μέτρων 14,80 με ιδιοκτησία ενάγουσας (ήτοι με το προπεριγραφόμενο οικοπέδό της). Ακολούθως, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……/1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας ……….., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στο τόμο …. και α.α. ….., ο …………… μεταβίβασε στον εναγόμενο το μερίδιό του στο ως άνω οικόπεδο. Μετά την απόκτηση της κυριότητας σε ποσοστό 100% επί του οικοπέδου αυτού, και κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενάγουσα βρισκόταν στο εξωτερικό με το σύζυγό της, ο εναγόμενος εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ……../1990 άδεια οικοδομής ισογείου ορόφου με αδιαμόρφωτο υπόστυλο χώρο, ανεγείροντας οικοδομή στο οικόπεδό του αλλά και σε ένα τμήμα του οικοπέδου της ενάγουσας, εντός του οποίου βρίσκεται η επίδικη εδαφική έκταση, επιφάνειας 43,79 τ.μ. η οποία περιγράφεται στο από Μαΐου 2018 διάγραμμα του πραγματογνώμονα μηχανικού με τα στοιχεία Β Β3 Β2 Β1. Μετά την έναρξη δε του κτηματολογίου στην πιο πάνω περιοχή της Σαλαμίνας το έτος 2006 το ακίνητο του εναγόμενου, το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ …………., ενσωμάτωσε σύμφωνα με τα κτηματολογικά φύλλα και τους κτηματολογικούς χάρτες και διαγράμματα την επίδικη εδαφική έκταση, που ανήκε στην ιδιοκτησία της ενάγουσας, καταχωρίσθηκε δε (το ακίνητο του εναγόμενου) με συνολική επιφάνεια 180 τ.μ. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι από το έτος 1992 νέμεται το επίδικο ακίνητο και έχει καταστεί κύριος, τόσο με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, όσο και της έκτακτης, δοθέντος ότι εμπεριέχεται στον τίτλο κτήσης του, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……./1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας …………., καθώς και στο ΚΑΕΚ, επιπλέον δε άνωθεν των επίδικων μέτρων έχει οικοδομήσει την κατοικία του, τα έχει δηλώσει στο Ε9 και χρησιμοποιούσε το επίδικο ως αποθηκευτικό χώρο. Πλην όμως όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και, κυρίως από την από Μαΐου 2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού …………… , η επίδικη ισόγεια αποθήκη – γκαράζ, εμβαδού 43,79 τ.μ. εμπεριέχεται εξ ολοκλήρου στον τίτλο της ενάγουσας έτους 1979, ενώ, αντίστοιχα, δεν εμπεριέχεται στους τίτλους του εναγόμενου ετών 1980, 1983. Εμπεριέχεται στο ΚΑΕΚ ……………. και στον τίτλο του εναγόμενου έτους 1992, για πρώτη φορά και καθ’ υπόδειξη ορίων από τον εναγόμενο, με αποτέλεσμα να θίγεται η ενάγουσα με αποζημίωση εμβαδού της κατά 45,44 τ.μ.. Επιπλέον, στο το από 9-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων, αναφέρεται, μεταξύ άλλων: «..ο δεύτερος των συμβαλλομένων (ήτοι ο εναγόμενος) υπόσχεται και αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην πρώτη των συμβαλλομένων την παραπάνω αποθήκη της ως άνω μονοκατοικίας, εμβαδού περίπου 44 τ.μ. (ήτοι το επίδικο), καθόσον η αποθήκη αυτή έχει ήδη οικοδομηθεί στα αντίστοιχα τετραγωνικά μέτρα του ομόρου οικοπέδου της πρώτης των συμβαλλομένων (ήτοι της ενάγουσας) και ο ίδιος ο δεύτερος συμβαλλόμενος είχε υποσχεθεί την μεταβίβασή της, προς έγκριση της άδειας ανέγερσης της ως άνω οικοδομής..». Πέραν τούτων, η ενάγουσα ουδέποτε αποβλήθηκε από τη νομή επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, εξακολουθούσε δε να ασκεί όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στο προορισμό του υλικές πράξεις νομής, καθόσον το χρησιμοποιούσε πλέον ως χώρο στάθμευσης (γκαράζ) του αυτοκινήτου της και ως αποθηκευτικό χώρο, το καθάριζε και είχε την επίβλεψη αυτού, το έκλεισε δε μεταγενέστερα και με κλειδαριά. Ωστόσο, ο εναγόμενος, το έτος 2014, αναίτια, τοποθέτησε δική του αλυσίδα και λουκέτο στην είσοδο του επίδικου, αμφισβητώντας το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας, στις 21-5-2015 δε επέδωσε σε αυτήν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η αποκλειστική νομή του επί του επίδικου ακινήτου του συνολικής επιφάνειας 44 τ.μ. και να υποχρεωθεί η ενάγουσα να απομακρύνει την οικοσκευή από το ως άνω ακίνητο του. Με την υπ’ αριθμ. 