Μενού Κλείσιμο

Αριθμός αποφάσεως 576/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ   ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός 576/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

2ο  Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις   …………, για να δικάσει  τις υποθέσεις  μεταξύ:

Α]Επί της από 23-11-2023 (αριθ.εκθ.καταθ………../24-11-2023) έφεσης:

Των καθ’ων η κλήση-εκκαλουσών: 1……….. και 2. …………. ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου του αρχικού εκκαλούντος -ήδη αποβιώσαντος στις 26-06-2025 ………., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φωκά  (ΑΜ/ΔΣ Γιαννιτσών …….).

Του καλούντος-εφεσίβλητου: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μακρή (ΑΜ/ΔΣΑ ….), μέλος της ΔΕ με την επωνυμία «Γιαννάτσης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΑ …..), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Β]    Επί της από 24-11-2023 (αριθ.εκθ.καταθ………./24-11-2023) έφεσης:

Του καλούντος-εκκαλούντος: ……….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μακρή (ΑΜ/ΔΣΑ ……..), μέλος της ΔΕ με την επωνυμία «Γιαννάτσης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΑ …….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των καθ’ων η κλήση-εφεσίβλητων:1………….. και 2. …………… ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου του αρχικού εκκαλούντος -ήδη αποβιώσαντος στις 26-06-2025 ……………, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φωκά  (ΑΜ/ΔΣΓιαννιτσών …….).

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος της εναγόμενης και ήδη πρώτης εκκαλούσας-εφεσίβλητης και σε βάρος του αρχικού δεύτερου εναγόμενου-ήδη αποβιώσαντος στις 26-06-2025 στην Θεσσαλονίκη, …………., μοναδική κληρονόμος του οποίου είναι η ……….. -σύζυγός του, την από 17-03-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ. …………../21-03-2022) αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία την ως άνω αγωγή, με την  3209/2023  οριστική απόφασή του την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εναγόμενοι με την από 23-11-2023 (αριθ.εκθ.καταθ……./24-11-2023) έφεσή τους, η συζήτηση της  οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 08ης-05-2025 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και β]  ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 24-11-2023 (αριθ.εκθ.καταθ……../24-11-2023)έφεσή του,  η συζήτηση της οποίας επίσης προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 08ης-05-2025 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Ακολούθως, ο δεύτερος εκκαλών-εφεσίβλητος απεβίωσε στην Θεσσαλονίκη στις 26-06-2025 και ο εφεσίβλητος-εκκαλών με την από 22-12-2025 (αρ.εκθ.καταθ…………./22-12-2025) κλήση του, μετά την παρέλευση της τασσόμενης από το νόμο τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας, προσεκάλεσε την αρχική διάδικο-ήδη πρώτη εκκαλούσα-πρώτη εφεσίβλητη και τη μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του αρχικού εναγόμενου-εκκαλούντος-εφεσίβλητου, ………, ………….. -ήδη δεύτερη εκκαλούσα-δεύτερη εφεσίβλητη, να επαναλάβουν τη δίκη που διακόπηκε βίαια.

Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλουσών-εφεσίβλητων παραστάθηκε στο ακροατήριο όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσε  έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκε και ζήτησε όσα σε αυτές εκτίθενται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου-εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε  έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσε ότι συμφωνεί να συζητηθούν οι εφέσεις χωρίς να παρασταθεί.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ  ΤΗ   ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την έφεση, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της έφεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου κάποιου διαδίκου ήταν πληρεξούσιός του. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκουσίως ρητώς, με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης, είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ` αυτόν του λόγου διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσόμενης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής, εφ` όσον, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 292 του ΚΠολΔ και 1847 εδ. α` του ΑΚ, ο κληρονόμος, κατά την διάρκεια της προθεσμίας, προς αποποίηση της επαχθείσας σ` αυτόν κληρονομίας, δεν μπορεί να εξαναγκασθεί να επαναλάβει την βιαίως διακοπείσα δίκη, λόγω του θανάτου του κληρονομουμένου διαδίκου (ΑΠ 452/2024, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 41/2018,  ΑΠ 1604/2012, ΑΠ 1054/2012, ΑΠ 760/2011, ΑΠ 978/2010, ΑΠ 1705/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η πρόσκληση, εξάλλου, προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου που περιέχει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 118 του ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως με την κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 807/2018, ΑΠ 1032/2018, ΑΠ 1322/2018, ΑΠ 973/2017, ΑΠ 606/2015, ΑΠ 1891/2014, ΑΠ 194/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).Στην προκειμένη περίπτωση, νόμιμα επαναφέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με την από 22-12-2025 (αρ.εκθ.καταθ…………/22-12-2025)κλήση του καλούντος-εφεσίβλητου-εκκαλούντος-ενάγοντος για αναγκαστική επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης(μη επικαλούμενος την έλλειψη επίσημης γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα), [α] η από 23-11-2023 (αριθ.εκθ.καταθ………../24-11-2023) έφεση και [β] η από 24-11-2023 (αριθ.εκθ.καταθ………/24-11-2023) έφεση κατά της 3209/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία  (άρθρα 237επ. του ΚΠολΔ),  την από 17-03-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ. ……./21-03-2022) αγωγή, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α΄ σε συνδ. με άρθρο 246 του ΚΠολΔ), ως στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως και υπαγόμενες στην ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, και η συνεκδίκασή τους επιβάλλεται, ώστε να επιταχυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να επέλθει μείωση των εξόδων, κυρίως όμως για να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Ειδικότερα, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, προέκυψε ότι ο δεύτερος εκκαλών-εφεσίβλητος, …….., απεβίωσε στις 26-06-2025 στην Θεσσαλονίκη, όπως προκύπτει από την από 27-06-2025 Ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου του Δήμου Πέλλης …….., ήτοι μετά την άσκηση των ένδικων εφέσεων στις 24-11-2023, καταλείποντας μοναδική  κληρονόμο του τη σύζυγό του ……….., δυνάμει της από 24-03-2024 ιδιόγραφης διαθήκης του, που  δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ` αριθμόν ……/02-07-2025 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, η οποία δεν αποποιήθηκε την περιουσία που κατέλιπε σ` αυτήν ο σύζυγός της (βλ. το με αρ………/25-08-2025 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του Τμήματος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών πλην της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης και το με αρ.πρωτ………./27-06-2025 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του της προϊσταμένης δημοτικής κατάστασης και ληξιαρχείου του Δήμου Πέλλας, ………….). Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 291, 292 και 524 παρ. 1του ΚΠολΔ, με την ανωτέρω κλήση στην προαναφερόμενη καθολική διάδοχο του αρχικού εκκαλούντος-εφεσίβλητου ………. και στην αρχική διάδικο-πρώτη εκκαλούσα-πρώτη εφεσίβλητη ………., και δη μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσόμενης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής, επαναλαμβάνεται αναγκαστικά η δίκη στο Δικαστήριο τούτο, αφού η δεύτερη εκκαλούσα-εφεσίβλητη, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον προαναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο της, υπεισήλθε στη θέση του αποβιώσαντος δεύτερου εκκαλούντος-δεύτερου εφεσίβλητου, και χωρίς να έχει προηγηθεί  επίσημη γνωστοποίηση στον καλούντα-εφεσίβλητο-εκκαλούντα αντίδικό της του λόγου διακοπής, ο δε καλών δεν επικαλείται την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρεί τη δίκη διακοπείσα, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη.

Ακολούθως, οι ένδικες εφέσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως  και εμπροθέσμως,  σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. α΄ στοιχ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ.1  σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ, μέσα στη τριακονθήμερη προθεσμία, που προβλέπει  το  άρθρο 518  παρ.1 εδ.α’  του  ΚΠολΔ,    εφόσον  η  εκκαλουμένη  απόφαση επιδόθηκε  στους αρχικούς εκκαλούντες της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως στις 27-10-2023 και αμφότερες οι εφέσεις κατατέθηκαν    στη   γραμματεία   του   εκδόσαντος   την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 24-11-2023, με τη σημείωση ότι η προθεσμία της εφέσεως τρέχει και για εκείνον που επέδωσε την απόφαση, κατ’ άρθρο 144 παρ.2 του ΚΠολΔ [βλ. ΑΠ 1207/1975 ΝοΒ1976.516, ΕφΑθ 1716/2004 ΝοΒ2005.94, ΕφΘεσ 898/1999 ΑρχΝομ 2000.146]. Περαιτέρω, έχει καταβληθεί από τους εκκαλούντες, για το παραδεκτό των ένδικων εφέσεων, το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμούς …./2023 και ……../2023 αντίστοιχα,  ποσού 150  ευρώ,  κατ’ άρθρο 495  παρ. 3 Α  περ. β΄ του ΚΠολΔ,  όπως το άρθρο αυτό ισχύει  μετά  την αντικατάστασή του: i]  από το άρθρο 1  άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α΄87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ii] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α΄ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017 και ιιι] από το άρθρο 22 του Ν.5134/2024 (ΦΕΚ Α΄146), με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του ίδιου νόμου, από 16-09-2024. Πρέπει, επομένως, οι ανωτέρω ένδικες εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά την  τακτική διαδικασία.

