ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Αποφάσεως 616/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα Ναυτικό
(Τακτική διαδικασία)
Αποτελούμενο από την Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ……….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» [ΑΦΜ ……], η οποία εδρεύει στη .. …., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Μαλαμή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» [ΑΦΜ ………….], η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο [ΔΕ Ππαχρονόπουλος], με δήλωση του άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..
Η ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία «……………», ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της ήδη εφεσίβλητης εταιρείας, την από 1-12-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……../11-12-2023 αγωγή της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επί της ανωτέρω αγωγής, εξέδωσε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την υπ’ αριθμ. 923/2025 οριστική του απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Κατ’ αυτής της αποφάσεως, η εκκαλούσα άσκησε την από 16-5-2025 έφεση, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ………./23-5-2025 και επιμελεία της εφεσίβλητης προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων διαδίκων κατέθεσαν εμπροθέσμως τις προτάσεις τους και παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση από 16-5-2025 και με αριθμ. κατ. ………/23-5-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 923/4-3-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 511, 513 παρ. 1 περ.β, 516, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθώς όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της και δεν αμφισβητείται υπό της εφεσιβλήτου, η εκκαλουμένη απόφαση επεδόθη στην εκκαλούσα την 23.4.2025 και η τελευταία ήγειρε την ένδικη έφεσή της εντός τριάντα ημερών από της επομένης της επιδόσεως σε αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως και δη την 23.5.2025 (άρθρ. 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό, το νόμιμο και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία στην οποία υπάγεται η ένδικη διαφορά (άρθρο 533 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της προκαταβλήθηκε από την εκκαλούσα, κατά την κατάθεση της ένδικης έφεσης, το οριζόμενο στο το άρθρο 495 παρ. 3 παράβολο των εκατό [100] ευρώ (το υπ’ αριθμ. ……/2025 e-παράβολο ποσού εκατό [100] ευρώ, που αναγράφεται στην έκθεση καταθέσεως της εφέσεως).
ΙΙ. Η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….», ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή της όπως αυτή παραδεκτώς διορθώθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι, δραστηριοποιείται στον τομέα της επεξεργασίας, συσκευασίας και εμπορίας προϊόντων ελιάς, τα οποία διαθέτει στο εξωτερικό. Ότι δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου που συνήψε με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ασφάλισε, για χρονικό διάστημα ενός έτους και δη από 13-5-2021 έως 13-5-2022, τόσο την εξαγωγή των παραγόμενων από αυτήν ως άνω προϊόντων ελιάς όσο και τις εισαγωγές αντίστοιχων προϊόντων, με ανώτατο καλυπτόμενο κεφάλαιο το ποσό των 55.000 ευρώ ανά φόρτωση και αφαιρετέα απαλλαγή το ποσό των 100 ευρώ ανά ζημία, έναντι ετήσιου συνολικού ασφαλίστρου εκ ποσού 1.840 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε. Ότι κατά τους όρους του ως άνω ασφαλιστηρίου η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστική σύμβαση συμφωνήθηκε να διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και πρακτική, σε συνδυασμό με τις Ρήτρες lnstitute Cargo Clauses Α 1.1.82, οι οποίες αποτελούν την πληρέστερη μορφή κάλυψης, καθώς δι’ αυτών καλύπτονται όλοι οι κίνδυνοι απώλειας ή ζημίας των ασφαλισμένων αντικειμένων, εξαιρουμένων των αναφερόμενων στα άρθρα 4, 5, 6 και 7 περιπτώσεων που δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Ότι τον μήνα Ιούλιο του έτους 2021 επώλησε αντί του συνολικού τιμήματος 38.959,20 ευρώ, στη μη διάδικο στην παρούσα δίκη αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στο Μόντρεαλ του Καναδά, εταιρεία με την επωνυμία «…………», μαύρες ελιές σε άλμη, συσκευασμένες σε 50.400 λευκοσιδηρά δοχεία των 425 ml και αφού συσκεύασε αυτές κατάλληλα, η μεταφορά τους στην έδρα της αγοράστρια εταιρείας, ανατέθηκε από αυτήν (ενάγουσα) στη μη διάδικο στην παρούσα δίκη εταιρεία με την επωνυμία «……..». Ότι το εν λόγω εμπόρευμα φορτώθηκε σε εμπορευματοκιβώτιο, το οποίο ακολούθως φορτώθηκε την 31-7-2021 στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο πλοίο «…………..» με τελικό προορισμό το λιμάνι Halifax του Καναδά, εκδόθηκε δε η από 31-7-2021 φορτωτική εξαγωγής. Ότι η αγοράστρια εταιρεία δεν κατέβαλε το συμφωνημένο τίμημα και αυτή (ενάγουσα) απεφάσισε την επιστροφή αυτού στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και για το λόγο αυτό, κατόπιν οδηγιών της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, εκδόθηκε η από 6-10-2021 νέα φορτωτική, με την οποία το παραπάνω εμπορευματοκιβώτιο, χωρίς να αποσφραγιστεί, φορτώθηκε με ευθύνη της ίδιας μεταφορέως στο πλοίο «ΖV» με προορισμό το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ότι η ίδια (ενάγουσα) παρέλαβε το φορτίο την 9-12-2021 και κατά την αποσφράγισή του διαπίστωσε ότι τα μεταλλικά δοχεία συσκευασίας των ανωτέρω προϊόντων ελιάς έφεραν εξωτερικά έντονα σημάδια οξείδωσης στις δύο άκρες (βάση και καπάκι) και στην κατακόρυφη ραφή του κορμού τους. Ότι αφού διενεργήθηκε έλεγχος σε πιστοποιημένο εργαστήριο διαπιστώθηκε παρουσία σιδήρου στους περιέκτες του συγκεκριμένου φορτίου η δε ανασυσκευασία των προϊόντων κρίθηκε αδύνατη, αφενός μεν ως παράνομη, αφ’ ετέρου δε ως επικίνδυνη, αφού ήταν πλέον βέβαιη η επέκταση της οξείδωσης και στο εσωτερικό της κάθε συσκευασίας. Ότι την επόμενη ημέρα (10-12-2021), ανήγγειλε την εν λόγω ζημία προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε την καταβολή του ασφαλίσματος. Ότι πέραν της αξίας των βλαβέντων εμπορευμάτων, κατά τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δικαιούται και τα έξοδα μεταφοράς του εν λόγω εμπορεύματος εκ ποσού ευρώ 15.613,45. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, η ενάγουσα εζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των ευρώ 54.572,65, για τις προαναφερόμενες αιτίες και να καταδικασθεί η εναγομένη στην εν γένει δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 28.1.2025, εξεδόθη η με αριθμό 923/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία αφού κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της εν λόγω διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 63 παρ. 1 και 66 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», ως εκ της έδρας της εναγομένης η οποία ευρίσκονταν στην Αθήνα, ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει νόμιμη, κατά το σχετικό με τη θαλάσσια ασφάλιση αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο, που κρίθηκε εφαρμοστέο κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των διάδικων [άρθρα 25 εδ. α’ και 361 ΑΚ] και δη τις διατάξεις της Μ.Ι.Α. 1906 («Marine lnsurance Act 1906»), τις ρήτρες 1, 11.1, 12 και 19 του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου για φορτία της 1.1.1982 (lnstitute Cargo C1auses Α 1.1.82), καθώς και στις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 907, 908, 191 παρ. 2 επ. και 176 επ. του ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόσθηκαν ως lex fori του δικάζοντος Δικαστηρίου, ακολούθως η ένδικη αγωγή διερευνήθηκε στην ουσία της και αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα το ασφαλισμένο εμπόρευμα της ενάγουσας βλάφθηκε κατά τρόπο που έπαυσε να αποτελεί πράγμα του είδους που ασφαλίσθηκε, αφού πλέον έπαυσε να είναι εμπορεύσιμο και κατάλληλο προς διάθεση και συνεπώς υφίσταται εν προκειμένω πραγματική ολική απώλεια αυτού, υπό την έννοια του άρθρου 57 του Μ.Ι.Α. 1906, καθώς επίσης ότι η βλάβη του εν λόγω φορτίου, κατά την εκτέλεση της μεταφοράς, εμπίπτει στους ασφαλισμένους κινδύνους, εν τέλει απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της, κατ’ αποδοχή ισχυρισμού (ένστασης) της εναγομένης ότι εν προκειμένω συνέτρεχε νόμιμος λόγος απαλλαγής της τελευταίας (εναγομένης) από τις υποχρεώσεις της εκ της επίδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα η ενάγουσα – ασφαλισμένη δεν συμμορφώθηκε σε συνομολογηθέντα δια της συμβάσεως ασφαλίσεως όρο («warranty») περί προηγούμενης κοινοποίησης στην εναγομένη, εγγράφως, όλων των στοιχείων της φόρτωσης, το αργότερο μέσα σε 24 ώρες από τη στιγμή που η ασφαλιζόμενη ενάγουσα εταιρεία έλαβε γνώση της πραγματοποίησής της (ένδικης μεταφοράς), με τη σαφώς υπονοούμενη παραδοχή ότι η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε στα πλαίσια εισαγωγής του εμπορεύματος στην Ελλάδα από τον Καναδά, αφού παράλληλα δέχθηκε ότι κατά την εξαγωγή του εν λόγω προϊόντος, η ενάγουσα προέβη στην αναγκαία γνωστοποίηση προς την εναγομένη της εν λόγω φορτώσεως. Τέλος, προέβη σε συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ). Την απόφαση αυτή πλήττει με την ένδικη έφεσή της η ενάγουσα εταιρεία ως έχουσα έννομο συμφέρον προς τούτο, όπως προκύπτει από το διατακτικό αυτής (εκκαλουμένης αποφάσεως) με τους τρεις λόγους έφεσης που εκτιμώμενοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, μόνον καθό μέρος έγινε δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η ανωτέρω ένσταση της εναγομένης, χωρίς δηλαδή να πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως ότι υφίσταται εν προκειμένω πραγματική ολική απώλεια αυτού, υπό την έννοια του άρθρου 57 του Μ.Ι.Α. 1906, ότι η βλάβη του εν λόγω φορτίου, κατά την εκτέλεση της μεταφοράς, εμπίπτει στους ασφαλισμένους κινδύνους ήτοι έχει ως έγγιστα προκληθεί (proximately caused) εκ τινός ασφαλισθέντος κινδύνου και την σαφώς υπονοούμενη παραδοχή της εκκαλουμένης αποφάσεως ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε στα πλαίσια εισαγωγής του ενδίκου εμπορεύματος στην Ελλάδα. Ειδικότερα, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθό μέρος δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την ένστασης της εναγομένης ότι εν προκειμένω συνέτρεχε νόμιμος λόγος απαλλαγής αυτής από τις υποχρεώσεις της, εκ της επίδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, διότι η ενάγουσα – ασφαλισμένη δεν συμμορφώθηκε σε συνομολογηθέντα δια της συμβάσεως ασφαλίσεως όρο («warranty») περί προηγούμενης κοινοποίησης στην εναγομένη, εγγράφως, όλων των στοιχείων της φόρτωσης, το αργότερο μέσα σε 24 ώρες από τη στιγμή που η ασφαλιζόμενη ενάγουσα εταιρεία έλαβε γνώση της πραγματοποίησής της (ένδικης μεταφοράς), ενώ έπρεπε να απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό κατά πρώτον, διότι ο παραβιασθείς κατά την εκκαλουμένη απόφαση όρος δεν είχε συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων αλλά είχε τεθεί μονομερώς και αυθαιρέτως από την εναγομένη γεγονός που διέλαθε της προσοχής της ενάγουσας (με τον πρώτο λόγο έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος του), κατά δεύτερον συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση μη εφαρμογής του όρου αυτού και δη σιωπηρή παραίτηση της εναγομένης από την επίκληση της παραβίασης του ανωτέρω όρου (με τον πρώτο λόγο έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του και τον δεύτερο λόγο έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος του) και κατά τρίτον διότι η εναγομένη διατήρησε τον ανωτέρω όρο στο ανωτέρω ασφαλιστήριο και περαιτέρω επικαλέσθηκε αυτόν προς απαλλαγή της κατά παράβαση της καθιερούμενης με το άρθρο 17 του ΜΙΑ 1906 υπέρτατης καλής πίστης και του θεσμού του estopel (με τον πρώτο λόγο έφεσης κατά το τρίτο σκέλος του και τον δεύτερο λόγο έφεσης κατά το τρίτο σκέλος του) καθώς επίσης καθό μέρος δέχθηκε ότι η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί ότι προ της φορτώσεως του εν λόγω εμπορεύματος προκειμένου για την εξαγωγή του στον Καναδά η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη (με τον τρίτο λόγο έφεσης) και για κακή εφαρμογή του νόμου και δη των διατάξεων του αγγλικού δικαίου για την καλή πίστη αφού εσφαλμένα εφάρμοσε το ελληνικό δίκαιο και δη το άρθρο 288 ΑΚ (με τον δεύτερο λόγο έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του). Ζήτησε δε, γενομένης δεκτής της ένδικης εφέσεως να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή και να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη.