48/2015 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, πιθανολογήθηκε ότι η ενάγουσα κατέχει και νέμεται το επίδικο τουλάχιστον από το έτος 2007 και απορρίφθηκε η αίτηση του εναγόμενου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αποβολή της ενάγουσας από τη νομή επί της επίδικης έκτασης, έλαβε χώρα μόλις το έτος 2014 και όχι νωρίτερα, και δη από το έτος 1992, όπως αναπόδεικτα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης, υπό στοιχείο 2 με τον οποίο επαναφέρεται η ένσταση παραγραφής, στηριζόμενη στηριζόμενη στα άρθρα. 249 και 251 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος τυγχάνει και ο πρώτος λόγος έφεσης υπό στοιχείο 3, με τον οποίο ο εναγόμενος επαναφέρει την πρωτοδίκως προβαλλόμενη ένσταση ιδίας κυριότητας. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα νεμόταν την επίδικη εδαφική έκταση, δίχως οποτεδήποτε να ενοχληθεί κατά την άσκηση των δικαιωμάτων της, ασκώντας όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό αυτής, διαρκώς από το έτος 1979 έως και το έτος 2014, οπότε ο εναγόμενος την απέβαλε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Περαιτέρω, και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προβάλλεται με το υπό στοιχείο 4 του πρώτου λόγου έφεσης τυγχάνει απορριπτέα. Ειδικότερα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα καταχρηστικώς ασκεί την ένδικη αγωγή, καθόσον ο ίδιος έχει ανοικοδομήσει κτίσμα επί της επίδικης έκτασης ήδη από το έτος 1992-1993 και το έτος 2011, όταν η ενάγουσα του μεταβίβασε το όμορο οικόπεδο του επιδίκου, αναγνώρισε τα σύνορα της ιδιοκτησίας του και επομένως την κυριότητά του επί του επιδίκου. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί ουδόλως επιρρωνύονται από τα αποδεικτικά μέσα. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα με το υπ’ αριθμ. …./9-9-2011 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας ………. πώλησε στον εναγόμενο το με ΚΑΕΚ ……. οικόπεδο, εκτάσεως 103 τμ, το οποίο είχε στην κυριότητά της δυνάμει του προαναφερόμενου υπ’ αριθμ. ……../1979 συμβολαίου, το οποίο αποτελούσε το έτερο μισό του όλου οικοπέδου της, εκτάσεως 283τμ. Στο συμβόλαιο αυτό, αναφέρεται ότι η ενάγουσα θα πωλούσε και θα μεταβίβαζε στον εναγόμενο το ως άνω οικόπεδό της, το οποίο συνόρευε βορειοανατολικά επί πλευράς Β-Γ μήκους 14,59 μ με ιδιοκτησία εναγομένου με ΚΑΕΚ ….. Η αναφορά όμως αυτή ήταν τυπικά απαραίτητη, προκειμένου να ολοκληρωθεί η πώληση του πιο πάνω οικοπέδου, διότι κατά το κτηματολόγιο ιδιοκτήτης του όμορου του πωλούμενου οικοπέδου (δηλαδή του με ΚΑΕΚ ………) ήταν ο εναγόμενος και η περιγραφή έπρεπε να γίνει κατά τα εμφαινόμενα στους κτηματολογικούς χάρτες, χωρίς αυτό να συνεπάγεται οποιαδήποτε αποποίηση των εμπράγματων δικαιωμάτων εκ μέρους της ενάγουσας στο συγκεκριμένο κατά θέση και εμβαδό επίδικο εδαφικό τμήμα. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα είχε συμφωνήσει με τον εναγόμενο ότι θα εξακολουθήσει να έχει τη νομή επί της επίδικης αυτής έκτασης, την οποία ουδέποτε απώλεσε, παρά μόνο το έτος 2014, όταν ο εναγόμενος τοποθέτησε δική του αλυσίδα και λουκέτο στην είσοδο του επίδικου, αμφισβητώντας αναίτια το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας. Επομένως, ουδόλως η ενάγουσα ενέργησε καταχρηστικά, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο υπό κρίση λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο εκκαλών διαμαρτύρεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη. Ωστόσο, από το περιεχόμενο αυτής, αλλά και από το τελικό συμπέρασμα που αναφέρεται ανωτέρω, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη καταλήγει στο αυτό συμπέρασμα που κατέληξε και η εκκαλουμένη. Άλλωστε η κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στηρίζεται και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ιδιαίτερη μνεία δε γίνεται στο από 9-11-207 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ τους διαδίκων, στο οποίο ο ίδιος ο εναγόμενος αναγνωρίζει ότι η επίδικη έκταση ανήκει στην κυριότητα της ενάγουσας. Τα όσα δε αναφέρει ο εκκαλών, ότι η υπογραφή του πιο πάνω συμφωνητικού έλαβε χώρα για να χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη της ενάγουσας, δεν αναιρεί την αποδεικτική ισχύ του εν λόγω εγγράφου. Επομένως, ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος. Με τον τρίτο λόγο έφεσης ο εκκαλών διαμαρτύρεται για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Πλην όμως, μεταφέρει αυτούσια χωρία της εκκαλουμένης, ισχυριζόμενος ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα αποδεικτικά μέσα. Από τα αναφερόμενα, ωστόσο, ανωτέρω, και προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, προκύπτει ότι η εκκαλουμένη ορθά εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και εφάρμοσε τον νόμο. Όσον αφορά στο γεγονός, ότι η εκκαλουμένη δέχτηκε την επικουρική βάση και απέδωσε στην ενάγουσα, αντί της νομής της επίδικης έκτασης, αποζημίωση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 6.568,50 ευρώ, υπολογιζόμενη σε 150 ευρώ ανά τ.