Στην ένδικη αγωγή ο ενάγων εξέθετε ότι η πρώτη εναγόμενη είναι πρώην σύζυγός του, με την οποία έχει έντονη αντιδικία από το έτος 2019, κυρίως για θέματα που αφορούν την επιμέλεια του κοινού ανήλικου τέκνου τους και τη ρύθμιση του δικαιώματός του επικοινωνίας με αυτό, η οποία έχει λάβει και ποινικές προεκτάσεις, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα εκεί (αγωγή), ενώ ο δεύτερος εναγόμενος είναι ο πατέρας της. Ότι η εναγόμενη στις  από 07-01-2022 προτάσεις της   ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ότε και συζητήθηκε η από 11-04-2019 (αρ.εκθ.καταθ…………./2019) αγωγή του κατ’ αυτής και κατά της επίσης πρώην συζύγου του …….., ανέφερε εν γνώσει της ψευδή γεγονότα και δη ότι είναι βίαιος προς την ίδια και το τέκνο τους και εν γένει ότι είναι ακατάλληλος για την ανατροφή του τέκνου τους, ενώ επιπλέον γνωστοποίησε προηγούμενη καταδίκη του που δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, προσβάλλοντας ευαίσθητα προσωπικά του δεδομένα και το τεκμήριο αθωότητάς του. Ότι, περαιτέρω, στην υπ’ αριθμόν ………./09-02-2022 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον του δικηγόρου Γιαννιτσών …….., που δόθηκε προς ανταπόδειξη της από 20-10-2021 (αρ.εκθ.καταθ………/2021) αγωγής του κατά του δεύτερου εναγόμενου-πατέρα της, της ……..-μητέρας της και της ………-αδελφής της, κατέθεσε ενόρκως ψευδή γεγονότα περί βιαιότητάς του σε βάρος της και σε βάρος του ανήλικου τέκνου τους, προσέβαλε ευαίσθητα προσωπικά του δεδομένα υγείας δυσφημίζοντας αυτόν και παραβίασε το τεκμήριο αθωότητάς του. Επίσης, αμφότεροι οι εναγόμενοι εξεταζόμενοι ως μάρτυρες ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών κατά τη δικάσιμο της 16ης-02-2022, με κατηγορούμενο τον ίδιο για την άδικη πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, κατέθεσαν εν γνώσει τους  ψευδή γεγονότα, ότι δηλαδή άσκησε ενδοοικογενειακή βία σε βάρος της πρώτης εξ αυτών την 17-8-2019, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα εκεί (αγωγή),  πράξη για την οποία απαλλάχθηκε και κηρύχθηκε αθώος και τέλος η εναγόμενη στην από 24-02-2022 αίτησή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών προκειμένου να ασκηθεί έφεση κατά της ως άνω αθωωτικής απόφασης, ανέφερε τα ίδια ως άνω ψευδή γεγονότα εν γνώσει του ψεύδους τους, η οποία όμως απορρίφθηκε από τον ανωτέρω Εισαγγελέα που έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση άσκησης έφεσης κατά της ανωτέρω αποφάσεως. Ότι τα παραπάνω ψευδή περιστατικά, τα οποία οι εναγόμενοι κατέθεσαν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών,  εν γνώσει του ψεύδους τους, περιήλθαν σε γνώση αορίστου αλλά μεγάλου αριθμού προσώπων, αφού έλαβαν γνώση ο δικαστικός λειτουργός και ο εισαγγελικός λειτουργός της έδρας, η γραμματέας της έδρας,  δικηγόροι, διάδικοι άλλων υποθέσεων και το κοινό που ήταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κλπ., ενώ των ψευδών γεγονότων των περιεχόμενων στις από 07-01-2022 προτάσεις και την υπ’ αριθμόν …../2022 ένορκη βεβαίωση έλαβαν γνώση οι δικαστές, οι δικηγόροι κλπ. που ανέλαβαν τις άνω υποθέσεις και των ψευδών γεγονότων των περιεχόμενων στην από 24-02-2022 αίτηση έλαβε γνώση ο Εισαγγελέας και η γραμματέας του ανωτέρω Δικαστηρίου. Ότι, ως εκ τούτου,  οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις των εναγόμενων του προκάλεσαν ψυχικό άλγος, προσέβαλαν και έβλαψαν την τιμή και την κοινωνική και προσωπική του υπόληψη, ενώ από τη μέχρι τώρα στάση τους να  διατυπώνουν επανειλημμένα  τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς, είναι εμφανής ο κίνδυνος ότι θα πράξουν το ίδιο και στο μέλλον. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζητούσε α] να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη  να του  καταβάλλει  το ποσό των [50.000] ευρώ και ο δεύτερος εναγόμενος να του καταβάλλει το ποσό των [30.000] ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της  αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και β] να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παραλείψουν κάθε μελλοντική προσβολή της τιμής και της υπόληψής του με την απειλή εις βάρος της πρώτης εναγόμενης προσωπικής κράτησης διάρκειας [1] έτους και χρηματικής ποινής [5.000] ευρώ και εις βάρος του  δεύτερου εναγόμενου προσωπικής κράτησης διάρκειας [1] έτους και χρηματικής ποινής [3.000] ευρώ για κάθε παράβαση της  αποφάσεως που θα εκδοθεί και να καταδικαστούν αυτοί στη δικαστική του δαπάνη. Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την τακτική διαδικασία η εκκαλουμένη 3209/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά,  η οποία, αφού την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη, πλην του αιτήματος άρσης των επίδικων προσβολών της προσωπικότητας του ενάγοντος, το οποίο προτάθηκε με την προσθήκη -αντίκρουση των προτάσεών του, την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και α] υποχρέωσε την πρώτη εναγόμενη να καταβάλλει στον  ενάγοντα το ποσό των [5.000] ευρώ και το δεύτερο εναγόμενο το ποσό των [1.000] ευρώ, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, β] υποχρέωσε τους εναγόμενους να παραλείπουν στο μέλλον την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος με συκοφαντική  συμπεριφορά και απείλησε σε βάρος των εναγόμενων, για κάθε παράβαση της αμέσως ανωτέρω διατάξεως, χρηματική ποινή [500] ευρώ και προσωπική κράτηση [1] μηνός. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α]  οι αρχικοί εναγόμενοι με την ένδικη έφεσή τους με την οποία ζητούν, για τους λόγους που αναφέρονται σ’αυτή, που  ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων,  και κατά τα εκκληθέντα αυτής κεφάλαια,  ν’ απορριφθεί εν όλω η ένδικη αγωγή του αντιδίκου τους και β] ο ενάγων με την ένδικη έφεσή του, με την οποία ζητά, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή, που  ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και κατά τα εκκληθέντα αυτής κεφάλαια, να γίνει  εν όλω δεκτή η ένδικη αγωγή του.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας  φυσικού προσώπου ή της φήμης νομικού προσώπου, από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος, μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή της φήμης. Επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκούντος κάθε είδους υπαιτιότητας από δόλο ή από αμέλεια (ΟλΑΠ2/2008). Η προσβολή της προσωπικότητας συντελείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλόμενου, αφού τα έννομα αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας. Επιπλέον, η προξενηθείσα από το δράστη ζημία είναι παράνομη, όταν με την πράξη ή παράλειψη αυτού προσβάλλεται δικαίωμα του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου, όπως αυτές των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ, που προστατεύουν την τιμή και την υπόληψη κάθε ανθρώπου.  Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά, εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή  με  οποιονδήποτε  άλλο τρόπο,  ενώ  για τη  στοιχειοθέτηση  του  εγκλήματος  της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και στη θέλησή του να ισχυριστεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η προερχόμενη ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, ως διάδοση νοείται η μετάδοση της ανακοίνωσης, που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να λαμβάνουν χώρα ενώπιον τρίτου. Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ΠΚ, χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και μπορεί να αποδειχθεί, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια, η οποία ανακοινούμενη σε τρίτον, μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη φυσικού προσώπου. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός, είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός.  Αντίθετα, κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί που εκφράζονται αυτοτελώς και δεν συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός, δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση της δυσφήμησης. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, οσάκις, αμέσως ή εμμέσως, υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας (ΑΠ2209/2013, 179/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1095/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 325/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1220/2017 ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 του ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 του ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1394/2017, AΠ 343/2016). Εξάλλου, στην έννοια του “τρίτου” των διατάξεων των άρθρων 362-363 του ΠΚ περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς οι αστυνομικοί κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, ενόψει μάλιστα και του ότι και από την γραμματική ακόμη διατύπωση του κειμένου αυτών συνάγεται ευθέως ότι “τρίτος” είναι κάθε πρόσωπο που λαμβάνει γνώση των φερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών, αφού δεν γίνεται σ` αυτές οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ. (βλ. ΟλΑΠ (Ποιν) 3/2021, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 789/2019, ΑΠ (Ποιν) 841/2019, ΑΠ 1013/2018, ΑΠ (Ποιν) 1777/2017, ΑΠ 1264/2016, ΑΠ 611/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εφόσον στην έννοια του τρίτου εντάσσονται και οι δικαστές, εισαγγελείς και γραμματείς, στους οποίους γίνεται γνωστό το περιεχόμενο των δικογράφων και μπορεί με τις σ` αυτά αναφορές να προσβάλλεται η τιμή και υπόληψη του αντιδίκου, η εξύβριση και η δυσφήμιση, απλή ή συκοφαντική, τελούνται και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση γίνονται με τα γραφόμενα στα δικόγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναπτυχθούν σε προφορική διαδικασία, ήτοι να αποκτήσουν δημοσιότητα οι ισχυρισμοί ή διαδόσεις, αφού, άλλωστε, δεν είναι προϋπόθεση της διάπραξης αυτών η γνωστοποίηση των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τον ισχυρισμό ή τη διάδοση και σε άλλα, πλην των ανωτέρω, πρόσωπα (ΑΠ 855/2022 οπ). Εξάλλου, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, που καθιερώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 2 του ΑΚ και 24 του ΕισΝΑΚ, οι ενοχές από οποιοδήποτε λόγο, των οποίων τα παραγωγικά γεγονότα συντελέσθηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος κάποιου νόμου, ήταν δηλαδή κεκτημένο δικαίωμα, διέπονται από το νόμο αυτό, έστω και αν αυτός αργότερα καταργήθηκε ή τροποποιήθηκε (ΑΠ 308/2019, ΑΠ 223/2000 σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1/2001 ΕλλΔ/νη.2001 σελ.680, ΕφΑθ 152/2022, ΕφΑΘ 7549/2013, ΕφΑΘ 335/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 1060/2008 ΔΕΕ 2000.1284). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης, κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόζει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 16/2017,  Ολ.ΑΠ 7/2011, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 997/2014 ΝΟΜΟΣ). Ήδη με τις διατάξεις των άρθρων 136 περ. α, 57 και 138 παρ.1 του ν. 5090/2024, που ισχύει από 1-5-2024, καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων  362 και 367 του ΠΚ, ενώ με τις διατάξεις των άρθρων 53, 54 και 138 παρ.1 του άνω νόμου  τροποποιήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων  361 και 363 του ΠΚ, με ισχύ από 1-5-2024, ως εξής: άρθρο 361: 1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, έχοντας τέτοιον σκοπό, τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι (6) μήνες ή χρηματική ποινή. Αν τελεί την ανωτέρω πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως ένα (1) έτος ή χρηματική ποινή και αν η προσβολή ανάγεται σε σχέσεις του ιδιωτικού ή του οικογενειακού βίου, επιβάλλεται φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή.2. Η παρ. 4 του άρθρου 308 εφαρμόζεται και στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1. άρθρο 363: Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης.

