ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 577/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2ο Τμήμα
Συγκροτήθηκεαπό τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλούντων: 1……….. και 2. …………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο τουςΈλενα Ζωγράφου (ΑΜ/ΔΣΑ …..).
Των εφεσίβλητων :1. ………, 2………… και 3. …………, ως μοναδικών εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικού εφεσίβλητου -ήδη αποβιώσαντος στις 22-01-2024 ……………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρή-Ήρα Κάζογλη (ΑΜ/ΔΣΑ …….).
Ο ενάγων, ο οποίος απεβίωσε στην Νίκαια Αττικής στις 22-01-2024, άσκησε σε βάρος των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων την από 03-03-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ……………/03-03-2022) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία την ως άνω αγωγή, με την 893/2024 οριστική απόφασή του την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν.
Οι εκκαλούντες με την από 07-11-2024 (αρ.εκθ.καταθ…………./25-02-2025) έφεσή τους, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο, προσέβαλαν την απόφαση αυτή.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκανστο ακροατήριο όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκαν και ζήτησαν όσα σε αυτές εκτίθενται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ. α`, 287, 291, 292 και 313 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 ίδιου Κώδικα και στην κατ’ έφεση δίκη, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, αν, μετά την άσκηση της έφεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Εφετείου, πεθάνει κάποιος διάδικος. Αν, όμως, ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή, πολύ περισσότερο, μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν, δηλαδή, δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 715/2020). Περαιτέρω, η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του. Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης για συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 517εδ α’ του ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατ` εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, σε περίπτωση θανάτου κάποιου απ` αυτούς, κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο εκκαλών, πριν από την άσκηση της έφεσης, είχε λάβει, με οποιονδήποτε τρόπο, γνώση του θανάτου του. Διαφορετικά, η έφεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς, δηλαδή, ο εκκαλών να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτησή της με τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του θανόντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση για την ουσία της υπόθεσης. Αν, όμως, ο θάνατος του διαδίκου είχε γνωστοποιηθεί στον εκκαλούντα πριν από την άσκηση της έφεσης με οποιονδήποτε τρόπο και, παρ` όλα αυτά, η έφεση ασκήθηκε κατά του θανόντος, τότε είναι άκυρη, αφού στρέφεται κατά ανύπαρκτου, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ΑΚ, προσώπου (ΑΠ 1282/2009, ΑΠ 715/2020). Η ως άνω ακυρότητα, επειδή ανάγεται στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος (άρθρο 62 του ΚΠοΛΔ), εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρα 73, 517, 524 του ΚΠοΛΔ), εφόσον από τα στοιχεία που προσκομίζονται από τους διαδίκους προκύπτουν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήτοι να προηγήθηκε της άσκησης της έφεσης ο θάνατος του εφεσίβλητου και ο εκκαλών, κατά την άσκηση της έφεσης, να γνώριζε το γεγονός τούτο, ενώ, προκειμένου να ασκηθεί έγκυρα η έφεση κατά του αντιδίκου του εκκαλούντος, δεν απαιτείται να γνωρίζει ο εκκαλών ότι ο αντίδικός του αυτός βρίσκεται, κατά την άσκηση της έφεσης, στη ζωή, αφού, αντίθετα, ο νόμος απαιτεί τη γνώση του θανάτου του, ως προϋπόθεση ακυρότητας της έφεσης, όταν αυτή ασκείται, παρά το θάνατό του, εναντίον του (ΑΠ 715/2020, ΑΠ 584/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς τον αρχικό ενάγοντα, …………….., η πληρεξούσια δικηγόρος των καθολικών του διαδόχων- ήδη εφεσίβλητων, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η οποία καταχωρίστηκε στα πρακτικά της παρούσας δίκης, και με τις προτάσεις της παρούσας συζητήσεως, αφού γνωστοποίησε το θάνατο αυτού, δήλωσε ότι οι ανωτέρω ως μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι του, συνεχίζουν τη δίκη, όπως τα ως άνω αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα μετ` επικλήσεως έγγραφα, ήτοι την με αρ.πρωτ.ΔΥ/19-03-2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Ληξιαρχείου του Δήμου Σαλαμίνας, από την οποία προκύπτει ότι ο ενάγων, κάτοικος εν ζωή ….. Σαλαμίνας Αττικής, περιοχή …., απεβίωσε στην Νίκαια Αττικής στις 22-01-2024, δηλαδή πριν την άσκηση της ενδίκου εφέσεως στις 25-02-2025 (άρθρα 495, 500 του ΚΠολΔ), το υπ’ αριθμόν …./2024 πρακτικό δημοσίευσης της υπ’ αριθμόν …../ 29-11-2023 δημόσιας διαθήκης ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά …………., του Ειρηνοδικείου Νίκαιας που καταχωρήθηκε στα τηρούμενα βιβλία διαθηκών του ανωτέρω Ειρηνοδικείου στον τόμο Γ΄ με αριθμό …../2024, το υπ’αριθμόν ……/20-02-2025 κληρονομητήριο του Πρωτοδικείου Πειραιά, εκδοθέν από τη δικηγόρο Πειραιά ……….. και το με αριθμό ……./16-02-2026 πιστοποιητικό-κληρονομητήριο που εξέδωσε ο γραμματέας του Πρωτοδικείου Πειραιά, από τα οποία προκύπτει το εν λόγω νόμιμο κληρονομικό δικαίωμα των ανωτέρω (άρθρα 1710, 1724, 1769 και 1778 του ΑΚ), ως προς το οποίο εξάλλου δε προβλήθηκε αμφισβήτηση από τους αντιδίκους τους. Συνεπώς, η δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους ανωτέρω κληρονόμους του εφεσίβλητου, ενώ από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων εφεσίβλητων για γνωστοποίηση στους εκκαλούντες του θανάτου τούτου κατά το προ της ασκήσεως της έφεσης χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι οι εκκαλούντες δεν είχαν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου προ της ασκήσεως της έφεσης (ΑΠ 619/2022, ΑΠ1238/2020, ΑΠ 913/2009). Επομένως, η έφεση είναι έγκυρη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά προσώπου που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της και μπορεί να χωρήσει νομίμως η συζήτηση επί της έφεσης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας.
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ, φέρεται προς συζήτηση η από 07-11-2024 (αρ.εκθ.καταθ………./25-02-2025) έφεση κατά της 893/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 237επ. του ΚΠολΔ), την από 03-03-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ………./03-03-2022) αγωγή. Έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. α΄ στοιχ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ.2 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των [2] ετών που προβλέπει το άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 43 του Ν.5221/2025, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 15-03-2024 και η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 25-02-2025. Περαιτέρω, έχει καταβληθεί από τους εκκαλούντες, για το παραδεκτό της ένδικης εφέσεως, το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ………/2025, ποσού 150 ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του: i] από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α΄87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ii] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α΄ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017 και ιιι] από το άρθρο 22 του Ν.5134/2024 (ΦΕΚ Α΄146), με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του ίδιου νόμου, από 16-09-2024. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία.