μ., όπως αποδείχθηκε ότι είναι η μέση τιμή του τετραγωνικού μέτρου στην εν λόγω περιοχή από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και κυρίως από την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, οι αιτιάσεις του εκκαλούντος δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα, ορθά, επομένως η εκκαλουμένη εφάρμοσε τον νόμο. Συνεπώς και ο υπό κρίση λόγος πρέπει να απορριφθεί. Τέλος με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ο εκκαλών διαμαρτύρεται ότι η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Ωστόσο, στην εκκαλουμένη αναφέρεται ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους. Η μη αναφορά δε και επεξήγηση συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου, δεν σημαίνει ότι αυτό δεν λήφθηκε υπόψη στην τελική κρίση του Δικαστηρίου. Το μόνο έγγραφο που δεν λήφθηκε υπόψη, και δεν το λαμβάνει υπόψη ούτε το παρόν Δικαστήριο, είναι το από Δεκεμβρίου 2008 ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο δεν προσεβλήθη μεν ως πλαστό, πλην όμως αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της υπογραφής του από τον εναγόμενο, η δε ενάγουσα, που το επικαλείται και φέρει το βάρος απόδειξης, δεν απέδειξε τη γνησιότητά του (άρθ. 457ΚΠολΔ). Συνεπώς και ο τέταρτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος. Επιπλέον με την αντέφεση της, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έπρεπε να γίνει με την εκκαλουμένη δεκτός ο κύριος ισχυρισμός της, όσον αφορά στην απόδοση της κυριότητας χωρίς την καταβολή αποζημίωσης (και όχι το επικουρικό αίτημά της), άλλως να μεταρρυθμιστεί όσον αφορά στην παράδοση του επιδίκου και να διευκρινιστεί ότι μόνον κατόπιν της πλήρους εξόφλησης της δικαστικής αποζημίωσης να παραδοθεί η νομή του επίδικου στον εναγόμενο, άλως να παραμείνει η ίδια στη νομή μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Ωστόσο, όπως ορθά δέχτηκε η εκκαλουμένη, αποδείχθηκε ότι η απόδοση της επίδικης εδαφικής έκτασης έχει πλέον καταστεί αδύνατη, διότι αφενός μεν η επίδικη έκταση βρίσκεται ακριβώς στη μέση της ευρύτερης ιδιοκτησίας του εναγόμενου (ο οποίος έχει καταστεί κύριος των όμορων οικοπέδων με ΚΑΕΚ ……. και ………..), αφετέρου δε ο εναγόμενος έχει ανεγείρει άνωθεν αυτής την οικοδομή του και συγκεκριμένα τον πρώτο όροφο της κατοικίας του. Τα επικουρικά δε αιτήματα της αντέφεσης προβάλλονται το πρώτον με το δικόγραφο αυτό, σε κάθε δε περίπτωση η παρούσα αποτελεί τελεσίδικη απόφαση. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αντέφεση στην ουσία της.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα θα πρέπει: α) Να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 22-11-2022 έφεση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που κατατέθηκε για τη συζήτηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο και ο εκκαλών που ηττάται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης (άρθρα 176, 180, 183 και 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, β) Να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 27-3-2025 αντέφεση και να καταδικαστεί η αντεκκαλούσα λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αντεφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 22-11-2022 έφεση και την από 27-3-2025 αντέφεση, αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει στην ουσία την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου που κατατέθηκε για τη συζήτηση της έφεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος που ηττάται, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας το ύψος των οποίων ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει στην ουσία την αντέφεση.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αντεφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, σε βάρος της αντεκκαλούσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 30.9.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