ΙΙΙ. [Β] Στο αγγλικό δίκαιο οι συμβάσεις θαλάσσιας ασφαλίσεως διέπονται καταρχήν από τον Νόμο για τις Θαλάσσιες Ασφαλίσεις του 1906 (Marine Insurance Act 1906, εφεξής MIA 1906) και τον Ασφαλιστικό Νόμο του 2015 (Insurance Act 2015), που τέθηκε σε ισχύ την 12 Αυγούστου 2016. Ενώ ο ΜΙΑ 1906 συνιστά κατά κύριο λόγο κωδικοποιητικό νομοθέτημα, ο Insurance Act 2015 αποτελεί, τροποποιώντας ή καταργώντας διατάξεις του ΜΙΑ 1906, τροποποιητικό νομοθέτημα ιδίως ως προς τρία βασικά ζητήματα της θαλάσσιας ασφαλίσεως. ήτοι ως προς το καθήκον δίκαιης παρουσιάσεως του προς ασφάλιση κινδύνου, τη ρύθμιση της απατηλής απαιτήσεως και τις έννομες συνέπειες αθετήσεως εγγυήσεων και λοιπών συμβατικών όρων. Επισημαίνεται ότι πέραν των τροποποιήσεων δυνάμει του Insurance Act 2015. ο οποίος εφαρμόζεται στις συμβάσεις ασφαλίσεως που συνάπτονται στο πλαίσιο επαγγελματικής (εμπορικής) δραστηριότητας του ασφαλισμένου, ορισμένες διατάξεις του ΜΙΑ 1906 έχουν τροποποιηθεί ή καταργηθεί δυνάμει του Νόμου περί Ασφαλίσεως Καταναλωτή (Ανακοινώσεις και Δηλώσεις) του 2012 (Consumer Insurance [Disclosure and Representations] Act 2012), o οποίος αφορά καταναλωτικές συμβάσεις. Συμπληρωματική πηγή του δικαίου της θαλάσσιας ασφαλίσεως αποτελεί το κοινοδίκαιο (common law), το οποίο διαμορφώθηκε κυρίως μετά τον 11ο αιώνα από τα αγγλικά δικαστήρια του κοινοδικαίου (common law courts) βάσει εθίμων και γενικών αρχών, ενσωματώνεται στη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων με βάση τις προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις και χρησιμοποιείται ως δικαστικό προηγούμενο (judicial precedent) ή εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από το γραπτό δίκαιο. Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι συναλλακτικές συνήθειες (practice), που διαμορφώνονται από το έθιμο (custom) και τις εμπορικές συνήθειες που ισχύουν σε συγκεκριμένους κλάδους εμπορίου (usages of trade), οι οποίες ρυθμίζουν πλειονότητα θεμάτων, για τα οποία δεν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη. Απόρροια των συναλλακτικών συνηθειών είναι σε μεγάλο βαθμό τα τυποποιημένα ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία έχουν καταρτίσει οι διάφορες ενώσεις ασφαλιστών του Λονδίνου (ως το Institute of London Underwriters – I.L.U.). Επισημαίνεται, επίσης, ότι στο αγγλικό δίκαιο των συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων ασφαλίσεως, εφαρμόζονται ορισμένοι κανόνες του δικαίου της επιείκειας (equity). Πρόκειται για σύστημα κανόνων δικαίου, το οποίο διαμορφώθηκε μεταξύ του 16ου και 19ου αιώνος, έλκον την καταγωγή του από το Ειδικό Αγγλικό Δικαστήριο ή Δικαστήριο της Καγκελαρίας (Chancery Court), το οποίο αποβλέπει στην απονομή της δικαιοσύνης κατά το «φυσικό δίκαιο», στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν εξασφαλίζεται ικανοποιητική λύση κατά το γραπτό δίκαιο και το κοινοδίκαιο, τείνει δηλαδή να απαλύνει τις πολλές φορές εξαιρετικά τυπολατρικές, αυστηρές, ανεπιεικείς και ανελαστικές λύσεις του γραπτού δικαίου ή του κοινοδικαίου. Οι διατάξεις του Μ.Ι.Α. 1906 έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ασφάλισης πλοίων ή πλωτών ναυπηγημάτων ή θαλάσσιων μέσων, αδιακρίτως μεγέθους, τύπου και προορισμού, περιλαμβανομένων και των θαλαμηγών πλοίων και των σκαφών αναψυχής. Η ασφάλιση, σχεδόν κατά κανόνα, παρέχεται με βάση ειδικούς όρους που περιλαμβάνονται στις «Ρήτρες του Ινστιτούτου της Ενώσεως των Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute of London Underwriters) (Εφ.Πειρ. 143/2015, Εφ.Πειρ. 4/2013, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), η εφαρμογή των οποίων είναι υποχρεωτική, εφόσον στη σύμβαση ασφαλίσεως γίνεται ρητή παραπομπή σ’ αυτούς, ακόμα και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, διότι θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος της συμβάσεως, οι όροι της οποίας είτε γενικοί είτε ειδικοί έχουν την ίδια νομική ισχύ και παράγουν την ίδια νομική δέσμευση (Α.Π. 1584/2011, Α.Π. 1650/2001, Εφ.Πειρ. 566/2007, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, βλ. και Χ. Στυλιανέα, Θαλάσσιοι κίνδυνοι και ζημία εν θαλάσση (Στη Ναυτική Ασφάλιση), σε ΕλλΔνη 1992, 725 επομ. (727)]. Στο άρθρο 1 του Μ.Ι.Α. 1906, ορίζεται ότι συμβόλαιο ναυτικής ασφαλίσεως είναι η γραπτή σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο ασφαλιστής αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο κατά τρόπο και στην έκταση που με αυτή συμφωνούνται εναντίον κινδύνων θαλάσσης, δηλαδή των συναφών προς τη θαλάσσια περιπέτεια κινδύνων. Από το νομοθετικό αυτό ορισμό, προκύπτει ότι, προϋπόθεση της ασφαλιστικής καλύψεως είναι η ύπαρξη θαλάσσιων κινδύνων, στους οποίους εκτίθεται το ασφαλισμένο σκάφος και ότι κύριος σκοπός της ναυτασφαλιστικής συμβάσεως είναι η παροχή, εκ μέρους του αναλαμβάνοντος τον κίνδυνο ασφαλιστή, αποζημιώσεως στον ασφαλισμένο για ζημίες που προκλήθηκαν εξαιτίας των κινδύνων αυτών υπό τους όρους και κατά την έκταση που έχουν συμφωνηθεί (Εφ.Πειρ. 204/2015, Εφ.Πειρ. 858/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Βέβαια, το περιεχόμενο κάθε σύμβασης προσδιορίζεται από το ασφαλιστήριο, στο οποίο ενσωματώνεται η ασφαλιστική συμφωνία, καθώς και από τα παραρτήματά του [Φ. Χ. Χριστοδούλου, Αγγλικό δίκαιο της θαλασσίας ασφαλίσεως, σε Ε.Εμπ.Δ. 1988, 154 επομ. (156)], αφού το συμβόλαιο της θαλάσσιας ασφάλισης δια των ρητών όρων του ή δυνάμει του εθίμου του εμπορίου, δύναται να επεκταθεί ούτως ώστε να προστατεύει τον ασφαλισμένο κατά ζημιών ή απωλειών εις ενδότερα ύδατα ή επί οιουδήποτε κινδύνου ξηράς, ο οποίος έχει κάποια εξάρτηση από το θαλάσσιο ταξίδι (άρθρο 5 παρ.1 του ΜΙΑ 1906). Όμως, στον ως άνω ορισμό της έννοιας της ασφαλιστικής συμβάσεως του άρθρου 1 του εν λόγω νομοθετικού κειμένου, περιγράφονται τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της, από τα οποία προκύπτει η νομική της φύση κατά το αγγλικό δίκαιο. Πρόκειται λοιπόν για σύμβαση ενοχική και συναινετική, αφού δημιουργεί έννομη σχέση μεταξύ προσώπων, που με τη συμφωνία τους αναλαμβάνουν υποχρεώσεις υποσχετικού χαρακτήρα, αμφοτεροβαρή, μιας και οι υποχρεώσεις αυτές είναι αμφίπλευρες και διαρκείς, επειδή η μεν παροχή του ασφαλιστή (ανάληψη του κινδύνου) εκτείνεται χρονικώς σε όλη τη διάρκεια της ασφαλίσεως, η δε παροχή του ασφαλισμένου (καταβολή ασφαλίστρου) αφορά ολόκληρη τη διάρκεια της ασφαλίσεως, ακόμα και αν το ασφάλιστρο καταβάλλεται εφάπαξ. Ασφαλιστικό συμφέρον έχει κάθε πρόσωπο που έχει συμφέρον στη ναυτική περιπέτεια. Ένα πρόσωπο έχει συμφέρον στη ναυτική περιπέτεια, όταν τελεί σε οποιαδήποτε έννομη ή πραγματική σχέση με την περιπέτεια ή με οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, που εκτίθεται σε κίνδυνο κατ’ αυτήν, και εκ του γεγονότος αυτού, αυτός δύναται να ωφεληθεί από την ασφάλεια ή προσήκουσα άφιξη του ασφαλισμένου περιουσιακού στοιχείου ή δύναται να ζημιωθεί από την απώλεια, ζημία ή δέσμευση του ή δύναται να γεννηθεί στο πρόσωπο του ευθύνη σε σχέση με αυτό (ορισμός ασφαλιστικού συμφέροντος – άρθρο 5 §§ 1, 2 του Μ.Ι.Α. 1906). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Μ.Ι.Α. 1906 προσδιορίζεται η ασφαλίσιμη αξία, υπό την αίρεση οιαδήποτε προβλέψεως ρητής ή αποτιμήσεως στο ασφαλιστήριο. Περαιτέρω, το ασφαλιστήριο δύναται να είναι αποτιμημένο ή μη αποτιμημένο. Αποτιμημένο είναι το ασφαλιστήριο, το οποίο προσδιορίζει τη συμφωνημένη αξία του ασφαλισμένου πράγματος, ενώ με την επιφύλαξη των διατάξεων του ανωτέρω νόμου και εν απουσία απάτης η προσδιορισμένη με το ασφαλιστήριο αξία αποτελεί πλήρη απόδειξη μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου της ασφαλιστέας αξίας του πράγματος, για το οποίο σκοπείται η ασφάλιση, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται περί ολικής ή μερικής απώλειας (αποτιμημένο ασφαλιστήριο – άρθρο 27 του Μ.Ι.Α. 1906). Επιπλέον, το ασφαλιστήριο πρέπει να προσδιορίζει: α) το όνομα του ασφαλιζομένου ή κάποιου προσώπου, το οποίο πραγματοποιεί την ασφάλιση για λογαριασμό του, β) το αντικείμενο της ασφαλίσεως και τον καλυπτόμενο κίνδυνο, γ) το ταξίδι ή τη χρονική περίοδο ή και αμφότερα, αναλόγως της περιπτώσεως, που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, δ) το ασφαλιζόμενο ή τα ασφαλιζόμενα ποσά και ε) το όνομα ή τα ονόματα των ασφαλιστών (τι πρέπει να προσδιορίζει το ασφαλιστήριο – άρθρο 23 του Μ.Ι.Α. 1906).
