Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 627/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

4ο τμήμα

Αριθμός  απόφασης :   627/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο τμήμα)

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε  στο ακροατήριό του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ  : Της εταιρείας με την επωνυμία με την επωνυμία …………………………..» και το διακριτικό τίτλο «………………», που εδρεύει στην ……… Αττικής, επί της …………, με Α.Φ.Μ. ……….. και αρ. Γ.Ε.ΜΗ ……………., νομίμως αδειοδοτηθείσης από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ’ αριθ. 207/1/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυνάμει των Διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19.5.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθ. 153/8.1.2019 Πράξη, η οποία ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος διάδικος, εντολοδόχος και ειδική πληρεξουσία, αντιπρόσωπος, αντίκλητος, (κατ’ εξαίρεση) νομιμοποιούμενη κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015 και διαχειρίστρια ως προς τις απαιτήσεις των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………» (……………), με έδρα το ……………και αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της … …., όπως νομίμως εκπροσωπείται, κατά τα οριζόμενα στο από 18.06.2021 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων και 3 σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει, στον οποίο Δικαιούχο της Απαίτησης, η οποία αλλοδαπή εταιρεία κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «………….>>> (Διασπώμενη), δυνάμει της από 30 Απριλίου 2020 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30.04.2020,  η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Κωνσταντίν Ντραγκόβ ΔΕ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ].

ΤΗΣ  ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : …………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της  Παρασκευά Ατλαμάζογλου.

Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη  άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από  07-12-2024 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …/ …../2024    ανακοπή της,  επί της οποίας  εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1773/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή  την ανακοπή. Κατά της τελευταίας  απόφασης η εκκαλούσα  άσκησε την από η από 22/05/2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου  ……………/2025 έφεσή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Kατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων  αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Η από 22/05/2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου  …………./2025 έφεση της καθ΄ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας  κατά της υπ` αριθ. 1773/2025  οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την  διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στις 9.5.2025 (βλ. επισημείωση της δικ. επιμελήτριας) και η παρούσα έφεση κατατέθηκε στις 23.5.2025 στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου  (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, έχει κατατεθεί  το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ.  ……………….. e – παράβολο, το οποίο εξοφλήθηκε). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 07-12-2024 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2024  ανακοπή της  ζήτησε την ακύρωση 1) της με αρ ……./2024 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, 2)της επιταγής προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ άνω  διαταγής πληρωμής  3) της υπ’ αριθμ. ……/12-11-2024 Έκθεση Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………… Δυνάμει της άνω κατασχετήριας Έκθεσης επισπεύδεται πλειστηριασμός α) οριζόντιας ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας διαμερίσματος δευτέρου ορόφου, με αποκλειστική χρήση της Ρ2 θέσης στάθμευσης β)  οριζόντιας ιδιοκτησίας – αποθήκης κειμένων σε οικοδομή στο ¨Δήμο Κερατσινίου Δραπετσώνας επί των οδών ……………..  Με την εκκαλούμενη απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκανε δεκτή  την ανακοπή  ως προς τον πρώτο λόγο της και ακύρωσε την αναγκαστική εκτέλεση. Κατά της απόφασης αυτής   παραπονείται η καθ΄ής η ανακοπή – ήδη εκκαλούσα και ζητά να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση,  ώστε να απορριφθεί  η από 07-12-2024 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2024     ανακοπή.