Στην ένδικη αγωγή ο αρχικός ενάγων εξέθετε ότι γεννήθηκε το έτος 1933 στα Αμπελάκια Σαλαμίνας, δεν απέκτησε οποιαδήποτε μόρφωση και από παιδί ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία. Ότι η ακίνητη περιουσία του αποτελούνταν από τέσσερα ακίνητα, όπως αναλυτικά περιγράφονται εκεί (αγωγή), τα οποία βρίσκονται επίσης στα ……. Σαλαμίνας. Ότι η υγεία του, δεδομένης και της ηλικίας του, ήταν κλονισμένη, έπασχε δε από τα αναφερόμενα εκεί (αγωγή) νοσήματα (μεταξύ άλλων, από σακχαρώδη διαβήτη). Ότι η πρώτη των εναγόμενων,η οποία είναι ανεψιά του,του ζήτησε να την φιλοξενήσει με το σύζυγό της, δεύτερο των εναγόμενων, στην οικία του,με αντάλλαγμα την παροχή υπηρεσιών προς το πρόσωπό του, λόγω της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας του. Ότι πράγματι οι εναγόμενοι στις αρχές Μαΐου του έτους 2020 εγκαταστάθηκαν στην οικία του ενώ ο ίδιος εγκαταστάθηκε σε παράπλευρο οικίσκο. Ότι εξαρχής είχε δηλώσει στους εναγόμενους ότι η βούλησή του ήταν η παροχή φιλοξενίας στην οικία του με αντάλλαγμα τη φροντίδα του και για το λόγο αυτό συμφώνησαν και υποσχέθηκαν να συνυπογράψουν σχετικό έγγραφο με αυτό το περιεχόμενο, πλην όμως αυτοί(εναγόμενοι) απέφευγαν να προβούν στην κατάρτιση του εγγράφου φιλοξενίας. Ότι στις 13-05-2020 οι εναγόμενοι κάλεσαν στην οικία του τη συμβολαιογράφο Σαλαμίνας ………., παριστώντας από κοινού σ’ αυτόν ψευδώς ότι θα συνυπογράψουν την προρρηθείσα συμφωνία, ήτοι χρησιδάνειο της οικίας του για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και τον έπεισαν να προβεί στη σύνταξη του υπ’ αριθμόν ………../13-05-2020 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας …….., το οποίο έχει επισυναφθεί στην αγωγή, και στο οποίο αυτός φέρεται να τους χορήγησε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα όπως στο όνομά του και για λογαριασμό του πωλήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν προς οποιονδήποτε τρίτο και προς τον εαυτό τους ακόμη και με αυτοσύμβαση, τα ανωτέρω ακίνητα, αντί οποιουδήποτε τιμήματος και με οποιουσδήποτε όρους. Ότι δύο μέρες μετά την υπογραφή του ως άνω ειδικού πληρεξουσίου αυτός (ενάγων) νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο «ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ», και υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό του ΔΕ μηρός δια του μηριαίου και όταν επέστρεψε στην οικία του, στις 25-05-2020, διαπίστωσε μεταστροφή της συμπεριφοράς των εναγόμενων προς το πρόσωπό του, μάλιστα στις 22-08-2020 ο δεύτερος εναγόμενος τον εξύβρισε ενώπιον του φίλου του ιατρού ………… και στις 24-08-2020 ο ανωτέρω (δεύτερος εναγόμενος) δημιούργησε εκ νέου επεισόδιο σε βάρος του, οπότε ο γείτονάς του ………. παρενέβη και επειδή εξύβρισε και αυτόν εκλήθη η Αστυνομία. Ότι ο φίλος του …………. τον παρέλαβε με ασθενοφόρο από την οικία του και πλέον φιλοξενείται από αυτόν στον Πειραιά. Ότι οι εναγόμενοι κάνοντας χρήση του ως άνω πληρεξουσίου κατάρτισαν αρχικώς το υπ’ αριθμόν …………./27-05-2020 προσύμφωνο αγοραπωλησίας και στη συνέχεια το υπ’ αριθμόν ……/31-08-2020 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο επίσης επισυνάπτεται στην αγωγή, δυνάμει του οποίου μεταβίβασαν με αυτοσύμβαση στον εαυτό τους τα προαναφερόμενα ακίνητα. Ότι οι εναγόμενοι εξύφαναν από κοινού σχέδιο εξαπάτησης, αφού με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία του, του παρέστησαν ψευδή γεγονότα ως αληθή, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί ουσιωδώς και να υπογράψει το ανωτέρω ειδικό πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου στην πραγματικότητα δέχθηκε να τους μεταβιβάσει ολόκληρη την ακίνητη περιουσία του, ενώ ο ίδιος είχε την πεπλανημένη πεποίθηση ότι υπέγραφε έγγραφο διαφορετικού περιεχομένου και συγκεκριμένα σύμβαση χρησιδανείου της οικίας του προς αυτούς, όπως ψευδώς του είχαν παραστήσει. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα του υπ’ αριθμόν …../13-05-2020 πληρεξουσίου και του υπ’ αριθμόν ……./31-08-2020 συμβολαίου αγοραπωλησίας της ως άνω συμβολαιογράφου και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη. Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την τακτική διαδικασία η εκκαλουμένη 893/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και αναγνώρισε την ακυρότητα του υπ ’αριθμόν …./13-05-2020 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας ……… και του υπ’ αριθμόν ……/31-08-2020 συμβολαίου αγοραπωλησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εναγόμενοι με την ένδικη έφεσή τους με την οποία ζητούν, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή, να απορριφθεί εν όλω η ένδικη αγωγή του αντιδίκου τους.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 147 του ΑΚ, ως απάτη που στοιχειοθετεί ελάττωμα της βούλησης και μπορεί να επιφέρει, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 140 και 141 του ΑΚ, ακύρωση της καταρτισθείσας δικαιοπραξίας, νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση (αρκεί και ενδεχόμενος δόλος) προκαλείται σε άλλον πλάνη ή ενισχύεται ή διατηρείται πεπλανημένη αντίληψη αυτού, ώστε η συμπεριφορά αυτή να υπήρξε αποφασιστική για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας ή τη συνομολόγηση ορισμένων κρίσιμων σημείων αυτής. Η παραπλανητική συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (παρελθόντων, παρόντων ή μελλόντων) είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο αποσιωπών ή αποκρύπτων την αλήθεια έχει υποχρέωση να την αποκαλύψει είτε από το νόμο, είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 994/2019,ΑΠ 1225/2010, ΑΠ 1246/2010, ΑΠ 1399/2007). Επιπλέον, η, συνεπεία της απάτης, πλάνη του δηλούντος δεν ενδιαφέρει αν είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αν δε είναι ουσιώδης μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και λόγω πλάνης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο δηλώσεως της βουλήσεως (ΑΠ 316/2018, ΑΠ 209/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στοιχεία της απάτης εν προκειμένω είναι : α) η πλάνη, δηλαδή η εσφαλμένη παράσταση ή αντίληψη ορισμένων πραγματικών περιστατικών, είτε του παρελθόντος είτε του παρόντος είτε του μέλλοντος, β) πρόκληση της πλάνης αυτής από άλλο πρόσωπο εις βάρος του πλανωμένου, γ) η πλάνη και η παραπλάνηση να χωρούν εκ προθέσεως και δ) η πρόκληση «ελαττωματικής» βουλήσεως, συνεπεία της οποίας ο πλανηθείς προβαίνει σε δήλωση αυτής. Εάν ο απατηθείς επιλέξει να μην ζητήσει την ακύρωση της δηλώσεως βουλήσεως αυτού λόγω απάτης, αλλά να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία ως έγκυρη και ισχυρή και να ζητήσει αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. του ΑΚ), η αποζημίωση διαλαμβάνει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας του, όπως γενικώς προβλέπεται από τις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις (ΑΠ 247/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 745/2017 Αρμ 2018. 