Κατά το αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης, εφόσον η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει καθ’ ον χρόνο είναι ενεργή η ασφαλιστική κάλυψη, ο ασφαλιστής ευθύνεται να αποκαταστήσει οποιαδήποτε ζημία συνδέεται αιτιωδώς με τον ασφαλισμένο κίνδυνο (άρθρο 55 ΜΙΑ 1906: … the insurer is liable for any loss proximately caused by a peril insured against…). Προκειμένου να γεννηθεί αξίωση αποζημιώσεως εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως πρέπει να αποδειχθεί ότι η ζημία προκλήθηκε, ως έγγιστα, από κάποιον ασφαλισθέντα κίνδυνο. Η αρχή αυτή εκφράζεται στο γνωστό νομικό απόφθεγμα “causa proxima non remota spectatur” (πρέπει να αναζητείται η εγγύτερη αιτία και όχι η απώτερη τοιαύτη) και αποτυπώνεται στη διάταξη του άρθρου 55 (1) ΜΙΑ 1906, φέροντος τον τίτλο “Καλυπτόμεναι και Εξαιρούμεναι Ζημίαι” σύμφωνα με την οποία, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του Νόμου και εκτός εάν το ασφαλιστήριο ορίζει άλλως, ο ασφαλιστής ευθύνεται δι` απώλεια ή ζημία, η οποία έχει ως έγγιστα προκληθεί (proximately caused) εκ τινός ασφαλισθέντος κινδύνου. Συνεπώς, για την θεμελίωση της ευθύνης του ασφαλιστή σε περίπτωση απώλειας ή ζημίας του ασφαλισμένου πράγματος, πρέπει να υφίσταται μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος, δηλαδή του επελθόντος κινδύνου – ο οποίος πρέπει να αποτελεί ασφαλισμένο δια του ασφαλιστηρίου κίνδυνο – και της επελθούσης απώλειας ή προξενηθείσης ζημίας του ασφαλισμένου πράγματος, αιτιώδης σύνδεσμος, ήτοι η ζημία να είναι άμεσο αποτέλεσμα της εγγύτερης προς αυτήν αιτίας. Ως εγγύτερη δε αιτία θεωρείται όχι η χρονικώς τελευταία, αλλά εκείνη που είναι πρόσφορη και επικρατέστερη για την επέλευση του αποτελέσματος (Predominant in efficiency). Γενικώς, όπου ο κίνδυνος περιγράφει μία αιτία, ως επί θαλασσίων κινδύνων (Perils of the sea), εναπόκειται στον ασφαλισμένο να αποδείξει ότι η απώλεια ή η ζημία, η αξιούμενη βάσει ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οφείλετο σε ένα ασφαλισμένο κίνδυνο. Εάν ο ασφαλισμένος προβάλλει επαρκή αποδεικτικά μέσα για να αποδείξει ότι η απώλεια ή η ζημία πιθανόν προκλήθηκε από ασφαλισμένο κίνδυνο, αλλά ο ασφαλιστής διατυπώνει μια εναλλακτική θεωρία ως προς την αιτία, το ζήτημα θα αποφασισθεί βάσει των πιθανοτήτων και για να επιτύχει ο διάδικος, ο οποίος φέρει το βάρος της αποδείξεως, πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει μία υπερέχουσα πιθανότητα (Preponderance of propability), η οποία στηρίζει την υπόθεση του. Αυτός δεν οφείλει να αποκλείσει όλες τις πιθανότητες των ισχυρισμών της άλλης πλευράς, απλώς πρέπει να αποδείξει ότι η δική του περίπτωση στηρίζεται σε μία υπερέχουσα πιθανότητα (ΕφΠειρ 350/2018, ΕφΠειρ 358/2007 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, όπου και παραπομπές σε αγγλική νομολογία και βιβλιογραφία).
Περαιτέρω, το αγγλικό δίκαιο, για την αντιμετώπιση των συνεπειών μη συμμορφώσεως του ασφαλισμένου σε όρους της συμβάσεως ή αθετήσεώς τους έχει αναπτύξει την έννοια της «warranty». Ο όρος αυτός αποδίδεται συνήθως στα ελληνικά ως “εγγύηση”, στο δίκαιο της ναυτασφαλίσεως όμως έχει ειδική σημασία. Εγγύηση σημαίνει τη συμβατική δέσμευση, με βάση την οποία ο ασφαλισμένος είτε αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμβεί ή να μη συμβεί ένα συγκεκριμένο γεγονός ή να πληρωθεί ένας όρος, είτε βεβαιώνει ή αρνείται την ύπαρξη ορισμένων γεγονότων. Επομένως, η λέξη “εγγύηση” (‘warranty’) στις συμβάσεις θαλάσσιας ασφαλίσεως πρέπει να διακρίνεται από την ίδια λέξη, όπως αυτή χρησιμοποιείται σε άλλες συμβάσεις. Προσεγγίζει περισσότερο στην έννοια του “όρου” κατά το γενικό δίκαιο των συμβάσεων. Έτσι, η εγγύηση στο αγγλικό δίκαιο της θαλάσσιας ασφαλίσεως μπορεί να σημαίνει τη δεσμευτική διαβεβαίωση ότι το ασφαλισθέν πλοίο απέπλευσε μια συγκεκριμένη ημέρα ή ότι όλα ήταν εντάξει σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ή ότι το πλοίο θα αποπλεύσει μια ορισμένη ή πριν από μια ορισμένη ημέρα ή ότι θα αναχωρήσει με συνοδεία σε καιρό πολέμου κ.λ.π. Αυτού του είδους η δέσμευση (“εγγύηση”) δύναται να είναι ρητή ή σιωπηρή. Η ρητή εγγύηση δεν αποκλείει την ύπαρξη άλλης σιωπηρής, εκτός αν είναι ασύμβατες μεταξύ τους. Η ρητή εγγύηση αποτυπώνεται στο ασφαλιστήριο ή περιλαμβάνεται σε άλλο έγγραφο που ενσωματώνεται στο ασφαλιστήριο δυνάμει παραπομπής από αυτό. Η εγγύηση είναι σιωπηρή όταν πρόκειται για όρο υπονοούμενο εκ του νόμου, όπως, για παράδειγμα, η εγγύηση σε ασφαλιστήριο ταξιδιού (voyage policy) ότι το πλοίο είναι αξιόπλοο κατά την έναρξη του ταξιδιού. Το βασικό χαρακτηριστικό της εγγυήσεως στο αγγλικό δίκαιο της θαλάσσιας ασφαλίσεως είναι ότι αποτελεί όρο, προς τον οποίο θα πρέπει να ακολουθήσει απόλυτη συμμόρφωση, είτε είναι ουσιώδης για τον ασφαλισθέντα κίνδυνο, είτε όχι. Σε περίπτωση μη συμμορφώσεως, υπό την επιφύλαξη αντίθετης ρητής διατάξεως στο ασφαλιστήριο ή παραιτήσεως του ασφαλιστή από την επίκληση της παραβιάσεως, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την ευθύνη του από την ημέρα της παραβιάσεως της εγγυήσεως, όχι όμως και από οποιαδήποτε ευθύνη ως εκείνη την ημέρα. Η απαλλαγή από την ευθύνη είναι αυτόματη και δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε δήλωση του ασφαλιστή περί λύσεως ή καταγγελίας της ασφαλιστικής συμβάσεως. Επιπλέον, ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να προβάλει προς υπεράσπισή του τον ισχυρισμό ότι αποκατέστησε την παραβίαση και συμμορφώθηκε προς την εγγύηση πριν από την επέλευση της ζημίας. Γενικός κανόνας είναι ότι τίποτε δεν δικαιολογεί τη μη συμμόρφωση προς ρητή εγγύηση. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι καμία αιτία, οσονδήποτε επαρκής, κανένα κίνητρο, οσονδήποτε αγαθό, καμία ανάγκη, οσονδήποτε αναπόφευκτη, δεν δικαιολογεί μη συμμόρφωση προς ρητή εγγύηση, πέραν των νομίμως προβλεφθέντων εξαιρέσεων. Οι ως άνω ρυθμίσεις προβλέπονταν ιδίως στα άρθρα 33-36 του ΜΙΑ 1906, η μετάφραση των οποίων έχει ως εξής: Άρθρο 33.- Φύση συμβατικής εγγυήσεως. (1) Συμβατική εγγύηση, στα επόμενα άρθρα που σχετίζονται με τις συμβατικές εγγυήσεις, είναι ένας υποσχετικός όρος, με τον οποίο ο ασφαλισμένος υπόσχεται ότι ένα συγκεκριμένο γεγονός θα γίνει ή δεν θα γίνει ή ότι συγκεκριμένες περιστάσεις θα πληρούνται, ή με την οποία επιβεβαιώνει ή αρνείται την ύπαρξη συγκεκριμένων γεγονότων. (2) Η συμβατική εγγύηση δύναται να είναι ρητή ή σιωπηρή. (3) Η συμβατική εγγύηση, όπως ορίζεται παραπάνω, είναι μία κατάσταση που πρέπει να τηρείται επακριβώς είτε σχετίζεται με τον κίνδυνο είτε όχι. Αν δεν τηρείται, τότε, με την επιφύλαξη ρητής προβλέψεως στην ασφαλιστική σύμβαση, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την ευθύνη του από την ημερομηνία της παραβιάσεως της συμβατικής εγγυήσεως, αλλά με την επιφύλαξη της ευθύνης του για όσα πραγματοποιήθηκαν από αυτόν (τον ασφαλιστή) πριν από αυτή την ημερομηνία. Άρθρο 34.- Πότε δικαιολογείται η παραβίαση συμβατικής εγγυήσεως. (1) Μη συμμόρφωση προς μια εγγύηση δικαιολογείται όταν, λόγω αλλαγής των συνθηκών, η εγγύηση παύει να είναι εφαρμοστέα στις συνθήκες της συμβάσεως ή όταν η συμμόρφωση προς την εγγύηση καθίσταται παράνομη δυνάμει οποιουδήποτε μεταγενέστερου νόμου. (2) Όταν μια συμβατική εγγύηση παραβιάζεται, ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να προβάλει την άμυνα ότι η παραβίαση αποκαταστάθηκε και έλαβε χώρα συμμόρφωση προς την εγγύηση πριν από τη ζημία. (3) Ο ασφαλιστής μπορεί να παραιτηθεί από την επίκληση παραβιάσεως της εγγυήσεως. Άρθρο 35.- Ρητές συμβατικές εγγυήσεις. (1) Μία ρητή συμβατική εγγύηση δύναται να εκφράζεται με κάθε μορφή λέξεων από τις οποίες συνάγεται η πρόθεση ως προς το περιεχόμενο της συμβατικής εγγύησης. (2) Μία ρητή συμβατική εγγύηση δύναται να περιλαμβάνεται ή να αποτυπώνεται στην ασφαλιστική σύμβαση ή πρέπει να περιλαμβάνεται σε κάποιο έγγραφο στο οποίο παραπέμπει η ασφαλιστική σύμβαση. (3) Μία ρητή συμβατική εγγύηση δεν αποκλείει μία σιωπηρή συμβατική εγγύηση, εκτός κι αν έχει ασύμβατο περιεχόμενο ως προς την ρητή συμβατική εγγύηση. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις τροποποιήθηκαν δυνάμει των άρθρων 9 και 10 του Insurance Act 2015, οι οποίες έχουν σε μετάφραση ως εξής: Άρθρο 9 – Εγγυήσεις και δηλώσεις. (1) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε δηλώσεις που γίνονται από τον ασφαλισμένο σε σχέση με (α) μία προτεινόμενη μη καταναλωτική ασφαλιστική σύμβαση, ή (β) μία προτεινόμενη τροποποίηση σε μία μη καταναλωτική ασφαλιστική σύμβαση. (2) Τέτοια δήλωση δεν δύναται να μετατραπεί σε εγγύηση δυνάμει οποιοσδήποτε διατάξεως της μη καταναλωτικής ασφαλιστικής συμβάσεως (ή των όρων της τροποποιήσεως), ή οποιοσδήποτε άλλης συμβάσεως (και ούτε δηλώνοντας ότι η δήλωση αυτή αποτελεί τη βάση της συμβάσεως ή άλλως). Άρθρο 10 – Αθέτηση της εγγυήσεως. (1) Οποιοσδήποτε κανόνας δικαίου κατά τον οποίο η αθέτηση εγγυήσεως (ρητής ή σιωπηρής) σε σύμβαση ασφαλίσεως συνεπάγεται την απαλλαγή του ασφαλιστή από την ευθύνη του κατά τη σύμβαση καταργείται. (2) Ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται κατά τη σύμβαση ασφαλίσεως σε σχέση με οποιαδήποτε απώλεια προκύπτει, ή οφείλεται σε γεγονός που συμβαίνει, μετά την αθέτηση συμβατικής εγγυήσεως (ρητής ή σιωπηρής) αλλά πριν από την αποκατάσταση της αθετήσεως. (3) Πλην όμως, η παράγραφος (2) δεν εφαρμόζεται αν – (α) εξαιτίας αλλαγής των περιστάσεων, η εγγύηση παύει να είναι εφαρμοστέα στις περιστάσεις της συμβάσεως, (β) η συμμόρφωση προς την εγγύηση καθίσταται παράνομη δυνάμει μεταγενέστερου νόμου, ή (γ) ο ασφαλιστής παραιτείται από την αθέτηση της εγγυήσεως. (4) Η παράγραφος (2) δεν επηρεάζει την ευθύνη του ασφαλιστή σε σχέση με απώλειες που προκύπτουν, ή οφείλονται σε γεγονός που συμβαίνει – (α) πριν από την αθέτηση της εγγυήσεως, ή (β) αν η αθέτηση είναι αποκαταστάσιμη, μετά την αποκατάστασή της. (5) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η αθέτηση μίας εγγυήσεως τεκμαίρεται ως αποκατασταθείσα – (α) σε περίπτωση που εμπίπτει στην παράγραφο (6), αν ο κίνδυνος με τον οποίο συνδέεται η εγγύηση καθίσταται αργότερα ο ίδιος κατ’ ουσία με αυτόν που είχαν αρχικώς υπολογίσει τα μέρη, (β) σε κάθε άλλη περίπτωση, αν ο ασφαλισμένος παύει να αθετεί την εγγύηση. (6) Στην παρούσα παράγραφο εμπίπτει μία περίπτωση αν – (α) η εν λόγω εγγύηση απαιτεί ότι εντός προσδιορίσιμου χρόνου κάτι θα συμβεί (ή δεν θα συμβεί), ή θα πληρωθεί μία αίρεση, ή κάτι θα είναι γεγονός (ή δεν θα είναι γεγονός), και (β) αυτή η προϋπόθεση δεν έχει ακόμη πληρωθεί. (7) Στον Νόμο περί Θαλάσσιας Ασφαλίσεως του 1906 – (α) στο άρθρο 33 (φύση της εγγυήσεως), στην παράγραφο (3), το δεύτερο εδάφιο καταργείται, (β) το άρθρο 34 (δικαιολογημένη αθέτηση εγγυήσεως) καταργείται. Το άρθρο 9 του Insurance Act 2015 καταργεί επί της ουσίας τον «βασικό όρο» (basis of contract clause), ο οποίος συνίστατο συνήθως σε