Αριθμός 347/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2o
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του δικηγόρο Ζωή Σπυροπούλου (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ………………., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Ηλία Παυλάκη.
Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 17.11.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2022) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 272/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 10.5.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………./2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………../2024) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερομενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος, η οποία παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 272/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον εκκαλούντα, που ηττήθηκε πρωτοδίκως. Πρέπει, επομένως, να γίνει αυτή δεκτή από τυπική άποψη και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια τακτική διαδικασία (άρθρ. 524, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης της έφεσης, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση κατάθεσης του δικογράφου αυτής (βλ. e-παράβολο με αριθμ. ………./2024, ποσού 100 ευρώ).
Με την από 7-1-2022, με αριθμ.έκθ.κατάθ……………/2022 αγωγή του, ο εκκαλών ιστορούσε ότι τυγχάνει πακιστανός υπήκοος και μόνιμος κάτοικος εξωτερικού που ασκεί το επάγγελμα του συμβούλου διαχείρισης αερομεταφορών σε αεροπορικές εταιρείες της Σαουδικής Αραβίας. Ότι η εφεσίβλητη, η οποία περί το έτος 2015 εργαζόταν ως αεροσυνοδός στην εδρεύουσα στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας αεροπορική εταιρεία με την επωνυμία «………………» άσκησε σε βάρος του ίδιου και της ως άνω εργοδότριας εταιρείας της την από 18-01-2018 με αριθμό κατάθεσης …………./2018 αγωγή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, αιτούμενη να υποχρεωθούν αμφότεροι να της καταβάλουν εις ολόκληρον αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη αντίστοιχα συνεπεία σοβαρού τραυματισμού της κατά τη διάρκεια της εργασίας της. Ότι η εφεσίβλητη, προκειμένου να δικαιολογήσει την παθητική του νομιμοποίηση στην ως άνω δίκη ισχυρίστηκε ψευδώς με την ως άνω αγωγή της: α] ότι τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος και διευθυντής στην Ελλάδα της συνεναγόμενής του αλλοδαπής αεροπορικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..», β) ότι παράλληλα είναι και ο πραγματικός ιδιοκτήτης της εταιρείας αυτής, γ] ότι ο ίδιος την προσέλαβε στην ως άνω εταιρεία και δ] ότι ήδη τυγχάνει μόνιμος κάτοικος Αθηνών. Ότι η εφεσίβλητη άσκησε παράλληλα και την από 3-05-2019 με αριθμό κατάθεσης ……………./2019 παρεμπίπτουσα αγωγή σε βάρος του, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ωστόσο κατά τη συζήτηση, με την οποία ισχυρίστηκε και πάλι ψευδώς για τον ίδιο ότι είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης της εργοδότριας εταιρείας της κι ότι κατοικεί μόνιμα στην Ελλάδα. Ότι η προρρηθείσα κύρια αγωγή της εφεσίβλητης απερρίφθη με την υπ’ αριθμ. 1840/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της οποίας η τελευταία άσκησε την με αριθμό κατάθεσης …………../2021 έφεση ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία επαναλαμβάνει τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς της περί της ιδιότητάς του ως διευθυντή της εργοδότριας εταιρείας της καθώς και περί της δήθεν κατοικίας του στην Ελλάδα. Ότι η αλήθεια, την οποία γνώριζε η εφεσίβλητη κατά την άσκηση των ανωτέρω αγωγών και έφεσής της, είναι ότι ο ίδιος ουδέποτε υπήρξε ιδιοκτήτης ή νόμιμος εκπρόσωπος ή διευθυντής στην Ελλάδα της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………………..», ουδέποτε είχε οποιαδήποτε εργασιακή ή άλλη συμβατική σχέση με την εφεσίβλητη και ουδέποτε υπήρξε μόνιμος κάτοικος Ελλάδος. Ότι η εφεσίβλητη, με τις προαναφερθείσες αγωγές και έφεσή της, ισχυρίστηκε για τον ίδιο, ενώπιον τρίτων, όλα τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να πλήξουν και πράγματι έπληξαν την τιμή και την επαγγελματική του αξιοπρέπεια, καταλογίζοντας του ουσιαστικά αδικοπρακτική ευθύνη για τον τραυματισμό της, με μοναδικό σκοπό να αποκομίσει περιουσιακό όφελος από την περιουσία του. Ότι επιπλέον η εφεσίβλητη αν και γνώριζε ότι είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, ενεργώντας αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο ίδιος είναι συγκύριος ενός ακινήτου στη Βούλα Αττικής, επέδωσε όλα τα ανωτέρω δικόγραφα στη διεύθυνση του ακινήτου αυτού και μάλιστα χωρίς να τα μεταφράσει στην αγγλική γλώσσα, καίτοι γνώριζε ότι δεν ομιλεί ελληνικά, ούτε γνωρίζει την ελληνική γραφή. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και ισχυριζόμενος περαιτέρω, ότι συνεπεία της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εφεσίβλητης προσεβλήθη η προσωπικότητά του και κλονίστηκε η ψυχική του υγεία, ζητούσε να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 150.