Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 560/2026

Αριθμός    560/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο  

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις  …………,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

EKKAΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ……………., με διεύθυνση αντικλήτου ……………. και 2)  ……………….. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους δικηγόρο Αναστάσιο Κώνστα.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………..», που εδρεύει στο …………. Αττικής, οδός ……….., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Νικόλαο Νάκη [ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΝΑΚΗΣ- ΜΑΡΙΑ Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ].

Οι εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 30.12.2021 ανακοπή (ΓΑΚ/ΕΑΚ  ………./2021) και τους από 29.8.2022 πρόσθετους λόγους ανακοπής (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2022). Επί της προαναφερόμενης ανακοπής και των προσθέτων αυτής λόγων εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 3066/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε τα σε αυτήν αναφερόμενα.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου  οι ανακόπτοντες-ασκούντες τους πρόσθετους λόγους ανακοπής με την από 14.11.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ………./2022-ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………/2024) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση των ανακοπτόντων – ασκούντων προσθέτους λόγους, ήδη εκκαλούντων, κατά της υπ΄αρ. 3066/7.10.2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και έκανε εν μέρει δεκτή την από 30.12.2021,  κατά τα άρθρα 633 και 933 ΚΠολΔ, ανακοπή των ανακοπτόντων – ασκούντων προσθέτους λόγους και ήδη εκκαλούντων, έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρα 495 επ., 511, 513, 516 παρ.2, 517 εδ.α΄, 518 παρ 1 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 18.11.2022 και η επίδοση της εκκαλουμένης έλαβε χώρα την 19.10.2022 (βλ. την από την ημερομηνία αυτή επισημείωση στο σώμα της της δικαστικής επιμελήτριας ………………..). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω από το Δικαστήριο τούτο, που είναι καθ΄ύλη και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ίδια διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της και μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτούς (άρθρα 19, 522, 533 παρ.1,2 ΚπολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες – ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ

Oι ανακόπτοντες – ασκούντες προσθέτους λόγους και ήδη εκκαλούντες, με την κατά τα άρθρα 633 και 933 ΚΠολΔ από 30.12.2021, ανακοπή τους (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ………./2021) και τους από 29.8.2022 (………./2022) προσθέτους λόγους επ΄αυτής ζητούσαν αφενός μεν την ακύρωση της υπ΄αριθμ. ……./2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, αφετέρου δε της κάτωθεν του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής επιταγής προς πληρωμή (από 30.11.2021), με την οποία επισπεύσθηκε σε βάρος τους από την καθ΄ής η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι, ήδη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «…………..» αναγκαστική εκτέλεση. Με την ως άνω προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, η οποία εξεδόθη αιτήσει και στο όνομα της τότε δικαιούχου “………………..”, οι ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην τράπεζα εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 67.697,29 GHF ή 47.287,85 ευρώ έντοκα με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων από 27.2.1010, προερχόμενο από το υπόλοιπο της με αριθμό …………./27.12.2007 σύμβασης στεγαστικού δανείου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της τράπεζας και του πρώτου εξ αυτών ως δανειολήπτη, την οποία προσυπέγραψε η δεύτερη ως εγγυήτρια. Μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής η ένδικη απαίτηση, δυνάμει της με αρ. ……./18-6-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίσθηκε αυθημερόν στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …… με αύξ. Αριθμό …., μεταβιβάσθηκε με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 και των άρθρων 455 επ. ΑΚ στην εταιρεία  με την επωνυμία «………..»,, η οποία  κατέστη έτσι ειδική διάδοχος της δανείστριας τράπεζας και με την ιδιότητά της αυτή ανέθεσε στη συνέχεια την διαχείριση της άνω απαιτήσεως στην καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία υπό την τότε επωνυμία της «…………….», δυνάμει της με αρ. ………/18-6-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003,  περίληψη της οποίας καταχωρίσθηκε αυθημερόν στα βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξ. αριθμό …….

Επί της ανακοπής αυτής  εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της υπ΄αριθμ. ……/2010 διαταγής πληρωμής, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης  της καθ΄ης  εταιρείας διαχείρισης και επικυρώθηκε κατά τούτο η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Ακολούθως, κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η σωρευόμενη ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της κατά της από 30.11.2021 επιταγής προς πληρωμή και κατά παραδοχή του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου της ανακοπής και του συναφούς 11ου πρόσθετου λόγου αυτής ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι των δικογράφων της ανακοπής και των προσθέτων λόγων.