Περαιτέρω, με την επιδικαζόμενη εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 του ΑΚ), σκοπείται η με πρόσθετη παροχή εξισορρόπηση των δυσμενών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν από την αδικοπραξία και η παροχή της οικονομικής ευχέρειας που απαιτείται για την εξισορρόπηση ή μείωση της βλάβης που επήλθε χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Κατά τον καθορισμό του ύψους της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως το δικαστήριο της ουσίας, αφού προηγουμένως αναιρετικώς ανελέγκτως δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε στο πρόσωπο του ενάγοντος ηθική βλάβη, προβαίνει στη συνέχεια στον προσδιορισμό του, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση  της   βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου [στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης], το τυχόν συντρέχον πταίσμα του  δικαιούχου, την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού άλγους εκείνου που ζημιώθηκε, την ηλικία του και την απαιτούμενη για την καταπολέμηση του άλγους προσπάθεια, τις απώλειες και ελλείψεις στο συναισθηματικό κόσμο του παθόντος, καθώς και την οικονομική (περιουσιακή)  και κοινωνική κατάσταση των μερών  (βλ. ΟλΑΠ 2/2008,  ΟλΑΠ 13/2002, ΟλΑΠ 519/1977, ΑΠ 1684/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 913/2014, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ ΑΠ 654/2009 α’ δημ .ΝΟΜΟΣ). Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και δεν  αποτελούν ιδιαίτερα  και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά το δικαστήριο αποφασίζει γι` αυτά με μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ελεύθερη κρίση (ΑΠ 1166/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), που δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 284/2012, ΑΠ 79/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το δικαστήριο, επομένως, κατά τον προσδιορισμό αυτής, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, δεν πρέπει να υποβαθμίζει την απαξία της πράξης επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, αλλά ούτε με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, δηλαδή, την αποκατάσταση της τρωθείσας  με την αδικοπραξία κοινωνικής ειρήνης (ΟλΑΠ 9/2015, ΟλΑΠ 43/2005 Δνη 46. 1649, ΑΠ 1878/2017, ΑΠ 1337/2008 α΄δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 132/2006 ΕλλΔ/νη 47.740, ΑΠ 1642/2005 ΕλλΔ/νη 47.187, ΕφΑθ 825/2007 ΕλλΔ/νη 2007.953, ΕφΘεσ 142/2004 Αρμ 2005.1221). Συνεπώς, επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας υπό την εκτεθείσα έννοια, δηλαδή η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να μην υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, εάν συμβαίνει, ελέγχεται αναιρετικά ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής και δη ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ [βλ. σχετ. ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 302/2016   ΤΝΠ  ΝΟΜΟΣ].

Ακολούθως, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι “1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως……… 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του”, το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο “Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών”. Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο “κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο”, αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι “Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο”. Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο “οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο” και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 “για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας” με το νόμο 4596/2019. Και τούτο ανεξαρτήτως της πλημμέλειας της εν λόγω ενσωματώσεως, συνισταμένης στο ότι, καίτοι: α) στη σκέψη 16 του Προοιμίου της ως άνω Οδηγίας ορίζεται ότι “Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος…” και β) στο άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής προβλέπεται ότι “Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με το νόμο, στις δημόσιες δηλώσεις δημοσίων αρχών, καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο”, στη ρύθμιση του άρθρου 7 του ως άνω νόμου [τίτλος άρθρου: Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου (άρθρα 4 και 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ)] που ορίζει το δικαίωμα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξ αιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις δημοσίων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πριν από την έκδοση της αποφάσεως σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του, είτε προβαίνουν σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση επί της υποθέσεως, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις μόνον για την περίπτωση παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας από τις δηλώσεις δημόσιων αρχών, ενώ έχει εκλείψει η αναφορά της οδηγίας και στις δικαστικές αποφάσεις. Έτσι, πριν από το Ν.4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξεως δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της  Ενώσεως. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου. Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας. Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής – δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της  προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της  αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή. Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο “λόγω αμφιβολιών” ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση “μη διαπιστωμένης ενοχής”. Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας – ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον “ποινικής κατηγορίας” κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ. Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα – ενάγοντα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ` αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ. Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ` αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ` άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα. Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού. Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων    (άρθρο 104 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.). Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ` άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ` ουσίαν. Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Ομοίως, όταν ο εναγόμενος ερημοδικεί στην πολιτική δίκη, ενώ έχει αθωωθεί στην ποινική δίκη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει το άρθρο 271 του Κ.Πολ.Δικ. και να δεχθεί την αγωγή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη και δεν μπορεί να ανακύψει ζήτημα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας, εφόσον ο δικονομικός νομοθέτης αναγνωρίζει, ιδιαίτερα με τη δυνατότητα του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δικ., ακόμη δηλ. και δίχως τη συνδρομή λόγων ανακοπής ερημοδικίας, ότι ο εναγόμενος και αθωωθείς έχει δικαίωμα να μην εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά να εισάγει την υπόθεση με την άσκηση εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με μόνη συνέπεια την απώλεια ενός δικαιοδοτικού βαθμού. Υπάρχει, επίσης, διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου. Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση  την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ` εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλόμενης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλόμενης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος “αποδεικτικής δεσμεύσεως”, ένα νέο είδος “δεδικασμένου”, μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής. Ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι  η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής Ne bis in idem. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό – σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι: α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς – τυπικούς λόγους, κ.ά. Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη. Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας. (ΟλΑΠ 4/2020ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με το Ν.2472/1997 “Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (Α` 50) ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 95/46/ΕΚ, με την οποία επιχειρήθηκε η εναρμόνιση των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν στην ΕΕ τα της προστασίας των φυσικών προσώπων από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ακολούθως, θεσπίσθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 “για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ” (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων – ΓΚΠΔ/GDPR), που έχει βάσει των αρχών του ενωσιακού δικαίου άμεση εφαρμογή, και τέθηκε σε ισχύ στις 25-5-2018. Στη συνέχεια εκδόθηκε ο Ν.4624/2019, ο οποίος ισχύει από 29-8-2019 (ΦΕΚ 137/29-8-2019) και εφαρμόζεται εν προκειμένω, σκοπός του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, α) η αντικατάσταση του νομοθετικού πλαισίου που ρυθμίζει τη συγκρότηση και λειτουργία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, β) η λήψη μέτρων εφαρμογής του ως άνω Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, και γ) η ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης – πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου. Με το άρθρο 84 του ως άνω νόμου 4624/2019, καταργήθηκε ο ν. 2472/1997, πλην των ρητά αναφερομένων στο άρθρο αυτό διατάξεών του, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 2 του ν. 2472/1997, στο οποίο δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, με το ως άνω άρθρο ορίζονται τα ακόλουθα: “Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) “Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων………, γ) “Υποκείμενο των δεδομένων”, το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) “Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (“επεξεργασία”), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) “Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (“αρχείο”) κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια”….. ια) “Συγκατάθεση” του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο “επεξεργασίας” τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα (άρθρο 2 ν.2472/1997). “Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης από: α) δημόσιους φορείς ή β) ιδιωτικούς φορείς, εκτός και εάν η επεξεργασία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας (άρθρο 2 του Ν.4624/2019). Στο άρθρο 25 του Ν. 4624/2019 ορίζεται, όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από ιδιώτες: “1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από ιδιωτικούς φορείς για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεχθεί, επιτρέπεται, εφόσον είναι απαραίτητη: α) για την αποτροπή απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας ασφάλειας κατόπιν αιτήματος δημόσιου φορέα, ή β) για τη δίωξη ποινικών αδικημάτων, ή γ) για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων, εκτός και εάν υπερτερεί το συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων να μην τύχουν επεξεργασίας τα δεδομένα αυτά”. Κατά πάγια νομολογία (βλ. και ΑΠ 22/2024, δημ. σε sakkoulas-oniine.gr), τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 παρ. 2 γ` του Ν. 2472/1997 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 2915/2001), που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο, «Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: … γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου» (ΑΠ 252/2018 ΝΟΜΟΣ). Προϋπόθεση για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή για τα οποία πρόκειται η χρήση, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας) και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Όπως δε έχει κρίνει κατ` επανάληψη η Αρχή Προστασίας Δεδομένων (8/2005, 9/2005 και 57/2009) η χρήση ενώπιον δικαστηρίου προσωπικών δεδομένων που έχουν συλλεγεί χωρίς προηγούμενη συναίνεση του ενδιαφερομένου είναι θεμιτή, αν ο επιδιωκόμενος σκοπός της προάσπισης των δικαιωμάτων δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα (ΟλΑΠ 1/2017, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 813/2020, ΕφΘεσ 620/2022 ΝΟΜΟΣ). Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας, ΑΠ 1923/2006, ΣΤΕ 2252/2005). Στο άρθρο 38 του ως άνω νόμου προβλέπονται οι ποινικές κυρώσεις για όποιον χωρίς δικαίωμα, 1) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη τους αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών, τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει και 2) χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α` της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9Α του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001, προς εναρμόνιση προς το Ευρωπαϊκό δίκαιο, “Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει”. Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, ήτοι το δικαίωμα του λεγόμενου “πληροφοριακού αυτοκαθορισμού” ή “αυτοδιάθεσης των πληροφοριών”. Ως τέτοια δε δεδομένα θεωρούνται όχι μόνον εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ, εξάλλου, η προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες. Το άτομο δικαιούται να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο, με την εγγύηση και συνδρομή μιας ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με αυτήν ακριβώς την αρμοδιότητα, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνεται στις πέντε ανεξάρτητες αρχές που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα (ΑΠ OλΑΠ  1/2017, ΑΠ 714/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. δ’, 216 παρ. 1 του  ΚΠολΔ,  προκύπτει  ότι  για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζουν τα άρθρα 117-118 του ΚΠολΔ, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα εις βάρος του εναγομένου, δηλαδή πρέπει να γίνεται σαφής έκθεση στο δικόγραφό της όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε η αγωγή να είναι επιδεκτική δικαστικής εκτιμήσεως και να καθίσταται εφικτή η απάντηση σ’ αυτή και γ) ορισμένο αίτημα. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής θα πρέπει να είναι τόσα, όσα απαιτούνται για τη θεμελίωση της αξίωσης και να αναφέρονται αυτά με τέτοια σαφήνεια, ώστε, όχι μόνο να μην αφήνεται αμφιβολία για την αξίωση του ενάγοντος που απορρέει απ’ αυτά, για την οποία αναφέρεται το αίτημα της αγωγής, αλλά ακόμη και κατά τρόπο ώστε, ο εναγόμενος να έχει τη δυνατότητα άμυνας με ανταπόδειξη ή ένσταση κατά της αξίωσης του ενάγοντος και του δικαστηρίου να προβεί στην αξιολόγηση της αγωγής και να διεξάγει τις σχετικές αποδείξεις. Η έλλειψη των ως άνω στοιχείων, περίπτωση της οποίας αποτελεί και η μη εξειδίκευση με πληρότητα των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών (ποσοτική αοριστία), καθιστά το δικόγραφο της αγωγής αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, επιφέρει δε το απαράδεκτο αυτού, στην απαγγελία του οποίου προβαίνει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, διότι ανάγεται στην προδικασία, η τήρηση της οποίας ρυθμίζεται από κανόνες δημοσίας τάξεως. Επίσης, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή την παραπομπή στα διαλαμβανόμενα σε άλλα προσκομιζόμενα έγγραφα, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1728/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 250/2011, ΕΕμπΔ 2011.591, ΑΠ 49/2011 ΕλλΔ/νη 2011.1594, ΑΠ 1042/2009 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1042/2009 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1611/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).  Στην προκείμενη περίπτωση, η  ένδικη αγωγή, με βάση τις προαναφερόμενες νομικές παραδοχές και με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, είναι επαρκώς ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωσή της σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά των εναγόμενων. Ειδικότερα, γίνεται ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, καθώς αναφέρονται αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία θεμελιώνεται επαρκώς και με πληρότητα η παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος από τους εναγόμενους και δη διακριτά για κάθε ισχυρισμό της πρώτης εναγόμενης στις από  07-01-2022 προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ότε και συζητήθηκε η από 11-04-2019 (αρ.εκθ.καταθ. ……./2019) αγωγή του κατ’ αυτής και κατά της …….., στην υπ’ αριθμόν …./09-02-2022 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον του δικηγόρου Γιαννιτσών ………, που δόθηκε προς ανταπόδειξη της από 20-10-2021 (αρ.εκθ.καταθ……../2021) αγωγής του κατά του δεύτερου εναγόμενου-πατέρα της, της ………-μητέρας της και της ……..-αδελφής της, στην από 24-02-2022 αίτησή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών και διακριτικά για κάθε ισχυρισμό αμφότερων των αρχικών εναγόμενων ως μαρτύρων (της πρώτης εξεταζόμενης ανωμοτί καθόσον παραστάθηκε για την υποστήριξη της κατηγορίας) ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών κατά τη δικάσιμο της 16ης-02-2022, με κατηγορούμενο τον ίδιο για την άδικη πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης εις βάρος της εδώ πρώτης εναγόμενης, επίσης αναφέρεται ότι τα παραπάνω ψευδή περιστατικά τα  κατέθεσαν οι αρχικοί εναγόμενοι και  αναγράφονται στις ως άνω προτάσεις της πρώτης εναγόμενης,  εν γνώσει του ψεύδους τους, καθώς και η ζημία που υπέστη (ηθική βλάβη συνιστάμενη στην προσβολή της προσωπικότητάς του)  και ο αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια της επαρκούς και πρόσφορης αιτίας, μεταξύ αυτής (ζημίας) και της συμπεριφοράς των εναγόμενων, για την αποκατάσταση της οποίας ο τελευταίος αξιώνει την αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση από αυτούς, καθώς και ότι περιήλθαν  σε γνώση αορίστου  αριθμού προσώπων, αφού έλαβαν γνώση  δικαστές, εισαγγελείς, γραμματείς κλπ., του συκοφαντικού περιεχομένου τους, με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, χωρίς να είναι αναγκαίο στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, να αναφέρονται πόσα και ποια είναι τα πρόσωπα αυτά, ήτοι να κατονομάζονται ένα προς ένα, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, ορθά εφάρμοσε το νόμο, έστω και χωρίς ιδιαίτερες αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις ανωτέρω (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο [Α] από 23-11-2024 εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα τυγχάνει αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.