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δέχθηκε την διεθνή δικαιοδοσία του προς εκδίκαση της αγωγής αυτής, ως το Δικαστήριο της κατοικίας της εφεσίβλητης (άρθρ. 3, 4 ΚΠολΔ σε συνδ. με αρθ. 4 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις), στη συνέχεια κρίθηκε ότι ασκήθηκε παραδεκτά, απορριπτομένων των ενστάσεων της εναγόμενης, ήδη, εφεσίβλητης, περί απαραδέκτου της υπό κρίση αγωγής, αφ’ενός, μεν, λόγω εκκρεμοδικίας μεταξύ αυτής και της προηγούμενης από 18-01-2018, με αριθμ. κατάθ. …………../2018 αγωγής της, σε βάρος του ενάγοντος, ήδη, εκκαλούντος αφ’ετέρου, δε, λόγω προσωρινού δεδικασμένου, απορρέοντος από την εκδοθείσα επί της ανωτέρω αγωγής της, υπ’ αριθμ. 1840/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία κρίθηκε ότι ο νυν εκκαλών ετύγχανε εν τοις πράγμασι εργοδότης της. Ειδικότερα, η ένσταση εκκρεμοδικίας κρίθηκε, ορθά, απορριπτέα, διότι η προηγούμενη ως άνω αγωγή της εφεσίβλητης δεν ταυτιζόταν κατ’ αντικείμενο και αίτημα με την αγωγή αυτή, κατ’άρθρ. 222 ΚΠολΔ – βλ. ΑΠ 215/2021, ΕφΑΘ 132/2023, ΝΟΜΟΣ], ενώ απορριπτέα ως μη νόμιμη κρίθηκε, ορθά και η προβληθείσα ένσταση δεδικασμένου, αφ’ενός, μεν, διότι οι οριστικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο (αρθ. 321 ΚΠολΔ], αφ’ετέρου, δε, διότι, σε κάθε περίπτωση, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς και ανεξάρτητα από το δικανικό συλλογισμό της απόφασης (ΑΠ 989/2022, ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Περαιτέρω, κρίθηκε ότι στην εισαγόμενη με την αγωγή διαφορά που εμφάνιζε στοιχεία αλλοδαπότητας, ενόψει της κατοικίας του εκκαλούντος σε χώρα εκτός της Ε.Ε., εφαρμοστέο ετύγχανε το Ελληνικό Δίκαιο, καθώς στην Ελλάδα επήλθε το πρώτον η περιγραφόμενη στην αγωγή ηθική βλάβη του ενάγοντος, ήδη, εκκαλούντος (άρθρ. 4 παρ 1 του Κανονισμού (ΕΚ] 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11-07-2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II), οι διατάξεις του οποίου έβρισκαν εφαρμογή, καίτοι ο εκκαλών είχε την ιθαγένεια τρίτου εκτός Ε.Ε. κράτους, λόγω του οικουμενικού τους χαρακτήρα που ρητά διατυπώνεται στο άρθρο 3 του Κανονισμού-ΜΠρθεσ 3561/2023, βλ. και Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ τομ. I, 2023, σελ. 84). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις νομικά ορθές σκέψεις, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή, κατά το μέρος που αποδιδόταν στην εφεσίβλητη συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ήταν επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 299, 340, 345, 346, 914, 919 και 932 ΑΚ, ενώ, κατά το μέρος που η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εφεσίβλητης επιχειρείτο να θεμελιωθεί και στην τέλεση εκ μέρους της εφεσίβλητης, ήδη, εφεσίβλητης, των αδικημάτων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα, ως μη νόμιμη, διότι τα γεγονότα που, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ισχυρίστηκε η εφεσίβλητη για τον εκκαλούντα ενώπιον τρίτων, είτε αληθή είτε ψευδή υποτιθέμενα, δεν ήταν αντικειμενικά πρόσφορα να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψή του. Πράγματι, για τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της απλής ή συκοφαντικής δυσφήμισης που προβλέπονται στα άρθρα 362 και 363 του ΠΚ απαιτείται, σύμφωνα και με την υπό στοιχείο II νομική σκέψη που προηγήθηκε, ισχυρισμός ή διάδοση για κάποιον, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, στην προκείμενη, ωστόσο, περίπτωση, όπως ορθά κρίθηκε, οι επικαλούμενες από τον εκκαλούντα αναληθείς ιδιότητες που του απέδωσε η εφεσίβλητη με τις αγωγές και την έφεσή της, ήτοι, αυτές του διευθυντή, νομίμου εκπροσώπου και πραγματικού ιδιοκτήτη αλλοδαπής αεροπορικής εταιρείας, καθώς και αυτή του μόνιμου κατοίκου Ελλάδος δεν αποδοκιμάζονται από την κοινωνία, ούτε εμπεριέχουν αντικειμενικά απαξία, ονειδισμό ή οποιαδήποτε αμφισβήτηση της προσωπικής, επαγγελματικής ή ηθικής εντιμότητας του προσώπου του, ώστε να δύνανται να πλήξουν την τιμή του, εφόσον μάλιστα αυτές, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συνοδεύονταν από άλλες εκφράσεις ή χαρακτηρισμούς που θα μπορούσαν να τους προσδώσουν ενδεχομένως απαξία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις ορθές σκέψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο εκκαλών ισχυριζόταν περαιτέρω ότι η εφεσίβλητη, με την αγωγή της, του καταλόγισε ουσιαστικά αδικοπρακτική ευθύνη για τον τραυματισμό της, πλην όμως δεν ιστορούσε ποιες συγκεκριμένες επιλήψιμες πράξεις ή παραλείψεις του απέδωσε ψευδώς ή από ποιους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της συναγόταν ότι του απέδιδε ευθέως αδικοπρακτική ευθύνη για τον τραυματισμό της, στοιχεία, τα οποία ήταν, ωστόσο, αναγκαία, καθώς η άσκηση μιας προφανώς αόριστης ή παθητικά ανομιμοποίητης ή νομικά αβάσιμης αγωγής δεν συνιστά άνευ ετέρου και συκοφαντική δυσφήμηση του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται, εκτός κι αν σε αυτή περιλαμβάνονται συγκεκριμένοι ψευδείς ισχυρισμοί ικανοί να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που έκρινε, ως νόμιμη την αγωγή, την έκρινε, ως ουσιαστικά αβάσιμη και απέρριψε αυτήν.
