Αριθμός 613/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2o
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη και Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Εταιρείας με την επωνυμία «………………», που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, οδός ………. με Α.Φ.Μ. …………., ως νομίμως εκπροσωπείται, 2) ……….., 3) …………, 4) …………. και 5) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………..», η οποία εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, οδός ………. με ΑΦΜ ….., ως νομίμως εκπροσωπείται, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Αναγνωστόπουλου, [ΔΕ ΧΑΤΖΗΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ, ΑΝΑΝΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ] (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ,Δ.).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «…………», πρώην με την επωνυμία «………» (………………) και διακριτικό τίτλο «……….» (…………), η οποία εδρεύει στο ……… Αττικής, επί της οδού ………..με ΑΦΜ ………. Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Οι εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 25.1.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……/2024) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 877/2025 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 1.8.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………/2025 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………/2025) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τις απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ΄αριθμόν …./1-10-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά, ………… που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης εφέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εφεσίβλητη εταιρεία. Η τελευταία, ωστόσο, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου και επομένως, πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 524 παρ 4 ΚπολΔ).
Η κρινόμενη με αριθμό καταθ. στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά ………./2025 έφεση κατά της υπ΄αριθμόν 877/2025 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθώς η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 26-2-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά στις 7-8-2025 δίχως εν τω μεταξύ να προηγηθεί επίδοση της εκκαλουμένης (άρθρα 495,511,513,516 παρ 1, 517 εδαφ α, 518 παρ 1 και 147 ΚΠολΔ). Συνεπώς, πρέπει να γινει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής κατά την αυτή διαδικασία δοθέντος ότι έχει καταβληθεί και το απαιτούμενο παράβολο άσκησης έφεσης (βλ. με αριθμό ……../2025 e-παράβολο).
Οι ανακόπτοντες άσκησαν την με αριθμό ………./2024 ανακοπή κατά της «…………..» και ζήτησαν για τους αναφερόμενους σ ΄αυτήν λόγους την ακύρωση της υπ΄αριθμόν ……/2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σ΄αυτήν το ποσό των 400.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Επί της ανωτέρω ανακοπής εξεδόθη η εκκαλουμένη υπ΄αριθμόν 877/2025 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπη και καταδικάστηκαν οι ανακοπτοντες στα δικαστικά έξοδα της καθ΄ης, τα οποία ορίσθηκαν στο ποσό των 7.900 ευρώ.
Ήδη, κατά της αποφάσεως αυτής βάλλουν οι ανακόπτοντες παραπονούμενοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την παραδοχή της ανακοπής τους με σκοπό την ακύρωση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστηριο απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής με τον οποίο επικαλέστηκαν ακυρότητα της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής για το λόγο ότι δεν εξεδόθη βάσει αντιγράφου της συναφθείσας συμβάσεως διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της καθ΄ης και της εταιρείας ειδικού σκοπού «…………..» και βάσει αντιγράφου της συναφθείσας συμβάσεως πώλησης μεταξύ της τραπεζικής εταιρείας «……………..» και της εταιρείας «………….», αλλά (εξεδόθη) βάσει αντιγράφου της περίληψης της συμβάσεως διαχείρισης όπως καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται η μεταβίβαση της διαχείρισης της επίδικης απαίτησης στην καθ΄ης και εντεύθεν η νομιμοποίησή της τελευταίας σε δικαστικές ενέργειες για την ικανοποίησή της. Επιπρόσθετα, με τον αυτό λόγο ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι δεν μπορούν να γνωρίζουν αν η σύμβαση διαχείρισης παραμένει ενεργός καθώς μεταξύ των όρων που συμφωνήθηκαν περιλαμβάνεται και εκείνος που ορίζει την διάρκεια της σύμβασης διαχείρισης μέχρι την πλήρη εξόφληση των απαιτήσεων της ανωτέρω εταιρείας ειδικού σκοπού, προϋπόθεση που αδυνατούν να ελέγξουν οι ανακόπτοντες. Ο ισχυρισμός αυτός ο οποίος είναι νόμιμος (άρθρο 623 ΚΠολΔ) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ΄ουσίαν.