δήλωση του ασφαλισμένου ότι τα γεγονότα και οι δηλώσεις που περιέχονται στην πρόταση ασφαλίσεως αποτελούν τη βάση (δικαιοπρακτικό θεμέλιο) της ασφαλιστικής συμβάσεως- εγγυόταν, δηλαδή, ο ασφαλισμένος την ακρίβεια των όσων δήλωνε στην πρόταση ασφαλίσεως, έτσι ώστε αν κάποια από αυτές τις δηλώσεις αποδεικνυόταν ανακριβής, τεκμαιρόταν αθέτηση της εγγυήσεως από τον ασφαλισμένο και συνακόλουθα απαλλαγή του ασφαλιστή από την ευθύνη του, ακόμη και αν η ανακριβής δήλωση δεν τελούσε σε ουσιώδη σχέση με τον ασφαλιστικό κίνδυνο. Κατά το ως άνω άρθρο 9, οι δηλώσεις στις οποίες προβαίνει ο ασφαλισμένος στο πλαίσιο προτάσεως συνάψεως ή τροποποιήσεως ασφαλιστικής συμβάσεως δεν δύνανται να μετατραπούν σε εγγυήσεις. Ασφαλώς, αν ο ασφαλισμένος προβεί σε ουσιώδη αναληθή δήλωση κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως, παραβιάζοντας το καθήκον της δίκαιης παρουσιάσεως, ο ασφαλιστής διαθέτει τα προαναφερθέντα υπό I δικαιώματα. Σε κάθε περίπτωση, ο ασφαλισμένος νομιμοποιείται να επιλέξει την εισαγωγή εγγυήσεων στην ασφαλιστική σύμβαση. Υπό αυτήν την έννοια, ο Insurance Act 2015 δεν καταργεί τις εγγυήσεις, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 33(1) του MIA 1906, αλλά περιορίζει τις συνέπειες αθετήσεώς τους από τον ασφαλισμένο. Ενώ, δηλαδή, υπό το προηγούμενο καθεστώς η αθέτηση της εγγυήσεως επέφερε άμεση απαλλαγή του ασφαλιστή από την ευθύνη του, υπό το νέο καθεστώς ο ασφαλιστής καταρχήν δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε απώλεια προκύπτει ή αποδίδεται σε γεγονός που συμβαίνει μετά την αθέτηση ρητής ή σιωπηρής εγγυήσεως από τον ασφαλισμένο και πριν από την αποκατάστασή της (άρθρο 10(2) Insurance Act 2015). Στον ως άνω κανόνα εισάγονται, όμως, τρεις εξαιρέσεις κατά το άρθρο 10(3) Insurance Act 2015: α) αλλαγή των συνθηκών, σε τέτοιο βαθμό που η εγγύηση να μην εφαρμόζεται πλέον στις περιστάσεις της συμβάσεως, β) κήρυξη της συμμορφώσεως με την εγγύηση παράνομης δυνάμει μεταγενέστερου της ασφαλιστικής συμβάσεως νόμου και γ) παραίτηση του ασφαλιστή από τα δικαιώματα που αποκτά σε περίπτωση αθετήσεώς της εγγυήσεως από τον ασφαλισμένο. Παραίτηση ενός μέρους (εν προκειμένω του ασφαλιστή) από τα δικαιώματά του στο εν λόγω πλαίσιο συντρέχει, σύμφωνα με την ad hoc απόφαση The Kanchenjunga [The Kanchenjunga [1990] 1 Lloyd’s Rep 391 (House of Lords)] όταν το μέρος αυτό άνευ αμφιβολίας εγκαταλείπει ή παραιτείται συμβατικού του δικαιώματος, όπως εν προκειμένω του δικαιώματος του να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω αθετήσεως της εγγυήσεως από τον ασφαλισμένο.
Τέλος, τo estoppel αποτελεί διαμόρφωση του δικαίου της επιείκειας και αποσκοπεί στο να εμποδίσει ένα συμβαλλόμενο μέρος να ανακαλέσει υπόσχεση, που έχει δώσει στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, το οποίο έχει βασιστεί σε αυτήν εις βάρος του. Προσομοιάζει, δηλαδή, με την ένσταση του ελληνικού δικαίου για καταχρηστική ή αντιφατική συμπεριφορά (venire contra factum proprium). Ορισμός του estoppel δίνεται στην απόφαση Maclaine ν Gatty [Maclaine v Gatty [1921] 1 AC 376, 386. Για τον θεσμό του estoppel βλ. κυρίως Ewan McKendrick, ό.π., paras 5.22-5.28. Βλ. και Β. Soyer, Warranties in Marine Insurance, Cavendish Publishing Limited, London/Sydney, σ. 215-218.]. ‘‘όταν ο A δυνάμει των δηλώσεων του ή της συμπεριφοράς του επιβεβαίωσε την πεποίθηση του Β περί της συνδρομής ορισμένων περιστατικών, και ο Β ενήργησε σύμφωνα με την πεποίθηση αυτή εις βάρος των ίδιων συμφερόντων του, δεν επιτρέπεται ο Α να επικαλεστεί εκ των υστέρων εις βάρος του Β τη συνδρομή διαφορετικών περιστατικών”. Η επίκληση του θεσμού του estoppel, που αποτελεί μέσο άμυνας και όχι επιθέσεως, δηλαδή περιγράφεται ως ασπίδα και όχι ως ξίφος (as a shield but not as a sword), προϋποθέτει την ύπαρξη υφιστάμενης έννομης σχέσεως μεταξύ των μερών. To estoppel, δηλαδή, δεν δύναται να θεμελιώσει αξίωση, αλλά αποτελεί μέσο άμυνας εναντίον προβαλλόμενης αξιώσεως: εμποδίζει, δηλαδή, το πρόσωπο, που προέβη σε υπόσχεση ή δημιούργησε με τις δηλώσεις ή τις πράξεις του ή τις παραλείψεις του την εντύπωση σε τρίτο πρόσωπο ότι δεν θα ασκήσει ορισμένο δικαίωμά του, να υπαναχωρήσει από την υπόσχεση αυτή. Εν πολλοίς, το estoppel συνίσταται στην αρχή, σύμφωνα με την οποία, όταν ένα πρόσωπο με πλήρη γνώση των γεγονότων ενήργησε ή συμπεριφέρθηκε κατά ένα ορισμένο τρόπο ή πρόβαλε μια συγκεκριμένη διεκδίκηση, τίτλο ή δικαίωμα, δεν μπορεί μεταγενεστέρως να συμπεριφέρεται κατά τρόπο ανακόλουθο, επί ζημία εκείνου που βασίσθηκε σ’ αυτή τη συμπεριφορά. Η εν προκειμένω δικαιική αρχή απαιτεί από τα μέρη συνέπεια συμπεριφοράς, όταν από την ανακολουθία μπορεί να ανακύψει ζημία για το άλλο μέρος. Ειδικότερα, όταν ένα πρόσωπο που έχει νόμιμο δικαίωμα έναντι άλλου με σαφήνεια δηλώνει, με λέξεις ή συμπεριφορά, ότι δεν σκοπεύει να στηριχθεί σ’ αυτό, και το άλλο μέρος ενεργεί ή απέχει από ενέργεια, βασιζόμενο σ’ αυτή τη δήλωση, ο δηλών εμποδίζεται (is estopped) από το να ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά του, κατά τρόπο αντίθετο προς τη δήλωσή του αυτή, στην έκταση που αυτό δεν θα ήταν σωστό ή επιεικές (equitable). Εφαρμοζόμενη στις παραβιάσεις συμβάσεως, η έννοια του estoppel σημαίνει ότι όταν το ένα μέρος δηλώνει στο άλλο ότι θα παραβλέψει παραβίαση της συμβάσεως από το τελευταίο, δεν του επιτρέπεται αργότερα να στηριχθεί σ’ αυτή την παραβίαση, εφόσον, αν έκανε κάτι τέτοιο, θα ήταν άδικο για το άλλο μέρος. Το αγγλικό δίκαιο αναγνωρίζει διάφορα είδη estoppel : α) estoppel by representation, δηλαδή με παράσταση: όποιος προβαίνει με δηλώσεις ή πράξεις σε παράσταση γεγονότων, τα οποία ωθούν τον αντισυμβαλλόμενο να προβεί σε πράξεις εις βάρος των ίδιων συμφερόντων του, εμποδίζεται δυνάμει του estoppel να ενεργήσει αντίθετα με την παράσταση αυτή, β) promissory estoppel, δηλαδή δια υποσχέσεως: όποιος προβαίνει με δηλώσεις ή πράξεις σε σαφή παράσταση περί της μελλοντικής του συμπεριφοράς, με την πρόθεση η παράσταση αυτή να επηρεάσει τις έννομες σχέσεις του με τον αντισυμβαλλόμενό του, δεν δύναται να ενεργήσει σε αντίθεση με την παράσταση αυτή, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος, ο οποίος ενήργησε βασιζόμενος στην εν λόγω παράσταση, με αυτόν τον τρόπο ζημιώνεται, γ) proprietary estoppel, δηλαδή estoppel που αφορά εμπράγματα δικαιώματα και συνήθως σχετίζεται με την επισκευή ή τη βελτίωση ακινήτου από πρόσωπο που εσφαλμένως πιστεύει ότι είναι ο κύριος του ακινήτου, εν γνώσει του πραγματικού κυρίου του ακινήτου. To estoppel by acquiescence (ή by silence), δηλαδή διά συναινέσεως ή σιωπής (παραλείψεως), ως μία εκ των μορφών του estoppel, εμποδίζει ένα εκ των μερών της συμβάσεως να προβάλει κάποιον ισχυρισμό ή να επικαλεσθεί ορισμένο δικαίωμά του, που, ενώ είχε την ευκαιρία να το πράξει (προβολή ισχυρισμού/επίκληση δικαιώματος) εν ευθέτω χρόνο, σιώπησε ή παρέλειψε, με αποτέλεσμα η σιωπή του (άλλως η σιωπηλή συναίνεσή του) να ζημιώσει το αντισυμβαλλόμενο μέρος. Το εν λόγω μέσο άμυνας είναι πιθανότερο να ευδοκιμήσει, όταν το μέρος που σιώπησε είχε καθήκον να ομιλήσει (duty to speak). Το αν υφίσταται καθήκον του ασφαλιστή να ομιλήσει και υπό ποιες περιστάσεις, αν, δηλαδή, απαιτείται να καταστήσει τη θέση του σαφή, προκειμένου να μην εμποδιστεί (being estopped) να ασκήσει τα δικαιώματά του που απορρέουν από ορισμένη σύμβαση ασφαλίσεως κρίθηκε πρώτη φορά το 2017 από το αγγλικό Εφετείο ως obiter dictum στην υπόθεση ….. κατά …….. […….. ν …………. [2017] EWCA Civ. Η υπόθεση αφορούσε αξίωση αποζημιώσεως λόγω κλοπής της εταιρίας ……… κατά της ασφαλιστικής …….. Η ασφαλιστική αρνήθηκε να καταβάλει την αποζημίωση, καθώς η εταιρία δεν χορήγησε στον ασφαλιστή τα απαραίτητα προς τη διερεύνηση της απαιτήσεως έγγραφα, τα οποία είχε υποχρέωση να υποβάλει κατά την ασφαλιστική σύμβαση. Η …………… υποστήριξε εν πολλοίς ότι η ασφαλιστική είχε καθήκον να της επιστήσει την προσοχή στην υποχρέωση αυτή, συνεπώς δεν δικαιούτο να επικαλεσθεί την εν λόγω παράλειψη για να απαλλαγεί από την ευθύνη της. Πρωτοδίκως ο ως άνω ισχυρισμός της ……… περί καθήκοντος του ασφαλιστή να επιστήσει την προσοχή του ασφαλισμένου σε συμβατικό όρο απορρίφθηκε. Το Εφετείο επίσης απέρριψε την έφεση της …………….. αλλά για διαφορετικό λόγο, καθώς έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ζημία από κάθε κλοπή υπερέβαινε το προβλεπόμενο στο ασφαλιστήριο ποσό απαλλαγής του ασφαλιστή. Ταυτοχρόνως τοποθετήθηκε, ως obiter dictum, σχετικά με το καθήκον του ασφαλιστή να ομιλεί]. Η εν λόγω απόφαση αφορά το καθήκον του ασφαλιστή να ομιλήσει κατά τη λειτουργία της ασφαλιστικής συμβάσεως και όχι κατά το προσυμβατικό στάδιο των διαπραγματεύσεων. To Εφετείο έκρινε ότι, ενώ δεν υφίσταται γενικό καθήκον του ασφαλιστή να προειδοποιήσει τον ασφαλισμένο ως προς τη υποχρέωση τηρήσεως των ασφαλιστικών όρων, είναι δυνατόν να προκύψει προς όφελος του ασφαλισμένου μία μορφή estoppel by acquiescence, όταν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ομιλήσει, ενώ είχε καθήκον να το κάνει. Το καθήκον του ασφαλιστή να ομιλήσει δύναται να γεννηθεί αν, υπό τις περιστάσεις που είναι γνωστές στα μέρη, οποιοδήποτε συνετό πρόσωπο στη θέση του ασφαλισμένου, που επικαλείται το estoppel by acquiescence, θα περίμενε ότι το αντισυμβαλλόμενο μέρος, εν προκειμένω ο ασφαλιστής, θα ενεργούσε κατά έντιμο και υπεύθυνο τρόπο, προκειμένου να καταστήσει τη θέση του σαφή, θα επισήμαινε, δηλαδή, στον ασφαλισμένο τα πραγματικά γεγονότα, εφόσον αντιλαμβανόταν ότι αυτός έσφαλε ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Το αυτό καθήκον δύναται να θεμελιωθεί, όταν το ένα μέρος ενεργεί υπό την πεποίθηση ότι υφίσταται συμφωνία επί ορισμένου ζητήματος, ενώ το έτερο μέρος γνωρίζει ότι αυτό αμφισβητείται. Το Εφετείο διευκρίνισε ότι δεν απαιτείτο εκ μέρους του ασφαλιστή δόλος ή πρόθεση παραπλανήσεως του ασφαλισμένου, προκειμένου να μπορέσει ο τελευταίος να κάνει χρήση του estoppel by acquiescence, ούτε άλλωστε απαιτείτο η σύμβαση να χαρακτηρίζεται ως υπέρτατης καλής πίστης- πλην όμως, η φύση μίας συμβάσεως ως υπέρτατης καλής πίστης καθιστά μεγαλύτερη την πιθανότητα να κριθεί ότι τελεί ο ασφαλιστής υπό καθήκον να μιλήσει. Εν πολλοίς το δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο ασφαλιστής δεν έχει γενικό καθήκον να προειδοποιεί τον ασφαλισμένο περί της υποχρεωτικής συμμορφώσεώς του προς τους ασφαλιστικούς όρους, πλην, όμως, υφίσταται προσδοκία του ασφαλισμένου ότι ο έντιμος και υπεύθυνος ασφαλιστής θα προβεί στις απαραίτητες ενέργειες ενημερώσεώς του ως προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Επί της ουσίας το Εφετείο έκρινε παρεμπιπτόντως (obiter dictum) ότι οι ασφαλιστές δεν δύναται σε κάθε περίπτωση να σιωπούν, όταν η συμπεριφορά του ίδιου του ασφαλισμένου διακινδυνεύει την απαίτησή του [αρ.πρωτ. 367 από 1.12.2023 Γνωμοδότηση Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου].