341). Ο δόλος του μετερχομένου την απάτη υπάρχει όταν αυτός επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται να παρασυρθεί ο απατώμενος σε δήλωση βούλησης, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς τη δόλια εξαπάτηση, δεν απαιτείται όμως ο εξαπατών να επιδιώκει την απόκτηση παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Αρκεί μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της δήλωσης βούλησης του εξαπατηθέντος να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η παραπλανητική αυτή συμπεριφορά του δράστη υπήρξε αποφασιστικό αίτιο για τη δήλωση βούλησης του συγκεκριμένου εξαπατηθέντος (ΑΠ 304/2007, ΑΠ 1399/2007). Για την ακύρωση της δικαιοπραξίας συνεπεία απάτης δεν προσαπαιτείται και υπαιτιότητα (καταλογιστό) του δράστη, διότι λόγος ακύρωσης της δικαιοπραξίας συνεπεία απάτης είναι η ελαττωματική βούληση του απατηθέντος (ΑΠ 431/2026, ΑΠ 1042/2025, ΑΠ 1601/2023, ΑΠ 1577/2023, ΑΠ 1661/2022, ΑΠ 1730/2022). Επίσης, κατά τα άρθρα 140 και 141 του ΑΚ, πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως του δηλούντος πραγματικής κατάστασης, προς την πλάνη δε υπό την ανωτέρω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσεως (άγνοια) της πραγματικής καταστάσεως, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι εν γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, διότι αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του δεν πλανάται (ΑΠ 406/2019, ΑΠ 725/2014, ΑΠ 1655/2012, ΑΠ 957/2009, ΑΠ 1783/2007). Πλάνη υπάρχει και όταν ο δικαιοπρακτών εννοούσε τη δήλωσή του με νόημα διαφορετικό εκείνου που πράγματι έχει από το νόμο, ή αγνοούσε τις έννομες συνέπειες της δηλώσεώς του. Έτσι, αν κάποιος υπογράφει έγγραφο νομίζοντας εσφαλμένως ότι περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο με ορισμένες συνέπειες, ενώ τούτο περιλαμβάνει περιεχόμενο διαφορετικό, βρίσκεται σε πλάνη, η οποία είναι ουσιώδης αν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία ώστε το πρόσωπο που πλανήθηκε δεν θα την επιχειρούσε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση (ΑΠ 110/2019, ΑΠ 80/2007, ΑΠ 968/2001). Για το χαρακτηρισμό του σημείου ως “σπουδαίου” θα ληφθεί υπόψη το είδος της δικαιοπραξίας, το συμφέρον που έχει ο δηλών σε σχέση με το σημείο στο οποίο αναφέρεται η πεπλανημένη δήλωσή του και η σπουδαιότητα που έχει το σημείο αυτό για το σκοπό που επιδιώκεται με τη δικαιοπραξία (ΑΠ 968/2001). Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως (ΑΠ 1431/2019, ΑΠ 406/2019, ΑΠ 335/2012, ΑΠ 1211/2008, ΑΠ 463/2008, ΑΠ 301/2007, ΑΠ 80/2007, ΑΠ 1096/2006), ενώ η πλάνη κατά τη δήλωση βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης γνώσης από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως πραγματικής καταστάσεως, μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης (άρθρο 147 ΑΚ), οπότε εάν η προκληθείσα βλάβη είναι ουσιώδης, και συντρέχουν και οι λοιποί όροι του άρθρου 140 του ΑΚ, εκείνος που απατήθηκε δικαιούται κατ` επιλογή, να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας κατά τα άρθρα 154 και 155 του ΑΚ, είτε λόγω πλάνης, είτε λόγω απάτης (ΑΠ 476/2025, ΑΠ 745/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 154 του ΑΚ η ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω απάτης επέρχεται με δικαστική απόφαση, η οποία είναι διαπλαστική και, όταν γίνει τελεσίδικη, ισχύει έναντι όλων. Εξάλλου, η περί πληρεξουσιότητας δήλωση βούλησης (άρθρα 211, 216 του ΑΚ) μπορεί, όπως κάθε δικαιοπραξία, να είναι προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής και συνεπώς ακυρώσιμη. Αν καταρτίσθηκε ήδη η κύρια δικαιοπραξία, η ακυρωσία της πληρεξουσιότητας δεν καθιστά ακυρώσιμη και τη δικαιοπραξία αυτή, αλλά η ακύρωση της πληρεξουσιότητας αίρει εξ υπαρχής το προαπαιτούμενο της ύπαρξης εξουσίας αντιπροσώπευσης, οπότε επέρχονται οι συνέπειες των άρθρων 229 επ. του ΑΚ και ειδικότερα, σε περίπτωση σύμβασης επέρχεται ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος ενέκρινε τη δικαιοπραξία ή υπαναχώρησε από τη σύμβαση ο αντισυμβαλλόμενος (ΑΠ 1718/2014). Συνεπώς, επί ακυρωσίμου πληρεξουσιότητας για να δικαιούται ο αντιπροσωπευόμενος πληρεξουσιοδότης να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της κύριας δικαιοπραξίας πρέπει να επικαλείται με την αγωγή του ότι κηρύχθηκε άκυρη η πληρεξουσιότητα με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κατόπιν αγωγής ή ένστασης, ή να ζητεί με την ίδια αγωγή ακύρωση και της πληρεξουσιότητας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εάν ακυρωθεί η ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα με την αγωγή, που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 184 του ΑΚ, μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με εξ αρχής άκυρη, αίρεται το προαπαιτούμενο της ύπαρξης εξουσίας αντιπροσώπευσης κατά την έννοια του άρθρου 211 του ΑΚ, οπότε αναγνωρίζεται ταυτόχρονα και η ακυρότητα της καταρτισθείσας με τον αντισυμβαλλόμενό του δικαιοπραξίας, που συνήφθη με βάση το άκυρο πληρεξούσιο, κατά παραδοχή της ίδιας αγωγής που απευθύνεται κατά του αντισυμβαλλομένου του αντιπροσώπου, εφόσον ο αντιπροσωπευόμενος την αποκρούει και δεν την εγκρίνει (ΑΠ 994/2019, ΑΠ 349, 350/2015). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ’ αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ’ αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Στο πλαίσιο αυτό, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η επαρκής και σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 266/2018, ΑΠ 339/2017, ΑΠ 1596/2017). Επιπλέον, κατά την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, απαραίτητο στοιχείο της αγωγής συνιστά και η διατύπωση συγκεκριμένου αιτήματος, που καθορίζει το είδος και την έκταση της αιτούμενης προστασίας. Το αίτημα δε της αγωγής, αφού από το νόμο δεν επιβάλλεται η σε ορισμένη θέση ή σειρά παράθεσή του στο δικόγραφο, μπορεί να περιέχεται σε οποιοδήποτε μέρος του δικογράφου ακόμη και στο ιστορικό, αρκεί να είναι πλήρως ορισμένο, ώστε να μην υπάρχει αντικειμενική αδυναμία του δικαστηρίου να εκδώσει σαφή και επιδεκτική εκτέλεσης απόφαση. Επίσης, το αίτημα της αγωγής δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται με ορισμένο πανηγυρικό τύπο, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου (Ολ ΑΠ 849/1981, ΑΠ 994/2019, ΑΠ 1828/2014, ΑΠ 1786/2002, ΑΠ 1293/1993). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα απαιτούμενα από τις ως άνω διατάξεις για την πληρότητά του στοιχεία και επιπλέον το απαιτούμενο κατά τα ως άνω αίτημα αυτής, ειδικότερααπό το όλο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, ιδιαίτερα δε από την αντιπαραβολή του ιστορικού με το αιτητικό της, συνάγεται ότι με αυτήν ζητείται η ακύρωση του προμνησθέντος πληρεξουσίου λόγω της τελεσθείσας σε βάρος του ενάγοντος απάτης και ακολούθως, η αναγνώριση της ακυρότητας του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας, το εν λόγω δε αίτημα της αγωγής, έστω και αν δεν διατυπώνεται ως ανωτέρω στο διατακτικό της, αλλά ως αναγνώριση της ακυρότητας του επίδικου πληρεξουσίου, συνάγεται όπως ελέχθη από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου στο ιστορικό του μέρος και είναι πλήρως ορισμένο ώστε να μην υπάρχει αντικειμενική αδυναμία του Δικαστηρίου να εκδώσει σαφή και επιδεκτική εκτέλεσης απόφαση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο τέταρτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από την επανεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους και ειδικότερα από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία στην παρούσα (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 867/2011, ΑΠ 187/2010, ΑΠ 1697/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006.173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔ/νη 41.980) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, οι οποίες ελήφθησαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε προηγούμενη πολιτική δίκη και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1443/2024, ΑΠ 868/2020, ΑΠ 1719/2017, ΑΠ 736/2016), τις υπ’αριθμόν ….. και ……/18-05-2022 ένορκες βεβαιώσεις των ………….. και ………….. αντίστοιχα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, που προσκόμισε μετ’ επικλήσεως ο αρχικός ενάγων, οι οποίες δόθηκανκατόπιν νομότυπης κλήτευσης των αντιδίκων τουπριν από [2] τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κατ’άρθρο 422 του ΚΠολΔ (βλ. τιςυπ’αριθμόν ………./01-04-2022 και ………. /01-04-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………..), τις υπ’ αριθμόν ……./09-06-2022 και ……….-06/2022 ένορκες βεβαιώσεις των ………….. και ………….. ενώπιον των συμβολαιογράφων Σαλαμίνας …………… και …………. αντίστοιχα, που προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως οι εναγόμενοι, οι οποίες δόθηκαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου τους πριν από [2] τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κατ’ άρθρο 422 του ΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αριθμόν ………….. Ε/2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……….), τα έγγραφα που παραδεκτά προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου χωρίς πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριάς αμέλειας (άρθρο 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ.2020, υπό άρθρο 529, σελ. 178), τις φωτογραφίες που προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως αμφότεροι οι διάδικοι, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ), τις δικαστικές αποφάσεις αστικών δικαστηρίων μεταξύ του αρχικού ενάγοντος και τρίτων προσώπων, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, των οποίων οι εναγόμενοιπροέβησαν σε επεξεργασία τους με την προσκόμισή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και τη χρήση τους ως αποδεικτικών εγγράφων, τα οποία μεν περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των ανωτέρω, χωρίς προηγούμενη συγκατάθεσή τους, πλην όμως λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικάζοντος Δικαστηρίου, αφού εξυπηρετείται συγκεκριμένος νόμιμος σκοπός και τα κρίσιμα προσωπικά δεδομένα είναι αναγκαία για την απόδειξη των ισχυρισμών τους προκειμένου ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη κατ ’ουσίαν η ένδικη αγωγή, και ως εκ τούτου δεν προσκομίστηκαν κατά παράβαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος πληροφοριακής αυτοδιαθέσεως του τρίτου προσώπου (Σ 9Α§1εδ.α΄) σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2472/1997, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2, 3 παρ.1, 4 παρ. 1 στοιχ. α` και β`, 5 παρ.1, 11 παρ.1 και 3 του ιδίου νόμου, ήτοι των αρχών της νομιμότητας του σκοπού της επεξεργασίας και της αρχής της αναλογικότητας (βλ. ΑΠ 186/2020),εκτός από την από 11-10-2021 υπεύθυνη δήλωση της ………………-μητέρας της εναγόμενης και την από 23-11-2020 «Βεβαίωση» της λογίστριας ………….., την οποία απέστειλε στους εναγόμενους μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, που προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως οι τελευταίοι, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι πρόκειται για μαρτυρικές καταθέσεις και δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν και στην παρούσα δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του άρθρου 422 του ΚΠολΔ (για ένορκες βεβαιώσεις), ούτε των άρθρων του ιδίου κώδικα για την εξέταση των μαρτύρων, ως εκ τούτου συνιστούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/1987 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 109/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1182/2012 ΝΟΜΟΣ), περαιτέρω από τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, στα πλαίσια των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αρχικός ενάγων, που γεννήθηκε στα Αμπελάκια Σαλαμίνας το έτος 1933 και απεβίωσε στην Νίκαια Αττικής στις 22-01-2024, ήταν θείος της μητέρας της πρώτης εναγόμενης-ήδη δεύτερης εκκαλούσας, διατηρούσαν μάλιστα πολύ καλές σχέσεις, αφού αυτός (αρχικός ενάγων) είχε εκφράσει την επιθυμία του να την υιοθετήσει, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από τους εναγόμενους χειρόγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του, την οποία ουδόλως αμφισβήτησε τόσο ο ίδιος όσο και οι εφεσίβλητοι, δεδομένου ότι αυτός δεν είχε δημιουργήσει δική του οικογένεια και δεν είχε καμία επαφή με τα δέκααδέλφια του και τα ανίψια του. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων δεν είχε λάβει ιδιαίτερη μόρφωση αλλά είχε κάποια στοιχειώδη εκπαίδευση (γνώριζε γραφή, ανάγνωση, αριθμητική), ασκούσε το επάγγελμα του κτηνοτρόφου, παράλληλα δε διατηρούσε και δικό του κρεοπωλείο και προμήθευε με κρέατα τα κρεοπωλεία της περιοχής, είχε και δύο φορτηγά υδροφόρα με τα οποία έκανε διανομή νερού στα σπίτια, ενώ απασχολούσε και υπαλλήλους, είχε συνεπώς μεγάλη εμπειρία στις εμπορικές συναλλαγές και εν γένει στις οικονομικές συναλλαγές αφού, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μετ ’επικλήσεως έγγραφα, δάνειζε χρήματα με τόκο, ασκούσε αγωγές και προέβαινε σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς της ακίνητης περιουσίας των οφειλετών του. Επιπλέον, ο αρχικός ενάγων, είχε αποκτήσει ακίνητη περιουσία στα …….. Σαλαμίνας, που αποτελούνταν από τα ακόλουθα ακίνητα: α] ένα οικόπεδο στη θέση «…. ή …..», εκτάσεως 337,45τμ, με αποθήκη 22 τ.