Από την επανεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους και ειδικότερα από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται  και  προσκομίζουν,    των  οποίων   δεν απαιτείται  ειδική  μνεία  στην παρούσα (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 867/2011, ΑΠ 187/2010, ΑΠ 1697/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για  μερικά  από  τα  οποία  γίνεται  ειδική  αναφορά  κατωτέρω,  χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς  (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006.173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔ/νη 41.980) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, τα  έγγραφα  που   παραδεκτά    προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου χωρίς πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριάς αμέλειας (άρθρο 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ),  τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ.2020, υπό άρθρο 529, σελ. 178), τα  έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας που λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 64/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), τις αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων και τα αποσπάσματα ποινικών αποφάσεων που προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, που λαμβάνονται υπόψη  ως ισχυρό τεκμήριο  (βλ. ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 7/2022, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 83/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ),περαιτέρω από τις φωτογραφίες που προσκόμισε μετ’ επικλήσεως ο ενάγων, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ), τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό  με  τα  διδάγματα  της  κοινής  πείρας,  αποδείχθηκαν, στα  πλαίσια  των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου   240  του  ΚΠολΔ,   τα  ακόλουθα  πραγματικά  περιστατικά:     Ο ενάγων-ήδη εφεσίβλητος-εκκαλών τέλεσε νόμιμο πολιτικό γάμο στις 26-06-2017 με την πρώτη εναγόμενη-ήδη πρώτη εκκαλούσα-εφεσίβλητη, θυγατέρα του αρχικού δεύτερου εναγόμενου και της δεύτερης εκκαλούσας-εφεσίβλητης, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, που γεννήθηκε στις 27-12-2018. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά, διασπάστηκε δε οριστικά τον Οκτώβριο του έτους 2018, πριν δηλαδή τη γέννηση του μοναδικού τους τέκνου, οπότε η πρώτη εναγόμενη αποχώρησε από τη συζυγική οικία και μετοίκησε στην οικία των γονέων της στα ……. Εν τέλει ο γάμος των ανωτέρω λύθηκε με την  έκδοση της ήδη αμετάκλητης 520/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, κατόπιν ασκήσεως αντίθετων αγωγών από τους προαναφερόμενους διαδίκους, με αντικείμενο τη λύση του γάμου τους, την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου τους και την επιδίκαση διατροφής τόσο για λογαριασμό της εδώ πρώτης εναγόμενης όσο και του ανήλικου τέκνου τους, με την οποία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η έγγαμη σχέση των ανωτέρω κλονίσθηκε τόσο ισχυρά, από λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του εδώ ενάγοντος, ο οποίος διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις επιδεικνύοντας αδιάφορη συμπεριφορά προς την ενάγουσα-εναγόμενη σύζυγό του (εδώ πρώτη εναγόμενη), ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να έχει καταστεί αφόρητη για την εδώ πρώτη εναγόμενη, ενώ η τελευταία δεν συνετέλεσε σ’ αυτήν τη διακοπή με υπαίτιο παράπτωμά της. Επιπλέον, με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι στο πρόσωπο της ανωτέρω υπήρχε εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, αφού δέχθηκε ότι ο εκεί ενάγων-εναγόμενος (εδώ ενάγων-εφεσίβλητος-εκκαλών) διατηρούσε όπως ελέχθη εξωσυζυγικές σχέσεις, επιδείκνυε αδιάφορη συμπεριφορά προς τη σύζυγό του, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεταξύ τους συνεχείς έριδες και διαπληκτισμοί, καθώς και ότι η μεταξύ τους ένταση συνεχίσθηκε με φραστικά επεισόδια και κορυφώθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2018, οπότε η …………. αποχώρησε από τη συζυγική οικία, ενώ την ίδια ημέρα κατήγγειλε το σύζυγό της στην αστυνομία για φραστικό επεισόδιο σε βάρος της που έλαβε χώρα την προηγούμενη ημέρα στην οικία τους και ως εκ τούτου ότι αυτή τυγχάνει δικαιούχος διατροφής σε χρήμα από τον υπόχρεο καταβολής αυτής αντίδικό της, ο οποίος κρίθηκε ως ο αποκλειστικά υπαίτιος της διάσπασης του εγγάμου βίου τους.  Ωστόσο, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης οι σχέσεις των ανωτέρω διαταράχθηκαν έτι περαιτέρω, αφού ξεκίνησε δικαστική διαμάχη μεταξύ τους, καθώς ο ενάγων διαφωνούσε με την πρώην σύζυγό του  για θέματα που αφορούσαν κυρίως την επιμέλεια του κοινού ανήλικου τέκνου τους και τη ρύθμιση του δικαιώματός του επικοινωνίας με αυτό, εν τέλειοι μεταξύ τους σχέσεις επιδεινώθηκαν δραματικά, πυροδοτώντας έναν κύκλο αστικών δικαστικών αγώνων, ενώ η αντιπαράθεσή τους έλαβε και ποινικές προεκτάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 11-04-2019 (αρ.εκθ.καταθ………../11-04-2019) αγωγή του κατά της εδώ πρώτης εναγόμενης και της επίσης πρώην πρώτης συζύγου του …………, με αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλλουν το ποσό των 50.000 ευρώ και 20.000 ευρώ αντίστοιχα, ως αποζημίωση της προκληθείσας σε αυτόν ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς του. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε στο ακροατήριο του ανωτέρω Δικαστηρίου, στη δικάσιμο της 07ης-01-2022, οπότε η πρώτη εναγόμενη, προς αντίκρουση της ως άνω αγωγής, κατέθεσε τις από 07-01-2022 προτάσεις της στις οποίες ανέφερε επί λέξει τα εξής: «…Άλλωστε το ότι ο αντίδικός μου καταδικάστηκε σε φυλάκιση 6 μηνών για ενδοοικογενειακή απειλή  σε βάρος της τέως συζύγου του είναι δεδομένο, ανεξάρτητα εάν εκκρεμεί έφεσή του ή όχι, δηλαδή καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό όπως κατέθεσε και η τέως σύζυγός του… τα οποία κατέθεσε αυθορμήτως και χωρίς την παραμικρή παρακίνησή μου και τα οποία είναι όλα αληθή κατά τους ισχυρισμούς της ιδίας, αφού και αυτή ήτο θύμα του βίαιου και εριστικού χαρακτήρα του αντιδίκου μου. Επίσης είναι αληθές καθ’ όλα ότι ο αντίδικός μου καταδικάστηκε για ενδοοικογενειακή βία που αποτελεί ενδοοικογενειακή βία και η απειλή για την οποία καταδικάστηκε με την υπ’ αρ. ΑΤ 4739/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, ύστερα μάλιστα από έγκληση της τέως συζύγου του. Κατ’αρχήν όλα όσα κατέθεσε η εξετασθείσα ενόρκως σύζυγος του αντιδίκου μου στην παραπάνω ένορκη βεβαίωσή της είναι αληθή και είναι περιστατικά που έζησε και βίωσε η τέως σύζυγός του και ήθελε να κάνει γνωστά στο Δικαστήριο, καθόσον ο αντίδικός μου ούτε λίγο ούτε πολύ εμφανιζόταν ως η αθώα περιστερά, σύμφωνα με αυτά που εξέθετε στα δικόγραφά του και με τον τρόπο που τα εξέθετε και συνεχίζει να κάνει το ίδιο ακόμη και σήμερα, βομβαρδίζοντας τόσον εμέ, όσον και οποιοδήποτε ήθελε να τον εκθέσει με μηνύσεις και δικόγραφα αποζημιώσεως σε όλα τα δικαστήρια της χώρας. Προσπαθεί να δείξει ότι δεν είναι αυτός που τον περιέγραφε η πρώην σύζυγός του στα Δικαστήρια όσο και εγώ στα δικόγραφά μου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, αλλά εις μάτην…». Ακολούθως, στην υπ’ αριθμόν ΔΣΓΙΑΝ_ΕΒ_…………./09-02-2022 ένορκη βεβαίωση της πρώτης εναγόμενης ενώπιον του Δικηγόρου Γιαννιτσών ……….,  η οποία δόθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως ανταπόδειξη της από 20-10-2021 (αρ.εκθ.