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και όλα τα έγγραφα που οι εκκαλούντες προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ανακοπτομένη υπ΄αριθμόν …./2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εξεδόθη: α) βάσει αντιγράφου της με αριθμό ……/24-6-2019 δημοσίευσης συμβάσεως πώλησης (άρθρο 10 παρ 8 του ν 3156/2003) και το συνημμένο σ΄αυτην υπ΄αριθμόν …./18-7-2019 απόσπασμα του παραρτήματος των δημοσίων βιβλίων του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών που καταχωρήθηκε στον τόμο … και με αριθμό … και περιέχει τις σελίδες … και ……. εκ των οποίων προκύπτει ξεκάθαρα ότι μεταξύ των απαιτήσεων που πωλήθηκαν και μεταβιβάσθηκαν στην εταιρεία ειδικού σκοπού “…………” περιλαμβάνεται και η επίδικη. β) βάσει αντιγράφου της με αριθμό …../24-6-2019 δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 παρ 14 και 16 του ν 3156/2003 που ενεγράφη στις 24-6-2019 στο βιβλίο του άρθρου 3 του ν 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ….. και με αριθμό … εκ της οποίας προκύπτει ότι η διαχείριση του συνόλου των μεταβιβασθεισών από την ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία “……..” στην ανώνυμη τραπεζικη εταιρεία «…………..» απαιτήσεων, ήτοι και της επίδικης, ανατέθηκε στις 24-6-2019 στην καθ΄ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη. γ) βάσει αντιγράφου της με αριθμό …./29-4-2020 δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 παρ 14 και 16 του ν 3156/2003 με την οποία επήλθε μεταβολή στην προαναφερόμενη σύμβαση διαχείρισης λόγω διάσπασης της «………… δι΄απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της Διασπώμενης με σύσταση νέας εταιρείας- πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «………………..» με έδρα την Αθήνα επι της οδού … αριθμός …., (Επωφελούμενη) η οποία υποκαταστάθηκε δυνάμει καθολικής διαδοχής κατ΄εφαρμογή του νόμου στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Διασπώμενης εταιρείας μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα περιουσιακά στοιχεία, οι έννομες σχέσεις και τα εν γένει δικαιώματα που απορρέουν από την ανωτέρω Σύμβαση Διαχείρισης και επομένως από της ημερομηνίας διάσπασης, 20-3-2020, στη θέση της Διασπώμενης ως συμβαλλόμενου μέρους στην ανωτέρω Σύμβαση Διαχείρισης υπεισήλθε η Επωφελούμενη «………». δ) βάσει αντιγράφου της με αριθμό πρωτοκόλλου …../29-4-2020 δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 παρ 14 και 16 του ν 3156/2003 εκ της οποίας προκύπτει ότι η διαχείριση των μεταβιβασθεισών απατήσεων στις 14-6-2020 ανατέθηκε στην εταιρεία με την επωνυμία « …………..» η οποία στις 10-6-2020 μετονομάσθηκε σε «……………..» δυνάμει της υπ΄αριθμόν 6104/10-6-2020 απόφασης της Υπηρεσίας του ΓΕΜΗ του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών που καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ την 10-6-2020 με κωδικό αριθμό καταχώρισης ……. (βλ υπ΄αριθμόν πρωτ. …../10-6-2020 ανακοίνωση του ΓΕΜΗ) με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση του περί επωνυμίας άρθρου 1 του Καταστατικού της τελευταίας διαχειριστριας η οποία βάσει της τροποποίησης αυτής μετονομάσθηκε από “………….» σε « ……….» με διακριτικό τίτλο «………….» (καθ΄ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη). Εκ των ανωτέρω εγγράφων δεν καταλειπεται αμφιβολία