Από  το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 § 1 και 25 § 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή,  ώστε λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ,  όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού,  του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη. Περαιτέρω, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρου 281ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις, ως λ,χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 586/2024, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 535/2015, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 823/2010 www.areiospagos.gr). Εξάλλου η κατάσχεση μπορεί να κριθεί καταχρηστική, όταν το κατασχεθέν έχει αξία δυσανάλογα μεγαλύτερη του ύψους της απαίτησης του επισπεύδοντος και των λοιπών δανειστών, οι οποίοι αναμένεται να αναγγελθούν, όταν υπάρχουν άλλα πράγματα δεκτικά κατάσχεσης ελάσσονος αξίας, που υπερκαλύπτουν την απαίτηση αυτή ή όταν υπάρχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία και το κατασχεθέν αποτελεί, εν γνώσει του κατασχόντος, ουσιώδες για την επιβίωση του οφειλέτη και της οικογένειας του στοιχείο ή τον μοναδικό χώρο, όπου ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα. Στις περιπτώσεις αυτές (και σε άλλες παρόμοιες) δεν τίθεται ζήτημα περιορισμού της κατάσχεσης, κατ΄εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 951 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά ακύρωσης αυτής κατόπιν ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ (ΕφΑνΚρ 19/2024, 182/2024, ΕφΑθ. 1543/2022, ΕφΑθ 2634/2022  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο μέσω εξάλλου, της επίκλησης της καταχρηστικότητας δεν είναι δυνατό  να παρακαμφθεί δικαστικά η σαφής νομοθετική βούληση για την  προστασία της πρώτης κατοικίας αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο του κάθε φορά ισχύοντος ειδικού νομοθετικού καθεστώτος προστασίας αυτής (ν3869/2010, εν συνεχεία του Ν. 4605/2019, έπειτα του Ν. 4714/2020 και ακολούθως του Ν. 4738/2020) και να οδηγηθεί κανείς σε γενική απαγόρευση της κατάσχεσης και πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, αφού αυτό θα καθιστούσε περιττή την όλη τυπική και αυστηρή διαδικασία που πρέπει να τηρήσει ένας οφειλέτης για να πετύχει την προστασία των ανωτέρω νόμων και θα καταστρατηγούσε τον σκοπό του νομοθέτη και τις σαφείς προβλέψεις των σχετικών διατάξεων, οδηγώντας ταυτόχρονα σε ευμενέστερη θέση τους οφειλέτες,  οι οποίοι δεν πληρούν τα κριτήρια ένταξης στους ανωτέρω νόμους (ΕφΠειρ 17/2026 https://www.efeteio-peir.gr/?p=15284, ΕφΠειρ 239/2025, ΕφΑνΚρ 19/2024 ΕφΑθ 5723/2022  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση  η ανακόπτουσα  στον δεύτερο λόγο της ανακοπής της ισχυρίζεται ότι  η κατάσχεση  επιβλήθηκε μόνο για το ποσό των 50.000 € στην πρώτη και κύρια οικογενειακή της στέγη, η οποία είναι πολλαπλάσιας αξίας, καθώς έχει εκτιμηθεί στο ποσό των 118.000 € η οριζόντια ιδιοκτησία και 3.000 € η αποθήκη, με συνέπεια να τελεί  σε προφανή δυσαναλογία μέσου σκοπού.  Ότι η καθ΄ής επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, ενώ γνωρίζει ότι έχει προβεί σε πολλές προσπάθειες διακανονισμού της οφειλής της. Ωστόσο τα όσα εκθέτει η ανακόπτουσα δεν καθιστούν την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της καταχρηστική. Ειδικότερα, η επιβολή κατάσχεσης για ποσό 50.000 €  έχει γίνει για λόγους περιορισμού των δικαστικών εξόδων,  ενώ η απαίτηση της καθ΄ής που έχει επιδικασθεί με την διαταγή πληρωμής  ανέρχεται σε 63.645,63 €. Η  διαφορά της απαίτησης με την αξία της κατασχεθείσας ιδιοκτησίας,   όπως αυτή προσδιορίστηκε (118.000 η οριζόντια ιδιοκτησία – διαμέρισμα και 3.000 € η αποθήκη, που ουσιαστικά αποτελεί παρακολούθημα αυτού)  με την κατασχετήρια έκθεση, δεν ιδιαιτέρως  είναι μεγάλη, καθώς  υπάρχει σχέση περίπου 1 : 2, ενώ θα πρέπει να  συνυπολογιστούν τα έξοδα εκτέλεσης, οι νόμιμοι  τόκοι της απαίτησης, αλλά και ο δανειστές που θα αναγγελθούν.  Η  ανακόπτουσα δεν επικαλείται ότι υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση της καθ΄ής, και ακόμα δεν επικαλείται ότι έχουν ζητήσει την υπαγωγή της σε  στους ειδικούς νόμους  για την προστασία της πρώτης κατοικίας  (ν. 3869/1010), είτε  αυτών των διατάξεων του ν. 4738/2020 (υποβολής αίτησης για υπαγωγή του στον εξωδικαστικό μηχανισμό οφειλών),  είτε αυτών της πτώχευσης.  Και μόνο επίσης ότι έχει υποβάλλει αίτημα διακανονισμού της οφειλής της (χωρίς όμως να αναφέρεται σε συγκεκριμένη πρόταση) δεν καθιστά επίσης την αναγκαστική εκτέλεση καταχρηστική, αφού  η καθ΄ής δεν είναι υποχρεωμένη  να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, αλλά αυτή που είναι σύμφωνη με τα συμφέροντά της. Μόνο οι επαχθείς συνέπειες που συνεπάγεται η εκτελεστική διαδικασία, δεν καθιστούν τη συμπεριφορά της καθ’ ης μη ανεκτή κατά το δίκαιο, εκτός των ορίων που θέτουν τα χρηστά ήθη και η καλή πίστη, αφού η ανωτέρω επιλογή εντάσσεται στο δικαίωμα διαχείρισης της περιουσίας της, ούτε άλλωστε άλλωστε γίνεται  επίκληση ότι η ανωτέρω προέβη στην εν λόγω ενέργεια χωρίς συμφέρον προς τούτο. Κατόπιν αυτών ο άνω λόγος ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε δεκτό, ως νόμιμο και, ως ουσιαστικά  βάσιμο, τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, ώστε ο λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, η υπό κρίση έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του ανωτέρω παραβόλου της έφεσης  στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) και να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο θα προχωρήσει στην έρευνα και των λοιπών λόγων της ένδικης ανακοπής, οι οποίοι δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να δεσμεύεται από τη σειρά που αυτοί είχαν παρατεθεί στο δικόγραφο της ανακοπής (Μπαμπινιώτης Δ. Μεταβιβαστικό  αποτέλεσμα  της  έφεσης  και  της  έκκλητης  δίκης  409- 410).  Η άνω ανακοπή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως ως ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης εντός 45 ημερών από την σύνταξη της κατασχετήριας Έκθεσης (άρθρο 934 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ το αίτημα αυτοτελώς ακύρωσης της διαταγής πληρωμής είναι εκπρόθεσμο, με δεδομένο ότι αυτή έχει  εκδοθεί στις 30.4.2024, ενώ η κρινόμενη ανακοπή επιδόθηκε στην καθ΄ής στις 17.12.2024. Ήδη όμως η ανακόπτουσα είχε επικαλεσθεί ότι κατά της διαταγής πληρωμής είχε ασκήσει την από 27.6.2024 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2024 ανακοπή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Ερευνητέοι επομένως οι λόγοι ανακοπής που πλήττουν καθαυτή την εκτέλεση,  είτε στρέφονται κατά  της  διαταγής πληρωμής που νοούνται ως αμφισβήτηση της απαίτησης.