VI. Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ΄ επικλήσεως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων σε μερικά από τα οποία ενδεικτικώς μόνο γίνεται μνεία κατωτέρω και στα οποία περιλαμβάνονται φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 § 1 περ. γ΄, 448 § 2 και 457 § 4 ΚΠολΔ, όπως η πρώτη των διατάξεων αυτών αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 § 1 του Ν. 3994/2011) και οι οποίες θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα (ΑΠ 1626/2000, Δνη 2001/711), σε συνδυασμό προς τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα εταιρεία, δραστηριοποιείται στην επεξεργασία, τυποποίηση και εμπορία προϊόντων ελιάς. Δυνάμει του υπ’ αριθ. …………/13-5-2021 ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταφορών το οποίο συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………..», η οποία μετονομάστηκε σε «…………….» και ακολούθως συγχωνεύθηκε με την εναγομένη εταιρεία, της τελευταίας υπό την αρχική επωνυμία της «………………», με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, στα πλαίσια της οποίας μεταβιβάστηκε το σύνολο του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων ζωής και ζημιών, με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του, από την απορροφώμενη στην απορροφώσα εταιρεία, η ενάγουσα ασφάλισε για ένα έτος και δη, για το χρονικό διάστημα από 13-5-2021 έως 13-5-2022, το σύνολο των μεταφορών ελιών σε άλμη επαγγελματικώς συσκευασμένων και κατάλληλων για μεταφορά, οδικώς ή δια θαλάσσης, έναντι ετήσιου ασφαλίστρου το οποίο αφού υπολογίστηκε επί του ετήσιου τζίρου της, ανήλθε στο ποσό των 1.840 ευρώ. Με το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ειδικότερα, ως αντικείμενο ασφάλισης ορίστηκε το σύνολο των μεταφορών που θα διενεργούσε η ενάγουσα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα τις εξαγωγές από τις εγκαταστάσεις της στην Ελλάδα προς χώρες του εξωτερικού (πλην των χωρών στο Appendix 1), καθώς επίσης και τις εισαγωγές αυτής από τρίτες Χώρες (σελίδα 1), επιπλέον δε και τις εντός Ελλάδος φορτώσεις για ετήσιο τζίρο έως 100.000 ευρώ (σελ. 8), ως ασφαλιστέα δε αξία ορίστηκε η τιμολογιακή αξία των εκάστοτε μεταφερόμενων εμπορευμάτων, με ανώτατο όριο ευθύνης το ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων (55.000) ευρώ ανά φόρτωση και ταυτόχρονη απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας το ποσό των εκατό (100) ευρώ ανά ζημία. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθεισών εταιρειών ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση θα διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και πρακτική σε συνδυασμό, μεταξύ άλλων, και με τις Ρήτρες του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου για φορτία της 1.1.1982 (lnstitute Cargo C1auses Α 1.1.82), οι οποίες με ρητή πρόβλεψη ενσωματώθηκαν στο κύριο σώμα του καταρτισθέντος ασφαλιστηρίου και αποτέλεσαν περιεχόμενο και αναπόσπαστο τμήμα αυτού. Σύμφωνα δε με τη ρήτρα 1 των εν λόγω lnstitute Cargo Clauses Α 1.1.82, με το ανωτέρω ασφαλιστήριο, καλύπτονται όλοι οι κίνδυνοι απώλειας ή ζημίας του αντικειμένου της ασφάλισης, πλην των προβλεπόμενων στις ρήτρες 4, 5, 6 και 7 περιπτώσεων, η δε αποζημίωση καταβάλλεται στο νόμιμο κάτοχο του ασφαλιστηρίου και της φορτωτικής (σχετ. άρθρο 17 των γενικών όρων και ρήτρα 15 των lnstitute Cargo Clauses Α 1.1.82, όπου αναγράφεται ότι η παρούσα ασφάλιση δεν θα ισχύει επ’ ωφελεία του μεταφορέα ή άλλου θεματοφύλακα). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα συνήψε με τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη εταιρεία με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στον ……., σύμβαση διεθνούς πώλησης, δυνάμει της οποίας αυτή (ενάγουσα) επώλησε στην ως άνω μη διάδικο εταιρεία, μαύρες ελιές σε άλμη, συσκευασμένες σε πενήντα χιλιάδες τετρακόσια (50.400) λευκοσιδηρά δοχεία (κονσέρβες) των 425 ml, εκ των οποίων τα δέκα επτά χιλιάδες εξακόσια σαράντα (17.640) δοχεία περιείχαν μαύρες κομμένες σε φέτες ελιές, ενώ τα υπόλοιπα τριάντα δύο χιλιάδες επτακόσια εξήντα (32.760) δοχεία περιείχαν μαύρες ελιές αποπυρηνωμένες, έναντι συνολικού τιμήματος εκ ποσού τριάντα οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και είκοσι λεπτών (38.959,20 ευρώ), για το οποίο η ενάγουσα εξέδωσε το υπ’ αριθ. ………/21-72021 τιμολόγιο. Προς εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως, η ενάγουσα συσκεύασε τα παραπάνω δοχεία σε είκοσι (20) παλέτες, κατά τρόπο ώστε σε εκάστη εξ αυτών να εμπεριέχονται δύο χιλιάδες πεντακόσια είκοσι (2.520) δοχεία, τα οποία καλύφθηκαν πλήρως ανά δωδεκάδα με σκληρό πλαστικό φιλμ, ενώ ολόκληρη η κάθε παλέτα τυλίχθηκε εκ νέου με πλαστικό φιλμ. Μάλιστα, όπως η ίδια η ενάγουσα αναφέρει στην ένδικη αγωγή της η ίδια ενημέρωσε την εναγομένη για την επικείμενη μεταφορά, αφού αναφέρει χαρακτηριστικά «Συγκεκριμένα, μετά την υπογραφή της ως άνω σύμβασης πώλησης των ελιών και ενημέρωσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας για την επικείμενη μεταφορά, ετοιμάστηκε το ζητούμενο εμπόρευμα, το οποίο, προτού φορτωθεί, συσκευάσθηκε καταλλήλως και συμφώνως προς τους παραδεδεγμένους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, ήτοι τοποθετήθηκε σε είκοσι παλέτες, με τέτοιο τρόπο, ώστε σε κάθε μία από αυτές θα βρίσκονται 2.520 δοχεία» (σελ. 1-2 ένδικης αγωγής). Οι ως άνω παλέτες φορτώθηκαν την 21-7-2021 στο υπ’ αριθ. ………… εμπορευματοκιβώτιο, προκειμένου να μεταφερθούν δια θαλάσσης στην αγοράστρια εταιρεία στον Καναδά. Η εν λόγω θαλάσσια μεταφορά ανατέθηκε στην εδρεύουσα στον Πειραιά μη διάδικο στην παρούσα δίκη ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία «…………..». Ακολούθως, το παραπάνω εμπορευματοκιβώτιο, αφού σφραγίστηκε με την υπ’ αριθ. Α ….. σφραγίδα και ελέγχθηκε από το Τελωνείο Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής, φορτώθηκε την 31-7-2021 στο πλοίο «UA» και εκδόθηκε σχετικά από την ως άνω μεταφορική εταιρεία η από 31-7-2021 φορτωτική, στην οποία αναγράφονταν ως αποστολέας η ενάγουσα εταιρεία, ως παραλήπτρια η αγοράστρια εταιρεία, ως λιμένας φόρτωσης η Θεσσαλονίκη και ως λιμένας εκφόρτωσης το λιμάνι Halifax του Καναδά. Το ανωτέρω πλοίο κατέπλευσε στο ανωτέρω λιμάνι του Καναδά την 29.8.2021 (σχετικά από 13.9.2021 προσκομιζόμενο ως σχετικό 33 από την ενάγουσα). Εν τούτοις, η αγοράστρια εταιρεία υπαναχώρησε από την ως άνω σύμβαση πώλησης, με αποτέλεσμα το φορτίο να μην παραδοθεί σε αυτήν και η ενάγουσα να ζητήσει από την ίδια ως άνω θαλάσσια μεταφορέα την άμεση επιστροφή του από τον Καναδά στις εγκαταστάσεις της. Για το λόγο τούτο το ίδιο ως άνω εμπορευματοκιβώτιο, χωρίς να αποσφραγιστεί, φορτώθηκε εκ νέου την 6-10-2021 στο πλοίο «ΖV» και εκδόθηκε σχετικά η υπ’ αριθ. …………/6-10-2021 φορτωτική, στην οποία αναγράφονταν ως αποστολέας η εταιρεία «………………», ως παραλήπτρια η ενάγουσα εταιρεία, ως λιμένας φόρτωσης το ως άνω λιμάνι Halifax του Καναδά και ως λιμένας εκφόρτωσης το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Εν τέλει, το παραπάνω πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης την 8-12-2021, υποβλήθηκε σε τελωνειακό έλεγχο, για τον οποίο εκδόθηκε η με αριθμό 21 …… διασάφηση εισαγωγής και παραλήφθηκε από την ενάγουσα εταιρεία στις εγκαταστάσεις της, στη …… …. την επομένη ημέρα, ήτοι την 9-12-2021. Κατά την αποσφράγισή του, ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι τα περισσότερα δοχεία έφεραν εξωτερικά σημάδια οξείδωσης τόσο στις δύο άκρες τους (βάση και καπάκι), όσο και στην κατακόρυφη ραφή του κορμού τους. Ακολούθως, περιέκτες του ως άνω φορτίου παραδόθηκαν την 9-3-2022 από την ενάγουσα στο πιστοποιημένο εργαστήριο «…………..», το οποίο μετά τη διενέργεια σχετικών δοκιμαστικών ελέγχων εντόπισε παρουσία σιδήρου σε ποσοστό 9,46% και σίδηρου εκφρασμένου ως οξείδιου σιδήρου σε ποσοστό 13,52%. Όπως προκύπτει από την από 3-5-2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρείας «………….», η οποία πραγματοποίησε αυτοψία στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας και εξέτασε τα δοχεία που εμπεριέχονταν στο παραπάνω φορτίο, η παραπάνω οξείδωση, η οποία εντοπίστηκε μόνο στο εξωτερικό των λευκοσιδηρών δοχείων και όχι στο εσωτερικό τους, προκλήθηκε πιθανώς λόγω αυξημένης υγρασίας στο εσωτερικό του εμπορευματοκιβωτίου, η οποία υγροποιήθηκε κατά τη μεταφορά του σε ψυχρότερη περιοχή και κατακάθισε στους περιέκτες, ενώ η όλη διαδικασία επηρέασε το σύνολο του φορτίου, ενόψει του ότι αυτό βρισκόταν σφραγισμένο μέσα στο εμπορευματοκιβώτιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι εμπεριεχόμενες στα δοχεία ελιές δεν επηρεάστηκαν από την οξείδωση, ωστόσο, σύμφωνα με την από 14-4-2022 δήλωση του ……………, Χημικού, υπηρετούντος στο Τμήμα Ποιοτικού Ελέγχου της ενάγουσας, δεν ήταν δυνατή η αξιοποίηση τους, διότι τα εν λόγω προϊόντα ήταν αποστειρωμένα και σε περίπτωση που η συσκευασία τους ανοιχτεί έστω μία φορά, δεν επιτρέπεται η εκ νέου επεξεργασία αποστείρωσης και η ανασυσκευασία τους. Τούτο δε κατά πρώτον, λόγω της μεθόδου παραγωγής των συγκεκριμένων ελιών, το τελικό προϊόν (μαύρες οξειδωμένες ελιές) έχει ιδιαίτερα υψηλό ph και συνεπώς είναι ευαίσθητο σε μικροβιολογικές αλλοιώσεις όταν εκτεθεί σε ατμοσφαιρικές συνθήκες και κατά δεύτερον διότι για την παραγωγή του εν λόγω προϊόντος πραγματοποιείται θερμική κατεργασία και δη τακτική αποστείρωση στους 125 βαθμούς C για είκοσι (20) λεπτά, διαδικασία η οποία αν επαναληφθεί, σε περίπτωση ανασυσκευασίας, θα οδηγήσει σε ολική καταστροφή του προϊόντος. Κατόπιν τούτων, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν επλήγη με έφεση υπό της εναγομένης, αποδείχθηκε ότι το ασφαλισμένο εμπόρευμα της ενάγουσας βλάφθηκε κατά τρόπο που έπαυσε να αποτελεί πράγμα του είδους που ασφαλίσθηκε, αφού πλέον έπαυσε να είναι εμπορεύσιμο και κατάλληλο προς διάθεση και συνεπώς, υφίσταται πραγματική ολική απώλεια αυτού, υπό την έννοια του άρθρου 57 του Μ.