ότι η επίδικη απαίτηση πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε από την εταιρεία «…………..» στην εταιρεία ειδικού σκοπού “………”, καθώς και ότι η διαχείριση της επίδικης απαίτησης έχει ανατεθεί στην καθ΄ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη η οποία ως εκ τούτου νομιμοποιείται σε δικαστικές ενέργειες για την ικανοποίηση αυτής μεταξύ των οποίων και η έκδοση της ήδη ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Κατ΄ακολουθίαν ο πρώτος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστηριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και χωρίς πλημμέλεια εκτίμησε τις αποδείξεις και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με σχετικό λογο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξάλλου, ως προς τον ισχυρισμό ότι οι ανακόπτοντες δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν αν παραμένει η σύμβαση διαχείρισης ενεργός ενόψει του ότι συμφωνήθηκε η λήξη της με την εξόφληση του συνόλου των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι προδήλως αβάσιμος αφού οι ανακόπτοντες γνωρίζουν ότι οι ίδιοι δεν εξόφλησαν την απαίτησή τους και επομένως με την στάση τους αυτή διατηρούν ενεργό την σύμβαση διαχείρισης.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστηριο απέρριψε τον δεύτερο λόγο ανακοπής με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι εκ των εγγράφων βάσει των οποίων εξεδόθη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής δεν αποδεικνύεται ότι η εταιρεία ειδικού σκοπού «…………» απέκτησε την επίδικη απαίτηση γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το ότι από το απόσπασμα των καρτελών βάσει των οποίων εξεδόθη η διαταγή πληρωμής προκύπτει ότι στις 22-5-2019 η απαίτηση της ανερχόταν σε 1.175.437,92 ευρώ και στις 29-7-2019 στις 1.184.006,80 ευρώ ενώ στο επισυναπτόμενο στην υπ΄αριθμόν πρωτ. …/24-6-2019 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ 8 του ν 3156/2003 παράρτημα που φέρει αριθμό …../ 18-7-2019 αναγράφεται ότι η απαίτηση της στις 24-6-2019 ανερχόταν σε 968.535,04 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον στην προαναφερόμενη υπ΄αριθμόν ……./24-6-2019 δημοσίευση περίληψης συμβάσεων του άρθου 10 παρ 8 του ν 3156/2003 αναγράφεται ότι στην εταιρεία «………..» μεταβιβάστηκαν απαιτήσεις από επιχειρηματικά δάνεια και άλλα δάνεια της «……………» καθώς και ότι τα οφειλόμενα κεφάλαια ανά επιχειρηματική απαίτηση εξειδικεύονται στο επισυναπτόμενο σ΄αυτήν παράρτημα και συγκεκριμένα στις υπ΄αριθμούς 959 και 960 σελίδες αυτού στις οποίες αναγράφεται ότι το οφειλόμενο ποσό των ανακοπτόντων βάσει της υπ΄αριθμόν ………/17-12-2007 δανειακής σύμβασης ανερχόταν στις 24-6-2019 σε 968.535,04 ευρώ και το οφειλόμενο ποσό βάσει της υπ΄αριθμόν ……/17-12-2007 δανειακής σύμβασης ανερχόταν σε 203.917,83 ευρώ, ήτοι συνολικά σε 1.172.452,83 ευρώ δοθέντος ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εμφανίζεται να έχει εκδοθεί βάσει αμφοτέρων των δανειακών συμβάσεων. Από το απόσπασμα δε της καρτέλας βάσει της οποίας εξεδόθη η διαταγή πληρωμής προκύπτει ότι στις 22-5-2019 η οφειλή των ανακοπτόντων ανερχόταν σε 1.175.437,92 ευρώ και στις 29-7-2019 σε 1.184.006,80 ευρω. Ωστόσο, εκ του αποσπάσματος αυτού προκύπτει ότι μέχρι 29-7-2019 πιστώνονταν στους τηρηθέντες λογαριασμούς ποσά εκ δικαστικών και λοιπών εξόδων όπως 1718,93 στις 29-7-2019 και ως εκ τούτου δικαιολογείται η διαφορά από 1.172.452,83 ευρώ στις 22-5-2019 σε 175.437,92 ευρώ στις 29-7-2019 περιλαμβανομένων και των τόκων. Εκ των ανωτέρω δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η επίδικη απαίτηση περιλαμβάνεται μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν από την εταιρεία «………………» στην εταιρεία «…………..». Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής ως αβάσιμο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και χωρίς πλημμέλεια εκτίμησε τις αποδείξεις και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ανακόπτοντες με σχετικό λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Με επόμενο λόγο έφεσης οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστηριο απέρριψε τον τρίτο λόγο ανακοπής με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη καθόσον εξεδόθη βάσει άκυρης σύμβασης διαχείρισης μεταξύ της καθ΄ης («………….» ) και της εταιρείας ειδικού σκοπού «…………….» καθώς στη σύμβαση διαχείρισης δεν αναφέρονται : α) οι προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, β) αν περιλήφθηκε σ΄αυτήν και κατάλογος των απαιτήσεων ο οποίος δεν προκοσμίστηκε για την έκδοση διαταγής πληρωμής γ) το τίμημα αγοράς και η αμοιβή της διαχείρισης με συνέπεια η σύμβαση διαχείρισης ν΄αντιβαίνει στην διάταξη του άρθρου 2 παρ 2 του ν 4354/2015. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος προεχόντως για το λόγο ότι η επίδικη σύμβαση διαχείρισης έλαβε χώρα κατά τις διατάξεις του νόμου 3156/2003 (άρθρο 10 παρ 14 και 16) όπως ρητά αναγράφεται στην υπ΄αριθμόν πρωτ 153/2019 δημοσίευση της περίληψης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών και όχι κατά τις διατάξεις του ν 4354/2015 στην διάταξη του άρθρου 2 παρ 2 του οποίου αναγράφεται ότι η σύμβαση διαχείρισης υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τυπο και απαιτείται να περιλαμβάνει τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, τις πράξεις της διαχείρισης και την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης. Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση στην δημοσιευθείσα περίληψη της σύμβασης διαχείρισης (υπ΄αριθμόν …../2019) αναγράφεται ότι στις εξουσίες του Διαχειριστή των απαιτήσεων (ήτοι της εφεσίβλητης) περιλαμβάνονται όλες οι υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων από συμβάσεις επιχειρηματικών και άλλων δανείων, διατύπωση εκ της οποίας συνάγεται ότι στην εφεσίβλητη ανατέθηκε η διαχείριση του συνόλου των απαιτήσεων που απέκτησε η εταιρεία ειδικού σκοπού ««…………..» από την Τράπεζα «…………..» μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επίδικη. Επιπρόσθετα, αναφέρεται και ότι είχε συμφωνηθεί και η αμοιβή της διαχειρίστριας εταιρείας καθώς στην αυτή ως άνω υπ΄αριθμόν ……./24-6-2019 δημοσίευση περίληψης της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων αναγράφεται ότι το ποσό της αμοιβής της διαχειρίστριας εταιρείας προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 της από 24-6-2019 σύμβασης μεταβίβασης. Ως εκ τούτου συντρέχει και αυτό το στοιχείο αφού κατά την ανωτέρω διάταξη δεν απαιτείται ορισμός συγκεκριμένου ποσού αλλά αρκεί ο προσδιορισμός του τρόπου καθορισμού της αμοιβής διαχείρισης.