Ήδη κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης παραπονούνται οι ανακόπτοντες και ασκούντες προσθέτους λόγους, με την κρινόμενη έφεσή τους και τους λόγους που διαλαμβάνονται σ΄ αυτήν, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητούν την εξαφάνισή της μόνο κατά το μέρος που βλάπτονται,  (κατά το μέρος δηλαδή που απερρίφθη η ανακοπή τους και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και επικυρώθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής), ώστε να γίνει δεκτή καθ΄ολοκληρίαν  η ανακοπή τους και να ακυρωθεί και η διαταγή πληρωμής.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3156/2003 “Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ”, για τους σκοπούς του νόμου αυτού, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως “ιδιωτική τοποθέτηση” θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. “Μεταβιβάζων”, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και “αποκτών” μόνο νομικό πρόσωπο – ανώνυμη εταιρία – με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και “τιτλοποιεί” τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα, “ομολογίες”, ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30-10-2003 – ΦΕΚ Β’ 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020 – ΦΕΚ Β’ 4944/09-11-2020 – απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε, έως την ίδρυση τους με π.δ/γμα, ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή” (παρ. 14). Εξάλλου, με τον ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ”, εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι “εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΑΑΔΠ) και οι “εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του άνω Ν. 4354/2015. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 β του Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλην της περίπτωσης δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, προς τους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά, ήτοι: αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρίες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή σε μη συνεργάσιμο κράτος. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, στη σύμβαση μεταβίβασης (πώλησης) απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να είναι, ως πωλητές μόνον πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και ως αγοραστές μόνον ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 α του ως άνω Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4643/2019, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και των απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός των αναφερόμενων στην περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, ανατίθεται στους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά: ήτοι, αα) σε ανώνυμες εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρίες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27-6-2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004) και της περίπτωσης δ’ της παρούσας παραγράφου. Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) και αφετέρου ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Εξάλλου, οι ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α’, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α’ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 του Ν. 4549/2018). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας) (άρθρο 1 παρ. α’), οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ. 1 – 3 του ν. 4354/2015, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 70 του Ν. 4389/2016, προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων την διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 παρ. 1 α’ Ν. 4354/2015). Επίσης, η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) (ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 β’ περιπτ. ββ και γγ Ν.4354/2015) και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις του άρθρου 513 επομ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επομ. ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο Ν. 4354/2015) και περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871 – 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ’ αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του ν. 4354/2015, η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες, λόγω πώλησης, απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Αμφότεροι οι ως άνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση – πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του Ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του Ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο τη έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης, ωστόσο ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με το ν. 3156/2003, στο άρθρο 10 παρ. 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο – εγγυητή με τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σ’ αυτή. Με τη διάταξη αυτή δεν παρέχεται ρητά στην εταιρεία διαχείρισης, η οποία, συμβαλλόμενη με την εταιρεία απόκτησης, αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (ήτοι απαίτησης της εταιρείας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της, όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρείες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση το νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, στο όνομά τους, το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρείες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ’ Ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών – καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιρειών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ενόψει αυτών είναι ερευνητέο, αν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων του Ν. 4354/2015 απολαμβάνουν την προβλεπόμενη από το νόμο αυτό εξαιρετική νομιμοποίηση ως μη δικαιούχοι διάδικοι και στην περίπτωση που τους έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων με το καθεστώς του Ν.3156/2003, μολονότι τέτοια νομιμοποίηση δεν θεσπίζεται ρητά με το Ν. 3156/2003. Στην ελληνική έννομη τάξη η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία απονέμει στο πρόσωπο την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, όπως λχ συμβαίνει με το σύνδικο της πτώχευσης, τον εκτελεστή διαθήκης, τον εκκαθαριστή κληρονομίας, τον αναγκαστικό διαχειριστή, τον Εισαγγελέα στη δίκη ακύρωσης του γάμου κλπ. Ωστόσο, η πρόβλεψη μιας περίπτωσης εξαιρετικής νομιμοποίησης από το νομοθέτη δεν απαιτεί πανηγυρική διατύπωση ότι πρόκειται για μη δικαιούχο ή μη υπόχρεο διάδικο, εφόσον από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, σύμφωνα με την οποία μεταξύ των περισσοτέρων δυνατών νοημάτων, που καλύπτονται από το γράμμα του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου πρέπει να αναζητείται εκείνο που