Η   καταγγελία, η οποία είναι μονομερής δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, η οποία απευθύνεται σε ορισμένο πρόσωπο (άρθρο 167 ΑΚ), μπορεί να γίνει και από πληρεξούσιο, οπότε έχει εφαρμογή και η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ,  κατά το οποίο μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου είναι άκυρη αν αυτός προς τον οποίο γίνεται την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση δια της οποίας συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία εκ μέρους προσώπου που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν του επιδεικνύεται πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει, για το λόγο αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της απόκρουσης της δήλωσης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα, για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξεως και μάλιστα ex nunc πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως. Το πρόσωπο εξάλλου προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις. Σε περίπτωση που το ως άνω πρόσωπο δεν πράξει τούτο, δηλαδή δεν ενεργήσει εντός των ως άνω χρονικών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλο χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου είναι ισχυρή, αν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή επακολούθησε έγκριση. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 216 και 217 ΑΚ, η εξουσία για αντιπροσώπευση δίνεται με πληρεξουσιότητα προς τον εξουσιοδοτούμενο, που υποβάλλεται στον τύπο τον απαιτούμενο για τη δικαιοπραξία στην οποία αφορά. Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσώπησής (ΑΠ 1085/2019). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, όταν η καταγγελία από τον πληρεξούσιο έγινε εγγράφως, πρέπει αυτός να επιδείξει το πληρεξούσιο έγγραφο, γιατί διαφορετικά έχει το δικαίωμα αυτός προς τον οποίο γίνεται να την αποκρούσει χωρίς υπαίτια βραδύτητα, οπότε επέρχεται ακυρότητα, και μάλιστα ανεξάρτητα αν υπήρχε πράγματι πληρεξουσιότητα ή αν εγκρίθηκε η καταγγελία. Αντίθετα, αν δεν εναντιωθεί αυτός προς τον οποίο γίνεται, το κύρος της καταγγελίας,  θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη ή μη του πληρεξουσίου εγγράφου ή της έγκρισης εκ μέρους του (καταγγέλλοντος), η οποία πρέπει να γίνει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού ή άλλου εγγράφου είτε με δήλωση του παριστάμενου διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη (ΑΠ  242/2025, ΑΠ 825/2023, ΑΠ 139/2016 www.areiospagos.gr, ΤρEφΠειρ 119/2026, ΕφΠειρ 189/2026,  ΕφΠειρ 394/2025, ΕφΠειρ 239/2023 https://www.efeteio-peir.gr, ΕφΘεσ 974/2025, ΕφΑθ 2768/2022, ΕφΑθ 577/2022 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση η ανακόπτουσα στον  ενδέκατο  λόγο της ανακοπής της (Β11) αμφισβητεί την πληρεξουσιότητα των υπαλλήλων της καθ΄΄ης που υπογράφουν την εξώδικη δήλωση, με την οποία καταγγέλθηκε  η   σύμβαση δανείου της ανακόπτουσας,  καθώς, όπως αναφέρει από κανένα από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν με την αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεν προκύπτει ότι  αυτοί ενήργησαν είτε ως υποκατάστατα όργανα της διοίκησης αυτής, είτε ως απλοί πληρεξούσιοι – εντολοδόχοι,  ούτε ακόμα  ότι η καθ’ ής ενέκρινε την καταγγελία αυτή.  Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, καθώς στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων τις διατάξεις των άρθρων 167, 216, 217 και 226 του ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Όπως η ίδια η ανακόπτουσα επικαλείται, αποκρούει την πληρεξουσιότητα αυτών για πρώτη φορά με την παρούσα ανακοπή, δηλαδή μετά περίπου 3 χρόνια από τότε που έλαβε χώρα η καταγγελία (18.5.2021, όπως αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής), ώστε η καταγγελία της με αρ. ………./4.3.2005  σύμβασης στεγαστικού δανείου  της ανακόπτουσας  παρήγε καταρχήν τα έννομα αποτελέσματά της (εφόσον η εναντίωση σ΄αυτή δεν έγινε άμεσα, ήτοι εντός των χρονικών ορίων της  καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών),  όμως  για το κύρος της πρέπει να ερευνηθεί αν υπήρχε  πληρεξούσιο έγγραφο ή αν  η καθ΄ής έχει εγκρίνει τις  ενέργειες των υπαλλήλων της.  