Κατά την διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ «κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 ΚΠολΔ μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο…..», κατά δε την διάταξη του άρθρου 626 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα «Στην αίτηση (για την έκδοση διαταγής πληρωμής), πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της”. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 624 παρ1 ΚΠολΔ « Η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνον αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο.» Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων. Τίθεται έτσι η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση για αυτήν, διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 694/2022), απλή δε πιθανολόγηση (αρχή έγγραφης απόδειξης) βάσει αυτών δεν αρκεί (ΑΠ 637/2024, ΑΠ 341/2021). Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται από τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν είτε η έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων, που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαιτήσεως, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 364/2025, ΑΠ 62/2024, ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 1972/2022). Αν ο λόγος της ανακοπής είναι τυπικός, όπως συμβαίνει με αυτόν της μη, κατά τον ανακόπτοντα, έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και του ποσού αυτής, τότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ` αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου, δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής (ΑΠ 637/2024, ΑΠ 1782/2022, ΑΠ 1712/2022, ΑΠ 857/2022, ΑΠ 694/2022). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, για τον λόγο αυτό, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 364/2025, ΑΠ 694/2022, ΑΠ 341/2021, πρβλ ΑΠ 548/2026).
Με επόμενο λόγο έφεσης οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστηριο απέρριψε τον τέταρτο λόγο ανακοπής με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη καθώς η καρτελα του λογαριασμού βάσει της οποίας εξεδόθη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής υπογράφεται από τους ………. και …………. οι οποίοι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι είναι μέλη της Διοίκησης της Τράπεζας (………..), ούτε ότι είναι υπάλληλοι της Τράπεζας οι οποίοι δυνάμει σχετικής πληρεξουσιότητας είχαν αρμοδιότητα να εκτυπώνουν και να βεβαιώνουν για λογαριασμό και στο όνομα της Τράπεζας την γνησιότητα του εξαχθέντος – εκτυπωθέντος αποσπάσματος από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές αυτής, ούτε ότι είναι υπάλληλοι της καθ΄ης και ήδη εφεσίβλητης (διαχειρίστριας εταιρείας) οι οποίοι δυνάμει σχετικής εξουσιοδοτήσεως είχαν αρμοδιότητα να εκτυπώνουν και να βεβαιώνουν για λογαριασμό και στο όνομα της εφεσίβλητης την γνησιότητα του εξαχθέντος – εκτυπωθέντος αποσπάσματος από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές αυτής. Απόδειξη δε αποτελεί το γεγονός ότι α) ενώ στο απόσπασμα της καρτέλας βάσει του οποίου εξεδόθη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής αναφέρεται ότι στις 18-8-2017 το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 1.135.593,51 ευρώ, στην επισυναπτόμενη καρτέλα της εξωδίκου καταγγελίας αναφερόταν ότι το ποσό ανερχόταν σε 1.135.794, 26 ευρώ και β) ενώ στο απόσπασμα της καρτέλας βάσει του οποίου εξεδόθη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής αναφερόταν ότι στις 20-7-2018 η συνολικη οφειλη ανερχόταν σε 1.137.339,01 ευρώ στην επισυναπτομενη καρτέλα της εξωδίκου καταγγελίας αναφερόταν ότι η αντίστοιχη οφειλή ανερχόταν σε 1.127.120,55 ευρώ. Ο λόγος αυτός με τον οποίο ισχυρίζονται κατ΄ουσίαν οι ανακόπτοντες ότι το ποσό της απαίτησης της καθ΄ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης δεν αποδεικνύεται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων, είναι νόμιμος (άρθρο 623 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ΄ουσίαν.
