Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 548/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης   548/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη – Εισηγήτρια και από την Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας – ενάγουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στο …… Αττικής, οδός …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μιχελόγγονα (ΑΜ ……….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Των εφεσίβλητων – εναγόμενων: 1) της «…………» που εδρεύει στην ….. .., οδός …., και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) του Υπουργείου Υγείας της «…………….» που εδρεύει στην …… …., οδός ………, και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) του Υπουργείου Αμύνης της «…………» που εδρεύει στην … ……, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καρμέλα-Σπυριδούλα Μαυρόχη (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).

Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 15.12.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2020 και ειδικό …/2020 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ’ αριθ. 1248/2022 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων ως προς το κονδύλιο ποσού 692.315,63 ευρώ και ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω της πλασματικής ερημοδίκιας της ενάγουσας, εξαιτίας της μη καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου, ως προς τα κονδύλια ποσού 21.899.142,83 ευρώ και 150.474,63 ευρώ. Η εκκαλούσα – ενάγουσα προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 09.04.2024 έφεσή της που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/03.04.2024 και ειδικό …../03.04.2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …/11.04.2024 και ειδικό …./11.04.2024, για τη δικάσιμο της 18.09.2025 και μετά από αναβολή για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1248/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία η από 15.12.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2020 και ειδικό …../2020 αγωγή της εκκαλούσας – ενάγουσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων ως προς το κονδύλιο ποσού 692.315,63 ευρώ και ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της ενάγουσας, εξαιτίας της μη καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου, ως προς τα κονδύλια ποσού 21.899.142,83 ευρώ και 150.474,63 ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η δε κρινόμενη από 09.04.2024 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 03.04.2024, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……/03.04.2024 και ειδικό …./03.04.2024 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης την 15.04.2022. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – ενάγουσα το παράβολο των 150,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στο ……… Αττικής, στην από 15.12.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2020 και ειδικό …/2020 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι έχει την εκμετάλλευση του ιδιωτικού θεραπευτηρίου με τον διακριτικό τίτλο “…………..” που βρίσκεται στο ………….. Αττικής, ότι για την κάλυψη των αναγκών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και νοσηλείας των ασθενών – τραυματιών, αμάχων και μαχητών, που ανέκυψαν στη …… εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου που εκκίνησε το έτος ….., για την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος, συνήψε συμβάσεις με την πρώτη εναγόμενη «………..», η οποία εδρεύει στην …. …….. και αποτελεί τη μοναδική διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση του λιβυκού κράτους, που εκπροσωπεί και δεσμεύει αυτό στο εξωτερικό, έχοντας διαδεχθεί στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τους τις προγενέστερες δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις της ………., ενώ το δεύτερο εναγόμενο Υπουργείο Υγείας και το τρίτο εναγόμενο Υπουργείο Άμυνας αποτελούν όργανα της πρώτης εναγόμενης και ενεργούν είτε απευθείας, είτε μέσω Περιφερειακών Επιτροπών, που είχαν ιδρυθεί στις περιοχές όπου μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος, προκειμένου να έχουν τον έλεγχο και την εποπτεία των τεκταινόμενων, και ανήκαν οργανικά στο δεύτερο και στο τρίτο των εναγόμενων, ότι δυνάμει αυτών των συμβάσεων η ενάγουσα ανέλαβε την παροχή των υπηρεσιών μεταφοράς στις εγκαταστάσεις της, καθώς και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και νοσηλείας των ασθενών – τραυματιών, ενώ οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ανέλαβαν την καταβολή των αμοιβών της ενάγουσας, ότι ειδικότερα: (Α) δυνάμει της από 25.09.2014 σύμβασης και της από 08.11.2014 σύμβασης, η οποία αντικατέστησε την πρώτη σύμβαση, μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 44/2014 απόφασης του Πρωθυπουργού της …….. , με την οποία ακυρωνόταν κάθε προηγούμενη σχετική με την περίθαλψη των ασθενών – τραυματιών σύμβαση, που έχουν πανομοιότυπους όρους και καταρτίσθηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της Επιτροπής Τραυματιών του Εθνικού Στρατού της …….. , νομίμως εκπροσωπούμενης από το Γενικό Διευθυντή της ………….., ο οποίος είχε ειδικώς εξουσιοδοτηθεί προς σύναψη της από 08.11.2014 σύμβασης, δυνάμει της προαναφερόμενης υπ’ αριθ. 44/2014 απόφασης του Πρωθυπουργού της …….. , και ο οποίος αφού υπέγραψε τη σύμβαση, την απέστειλε στην Πρεσβεία της ……..  στην Αθήνα όπου υπεγράφη από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, ορίσθηκε ότι η ενάγουσα θα αναλάμβανε την παροχή των υπηρεσιών μεταφοράς στις εγκαταστάσεις της, καθώς και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και νοσηλείας των ασθενών – τραυματιών, ότι θα λάμβανε ως προκαταβολή το ποσό των 10.000,00 ευρώ ανά ασθενή και ότι η τελική τιμολόγηση, βάσει του ισχύοντος τιμολογίου παροχής ιατρικών υπηρεσιών της ενάγουσας, θα λάμβανε χώρα 15 ημέρες μετά την έκδοση εξιτηρίου του ασθενούς, ενώ ορίσθηκε ως εφαρμοστέο δίκαιο το ελληνικό και ως αρμόδια τα Δικαστήρια του ελληνικού κράτους, ότι ακολούθως η ενάγουσα παρείχε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες μεταφοράς στις εγκαταστάσεις της, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και νοσηλείας, εκτελώντας διάφορες ιατρικές πράξεις και εξετάσεις που αναφέρονται λεπτομερώς στα 1065 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 28.660.945,37 ευρώ, με τις αναλυτικές τιμές χρέωσης για κάθε μία από αυτές, τα οποία εξέδωσε η ενάγουσα κατά τα έτη 2015-2016 και ενσωματώθηκαν στο αγωγικό δικόγραφο σε ακριβή μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, αποτελώντας ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα της, πλην όμως η πρώτη εναγόμενη κατέβαλε μόνο το ποσό των 6.761.802,55 ευρώ και εξακολουθεί να της οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 21.899.142,83 ευρώ, αν και είχαν παρασχεθεί από την ενάγουσα οι ιατρικές υπηρεσίες που αναφέρονται στα ως άνω τιμολόγια και αναγνωρίσθηκε η οφειλή της πρώτης εναγόμενης με την από 26.01.2017 επιστολή του Αντιπροέδρου της προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, (Β) δυνάμει της από 06.06.2012 σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της Κεντρικής Υγειονομικής Επιτροπής – ……………, η οποία μετονομάσθηκε σε Κεντρική Επιτροπή Περίθαλψης στο ………., και υπάγεται στο δεύτερο εναγόμενο Υπουργείο Υγείας της ………, ορίσθηκε ότι η ενάγουσα θα αναλάμβανε την παροχή των υπηρεσιών μεταφοράς στις εγκαταστάσεις της, καθώς και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και νοσηλείας των ασθενών – τραυματιών, ότι θα λάμβανε ως προκαταβολή ποσοστό 30% επί του προκοστολογηθέντος ποσού ανά ασθενή και ότι η εξόφληση του υπόλοιπου ποσοστού 70%, βάσει του ισχύοντος τιμολογίου παροχής ιατρικών υπηρεσιών της ενάγουσας, θα λάμβανε χώρα 30 ημέρες μετά την έκδοση κάθε τιμολογίου, που θα εκδίδονταν εντός 15 ημερών από το εξιτήριο του ασθενούς, ότι ακολούθως η ενάγουσα παρείχε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες μεταφοράς στις εγκαταστάσεις της, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και νοσηλείας, εκτελώντας διάφορες ιατρικές πράξεις και εξετάσεις που αναφέρονται λεπτομερώς στα 10 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 692.315,63 ευρώ, με τις αναλυτικές τιμές χρέωσης για κάθε μία από αυτές, τα οποία εξέδωσε η ενάγουσα το έτος 2015 και ενσωματώθηκαν στο αγωγικό δικόγραφο σε ακριβή μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα αποτελώντας ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα της, πλην όμως το δεύτερο εναγόμενο εξακολουθεί να της οφείλει το εν λόγω ποσό των 692.315,63 ευρώ, αν και είχαν παρασχεθεί από την ενάγουσα οι ιατρικές υπηρεσίες που αναφέρονται στα ως άνω τιμολόγια και αναγνωρίσθηκε η οφειλή του δεύτερου εναγόμενου με το υπ’ αριθ. ……../15.05.2017 έγγραφο του Διευθυντή της Κεντρικής Υγειονομικής Επιτροπής – …………. και (Γ) δυνάμει διαδοχικών άτυπων συμβάσεων, που καταρτίσθηκαν μεταξύ της ενάγουσας και του Επιτελείου Κοινών Επιχειρήσεων Ασφάλειας της ……….. που είχε ορισθεί από το τρίτο εναγόμενο Υπουργείο Άμυνας της ……… και υπάγεται οργανικά σ’ αυτό, στα πλαίσια του στρατιωτικού σχεδιασμού, της διαχείρισης των ασθενών – τραυματιών και της αποστολής αυτών σε νοσοκομεία της Μεσογείου για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ορίσθηκε ότι η ενάγουσα θα αναλάμβανε την παροχή των υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και νοσηλείας, κατόπιν αιτημάτων του Επιτελείου Κοινών Επιχειρήσεων Ασφάλειας της ………… που θα διερευνούσε τη δυνατότητα και τη διαθεσιμότητα της ενάγουσας και κατόπιν επιβεβαίωσης της τελευταίας, θα απέστελλε τα ονόματα και τα στοιχεία των ασθενών, με την έγκριση του τρίτου εναγόμενου, και με τη μεσολάβηση της πρώτης εναγόμενης και της Πρεσβείας της ………. στην Αθήνα, εκδίδονταν οι άδειες εισόδου και παραμονής στη χώρα για λόγους υγείας, μεταφέρονταν οι ασθενείς με αεροπορικές διακομιδές, με δαπάνες της πρώτης εναγόμενης, και διακομίζονταν στο ιδιωτικό θεραπευτήριο της ενάγουσας, ενώ η τιμολόγηση των υπηρεσιών της ενάγουσας, βάσει του ισχύοντος τιμολογίου παροχής ιατρικών υπηρεσιών, γινόταν με την ολοκλήρωση της νοσηλείας για κάθε ασθενή, η δε ενάγουσα απέστελλε τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προς την πρώτη και τον τρίτο των εναγόμενων, μέσω της Πρεσβείας της …….. στην Αθήνα, και η πρώτη εναγόμενη εξέδιδε εντολές για την εξόφληση των τιμολογίων με τη συνδρομή της Πρεσβείας της ……… στην Αθήνα, μέσω επιταγών ελληνικών Τραπεζών που εκδίδονταν από την πρώτη εναγόμενη σε διαταγή της ενάγουσας, ότι ακολούθως η ενάγουσα παρείχε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες στον ασθενή …………., εκτελώντας διάφορες ιατρικές πράξεις και εξετάσεις που αναφέρονται λεπτομερώς στα 4 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 150.474,63 ευρώ, με τις αναλυτικές τιμές χρέωσης για κάθε μία από αυτές, τα οποία εξέδωσε η ενάγουσα το έτος 2015 και ενσωματώθηκαν στο αγωγικό δικόγραφο σε ακριβή μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα αποτελώντας ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα της, πλην όμως η πρώτη εναγόμενη και το τρίτο εναγόμενο εξακολουθούν να της οφείλουν το εν λόγω ποσό των 150.474,63 ευρώ, αν και είχαν παρασχεθεί από την ενάγουσα οι ιατρικές υπηρεσίες που αναφέρονται στα ως άνω τιμολόγια. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με τις από 28.05.2021 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής της που στηρίζεται στις καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις παροχής ιατρικών υπηρεσιών, κατά δε την επικουρική βάση αυτής που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού οι εναγόμενοι μη νομίμως κατέστησαν πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας της, ο δε πλουτισμός τους σώζεται μέχρι σήμερα, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, τα ως άνω ποσά των 21.899.142,83 ευρώ, των 692.315,63 ευρώ και των 150.474,63 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 22.741.933,09 ευρώ, νομιμοτόκως από την παρέλευση 30 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1248/2022 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε ότι οι εναγόμενοι έχουν ικανότητα διαδίκου και ότι δεν απολαμβάνουν του προνομίου της ετεροδικίας, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των ελληνικών Δικαστηρίων ως προς το κονδύλιο ποσού 692.315,63 ευρώ, ενώ ως προς τα κονδύλια ποσού 21.899.142,83 ευρώ και 150.474,63 ευρώ, ως προς τα οποία κρίθηκε ότι έχουν δικαιοδοσία τα ελληνικά δικαστήρια και ότι τυγχάνει εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της ενάγουσας, εξαιτίας της μη καταβολής του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου. Η εκκαλούσα – ενάγουσα προσβάλει την απόφαση αυτή με την από 09.04.2024 έφεσή της για τους περιεχόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της στο σύνολό της.