μ. και συνεχόμενο στεγασμένο χώρο επιφάνειας 39,91 τμ, δυνάμει του υπ’ αριθμόν ……../01-03-1967 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας …………., νομίμως μεταγραμμένου στα αρμόδια βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, β] ένα οικόπεδο στην ίδια ως άνω θέση, εκτάσεως 531,86τμ στο οποίο έκτισε μια οικία επιφάνειας 115,88 τ.μ. με στεγασμένη βεράντα 14,24 τ.μ. και μια ισόγεια αποθήκη 4,99 τ.μ., γ] ένα οικόπεδο στην ίδια ως άνω θέση, εκτάσεως 844,80 τ.μ. στο οποίο υπάρχουν μια ισόγεια αποθήκη επιφάνειας 8,54 τ.μ και μια δεύτερη ισόγεια αποθήκη επιφάνειας 23,68 τ.μ., τα δε υπό στοιχεία [β] και [γ] ακίνητα, τα απέκτησε δυνάμει του υπ’ αριθμόν ……../05-04-1974 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά …………., νομίμως μεταγραμμένου στα αρμόδια βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και δ] ένα οικόπεδο στην ίδια ως άνω θέση, εκτάσεως 558,23 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθμόν ……/14-09-1966 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Σαλαμίνας ………….., επίσης νομίμως μεταγραμμένου στα αρμόδια βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων, έπασχε, μεταξύ άλλων, από ετών από σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ μη ινσουλινοεξαρτώμενο, κολπική μαρμαρυγή και περιφερική αγγειοπάθεια, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην αυτοεξυπηρέτησή του και το έτος 2013 έκανε για πρώτη φορά πρόταση στην εναγόμενη να μείνει με αυτόν μαζί με τον τότε σύντροφό της και μετέπειτα σύζυγό της-δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου να τον φροντίζουν με αντάλλαγμα να τους εγκαταστήσει κληρονόμους του, ωστόσο αυτός άλλαξε γνώμη και επέλεξε μια οικογένεια Αλβανών να τον φροντίσουν, με αντάλλαγμα να τους εξασφαλίσει με συμβόλαιο αγοραπωλησίας της οικίας του, όπως τους υποσχέθηκε. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως οι εναγόμενοι και δη της ………., γειτόνισσας του αρχικού ενάγοντος από το έτος 1976, αλλά και του ……….., ο οποίος, στην ένορκη βεβαίωσή του που δόθηκε σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων, βεβαίωσε ενόρκως, ότι ο αρχικός ενάγων τον οποίο γνώριζε από το έτος 1992, τον πλησίασε το έτος 2014 και του ζήτησε να τον αναλάβουν, αυτός και η σύζυγός του, καθώς ήταν ήδη 81 ετών και αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα υγείας, κυρίως δε υπέφερε από σακχαρώδη διαβήτη, με αντάλλαγμα να τους «εξασφαλίσει» με συμβόλαιο αγοραπωλησίας της οικίας του, για το λόγο αυτό ο ίδιος ο ανωτέρω μάρτυρας, ο οποίος ήταν οικοδόμος, ξεκίνησε μεγάλης έκτασης επισκευή του σπιτιού του αρχικού ενάγοντος, ξοδεύοντας παράλληλα μεγάλα χρηματικά ποσά, πλην όμως [18] μήνες μετά, αφού είχε ήδη ανακαινίσει το σπίτι, ο αρχικός ενάγων άλλαξε γνώμη και συμπεριφορά απέναντι στο ζευγάρι, έγινε ερειστικός, τους υποτιμούσε, τους μιλούσε με άσχημο τρόπο και αξίωνε να υπογράψουν χαρτί φιλοξενίας ή μισθωτήριο ορισμένου χρόνου, εν τέλει με δικαστική απόφαση τους έδιωξε από το σπίτι. Ακολούθως, τον Μάρτιο του έτους 2020, πλησίασε την ανεψιά του και μητέρα της πρώτης εναγόμενης και της ζήτησε να τον γηροκομήσει και ως αντάλλαγμα της υποσχέθηκε να της δωρίσει την κατοικία του, πλην όμως αυτή αρνήθηκε. Κατόπιν πλησίασε την εναγόμενη, η οποία είχε ήδη νυμφευθεί με το δεύτερο εναγόμενο, με τον οποίο είχαν αποκτήσει δύο τέκνα και διέμεναν στην ……… Αττικής, και της υποσχέθηκε ότι σε αντάλλαγμα της παροχής των υπηρεσιών της και προκειμένου να τους εξασφαλίσει από ενδεχόμενες δικαστικές διαμάχες με τους μελλοντικούς κληρονόμους του, θα υπέγραφαν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ακίνητης περιουσίας του με τίμημα όχι μεγαλύτερο των 50.000 ευρώ, και οι εναγόμενοι δέχθηκαν. Πράγματι, πριν την μετακόμιση και εγκατάσταση των εναγόμενων, στην οικία του αρχικού ενάγοντος στις αρχές Μαΐου του έτους 2020, οπότε αυτός (αρχικός ενάγων) μετακόμισε σε παράπλευρό μικρό οίκημα κατάλληλα διαμορφωμένο για τη διαμονή του, όπως εμφαίνεται και από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τους εναγόμενους φωτογραφίες, και δη περί τον Μάρτιο του ίδιου έτους ο αρχικός ενάγων ζήτησε και έλαβε από την λογίστριά του ………………. ηλεκτρονική φορολογική ενημερότητα για μεταβίβαση ακινήτων και πιστοποιητικά ΕΝΦΙΑ αυτών, καθώς και έντυπο Ε9 της περιουσιακής του κατάστασης, φορολογικά έγγραφα δηλαδή απαραίτητα προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση, τα οποία οι εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να προμηθευτούν εάν δεν έδινε εντολή ο αρχικός ενάγων στη λογίστριά του, η οποία εν τέλει δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθεί άμεσα λόγω των αυστηρών μέτρων αντιμετώπισης της πανδημία του κορωνοϊού. Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από την ένορκη κατάθεση της ……………., γειτόνισσας του αρχικώς ενάγοντος από το έτος 1976, η οποία αναφέρει ότι είχε αρκετά καλές σχέσεις μαζί του παρά το δύσκολο και απότομο χαρακτήρα του, ότι αυτός δεν είχε επαφές με τα αδέρφια του λόγω της κακής και βίαιης συμπεριφοράς του, ότι είχε σκληρό και εριστικό χαρακτήρα, αφού τσακωνόταν με τους γείτονές του και πότε τους μιλούσε πότε όχι, ότι όλη η γειτονιά ήξερε ότι θα πουλήσει το σπίτι στους εναγόμενους και για το λόγο αυτό είχε δώσει εντολή στη λογίστριά του να δώσει σε αυτούς όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την αγοραπωλησία, όπως ο ίδιος της είχε πει, ότι αυτός έλεγε σε όλη τη γειτονιά ότι θα τα μεταβιβάσει όλα νόμιμα για να μην έχουν οι εναγόμενοι πρόβλημα με τους συγγενείς του που μπορεί να αποσκοπούσαν στην περιουσία του μετά το θάνατό του, πλην όμως οι διαδικασίες πάγωσαν λόγω της καραντίνας για τον κορωνοϊό, ότι οι εναγόμενοι φρόντιζαν τον ……..-αρχικό ενάγοντα, ήταν πάντα περιποιημένος και καθαρός, ενώ τα παιδιά τους τον φώναζαν «παππού», ότι δεν τον άφηναν μόνο του ούτε στα νοσοκομεία, όταν χρειάστηκε να νοσηλευτεί, ακόμα και σε βάρος των δύο μικρών παιδιών τους, ενώ το σπιτάκι στο οποίο ήδη διέμενε από όταν είχε μετακομίσει η οικογένεια των Αλβανών στην κύρια οικία του, ήταν πάντα καθαρό και περιποιημένο. Επίσης, ο …………………, γείτονας του αρχικού ενάγοντος, αναφέρεται στην ένορκη βεβαίωσή του που δόθηκε σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων, στις κακές σχέσεις που είχε αυτός με τα αδέλφια του, αλλά και στον σκληρό και ασταθή χαρακτήρα του, αφού αυτός δεν δίστασε να διώξει από την οικία του την οικογένεια των Αλβανών, παρά το γεγονός ότι είχαν δαπανήσει πολλά χρήματα προκειμένου να ανακαινίσουν το σπίτι του, επίσης κατέθεσε ότι όταν οι εναγόμενοι του ανακοίνωσαν, τον Μάρτιο του έτους 2020 ότι θα μετακομίσουν στην οικία του αρχικώς ενάγοντος, ο ίδιος τους απέτρεψε γνωρίζοντας τον κακότροπο χαρακτήρα του, πλην όμως οι εναγόμενοι του ανέφεραν ότι μετά από παράκληση του αρχικώς ενάγοντος για να μετακομίσουν, θα συνέτασσαν πωλητήριο συμβόλαιο της περιουσίας του με όρους που θα εξασφάλιζαν και τις δύο πλευρές και ότι δεν θα ρίσκαραν με μια