επιτυγχάνει την πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του, δηλαδή την πληρέστερη διασφάλιση της αξιολογικής στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει το πρόσωπο, που νομιμοποιείται προς είσπραξη μιας απαίτησης τρίτου κατά το ουσιαστικό δίκαιο και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξή της διαδικαστική πράξη και ενέργεια με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Προς τούτο συγκλίνει και η αντικειμενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ερμηνευτής ενός κανόνα δικαίου αναζητεί το αντικειμενικό νόημα του νόμου, δηλαδή την ενυπάρχουσα στον κανόνα δικαίου λογική, έτσι ώστε αυτός, ενόψει του όλου συστήματος δικαίου, των υφισταμένων συνθηκών και των αντιμαχομένων συμφερόντων και αναγκών να μπορεί να επιτελέσει τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Ο νομοθέτης, στο άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 ρύθμισε ρητά το ειδικό δικονομικό καθεστώς των εταιρειών διαχείρισης, απονέμοντας σ’ αυτές την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Ωστόσο, αυτές οι εταιρείες διαχείρισης υπάγονται σε μια ευρύτερη κατηγορία εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, όπως είναι και εκείνες του Ν. 3156/2003. Ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιρειών διαχείρισης του Ν. 3156/2003 από εκείνες του Ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, αφού και οι δύο ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Γι’ αυτό οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους, ανεξαρτήτως αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με τη διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του Ν. 3156/2003 ή με τη διαδικασία της πώλησης βάσει του Ν. 4354/2015. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 δ’ του Ν. 4354/2015 ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3156/2003, ενώ και στην αιτιολογική έκθεση αυτού σημειώνεται ότι “παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (Ν. 3156/2003) είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με το Ν. 4354/2015). Η προβλεπόμενη με την πιο πάνω διάταξη παράλληλη εφαρμογή των δύο νομοθετημάτων αναφέρεται στη διαδικασία μεταβίβασης των απαιτήσεων και σκοπεύει να διευκολύνει τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3156/2003, απαλλάσσοντας τους συμβαλλόμενους από τις επιπλέον προβλεπόμενες ειδικότερες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη μεταβίβαση των απαιτήσεων με βάση το Ν. 4354/2015. Η ως άνω ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, εξυπηρετεί το νομοθετικό σκοπό της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας έτσι την αρμονική ένταξη του ερμηνευόμενου Ν. 3154/2003 στο σύστημα, χωρίς η προσέγγιση αυτή να επηρεάζεται από τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θεσπίστηκαν τα ως άνω δύο νομοθετήματα. Η διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του Ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 αυτού, μόνο όταν η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και όχι όταν έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του Ν. 3156/2003, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α’ του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις. Τέλος, υπέρ της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης ότι ο διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων του Ν. 3156/2003 νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος αποτελεί και η ιστορική καταγωγή του Ν. 3156/2003. Ειδικότερα, η τιτλοποίηση απαιτήσεων προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 14 του Ν. 2801/2000 και αφορούσε την τιτλοποίηση απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια δε, ο θεσμός αυτός επεκτάθηκε και στον ιδιωτικό τομέα με τη θέσπιση του Ν. 3156/2003. Με την παρ. 13 του άρθρου 14 του άνω Ν. 2801/2000 ορίστηκε ότι η είσπραξη των εκχωρούμενων απαιτήσεων συνεχίζει να γίνεται από το Ελληνικό Δημόσιο στο όνομα και για λογαριασμό αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για την είσπραξη δημόσιων εσόδων και με όλα τα διαδικαστικά προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, σαν να μην είχε λάβει χώρα εκχώρηση ή μεταβίβαση των σχετικών απαιτήσεων, οι δε προβλεπόμενες επί των εσόδων κρατήσεις και δικαιώματα υπέρ τρίτων αποδίδονται στους δικαιούχους τους, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις. Ο εκδοχέας των απαιτήσεων δεν νομιμοποιείται να παρέμβει ή να συμμετάσχει κατά οποιονδήποτε τρόπο στις σχετικές διαδικασίες. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ` αναλογία και όταν πρόκειται για εκχώρηση απαιτήσεων ΝΠΔΔ. Συνεπώς, με βάση τον ως άνω νόμο, που προηγήθηκε του Ν. 3156/2003, το Ελληνικό Δημόσιο ως διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων έχει την αποκλειστική εξουσία να ενεργεί στο όνομά του ως μη δικαιούχος διάδικος όλες τις αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την είσπραξη των εκχωρημένων ή μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, ενώ ο εκδοχέας των απαιτήσεων στερείται νομιμοποίησης. Η υποστηριζόμενη άποψη ότι οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι μόνο όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης σ’ αυτές γίνεται με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, λόγω του ότι προβλέπεται διαφορετική φορολογική μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης στους δύο νόμους, καθώς ο Ν. 3156/2003 θέτει τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις υπό καθεστώς φορολογικής ατέλειας, ενώ οι μεταβιβάσεις που γίνονται με βάση το Ν. 4354/2015 υπόκεινται σε φορολογία, δεν μπορεί να στηρίξει πειστικά αυτή τη διαφορετική άποψη. Επίσης, το επιχείρημα υπέρ της ίδιας ως άνω άποψης, λόγω του ότι ο Ν. 4354/2015 θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των καταναλωτών την προηγούμενη πρόσκληση του συνεργάσιμου δανειολήπτη και του εγγυητή για να διακανονίσουν τις οφειλές τους (άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4354/2015), ενώ ο Ν. 3156/2003 δεν περιλαμβάνει τέτοια πρόβλεψη, είναι ατελέσφορο, διότι η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης δεν απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις, αφού εξαιρούνται από την προϋπόθεση αυτή απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων (άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. β Ν. 4354/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή τους κατά το μέρος  που στρέφονταν κατά της υπ΄αριθμ ……./2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, καθώς και τους συνεχόμενους με αυτήν προσθέτους λόγους μμε την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχε παθητική νομιμοποίηση της  καθ΄ης η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της, ενώ αυτή νομιμοποιείτο παθητικά  ως κατ΄εξαίρεση μη δικαιούχος διάδικος,. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες – ανακόπτοντες υποστηρίζουν ότι η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε, υπέρ της αρχικής δανείστριας τράπεζας, η υπ΄αρ. ……/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο για την επισπευδόμενη σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση, φέρεται να μεταβιβάσθηκε μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής λόγω τιτλοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, δυνάμει της υπ΄αρ. …../18.6.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, από την αρχική δανείστρια “…………..”,  στην αλλοδαπή εταιρεία «……………», η οποία  κατέστη έτσι ειδική διάδοχος της δανείστριας τράπεζας και με την ιδιότητά της αυτή ανέθεσε στη συνέχεια την διαχείριση της άνω απαιτήσεως στην καθ’ ης η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι ανώνυμη εταιρεία “………….», υπό την τότε επωνυμία της «…………», δυνάμει της υπ΄αριθμ. ……../18-6-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003,  περίληψη της οποίας καταχωρίσθηκε αυθημερόν στα βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξ. αριθμό …….. Ως εκ τούτου, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, η καθ΄ης ως εταιρεία διαχείρισης των ενδίκων απαιτήσεων έχει τη δυνατότητα να ασκεί ένδικα βοηθήματα και κάθε άλλη  δικαστική ενέργεια προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων. Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων – ανακοπτόντων και ασκούντων προσθέτους λόγους είναι νόμω και ουσία βάσιμος. Κι αυτό διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, από την οποία προκύπτει ότι κρίθηκε με την υπ΄αρ. 1/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η κρίση της οποίας είναι δεσμευτική ως προς το ζήτημα της ερμηνείας των εφαρμοζομένων διατάξεων, και δη κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των άρθρων 10 παρ.14 του ν. 3156/2003 και 2 παρ.4 του ν. 4354/2015, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ), όπως η  καθ΄ής η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι – εφεσίβλητη, έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ.4 του ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων. Επομένως, η εφεσίβλητη, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της προαναφερθείσας αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, νομιμοποιείται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων της, μεταξύ των οποίων και της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής, έχει δε τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξη αυτής διαδικαστική πράξη και ενέργεια και να ασκεί κάθε ένδικο βοήθημα με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου και συνεπώς, νομιμοποιείται παθητικά να παρίσταται στο δικό της όνομα για την ικανοποίηση της χρηματικής αξίωσης της ως άνω δικαιούχου εταιρείας ειδικού σκοπού («………………….») και σε διεξαγωγή της παρούσας δίκης.  Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε αντιθέτως και απέρριψε την ανακοπή κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά της υπ΄αριθμ. ……../2010 διαταγής πληρωμής και τους συναφείς προσθέτους λόγους της ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της καθ΄ ης εταιρείας διαχείρισης, επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Κατ΄ακολουθίαν, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της εφέσεως ως και κατ΄ουσίαν βάσιμου, να εξαφανισθεί κατ΄άρθο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ η εκκαλουμένη απόφαση κατά τούτο (κατά το μέρος που απέρριψε την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και τους συναφείς πρόσθετους λόγους της) και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο κατά το μέρος αυτό και δικαστεί στην ουσία της να ερευνηθούν οι συνεχόμενοι με την διαταγή πληρωμής λόγοι της ανακοπής και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αποτελούν και αντίστοιχους λόγους της έφεσης.

Η καταγγελία, η οποία είναι μονομερής δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, που απευθύνεται σε ορισμένο πρόσωπο (άρθρο 167 ΑΚ), μπορεί να ασκηθεί και από πληρεξούσιο, οπότε έχει εφαρμογή και η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ, κατά το οποίο, μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς την επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου είναι άκυρη αν εκείνος, προς τον οποίο αυτή απευθύνεται, την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι εκείνος, προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, με την οποία συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία από πρόσωπο που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν επιδεικνύεται σ` αυτόν το πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει, για τον λόγο αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της απόκρουσης της δήλωσης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα. Για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξης και μάλιστα ex nunc (δηλαδή, από το χρόνο εκείνο και για το μέλλον) πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως. Το πρόσωπο, εξάλλου, προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση, την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις. Σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν πράξει τούτο, δηλαδή δεν ενεργήσει εντός των χρονικών αυτών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία, που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου, είναι ισχυρή αν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή αν επακολουθήσει έγκριση. Η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ σκοπεί στην προστασία του δικαιολογημένου συμφέροντος του λήπτη της δήλωσης, να μην περιέρχεται, με μονομερή ενέργεια άλλου προσώπου, σε κατάσταση αβεβαιότητας αναφορικά με ορισμένη έννομη σχέση, της οποίας είναι υποκείμενο και για το λόγο αυτό, τον αφορά. Γι` αυτό, η επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου πρέπει να είναι πραγματική. (βλ. ΑΠ 242/2025, ΑΠ 825/2023, ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 139/2016, σε ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Επί νομικών προσώπων, την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσωπήσεώς του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 77 παρ. 1, 86, 87 παρ. 1, 2, 88 ν. 4548/2018, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και την εν γένει επιδίωξη του σκοπού της. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες της διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μή, εφόσον αυτό επιτρέπεται, σύμφωνα με το καταστατικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η από 2.3.2010  καταγγελία της επίδικης σύμβασης δανείου είναι άκυρη, διότι υπογράφεται από απλούς υπαλλήλους της δανείστριας τράπεζας, χωρίς να προκύπτει ότι αυτοί είχαν την σχετική εξουσιοδότηση  κατά το χρόνο της επίδοσής της σε αυτούς.

Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την από 2.3.2010 καταγγελία, η οποία επιδόθηκε στους ανακόπτοντες την 31.8.2010, όπως προκύπτει από  τις υπ’ αριθμ. …… και ……/31.8.2010 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …………….), την οποία (καταγγελία) υπογράφουν οι ……….. και …………, ως εκπρόσωποι της δανείστριας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “……………”, καταγγέλθηκε η με αριθμό ………………../27.112.2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου και του προσαρτήματος αυτής, καθώς, όπως αναφέρεται σ’ αυτήν, παρά τις γραπτές και προφορικές ειδοποιήσεις της άνω πιστώτριας τράπεζας για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων, ο πρωτοφειλέτης πρώτος ανακόπτων και η δεύτερη ανακόπτουσα εγγυήτρια δεν είχαν ανταποκριθεί, με το συνολικώς οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται την 27.2.2010 σε 67.697,27 ελβετικά φράγκα ή 47.287,85 ευρώ, ως τούτο αναλύεται κατά τα επιμέρους ποσά και αιτίες στην ίδια την καταγγελία, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Επειδή, όπως συνοολογείται, δεν υπήρξε ανταπόκριση του πιστούχου και της εγγυήτριας, κατόπιν αιτήσεως της αρχικής δανείστριας τράπεζας, εκδόθηκε σε βάρος τους η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ………/2010 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Με τη διαταγή αυτή υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντας να καταβάλλουν στην αιτούσα, εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 67.697,27 ελβετικών φράγκων ή 47.287,85 ευρώ, έντοκα, με το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει το συμβατικό επιτόκιο (2,02%) κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων από την 27.2.2010, (ημερομηνία μεταφοράς σε οριστική καθυστέρηση). Οι ανακόπτοντες από την 1.8.2010 οπότε τους επιδόθηκε η ανωτέρω καταγγελία, μέχρι την 31.8.2010, που τους επιδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δεν την απέκρουσαν, αμφισβητώντας την ύπαρξη πληρεξουσιότητας των ανωτέρω υπαλλήλων, που υπέγραψαν την εξώδικη δήλωση – καταγγελία, αλλά προέβαλαν τον σχετικό ισχυρισμό για πρώτη φορά με την κρινόμενη ανακοπή. Η υπαίτια αυτή βραδύτητα, που επέδειξαν οι ανακόπτοντες προς απόκρουση για το λόγο αυτό της επιδοθείσας προς αυτούς καταγγελίας, έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι αυτή δεν είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη, (ανεξαρτήτως δηλαδή από το αν υφίσταται πράγματι η σχετική πληρεξουσιότητα ή όχι), αλλά ότι πρέπει να ερευνηθεί αν υπάρχει το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο ή αν έχει εγκρίνει η καθ’ ης τις εν λόγω ενέργειες των υπαλλήλων της. Από το γεγονός, δε, ότι, μεταξύ των εγγράφων που προσκόμισε, για την έκδοση της πιο πάνω διαταγής πληρωμής η αιτούσα δανείστρια τράπεζα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ήταν και η από 2-3-2010 καταγγελία της δανειακής σύμβασης, συνάγεται ότι αυτή, σε κάθε περίπτωση, εγκρίθηκε εκ των υστέρων. Πέραν αυτού, όμως, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. ………./2010 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών, ……….., οι ανωτέρω υπογράφοντες την καταγγελία της σύμβασης, υπάλληλοι της Τράπεζας ………. και ………………,  είχαν ρητή πληρεξουσιότητα και τη σχετική εξουσία να καταγγείλουν την ως άνω δανειακή σύμβαση. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του.

Από τη διάταξη του άρθρου 623ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 626ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την υποβολή της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής, ενεργητικά νομιμοποιείται ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος της απαίτησης ενώ παθητικά νομιμοποιείται ο φερόμενος βάσει των προσαγομένων εγγράφων ως οφειλέτης.Κατά ομόφωνη δε γνώ΄μη τόσο της θεωρίας (βλ.Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, άρθρ.591-1054σ.1169-1171, Βασ.Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική-Νομολογιακή Ανάλυση κατ’άρθρ.Τόμος Γ΄, άρθρ.62 και της νομολογίας, άρθρ.626, σ.824), όσο και της νομολογίας (ιδ.ΠΠρΘες 2305/2004, ΜΠρΘες17171/2008-δημ.ΝΟΜΟΣ), νομιμοποιητικά του αιτούντος την έκδοση διαταγής πληρωμής έγγραφα απαιτείται να αναφέρονται στην αίτηση και να επισυνάπτονται μόνο σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του τελευταίου ή του καθ’ου. Ωσαύτως, γίνεται παγίως δεκτό ότι στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν είναι αναγκαία, η επισύναψη των εγγράφων νομιμοποίησης της αιτούσας ανώνυμης εταιρείας (ΕφΘες1910/2004, ΕφΑθ5153/2000, δημ.ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε περίπτωση, γίνεται δεκτό (βλ.Β.Μπρακατσούλας, Διαταγές Πληρωμής, Πιστωτικοί Τίτλοι και Διαδικασία, Θεωρία-Νομολογία-Πράξη, έκδ.1994, σ.53), ότι η έλλειψη από τη διαταγή πληρωμής των στοιχείων, που προβλέπονται ότι αυτή οφείλει να φέρει (άρθρ.624 παρ.2 και 630 περ.β΄) συνεπάγεται κατά το άρθρο 159 περ.