Με την υπό κρίση έφεσή του, ο ηττηθείς ενάγων και ήδη, εκκαλών, για λόγους που ανάγονται σε κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ζητά να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει καθ’ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή του.
Από την νόμιμα προσκομιζόμενη απ’τον εκκαλούντα, υπ’ αριθμ. ………/23-11-2022 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος, …………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, ………., που λήφθηκε με πρωτοβουλία του ενάγοντος, ήδη, εκκαλούντος μετά από νόμιμη προ δύο (2) εργάσιμων ημερών κλήτευση της αντιδίκου του (άρθρ. 422 ΚΠολΔ – βλ. υπ’ αριθμ. ……………./18-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……….), από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία εκτιμώνται από το Δικαστήριο, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και στα οποία περιλαμβάνονται: α) η από 4-11-2019 βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του συμβολαιογράφου της πολιτείας της Χαβάης, …………., β) η από 4-10-2019 βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του συμβολαιογράφου της πολιτείας της Χαβάης, ………. καθώς και γ] η από 27-09-2019 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του συμβολαιογράφου της πολιτείας της Χαβάης, ……………., εκ των οποίων οι δύο πρώτες νόμιμα προσκομίζονται από τον εκκαλούντα και η τρίτη, από την εφεσίβλητη και οι οποίες αν και έχουν ληφθεί στο πλαίσιο προηγούμενης δίκης μεταξύ των διαδίκων, λαμβάνονται εν προκειμένω υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, διότι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν ελήφθησαν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν και στην παρούσα δίκη κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 100/2007, ΑΠ 688/2002, ΝΟΜΟΣ] και β] οι από 23-10-2019 και 4-11-2019 ενυπόγραφες δηλώσεις τρίτων που νόμιμα προσκομίζει ο εκκαλών, οι οποίες, ομοίως, λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς από το περιεχόμενο τους προκύπτει ότι δεν έγιναν σκοπίμως για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη (βλ. ΑΠ 1092/2013, ΝΟΜΟΣ) και τέλος από τις ομολογίες των διαδίκων, που περιέχονται στις προτάσεις τους (αρθ. 261 ΚΠολΔ] καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη και χωρίς απόδειξη από το Δικαστήριο (αρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ], αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η εφεσίβλητη προσελήφθη την 20-07-2008 από την εδρεύουσα στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας αεροπορική εταιρεία με την επωνυμία «……………» με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως αεροσυνοδός αρχικά στο αεροσκάφος «…………», εκμετάλλευσης της ως άνω εταιρείας και ακολούθως, από 1-08-2009, κατόπιν νεότερης έγγραφης συμφωνίας των μερών, στο αεροσκάφος «…………» εκμετάλλευσης της ίδιας ως άνω εταιρείας της. Η εργοδότρια ως άνω εταιρία της εφεσίβλητης ανήκε στον . ………………., ανιψιό του . …………….., ο οποίος ωστόσο δεν συμμετείχε, τουλάχιστον φανερά, στη διοίκηση αυτής. Από τις αποδείξεις δεν προέκυψε με βεβαιότητα η ακριβής σύνθεση του διοικητικού οργάνου της ως άνω εταιρείας, ούτε και η νόμιμη εκπροσώπηση αυτής, καθώς ουδείς εκ των διαδίκων προσκομίζει επίσημα εταιρικά έγγραφα από τα οποία να προκύπτουν τα ως άνω στοιχεία. Ωστόσο, από τα λοιπά προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών, κατά το χρόνο πρόσληψης της εφεσίβλητης στην ως άνω εταιρεία και τουλάχιστον κατά την επόμενη πενταετία, υπήρξε στενός συνεργάτης και σύμβουλος του ιδιοκτήτη αυτής, . …………., στον οποίο ο τελευταίος είχε αναθέσει τη διαχείριση και ανώτατη εποπτεία της εταιρείας και ο οποίος, στο πλαίσιο αυτό, ελάμβανε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις για την πρόσληψη, τις αποδοχές και την εν γένει κατάσταση του προσωπικού της εταιρείας, καθώς και για τις εργασίες αυτής και τη διαχείριση των οικονομικών της. Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα από την εφεσίβλητη από 4-05-2009, 2-06-2009, 28-05-2010 και 16-11-2011 έγγραφα και μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Αντιπροέδρου Επιχειρήσεων της ως άνω εταιρείας, …………., προκύπτει ότι όλες οι έγγραφες συστάσεις της εταιρείας προς τα μέλη των πληρωμάτων των αεροσκαφών της, κοινοποιούνταν πάντα και προς τον εκκαλούντα, γεγονός από το οποίο συνάγεται η ιεραρχικά υψηλή θέση του στην εταιρεία. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω έγγραφα προκύπτει ότι ο προαναφερθείς Αντιπρόεδρος Επιχειρήσεων της εταιρείας αναφερόταν στον εκκαλούντα και ελάμβανε εντολές από αυτόν, καθώς και ότι το όνομα του εκκαλούντος εμφανιζόταν στη διεύθυνση χρέωσης όλων των πιστωτικών καρτών (American Express) της εταιρείας, που χρησιμοποιούνταν από τα μέλη των πληρωμάτων της, προς κάλυψη εταιρικών δαπανών. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται τόσο από την από 15-08-2011 ηλεκτρονική επιστολή του πιλότου, ………… προς τον προαναφερόμενο Αντιπρόεδρο Επιχειρήσεων της εταιρείας, η οποία εστάλη σε ανύποπτο χρόνο και για άσχετη με την παρούσα δίκη αιτία και στην οποία σημειώνεται αφηγηματικά ότι ο εκκαλών ήταν αυτός που αποφάσιζε για τις προσλήψεις και την εν γένει κατάσταση του προσωπικού της ως άνω εταιρείας, όσο και από την από 27-09-2019 ένορκη κατάθεση του πιλότου, ……………, ο οποίος εργάστηκε στην ως άνω εταιρεία από το έτος 2015 έως το έτος 2018 και ο οποίος καταθέτει ότι ο εκκαλών ήταν ανώτατος αξιωματούχος αυτής, διοικητής της και ουσιαστικά ιδιοκτήτης της, ο οποίος μάλιστα έχαιρε της εκτίμησης όλων των εργαζόμενων, τους οποίους αντιμετώπιζε πάντα με σεβασμό και δικαιοσύνη. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα από 4-10-2019 νεότερη ένορκη κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα, με την οποία ο τελευταίος διευκρινίζει ότι ο εκκαλών ήταν σύμβουλος των διευθυντών της εταιρείας, αλλά ούτε και από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τον εκκαλούντα, από 23-10-2019 και 4-11-2019 δηλώσεις, αφ’ενός του ………….., οικονομικού διευθυντή της εταιρείας και αφ’ετέρου του ……….., διευθυντή συντήρησης αυτής, με τις οποίες ο μεν πρώτος επιβεβαιώνει ότι ο εκκαλών ήταν αντιπρόσωπος όλων των «Υπευθύνων» (διευθυντών) της εταιρείας, ενώ ο δεύτερος τον εντάσσει ρητά, στη βασική δομή διαχείρισης της εταιρείας, χαρακτηρίζοντάς τον ως σύμβουλο διαχείρισης αερομεταφορών για τους Υπευθύνους.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 11-05-2015, η εφεσίβλητη, ενώ εκτελούσε καθήκοντα προϊσταμένης ιπτάμενης συνοδού θαλάμου επιβατών σε αεροσκάφος τύπου Boeing ……….. της ως άνω εργοδότριας εταιρείας της, με προορισμό το Κάϊρο της Αιγύπτου, υπέστη σοβαρότατο τραυματισμό στο κεφάλι, συνεπεία βίαιου κραδασμού που έλαβε χώρα διαρκούσης της πτήσης. Αμέσως μετά την κατά προτεραιότητα προσγείωση του ως άνω αεροσκάφους στο αεροδρόμιο του Καΐρου, η εφεσίβλητη διεκομίσθη με ασθενοφόρο στο ιατρικό συγκροτημάτων Αιγυπτιακών Ενόπλων Δυνάμεων, όπου αφού διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί ενδοκρανιακό συντριπτικό κάταγμα κροταφικού – βρεγματικού οστού (Δ.Π.) με επίσκληρίδιο αιμάτωμα και πολλαπλές εγκεφαλικές κακώσεις με διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση και παρέμεινε νοσηλευόμενη εκεί, έως την 7-06-2015. Ακολούθως, επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου υπεβλήθη σε διαδοχικές χειρουργικές επεμβάσεις, αρχικά, στο ιδιωτικό νοσοκομείο «Υγεία» στην Αθήνα και ακολούθως στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο της Λάρισας, χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί πλήρης αποκατάσταση της υγείας της, καθώς συνεχίζει, έκτοτε, να αντιμετωπίζει σοβαρές διαταραχές όρασης, δυσκαμψία και δυσκινησία που την καθιστούν ανάπηρη κατά ποσοστό 90% και ανίκανη για την άσκηση οιουδήποτε επαγγέλματος, όπως όλα τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται ειδικώς από τον εκκαλούντα και συνεπώς, θεωρούνται ομολογημένα. Κατόπιν των ανωτέρω, η εφεσίβλητη άσκησε την από 18-01-2018 με αριθμό κατάθεσης …………/18-01-2018 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Δικαστηρίου Πειραιώς, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, προκειμένου να διεκδικήσει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί συνεπεία του σοβαρότατου ως άνω τραυματισμού της κατά τη διάρκεια της εργασίας της. Την αγωγή της αυτή, έστρεψε τόσο κατά της εργοδότριας εταιρείας της με την επωνυμία «……………..», όσο και κατά του νυν εκκαλούντος, αιτούμενη να υποχρεωθούν αμφότεροι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, α] το ποσό των 300.000 ευρώ, ως αποζημίωση απώλειας εισοδημάτων από 10-05-2015 έως 30-10-2017, β) το ποσό του 1.450.000 ευρώ εφάπαξ και επικουρικά σε 145 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 10.000 ευρώ εκάστης, ως αποζημίωση απώλειας εισοδημάτων από 1-11-2017 έως 31-12-2030,γ) το ποσό των 850.