καταθ…………./2021) αγωγής του εδώ ενάγοντος σε βάρος των γονέων της και της αδελφής της, περί προσβολής της προσωπικότητάς του, αναφέρονται επί λέξει τα εξής: «…Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καλά στο γάμο μας από αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντα, όπως έχει δεχτεί η 1388/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τμήμα ασφαλιστικών μέτρων), η οποία δέχθηκε ότι «η έγγαμη συμβίωση των συζύγων διακόπηκε από την εύλογη για την καθ’ ης-αιτούσα αιτία, ένεκα υπαιτιότητας αντισυζυγικής συμπεριφοράς του αιτούντα-καθ’ ου, η οποία προσέβαλε την αιτούσα και έβαλε ευθέως κατά της σωματικής και ψυχικής της ακεραιότητας, κατέστησε δε αδύνατη τη συμβίωσή της μαζί του… όταν επέστρεψε επιδείκνυε επιθετική και υποτιμητική συμπεριφορά στη σύζυγό του». Επίσης, στην με αρ. 3003/2019 απόφαση του Μονομελούς  Πρωτοδικείου Πειραιά αναφέρεται ότι «η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά καθώς ο εναγόμενος-ενάγων διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις… με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεταξύ τους έριδες και διαπληκτισμοί», παρόλο που δεν είχα στην κατοχή μου κανένα ιατρικό έγγραφο που να αποδεικνύει τα όσα ισχυριζόμουν αφού ως τότε ντρεπόμουν να τον σύρω στα δικαστήρια, καθόσον γνώριζα ότι η πρώην σύζυγός του τον κατηγορούσε για ενδοοικογενειακή βία και απειλή, η οποία μάλιστα κατέθεσε ενόρκως στην αγωγή μου τις προσωπικές της εμπειρίες και γι’ αυτό το λόγο ο ενάγων κατέθεσε εναντίον μας έγκληση και αγωγή αποζημίωσης. Επιπλέον, στην με αρ. 520/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά έγινε επίσης αποδεκτό παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα, ότι ένεκα της συμπεριφοράς του κ. ….. δημιουργούνταν μεταξύ μας συνεχείς έριδες και διαπληκτισμοί και εν τέλει διακόπηκε η έγγαμη συμβίωσή μας από αποκλειστική του υπαιτιότητα. Περαιτέρω, στην με αρ. 4739/2018 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, στην οποία ήταν κατηγορούμενος ο ενάγων για τα αδικήματα της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης και απειλής κατ’ εξακολούθηση κατά της πρώην συζύγου του, την οποία ο ίδιος προσκόμισε ως σχετικό στη δίκη εναντίον για την προσωρινή ρύθμιση επιμέλειας, διατροφής κλπ. και εκδόθηκε η με αρ.1388/2019 απόφαση, ο ενάγων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση, της οποίας την εξέλιξη δεν γνωρίζω αλλά κατά πάσα πιθανότητα παραγράφηκε δυνάμει του Ν.4689/2020. Σε αυτήν την απόφαση ρητά αναφερόταν ότι ο κ. ……. «με πρόθεση ως μέλος της οικογένειας προκάλεσε τρόμο και ανησυχία σε άλλο μέρος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και ειδικότερα απείλησε την εγκαλούσα σύζυγό του με τις φράσεις «θα τα γαμήσω όλα και θα βρω αυτόν που στα είπε αυτά για μένα και να προσέχουν οι δικοί σου γιατί θα πάθουν κακό». Η απειλή δε αυτή, συνιστά ενδοοικογενειακή βία». Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι κατά του κ. ………….. έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη για συμβάν που έλαβε χώρα την 17-08-2019 και εκδικάζεται μετά από ματαιώσεις στις 16-02-2022. Όταν γνώρισα τον ενάγοντα και μετακόμισα από τα …… στην Αθήνα για να μείνω μαζί του, οι μόνες επαφές που είχα ήταν η στενή μου οικογένεια, δηλαδή οι γονείς μου και η αδελφή μου. Σε αυτούς έλεγα με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα με απασχολούσαν μέσα στο γάμο μου, όλα όσα υπέμενα και όλα τα γεγονότα που λάμβαναν χώρα. Σε κανένα από τα γεγονότα που έχω κατά καιρούς αναφέρει δεν ήταν παρόντες οι εναγόμενοι αλλά τα μάθαιναν από εμένα…». Τόσο στις από 07-01-2022 προτάσεις της όσο και στην υπ’ αριθμόν ΔΣΓΙΑΝ_ΕΒ_……………/09-02-2022 ένορκη βεβαίωσή της, η πρώτη εναγόμενη ισχυρίσθηκε ψευδώς εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών της, ότι ο ενάγων ήταν βίαιος και επιθετικός, και προκειμένου να αποδείξει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών των ισχυρισμών της που κατέτειναν στην απόρριψη των προαναφερόμενων αγωγών του, έκανε χρήση της υπ’ αριθμόν ΑΤ 4739/2018 απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, η οποία περιείχε ευαίσθητες προσωπικές πληροφορίες σχετικά με την ποινική κατάσταση του εδώ ενάγοντος που κρίθηκαν στο Δικαστήριο εκείνο κατόπιν μηνύσεως που υποβλήθηκε σε βάρος του τελευταίου από την πρώην σύζυγό του …………. και δυνάμει της οποίας αυτός κρίθηκε  ένοχος  για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής κατ’ εξακολούθηση και επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών. Ωστόσο, η πρώτη εναγόμενη δεν απευθύνθηκε με αίτησή της στο αρμόδιο Δικαστήριο προκειμένου να λάβει γνώση της απόφασης αυτής αφού προσδιορίσει πρώτα το έννομο συμφέρον της. Ως εκ τούτου, η πρώτη εναγόμενη, η οποία δεν είχε καμία σχέση ή εμπλοκή με την ποινική αυτή υπόθεση, έλαβε γνώση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος που άντλησε από την εν λόγω ποινική απόφαση, χωρίς να έχει προσφύγει πρώτα στο αρχείο του ως άνω Δικαστηρίου ώστε να μπορεί να κάνει χρήση αυτής με νόμιμο τρόπο, αλλά και χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα και να έχει αποδεχθεί αυτός να αποτελέσουν αντικείμενο “επεξεργασίας” τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν. Η πρώτη εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι έλαβε γνώση της απόφασης αυτής από τον ίδιο τον ενάγοντα όταν την κατέθεσε ως σχετικό [27] στο από 27-03-2019 σημείωμά του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, όταν συνεκδικάστηκαν αντίθετες αιτήσεις τους επί των οποίων εκδόθηκε η 1388/2019 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, ενώ αυτός την είχε προσκομίσει και ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, το οποίο ρητώς αναφέρει στην 520/2020 απόφασή του ότι την λαμβάνει υπόψη του επειδή την προσκόμισε μετ’ επικλήσεως ο ίδιος ο εκκαλών-εφεσίβλητος, πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός είναι μη νόμιμος, δεδομένου ότι, όπως ελέχθη και στην πιο πάνω νομική σκέψη, αφενός η εναγόμενη δεν απέκτησε αντίγραφο της ως άνω ποινικής απόφασης με νόμιμο τρόπο, ούτε όμως ενημέρωσε προηγουμένως τον ενάγοντα, προκειμένου να λάβει τη σύμφωνη γνώμη του ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο “επεξεργασίας” τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν, αφετέρου  τα δεδομένα αυτά δεν ήταν  απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την υπεράσπιση του δικαιώματός της ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας) και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμούσαν οι ως άνω  αγωγές του εδώ ενάγοντος, στη μία εκ των οποίων δεν ήταν καν διάδικος, ο δε επιδιωκόμενος σκοπός της προάσπισης των δικαιωμάτων της μπορούσε  να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα,  εξάλλου η εναγόμενη ουδόλως πρόβαλε σχετικό αντίθετο ισχυρισμό. Επιπλέον, έπληξε με την επεξεργασία και χρήση της ανωτέρω ποινικής αποφάσεως το τεκμήριο της αθωότητας του ενάγοντος, προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητά του, δοθέντος ότι εκκρεμούσε η εκδίκαση της έφεσης που είχε ασκήσει ο ενάγων ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Εν τέλει εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν ………/2020 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, δυνάμει της οποίας παραγράφηκε και διατάχθηκε η μη εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 64 παρ. 1,2,3 Ν.4689/2020 και τέθηκε αυτή στο αρχείο. Ακολούθως, από κανένα από τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε προβεί σε πράξεις βιαιοπραγίας σε βάρος της πρώτης εναγόμενης, ουδέποτε έλαβε χώρα καταγγελία εκ μέρους της στις αρμόδιες αρχές για άσκηση σωματικής βίας σε βάρος της από τον ενάγοντα (πλην της από 17-08-2019 μήνυσης που θα αναφερθεί κατωτέρω), παρά μόνο αναφορές για φραστικά επεισόδια μεταξύ των, ενέργεια στην οποία οπωσδήποτε θα είχε αυτή προβεί (εναγόμενη) λαμβανομένης υπόψη της σφοδρής μεταξύ τους αντιδικίας. Εξάλλου, τους ανωτέρω ισχυρισμούς της περί βίαιης και επιθετικής συμπεριφοράς του ενάγοντος εις βάρος της, η πρώτη εναγόμενη τους έχει κατ’ επανάληψη αναφέρει στα δικόγραφά της και δη στις προτάσεις της επ’ αφορμή την εκδίκαση αγωγών που έχει ασκήσει σε βάρος της ο ενάγων για προσβολή της προσωπικότητάς του από την αναφορά των ίδιων ως άνω ψευδών ισχυρισμών εν γνώσει του ψεύδους τους, επί των οποίων κατά το επίδικο διάστημα είχαν εκδοθεί ήδη τελεσίδικες αποφάσεις που τους απέρριπταν ως αβάσιμους κατ’ ουσίαν, μεταξύ των οποίων η προαναφερόμενη 520/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά και η 1197/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε ψευδείς και συκοφαντικούς τους ως άνω ισχυρισμούς της, παρά ταύτα η εναγόμενη δεν σταμάτησε να επικαλείται τους ίδιους ως άνω ψευδείς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς σε βάρος του ενάγοντος σε μεταγενέστερες μεταξύ τους δίκες, ενώ η αναφορά στις από 07-01-2022 προτάσεις της, της φράσης ότι ο αντίδικός της εμφανιζόταν στα δικόγραφά του ως «η αθώα περιστερά» συνιστά αξιολογική κρίση που προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος. Των ανωτέρω ψευδών γεγονότων έλαβαν γνώση τρίτοι και δη ο δικαστικοί λειτουργοί που χειρίστηκαν τις