Κατά το άρθρο 169 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγόμενου ή του διαδίκου, εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή τον διάδικο που άσκησε την κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην εξασφάλιση του εναγόμενου ή του καθ’ ου η κύρια παρέμβαση ή του καθ’ ου ασκήθηκε το ένδικο μέσο για την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας στο οικείο δικαστήριο, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 171 και 172 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι: α) για να υπάρξει υποχρέωση προς παροχή εγγυοδοσίας του ενεργούντος την επιθετική πράξη διαδίκου υπέρ του αντιδίκου του, είναι ανάγκη να υποβληθεί αίτηση του τελευταίου και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση με ποινή απαραδέκτου (άρθρο 263 περ. γ’ του ΚΠολΔ), β) κριτήριο της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσης της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους. Ο σχετικός κίνδυνος πρέπει να είναι προφανής και τούτο ισχύει, όταν ο επιτιθέμενος διάδικος δεν έχει εμφανή περιουσία, έχει άγνωστη διαμονή, είναι αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ίδιου του αιτούντος και, εν γένει, αφερέγγυος, γ) για να διαταχθεί η εγγυοδοσία, πρέπει, κατά την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει και σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη, προαποδεικτικά, από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του, να υπάρχει προφανής κίνδυνος για την αδυναμία εκτέλεσης της διάταξης για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση καταδίκης σ’ αυτά του υπόχρεου στην καταβολή της εγγυοδοσίας διαδίκου, δ) το δικαστήριο, που δέχεται τη διακωλυτική ένσταση της δίκης για εγγυοδοσία, ορίζει όχι μόνο το ποσό της, αλλά και την προθεσμία, εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει. Αν αυτή παρέλθει άπρακτη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγυοδοσία, “αποφασίζει ότι ανακλήθηκε η αγωγή, η κυρία παρέμβαση ή το ένδικο μέσο”, πράγμα που είναι υποχρεωτικό για το δικαστήριο και δεν απόκειται στην διακριτική του ευχέρεια. Η ανάκληση δε, θεωρείται, ότι αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κύριας παρέμβασης ή του ενδίκου μέσου, ε) ότι το βάρος της απόδειξης των προϋποθέσεων της ανωτέρω δικονομικής αναβλητικής ένστασης, η οποία εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα, φέρει ο εναγόμενος ή ο καθ’ ου η κυρία παρέμβαση ή εκείνος, κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, ενώ η ένσταση είναι βάσιμη, αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 372/2026 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1067/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1269/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 304/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1710/2025 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 59/2025 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εφεσίβλητοι – εναγόμενοι, κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους, ζήτησαν από το παρόν Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το ένδικο μέσο της έφεσης που άσκησε κατ’ αυτών η εκκαλούσα – ενάγουσα, να υποχρεωθεί η τελευταία σε εγγυοδοσία για την καταβολή της προσδιοριζόμενης στο ποσό των 97.866,89 ευρώ, δικαστικής δαπάνης της παρούσας δίκης, σε περίπτωση ήττας της, επικαλούμενοι προφανή κίνδυνο αδυναμίας καταβολής της ως άνω δικαστικής δαπάνης, λόγω αφερεγγυότητας της εκκαλούσας – ενάγουσας, ενόψει της μη καταβολής του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Το ανωτέρω αίτημα των εφεσίβλητων – εναγόμενων, το οποίο συνιστά δικονομική, αναβλητική της δίκης ένσταση, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, παραδεκτώς προβάλλεται κατά την παρούσα συζήτηση της υπόθεσης και τυγχάνει νόμιμο, καθώς στηρίζεται στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 169 του ΚΠολΔ. Εντούτοις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη, καθόσον από το σύνολο των συναφών προς απόδειξή του στοιχείων, που τέθηκαν υπόψη του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται έκδηλη οικονομική αδυναμία, ούτε προφανής αφερεγγυότητα της εκκαλούσας – ενάγουσας, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της εκδοθησομένης απόφασης, ως προς την διάταξη της ενδεχόμενης καταδίκης αυτής στα δικαστικά έξοδα. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε η ανυπαρξία περιουσιακών στοιχείων της εκκαλούσας – ενάγουσας και συνακόλουθα η αφερεγγυότητα και η αδυναμία αυτής για την αντιμετώπιση των οικονομικών της υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται προφανής κίνδυνος για την εκτέλεση της παρούσας ως προς τα δικαστικά έξοδα, σε περίπτωση ενδεχόμενης καταδίκης της σε αυτά.