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, δ) το ποσό των 150.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση κατ’ άρθρο 931 του ΑΚ και ε] το ποσό των 3.946,60 ευρώ για νοσήλια, άπαντα, δε, τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής της έως την εξόφληση. Προς θεμελίωση της παθητικής νομιμοποίησης του νυν εκκαλούντος στην ως άνω αγωγή της, η εφεσίβλητη ισχυρίστηκε για αυτόν ότι τυγχάνει διευθυντής της εργοδότριας εταιρείας της στην Αθήνα κι ότι μέσω αυτού, υπέβαλε, το έτος 2008, αίτηση πρόσληψης και βιογραφικό, προκειμένου να προσληφθεί ως αεροσυνοδός (βλ. σελ 1 της ως άνω αγωγής). Με την ίδια αγωγή ισχυρίστηκε επιπλέον ότι ο εκκαλών κατοικεί στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας και διαμένει προσωρινά στην Αθήνα. Πέραν των ανωτέρω, η εφεσίβλητη, ουδεμία άλλη αναφορά έκανε στο πρόσωπο του νυν εκκαλούντος, με την ως άνω αγωγή της, ενώ, κατά τα λοιπά, απέδωσε υπαιτιότητα για τον τραυματισμό της, αφ’ενός, μεν, στο πλήρωμα διακυβέρνησης του αεροσκάφους, στο οποίο επέβαινε, αφ’ετέρου, δε, στην εργοδότρια εταιρείας της, η οποία, δια των αρμοδίων οργάνων της, τα οποία ωστόσο δεν κατονόμαζε, παρέλειψε να συντάξει και να επιβάλει στους κυβερνήτες των αεροσκαφών της τη συμμόρφωσή τους με έντυπο ορθών οδηγιών, εν σχέσει με την διαδικασία έναρξης καθόδου του αεροσκάφους για προσγείωση. Επιπλέον, η εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος του νυν εκκαλούντος, της εργοδότριας εταιρείας της και της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………….» την από 3-5-2019 με αριθμό κατάθεσης ………../6-05-2019 παρεμπίπτουσα αγωγή της ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι αντίδικοι της να της επιδείξουν αντίγραφο του εν ισχύ ασφαλιστηρίου συμβολαίου αστικής ευθύνης από αεροπορικό ατύχημα της εργοδότριας εταιρείας της. Η εφεσίβλητη, στην εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή της, από το δικόγραφο της οποίας, σημειωτέον, παραιτήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση (βλ. σχετική υπ’ αριθμ. 1838/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου), ισχυρίστηκε για τον νυν εκκαλούντα ότι είναι κάτοικος Τζέντας Σαουδικής Αραβίας και ήδη Αθηνών καθώς κι ότι φέρει την ιδιότητα του διευθυντή και νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας της στην Ελλάδα. Παράλληλα, προσέθεσε ότι ο εκκαλών τυγχάνει και ιδιοκτήτης της ως άνω εταιρείας κι ότι ευθύνεται ατομικά έναντι αυτής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 1429/1984. Επί της κύριας ως άνω αγωγής της εφεσίβλητης εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1840/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, αφού δέχθηκε ότι ο νυν εκκαλών ήταν ο, εν τοις πράγμασι, εργοδότης της, απέρριψε, στη συνέχεια, την αγωγή της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι ο τραυματισμός της δεν οφειλόταν σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εργοδότριας εταιρείας της και των προστηθέντων αυτής προσώπων. Κατά της απόφασης αυτής, η εφεσίβλητη άσκησε, ήδη, την από 7-12-2021 με αριθμό κατάθεσης …………./2021 έφεσή της, ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία επανέλαβε τους ισχυρισμούς ότι ο εκκαλών είναι διευθυντής της εργοδότριας εταιρείας της κι ότι κατοικεί στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας αλλά και στην Αθήνα.
Ο εκκαλών, με την αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα, ούτε υπήρξε ποτέ ιδιοκτήτης, διευθυντής ή νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας της εφεσίβλητης με την επωνυμία «……………..» καθώς κι ότι η τελευταία ισχυρίστηκε όλα τα ανωτέρω, εν γνώσει της αναλήθειας τους, με σκοπό να τον καταστήσει υπεύθυνο για την καταβολή των αιτούμενων με την κύρια αγωγή της κονδυλίων, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη.