Ι.Α. 1906. Επίσης, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν επλήγη με έφεση υπό της εναγομένης, αποδείχθηκε ότι η βλάβη του ως άνω φορτίου κατά την εκτέλεση της μεταφοράς εμπίπτει στους κινδύνους που καλύπτει η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, δεδομένου ότι εφαρμοστέες είναι στην προκειμένη υπόθεση, με βάση το ασφαλιστήριο, οι Ρήτρες του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου για φορτία της 1.1.1982 (lnstitute Cargo C1auses Α), δυνάμει των οποίων παρέχεται κάλυψη έναντι όλων των κινδύνων, χωρίς η επίδικη περίπτωση να αποδεικνύεται ότι εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στα άρθρα 4, 5, 6 ή 7 των ανωτέρω Ρητρών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα εταιρεία, την επομένη ημέρα από την ημέρα διαπίστωσης της βλάβης των μεταφερόμενων εμπορευμάτων της, ήτοι την 10-12-2021, ειδοποίησε με ηλεκτρονικό μήνυμα την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία αιτούμενη την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω επέλευσης ασφαλιστικού κινδύνου. Εν τούτοις η εναγομένη αρνείται την καταβολή του ασφαλίσματος. Συγκεκριμένα, ήδη στα πλαίσια της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασίας, η εναγομένη εταιρεία δια των εγγράφων προτάσεών της, ισχυρίσθηκε κατά πρώτον ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας δεν καλύπτεται ασφαλιστικά για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε από αυτήν (ενάγουσα – ασφαλισμένη) ο περιεχόμενος στο ασφαλιστήριο όρος (warranty) περί προηγούμενης από μέρους της (ενάγουσας) κοινοποίησης σε αυτήν (εναγομένη) και μάλιστα εγγράφως, όλων των στοιχείων της ως άνω φορτώσεως του εν λόγω εμπορεύματος στο λιμάνι Halifax του Καναδά, το αργότερο μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες από τη στιγμή που η ενάγουσα ασφαλισμένη έλαβε γνώση της πραγματοποίησής της. Ο ισχυρισμός αυτός, νόμιμη ένσταση κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη καταλυτική της αγωγής, έγινε δεκτός με την εκκαλουμένη απόφαση ως βάσιμος στην ουσία του, ενώ απορρίφθηκε ως αβάσιμος στην ουσία του ισχυρισμός της ενάγουσας που περιέχονταν στην προσθήκη επί των προτάσεών της στα πλαίσια αιτιολογημένης άρνησης της ως άνω ενστάσεως της εναγομένης ότι αυτή (ενάγουσα) δεν υποχρεούτο να προβεί σε τέτοια γνωστοποίηση, καθότι ήδη από το έτος 2020, κατόπιν σχετικής πρότασης του ασφαλιστικού της συμβούλου, συμφώνησε με την εναγομένη την ενσωμάτωση και των εισαγωγών της στο ασφαλιστήριο ανοικτού τύπου (block policy) με το οποίο έως τότε ασφαλίζονταν μόνο οι εξαγωγές της και με το οποίο συμφωνούσαν εξ αρχής [«υπήρχε εκ των προτέρων συμφωνία» κατ’ ακριβή διατύπωση] ως προς τους όρους κάλυψης και τα ασφάλιστρα, το ανώτατο όριο φόρτωσης, τα γεωγραφικά όρια, τα μέσα μεταφοράς και το είδος των μεταφερόμενων φορτίων. Ήδη η ενάγουσα, με τον πρώτο λόγο έφεσης της πλήττει το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθό μέρος δέχθηκε την ως άνω καταλυτική ένσταση της εναγομένης, χωρίς παράλληλα με την ένδικη έφεση να πλήττεται η σαφώς υπονοούμενη παραδοχή της εκκαλουμένης απόφασης ότι η βλάβη του επιδίκου φορτίου εντοπίζεται μετά την παράδοσή του εν λόγω φορτίου προς φόρτωση στο Halifax του Καναδά, με προορισμό το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με τον πρώτο λόγο έφεσης, επικαλούμενη κατά πρώτον για πρώτη φορά με τον κρινόμενο (πρώτο λόγο) της έφεσής της ότι η εναγομένη προφανώς δολίως και με σκοπό την προσχηματική και αντίθετη προς την καθιερούμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ΜΙΑ 1906 αρχή της υπέρτατης καλής πίστης διατήρησε και κατά την ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου κατά τις χρονικές περιόδους 2020 – 2021 και 2021 – 2022 τους ως άνω όρους με τους οποίους προβλέφθηκε υποχρέωση της ενάγουσας περί πρότερης της φορτώσεως των εμπορευμάτων της προς μεταφορά γνωστοποίησης αυτής για τις εισαγωγές, γεγονός που διέλαθε της προσοχής της. Ο ισχυρισμός αυτός, εν τούτοις, δεν κρίνεται βάσιμος στην ουσία του αφού η ενάγουσα για πρώτη φορά προβάλει αυτόν στα πλαίσια του πρώτου λόγου έφεσής της. Ειδικότερα, δεν απεδείχθη αλλά ούτε η ενάγουσα επικαλείται ότι, αφού έλαβε αντίγραφο του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπου σαφώς υπό τον τίτλο «Όρος αμοιβαιότητας — Αναγγελία φορτώσεων» (σχετικά σελ. 6) ορίσθηκε ότι «τα εμπορεύματα θεωρούνται ασφαλισμένα υπό την προϋπόθεση ότι ο ασφαλιζόμενος: … β) θα κοινοποιεί στην εταιρεία εγγράφως όλα τα στοιχεία της φόρτωσης, το αργότερον μέσα σε 24 ώρες, από την στιγμή που έλαβε γνώση της πραγματοποίησής της, με την αποστολή fax στην ……………», καθώς επίσης στο άρθρο 8 των Γενικών Όρων αυτού προβλέφθηκε ότι «B. Επί ποινή απαλλαγής της εταιρείας από τις υποχρεώσεις της εκ της ασφαλίσεως ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται να γνωστοποιεί στην εταιρεία κάθε συγκεκριμένη φόρτωση, τα στοιχεία του μεταφορικού μέσου, καθώς επίσης και το ασφαλιστικό ποσό της συγκεκριμένης φορτώσεως. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να γίνεται οπωσδήποτε εντός 24 ωρών από τη στιγμή που ο ασφαλιζόμενος έλαβε γνώση των παραπάνω στοιχείων», διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη για την αυθαίρετη και μονομερή κατά τον πρώτο λόγο έφεσης περίληψη των όρων αυτών στο ενδιαφέρον εν προκειμένω ασφαλιστήριο συμβόλαιο που αφορά το χρονικό διάστημα από 13.5.2021 έως 13.5.2022. Εν τούτοις, εάν πράγματι η εναγομένη μονομερώς και άνευ προηγούμενης συμφωνίας των διαδίκων είχε περιλάβει τους ανωτέρω όρους στο εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η ενάγουσα, η οποία έλαβε αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που αφορά την επίδικη περίοδο, αφού κατέχει αυτό δεδομένου ότι το προσεκόμισε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, θα διαμαρτύρονταν στην εναγομένη. Τέτοια όμως διαμαρτυρία δεν απεδείχθη αλλά ούτε η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι προέβη σε αυτή, όπως επίσης τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό της η ενάγουσα δεν προέβαλε ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατόπιν της υποβολής από την εναγομένη της ανωτέρω ένστασης, με την προσθήκη επί των προτάσεών της, όπως θα αναμένονταν εάν πράγματι ο όρος αυτός δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας των διαδίκων και η θέση των όρων αυτών είχε διαλάθει της προσοχής της ενάγουσας. Προς ενίσχυση δε του εν λόγω ισχυρισμού της η ενάγουσα δεν προσεκόμισε κάποια έγγραφη απόδειξη, ούτε εξέτασε μάρτυρες. Ως εκ τούτου, ο για πρώτη φορά με τον κρινόμενο πρώτο λόγο έφεσης ως άνω ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι δηλαδή οι ως άνω ειδικώς μνημονευόμενοι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τους οποίους η ενάγουσα αναλάμβανε υποχρέωση γνωστοποίησης της φορτώσεως ετέθησαν μονομερώς υπό της εναγομένης στο εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δεν κρίνεται βάσιμος στην ουσία του, αντίθετα, κρίνεται, όπως η εναγομένη υποστηρίζει με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 2) ότι οι όροι αυτοί ετέθησαν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων στην εν λόγω σύμβαση ασφάλισης. Περαιτέρω, στα πλαίσια του ιδίου (πρώτου) λόγου έφεσης η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι, εσφαλμένως και δη κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης και δεν δέχθηκε ότι η τελευταία (εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία) παραιτήθηκε σιωπηρά από την επίκληση της από μέρους της παράβασης του εν λόγω όρου. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι η συνεργασία της με την εναγομένη εκκίνησε το έτος 2013, οπότε για πρώτη φορά κατήρτισε σύμβαση ασφάλισης δυνάμει της οποίας η αντισυμβαλλομένη της ανέλαβε την ασφαλιστική της κάλυψη από ζημίες των προς εξαγωγή εμπορευμάτων της, σύμβαση την οποία ανανέωνε ακολούθως κατ’ έτος. Ότι το εν λόγω ασφαλιστήριο, από το έτος 2013 έως και το έτος 2019, εκάλυπτε μόνον τις εξαγωγικές της δραστηριότητες και υπάγονταν στον τύπο Block Insurance Policy (κατ΄αποκοπή συμβολαίου θαλάσσιας ασφάλισης), χαρακτηριστικά του οποίου είναι η ασφάλιση επί τη βάση συμφωνημένων όρων που διέπουν όλες τις μεταφορές των φορτίων, καταβολή μέρους του ασφαλίστρου κατά την έναρξη της ασφαλιστικής περιόδου βάσει προεκτιμώμενου κύκλου εργασιών και εκκαθάριση στο τέλος της βάσει του πραγματοποιηθέντος κύκλου εργασιών. Ότι στα πλαίσια της εν λόγω συμβάσεως οι διάδικοι συμφώνησαν ήδη από τα έτη 2013-2014 τα ασφαλιζόμενα αντικείμενα και δη ελιές σε άλμη επαγγελματικώς συσκευασμένες και κατάλληλες για μεταφορά, τον τρόπο μεταφοράς αυτών και δη οδικώς και ατμοπλοϊκώς, το είδος μεταφοράς και δη έως το έτος 2019 μόνον τις εξαγωγές της ενάγουσας, τους κινδύνους η επέλευση των οποίων θα ενεργοποιούσε την υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει αποζημίωση, τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης και τις χώρες εξαγωγής. Επίσης, ισχυρίσθηκε ότι, το πλαίσιο της συμφωνίας τους προέβλεπε την υποχρέωση αυτής για άμεση γνωστοποίηση της ζημίας της και όχι της φόρτωσης, καθώς επίσης την έναρξη και τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης και την καταβολή των ασφαλίστρων. Ότι υπό τους όρους αυτούς η εναγομένη ασφάλιζε, έως το έτος 2019, όλες τις εξαγωγές της και ουδέποτε αυτή (εναγομένη) της εζήτησε τα επιμέρους στοιχεία κάθε εξαγωγής που πραγματοποιούσε, ούτε προέβαλε κάποια αντίρρηση σχετικά με τη μη γνωστοποίηση των στοιχείων των επιμέρους φορτώσεων. Ότι αντίθετα, έως την ασφαλιστική περίοδο 2019-2020, όσον αφορά στις εισαγωγές της, αυτή (ενάγουσα) ασφάλιζε κάθε επιμέρους εισαγωγή ξεχωριστά και γνωστοποιούσε κάθε φορά τα στοιχεία εκάστης εισαγωγής στην εναγομένη. Ότι κατά την ασφαλιστική περίοδο 2019-2020, κατόπιν αιτήματός της στην ανωτέρω τύπου Block Insurance Policy ασφάλιση που αφορούσε τις εξαγωγές της, εντάχθηκαν και οι εισαγωγές της. Ότι έκτοτε πραγματοποιούσε και τις εισαγωγές της χωρίς να γνωστοποιεί στην εναγομένη τα στοιχεία εκάστης εισαγωγής. Επίσης, στα πλαίσια του δευτέρου λόγου έφεσης με τον οποίο προσάπτει στην εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή του αγγλικού δικαίου, ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι, η εφεσίβλητη αποδέχονταν συνεχώς την ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και την καταβολή των αντίστοιχων ασφαλίστρων, χωρίς να επικαλείται οποιαδήποτε παράβαση όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, γεγονός που συνιστά σιωπηρή παραίτηση αυτής (εναγομένης) από τον σχετικό όρο. Ο ισχυρισμός αυτός, ως αντένσταση τυγχάνει νόμιμος, ως θεμελιούμενος στις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.3 περ.