ανωτέρω υποθέσεις και ο δικηγόρος ενώπιον του οποίου δόθηκε η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, η πρώτη εναγόμενη γνώριζε ότι ήταν αντικειμενικώς πρόσφορα να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντος, την οποία και πράγματι έβλαψαν, αφού τον παρουσίαζαν ως βίαιο και επικίνδυνο χαρακτήρα, περιείχαν δε έντονη αμφισβήτηση της ηθικής του αξίας ως ανθρώπου και πατέρα,  ούτως ώστε στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Επιπλέον, στην ως άνω υπ’αριθμόν 38/2022 ένορκη βεβαίωσή της, η εναγόμενη ανέφερε επί λέξει όπως ελέχθη ανωτέρω, ότι «… αποκτήσαμε ένα τέκνο με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης μπαίνοντας στη διαδικασία να δεχτώ σπέρμα ξένου δότη λόγω της ανικανότητας γονιμοποίησης από δικό του σπέρμα..», γεγονός αληθές όπως συνομολογεί ο ενάγων στην ένδικη αγωγή του,  ωστόσο αυτό ήταν  πρόσφορο να βλάψει και πράγματι έβλαψε την τιμή και την υπόληψή του, αφού τον παρουσίαζε ως πατέρα που αντιμετώπιζε προβλήματα υπογονιμότητας που δεν μπόρεσε να τεκνοποιήσει με δικό του σπέρμα αλλά με σπέρμα ξένου δότη και η εναγόμενη δολίως το ανέφερε με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, δηλαδή να τον παρουσιάσει ως ανίκανο και ως κατώτερο γονέα. Επιπλέον, ο ανωτέρω ισχυρισμός της προσέβαλε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα υγείας του ενάγοντος (ανικανότητα γονιμοποίησης με δικό του σπέρμα), τα οποία  διέδωσε χωρίς ο ενάγων να έχει προηγουμένως ενημερωθεί και δεχθεί να αποτελέσουν αντικείμενο “επεξεργασίας” τα δεδομένα υγείας προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν, αφετέρου  τα δεδομένα αυτά δεν ήταν  καθόλου αναγκαία και πρόσφορα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των τότε εναγόμενων (των γονέων και της αδελφής της) ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας) και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμούσε η αγωγή προσβολής της προσωπικότητας του εδώ ενάγοντος, ούτε άλλωστε η εναγόμενη πρόβαλε σχετικό αντίθετο ισχυρισμό. Ακολούθως, η πρώτη εναγόμενη κατέθεσε την με ΑΒΜ …./……./17-08-2019 μήνυση σε βάρος του ενάγοντος για την άδικη πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης σε βάρος της την οποία επικαλέστηκε ότι ο ανωτέρω τέλεσε με πρόθεση στις 17-08-2019 στα ….. Πέλλας, και ειδικότερα ότι αυτός, ενώ βρισκόταν στην οικία της, έβγαλε την πόρτα από τους μεντεσέδες της και την χτύπησε  στο σώμα, προκαλώντας της αμυχές στο αριστερό χέρι. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 16-02-2022 στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, με κατηγορούμενο τον ενάγοντα, η πρώτη εναγόμενη κατέθεσε ότι ο ενάγων ξήλωσε την πόρτα, την έβγαλε από τους μεντεσέδες και άρχισε να χτυπάει την εναγόμενη με την πόρτα, ότι την χτύπησε 2-3 φορές, αυτή γονάτισε και ότι τα χτυπήματα ήταν στον ώμο και το χέρι της, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος κάνει μπόντι μπίλντινγκ. Επίσης ο αρχικός δεύτερος εναγόμενος κατέθεσε ότι ο ενάγων έβγαλε την πόρτα και την κοπάνησε πάνω της, ότι την χτύπησε επανειλημμένα 2-3 φορές, ότι ο ίδιος κάλεσε την αστυνομία και όταν ανέβηκε στο σπίτι με τους αστυνομικούς ο ενάγων είχε τοποθετήσει την πόρτα κανονικά στη θέση της, καθώς και ότι δεν έδινε το παιδί στην κόρη του για να μην ακολουθήσει τους αστυνομικούς. Με την υπ’ αριθμόν 68/16-2-2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών κατά πλειοψηφία, για την ανωτέρω πράξη, μειοψηφούντος του εξ αριστερών συνέδρου, ο οποίος είχε την άποψη ότι έπρεπε να παύσει υφ’ όρον κατ’ άρθρο 63 Ν. 4689/2020 η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της   κατηγορίας και ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης σε όλως ελαφρά σωματική βλάβη, όπως είχε προτείνει ο Εισαγγελέας. Ακολούθως, η πρώτη εναγόμενη, με την από 24-02-2022 αίτησή της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γιαννιτσών, ζήτησε την άσκηση έφεσης κατά της ως άνω απαλλακτικής απόφασης πλην όμως   η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γιαννιτσών. Στην επίδικη αίτηση αναφέρεται εκεί (αίτηση) επί λέξει «Παρά το ότι εκ των ανωτέρω πράξεων έχω υποστεί ζημία και βλάβη και παραστάθηκα προς υποστήριξη της κατηγορίας, εκδόθηκε η με αρ.68/16-2-2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου… ενώ έπρεπε να τον κηρύξει ένοχο και να του επιβάλλει την προσήκουσα ποινή… να αποκατασταθεί η αδικία που έγινε σε βάρος μου με την απόφαση αυτή σύμφωνα με τα ιστορούμενα στο σε βάρος του κατηγορητήριο  και για να επέλθουν τα παραπέρα νόμιμα». Από τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι στις 17-08-2019 στα …. Πέλλας και ειδικότερα στην οικία της πρώτης εναγόμενης, στην οποία διέμενε με τους γονείς της και το ανήλικο τέκνο της, δημιουργήθηκε έντονο επεισόδιο μεταξύ των ως άνω εν διαστάσει τότε συζύγων, με αφορμή το τηλεχειριστήριο του κλιματιστικού, καθώς κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του ενάγοντος με το τέκνο του στην ανωτέρω οικία της πρώτης εναγόμενης και δη στο παιδικό δωμάτιο, λόγω της ζέστης που επικρατούσε, αυτός ζήτησε  από   την προαναφερόμενη  το τηλεχειριστήριο,  πλην όμως  η τελευταία  δεν ήθελε να του το δώσει και του έδειξε ότι το είχε ρυθμίσει η ίδια στους 27οC. Ο ενάγων τότε της πήρε το τηλεχειριστήριο από τα χέρια και έκλεισε την πόρτα του παιδικού δωματίου, ενώ η ανωτέρω προσπάθησε να την ανοίξει, σπρώχνοντάς την από έξω, με τον αριστερό της ώμο και κρατώντας το πόμολο με το αριστερό της χέρι, πλην όμως ο ενάγων ασκούσε αντίθετη πίεση από μέσα προς τα έξω, ώστε να μην ανοίξει η πόρτα. Σε κάποια στιγμή, λόγω και της πίεσης που ασκούσαν αμφότεροι στην πόρτα, αυτή βγήκε από τους μεντεσέδες, χωρίς όμως να αποδεικνύεται ότι ο ενάγων με πρόθεση αφαίρεσε την πόρτα από τους μεντεσέδες και εν συνεχεία με πρόθεση χτύπησε την τότε εν διαστάσει σύζυγό του με αυτή, ούτε όμως ότι η πόρτα έπεσε πάνω της. Ακολούθως, οι αστυνομικοί, κατόπιν καταγγελίας της πρώτης εναγόμενης, προσήγαγαν τον ενάγοντα στο αστυνομικό τμήμα και προέβησαν, μετά την υποβολή σχετικής εγκλήσεως στη σύλληψή του, ενώ αυτός στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος με προφορική εντολή του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γιαννιτσών. Από κανένα από τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως αποδεικτικά μέσα από τους εναγόμενους δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη υπέστη οποιαδήποτε σωματική βλάβη, η οποία μάλιστα να συνάδει με τα αναφερόμενα στη μήνυσή της περιστατικά, πολλώ δε μάλλον ότι η σωματική αυτή βλάβη προκλήθηκε από τον ενάγοντα. Τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά δέχθηκε και η υπ’ αριθμόν 68/16-2-2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών που κήρυξε τον εδώ ενάγοντα αθώο λόγω αμφιβολιών κατά πλειοψηφία, μειοψηφούντος του  εξ αριστερών συνέδρου  που συντάχθηκε με την ως άνω εισαγγελική πρόταση, σύμφωνα μάλιστα με την οποία (απόφαση) η εδώ πρώτη εναγόμενη μετέβη αυθημερόν στα εξωτερικά ιατρεία επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πέλλας, όπου εξετάστηκε με αιτία αναφερόμενο ξυλοδαρμό και διαπιστώθηκε ότι έφερε μικρές εκδορές αριστερού βραχιονίου και αντιβραχίου, ενώ ανέφερε και άλγος ωμικής ζώνης, κακώσεις δηλαδή συμβατικές με την ανωτέρω περιγραφή των γεγονότων. Ως εκ τούτου, τα γεγονότα που κατέθεσε η πρώτη εναγόμενη, ότι ο ενάγων ξήλωσε την πόρτα, την έβγαλε από τους μεντεσέδες και την χτύπησε 2-3 φορές, αυτή γονάτισε και ότι τα χτυπήματα ήταν στον ώμο και το χέρι της, όπως και τα γεγονότα που κατέθεσε ο αρχικός δεύτερος εναγόμενος ότι  ο ενάγων έβγαλε την πόρτα και την κοπάνησε πάνω στην πρώτη εναγόμενη και ότι την χτύπησε επανειλημμένα 2-3 φορές, ότι δεν έδινε το παιδί στην κόρη του για να μην ακολουθήσει τους αστυνομικούς, ήταν ψευδή και τα κατέθεσαν ενόρκως εν γνώσει του ψεύδους τους, ενώπιον τρίτων, ήτοι του δικαστικού λειτουργού και του εισαγγελικού λειτουργού της έδρας, του γραμματέα της έδρας, των δικηγόρων και του κοινού που παρευρισκόταν στην αίθουσα του δικαστηρίου, γνώριζαν δε ότι ήταν αντικειμενικώς πρόσφορα να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντος, την οποία και πράγματι έβλαψαν, αφού τον παρουσίαζαν ως βίαιο και επικίνδυνο χαρακτήρα, περιείχαν δε έντονη αμφισβήτηση της ηθικής του αξίας ως ανθρώπου και πατέρα,  ούτως ώστε στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, η δε αναφορά της πρώτης εναγόμενης ότι ο κατηγορούμενος-εδώ ενάγων έκανε μπόντι μπίλντινγκ, έγινε με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, ήτοι προκειμένου να τον παρουσιάσει ως επικίνδυνο και βίαιο άνθρωπο. Περαιτέρω η από 24-02-2022 αίτηση της πρώτης εναγόμενης προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γιαννιτσών, με την οποία αιτούνταν να ασκήσει ο τελευταίος έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως και με την οποία παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, εμμένοντας ότι ήταν αληθή τα  ως άνω αναφερόμενα περιστατικά στο κατηγορητήριο και  ζητούσε να κηρυχθεί ένοχος ο εδώ ενάγων και να του επιβληθεί η προσήκουσα ποινή προκειμένου να αποκατασταθεί η αδικία σε βάρος της και να επιβληθούν τα παραπέρα νόμιμα σε βάρος του, έγινε εν γνώσει του ψεύδους των ισχυρισμών της αυτών, του ψευδούς δε περιεχομένου της έλαβαν γνώση ο γραμματέας της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών όπου κατατέθηκε η ως άνω αίτηση, και ο ανωτέρω Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών που τη χειρίστηκε. Συνεπώς, η πρώτη εναγόμενη τέλεσε τις άδικες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης, της απλής δυσφήμισης, της εξύβρισης, της προσβολής ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρ. 6 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), και ο αρχικός δεύτερος εναγόμενος τέλεσε την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, απορριπτόμενων των τρίτου και τέταρτου, ως προς το πρώτο σκέλος του, λόγων της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως, με τους οποίους οι αρχικοί εκκαλούντες υποστηρίζουν την έλλειψη δόλου τους και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι η εκκαλουμένη δεν έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς τους περί βιαιότητας, ακαταλληλότητας, επικινδυνότητας και άσκησης ενδοοικογενειακής βίας από τον ενάγοντα, ως αβάσιμων. Με το δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο [Α] εφέσεώς τους οι αρχικοί εκκαλούντες παραπονούνταν ότι η εκκαλούμενη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου απέρριψε (τον ισχυρισμό τους εκ του άρθρου 366 παρ.1 του ΠΚ, ως αόριστο) με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίστηκε ποιο ήταν το νόμιμο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου αίρει το άδικο των αξιόποινων πράξεων που απέδωσε ο  εφεσίβλητος-ενάγων στην πρώτη εξ αυτών αναφορικά με την ένορκη κατάθεσή της στις 16-02-2022 στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών και με την από 24-04-2022 αίτησή της στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών. Ο λόγος αυτός εφέσεως τυγχάνει νομικά αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, καθώς η διάταξη του άρθρου 366 παρ.1 του ΠΚ, δεν τυγχάνει εφαρμογής  στα εγκλήματα του άρθρου 363 του ΠΚ, όπως εν προκειμένω. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση και κατά το μέρος αυτής που δέχθηκε τα ίδια έστω με ελλιπείς αιτιολογίες,  οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν και  με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ενώ κατά το μέρος της που απέρριψε την ένδικη αγωγή και δη ως προς το σκέλος της που αναφερόταν α] στη συκοφαντική δυσφήμιση του ενάγοντος από τα διαλαμβανόμενα στην από 24-02-2022 αίτηση της πρώτης εναγόμενης ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών, β] στη δυσφήμιση του ενάγοντος και την προσβολή των ευαίσθητων προσωπικών του δεδομένων υγείας από τις ως άνω αναφορές της στην υπ’αριθμόν ……../2022 ένορκη βεβαίωσή της, γ] στην προσβολή ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και του τεκμηρίου αθωότητας του ενάγοντος από την αναφορά της πρώτης εναγόμενης στις από 07-01-2022 προτάσεις της και την προρρηθείσα ένορκη βεβαίωση της υπ’ αριθμόν ΑΤ 4739/2018 απόφασης του Α΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γενόμενων δεκτών των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και έκτου λόγων της υπό στοιχείο [Β] εφέσεως, κατά το μέρος τους που υποστηρίζουν τα ίδια, ως βάσιμων. Σημειωτέον δε ότι οι παράνομες και υπαίτιες ως άνω πράξεις των εναγόμενων τελέσθηκαν το έτος 2022 κατά το οποίο ίσχυαν οι διατάξεις των άρθρων 361,362,363 του ΠΚ, πριν την τροποποίηση του άρθρου 363 του ΠΚ και την κατάργηση του άρθρου 362 του ΠΚ με το Ν. 5090/2024, ο οποίος ενόψει του ότι άρχισε να ισχύει από 01-05-2024  δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν καταλαμβάνει χρονικά την επίδικη σχέση, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην πιο πάνω νομική σκέψη. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων, πρέπει δε να επιδικασθεί υπέρ αυτού  εύλογη  χρηματική ικανοποίηση σύμφωνα με τα άρθρα 298, 299 και 932 του ΑΚ. Το Δικαστήριο εκτιμώντας όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ιδίως τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες  έλαβε χώρα η αδικοπραξία,  τα αγαθά τα οποία προσβλήθηκαν,  την  υπαιτιότητα των εναγόμενων, το είδος και την έκταση της βλάβης που υπέστη ο ενάγων,   την στενοχώρια και την ταλαιπωρία που δοκίμασε, καθώς και την οικονομική και κοινωνική θέση των αρχικά εναγόμενων, αλλά και του ενάγοντος, χωρίς πάντως να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση εκάστου στοιχείου [Α.Π. 142/2019, Α.Π. 1430/2018, Α.Π. 600/2018, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 322/2014, Α.Π. 1361/2013, Α.Π. 285/2012],   κρίνει ότι βάσει και των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, για την αποκατάσταση της ηθικής του  βλάβης πρέπει να υποχρεωθεί η μεν πρώτη εναγόμενη να του καταβάλλει  το  ποσό των 5.000 ευρώ, ενώ ο αρχικός δεύτερος εναγόμενος-ήδη η δεύτερη εφεσίβλητη υπό την ιδιότητά της ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου του, το ποσό των 1.000 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά είναι εύλογα (άρθρο 932 του ΑΚ), ήτοι ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και  σύμφωνα  με  την αρχή της  αναλογικότητας (άρθρο  25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9παρ.2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης  (βλ. ΟλΑΠ 6/2009, ΑΠ 375/2021, ΑΠ 664/2020, ΑΠ 870/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ),  καθώς  δεν υπερβαίνουν καταφανώς,  ούτε υπολείπονται του ποσού που επιδικάζεται συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις (βλ. ΟλΑΠ 9/2015 ΑΠ 491/2015, ΑΠ 531/2014). Ας επισημανθεί ότι ήδη, για πράξεις που τελέστηκαν μετά την 1-5-2024, η δυσφήμιση δεν συνιστά πλέον ποινικό αδίκημα, καθώς επίσης δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμιση ενώπιον  τρίτων, εάν είναι δημόσιοι λειτουργοί ή και υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53, 54, 57, 136 περ.α και 138 παρ. 1 του ν. 5090/2024, με ισχύ από 1-5-2024, όπως προεκτέθηκε. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ και 1.000 ευρώ αντίστοιχα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβασίμων του πέμπτου λόγου, ως προς το πρώτο σκέλος του της υπό στοιχείο [Β] εφέσεως και του τέταρτου λόγου ως προς το δεύτερο σκέλος του της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως. Ακολούθως, η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί ως προς το κεφάλαιό της αυτό με λόγο εφέσεως, ότι «συντρέχει κίνδυνος επανάληψης στο μέλλον της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος από όμοια προς την επίδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων, και για αυτό πρέπει οι εναγόμενοι να υποχρεωθούν  να παραλείπουν μελλοντικά να προσβάλλουν την προσωπικότητα του ενάγοντος με όμοια παράνομη και άδικη και δη συκοφαντική συμπεριφορά». Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος επανάληψης στο μέλλον της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντα από όμοια προς την επίδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά και δη από την πρώτη εναγόμενη, καθώς ο αρχικός δεύτερος εναγόμενος έχει ήδη αποβιώσει όπως ελέχθη ανωτέρω, πρέπει να απειληθεί σε  βάρος της,  για κάθε παράβαση της ανωτέρω διατάξεως, χρηματική ποινή [500] ευρώ και προσωπική κράτηση [1] μηνός. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου του πέμπτου  λόγου της υπό στοιχείο [Β] εφέσεως, ως προς το σκέλος του που υποστηρίζει τα αντίθετα, ως αβάσιμου.