επιπόλαια μετακόμιση εκθέτοντας την οικογένειά τους. Επιπρόσθετα, κατέθεσε ότι στην οικία του ανωτέρω έγιναν εργασίες μεγάλου κόστους για να μπορούν να εγκαταστήσουν τα παιδιά τους σε μια αξιοπρεπή κατοικία, καθώς και ότι ο ……………. ήταν ιδιαίτερα καθαρός και περιποιημένος αφότου ανέλαβαν τη φροντίδα του οι εναγόμενοι και ο ίδιος του είχε πει ότι η εναγόμενη του στάθηκε καλύτερα και από κόρη του και ότι αυτή τον πήγαινε στους γιατρούς και στα νοσοκομεία και ότι της χρωστούσε τη ζωή του. Αλλά και ο ……………., επίσης γείτονας του αρχικού ενάγοντος, αναφέρεται στην ένορκη βεβαίωσή του, που δόθηκε σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων, στο σκληρό και εριστικό χαρακτήρα του …………… και στην ιδιαίτερη φροντίδα που αυτός απολάμβανε από την εναγόμενη, ακόμα και σε βάρος των ανήλικων τέκνων της, που ήταν μικρά σε ηλικία. Τέλος ο …………, του οποίου ο πατέρας ήταν φίλος του ………….., ανέφερε στην ένορκη βεβαίωσή του, που δόθηκε σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων, ότι ο αρχικώς ενάγων ήταν κακότροπος και δύστροπος, δεν είχε σχέσεις με τα αδέλφια του και τα ανίψια του, ότι τον επισκέφθηκε τρεις φορές τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του έτους 2020, και ο ίδιος του είπε με χαρά και ενθουσιασμό ότι η εναγόμενη είναι καταπληκτικός άνθρωπος και ότι ήταν πολύ τυχερός που υπήρχε αυτή και τον πήγαινε στους γιατρούς και τα νοσοκομεία, ότι και ο σύζυγός της ήταν εξαιρετικός και αν δεν υπήρχαν αυτοί θα είχε ήδη πεθάνει, όπως και ότι ήταν πανευτυχής που ολόκληρη η περιουσία του πέρασε στην εναγόμενη και την οικογένειά της. Πράγματι, σε πραγματοποίηση της ανωτέρω συμφωνίας των διαδίκων, προσήλθε στις 13-05-2020 η συμβολαιογράφος Σαλαμίνας ………… στην κατοικία του …………, οπότε αυτός (αρχικός ενάγων) υπέγραψε το υπ’ αριθμόν ……………./13-05-2020 πληρεξούσιο, με το οποίο δήλωσε ότι διορίζει ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους του, τους εναγόμενους, προς τους οποίους χορήγησε την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, ενεργώντας είτε από κοινού είτε ο καθένας ξεχωριστά, μεταξύ άλλων, να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει προς οποιονδήποτε, ακόμα και προς τον εαυτό τους, σύμφωνα με το άρθρο 235 του ΑΚ περί αυτοσύμβασης, αντί οποιουδήποτε τιμήματος και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει ο καθένας χωριστά, οποιοδήποτε ακίνητο ή ποσοστό εξ αδιαιρέτου ακινήτου, ή οριζόντια ιδιοκτησία, ιδιοκτησίας του εντολέα, οπουδήποτε ευρισκόμενο στην Ελλάδα, επιπλέον να εισπράξει το τίμημα, να μεταβιβάσει στους αγοραστές όλα τα δικαιώματα του εντολέα, να υπογράψει την οριστική σύμβαση ή και τυχόν προσύμφωνο εισπράττοντας αρραβώνα και γενικώς να υπογράφει κάθε πράξη και να προβαίνει σε κάθε ενέργεια που είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση της παραπάνω εντολής, έστω και αν δεν αναφέρεται ρητά εκεί (πληρεξούσιο) αλλά είναι προς όφελος του εντολέα. Ο αρχικός ενάγων-εντολέας δήλωσε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει από την ανωτέρω ημερομηνία, όλες τις πράξεις των πληρεξουσίων του, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια των παρεχόμενων εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και σαν να έγιναν από αυτόν τον ίδιο και ότι το πληρεξούσιο αυτό ισχύει μέχρι να ανακληθεί και να γνωστοποιηθεί νόμιμα η ανάκλησή του. Στην ακροτελευταία του διάταξη, η συμβολαιογράφος ανέφερε επί λέξει «Το πληρεξούσιο αυτό διάβασα καθαρά και μεγαλόφωνα, για να το ακούσει ο εντολέας, ο οποίος βεβαίωσε ολόκληρο το περιεχόμενό του και το υπέγραψε, καθώς και εγώ η συμβολαιογράφος, όπως ο νόμος ορίζει». Ακολούθως, οι εναγόμενοι κάνοντας χρήση του προρρηθέντος πληρεξουσίου προέβησαν στην κατάρτιση του υπ’ αριθμόν …………../27-05-2020 προσυμφώνου αγοραπωλησίας αστικών ακινήτων, στο οποίο αφενός η πρώτη εναγόμενη ενήργησε ως ειδική πληρεξουσία, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του αρχικού ενάγοντος, αφετέρου και οι δύο εναγόμενοι ενήργησαν ως αγοραστές, δυνάμει του οποίου ο αρχικός ενάγων δήλωσε ότι ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει τα ως άνω ακίνητα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κοινά, αδιαίρετα και σε ίσα μερίδια σ’ αυτούς (εναγόμενους) αντί συνολικού τιμήματος [50.000] ευρώ, το οποίο όπως αναφέρθηκε εκεί (προσύμφωνο) καταβλήθηκε από αυτούς στον αρχικό ενάγοντα σε μετρητά χρήματα, τμηματικά, κατά δήλωσή τους και χωρίς την παρουσία της συμβολαιογράφου. Εν συνεχεία οι εναγόμενοι προέβησαν στην κατάρτιση του υπ’ αριθμόν ……………./31-08-2020 συμβολαίου αγοραπωλησίας αστικών ακινήτων, αντικειμενικής αξίας 457.798,22 ευρώ αντί τιμήματος 50.000 ευρώ, στο οποίο αφενός η πρώτη εναγόμενη ενήργησε ως ειδική πληρεξουσία, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του αρχικού ενάγοντος, αφετέρου και οι δύο εναγόμενοι ενήργησαν ως αγοραστές, δυνάμει του οποίου ο αρχικός ενάγων πώλησε και μεταβίβασε τα ανωτέρω ακίνητα με τα παρακολουθήματα και τα παραρτήματά τους, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κοινά, αδιαίρετα και σε ίσα μερίδια προς τους εναγόμενους, εκτός από το δικαίωμα της συνοίκησης με τους αγοραστές, που παρακρατήθηκε από τον αρχικό ενάγοντα εφ’ όρου ζωής του και τη ρητή δήλωση των αγοραστών ότι θα τον φροντίζουν εφ όρου ζωής του, και δη με το ανωτέρω τίμημα των 50.000 ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο επίδικο συμβόλαιο, οι εναγόμενοι – αγοραστές κατέβαλαν ισομερώς και ο αρχικός ενάγων-πωλητής το έλαβε σε μετρητά χρήματα που μετρήθηκαν και καταβλήθηκαν, κατά ρητή δήλωση των αγοραστών, σε χρόνο προ της υπογραφής του υπ’ αριθμόν …………../27-05-2020 προσυμφώνου συμβολαίου, τμηματικά και εκτός της παρουσίας της συμβολαιογράφου. Όπως κατέθεσε ενόρκως η ανωτέρω συμβολαιογράφος στην προρρηθείσα ένορκη βεβαίωσή της, τον επίδικο χρόνο υπογραφής του εν λόγω πληρεξουσίου, ο ………… ήταν σε ευδιάθετη και ήρεμη κατάσταση, η ίδια συνομίλησε μαζί του και του έκανε μερικές ερωτήσεις ώστε να εξακριβώσει τη διαύγεια του πνεύματός του και την πνευματική του κατάσταση, οπότε και διαπίστωσε ότι αυτός «έχαιρε σώας τας φρένας», βρισκόταν σε διαυγή πνευματική κατάσταση και εξέφρασε τη βούλησή του να προχωρήσουν στην υπογραφή του πληρεξουσίου, επίσης κατέθεσε ότι αφού του διάβασε το περιεχόμενου του πληρεξουσίου μεγαλόφωνα και καθαρά, του το έδωσε να το υπογράψει, πράγμα το οποίο έγινε και στο τέλος χαιρετήθηκαν εγκάρδια και αυτή αποχώρησε. Επίσης, η ως άνω συμβολαιογράφος βεβαίωσε ότι εκτός των διαδίκων παρούσα ήταν ακόμη μια κυρία, στενή φίλη της εναγόμενης, όπως η τελευταία την πληροφόρησε και κατάλαβε και η ίδια από την κοινωνική συναναστροφή που είχαν. Η ανωτέρω στενή φίλη της εναγόμενης ήταν η ……………., η οποία στην ένορκη βεβαίωσή της που δόθηκε σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων, βεβαίωσε ότι ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του πληρεξουσίου, ότι ο ……………. άκουσε το περιεχόμενο του πληρεξουσίου, το υπέγραψε και έδειχνε ανακουφισμένος και ευχαριστημένος, γιατί αυτό επιθυμούσε, καθώς και ότι αυτός πρότεινε στην εναγόμενη την υπογραφή του εν λόγω πληρεξουσίου ώστε να μην του ζητά ανά πάσα στιγμή την υπογραφή του και τον κουράζει λόγω της κατάστασης της υγείας του και της ηλικίας του. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων γνώριζε ότι υπέγραφε πληρεξούσιο με το ανωτέρω περιεχόμενο, ήτοι ότι διόριζε ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους του, τους εναγόμενους, προς τους οποίους χορήγησε την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, ενεργώντας είτε από κοινού είτε ο καθένας ξεχωριστά, μεταξύ άλλων, να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει προς οποιονδήποτε, ακόμα και προς τον εαυτό τους, σύμφωνα με το άρθρο 235 του ΑΚ περί αυτοσύμβασης, τα ανωτέρω ακίνητα, και όχι σύμβαση χρησιδανείου της οικίας του, προκειμένου να διαμένουν σ’ αυτή οι εναγόμενοι ελευθέρως και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι εξύφαναν σχέδιο εξαπάτησής του όπως αυτός ισχυρίσθηκε στην ένδικη αγωγή του. Όπως ελέχθη και ανωτέρω, ο ………………. ήταν έμπειρος στις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε πτώση των πνευματικών του λειτουργιών κατά το χρόνο υπογραφής του επίδικου πληρεξουσίου. Εξάλλου στην περίπτωση υπογραφής σύμβασης χρησιδανείου ο ανωτέρω γνώριζε ότι θα έπρεπε να υπογράψουν αμφότερα τα μέρη, δηλαδή και οι εναγόμενοι, διαφορετικά, αν αυτός πίστευε δηλαδή ότι δεν απαιτούνταν η υπογραφή τους, θα το είχε συντάξει και μόνος του και δεν θα ανέμενε, όπως αναληθώς ισχυρίσθηκε στην ένδικη αγωγή του, να συμπράξουν οι εναγόμενοι, ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός του, ότι όταν ήλθε σπίτι του η ανωτέρω συμβολαιογράφος τον βάλανε να υπογράψει κάτι χαρτιά και κατόπιν αυτού η τελευταία αποχώρησε, αφού όπως αναφέρθηκε αναλυτικά ανωτέρω, η εν λόγω συμβολαιογράφος τήρησε τη νόμιμη διαδικασία για την υπογραφή του επίδικου πληρεξουσίου, του έκανε ερωτήσεις για να διαπιστώσει αν βρισκόταν σε διαυγή πνευματική κατάσταση, όπως ενεργεί σε παρόμοιες περιπτώσεις υπερήλικων συμβαλλομένων, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ο μέσος συνετός συμβολαιογράφος και κατόπιν του διάβασε μεγαλοφώνως το πληρεξούσιο και αυτός το υπέγραψε. Οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι η εξαπάτηση του αρχικώς ενάγοντα από τους εναγόμενους προκύπτει και από το γεγονός ότι το επίδικο πληρεξούσιο υπογράφηκε τη συγκεκριμένη ημέρα, ήτοι δύο ημέρες πριν τον ακρωτηριασμό του, καθώς αυτοί, φοβούμενοι ότι θα αποβιώσει ο …………………., έσπευσαν να καλέσουν τη συμβολαιογράφο «για να προλάβουν καταστάσεις», όμως ο ισχυρισμός τους αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η πληρεξουσιότητα παύει με το θάνατο του εντολέα (άρθρο 223 του ΑΚ) εκτός αν συνάγεται το αντίθετο από το συμβόλαιο, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση αφενός μεν δεν υπήρξε σχετική πρόβλεψη στο επίδικο πληρεξούσιο, όπως θα έπρεπε να είχε συμβεί αν πράγματι ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός τους, αφετέρου δε ουδόλως οι εναγόμενοι συνέταξαν τη συγκεκριμένη ημέρα το οριστικό συμβόλαιο μαζί με το πληρεξούσιο και δη προκειμένου «να προλάβουν καταστάσεις», αντίθετα το οριστικό συμβόλαιο υπογράφηκε τρεισήμισι μήνες αργότερα, ο δε αρχικός ενάγων διατήρησε το δικαίωμα οικήσεως εφ’ όρου ζωής, ενώ και οι εναγόμενοι δήλωσαν σ’ αυτό (οριστικό συμβόλαιο) ότι θα τον φροντίζουν εφ’ όρου ζωής, όπως είχαν συμφωνήσει. Όπως ελέχθη, από κανένα από τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και δη από ιατρικά έγγραφα που αφορούν τον αρχικό ενάγοντα δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε πτώση στην πνευματική του κατάσταση κατά το χρόνο υπογραφής του επίδικου πληρεξουσίου, ούτε όμως από την από 29-06-2022 ιατρική βεβαίωση της γενικής χειρουργού ……………- ήδη τρίτης εφεσίβλητης, σύμφωνα με την οποία ο ασθενής με οξεία ισχαιμία σκέλους (κάτω άκρου), λόγω τοξιναιμίας και μικροβιαιμίας, καθώς και λόγω του ότι απειλείται η ζωή του δεν δύναται να ενεργήσει με ήρεμη πνευματική ικανότητα και συνείδηση, ειδικά όταν πρόκειται για υπερήλικα και λόγω του έντονου άλγους, συνάγεται το αντίθετο, αφού πέραν του ότι πρόκειται για γενική παρατήρηση της ίδιας της διαδίκου και όχι τρίτου ιατρού μη έχοντος συμφέρον από την έκβαση της δίκης, αφενός μεν δεν αποδείχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων είχε έντονο άλγος την ημέρα της υπογραφής του επίδικου πληρεξουσίου, αφετέρου αυτός ουδόλως αισθάνθηκε ότι απειλείται η ζωή του, αφού όπως θα λεχθεί κατωτέρω ο ίδιος αρνήθηκε να διακομισθεί στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ που είχε κληθεί από τους εναγόμενους και είχε ήδη αφιχθεί στην οικία του. Ούτε όμως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του αρχικού ενάγοντος ότι οι εναγόμενοι «τον πέταξαν» στην αποθήκη, χωρίς στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής και περίμεναν με υπομονή την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του. Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, το δωμάτιο στο οποίο διέμενε ήταν πάντα περιποιημένο και καθαρό, και ο ίδιος φροντισμένος και περιποιημένος, η δε εναγόμενη, καλούσε τους γιατρούς σε κάθε πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε και τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό του ότι πριν την υπογραφή του επίδικου πληρεξουσίου είχε μολυνθεί το πόδι του και υπήρχε κίνδυνος γάγγραινας, πλην όμως οι εναγόμενοι δεν τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπως συνέστησε ο γιατρός που τον εξέτασε στο σπίτι του, αν πρώτα δεν υπέγραφε το ως άνω πληρεξούσιο, και για το λόγο αυτό τελικά διακομίσθηκε στο νοσοκομείο «ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ» δύο ημέρες αργότερα ήτοι στις 16-05-2020, όπου διαγνώσθηκε ότι πάσχει από αεριογόνο γάγγραινα-ισχαιμία (ΔΕ) κάτω άκρου και υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό μηρός δια του μηριαίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όπως προκύπτει από το με αρ.πρωτ ………………/19-07-2022 έγγραφο του ΕΚΑΒ, στις 15-05-2020 και περί ώρα 9.32 ειδοποιήθηκε το ΕΚΑΒ μέσω κλήσης που πραγματοποιήθηκε στο 112, για συμβάν που αφορούσε τον ……….. και στην οικία του έσπευσε η Κινητή Μονάδα Σαλαμίνας, η οποία αφού εκτέλεσε επείγουσες πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του πδ 62/2007, αναχώρησε ύστερα από ενυπόγραφη άρνηση του τελευταίου, δηλώνοντας και τον αριθμό της αστυνομικής του ταυτότητας, ενώ την επόμενη ημέρα στις 16-05-2020 και περί ώρα 07.44 ειδοποιήθηκε το ΕΚΑΒ μέσω κλήσης που πραγματοποιήθηκε στο 112, για τον …………….., στην οικία του έσπευσε η Κινητή Μονάδα Σαλαμίνας, η οποία τον παρέλαβε και τον διακόμισε στο ΓΝΑ «ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ». Ώστε ο ίδιος ο αρχικός ενάγων, αρνιόταν τη διακομιδή του στο νοσοκομείο, παρά τις σοβαρές προσπάθειες των εναγόμενων να τον μεταφέρουν εκεί προκειμένου να τύχει εξειδικευμένης νοσηλείας, όπως μάλιστα αναφέρει το από 22-05-2020 Διοικητικό Εξιτήριο του ανωτέρω νοσοκομείου, ο αρχικός ενάγων ήταν «απείθαρχος ασθενής». Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από την ιατροδικαστική γνωμάτευση του ιατροδικαστή ……………., σύμφωνα με την οποία ο σακχαρώδης διαβήτης προκαλεί διαβητική περιφερική νευροπάθεια η οποία ανήκει στις μακροχρόνιες επιπλοκές που αποτελεί το νούμερο ένα παράγοντα κινδύνου για ανάπτυξη έλκους, αποτελεί την πιο συχνή επιπλοκή του διαβήτη, και σε συνδυασμό με την αγγειοπάθεια, επίσης μακροχρόνια επιπλοκή του διαβήτη, καταλήγουν σε ακρωτηριασμό, ο δε ακρωτηριασμός άνωθεν του δεξιού γονάτου του ………….., δεν ήταν αποτέλεσμα πλημμελούς φροντίδας αλλά αποτέλεσμα μακροχρόνιας βλάβης που επέφερε ο διαβήτης. Όπως μάλιστα ανέφερε η ……. στην προρρηθείσα ένορκη βεβαίωσή της, όταν ο ………. μετακόμισε από την οικία του, τον Αύγουστο του έτους 2020, και φιλοξενήθηκε στο σπίτι του πρώτου εφεσίβλητου, χειρουργήθηκε και στο άλλο πόδι, οπότε και αφαιρέθηκε ένα μέρος του, λόγω του σακχαρώδους διαβήτη, γεγονός που αρνήθηκε ο ανωτέρω αλλά και οι εφεσίβλητοι, πλην όμως αυτοί δεν προσκόμισαν αποδεικτικά έγγραφα για την πορεία της υγείας του μετά τον Αύγουστο του έτους 2020, που είχε αναλάβει τη φροντίδα του ο πρώτος εφεσίβλητος. Ωστόσο, από το από 19-03-2024 απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του αναφέρεται στην αιτία θανάτου, μεταξύ άλλων, «ακρωτηριασμός κάτω άκρων» και όχι «άκρου», γεγονός που επιβεβαιώνει την ανωτέρω κατάθεση της …………… Ο αρχικός ενάγων ισχυρίσθηκε στην ένδικη αγωγή του ότι η εξαπάτησή του από τους εναγόμενους, επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αναφέρεται ως τίμημα το ποσό των 50.000 ευρώ, ενώ η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας του, με το ίδιο συμβόλαιο είχε προσδιοριστεί στο ποσό των 457.798,22 ευρώ. Ωστόσο, το τίμημα των 50.000 ευρώ ήταν μέρος της συμφωνίας των διαδίκων, προκειμένου οι εναγόμενοι να εγκατασταθούν στην Σαλαμίνα και να φροντίζουν τον αρχικό ενάγοντα. Επίσης σύμφωνα με το έγγραφο προσδιορισμού ΕΝΦΙΑ που προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως οι εναγόμενοι και αφορά το φορ. έτος 2022, η αντικειμενική αξία του συνόλου της ακίνητης περιουσίας του αρχικού ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 119.179,16 ευρώ. Εξάλλου αντίκειται στους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής του μέσου συνετού ανθρώπου, ο ισχυρισμός του αρχικού ενάγοντος ότι οι εναγόμενοι δέχθηκαν να εγκαταλείψουν μαζί με τα παιδιά τους την οικία τους και τη δουλειά τους και να μετεγκατασταθούν σε άλλο τόπο και εν προκειμένω στην Σαλαμίνα, προκειμένου να αναλάβουν την ιδιαίτερα απαιτητική καθημερινή φροντίδα και περιποίηση ενός ηλικιωμένου ανθρώπου με πολλά προβλήματα υγείας, με αντάλλαγμα απλώς την φιλοξενία στην οικία του. Τα ανωτέρω δεν δύναται να αναιρεθούν από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του αρχικού ενάγοντος και ήδη των εφεσίβλητων, και δη των …………… και …………., οι οποίοι ως προς το επίδικο πληρεξούσιο βεβαίωσαν όσα τους είπε ο αρχικός ενάγων, ότι δηλαδή αυτός νόμιζε ότι ήταν «χαρτί» για να συμφωνηθεί η φιλοξενία των εναγόμενων από αυτόν για ένα χρονικό διάστημα, ενώ περιγράφουν τον οικίσκο στον οποίο διέμενε ως παράγκα που παλιά ήταν αποθήκη σιτηρών όπου αυτός φύλαγε ζωοτροφές και ότι ήταν γεμάτο ποντίκια και όχι κατάλληλο μέρος για να μένει άνθρωπος, γεγονός που διαψεύδεται από τα ανωτέρω αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά και από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως φωτογραφίες από τους εναγόμενους, οι οποίες λήφθηκαν το επίδικο χρονικό διάστημα και στις οποίες εμφαίνεται ότι ο χώρος στον οποίο διέμενε ο αρχικός ενάγων ήταν μικρός αλλά καθαρός και πλήρως εξοπλισμένος με την απαραίτητη οικοσκευή για τη διαμονή του. Παρόμοιες είναι και οι ένορκες καταθέσεις των ……….., που περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις τους που δόθηκαν σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι επίσης βεβαιώνουν ως προς το επίδικο πληρεξούσιο όσα τους ανέφερε ο αρχικός ενάγων, ότι δηλαδή αυτός νόμιζε ότι ήταν «χαρτί» για να συμφωνηθεί η φιλοξενία των εναγόμενων από αυτόν για ένα χρονικό διάστημα, η δε …………….. μάλιστα βεβαίωσε ότι από τα μέσα του καλοκαιριού (ενν. του έτους 2020) έβλεπε τον αρχικό ενάγοντα απεριποίητο, βρώμικο και σε εικόνα εγκατάλειψης, ενώ συνέχιζε να διαμένει στο ως άνω καμαράκι σε συνθήκες άθλιες, όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν όλοι οι ανωτέρω μάρτυρες, γεγονότα όμως που αποδείχθηκαν ψευδή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα αντίθετα, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι μετήλθαν δόλια και απατηλά μέσα προκειμένου να πείσουν τον αρχικό ενάγοντα να υπογράψει το επίδικο πληρεξούσιο και εν συνεχεία να μεταβιβάσουν στους εαυτούς τους το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι εφέσεως, που υποστηρίζουν τα ίδια ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη έφεση ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση, να δικαστεί κατ’ ουσίαν η ένδικη αγωγή και να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, αφού η κρινόμενη έφεση έγινε δεκτή και εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επιστροφή στους εκκαλούντες του κατατεθέντος με την έφεσή τους στη Γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά eπαράβολου του Δημοσίου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός τους (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εφεσίβλητων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 07-11-2024 (αρ.εκθ.καταθ. ………./25-02-2025) έφεση κατά της 893/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Δέχεται την έφεση από τυπική και ουσιαστική άποψη.
Διατάσσει την απόδοση στους εκκαλούντες του κατατεθέντος με την έφεσή τους eπαραβόλου του Δημοσίου, με αριθμό ………./2025.
Εξαφανίζει την 893/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 03-03-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ. ……/03-03-2022) αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος των εφεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων [1.400] ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε, στον Πειραιά στις 22 Ιουλίου 2026 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξούσιων δικηγόρων τους, παρουσία και της γραμματέως στις 7 Σεπτεμβρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