γ΄ΚΠολΔ ακυρότητα αν η έλλειψη αυτή επέφερε σ’αυτόν που  την προτείνει βλάβη, η οποία μάλιστα δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνον με την κήρυξη της ακυρότητας. Πέρα από το γεγονός ότι, εν προκειμένω, τα επικαλούμενα από τους ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες, ως ελλείποντα στοιχεία ουδόλως προβλέπονται ως οφειλόμενα να περιλαμβάνονται στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής,σε κάθε περίπτωση οι ανακόπτοντες δεν αποδεικνύουν, ούτε άλλωστε επικαλούνται βλάβη από την δήθεν έλλειψή τους. Περαιτέρω και αναφορικά με τον ισχυρισμό των ανακοπτόντων περί μη απόδειξης της πληρεξουσιότητας του υπογράφοντος την αίτηση πληρεξουσίου δικηγόρου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 626 παρ.2 ΚΠολΔ, η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, πρέπει να περιέχει: α)Οσα ορίζουν τα άρθρα 117 και 118 και η παρ.1 του άρθρου 119, β)αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, γ)την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή. Από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης συνάγεται ότι στα έγγραφα, που προσκομίζονται από τον αιτούντα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν συμπεριλαμβάνεται το πληρεξούσιο του εντολέα προς τον δικηγόρο. Διαφορετικά, η διάταξη του άρθρου 626παρ.2, θα έκανε ρητή αναφορά στα άρθρα 96 και 97ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δικηγόρου δεν αποτελεί ούτε στοιχείο του περιεχόμενου της διαταγής πληρωμής, όπως αυτό εξειδικεύεται στο άρθρο 630 ΚΠολΔ. Συνεπώς, νομίμως ο δανειστής αιτείται την έκδοση της διαταγής πληρωμής, χωρίς να προσκομιστεί το έγγραφο πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο, που υπέγραψε την αίτηση και αντίστοιχα είναι έγκυρη η διαταγή πληρωμής, που δεν αναφέρει στο περιεχόμενό της την πληρεξουσιότητα του δικηγόρου του αιτούντος. Η τυχόν έλλειψη πληρεξουσιότητας προβάλλεται με λόγο ανακοπής (βλ.Παπαδάκη Χ., Διαταγή Πληρωμής, Θεωρία και Πράξη, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσ/κη 2012, 95). Σε κάθε περίπτωση από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 143 παρ.1 και 544 παρ.4 ΚΠολΔ, 211, 219 και 238 ΑΚ, προκύπτει ότι ο διάδικος για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε ως δικηγόρος πρόσωπο στερούμενο της τυπικής δικαστικής πληρεξουσιότητας, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις πράξεις τούτου, η έγκριση, δε, αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς. Μία τέτοια έγκριση συνάγεται ιδίως από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και παραδοχή των μέχρι τότε διαδικαστικών πράξεων, ως ισχυρών (ΕφΑθ836/1996Δ/νη37,1667).’ Ετσι σε περίπτωση αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, ναι μεν η χωρίς πληρεξουσιότητα υποβολή της έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104ΚΠολΔ την ακυρότητα της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, πλην, όμως, ο διάδικος μπορεί να εγκρίνει σύμφωνα με τα παραπάνω, την πράξη της υποβολής αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, με τη νομότυπη πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο που παρίσταται για λογαριασμό του στη δίκη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής ή σε συναφή δίκη(βλ.ΕφΑθ8786/79ΝοΒ28, 1176, ΠΠρΛαρ164/2001δημ.ΝΟΜΟΣ).΄Ετσι, ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι ο υπογράφων την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, Δικηγόρος Αθηνών, …………….., στερείτο πληρεξουσιότητας κατά τον χρόνο υπογραφής της αίτησης της δικαιοπαρόχου της καθ’ης η ανακοπή-εφεσίβλητης, τράπεζας, η καθ’ης η ανακοπή-εφεσίβλητη, ως διαχειρίστρια της ειδικής διαδόχου της επιδικασθείσας απαίτησης, ……….., εγκρίνει, κατ’άρθρ.238ΑΚ, την ενέργεια της υποβολής αίτησης, για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, με την παροχή νομότυπης πληρεξουσιότητας στον προαναφερόμενο δικηγόρο, που παρίσταται στην παρούσα συναφή δίκη της ανακοπής, που βάλλει κατά της εγκυρότητας του εκτελεστού τίτλου, η οποία(πληρεξουσιότητα) αποδεικνύεται από το υπ’αριθμ…………/24-6-2019 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, ………). Σημειώνεται ότι η καθ’ης η ανακοπή-εφεσίβλητη μετονομάσθηκε από «…………..», όπως αναγράφεται στο ανωτέρω πληρεξούσιο, σε «………….», σύμφωνα με την υπ’αριθμ……./10-6-2020 Ανακοίνωση Καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) και δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ.της με αριθμ…../10-6-2020 (ΑΔΑ:…………) απόφασης της Υπηρεσίας του Γ.Ε.ΜΗ. του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, η οποία καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., στις 10-6-2020, με κωδικό αριθμό καταχώρισης ………Κατ’ακολουθίαν, με τη νόμιμη παράσταση του πληρεξούσιου δικηγόρου της καθ’ης η ανακοπή κατά τη συζήτηση αυτής, συνάγεται σιωπηρώς πληρεξουσιότητα και έγκριση της προγενέστερης διαδικαστικής πράξης κατάθεσης της αίτησης προς έκδοση της διαταγής πληρωμής από την δικαιοπάροχο της απαίτησης. Πρέπει, επομένως, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής να απορριφθεί εν συνόλω, ως νόμω και ουσία αβάσιμος, κατά τις ειδικότερες ως άνω διακρίσεις.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 2, 585 παρ. 2 και 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, μπορούν, δε, να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής, με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ενστάσεις ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ` ου η ανακοπή (βλ. Ολ. ΑΠ 10/1997, Δ 1998/179, ΑΠ 15/2007, ΕΕμπΔ 2008/609). Όταν με τους λόγους της ανακοπής δεν αμφισβητείται αντικειμενικά ολόκληρη η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, τότε πρέπει, για να είναι οι λόγοι ορισμένοι, να καθορίζεται το συγκεκριμένο μέρος της απαίτησης που πλήττεται, ώστε το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα ελέγχου του μέρους αυτού και, σε περίπτωση που τυχόν κρίνει ότι κακώς επιδικάστηκε με τη διαταγή πληρωμής, να αφαιρέσει το αντίστοιχο ποσό από τη συνολική οφειλή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής κατά το συγκεκριμένο μέρος και μόνον και όχι ολικώς, αφού το μέρος αυτό δεν επιδρά στη βεβαιότητα και στο εκκαθαρισμένο της όλης απαίτησης (βλ. ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 1419/2019 ΝΟΜΟΣ). Συναφώς, επί διαταγής πληρωμής, την οποία πέτυχε μία τράπεζα με βάση σύμβαση δανείου, συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθ` ού η διαταγή (δανειολήπτη), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 ή και του 633 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γ.Ο.Σ., από ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερόμενη ένσταση – εφόσον βεβαίως ο λόγος αυτός είναι ορισμένος, πλήττοντας συγκεκριμένο μέρος της απαίτησης – επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής και, συγκεκριμένα, μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του/των Γ.Ο.Σ. μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (βλ. ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 105/2019, ΝΟΜΟΣ). Επί προβαλλόμενης δε, με λόγο ανακοπής, καταχρηστικότητας των γενικών όρων συναλλαγών σε σύμβαση, πρέπει να εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενό τους, ώστε να ερευνηθεί αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και, στη συνέχεια, ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, καθώς και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της, όπως επίσης και το εάν οι όροι επιβλήθηκαν δίχως να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις διαφάνειας και δίχως επαρκή ενημέρωση του ανακόπτοντος (ΑΠ 350/2016, ΑΠ 15/2007, ΕφΑθ 6007/2022 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ως άνω λόγος ανακοπής, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται πώς επηρέασαν οι προβαλλόμενοι καταχρηστικοί όροι το ύψος της απαίτησης και ποια επιπλέον ποσά χρεώθηκαν παρανόμως στον ανακόπτοντα και τούτο διότι, κατά τα ανωτέρω, επί διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με επιμέλεια τράπεζας, με βάση σύμβαση δανείου συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθ`ου η διαταγή πληρωμής (δανειολήπτη, εγγυητή), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 ή του 633 του ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) από ακυρότητα, λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση, εν όλω ή εν μέρει, του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερομένη ένσταση, επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωσή της και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ή των ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 387/2020, ΑΠ 105/2019, ΕφΑθ 653/2022 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες με τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους υποστηρίζουν ότι είναι άκυρη η καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. ……../2010  διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, όπως και η ίδια η διαταγή πληρωμής, διότι με την ενεργοποίηση καταχρηστικού όρου της σύμβασης (ΓΟΣ) η αρχική δανείστρια τράπεζα κήρυξε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο των άληκτων δόσεων του δανείου. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται ο συγκεκριμένος όρος της σύμβασης που θεωρείται από τους ανακόπτοντες ως καταχρηστικός με την παράθεση του ακριβούς περιεχομένου του. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμα κι αν εκτιμηθεί ότι υπονοείται ότι υφίσταται στην σύμβαση καταχρηστικός όρος με τον οποίο επιτρέπεται στην δανείστρια τράπεζα σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης, ή μέρους αυτής, να καταγγέλλει την σύμβαση δανείου και να κηρύσσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του ποσού του δανείου, δηλαδή και των άληκτων δόσεων αυτού, και πάλι ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αόριστος. Και τούτο διότι δεν προσδιορίζεται με την ανακοπή ούτε πόσες ήταν οι καθυστερούμενες δόσεις και το οφειλόμενο ποσό τους μέχρι την ένδικη καταγγελία, ούτε πόσο ήταν το άληκτο κεφάλαιο και οι τόκοι του δανείου που κηρύχθηκε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ώστε, σε περίπτωση ευδοκίμησης του παραπάνω λόγου της ανακοπής, να μπορεί το δικαστήριο να ακυρώσει μερικά, δηλαδή κατά το αντίστοιχο ποσό την διαταγή πληρωμής, καθώς, όπως προεκτέθηκε στην μείζονα σκέψη, η ευδοκίμηση εν όλω ή εν μέρει του περί καταχρηστικότητας Γενικού Όρου Συναλλαγών λόγου της ανακοπής επιφέρει μόνο την μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του συγκεκριμένου ΓΟΣ μειώνει το οφειλόμενο κατά το συγκεκριμένο χρόνο της καταγγελίας ποσό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975 «επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχόμενη εις ποσοστό ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως (ήδη μειώθηκε στο 0,60 τοις χιλίοις) επί  του  μόνου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγούμενων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων….». Από τη διάταξη αυτή δεν προβλέπεται μεν ρητά ως συμβατικά δυνατή, αλλά και δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του παραπάνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στα πλαίσια της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι την (οριζόντια) σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης ανώτατου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Έτσι, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 669/2020 ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, αφού η μετακύλιση της ως άνω εισφοράς στο δανειολήπτη είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, καθιστάμενη μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, λογίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 293 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ, ως τόκος και άρα νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται, μετά των λοιπών καθυστερούμενών τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 ν. 2601/1998 (βλ. ΑΠ 123/2023, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται με τον  τέταρτο λόγο της ανακοπής τους, που επαναφέρεται με τον πέμπτο λόγο της έφεσής τους, ότι  με βάση συγκεκριμένο όρο της δανειακής  σύμβασης μετακυλίσθηκε στο συμβατικό επιτόκιο  η εισφορά του ν. 128/1975,   την οποία η αιτούσα την έκδοση της διαταγής πληρωμής δανείστρια τράπεζα υπολόγισε ως μέρος του επιτοκίου επί του κεφαλαίου, κεφαλαιοποιώντας περιοδικά  τους τόκους και με τον τρόπο αυτό  αυτή παρανόμως ανατοκίσθηκε,  το  οποίο δεν είναι επιτρεπτό, αφού η εισφορά αυτή συνιστά δημοσιονομικό βάρος που επιβάλλεται στα πιστωτικά ιδρύματα. ¨Ότι με τον τρόπο αυτό η εισφορά παρανόμως υπολογίσθηκε στο τελικό υπόλοιπο και αντιμετωπίσθηκε λογιστικά ως ποσό τόκου με αποτέλεσμα να ανατοκίζεται παρανόμως και ότι, τέλος, η έλλειψη διακριτής καταχώρισης των επί μέρους ποσών της εισφοράς του ν. 128/1975  στα εμπορικά βιβλία και τους αντίστοιχους λογαριασμούς της τράπεζας, καθιστούν την απαίτηση  αυτής πλήρως ανεκκαθάριστη, και, επομένως, την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής ακυρωτέα στο σύνολό της.  Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί καταρχήν  ως μη νόμιμος, διότι, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν  ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου  δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 § 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν  καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 ΑΚ η δε εισφορά αυτή,  ως  μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, επιτρεπτώς ανατοκίζεται (Ψυχομάνης οπ.). Ο όρος για την επιβάρυνση της εισφοράς αυτής  θα μπορούσε να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας,  ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση του δανειολήπτη, ο οποίος είτε  τον αγνοούσε ανυπαιτίως και η Τράπεζα του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου του, είτε  επήλθε σημαντική διατάραξη της ισορροπίας δικαιωμάτων. ¨Όμως  οι ίδιοι οι ανακόπτοντες ομολογούν με την ανακοπή τους, ότι η επιβάρυνση του επιτοκίου με την ειδική εισφορά του ν. 128/1975, προβλεπόταν σε συγκεκριμένο όρο της σύμβασης,  και συγκεκριμένα στα άρθρα 10 και 7β αυτής, κατά τους ισχυρισμούς της καθ΄ης που δεν αμφισβητούνται από τους ανακόπτοντες, ώστε καταρχήν οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης  να έχουν τηρηθεί, η δε επιβολή της εισφοράς αυτής να μην  πάσχει, χωρίς την επίκληση πρόσθετων πραγματικών περιστατικών που να συνιστούν σημαντική διατάραξη της ισορροπίας δικαιωμάτων σε βάρος τους, στα οποία δεν προβαίνουν οι ανακόπτοντες.  Σημειώνεται ακόμα ότι η  εισφορά επιβαρύνει το επιτόκιο,  το οποίο (επιτόκιο + εισφορά) είναι εξακτέο με απλό μαθηματικό υπολογισμό, ώστε οι ανακόπτοντες μπορούσαν και όφειλαν να προσδιορίσουν το ποσό, με το οποίο, όπως ισχυρίζονται, επιβαρύνθηκαν παράνομα (ή το ποσό κατά το οποίο το σχετικό κονδύλιο ήταν νόμιμο  να ανέλθει), ώστε, σε περίπτωση ευδοκίμησης του ισχυρισμού τους να είναι ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής  μόνο ως προς το συγκεκριμένο κονδύλιο και όχι στο σύνολό της  (ΑΠ 1090/2019, ο.π. ΕφΠειρ 401/2015 και 627/2014 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, δεν εξειδικεύουν το ποσό της εισφοράς που παρανόμως ανατοκίσθηκε, παρά μόνο προτείνονται γενικές και ασαφείς αμφισβητήσεις της εισφοράς, του εκτοκισμού της, καθώς και του ανατοκισμού της, όπως και της ορθότητας του επιτοκίου και κατ΄επέκτασιν του λογαριασμού που τηρούνταν προς εξυπηρέτηση της επίδικης δανειακής σύμβασης. Συνεπώς ο σχετικός λόγος ανακοπής είναι επιπλέον απορριπτέος και ως  αόριστος. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η ενσωμάτωση στο επιδικασθέν ποσό της εισφοράς του ν.128/1975, δεν αναιρεί το εκκαθαρισμένο της απαίτησης και την δυνατότητα έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αλλά δύναται απλώς να θεμελιώσει λόγο ανακοπής, με τον οποίο θα πλήττεται η διαταγή πληρωμής ή και η επιταγή προς εκτέλεση κατά το ποσό της εν λόγω εισφοράς.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ανακοπή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ΄αριθμ. ……./2010 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και να επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής, μη εξεταζομένων των λόγων της σωρευόμενης ανακοπής  που βάλλουν κατά της από 30.11.2021 επιταγής προς πληρωμή, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν εφεσιβάλλεται κατά το κεφάλαιό της που αφορά τη συγκεκριμένη πράξη εκτέλεσης. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, (μόνο καθόσον αφορά την έφεση αφενός και την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αφετέρου  κατά το μέρος που τα δύο τελευταία δικόγραφα πλήττουν το κύρος της διαταγής πληρωμής), πρέπει, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 178 και 183 του ΚπολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες εκκαλούντες κατ΄ άρθρο 495 παρ. 3 ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ΄ουσίαν την έφεση κατά της υπ΄αριθμ. 3066/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορά την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους κατά της υπ΄αριθμ. ……./2010 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς

Κρατεί κατά τούτο την υπόθεση και δικάζει κατ΄ουσίαν.

Απορρίπτει την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους κατά το μέρος που στρέφονται κατά της υπ΄αριθμ. ……../2010 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Επικυρώνει την διαταγή πληρωμής

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων, όπως στο σκεπτικό.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 31 Αυγούστου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