Ωστόσο η  τελευταία  που φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης του κύρους της ως άνω καταγγελίας, δεν προσκόμισε καθόλου τα έγγραφα που συνόδευαν την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής και ούτε  έγγραφο  από το οποίο να αποδεικνύεται ότι οι ως άνω  υπάλληλοι είχαν κατά τον επίδικο χρόνο τη σχετική  πληρεξουσιότητα  να προβούν στην  καταγγελία  της ένδικης σύμβασης ενεργώντας ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου αυτής. Ούτε  ακόμα ισχυρίστηκε ότι σε κάθε περίπτωση η καταγγελία εγκρίθηκε από την καθ΄ής δια του οργάνου διοίκησης αυτής. Από μόνη της η αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής (που και αυτή δεν προσκομίζεται) δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκριση, το οποίο  σε κάθε περίπτωση, δεν ισχυρίστηκε η καθ΄ής. Σημειώνεται ότι  με βάση την αρχή της διάθεσης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) το Δικαστήριο δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς που εγείρουν και τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν οι διάδικοι,   και δεν μπορεί  να στηρίξει την απόφασή του σε περιστατικά που δεν επικαλέστηκαν και απέδειξαν οι διάδικοι (ΕφΠειρ 239/2023). Επομένως, η ανωτέρω καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης ήταν άκυρη και δεν παρήχθησαν αποτελέσματα από αυτή, ήτοι δεν ενεργοποιήθηκε ο σχετικός συμβατικός όρος που παρείχε στην καθ’ ης το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από την ανακόπτουσα  ολόκληρου του οφειλόμενου κεφαλαίου και των τόκων και δεν κατέστη το σύνολο του ανεξόφλητου δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Εφόσον η ένδικη απαίτηση δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν υφίσταντο οι νόμιμες προϋποθέσεις της έκδοσής της έναντι της ανακόπτουσας, ώστε να μην είναι δυνατή η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της  με την άνω διαταγή πληρωμής ως εκτελεστό τίτλο. Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος της ανακοπής κρίνεται ουσιαστικά  βάσιμος και έχει ως συνέπεια  την  ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης στο σύνολό της, ήτοι α) της  από 31.5.2024  επιταγής προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού  απογράφου  της με αρ. …./2024  διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  β) της υπ’ αριθμ. …./12-11-2024 Έκθεση Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …………. Με δεδομένη την εμβέλεια του άνω λόγου ανακοπής που έχει ως συνέπεια την πλήρη ευδοκίμηση του αιτήματός της (ακύρωση της  εκτέλεσης) παρέλκει η εξέταση των άλλων λόγων της ανακοπής. Τέλος σε βάρος της καθ΄΄ης η ανακοπή θα πρέπει να  επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας, μειωμένα όμως με δεδομένη την ιδιαίτερη δυσχέρεια των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ  τυπικά  και κατ’ ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη, με αρ. 1773/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα που κατέθεσε αυτό.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τον πρώτο λόγο της από  07-12-2024 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2024    ανακοπής.

ΔΙΚΑΖΕΙ επί των λοιπών λόγων της από  07-12-2024 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2024    ανακοπής.

ΔΕΧΕΤΑΙ τον ενδέκατο  λόγο αυτής.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ  : α) την  από 31.5.2024  επιταγή προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού  απογράφου  της με αρ. …/2024  διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  β) την υπ’ αριθμ. …./12-11-2024 Έκθεση Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …………….

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της καθ΄ής η ανακοπή τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ογδόντα (580) €.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 30.9.2026.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχώρησης του Εφέτη Δημητρίου Καβαλλάρη, αποτελούμενη από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς, Φεβρωνία Τσερκέζογλου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την   30.9.2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