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓπΟΗ/1912 «Περί δικαστικών ενσήμων», όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν.δ/τος 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του ν.δ. 4189/1961, η παράλειψη προκαταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2 και 3 του ν. ΓπΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν επάγεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο παραλείπων την καταβολή ενάγων, λογίζεται, κατά νόμιμο πλάσμα, ως μη εμφανιζόμενος και δικάζεται ερήμην, με επακόλουθο να απορρίπτεται η αγωγή του, λόγω πλασματικής ερημοδικίας. Η απόρριψη της αγωγής στην περίπτωση αυτή λαμβάνει χώρα όχι για τυπικό αλλά για ουσιαστικό λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητάς της και απαράδεκτο επανεγέρσεώς της, εάν η απορριπτική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1436/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 538/2019 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 «Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓπΟΗ/1912 είναι ότι είς το δι’ αυτού επιβαλλόμενον τέλος δέν υπόκεινται αί απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ώς και αί περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού», κατά δε την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 προβλέπεται ότι: «Τα εν τοις προηγουμένοις εδαφίοις 1, 2 και 3 του άρθρου τούτου οριζόμενα εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών δικών» (περί του ότι το άρθρο 7 του ν.δ/τος 1544/1942 ερμήνευσε αυθεντικά τα άρθρα 2 και 8 του ΓπΟΗ/1912, και συνεπώς συνιστά ερμηνευτικό νόμο (ΑΠ 382/2011 σε ιστοσελίδα ΑΠ). Ακολούθως, με το άρθρο 70 του Ν. 3994/2011 η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 αντικαταστάθηκε ως εξής: «Στο τέλος που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού» καθιερουμένης έτσι το πρώτον της υποχρεώσεως καταβολής ενσήμου και ως προς τις αναγνωριστικές αγωγές, ενώ κατά την παρ. 14 του άρθρου 72 του ιδίου Ν. 3994/2011 ορίσθηκε ότι: «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, κατά δε το άρθρο 77 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου ως τέτοια ορίσθηκε 02.07.2011. Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 4055/2012, η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του Ν. 3994/2011, αντικαταστάθηκε και πάλι ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663,677, 68ΙΑ και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού». Κατά δε το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 ορίσθηκε ότι: «Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του Ν. 3994/2011 δεν εφαρμόζεται στις αγωγές, που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές, πριν την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού». Ακολούθησε το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 4446/2016, με το οποίο ο νομοθέτης αποκατέστησε το νομικό καθεστώς που υπήρχε προ του Ν. 3994/2011 και κατήργησε από την 21.12.2016 (έναρξη ισχύος του νόμου αυτού) την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου για τις αναγνωριστικές αγωγές, ανεξαρτήτως αρμοδιότητας Δικαστηρίου, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 33 του Ν. 4446/2016, προβλέφθηκε ότι η άρση της υποχρέωσης καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αγωγές, ήτοι τόσο αυτές που ασκήθηκαν ως αναγνωριστικές, όσο και αυτές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν τη δημοσίευση του νόμου (21.12.2016), εφόσον μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του. Τέλος, με το άρθρο 42 παρ. 1 του Ν. 4640/2019 αντικαταστάθηκε εκ νέου η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 επαναφέροντας και πάλι την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και πλέον ορίζεται ότι «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού», ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 42 του Ν. 4640/2019 ορίσθηκε ότι η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011, δηλαδή μετά την 25.07.2011, οι αναγνωριστικές αγωγές, που δικάζονταν κατά την τακτική διαδικασία, υπόκειντο σε τέλος δικαστικού ενσήμου, β) Με το άρθρο 72 παρ. 14 του Ν. 3994/2011, εισήχθη εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 7 παρ. 4 του ν.δ/τος 1544/1942, δηλαδή, από τον κανόνα ότι η διάταξη της παρ. 3 του εν λόγω άρθρου, η οποία προβλέπει ποιες αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, εφαρμόζεται και επί εκκρεμών δικών. Ειδικότερα, με το άρθρο 72 παρ. 14 του Ν. 3994/2011, ο νομοθέτης όρισε ότι η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, η οποία πλέον προέβλεπε ότι σε δικαστικό ένσημο υπόκεινται και οι αναγνωριστικές αγωγές, δεν θα εφαρμόζεται στις εκκρεμείς αγωγές, αλλά μόνο στις αγωγές, που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011, δηλαδή μετά την 25.07.2011. Με την τελευταία αυτή διάταξη, ο νομοθέτης επέλεξε να μην υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ήδη ασκηθεί, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Ν. 3994/2011, δηλαδή όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ασκηθεί μέχρι την 25.07.2011, γ) με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, ο νομοθέτης όρισε ότι, η ως άνω εξαίρεση, ήτοι η εξαίρεση του άρθρου 72 παρ. 14 του Ν. 3994/2011, δεν εφαρμόζεται σε όσες αγωγές είχαν ασκηθεί, ως καταψηφιστικές, πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011, αλλά «μετατράπηκαν» σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου. Κατά συνέπεια, αφού για όσες αγωγές ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011 και περιορίστηκαν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του, δεν εφαρμόζεται η εξαίρεση από την καταβολή δικαστικού ενσήμου, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 14 του Ν. 3994/2011, τότε οι εν λόγω τραπείσες σε αναγνωριστικές αγωγές υπόκειντο σε τέλος δικαστικού ενσήμου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 του ν.δ/τος 1544/1942, δ) οι αναγνωριστικές αγωγές, οι οποίες είναι εκκρεμείς στις 22.12.2016 δηλαδή κατά την έναρξη ισχύος Ν. 4446/2016, δεν υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο κατ’ άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 446/2016, ενώ επίσης οι καταψηφιστικές αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν μέχρι και 21.12.2016, και οι οποίες μετατρέπονται σε αναγνωριστικές από 22.12.2016 και μετά δεν υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο, ε) Οι αναγνωριστικές αγωγές που κατατίθενται από 30.11.2019, και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο κατά το άρθρο 42 του Ν. 4640/2019, στ) Οι καταψηφιστικές αγωγές, οι οποίες έχουν ασκηθεί πριν τις 30.11.2019 (έναρξη ισχύος του Ν. 4640/2019), υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, και μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μετά την 30.11.2019, και για τις οποίες η πρώτη συζήτηση διενεργείται μετά την 01.01.2020, υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο, ζ) Οι καταψηφιστικές αγωγές, οι οποίες έχουν ασκηθεί πριν την 30.11.2019, υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, και μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μέχρι την 30.11.2019, και για τις οποίες η πρώτη συζήτηση διενεργείται μετά την 01.01.2020, υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο. Ενόψει των ανωτέρω διατάξεων και των τροποποιήσεων που αυτές επέφεραν, υποστηρίχθηκε καταρχήν η άποψη ότι η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών είναι ανίσχυρη ως αντίθετη στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., με το σκεπτικό ότι τίθεται ένας ανεπίτρεπτος περιορισμός, που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Πλην, όμως, οι ως άνω διατάξεις δεν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση κάθε πολίτη στη δικαιοσύνη και εντεύθεν δεν αντίκεινται στο άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. Συγκεκριμένα, για όποιον πολίτη αδυνατεί οικονομικώς να καταβάλει το προσήκον για την αναγνωριστική αγωγή του δικαστικό ένσημο, θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 3226/2004 όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 4689/2020, με τις οποίες γενικώς λαμβάνεται πρόνοια, ώστε να παρέχεται νομική αρωγή σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, η οποία εμπεριέχει και την απαλλαγή από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (βλ. ειδικώς άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3226/2004). Ο δε προσδιορισμός των δικαιούχων της αρωγής αυτής, κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3226/2004, ως εκείνων των οποίων το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των ετήσιων ατομικών αποδοχών, που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε πολίτες εντελώς εξαθλιωμένους οικονομικά. Εξάλλου, οι ως άνω διατάξεις, που προβλέπουν την καταβολή δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών πληρούν τα κριτήρια που, κατά τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α, απαιτούνται, προκειμένου ένας περιορισμός στο δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, να είναι αποδεκτός από το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και ειδικότερα πληρούν τόσο το κριτήριο ότι με τον περιορισμό αυτό πρέπει να επιδιώκεται ένας νόμιμος σκοπός, όσο και το κριτήριο ότι πρέπει να τηρείται ένας εύλογος (reasonable) βαθμός αναλογικότητας, ανάμεσα στα μέσα και στον επιδιωκόμενο σκοπό (βλ. τη σκέψη υπ’ αριθ. 36 της από 24.05.2006 απόφασης του Ε.Δ.Δ.Α. στην υπόθεση …… κατά ……… με αριθμό 63945/00). Και τούτο διότι, με το τέλος δικαστικού ενσήμου επιδιώκεται, προεχόντως, ο νόμιμος σκοπός της ενίσχυσης της δυνατότητας της Πολιτείας να οργανώνει κατά τον καλύτερο τρόπο, το σύστημα απονομής Δικαιοσύνης και δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη με τον εν λόγω επιδιωκόμενο σκοπό και μη εύλογη μια επιβάρυνση του ενάγοντος με τέλος το ποσοστό του οποίου είναι συνολικά ελάχιστα μεγαλύτερο του 1%, επί του χρηματικά αποτιμητού αντικειμένου της διαφοράς. Μία τέτοια ποσοστιαία αναλογία, δεν καθιστά «δυσβάσταχτη οικονομικά» την προσφυγή στη δικαιοσύνη, ιδίως για όποιον κατάγει σε δίκη το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς και δεν πρόκειται περί διογκωμένου αιτήματος. Επίσης, εφόσον δικαιωθεί ο ενάγων, το τέλος δικαστικού ενσήμου μετακυλίεται στον ηττώμενο εναγόμενο, που με την αμφισβήτησή του (επί αναγνωριστικής αγωγής) προκάλεσε την κίνηση από τον ενάγοντα του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης, ενώ παραμένει ως επιβάρυνση του ενάγοντος, σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, οπότε, εκ του αποτελέσματος, η αίτησή του για παροχή δικαστικής προστασίας κρίνεται αποδοκιμαστέα. Η κατά τα ανωτέρω «ανταποδοτική» λειτουργία του τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν είναι αθέμιτη, αφού, άλλωστε, αυτό υποδηλώνει και η ονομασία αυτού ως «τέλος», και όχι ως «φόρος» , ο οποίος, όπως και κάθε άλλο οικονομικό βάρος, δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος πέραν από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου, κατά το οποίο επιβλήθηκε (άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος). Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι ως άνω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι αντίθετες με το άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε με το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 140/2023 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 15/2019, ΕφΛαρ 123/2019 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑθ 296/2018 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1354/2016 Αρμ 2017. 1381, όμοια αντιμετώπιση του ζητήματος στα πλαίσια του νομοθετικού καθεστώτος των άρθρων 72 παρ. 14 του Ν. 3994/2011 και 21 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, με τους οποίους εισήχθη το πρώτον η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί αναγνωριστικών αγωγών με την αντικατάσταση του άρθρου 7 παρ. 3 του ν.δ/τος 1544/1942, πριν αυτό αντικατασταθεί εκ νέου με το άρθρο 33 του Ν. 4446/2016, ενώ μετά το Ν. 4640/2019 ΕφΑθ 868/2025 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 263/2025 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑνατΚρ 20/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4869/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 325/2021 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν κωλύεται, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, να δεχθεί την προσκομιδή, το πρώτον ενώπιον του, του δικαστικού ενσήμου (ΕφΠειρ 74/2021 ΝΟΜΟΣ). Τούτο εξηγείται από το ότι με την άσκηση της έφεσης αναβιώνει η εκκρεμοδικία της ένδικης αγωγής, και καθίσταται και πάλι ενεργός η υποχρέωση του ενάγοντος να εκπληρώσει τη νόμιμη υποχρέωσή του προς καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου (ΑΠ 1470/2019 ΝΟΜΟΣ). Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της ειρημένης παράλειψης, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του άνω τέλους. Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και χωρεί, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ (ΑΠ 181/2023, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 538/2019 δημ. στην ιστοσελίδα του Άρειου Πάγου, ΕφΑθ 710/2025 ΝΟΜΟΣ), κατά την οποία ο ενάγων μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1461/2021 ΝΟΜΟΣ). Επίσης, ο ενάγων σε περίπτωση που δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην και απορρίφθηκε η αγωγή του, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, αν και δεν είχε υποχρέωση καταβολής αυτού, μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλοντας ως λόγο την έλλειψη υποχρέωσής του να καταβάλει δικαστικό ένσημο, οπότε το Εφετείο, αν κρίνει βάσιμο το λόγο αυτό, θα κάνει δεκτή την έφεση και θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα (ΑΠ 140/2023 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου εκ μέρους της εκκαλούσας –ενάγουσας πρέπει να επισημανθεί ότι η κρινόμενη από 15.12.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ..…/2020 και ειδικό ..…/2020 αγωγή, η οποία ασκήθηκε αρχικά ως καταψηφιστική, κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 16.12.2020 και επιδόθηκε στους εναγόμενους την 23.12.2020 (βλ. τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. ……/23.12.2020, …../23.12.2020 και …/23.12.2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ….), ήτοι μετά την ισχύ του Ν. 4640/2019 που επανέφερε την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου στις εκκρεμούσες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές από την 30.11.2019 και εντεύθεν (έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου), μετατράπηκε νομίμως σε αναγνωριστική με τις από 28.05.2021 προτάσεις της ενάγουσας που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 223, 293, 294, 297 του ΚΠολΔ), ενώ η υπόθεση προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 26.11.2021, ήτοι μετά την ισχύ του Ν. 4640/2019, και ως εκ τούτου υπόκειται σε δικαστικό ένσημο, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 του Ν. 4640/2019. Σύμφωνα δε με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, με το τέλος δικαστικού ενσήμου επιδιώκεται, προεχόντως, ο νόμιμος σκοπός της ενίσχυσης της δυνατότητας της πολιτείας να οργανώνει κατά τον καλύτερο τρόπο, το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη με τον εν λόγω επιδιωκόμενο σκοπό και μη εύλογη μια επιβάρυνση του ενάγοντος με τέλος, το ποσοστό του οποίου είναι συνολικά ελάχιστα μεγαλύτερο του 1%, επί του χρηματικά αποτιμητού αντικειμένου της διαφοράς, μία δε τέτοια ποσοστιαία αναλογία, δεν καθιστά «δυσβάσταχτη οικονομικά» την προσφυγή στη δικαιοσύνη, ιδίως για όποιον κατάγει σε δίκη το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς και δεν πρόκειται περί διογκωμένου αιτήματος, παρεκτός του ότι η πολιτεία διαθέτει νομοθετικό μηχανισμό για την προστασία του οικονομικά ασθενέστερου διαδίκου, όπως είναι ο Ν. 3226/2004, το άρθρο 1 του οποίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 4689/2020, με τον οποίο, γενικώς, λαμβάνεται πρόνοια, ώστε να παρέχεται νομική αρωγή σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, η οποία εμπεριέχει και την απαλλαγή από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3226/2004. Κατόπιν τούτων, η εκκαλούσα – ενάγουσα, της οποίας η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη στον πρώτο βαθμό, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, όφειλε να καταβάλει το προσήκον για το αντικείμενο της αγωγής της δικαστικό ένσημο στο Εφετείο, ώστε να αρθεί η παράλειψη της μη καταβολής αυτού πρωτοδίκως, να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεσή της, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και να ερευνηθεί αυτή κατ’ ουσίαν. Με την άσκηση δε της κρινόμενης έφεσης, με την οποία αναβίωσε η εκκρεμοδικία της ένδικης αγωγής, κατέστη και πάλι ενεργή η υποχρέωση της εκκαλούσας – ενάγουσας να εκπληρώσει τη νόμιμη υποχρέωσή της προς καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου, βάσει του αγωγικού αιτήματος, την οποία και εκπλήρωσε προσκομίζοντας, με την άσκηση της έφεσης, το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου για το αποτιμητό σε χρήμα αίτημα της αγωγής της, συνολικού ποσού 22.741.933,09 ευρώ (βλ. το υπ’ αριθ. …….. ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού 240.882,55 ευρώ, σε συνδυασμό με το από 02.04.2024 μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας περί πληρωμής ηλεκτρονικού παραβόλου της Τράπεζας EUROBANK). Συνεπώς, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή και να προχωρήσει το Δικαστήριο τούτο σε νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, ώστε να κριθεί το παραδεκτό, το νόμιμο και το βάσιμο της κρινόμενης αγωγής, γενομένου δεκτού ως βάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου της υπό κρίση έφεσης.

Η …….. δεν είναι ένα από τα κράτη που έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση της Χάγης της 15.11.1965 για “την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις”, ούτε έχει καταρτιστεί κάποια διμερής σύμβαση μεταξύ της Ελλάδας και της ……….., η οποία να αφορά τις επιδόσεις δικογράφων μεταξύ των δύο αυτών χωρών. Κατά συνέπεια, αναφορικά με την επίδοση δικογράφου σε πρόσωπο που διαμένει ή έχει την έδρα του στη …………, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 134 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δε, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η επίδοση που γίνεται κατά το άρθρο 134 του ίδιου Κώδικα θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται (ΑΠ 1305/2011 ΝΟΜΟΣ). Επίσης, για την επίδοση στην αλλοδαπή κατ’ άρθρο 134 του ΚΠολΔ, δεν απαιτείται να επισυνάπτεται μετάφραση στη γλώσσα του κράτους αποστολής του εγγράφου. Αυτό ισχύει και όταν ο παραλήπτης δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα (βλ. Ορφανίδη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος I, έκδοση 2000, άρθρο 134, αριθ. 4). Εξάλλου, η έλλειψη ή ελαττωματικότητα της επίδοσης, κατ’ άρθρο 159 παρ. 1 και 160 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξης που συνεπάγεται ακυρότητα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, και μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά. Τούτο δε διότι, για την τήρηση του σχετικού τύπου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε δίδεται αναψηλάφηση ή αναίρεση. Το δικαστήριο έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινόμενου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει περί τούτου απόδειξη και η σχετική κρίση του, ως αναγόμενη στα πράγματα, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 47/2026 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 958/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 503/2018 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εφεσίβλητοι – εναγόμενοι, αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εδρεύουν στην …….. ………, με τις προτάσεις τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου επαναφέρουν τον υποβληθέντα και πρωτοδίκως ισχυρισμό τους ότι η υπό κρίση αγωγή δεν επιδόθηκε σ’ αυτούς νομίμως, διότι είχε συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα χωρίς να συνοδεύεται από ακριβή μετάφραση στην αραβική γλώσσα, ως γλώσσα του κράτους αποστολής του εγγράφου. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού οι εφεσίβλητοι – εναγόμενοι, μολονότι ισχυρίζονται ότι ήταν άκυρη η επίδοση της κρινόμενης αγωγής προς αυτούς, δεν επικαλούνται, ταυτοχρόνως για την κήρυξη της ακυρότητας, ότι οι ίδιοι υπέστησαν δικονομική βλάβη, και μάλιστα τέτοια που δεν μπορούσε να επανορθωθεί διαφορετικά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη. Σε κάθε δε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι δεν απαιτείτο να επισυναφθεί μετάφραση στη γλώσσα του κράτους αποστολής της κρινόμενης αγωγής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, αλλά και ως αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι – εναγόμενοι, αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εδρεύουν στην …….. …….., υπέστησαν βλάβη από την επίδοση σ’ αυτούς της αγωγής στην ελληνική γλώσσα, κατ’ άρθρο 134 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ, με την επίδοση του δικογράφου στον αρμόδιο Εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμούσε η δίκη, ήτοι στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, δυνάμει των προσκομιζόμενων υπ’ αριθ. …./23.12.2020, …./23.12.2020 και …../23.12.2020 εκθέσεων επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………….., αλλά αντιθέτως προέκυψε ότι αυτοί έλαβαν γνώση της επίδοσης της εναντίον τους αγωγής και παραστάθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτησή της στην ορισθείσα δικάσιμο της 26.11.2021.

Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι “1. Στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. 2. Εξαιρούνται από τη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων οι αλλοδαποί που έχουν ετεροδικία, εκτός αν πρόκειται για τις διαφορές που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 29”. Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραπέμπει σιωπηρά στο Δημόσιο Διεθνές δίκαιο, το οποίο μόνο αρνητικά καθορίζει την έκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας των επί μέρους Πολιτειών, εξαιρώντας από αυτήν ορισμένα πρόσωπα στα οποία απονέμει το προνόμιο της ετεροδικίας, δηλαδή το προνόμιο της απαλλαγής από τη δικαιοδοσία της αλλοδαπής Πολιτείας. Πιο συγκεκριμένα, τα πρόσωπα, τα οποία έχουν το προνόμιο της ετεροδικίας, καθορίζονται από τη διεθνή σύμβαση της Βιέννης της 18.04.1961, όσον αφορά τις διπλωματικές σχέσεις, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν.δ. 503/1970, “περί κυρώσεως της υπογραφείσης εν Βιέννη την 18-4-1961 υπό την αιγίδα του ΟΗΕ συμβάσεως περί των διπλωματικών σχέσεων”. Εξάλλου, κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου και κατά συνέπεια γενικά παραδεδεγμένο κανόνα του δημόσιου διεθνούς δικαίου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνικού δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ, αποτελεί και η ετεροδικία ή κυριαρχική ασυλία των αλλοδαπών κρατών, δηλαδή η μη υπαγωγή τους στη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του forum. Υπό τη σύγχρονη εκδοχή του ο θεσμός αποτελεί συνέπεια της κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και ισότητας μεταξύ των κρατών, αποσκοπεί δε στην αποφυγή διαταραχής των διεθνών σχέσεων. Η απαλλαγή όμως αυτή δεν είναι απόλυτη και πιο συγκεκριμένα η ετεροδικία των αλλοδαπών κρατών δεν καλύπτει όλες τις σχέσεις τους, αλλά εκτείνεται μόνο επί σχέσεων του δημοσίου δικαίου, δηλαδή επί εκείνων, οι οποίες συνδέονται με την ενάσκηση πολιτειακής δημόσιας εξουσίας (imperiυm) εκ μέρους των αλλοδαπών δημοσίων, ενώ δεν ισχύει επί των σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, όπου αυτά ενεργούν ως fiscus. To εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για πράξη άσκησης πολιτειακής εξουσίας (iure imperii) που εκφράζει την κυριαρχία του κράτους, ή για πράξη που αναφέρεται σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου (iure gestionis) κρίνεται από τα Ελληνικά δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της σχετικής διαφοράς σύμφωνα με το ημεδαπό δίκαιο (ΟλΑΠ 11/2000 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2017/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1074/2021 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η διεθνής τάση για περαιτέρω περιορισμό της ετεροδικίας των αλλοδαπών κρατών οδήγησε, στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην υπογραφή (στη Βασιλεία στις 16.05.1972) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Ετεροδικία των Κρατών, η οποία ενέχει κωδικοποίηση προϊσχύοντος εθιμικού δικαίου της Ηπειρωτικής Ευρώπης και έχει επικυρωθεί από οκτώ κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης: το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Αυστρία, το Βέλγιο, την Κύπρο, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία και τη Σουηδία. Η μη επικύρωση μέχρι σήμερα της Σύμβασης αυτής από άλλα ευρωπαϊκά κράτη δεν σημαίνει, χωρίς άλλο, διαφωνία προς τις βασικές αρχές αυτής, αφού οι ευρωπαϊκές χώρες στο σύνολό τους αποδέχονται και εφαρμόζουν εθιμικά το σύστημα της περιορισμένης ετεροδικίας και μάλιστα ορισμένες από αυτές είναι και πρωτοπόροι στην εφαρμογή του εν λόγω συστήματος, όπως λ.χ. (εκτός από το Βέλγιο που έχει επικυρώσει τη Σύμβαση) η Ιταλία, η Γαλλία και η Ελλάδα (ΟλΑΠ 11/2000 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτώς στρέφεται κατά των εναγόμενων «…………», Υπουργείο Υγείας της «……………..» και Υπουργείο Αμύνης της «…………….», αλλοδαπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τα οποία δύνανται να είναι αυτοτελώς υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και να παρίστανται ως διάδικοι ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 52 και 53 του ……… Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με το νόμο υπ’ αριθ. 87/1971, όπως οι διατάξεις αυτές συνεχίζουν να ισχύουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 35 της Συνταγματικής Διακήρυξης του 2011 (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. πρωτ. …../15.04.2021 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου που εκδόθηκε κατόπιν της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 401/2021 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επί της από 12.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2019 και ειδικό …./2019 αγωγής της νυν ενάγουσας κατά των νυν εναγόμενων, συναφούς προς την κρινόμενη αγωγή). Περαιτέρω, οι εναγόμενοι «…………», Υπουργείο Υγείας της «……….» και Υπουργείο Αμύνης της «………………..», αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που διαθέτουν αυτοτελή νομική προσωπικότητα, δεν απολαύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση του προνομίου ετεροδικίας, όπως αυτό αναλύεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι η ένδικη διαφορά συνέχεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου, αφού απορρέει από συμβάσεις μίσθωσης έργου παροχής ιατρικών υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας – εργολάβου, όπου οι εναγόμενοι – εργοδότες, ως αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δεν λειτουργούσαν ασκώντας πολιτειακή εξουσία υπό την κυβερνητική τους ιδιότητα (imperium), αλλά ενεργούσαν ως fiscus, δηλαδή ως ιδιώτες αντισυμβαλλόμενοι στις συμβάσεις μίσθωσης έργου παροχής ιατρικών υπηρεσιών, στο πλαίσιο κάλυψης ιδιαίτερων και επειγουσών αναγκών τους για τη νοσηλεία των τραυματιών – ασθενών του εμφυλίου πολέμου της …………, και ως εκ τούτου καθίστανται υπόχρεοι καταβολής των αιτούμενων αμοιβών της ενάγουσας – εργολάβου. Επομένως, οι περί ετεροδικίας ισχυρισμοί των εναγόμενων που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον τα αλλοδαπά κράτη έχουν το προνόμιο της ετεροδικίας, με βάση κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου, πλην όμως αυτό ισχύει μόνο για τις διαφορές από σχέσεις που συνδέονται με άσκηση πολιτειακής δημόσιας εξουσίας (imperium), ενώ αντίθετα δεν ισχύει όταν συνέχονται με σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, όπου αυτά ενεργούν ως fiscus, τούτο δε κρίνεται από τα Ελληνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται της σχετικής διαφοράς σύμφωνα με το ημεδαπό δίκαιο, και στην ένδικη περίπτωση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η επίμαχη διαφορά δεν άπτεται της ενάσκησης πολιτειακής δημόσιας εξουσίας (imperiυm) εκ μέρους των εναγόμενων, αλλοδαπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αλλά συνέχεται με σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, αφού οι εναγόμενοι συμμετέχουν στις ένδικες ιδιωτικές συναλλακτικές υποθέσεις ως fίscυs, ήτοι ως ιδιώτες, δεν έχουν το προνόμιο της ετεροδικίας.

Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των Πολιτικών Δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και Αλλοδαποί εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα Ελληνικού Δικα­στηρίου, ενώ κατά το άρθρο 4 εδ. τελευταίο του ίδιου Κώδικα το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την αίτηση αν δεν έχει δικαιοδοσία. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως κανόνας η Διεθνής Δικαιοδοσία των Ελληνικών Πολιτικών Δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διεθνών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική Πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου (ΑΠ 462/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1108/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 8/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 803/2000, ΕλλΔνη 41. 1599). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 42, 43 και 44 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να αποκλειστεί η διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών Πολιτικών Δικαστηρίων επί υφισταμένων, και σε περίπτωση που η συμφωνία γίνει εγγράφως, και επί διαφορών που θα προκύψουν στο μέλλον, από ορισμένη έννομη σχέση, εφόσον τούτο καθορίζεται κατά τρόπο σαφή. Στην περίπτωση αυτή, με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, οι συμβαλλόμενοι, με τη συμφωνία τους εκφράζουν τη βούληση τους και έτσι προβαίνουν στον καθορισμό του συγκεκριμένου κατά τόπο αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, η δε συμφωνία τους είναι έγκυρη, εκτός αν συντρέχουν άλλοι λόγοι νόμιμης προσβολής της (ΟλΑΠ 4/1992 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 246/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1542/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 706/2003 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 27/1991 ΕλλΔνη 1991. 795). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 της Σύμβασης «για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 27.09.1968 και στην οποία προσχώρησε και η Ελλάδα με σύμβαση που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 25.10.1982 και κυρώθηκε με το Ν. 1814/1988, έκτοτε δε αποτελεί, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, εσωτερικό κανόνα δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ (ΟλΑΠ 2/1999 ΝΟΜΟΣ), αν τα μέρη, από τα οποία το ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του ή την έδρα του επί νομικών προσώπων, στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, συμφώνησαν, είτε γραπτά, είτε προφορικά, αλλά με γραπτή επιβεβαίωση, ότι τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή θα προκύψουν στο μέλλον από συγκεκριμένη έννομη σχέση, τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία (ΑΠ 8/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 822/2001  ΝΟΜΟΣ). Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», ο οποίος αντικατέστησε την από 27.09.1968 Σύμβαση των Βρυξελλών «για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» και είχε εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 66 αυτού, επί των αγωγών που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από την 01.03.2002 και ο οποίος εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, συνάγεται ότι καθιερώνεται ως θεμελιώδης βάση διεθνούς δικαιοδοσίας η κατοικία του εναγόμενου και επί νομικών προσώπων η έδρα τους, πλην όμως η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί, με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της βούλησης, να κατισχύσει της βούλησης των μερών. Ειδικότερα, στο άρθρο 23 του ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάσουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους μέλους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτιστεί: α) είτε γραπτά, είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση. Ομοίως ορίζεται στο άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου του 2012 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», που εφαρμόζεται, εφόσον οι διάδικοι είναι φυσικά και νομικά πρόσωπα που κατοικούν και εδρεύουν σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αγωγή ασκήθηκε μετά την 10.01.2015 (άρθρο 66 παρ.1 του ιδίου Κανονισμού). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σκοπός των οποίων είναι η αναγνώριση της αρχής της αυτονομίας της βούλησης των συμβαλλομένων μερών, προκύπτει ότι η συμφωνία αυτή, που επιτρέπει στα μέρη να παρεκκλίνουν από τις περί διεθνούς δικαιοδοσίας διατάξεις των Κανονισμών και να υποβάλλουν τις διαφορές τους στο δικαστήριο που αυτά θα συμφωνήσουν, αποσκοπεί στον καθορισμό, με σαφή και ακριβή τρόπο, ενός δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους, σύμφωνα με τη σύμπτωση βούλησής τους, εκφραζόμενη κατά τις οριζόμενες στις άνω διατάξεις αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου ή των δικαστηρίων του κράτους που επιλέχθηκαν, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν διαφορετικά. Η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας έχει αποκλειστικά δικονομικές επενέργειες, που συνίστανται στον αποκλεισμό ή στη θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου και το κύρος και η ισχύς της θα κριθεί από το δίκαιο της χώρας του δικαστή που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή τη lex fori (ΑΠ 423/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 948/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 8/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1542/2014 ΝΟΜΟΣ). Πάντως, για την τήρηση της συμφωνίας αρκεί το ένα από τα μέρη να έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους και, συνεπώς, η σχετική συμφωνία δεν μπορεί να αποκλειστεί από το γεγονός ότι αυτή υποβάλλει ορισμένη διαφορά στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων που είναι ήδη εκ του νόμου αρμόδια να επιληφθούν αυτής, αφού από τις ως άνω διατάξεις των Κανονισμών προκύπτει ότι δίνεται σαφής προτεραιότητα στο ορισθέν δικαστήριο βάσει της αποκλειστικής συμφωνίας παρέκτασης, και μάλιστα η σχετική ρήτρα υπερισχύει, σε περίπτωση σύγκρουσης, της δωσιδικίας της συνάφειας ή της προσεπίκλησης (άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού 1215/2012). Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η σχετική έρευνα προηγείται κατά νόμο της έρευνας της πληρότητας της αγωγής ως εισαγωγικού δικογράφου, αλλά και της έρευνας ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής. Οι σχετικές δε με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις τόσο του ΚΠολΔ, όσο και της Σύμβασης των Βρυξελλών, καθώς και των Κανονισμών (ΕΚ) 44/2001 και 1215/2012, έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής (ΑΠ 441/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 462/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 8/2015 ΝΟΜΟΣ). Να σημειωθεί επίσης ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κανονισμού 1215/2012, αν ο εναγόμενος δεν έχει κατοικία ή έδρα στο κράτος – μέλος, η διεθνής δικαιοδοσία του κράτους μέλους θα κριθεί όχι με βάση τον Κανονισμό, αλλά με βάση Κανόνες Διεθνούς Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που επι­λαμβάνεται, με την επιφύλαξη του άρθρου 18 παράγραφος 1, του άρθρου 21 παράγραφος 2, και των άρθρων 24 και 25, και επομένως, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, που θεμελιώνουν διεθνή δικαιοδοσία Ελληνικού Δικαστηρίου να δικάσει διεθνή διαφορά, εφόσον υπάρχει κατά τόπο αρμοδιότητα αυτού με βάση τις ειδικές δωσιδικίες (π.χ. του τόπου κατάρτισης ή εκπλήρωσης της δικαιοπραξίας). Εξάλλου, βάσει του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Ιουνίου 2008 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I)», το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία επιλογής δικαίου στις συμβατικές ενοχές, οι συμβάσεις διέπονται από το δίκαιο που έχουν επιλέξει τα μέρη. Μάλιστα, η ελευθερία είναι πλήρης, δεν αποτελεί προϋπόθεση να πρόκειται για δίκαιο κράτους – μέλους, ούτε απαιτείται να συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τη σχέση. Προς την ίδια κατεύθυνση βρίσκεται, άλλωστε, και η ρύθμιση του άρθρου 25 εδ. α’ του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι ενοχές που προέρχονται από σύμβαση ρυθμίζονται, κατ’ αρχήν, από το δίκαιο στο οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν υποβληθεί, ενώ η υποβολή των μερών σε ορισμένο δίκαιο μπορεί να γίνει με ρητή ή σιωπηρή δήλωση της βούλησης τους (ΜονΕφΠειρ 130/2024 ΝΟΜΟΣ). Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να είναι ρητή, τούτο δε συμβαίνει αν οι συμβαλλόμενοι ορίσουν το δίκαιο που θέλουν να διέπει τη συγκεκριμένη σύμβαση που έχουν καταρτίσει, ή σιωπηρή, όπως όταν οι συμβαλλόμενοι αναφέρονται στις διατάξεις ενός δικαίου, έτσι ώστε να συνάγεται ευκρινώς η βούλησή τους στο να θεωρηθεί το δίκαιο αυτό εφαρμοστέο στη σύμβασή τους (ΑΠ 777/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1459/2014 ΝΟΜΟΣ). Επίσης, η επιλογή μπορεί να αναφέρεται σε ορισμένο κλάδο ή τμήμα του εν λόγω δικαίου, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί ηθελημένο περιεχόμενο της σύμβασης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 25 εδ. β’ του ΑΚ συνάγεται ότι αν δεν ορίστηκε από τους συμβαλλομένους, ρητώς ή σιωπηρώς, το δίκαιο που θα ρυθμίζει την ενοχή από τη σύμβαση, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από όλες τις προτεινόμενες από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενες ειδικές συνθήκες (ΑΠ 944/2020 ΝΟΜΟΣ). Η διάταξη αυτή έχει αντικατασταθεί, ως προς το μεγαλύτερο μέρος του πεδίου εφαρμογής της, από τη σύμβαση της Ρώμης, της 19ης Ιουνίου 1980, «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές», που άρχισε να ισχύει και στα κράτη μέλη της Κοινότητας, που την έχουν κυρώσει από την 01.04.1991, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, η οποία την κύρωσε με το Ν.1792/1988, αποτελούσα, έκτοτε, εσωτερικό δίκαιο, με υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Η Σύμβαση της Ρώμης αντικαταστάθηκε από τις 17.12.2009 από τον Κανονισμό (ΕΚ) με αριθμό 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I)». Συγκεκριμένα η Σύμβαση της Ρώμης εφαρμόζεται στις ενοχές από συμβάσεις που συνάπτονται από την 1η Απριλίου 1991 και μετά, ενώ ο Κανονισμός Ρώμη I εφαρμόζεται στις ενοχές από συμβάσεις που συνάπτονται μετά τις 17.12.2009 (άρθρο 29 Κανονισμού). Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 25 του ΑΚ εφαρμόζεται μόνο στις συμβατικές ενοχές από συμβάσεις που συνάφθηκαν πριν από την 01.04.1991 και στις λίγες περιπτώσεις συμβατικών ενοχών που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης της Ρώμης ή, κατά περίπτωση, του Κανονισμού Ρώμη I και δεν εμπίπτουν σε άλλο κανόνα σύγκρουσης. Η Σύμβαση θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, με κοινή εφαρμογή τόσο σε συμβαλλόμενο, όσο και σε μη συμβαλλόμενο κράτος, υποκαθιστώντας, εξ ολοκλήρου, τα επιμέρους εθνικά δίκαια, ενώ η εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 είναι οικουμενική, δηλαδή το εφαρμοστέο δίκαιο προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις του ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτου (μη συμβαλλόμενου) κράτους (άρθρο 2). Στην παρ. 1 του άρθρου 3 της ίδιας Σύμβασης, με την οποία θεσπίζεται η ελευθερία επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου, προβλέπεται ότι «1. Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Με την επιλογή αυτή οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίσουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασής τους». Η ως άνω αρχή συμπληρώνεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία επιτρέπει την τροποποίηση και το μετασυμβατικό καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, ενώ, η παρ. 3 αφορά στην έκταση της επιλογής (ΕφΘες 1360/2018 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»). Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008, όταν η σύμβαση δεν καλύπτεται από την παράγραφο 1 ή όταν τα στοιχεία της σύμβασης καλύπτονται από περισσότερα του ενός από τα στοιχεία α) έως η) της παραγράφου 1, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία το μέρος το οποίο οφείλει να εκπληρώσει τη χαρακτηριστική παροχή (characteristic performance) της σύμβασης, έχει τη συνήθη διαμονή του. Σύμφωνα με το τεκμήριο, το οποίο καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. α’, κατά την αναζήτηση του δικαίου αυτού λαμβάνεται υπόψιν η παροχή, που προσδιορίζει τον ιδιαίτερο τύπο της συγκεκριμένης σύμβασης και τον διακρίνει από τους άλλους, τεκμαίρεται δε ότι η χώρα, η οποία συνδέεται στενότερα με τη σύμβαση, είναι εκείνη στην οποία έχει τη συνήθη διαμονή ή, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, την κεντρική του διοίκηση εκείνο από τα συμβαλλόμενα μέρη, που οφείλει την παροχή, η οποία χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο συμβατικό τύπο, ενώ είναι αδιάφορος ο τόπος κατάρτισης ή εκτέλεσης της σύμβασης. Κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης, χαρακτηριστική είναι η παροχή από την οποία προσδιορίζεται το είδος της σύμβασης. Έτσι, χαρακτηριστική είναι η παροχή του πωλητή, του εκμισθωτή, του εργολάβου κ.λπ. και όχι η χρηματική αντιπαροχή του αγοραστή, του μισθωτή, του εργοδότη (ΑΠ 1252/2005 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 267/2016 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, η έλλειψη επιλογής από τα μέρη του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου οδηγεί σε επιλογή αυτού από το δικαστήριο, μέσω της ανάλυσης πραγματικών και νομικών δεδομένων – κριτηρίων, που σχετίζονται στενά με την υπόθεση. Σχετικά, το σημείο 20 του προοιμίου του Κανονισμού αναφέρει ότι όταν η σύμβαση είναι προδήλως στενότερα συνδεδεμένη με χώρα άλλη από εκείνη που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 ή 2, ρήτρα διαφυγής θα πρέπει να προβλέπει ότι θα πρέπει να εφαρμόζεται το δίκαιο της εν λόγω άλλης χώρας. Συνεπώς, η ρήτρα διαφυγής της διάταξης του άρθρου 4 παράγραφος 3 ρίχνει το βάρος στην εφαρμογή του δικαίου, που προδήλως παρουσιάζει το στενότερο σύνδεσμο προς τη σύμβαση, όταν σε αυτό οδηγεί το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, εκτοπίζοντας την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4. Η χρήση της λέξης «προδήλως» ενδεικνύει ότι η ρήτρα διαφυγής του άρθρου 4 παρ. 3 πρέπει να εφαρμόζεται με αυστηρότητα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν οι περιστάσεις της υπόθεσης καθιστούν προφανή την επίκληση και εφαρμογή της (ΕφΑθ 786/2025 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά το άρθρο 10 του ΑΚ η έδρα του νομικού προσώπου προσδιορίζει το δίκαιο, που διέπει την ικανότητά του. Το ίδιο αυτό δίκαιο ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τις προϋποθέσεις σύστασης του νομικού προσώπου, την έναρξη και την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση του, την επωνυμία, τη διαχείριση, την αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του, των μετόχων ή των εταίρων του, ακόμη και όταν η ευθύνη αυτή προϋποθέτει προηγούμενη άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου (ΕφΑθ 767/2025 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 149/2015 ΔΕΕ 2015. 