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης και όλα τα έγγραφα που οι εκκαλούντες προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ΄αριθμόν …………/17-12-2007 σύμβασης δανείου που συνήφθη στις 17-12-2007 ανάμεσα στην Τραπεζική Εταιρεία «………..» και στην εταιρεία «…………» (πρώτη των ανακοπτόντων και ήδη πρώτη των εκκαλούντων) η πρώτη μεταβίβασε κατά κυριότητα στην δεύτερη το ποσό των 1.566.980 ευρώ για την αγορά κατά ποσοστό 83,35% εξ αδιαιρέτου και την επισκευή ακινήτου και συγκεκριμένα τετραωρόφου κατοικίας επί οικοπέδου εκτάσεως 130,30 τμ κειμένου στον Πειραιά επί της οδού ………….., σε βάρος του οποίου ενεγράφη προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 2.037.074,00 ευρώ υπέρ της δανείστριας Τράπεζας. Την εκτέλεση των όρων της συμβάσεως εγγυήθηκαν οι λοιποί των ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων. Στη συνέχεια, υπεγράφη μεταξύ των ανωτέρω συμβληθέντων πρόσθετη πράξη με την οποία ανέλαβε ευθύνη εγγυητή και ο ήδη αποβιώσας ……….. και καθορίσθηκε το ποσό του δανείου στο ποσό που τελικώς εκταμιεύθηκε από την δανειολήπτρια εταιρεία, ήτοι στο ποσό των 1.350.000, 00 ευρώ. Πέραν της ανωτέρω συμβάσεως είχε συναφθεί και η υπ΄αριθμόν ……../17-12-2007 σύμβαση δανείου ανάμεσα στην ως άνω δανείστρια Τράπεζα και την εταιρεία «……….» (πέμπτη των ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων) για την αγορά και επισκευή του υπολοίπου 16,65% του ανωτέρω ακινήτου, καθώς και η από 17-1-2014 πρόσθετη πράξη της συμβάσεως αυτής με την οποία συμφωνήθηκε η μετατροπή του δανείου από ευρώ σε ξένο νόμισμα ή από ξένο νόμισμα σε άλλο ξένο νόμισμα ή η συνέχιση στο ίδιο νόμισμα καθώς και το ύψος του επιτοκίου. Λόγω μη τήρησης των όρων των συμβάσεων η δανείστρια Τράπεζα προέβη στις 21-11-2015 σε καταγγελία των ανωτέρω συμβάσεων. Κατόπιν διαπραγματεύσεων υπεγράφη το από 29-3-2018 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της δανείστριας Τράπεζας και των ανακοπτόντων για οφειλόμενο ποσό δανείου από την υπ΄αριθμόν …../17-12-2007 σύμβαση δανείου ανερχόμενο σε 1.025.776,48 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων οι όροι του οποίου και πάλι δεν τηρήθηκαν από τους ανακόπτοντες. Για το λόγο αυτό στις 24-6-2019 η δανείστρια Τράπεζα «……….» προέβη σε τιτλοποίηση και εκχώρηση των απαιτήσεών της από τις ανωτέρω υπ΄αριθμούς …./17-12-2007 και ……/17-12-2007 συμβάσεις δανείου συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων, των τόκων λογιστικοποιημένων ή μη και των εξόδων μεθ΄ολων των παρεπόμενων και διαπλαστικών δικαιωμάτων και ενοχικών και εμπραγμάτων δικαιωμάτων, στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού του άρθρου 10 παρ 2 του ν 3156/2003 με την επωνυμία «……………» με έδρα το ……. επί της οδού ………… Η από 24-6-2019 σύμβαση μεταβιβασης των τιτλοποιηθεισών απαιτήσεων καταχωρήθηκε στις 24-6-2019 στο δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό … και με αριθμό πρωτοκόλλου …/24-6-2007 και οι με αριθμούς …./17-12-2007 και …./17-12-2007 συμβάσεις δανείου με τα οφειλόμενα ποσά αναφέρονται στις υπ΄αριθμούς 959 και 960 σελίδες του επισυναπτόμενου στην ανωτέρω σύμβαση παραρτήματος. Η διαχείριση των απαιτήσεων από τις καταγγελμένες συμβάσεις δανείου ανατέθηκε από την «……….» στην εταιρεία «……………» (βλ υπ΄αριθμόν πρωτ. …../24-6-2019 δημοσίευση περίληψης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών δανείων η οποία καταχωρήθηκε στον τόμο … και με αριθμό …… των δημοσίων βιβλίων του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών). Την ανωτέρω δανείστρια Τράπεζα διαδέχτηκε ως καθολικη διάδοχος (λόγω διάσπασης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της και σύσταση νέας εταιρείας – πιστωτικού ιδρύματος) από 20-3-2020 η « …………» με αριθμό ΓΕΜΗ ….. και η διαχείριση των ανωτέρω απαιτήσεων ανατέθηκε σ΄αυτήν (βλ μεταβολές στην προαναφερόμενη υπ΄αριθμόν ……/24-6-2019 δημοσίευση περίληψης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών) και ακολούθως (ανατέθηκε) στην εταιρεία «…………..» η οποία μετά την τροποποίηση του καταστατικού της και την υπ΄αριθμόν …/10-6-2020 καταχώριση αυτού στο ΓΕΜΗ που έλαβε χώρα στις 10-6-2020 μετονομάσθηκε σε «…………..» – καθ΄ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη (βλ υπ΄αριθμ. πρωτ. …./10-6-2020 ανακοίνωση στο Γ.