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 193 του ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξη της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος για τον σε βάρος του καταλογισμό τους. Σκοπός της διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότη­τα αυτοτελούς άσκησης ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης. Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα. Για το ορισμένο, όμως, του σχε­τικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της εφέσεως το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατά­ξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτί­α, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΕφΠατρ 160/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3808/2014, ΕφΠειρ 24/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ- Β. Βαθρακοκοίλη, Η έφεση έκδ.2015, σελ.305).  Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, ως προς το τελευταίο σκέλος του, παραπονούνται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη τους  επέβαλε υπέρμετρη δικαστική δαπάνη.  O λόγος αυτός της έφεσης που προβάλλεται παραδεκτά αφού προσβάλλεται συγχρόνως και η ουσία της υποθέσεως, κατά τα προαναφερόμενα, τυγχάνει αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης, ως έπ­ρεπε, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, ποιος νομικός κανόνας παραβιάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, συνεπεία της οποίας (παραβίασης) καθίσταται η επιδικασθείσα σε βάρος των αρχικών εναγόμενων δικαστική δαπάνη, υπερβολική. Επίσης, ο εκκαλών της υπό στοιχείο [Β] εφέσεως με τον πέμπτο λόγο εφέσεως, ως προς το τελευταίο σκέλος του, παραπονείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου καταδίκασε τους εναγόμενους στην καταβολή μέρους της δικαστικής του δαπάνης.  O λόγος αυτός της έφεσης που επίσης είναι παραδεκτός, αφού προσβάλλεται, συγχρόνως και η ουσία της υποθέσεως, κατά τα προαναφερόμενα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, αφού η ένδικη αγωγή του έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και συνακόλουθα επιβλήθηκε σε βάρος των εναγόμενων μέρος της δικαστικής του δαπάνης, κατά το μέρος της ήττας τους (άρθρα 178 παρ.1, 189 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).  Περαιτέρω, όσον αφορά την επίκληση  εκ μέρους του εκκαλούντος, με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, περί συνδρομής των προϋποθέσεων για επιβολή χρηματικής ποινής κατά το άρθρο 205 του ΚΠολΔσε βάρος των αντιδίκων του, πρέπει  να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για δικονομικό αίτημα αλλά έχει τη μορφή προτροπής ή ευχής προς το Δικαστήριο (βλ. Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα άρθρο 205 σημ.3 σελ.444), και ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί καθώς δεν συντρέχουν εν προκειμένου οι προϋποθέσεις του άρθρου 205 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, αφού ούτε προφανώς αβάσιμη έφεση άσκησε, ούτε διεξήγαγε τη δίκη παρελκυστικά, κατά παράβαση των κανόνων των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή του καθήκοντος αλήθειας. Επίσης, ο  εκκαλών  με  την προσθήκη-αντίκρουση  των προτάσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου,   υποστήριξε   ότι  οι   ισχυρισμοί    και   τα  σχετικά   έγγραφα   που επικαλέστηκαν οι αντίδικοί του στην πρωτοβάθμια δίκη δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, στο μέτρο που δεν γίνεται ρητή αναφορά σε αυτούς στις προτάσεις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός αφενός είναι αόριστος καθόσον δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς  τους οποίους επανέφεραν οι αντίδικοί του στο δεύτερο βαθμό χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, με τη σημείωση ότι ως πραγματικοί ισχυρισμοί νοούνται όσοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης παρόμοιας αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας και άρα, όχι εκείνοι που αποτελούν άρνηση σε τέτοια ένσταση (ΑΠ 81/2014 ΝοΒ 2014.1425), αφετέρου είναι αβάσιμος, εφόσον ως προς τα αποδεικτικά μέσα, οι εκκαλούσες-εφεσίβλητες δεν αρκέστηκαν σε γενική αναφορά στις προτάσεις του δεύτερου βαθμού, αλλά έγινε σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, με αναφορά τους σε μορφή καταλόγου στις προτάσεις τους.  Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει Α] να απορριφθεί η υπό στοιχείο [Α] έφεση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αρχικά  εκκαλούντες κατά  την άσκηση της έφεσης ηλεκτρονικού παράβολου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας τους στη δίκη (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας,  και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στις εκκαλούσες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως  επίσης  ορίζεται  στο  διατακτικό  της παρούσας, Β] να απορριφθεί η υπό στοιχείο [Β] έφεση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον  εκκαλούντα κατά  την άσκηση της έφεσης ηλεκτρονικού παράβολου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του στη δίκη (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας,  και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στον εκκαλούντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως  επίσης  ορίζεται  στο  διατακτικό  της παρούσας.

ΓΙΑ    ΤΟΥΣ    ΛΟΓΟΥΣ   ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 23-11-2023 (αριθ.εκθ.καταθ. ………./24-11-2023) και από 24-11-2023 (αριθ.εκθ.καταθ…………./24-11-2023)εφέσεις  κατά της   3209/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς   Πρωτοδικείου   Πειραιά.

Δέχεται τυπικά την από23-11-2023 (αριθ.εκθ.καταθ. ………../24-11-2023) έφεση και την απορρίπτει κατ’ ουσίαν.

Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό αριθμό ………/2023e παράβολου του Δημοσίου, που κατατέθηκε από τους αρχικούς εκκαλούντες κατά την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τις εκκαλούσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.

Δέχεται τυπικά την από 24-11-2023 (αριθ.εκθ.καταθ……………/24-11-2023 )έφεση και την απορρίπτει κατ’ ουσίαν.

Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό αριθμό ……………………/2023 παράβολου του Δημοσίου, που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε, στον Πειραιά στις 22 Ιουλίου 2026 και  δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξούσιων δικηγόρων τους,  παρουσία και της γραμματέως  στις 7 Σεπτεμβρίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