Ωστόσο, ενόψει των αποδειχθέντων ανωτέρω, εν σχέσει με τη θέση του εκκαλούντος στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «………………», συνάγεται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι η εφεσίβλητη, κατά το χρόνο άσκησης των ανωτέρω αγωγών και έφεσής της, διατηρούσε την εύλογη πεποίθηση ότι ο εκκαλών έφερε πράγματι τις ανωτέρω ιδιότητες, που του απέδωσε με τα δικόγραφα αυτών. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, ο εκκαλών είχε τη γενική εποπτεία όλων των επιχειρήσεων της ως άνω εργοδότριας εταιρείας της εφεσίβλητης, ελάμβανε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις εν σχέσει με το προσωπικό και την οικονομική διαχείριση αυτής, ήταν επικεφαλής της διοίκησης της, ενώ το όνομά του εμφανιζόταν στη διεύθυνση χρέωσης των πιστωτικών καρτών της εταιρείας. Η εφεσίβλητη, επομένως, η οποία γνώριζε τα ανωτέρω εξ ιδίας αντιλήψεως, ως εργαζόμενη στην ως άνω εταιρεία, δικαιολογημένα θεωρούσε ότι ο εκκαλών ήταν γενικός διευθυντής, εκπρόσωπος αλλά και ιδιοκτήτης της εργοδότριας εταιρίας της. Την πεποίθηση της, δε, αυτή, την οποία συμμερίζονταν εξάλλου και άλλοι συνάδελφοι της (βλ. από 27-09-2019 ένορκη κατάθεση του πιλότου, ………………..), αποτύπωσε δικαιολογημένα στα δικόγραφα των ως άνω αγωγών και έφεσής της, χωρίς περιττές εκφράσεις ή χαρακτηρισμούς, εκτιμώντας ότι με τον τρόπο αυτό, ήτοι, φέροντας ως εναγόμενο και τον νυν εκκαλούντα, υπό την ιδιότητά του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας της, προασπίζει πληρέστερα τα περιουσιακά της συμφέροντα. Η εφεσίβλητη, με το δικόγραφο της κύριας ως άνω αγωγής της, ισχυρίστηκε επιπλέον ότι προσελήφθη στην εταιρεία με την επωνυμία «……………….», μέσω του εκκαλούντος. Ωστόσο, το αφηγηματικά αναφερόμενο ως άνω γεγονός, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν κρίσιμο και δεν μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς την έκβαση της δίκης, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδές, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών. Περαιτέρω, εν σχέσει με τον τόπο κατοικίας του εκκαλούντος αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος, τουλάχιστον κατά το χρόνο που η εφεσίβλητη απασχολείτο στην εταιρεία με την επωνυμία «…………….», κατοικούσε πράγματι στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας. Το γεγονός αυτό ήταν γνωστό στην εφεσίβλητη και για το λόγο, άλλωστε, αυτό η τελευταία επιχείρησε, αρχικά, να επιδώσει το δικόγραφο της κύριας αγωγής της, στην τελευταία γνωστή στην ίδια διεύθυνση του εκκαλούντος, στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, κατ’ άρθρο 134 του ΚΠολΔ. Το δικόγραφο όμως επέστρεψε ανεπίδοτο, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι ο εκκαλών, τουλάχιστον μετά το έτος 2015, μετέβαλε διεύθυνση κατοικίας. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο άσκησης της κύριας αγωγής της εφεσίβλητης, ήταν μόνιμος κάτοικος Ομάν. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν αποδείχθηκε, αφού ο εκκαλών, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης του ως άνω ισχυρισμού του, δεν προσκομίζει οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό μέσο. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως της αλήθειας του ως άνω ισχυρισμού του εκκαλούντος, από τις αποδείξεις προέκυψε ότι η εφεσίβλητη, μετά την επιστροφή του δικογράφου της αγωγής της ως ανεπίδοτου, επέδωσε αυτό στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, για λογαριασμό του εκκαλούντος, κατ’ άρθρο 135 του ΚΠολΔ, ήτοι, ως αγνώστου διαμονής. Παράλληλα, ενεργώντας καλόπιστα και επιδεικνύοντας την απαιτούμενη επιμέλεια, συνέχισε να αναζητά την τρέχουσα διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος και αφού πληροφορήθηκε ότι ο τελευταίος διατηρεί κατοικία επί της οδού …………. στην ……. Αττικής, επέδωσε το δικόγραφο της αγωγής της και στην διεύθυνση αυτή, με σκοπό να διασφαλίσει ότι ο εκκαλών θα λάβει γνώση αυτής, καίτοι τούτο δεν ήταν αναγκαίο, εφόσον είχε ήδη προβεί σε νομότυπη επίδοση, κατ’ άρθρο 135 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, το γεγονός ότι κατά τον ως άνω χρόνο, ο εκκαλών διατηρούσε κατοικία στην εν λόγω διεύθυνση στη ….. Αττικής, διαπίστωσε με τις αισθήσεις του και ο διενεργήσας την επίδοση δικαστικός επιμελητής, ο οποίος, αφού βεβαίωσε τούτο στην έκθεση του, παρέδωσε, τελικά, το δικόγραφο σε σύνοικο (βλ. προσκομιζόμενη από την εφεσίβλητη, υπ’ αριθμ. ……΄/11-04-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ……………..). Με τον τρόπο, δε, αυτό, ο εκκαλών έλαβε πράγματι γνώση της αγωγής, όπως προκύπτει κι από το γεγονός ότι ο τελευταίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά τη συζήτησή της, κάτι που πιθανότατα δεν θα συνέβαινε εάν η εφεσίβλητη είχε αρκεστεί στην επίδοση της αγωγής της προς αυτόν, ως αγνώστου διαμονής. Τέλος, εν σχέσει με την επικαλούμενη εκ μέρους του εκκαλούντος παράλειψη της εφεσίβλητης να μεταφράσει την αγωγή της σε γλώσσα που ο ίδιος κατανοεί, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τελευταία δεν είχε σχετική υποχρέωση εκ του νόμου.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη, κατά την άσκηση των προαναφερθέντων αγωγών και έφεσης της σε βάρος και του εκκαλούντος, δεν ισχυρίστηκε ενσυνείδητα ψευδή γεγονότα γι’ αυτόν, ούτε διαστρέβλωσε ή αποσιώπησε σκοπίμως την αλήθεια, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό το επιβαλλόμενο εκ του άρθρου 116 του ΚΠολΔ καθήκον αληθείας και διεξάγοντας, έτσι, τη δίκη κατά τρόπο αντίθετο με τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Αντίθετα, στα ανωτέρω δικόγραφά της παρουσίασε την αλήθεια, όπως την αντιλαμβανόταν η ίδια, χωρίς να προβεί σε περιττούς χαρακτηρισμούς εν σχέσει με τον εκκαλούντα και με μοναδικό σκοπό να προασπίσει τα περιουσιακά της συμφέροντα και να διεκδικήσει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ζημίας αλλά και της ηθικής βλάβης, που είχε υποστεί συνεπεία του σοβαρού τραυματισμού της, κατά τη διάρκεια της εργασίας της.