1025, ΕφΠειρ 238/2014 ΠειρΝομ 2015. 43). Από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου, που είναι εφαρμοστέο, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ΑΚ, για τη ρύθμιση της ικανότητας του νομικού προσώπου, ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, και τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, όχι όμως και τα θέματα της από καταστατικό όργανο του νομικού προσώπου παροχής σε τρίτο πληρεξουσιότητας ή εντολής για την αντιπροσώπευση του νομικού προσώπου σε ορισμένη συναλλαγή ή ορισμένο κύκλο συναλλαγών, διότι τα θέματα αυτά, και ειδικότερα τα θέματα της δέσμευσης του νομικού προσώπου και της έκτασης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απέκτησε το νομικό πρόσωπο από τη σχετική δικαιοπραξία, που επιχείρησε ο εκούσιος πληρεξούσιος ή εντολοδόχος, ως αντιπρόσωπος αυτού, ρυθμίζονται, προκειμένου περί της σύμβασης της εντολής, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ΑΚ, από το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υποβλήθηκαν ή το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από όλες τις ειδικές συνθήκες, προκειμένου δε περί της πληρεξουσιότητας, σύμφωνα με γενικώς αποδεκτή σχετική γενική αρχή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, από το δίκαιο της πολιτείας στη περιοχή της οποίας επιχείρησε ο αντιπρόσωπος τη δικαιοπραξία, για την οποία του δόθηκε η πληρεξουσιότητα (ΑΠ 1187/2000 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρότειναν την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας ως προς το αγωγικό κονδύλιο ποσού 692.315,63 ευρώ, επικαλούμενοι, όπως επικαλούνται και με τις νομότυπα κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις τους κατά την παρούσα δίκη, την ύπαρξη ρητής συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών στην από 06.06.2012 σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της Κεντρικής Υγειονομικής Επιτροπής – …………., που υπάγεται στο δεύτερο εναγόμενο Υπουργείο Υγείας, και της ενάγουσας, και ειδικότερα το άρθρο 7 της σύμβασης, με το οποίο ορίσθηκε ότι «Η παρούσα σύμβαση είναι κάτω από τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς της χώρας του πρώτου μέρους. Αν υπάρχουν συγκρούσεις ή διαμάχες θα οδηγηθούν σε διαμεσολάβηση σύμφωνα με τη νομοθεσία εν ισχύ της ………». Από την παραδεκτή επισκόπηση του κειμένου της προσκομιζόμενης σε ακριβή μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα από 06.06.2012 σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ της Κεντρικής Υγειονομικής Επιτροπής – …………………, που φέρεται να υπάγεται στο δεύτερο εναγόμενο Υπουργείο Υγείας, και της ενάγουσας, προκύπτει η ρητή συνομολόγηση δικονομικής ρήτρας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι οι διαφορές τους από τη μεταξύ τους σύμβαση θα υπαχθούν σε διαμεσολάβηση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της ……..ς, χωρίς κάποια επιφύλαξη ή εξαίρεση. Η ανωτέρω σύμβαση παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας είναι νόμιμη και έγκυρη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφαρμοζόμενου του ως άνω Κανονισμού (ΕΚ) 1215/2012, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 25 του Κανονισμού. Επίσης η ρήτρα αυτή, με την οποία αποκλείστηκε η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων είναι απόλυτα σαφής και δεν επιδέχεται αντίθετη ερμηνεία κατά τη lex fori περί συντρέχουσας αρμοδιότητας των ελληνικών δικαστηρίων. Η εν λόγω ρήτρα που έγινε εγγράφως και αφορά διαφορά, που έχει περιουσιακό αντικείμενο, καταρτίστηκε παραδεκτά, σύμφωνα με τα άρθρα 42, 43 και 44 του ΚΠολΔ, και καθιδρύει αποκλειστική αρμοδιότητα των αρχών διαμεσολάβησης της ………. , σύμφωνα με την ισχύουσα λιβυκή νομοθεσία. Από το περιεχόμενο αυτής της ρήτρας, όπως διατυπώθηκε, προκύπτει ότι στη διαμεσολάβηση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της …………, υπάγεται κάθε διαφορά, χωρίς διάκριση, που έχει ως αφετηρία και ιστορικό υπόβαθρο την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων από 06.06.2012 σύμβαση. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ως άνω ρήτρα παρέκτασης καταλαμβάνει, εκτός από την αγωγή από τη σύμβαση, και κάθε αγωγή, εφόσον είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σύμβαση, πράγμα που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει. Υπό τα ανωτέρω, το δικαστήριο που έχει, βάσει έγκυρης ρήτρας παρέκτασης, διεθνή δικαιοδοσία για την αγωγή που στηρίζεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη, έχει, κατ’ επέκταση, και για την αγωγή που στηρίζεται στην αιτιώδη αναγνώριση της οφειλής από τη σύμβαση, καθόσον η ιστορική αυτή βάση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σύμβαση που καταρτίστηκε και δεν παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία, και η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής, απλώς, δήλωσης είναι κατ’ αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία) (βλ. σχετ. ΑΠ 49/2026 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 847/2023 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη δε περίπτωση η ενάγουσα επικαλέσθηκε με την κρινόμενη αγωγή της αιτιώδη αναγνώριση (εξώδικη ομολογία) της οφειλής των εναγόμενων από την από 06.06.2012 σύμβαση, και συγκεκριμένα ότι αναγνωρίσθηκε η οφειλή του δεύτερου εναγόμενου από την από 06.06.2012 σύμβαση με το υπ’ αριθ. ………./15.05.2017 έγγραφο του Διευθυντή της Κεντρικής Υγειονομικής Επιτροπής – ……………., χωρίς να επικαλεσθεί επιπλέον ότι οι διάδικοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση της υπάρχουσας ήδη ενοχής από την από 06.06.2012 σύμβαση, αλλά αντιθέτως ότι θέλησαν αυτοί την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, η οποία να αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, τα αντιθέτως δε υποστηριζόμενα από την ενάγουσα με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής της, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί ακυρότητας της ως άνω ρήτρας παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, αφενός διότι δεν διευκρινίζεται η διαδικασία διαμεσολάβησης και το αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση των διαφορών από την από 06.06.2012 σύμβαση, σε περίπτωση αποτυχίας της διαμεσολάβησης, αφετέρου διότι αντίκειται στη δημόσια τάξη, λόγω του εμφυλίου πολέμου που συνεχίζεται στη ……….. και καθιστά αδύνατη τη διεξαγωγή της διαμεσολάβησης, πρέπει να επισημανθεί ότι από την επισκόπηση των πρωτοδίκως κατατεθειμένων από 28.05.2021 προτάσεων της ενάγουσας, σε συνδυασμό και με την από 11.06.2021 προσθήκη – αντίκρουση των προτάσεών της, προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν απάντησε καθόλου στην προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, λόγω ύπαρξης συμφωνίας παρέκτασης στην από 06.06.2012 σύμβαση, ούτε πρότεινε αντένσταση περί ακυρότητας της εν λόγω συμφωνίας παρέκτασης, και ως εκ τούτου ο ανωτέρω ισχυρισμός της περί ακυρότητας της ρήτρας παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, που διαλαμβάνεται το πρώτον στον δεύτερο λόγο της έφεσης της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τούτο διότι για πρώτη φορά με το δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης επιχειρείται η προβολή της ανωτέρω αντένστασης περί ακυρότητας της συμφωνίας παρέκτασης, χωρίς περαιτέρω, να γίνεται επίκληση από την εκκαλούσα – ενάγουσα στο δικόγραφο της έφεσής της ότι συντρέχουν οι εξαιρέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι είναι οψιγενής ισχυρισμός και προέκυψε για πρώτη φορά μεταγενέστερα, ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ή μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, ότι δεν προβλήθηκε εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία ή ότι αποδεικνύεται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία των εφεσίβλητων-εναγόμενων. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των εναγόμενων απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως προς το κονδύλιο ποσού 692.315,63 ευρώ ως απαράδεκτη για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών Δικαστηρίων προς εκδίκαση της υπόθεσης, ορθώς έκρινε, και ως τούτου, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, ως προς το αγωγικό κονδύλιο ποσού 21.899.142,83 ευρώ, θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012, αφού στην από 25.09.2014 σύμβαση και στην από 08.11.2014 σύμβαση, που αντικατέστησε την πρώτη σύμβαση, μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 44/2014 απόφασης του Πρωθυπουργού της ………., με την οποία ακυρωνόταν κάθε προηγούμενη σχετική με την περίθαλψη των ασθενών – τραυματιών σύμβαση, οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ της Επιτροπής Τραυματιών του Εθνικού Στρατού της ………, εκπροσωπούμενης από το Γενικό Διευθυντή της …………, που φέρεται να είχε ειδικώς εξουσιοδοτηθεί προς σύναψη της από 08.11.2014 σύμβασης, δυνάμει της προαναφερόμενης υπ’ αριθ. 44/2014 απόφασης του Πρωθυπουργού της ………., και της ενάγουσας, και περιέχουν πανομοιότυπους όρους, ορίσθηκε στο άρθρο 6 των συμβάσεων ότι «Η παρούσα σύμβαση διέπεται από τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς της χώρας του δεύτερου μέρους. Αν υπάρχουν διαμάχες ή διενέξεις θα διευθετούνται από τα Δικαστήρια της χώρας του δεύτερου μέρους». Η ως άνω ρήτρα η οποία καθιδρύει αποκλειστική αρμοδιότητα, κατά παρέκταση, των δικαστηρίων της Ελλάδας, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πληροί, από πλευράς τύπου, όλες τις οριζόμενες, από τις διατάξεις των άρθρων 42, 43, 44 του ΚΠολΔ και 25 του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/2012, προϋποθέσεις για την εγκυρότητά της, καθόσον καταρτίστηκε εγγράφως, αναφέρεται σε διαφορές που έχουν περιουσιακό αντικείμενο και προέρχονται από ορισμένη έννομη σχέση, δηλαδή την ένδικη από 08.11.2014 σύμβαση και περιέχει ρητή μνεία των τοπικά αρμόδιων δικαστηρίων, ήτοι των Δικαστηρίων Πειραιώς, χωρίς κάποια επιφύλαξη ή εξαίρεση. Επιπλέον είναι απόλυτα σαφής, μη χρήζουσα, ούτε επιδεχόμενη αντίθετης ερμηνείας κατά τη lex fori περί συντρέχουσας αρμοδιότητας άλλων δικαστηρίων, καθώς τα συμβαλλόμενα μέρη, εάν ήθελαν κάτι τέτοιο, θα το είχαν ρητά προβλέψει, και συνεπώς κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εναγόμενους. Περαιτέρω, ενόψει του ότι εισάγεται προς επίλυση ιδιωτική διαφορά από διεθνή έννομη σχέση, δηλαδή σχέση με στοιχεία αλλοδαπότητας, αφού η ενάγουσα είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, οι δε εναγόμενοι αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τίθεται θέμα εφαρμοστέου δικαίου που διέπει την επίδικη διαφορά. Εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο ως προς την κύρια και την επικουρική βάση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I)» και το άρθρο 25 εδ. α’ του ΑΚ, αφού η ένδικη από 08.11.2014 σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που έχουν επιλέξει τα μέρη σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 6 της σύμβασης, ήτοι το ελληνικό δίκαιο. Εντούτοις, το καίριο ζήτημα, το οποίο σχετίζεται με τον ισχυρισμό των εναγόμενων που προβλήθηκε με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναλαμβάνεται στις προτάσεις τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ότι δεν δεσμεύονται από την από 08.11.2014 σύμβαση, αφενός διότι δεν συντρέχει η επικαλούμενη από την ενάγουσα ιδιότητα του δεύτερου εναγόμενου Υπουργείου Υγείας της ………. ως οργάνου της πρώτης εναγόμενης ……..