γ του Insurance Act Εν τούτοις, δεν προβλήθηκε από την ενάγουσα στον πρώτο βαθμό, αλλά προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την ένδικη έφεση, χωρίς παράλληλα να γίνεται επίκληση ότι συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ [ΑΠ 411/2026 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], με αποτέλεσμα να τυγχάνει απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει και αβάσιμος στην ουσία του, καθώς δεν απεδείχθη, άνευ αμφιβολίας ως αναφέρεται στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, ότι η εναγομένη παραιτήθηκε του δικαιώματός της να επικαλεσθεί ότι συντρέχει εν προκειμένω λόγος απαλλαγής της από την επίδικη σύμβαση ασφάλισης, συνεπεία παράβασης των ανωτέρω όρων (warranties) εκ μέρους της ενάγουσας. Συγκεκριμένα, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του υπ’ αριθ. ……../……./13-5-2021 ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταφορών, αποδεικνύεται ότι, μεταξύ των διαδίκων, υπό τον τίτλο «Όρος αμοιβαιότητας — Αναγγελία φορτώσεων» (σχετικά σελ. 6) συνομολογήθηκε όρος κατά τον οποίο «τα εμπορεύματα θεωρούνται ασφαλισμένα υπό την προϋπόθεση ότι ο ασφαλιζόμενος: … β) θα κοινοποιεί στην εταιρεία εγγράφως όλα τα στοιχεία της φόρτωσης, το αργότερον μέσα σε 24 ώρες, από την στιγμή που έλαβε γνώση της πραγματοποίησής της, με την αποστολή fax στην ………….». Επίσης, στο άρθρο 8 των Γενικών Όρων του εν λόγω ασφαλιστηρίου, προβλέφθηκε ότι «B. Επί ποινή απαλλαγής της εταιρείας από τις υποχρεώσεις της εκ της ασφαλίσεως ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται να γνωστοποιεί στην εταιρεία κάθε συγκεκριμένη φόρτωση, τα στοιχεία του μεταφορικού μέσου, καθώς επίσης και το ασφαλιστικό ποσό της συγκεκριμένης φορτώσεως. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να γίνεται οπωσδήποτε εντός 24 ωρών από τη στιγμή που ο ασφαλιζόμενος έλαβε γνώση των παραπάνω στοιχείων». Οι όροι αυτοί, σαφείς στη διατύπωσή τους, οι οποίοι δεν απεδείχθη ότι ετέθησαν δολίως και κρυφά από την ενάγουσα στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο γεγονός που διέλαθε της προσοχής της ενάγουσας ως η τελευταία ισχυρίζεται με την ένδικη έφεσή της, αλλά αντίθετα απεδείχθη ότι απετέλεσαν αποτέλεσμα συμφωνίας των διαδίκων, αποτελούν warranties αφού περιλαμβάνουν ρητή δεσμευτική εκ μέρους της ενάγουσας – ασφαλισμένης διαβεβαίωση ότι, προ της φορτώσεως ενόψει τόσο εισαγωγών όσο και εξαγωγών εμπορεύματος υπ’ αυτής, αυτή (ενάγουσα) θα γνωστοποιεί εγγράφως στην εναγομένη κάθε συγκεκριμένη φόρτωση, τα στοιχεία του μεταφορικού μέσου, καθώς επίσης και το ασφαλιστικό ποσό της συγκεκριμένης φορτώσεως και μάλιστα, οπωσδήποτε εντός 24 ωρών από τη στιγμή που λάβει γνώση των παραπάνω στοιχείων. Και πράγματι όπως η ενάγουσα ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για πρώτη φορά και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς από την εναγομένη, η οποία δεν κατέθεσε προσθήκη επί των εγγράφων προτάσεών της (α) σε επτά περιπτώσεις φορτώσεως τις οποίες δεν είχε αυτή (ενάγουσα) προηγούμενα, εγγράφως, γνωστοποιήσει στην εναγομένη, συμμορφούμενη στους ανωτέρω όρους ασφαλίσεως, η τελευταία της κατέβαλε αποζημίωση συνεπεία επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, χωρίς αυτή (εναγομένη) να επικαλεσθεί απαλλαγή της λόγω μη τήρησης σχετικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από αυτήν (ενάγουσα) και συγκεκριμένα, την 29.9.2017 της κατέβαλε ποσό ευρώ 828,90 (σχετικό προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με αριθμό 40), την 28.6.2018 ποσό ευρώ 4.885,68 (σχετικό προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με αριθμό 41), την 7.5.2018 ποσό ευρώ 147 (σχετικό προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με αριθμό 42), την 6.9.2018 ποσό ευρώ 182,10 (σχετικό προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με αριθμό 43), την 23.1.2019 ποσό ευρώ 185,00 (σχετικό προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με αριθμό 44), την 12.6.2019 ποσό ευρώ 530,50 (σχετικό προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με αριθμό 45) και την 29.6.2020 ποσό ευρώ 283,50 για ζημία φορτίου που παραδόθηκε σε πελάτη της ενάγουσας στο Βέλγιο την 27.5.2020 (σχετικό προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με αριθμό 46) και (β) η εναγομένη αποδέχονταν κάθε χρόνο την παράδοση πίνακα εξαγωγών και εισαγωγών της ενάγουσας από τον οποίο προέκυπτε ο τζίρος αυτής (ενάγουσας) επί τη βάση του οποίου γινόταν η εκκαθάριση των ασφαλίστρων στο τέλος της ασφαλιστικής περιόδου, στους οποίους εμφαίνονταν όλες οι φορτώσεις τις οποίες αυτή (ενάγουσα) πραγματοποιούσε, χωρίς η εναγομένη να προβάλει αντίρρηση περί μη τήρησης εκ μέρους της (ενάγουσας) του ανωτέρω όρου, αφού ηδύνατο να διαπιστώσει το σύνολο των εισαγωγών και εξαγωγών αυτής. Εν τούτοις, παράλληλα δεν απεδείχθη και μάλιστα, άνευ αμφιβολίας, όπως απαιτείται κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, ότι η εναγομένη παραιτήθηκε από το δικαίωμα επίκλησης της παράβασης εκ μέρους της ενάγουσας της ανωτέρω ρητής συμβατικής της δέσμευσης, αφού οι διάδικοι περιέλαβαν τους αμέσως ανωτέρω όρους ακολούθως ήτοι μετά την αδιαμαρτύρητη αποζημίωση των ανωτέρω επτά περιπτώσεων και στην επίδικη σύμβαση ασφάλισης της χρονικής περιόδου 13.5.2021 έως 13.5.2022. Εάν πράγματι η εναγομένη είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα επίκλησης της ως άνω παράβασης εκ μέρους της ενάγουσας δεν θα περιλαμβάνονταν στο εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο οι ως άνω όροι και πάντως δεν θα αποδέχονταν η ενάγουσα την περίληψη των ως άνω όρων στο εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Εξάλλου, όπως η ίδια η ενάγουσα ανέφερε στην αγωγή της, αναφορικά με την φόρτωση του επιδίκου εμπορεύματος προκειμένου αυτό να μεταφερθεί στον Καναδά έστω και προφορικά, αφού έγγραφο δεν προσκομίζεται, αυτή (ενάγουσα) είχε ενημερώσει την εναγομένη. Η ενάγουσα, στη σχετική επισήμανση της εκκαλουμένης απόφασης, με τον τρίτο λόγο έφεσης, υποστηρίζει κατ’ εκτίμηση του λόγου αυτού, ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι με την ένδικη αγωγή της η ίδια η ενάγουσα αντιφατικώς συνομολογεί ότι προ της πρώτης φορτώσεως του εν λόγω εμπορεύματος προκειμένου και για τη μεταφορά του στον Καναδά ενημέρωσε την εναγομένη, ενώ η ίδια (ενάγουσα) στην προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ανέφερε ότι, παρά τη μη υποχρέωσή της να προβαίνει σε γνωστοποίηση των επιμέρους φορτώσεων, στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της ιδιάζουσας κατάστασης, όταν το εμπόρευμα έφθασε στο Μόντρεαλ, την 29.8.2021 και αφού είχε ακυρωθεί η συμφωνία της με την αγοράστρια του εν λόγω εμπορεύματος, ακολουθώντας οδηγίες της εναγομένης, επικοινώνησε με την ανωτέρω μεταφορική εταιρεία αιτούμενη άμεση ενημέρωση για όσα αναφέρει στον λόγο αυτό έφεσης. Ισχυρίσθηκε επίσης στα πλαίσια του ίδιου (τρίτου) λόγου έφεσης ότι η επικοινωνία της αυτή με την εναγομένη σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσε αναλυτική κοινοποίηση των στοιχείων της φόρτωσης η οποία πραγματοποιήθηκε με σκοπό την ενημέρωση αυτής (ενάγουσας) σχετικά με τη διαδικασία επιστροφής των εμπορευμάτων και δεν θα μπορούσε να ληφθεί ως γνωστοποίηση των στοιχείων της συγκεκριμένης φόρτωσης, αφού οι εν λόγω γνωστοποιήσεις προ της ένταξής του στο ασφαλιστήριο τύπου block insurance policy ήταν γραπτές. Εν τούτοις, στην εκκαλουμένη απόφαση δεν γίνεται αναφορά στην τελευταία αυτή επικοινωνία της ενάγουσας με την εναγομένη, μετά δηλαδή την άφιξη του εμπορεύματος στον Καναδά, αλλά στην αναφορά της ίδιας της ενάγουσας στην ένδικη αγωγή της περί ενημέρωσης της εναγομένης από αυτήν (ενάγουσα) προ της φορτώσεως του επιδίκου εμπορεύματος με προορισμό τον Καναδά, αφού αναφέρεται σχετικά στην αγωγή «Συγκεκριμένα, μετά την υπογραφή της ως άνω σύμβασης πώλησης των ελιών και ενημέρωσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας για την επικείμενη μεταφορά, ετοιμάστηκε το ζητούμενο εμπόρευμα, το οποίο, προτού φορτωθεί, συσκευάσθηκε καταλλήλως και συμφώνως προς τους παραδεδεγμένους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, ήτοι τοποθετήθηκε σε είκοσι παλέτες, με τέτοιο τρόπο, ώστε σε κάθε μία από αυτές θα βρίσκονται 2.520 δοχεία» (σελ. 1-2 ένδικης αγωγής). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι πράγματι με το ένδικο συμβόλαιο ασφαλίσθηκαν άπασες οι εισαγωγές και εξαγωγές των εμπορευμάτων της ενάγουσας, πλην όμως, αντίθετα με όσα η ενάγουσα υποστηρίζει περιελήφθησαν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο οι ως άνω όροι με τους οποίους η ενάγουσα αναλάμβανε ρητά δέσμευση όπως γνωστοποιεί τα ανωτέρω στοιχεία εκάστης φορτώσεως. Περαιτέρω, στα πλαίσια του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι η εκ μέρους της εναγομένης συμπεριφορά και δη η συνεχής εκ μέρους της ανανέωση του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τους ανωτέρω όρους, μολονότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει την εφαρμογή και στις εξαγωγές και στις εισαγωγές του τύπου ασφάλισης Block Insurance Policy και η γνώση αυτής (εναγομένης) ότι η ενάγουσα δεν της γνωστοποιούσε τις επιμέρους φορτώσεις, «τακτική» την οποία κατά τον ίδιο λόγο έφεσης η εναγομένη είχε πλήρως αποδεχθεί, καθιστά τη μεταγενέστερη προβολή υπ’ αυτής (εναγομένης) της ανωτέρω ενστάσεως, περί απαλλαγής της δηλαδή από την υποχρέωση αποζημίωσης, ένσταση η οποία και έγινε δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της με την εκκαλουμένη απόφαση και εκ του λόγου τούτου απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή της, καταχρηστική και αντίθετη στην καθιερούμενη από το άρθρο 17 του ΜΙΑ 1906 υπέρτατη καλή πίστη, καθώς επίσης, κατά τον ίδιο (πρώτο) και τον δεύτερο λόγο έφεσης, αντίθετη και προς την αρχή του estoppel, που αποτελεί ειδικότερη έκφανση της καλής πίστης. Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι, κατά τη θεωρία του estoppel δεν απαιτείται ρητή κατάφαση ή αποδοχή της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά αρκεί μια συμπεριφορά που δημιουργεί στον αντισυμβαλλόμενο την εντύπωση της αποδοχής της ασφαλιστικής σύμβασης. Έτσι, η αποδοχή από την εναγομένη του ασφαλίστρου για το σύνολο των φορτώσεων, καθώς και η ανανέωση του ασφαλιστηρίου της χρονικής περιόδου από 2020-2021 και για την επόμενη χρονική περίοδο 2021 -2022 που επίσης περιελάμβανε όλες τις φορτώσεις, εμποδίζει την εναγομένη, κατ’ εφαρμογή της ως άνω αρχής του estopel να επικαλεσθεί τον ανωτέρω όρο προκειμένου να αποφύγει την καταβολή του ασφαλίστρου. Ο ισχυρισμός αυτός, εν τούτοις, ως αντένσταση, δεν προβλήθηκε στον πρώτο βαθμό, αλλά προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς παράλληλα να γίνεται επίκληση ότι συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ [ΑΠ 411/2026 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], με αποτέλεσμα να τυγχάνει απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος τυγχάνει και αβάσιμος στην ουσία του, αφού αν και απεδείχθη ότι κατά το παρελθόν σε επτά περιπτώσεις, ως ειδικότερα αναλύεται ανωτέρω, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε στην ενάγουσα την οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση συνεπεία επέλευσης ασφαλιστικού κινδύνου με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστήρια συμβόλαια αν και η ενάγουσα δεν είχε τηρήσει την ως άνω συμβατική δέσμευσή της, εν τούτοις απεδείχθη ότι ακολούθως των περιπτώσεων αυτών, στο εκδοθέν την 11.6.2021 ασφαλιστήριο συμβόλαιο που αφορούσε την ασφαλιστική περίοδο 13.5.2021 έως 13.5.2022 οι διάδικοι συμπεριέλαβαν τους ως άνω όρους περί δέσμευσης της ενάγουσας όπως προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση. Κατά συνέπεια δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη προέβη σε υπόσχεση ή δημιούργησε με δηλώσεις της ή πράξεις της ή παραλείψεις της την εντύπωση στην ενάγουσα αντισυμβαλλομένη της ότι δεν θα ασκήσει την ανωτέρω ένστασή της. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από τις αναφορές της ενάγουσας στις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 4) ότι η εναγομένη δεν προέβαλε καμία αντίρρηση από τη μη προς αυτή γνωστοποίηση εισαγωγής εμπορεύματος από το Κάιρο για την απόδειξη του οποίου επικαλείται ως σχετικό 47 τη σχετική από 23.10.2021 θαλάσσια φορτωτική, διότι σε κάθε περίπτωση αυτή (ενάγουσα) δεν ισχυρίσθηκε επιπλέον ότι γεννήθηκαν αξιώσεις αποζημίωσης σε βάρος της εναγομένης εντός της εν λόγω ασφαλιστικής περιόδου από την εν λόγω μεταφορά και στα πλαίσια αυτής της απαίτησης η εναγομένη δεν προέβαλε την ένσταση απαλλαγής της λόγω μη τήρησης εκ μέρους της ενάγουσας των ανωτέρω όρων αλλά αποζημίωσε την ενάγουσα, ή ότι έλαβε χώρα ειδική συζήτηση μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της εν λόγω μεταφοράς, αναφορικά με την υποχρέωση της ενάγουσας για γνωστοποίηση της φορτώσεως. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι, η ενάγουσα για πρώτη φορά, με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε απαραδέκτως (άρθρο 527 ΚΠολΔ) ότι υπήρξε και ρητή παραίτηση της εναγομένης από την επίκληση των ανωτέρω όρων, αφού αναφέρει «… η εναγομένη είχε καταστήσει σαφές ότι ήταν πλήρως ικανοποιημένη από τη γενική πρόβλεψη των όρων που είχαμε συμφωνήσει και ότι της αρκούσε η συμφωνία των εξαγωγών/ εισαγωγών που θα πραγματοποιούνταν με αυτούς…» (σελ. 4), «… η εφεσίβλητη από το πρώτο έτος της συνεργασίας μας, είχε καταστήσει σαφές, ότι στα πλαίσια του Block Insurance Policy ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν χρειάζεται να την ενημερώνουμε εγγράφως για τα στοιχεία της κάθε εξαγωγής, δεδομένης της πρότερης συμφωνίας που είχαμε συνάψει ως προς το πλαίσιο εντός του οποίου θα πραγματοποιούνταν… η εφεσίβλητη μας διαβεβαίωσε ότι οι εισαγωγές μας που πραγματοποιήσαμε πριν την επίδικη ήταν πλήρως ασφαλισμένες, παρά τη μη γνωστοποίηση των όρων της φόρτωσης…» (σελ. 4-5) και τέλος «… οι συνεχείς διαβεβαιώσεις της ότι όλες οι εισαγωγές και εξαγωγές είναι ασφαλισμένες εφόσον τηρούνταν το προσυμφωνημένο πλαίσιο…» (σελ. 5). Σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα δεν επικαλέσθηκε κάποια απόδειξη περί των αμέσως ανωτέρω νέων ισχυρισμών της. Περαιτέρω, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, δεν απεδείχθη ότι εν προκειμένω, για την εισαγωγή του ενδίκου εμπορεύματος στην Ελλάδα από τον Καναδά, η ενάγουσα ενημέρωσε και μάλιστα εγγράφως την εναγομένη για τα στοιχεία της φόρτωσης του εν λόγω εμπορεύματος που έλαβε χώρα την 6-10-2021 στο Χάλιφαξ του Καναδά επί του πλοίου «ZV» με προορισμό τη Θεσσαλονίκη, για την οποία (φόρτωση) εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ΜΤ …………………../6-10-2021 φορτωτική. Οι αναφορές της ενάγουσας που περιέχονται στην ένδικη αγωγή της και επαναλαμβάνονται στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης ότι «… όταν το εμπόρευμα έφθασε στο λιμάνι του Μόντρεαλ στον Καναδά την 29.8.2021 και εφόσον είχε ακυρωθεί η συναλλαγή μας με την καναδική εταιρία … ακολουθώντας οδηγίες της εναγομένης επικοινωνήσαμε με τη μεταφορική εταιρεία …. Ζητώντας άμεσα ενημέρωση σχετικά αφενός μεν με την πρώτη διαθέσιμη αναχώρηση, αφ’ ετέρου δε ως προς το κόστος των σταλιών και των αποθηκευτικών τελών…», πλην του γεγονότος ότι δεν αποδεικνύονται, αφού η εναγομένη αρνείται τούτο η δε ενάγουσα καμία απόδειξη δεν προσεκόμισε αφού το προσκομιζόμενο ως σχετικό 33 από αυτήν περιλαμβάνει ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων της με την μεταφορική εταιρεία και όχι την εναγομένη, σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρει κατά τρόπο ορισμένο ότι έλαβε χώρα ενημέρωση της εναγομένης όπως προβλέφθηκε στους ανωτέρω όρους του ασφαλιστηρίου, ήτοι περί των στοιχείων της φόρτωσης του εν λόγω εμπορεύματος την 6-10-2021 στο Χάλιφαξ του Καναδά επί του πλοίου «ZV» με προορισμό τη Θεσσαλονίκη, για την οποία (φόρτωση) εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ΜΤ …………../6-10-2021 φορτωτική. Ως εκ τούτου, ενόψει του ότι απεδείχθη ότι η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε στους ανωτέρω όρους (warranties), ανεξαρτήτως μάλιστα αν οι όροι αυτοί ήταν ουσιώδεις για τον ασφαλισθέντα κίνδυνο, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, αφού δεν απεδείχθη αντίθετη ρητή διάταξη στο προσκομιζόμενο ασφαλιστήριο, ούτε παραίτηση της εναγομένης από την επίκληση της παραβιάσεως, η εναγομένη ασφαλίστρια δεν ευθύνεται για τη ζημία του εν λόγω εμπορεύματος. Η εκκαλουμένη απόφαση, επομένως, η οποία όμοια έκρινε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), αφού στο σκεπτικό αυτής εκ περισσού [αφού κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, το βασικό χαρακτηριστικό της εγγυήσεως στο αγγλικό δίκαιο της θαλάσσιας ασφαλίσεως είναι ότι αποτελεί όρο, προς τον οποίο θα πρέπει να ακολουθήσει απόλυτη συμμόρφωση, είτε είναι ουσιώδης για τον ασφαλισθέντα κίνδυνο, είτε όχι, γενικός δε κανόνας είναι ότι τίποτε δεν δικαιολογεί τη μη συμμόρφωση προς ρητή εγγύηση και συγκεκριμένα, καμία αιτία, οσονδήποτε επαρκής, κανένα κίνητρο, οσονδήποτε αγαθό, καμία ανάγκη, οσονδήποτε αναπόφευκτη, δεν δικαιολογεί μη συμμόρφωση προς ρητή εγγύηση, πέραν των νομίμως προβλεφθέντων εξαιρέσεων] έγινε δεκτό ότι η υποχρέωση της ενάγουσας προς έγγραφη ενημέρωση της εναγομένης επιτάσσεται και από την οφειλόμενη καλή πίστη στην εκπλήρωση των συναλλαγών (άρθρ. 288 ΑΚ) αν και η εν λόγω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ πράγματι δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγου έφεσης.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας αναφερόμενα. Περαιτέρω, λόγω της ήττας της εκκαλούσας και της εν όλω απόρριψης της ένδικης έφεσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της ένδικης έφεσής της, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδ. ε του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, πρέπει να συμψηφισθεί η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 16-5-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/23-5-2025) έφεση, κατά της με αριθμό 923/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τακτική διαδικασία).
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την εκκαλούσα κατά την κατάθεση της ως άνω έφεσής της και αναφερόμενου στο σκεπτικό της παρούσας, παραβόλου.
Συμψηφίζει τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 28 Σεπτεμβρίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