Επιπροσθέτως να σημειωθεί ότι μετά την έκδοση της ήδη, εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εκδόθηκε η υπ’αριθμ.1453/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού δέχθηκε ότι θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα, αυτών του Πειραιά, ως εκ του τόπου κατάρτισης της σύμβασης εργασίας από την οποία πηγάζουν οι αξιώσεις αποζημίωσης κλπ της ήδη, εφεσίβλητης από το προπεριγραφόμενο ατύχημα, αναίρεσε ως προς τον εκεί δεύτερο αναιρεσίβλητο και ήδη, εκκαλούντα, την υπ’αριθμ.525/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει την κύρια(εργατική)αγωγή της ήδη, εφεσίβλητης, για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων. Με την ως άνω αναιρετική απόφαση, η υπόθεση της κύριας αγωγής της για αποζημίωση εργατικού ατυχήματος παραπέμπεται για κρίση επί της ουσίας, ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, κατά της εργοδότριας αεροπορικής εταιρείας …………. και ατομικά και κατά του εκκαλούντος, ο οποίος, πλέον, έχει τελεσίδικα κριθεί (αφού ουδέποτε άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης ΜΠΑ1840/2021), ως εν τοις πράγμασι εργοδότης και κατ’άρθρ.71ΑΚ, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος για τις αξιώσεις της. Συνεπώς, έχει αμετάκλητα κριθεί ότι τα περιστατικά στα οποία βασίστηκαν οι ισχυρισμοί της νυν εφεσίβλητης για ίδρυση διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων και κατά του νυν εκκαλούντος, ατομικά, είναι βάσιμα και αληθή και είχε δικαίωμα να ασκήσει την αγωγή και εναντίον του εκκαλούντος ατομικά, ο οποίος ήταν και είναι κάτοικος Ελλάδας και σε κάθε περίπτωση, αποδεδειγμένα ενήργησε ως εν τοις πράγμασιν εργοδότης της, περιστατικό που συνάγεται και από το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης του αμερικανού κυβερνήτη του μοιραίου αεροσκάφους, ……………. και σε όσα αναφέρει ο μάρτυρας για τον ρόλο του εκκαλούντος στην αεροπορική εταιρεία και τη συμμετοχή του στα γεγονότα, που επακολούθησαν του τραυματισμού της εφεσίβλητης, της 11-5-2015.