Κυβέρνησης …… της ………., αρμοδίου να συνάπτει συμβάσεις παροχής ιατρικών υπηρεσιών με τρίτα πρόσωπα και να δεσμεύει την πρώτη εναγόμενη, ευθυνόμενη αλληλεγύως και εις ολόκληρον με το δεύτερο εναγόμενο, ούτε η επικαλούμενη από την ενάγουσα ιδιότητα της Επιτροπής Τραυματιών του Εθνικού Στρατού της ……… ως υποκατάστατου οργάνου του δεύτερου εναγόμενου Υπουργείου Υγείας της ……….., αφετέρου διότι δεν είχε νομίμως εξουσιοδοτηθεί ο υπογράφων την από 08.11.2014 σύμβαση Γενικός Διευθυντής της Επιτροπής Τραυματιών του Εθνικού Στρατού της ……….. ………, δυνάμει της υπ’ αριθ. 44/2014 απόφασης του Πρωθυπουργού της ……….., και το οποίο είναι καθοριστικό για τη διάγνωση των δικαιωμάτων της ενάγουσας που απορρέουν από την από 08.11.2014 σύμβαση και τη συνακόλουθη ευθύνη των εναγόμενων κατά την κύρια και την επικουρική βάση της κρινόμενης αγωγής, ρυθμίζεται από τον οικείο κανόνα δικαίου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που το καλύπτει, ήτοι από το άρθρο 10 του ΑΚ, και όχι από το άρθρο 25 του ΑΚ, ως το δίκαιο της έδρας των εναγόμενων αλλοδαπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Συγκεκριμένα, εφόσον οι εναγόμενοι είναι αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εδρεύουν στη …….., τα ανωτέρω ζητήματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, της αντιπροσωπευτικής εξουσίας και της ευθύνης των οργάνων του, κρίνονται από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου, που είναι εφαρμοστέο, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ΑΚ, ήτοι το ….. δίκαιο, ενώ τα θέματα της από καταστατικό όργανο του νομικού προσώπου παροχής σε τρίτο πληρεξουσιότητας ή εντολής για την αντιπροσώπευση του νομικού προσώπου σε ορισμένη συναλλαγή ή ορισμένο κύκλο συναλλαγών, και ειδικότερα τα θέματα της δέσμευσης του νομικού προσώπου και της έκτασης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απέκτησε το νομικό πρόσωπο από τη σχετική δικαιοπραξία, που επιχείρησε ο εκούσιος πληρεξούσιος ή εντολοδόχος, ως αντιπρόσωπος αυτού, ρυθμίζονται, προκειμένου περί της σύμβασης της εντολής, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ΑΚ, από το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υποβλήθηκαν ή το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από όλες τις ειδικές συνθήκες, προκειμένου δε περί της πληρεξουσιότητας, από το δίκαιο της πολιτείας στην περιοχή της οποίας επιχείρησε ο αντιπρόσωπος τη δικαιοπραξία, για την οποία του δόθηκε η πληρεξουσιότητα, και εν προκειμένω από το ….. δίκαιο, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο φερόμενος ως νομίμως εξουσιοδοτηθείς Γενικός Διευθυντής της Επιτροπής Τραυματιών του Εθνικού Στρατού της ………, …………, υπέγραψε την από 08.11.2014 σύμβαση στη …….. και στη συνέχεια την απέστειλε στην Πρεσβεία της …….. στην Αθήνα όπου υπεγράφη από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας. Υπέρ της εκδοχής ότι εφαρμοστέο τυγχάνει το …. δίκαιο ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, συνηγορεί και το γεγονός ότι η ενάγουσα επικαλείται προς θεμελίωση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του φερόμενου ως νομίμως εξουσιοδοτηθέντος Γενικού Διευθυντή της Επιτροπής Τραυματιών του Εθνικού Στρατού της ………, ………, την υπ’ αριθ. 44/2014 απόφαση του Πρωθυπουργού της ………, το κύρος της οποίας μπορεί να κριθεί μόνο κατά το …… δίκαιο, ως το δίκαιο του τόπου όπου επιχειρείται η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τη γενική αρχή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου locus regit actum. Ως προς το αγωγικό κονδύλιο ποσού 150.474,63 ευρώ, έχουν διεθνή δικαιοδοσία τα ελληνικά δικαστήρια να το εκδικάσουν σύμφωνα με το άρθρο 33 του ΚΠολΔ και το άρθρο 7 σημείο 1 στοιχεία α’ και β’ του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012, δεδομένου ότι πρόκειται για παροχή ιατρικών υπηρεσιών, η δε έδρα της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, παρέχουσας τις υπηρεσίες εργολάβου – δανείστριας της επίδικης χρηματικής παροχής των αποδεκτών των υπηρεσιών εναγόμενων, εργοδοτών – οφειλετών, όπου, δυνάμει των επικαλούμενων διαδοχικών άτυπων συμβάσεων, που καταρτίσθηκαν μεταξύ της ενάγουσας και του Επιτελείου Κοινών Επιχειρήσεων Ασφάλειας της …….., που φέρεται να έχει ορισθεί από το τρίτο εναγόμενο Υπουργείο Άμυνας της …….. και να υπάγεται οργανικά σ’ αυτό, έγινε η παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, είναι στο …………… Αττικής, το οποίο ανήκει στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Εφαρμοστέο δίκαιο, ενόψει του γεγονότος ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά την κατάρτιση των επίδικων διαδοχικών άτυπων συμβάσεων, δεν επέλεξαν συγκεκριμένο δίκαιο, είναι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο ως προς την κύρια και την επικουρική βάση της αγωγής, το οποίο αρμόζει στις επίδικες συμβάσεις από το σύνολο των ειδικών συνθηκών, κατ’ άρθρο 25 εδ. β’ του ΑΚ, αλλά και κατ’ άρθρο 4 παρ. 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I)» ως το δίκαιο της χώρας κατοικίας του κύριου παράγοντα που εκτελεί τη χαρακτηριστική (μη χρηματική) παροχή, ήτοι εν προκειμένω της ενάγουσας παρέχουσας τις υπηρεσίες – εργολάβου, το οποίο επηρεάζει εντονότερα την ταυτότητα των διαδοχικών άτυπων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, στην κάρπωση των οποίων προσβλέπουν οι εναγόμενοι αποδέκτες των υπηρεσιών – εργοδότες, ως συμβαλλόμενα μέρη στις συμβάσεις και καταβάλλοντες χρηματικά ποσά ως αντάλλαγμα για την παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας – εργολάβου. Εντούτοις, το καίριο ζήτημα, το οποίο σχετίζεται με τον ισχυρισμό των εναγόμενων που προβλήθηκε με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναλαμβάνεται στις προτάσεις τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ότι οι εναγόμενοι δεν δεσμεύονται από τις επικαλούμενες διαδοχικές άτυπες συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν μεταξύ της ενάγουσας και του Επιτελείου Κοινών Επιχειρήσεων Ασφάλειας της …….., διότι δεν συντρέχει η επικαλούμενη από την ενάγουσα ιδιότητα του τρίτου εναγόμενου Υπουργείου Άμυνας της …….. ως οργάνου της πρώτης εναγόμενης, αρμοδίου να συνάπτει συμβάσεις παροχής ιατρικών υπηρεσιών με τρίτα πρόσωπα και να δεσμεύει την πρώτη εναγόμενη, ευθυνόμενη αλληλεγύως και εις ολόκληρον με το τρίτο εναγόμενο, ούτε η επικαλούμενη από την ενάγουσα ιδιότητα του Επιτελείου Κοινών Επιχειρήσεων Ασφάλειας της …….. ως υποκατάστατου οργάνου του τρίτου εναγόμενου Υπουργείου Άμυνας, και το οποίο είναι καθοριστικό για τη διάγνωση των δικαιωμάτων της ενάγουσας που απορρέουν από τις ένδικες διαδοχικές άτυπες συμβάσεις και τη συνακόλουθη ευθύνη των εναγόμενων κατά την κύρια και την επικουρική βάση της κρινόμενης αγωγής, ρυθμίζεται από τον οικείο κανόνα δικαίου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που το καλύπτει, ήτοι από το άρθρο 10 του ΑΚ, και όχι από το άρθρο 25 του ΑΚ, ως το δίκαιο της έδρας των εναγόμενων αλλοδαπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Συγκεκριμένα, εφόσον οι εναγόμενοι είναι αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εδρεύουν στη …….., τα ανωτέρω ζητήματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, της αντιπροσωπευτικής εξουσίας και της ευθύνης των οργάνων του, κρίνονται από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου, που είναι εφαρμοστέο, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ΑΚ, ήτοι το ……. δίκαιο. Κατόπιν τούτων, εφόσον κατά τη μελέτη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν κενά που χρήζουν συμπλή­ρωσης, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 254 του ΚΠολΔ, αναβαλλόμενης της έκδοσης οριστικής απόφασης ως προς τα αγωγικά κονδύλια ποσού 21.899.142,83 ευρώ και ποσού 150.474,63 ευρώ, σε δικάσιμο που θα ορισθεί, προκειμένου να προσκομισθεί, με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, σχετικά με τους κανόνες του ………. δικαίου, οι οποίοι ρυθμίζουν τα προαναφερθέντα ζητήματα, δοθέντος ότι οι διάδικοι δεν μνημονεύουν, ούτε προσκομίζουν τις διατάξεις του δικαίου της ……..  που ρυθμίζουν τα εν λόγω ζητήματα. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν, καθόσον η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική (βλ. ΕφΠειρ 226/2021 ΝΟΜΟΣ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 09.04.2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1248/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 1248/2022 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 15.12.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2020 και ειδικό …/2020 αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς το αγωγικό κονδύλιο ποσού 692.315,63 ευρώ.

Αναβάλλει την έκδοση της οριστικής του απόφασης ως προς τα λοιπά αγωγικά κονδύλια ποσού 21.899.142,83 ευρώ και ποσού 150.474,63 ευρώ.

Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθεί, με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, σχετικά με τους κανόνες του λιβυκού δικαίου, οι οποίοι ρυθμίζουν τα ζητήματα της οργανικής εκπροσώπησης των εναγόμενων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που εδρεύουν στη …….., της αντιπροσωπευτικής εξουσίας και της ευθύνης των οργάνων αυτών, της από καταστατικό όργανο των νομικών προσώπων παροχής σε τρίτο πληρεξουσιότητας ή εντολής για την αντιπροσώπευση των νομικών προσώπων σε ορισμένη συναλλαγή ή ορισμένο κύκλο συναλλαγών, και ειδικότερα τα θέματα της δέσμευσης των νομικών προσώπων και της έκτασης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απέκτησαν τα νομικά πρόσωπα από τις σχετικές δικαιοπραξίες, που επιχείρησε ο εκούσιος πληρεξούσιος ή εντολοδόχος, ως αντιπρόσωπος αυτών.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 06.07.2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 26.08.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