Ε.Μ.Η.). Στις 30-10-2020 η καθ΄ης «……….» επέδωσε στους ανακοπτοντες την με ημερομηνία 16-10-2020 καταγγελία της σύμβασης του προαναφερόμενου συμφωνητικού επισυνάπτονας σ΄αυτήν και πίνακα εξωλογιστικού υπολογισμού οφειλής σε οριστική καθυστέρηση. Εκ του πίνακα αυτού ο οποίος αφορά στην υπ΄αριθμόν ……/2007 δανειακή σύμβαση με επιτόκιο EURIBOR τρίμηνο, πλέον SPREAD (περιθώριο) 2,55% πλέον εισφοράς 0,60% πλέον τόκους υπερημερίας 2,50% προκυπτει ότι: α) στις 18-8-2017 το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 1.112.103,43 ευρώ, τα δικαστικά και λοιπά έξοδα σε 8.781.09 ευρώ και το συνολικό οφειλόμενο ποσό σε 1.120.854,52 ευρώ, ενώ στον πίνακα που περιλήφθηκε στην αίτηση για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής βάσει του οποίου εξεδόθη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, ο οποίος αφορά την αυτή ως άνω υπ΄αριθμόν ……./2007 δανειακή σύμβαση με το αυτό τρίμηνο επιτόκιο EURIBOR, με το αυτό SPREAD (περιθωριο) 2,55%, με την αυτή εισφορά 0,60% και την αυτή αύξηση επιτοκίου σε περίπτωση υπερημερίας 2,50%, αναφέρεται ότι στις 18-8-2017 το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 1.111.905,34 ευρώ, τα έξοδα σε 8.781,09 ευρώ και το συνολικό οφειλόμενο ποσό σε 1.135.593,51 ευρώ. β) στις 18-5-2018 στον πίνακα που επισυνάφθηκε στην ανωτέρω καταγγελία αναφέρεται ότι το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 1.136.513,55 ευρώ, τα δικαστικά έξοδα σε 0 και το συνολικό οφειλόμενο ποσό σε 1.136.513,55 ευρώ, ενώ στον πίνακα που περιλήφθηκε στην αίτηση για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής βάσει του οποίου εξεδόθη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής αναφέρεται ότι κατά την ανωτέρω ημερομηνία το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 1.136.328,43 ευρώ τα δικαστικά και λοιπά έξοδα σε 0 ευρώ και το συνολικό οφειλόμενο ποσό σε 1.136.328,43 ευρώ γ) στις 20-7-2018 στον πίνακα που επισυνάφθηκε στην ανωτέρω καταγγελία αναφέρεται ότι το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 1.127.120,55 ευρώ, τα δικαστικά και λοιπά έξοδα σε 0 ευρώ και το συνολικό οφειλόμενο ποσό σε 1.127.120,55 ευρώ, ενώ στον πίνακα που περιλήφθηκε στην αίτηση για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής βάσει του οποίου εξεδόθη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής αναφέρεται ότι στις 20-7-2018 το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 1.126.935,23 ευρώ τα δικαστικά και λοιπά έξοδα σε 0 ευρώ και το συνολικά οφειλόμενο ποσό σε 1.137.339,01 ευρώ. Οι διαφοροποιήσεις αυτές στο οφειλόμενο ποσό κατά την αυτή ημερομηνία με το αυτό επιτόκιο και τις αυτές προσαυξήσεις καθιστούν το ύψος της απαίτηση της καθ΄ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης αβέβαιο. Δεν πρέπει, επίσης, να παροραθεί ότι τον πίνακα που επισυνάφθηκε στην καταγγελία υπογράφει ο ………… κάτω από την σφραγίδα της «…………», ενώ τον πίνακα που επισυνάφθηκε στην αίτηση για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής υπογράφει δικηγόρος το όνομα του οποίου δεν δύναται να διακριβωθεί καθώς έχει τεθεί πανω σε σύνολο αριθμών με την βεβαίωση « ακριβές απόσπασμα λογαριασμού εξηγμένο από τα επίσημα