Ο εκκαλών ενώ στην αρχή παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, στη συνέχεια, μετά από την παράθεση αποσπασμάτων της προσβαλλόμενης και την επανάληψη εξιστόρησης των αβάσιμων και αναπόδεικτων αγωγικών ισχυρισμών του, τελικά, καταλήγει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του. Δηλαδή, ενώ αρχικά, εντοπίζει το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης στη μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, τελικά καταλήγει ότι το σφάλμα της προσβαλλόμενης είναι ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα ο πρώτος λόγος κρίνεται, ως αόριστος, αντιφατικός και όθεν, απορριπτέος. Αλλά και στη συνέχεια του ίδιου λόγου, που αναφέρεται στην μη λήψη υπόψη της ένορκης βεβαίωσης του ……………., το εν λόγω παράπονο διατυπώνεται αόριστα και χωρίς αναφορά και παραπομπή σε συγκεκριμένες διαπιστώσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απ’όπου να προκύπτει ότι αυτό παρέλειψε να λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαίωση του προαναφερόμενου μάρτυρα, ώστε να θεμελιώνεται ως λόγος έφεσης. Αντίθετα ο λόγος έφεσης συνίσταται στην αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη βεβαίωση του εν λόγω μάρτυρα. Ωστόσο, με τέτοιο περιεχόμενο ο πρώτος λόγος έφεσης είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, διότι ο εκκαλών δεν προσδιορίζει ούτε εξειδικεύει ποια είναι τα ουσιώδη γεγονότα που αποδεικνύονται από την ένορκη βεβαίωση του ……………. και τα οποία παρέλειψε να λάβει υπόψη του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, από την ένορκη βεβαίωση του προαναφερόμενου μάρτυρα δεν καταδεικνύεται η αξιοπιστία του, καθώς ο ίδιος μάρτυρας είχε εξεταστεί ενόρκως ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της εργατικής αγωγής της εφεσίβλητης και η αυθόρμητη κατάθεσή του περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την υπ’αριθμ.1840/2021 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, Πρακτικά συζήτησης, ερχόμενη σε αντίφαση με την ένορκη βεβαίωσή του, ως προς τη σχέση που είχε με την εκεί πρώτη εναγόμενη αεροπορική εταιρεία με την επωνυμία “………..”, αναφέροντας στο ακροατήριο του ως άνω δικαστηρίου ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση μ’αυτήν, στη συνέχεια, δε, αναιρόντας το και αναφέροντας ότι εργαζόταν σε τμήμα AVIATION κάποιας Τράπεζας, στη συνέχεια, δε, παραδεχόμενος ότι σε έγγραφο πρόσληψης αεροσυνοδού το 2008, είχε θέσει την υπογραφή του κάτω από τον τίτλο “Account Manager”(Διευθυντής Λογιστηρίου), αρνούμενος εντελώς αντιφατικά και ενάντια στην λογική ότι εργαζόταν ως υπάλληλος στην εταιρεία και ότι είχε οποτεδήποτε τον τίτλο αυτό ή κάποιαν άλλον σ’αυτήν και αρνούμενος ότι ελάμβανε μισθοδοσία απ’αυτήν, στη συνέχεια, δε, μη απαντώντας στην ερώτηση, πώς ενώ δεν ήταν υπάλληλος, υπέγραφε έγγραφα της εταιρείας και στη συνέχεια, αναφέροντας αόριστα και αναπόδεικτα ότι ήταν απλώς ένας εξωτερικός συνεργάτης της εταιρείας, ενώ στην ως άνω, προσκομισθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει αόριστα και εντελώς αντιφατικά με όλα τα προηγούμενα ότι εργαζόταν στην ως άνω αεροπορική εταιρεία. Περαιτέρω, ως προς την σχέση του με τον εκεί εναγόμενο και ήδη, εκκαλούντα, στην ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο ανέφερε ότι απλώς, διέμεναν μεσοτοιχία στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, ενώ στη συνέχεια, αναφέρει ότι είχε φιλοξενηθεί και σε ακίνητο του τελευταίου στην ….. και ότι γνώριζε ακόμη και για τα περουσιακά στοιχεία, που διέθετε, όπως σπίτια και αυτοκίνητα, περιστατικά από τα οποία συνάγεται η άμεση σχέση, που διατηρούσε με τον εναγόμενο και ήδη, εκκαλούντα, την οποία αρνήθηκε να κατονομάσει επακριβώς και να αποκαλύψει, ώστε να σταθμιστεί ανάλογα η αξιοπιστία της κατάθεσής του, ενόψει και του ότι στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή του ανέφερε αορίστως και γενικόλογα ότι «Γνωρίζω τον κ……………… πολλά χρόνια», χωρίς να προσδιορίζει το είδος της σχέσης που διατηρούσε μαζί του, ώστε να σταθμιστεί ανάλογα και η ήδη, κλονισμένη, με βάση τα παραπάνω, αξιοπιστία και της ένορκης βεβαίωσής του.
Σε κάθε περίπτωση το παράπονο του εκκαλούντος με τον πρώτο λόγο έφεσης ότι η ένορκη βεβαίωση του προαναφερόμενου μάρτυρα δεν ελήφθη υπόψη, αντίκειται στα όσα αναφέρει στο σκεπτικό του το Πρωτοδικείο, με την εκκαλούμενη απόφαση, στο πέμπτο φύλλο της οποίας ρητά αναφέρεται στην προσκομισθείσα με επίκληση, υπ’αριθμ…………/23-11-2022 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ……. ….., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, ………., που λήφθηκε μετά από νόμιμη προ δύο ημερών κλήτευση της αντιδίκου του, ήδη εφεσίβλητης και για την οποία, όπως και για όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία ρητά ανέφερε ότι εκτιμώνταν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γινόταν ειδική μνεία, χωρίς να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς. Προκύπτει, δηλαδή, ότι δεν είναι βάσιμες οι αιτιάσεις του εκκαλούντος και τόσο η ένορκη βεβαίωση του …………., όσο και όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλέστηκε ο ενάγων και ήδη, εκκαλών αξιολογήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσης του, χωρίς να υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να μνημονεύσει αποσπάσματα καταθέσεων ή εγγράφων στο σκεπτικό του, προκειμένου να θεωρηθεί ότι έλαβε νόμιμα υπόψη του τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη ζημίωσε με πρόθεση τον εκκαλούντα κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, πρέπει η υπό κρίση αγωγή του τελευταίου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, να απορριφθεί.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων. Τα αντίθετα, συνεπώς, υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της. Μετά ταύτα, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση κατά της υπ’αριθμ.272/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και την
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά το ουσιαστικό της μέρος.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που είχε κατατεθεί για την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, που ορίζει για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 12 Μαΐου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