λογιστικά βιβλία της ……….. το οποίο επικυρώνω». Επιπρόσθετα, η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής εμφανίζεται να έχει εκδοθεί βάσει τόσο της της υπ΄αριθμόν …./17-12-2007 σύμβασης δανείου που συνήφθη ανάμεσα στην Τραπεζική Εταιρεία «…………..» και στην εταιρεία «…………» , όσο και βάσει της υπ΄αριθμόν …………/17-12-2007 σύμβασης δανείου η οποία συνήφθη ανάμεσα στην αυτή ως άνω τραπεζική εταιρεία «…………………» και την εταιρεία «……………..» δίχως να διευκρινίζεται στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ούτε και στην ανακοποτομένη διαταγή πληρωμής η αιτία και ο λόγος ενοποίησης των δύο συμβάσεων οι συμβληθέντες στις οποίες δεν ταυτίζονται. Κατ΄αποτέλεσμα, καθίσταται αβέβαιο το ύψος του οφειλόμενου από τους ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες στην καθ΄ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη ποσού. Ως εκ τούτου συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση διαδικαστικό απαράδεκτο κατά τα αναφερόμενα στην προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη αφού το ύψος της απαίτησης της εφεσίβλητης δεν προκύπτει με βεβαιότητα από τα έγγραφα βάσει των οποίων εξεδόθη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής η οποία κατ΄ ακολουθίαν πρέπει ν΄ακυρωθεί. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τ΄αντίθετα και επικύρωσε την διαταγή πληρωμής εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τον βάσιμο περί αυτού λόγο της εφέσεως η οποία κατ΄ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ΄ουσίαν Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί και να γίνει δεκτή η ανακοπή ως βάσιμη και κατ΄ουσίαν και περαιτέρω ν΄ ακυρωθεί η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της καθ΄ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης λόγω της ήττας αυτής κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 192 παρ 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, ενόψει της παραδοχής της έφεσης, να διαταχθεί και η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης έφεσης (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ) στους εκκαλούντες. Τέλος, πρέπει να ορισθεί και το νόμιμο παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από την εφεσίβλητη εταιρεία (άρθρα 501,502,505 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εφεσίβλητης
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ΄αριθμόν 877/2025 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την με αριθμό καταθ. ………./2024 ανακοπή κατά της υπ΄αριθμόν ……./2023 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς
ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής
ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ΄αριθμόν …./2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εφεσίβλητη – καθ΄ης η ανακοπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας των εκκαλούντων- ανακοπτόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8000) ευρώ
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 25 Ιουνίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κι αντ αυτού λόγω
συνταξιοδοτήσεως και
αναχωρήσεώς του, η
αρχαιότερη της σύνθεσης
Εφέτης, Ευαγγελία Πανταζή
Δημοσιεύθηκε δε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού, την 21η Σεπτεμβρίου 2026, με άλλη σύνθεση, λόγω συνταξιοδοτήσεως και αναχωρήσεως του Προέδρου Εφετών Βασιλείου Παπανικόλα, αποτελούμενη από τους Δικαστές Ευαγγελία Πανταζή, Προεδρεύουσα Εφέτη, Χρυσή Φυντριλάκη και Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτες και τη Γραμματέα E.Δ, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξουσίου δικηγόρου των εκκαλούντων.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΕΦΕΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