Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 628/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

4ο τμήμα

Αριθμός  απόφασης :   628/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο τμήμα)

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε  στο ακροατήριό του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ  : Της εταιρείας με την επωνυμία με την επωνυμία …………» και το διακριτικό τίτλο «……………», που εδρεύει στην ……… Αττικής, επί της ………., με Α.Φ.Μ. ………. και αρ. Γ.Ε.ΜΗ ………., νομίμως αδειοδοτηθείσης από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ’ αριθ. 207/1/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυνάμει των Διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19.5.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθ. 153/8.1.2019 Πράξη, η οποία ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος διάδικος, εντολοδόχος και ειδική πληρεξουσία, αντιπρόσωπος, αντίκλητος, (κατ’ εξαίρεση) νομιμοποιούμενη κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015 και διαχειρίστρια ως προς τις απαιτήσεις των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………» (…………….), με έδρα το ……. .. (……………) και αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της ………….., όπως νομίμως εκπροσωπείται, κατά τα οριζόμενα στο από 18.06.2021 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων και 3 σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει, στον οποίο Δικαιούχο της Απαίτησης, η οποία αλλοδαπή εταιρεία κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «…………» (Διασπώμενη), δυνάμει της από 30 Απριλίου 2020 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30.04.2020,  η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την  πληρεξούσια Δικηγόρο της  Γεωργία Μπούκα (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΤΟΥ  ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ : ………….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Βασίλειο Θωμά (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος  άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από  31-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023    ανακοπή του,  επί της οποίας  εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2580/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή  την ανακοπή. Κατά της τελευταίας  απόφασης η εκκαλούσα  άσκησε την από 01-07-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025 έφεσή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά  τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων  αναφέρθηκαν στις προτάσεις  που είχαν προκαταθέσει.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Η από 01-07-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2025 έφεση της καθ’ ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας  κατά της υπ` αριθ. 2580/2023  οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την  διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, έχει κατατεθεί  το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ.  …………… e – παράβολο, το οποίο εξοφλήθηκε). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος με την από 31-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023   ανακοπή του   ζήτησε την ακύρωση της υπ’ αριθμ. ………/12-1-2023 Έκθεση Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………. Δυνάμει της άνω κατασχετήριας Έκθεσης επισπεύδεται πλειστηριασμός οριζόντιας ιδιοκτησίας της ανακόπτοντος διαμερίσματος πρώτου  ορόφου επιφάνειας 76 τμ.  κείμενο σε οικοδομή στο Δήμο …………….. στην οδό ………..  Με την εκκαλούμενη απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκανε δεκτή  την ανακοπή  ως προς τον δεύτερο λόγο της και ακύρωσε την αναγκαστική εκτέλεση. Κατά της απόφασης αυτής   παραπονείται η καθ΄ής η ανακοπή – ήδη εκκαλούσα και ζητά να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση,  ώστε να απορριφθεί  η από 31-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023     ανακοπή.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει ……ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 76 του Ν. 4842/2021, με ισχύ αυτού από την 1.1.2022, που εφαρμόζεται επί κατασχέσεων επιβληθεισών μετά την έναρξη ισχύος του  «Οι διατάξεις των παρ. 1 εδάφιο β` και 2 έως 4 του άρθρου 954 εφαρμόζονται και εδώ, με εξαίρεση τον χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, ο οποίος ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά (7) μήνες από την ημερομηνία περάτωσης της κατάσχεσης και πάντως όχι μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία αυτή. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον μήνα Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας».  Στην προκείμενη περίπτωση,  ο ανακόπτων στον δεύτερο λόγο της ανακοπής του ισχυρίζεται ότι ενώ η περάτωση της κατάσχεσης έλαβε χώρα την 12-1-2023, ως χρόνος πλειστηριασμού ορίστηκε η 6.9.2023,  δηλαδή μετά 7 μήνες και  25 ημέρες, συμπεριλαμβανομένου όμως, και του χρονικού διαστήματος του Αυγούστου, με συνέπεια την ακυρότητα της εκτελεστικής διαδικασίας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, αφού ο Αύγουστος προσμετράται στην εν λόγω προθεσμία, μόνο όταν αυτή λήγει το μήνα αυτό, το οποίο δεν συντρέχει εν προκειμένω, ώστε ο πλειστηριασμός ορίσθηκε εντός της νόμιμης με το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. α’ του ΚΠολΔ προθεσμίας (ΕφΠειρ 101/2026, ΕφΠειρ 81/2025 ΤΝΠ Nomos, ΕφΠειρ 512/2024, ΕφΠειρ 549/2023, ΕφΠειρ 353/2023, ΕφΠειρ 309/2023 σε https://www.efeteio-peir.gr/ ΕφΑθ 6316/2022, ΕφΑθ 5174/2022, ΕφΑθ 832/2022, ΕφΑιγ 9/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν αυτών ο άνω λόγος ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί  ως μη νόμιμος.  Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε δεκτό, ως νόμιμο και, ως ουσιαστικά  βάσιμο, τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, ώστε ο λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, η υπό κρίση έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του ανωτέρω παραβόλου της έφεσης  στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) και να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο θα προχωρήσει στην έρευνα και των λοιπών λόγων της ένδικης ανακοπής, οι οποίοι δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να δεσμεύεται από τη σειρά που αυτοί είχαν παρατεθεί στο δικόγραφο της ανακοπής (Μπαμπινιώτης Δ. Μεταβιβαστικό  αποτέλεσμα  της  έφεσης  και  της  έκκλητης  δίκης  409- 410).  Η άνω ανακοπή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως ως ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης εντός 45 ημερών από την σύνταξη της κατασχετήριας Έκθεσης (άρθρο 934 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λοιπών λόγων ανακοπής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ η κατάσχεση δεν πάσχει, επειδή αυτή επιβλήθηκε για ποσό μικρότερο από το πράγματι οφειλόμενο, λόγω περιορισμού της απαίτησης, που δεν προσβάλλει τα συμφέροντα του οφειλέτη, αφού συνεπάγεται τη μείωση των εξόδων που τον βαρύνουν. ¨Όμως ο περιορισμός αυτός πρέπει να είναι ορισμένος και να μην  επιφέρει μετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη, ώστε για την αποτροπή του κινδύνου προβολής του ισχυρισμού περί αοριστίας και ότι χώρησε παραίτηση του δανειστή από το υπόλοιπο μέρος της απαίτησής του,  θα πρέπει να γίνεται αφενός ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα κονδύλια για τα οποία αυτή επισπεύδεται, αφετέρου ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης (ΑΠ 1699 / 2025, ΑΠ  442/2024 www.areiospagos.gr). Ο ανακόπτων ισχυρίζεται στον τέταρτο λόγο της ανακοπής του, που στρέφεται κατά της εκτέλεσης,  ότι ενώ η απαίτηση της καθ’ ής,  όπως αναφέρεται την έκθεση κατάσχεσης συνίσταται σε συνολικό ποσό 83.980,58 € και ειδικότερα ποσό 82.105,38 €  ως κεφάλαιο, εντόκως από 19.6.2021, 1.695 € για δικαστική δαπάνη  και 180,20 € ως αντίγραφα,  η κατάσχεση έγινε μόνο για ποσό 50.000 €, για λόγους περιορισμού εξόδων ώστε να μην είναι νόμιμος ο περιορισμός της απαίτησης. Όμως, όμως ο ίδιος ο ανακόπτων αναφέρει,  η καθ΄ής η ανακοπή  επέβαλε κατάσχεση για ποσό  50.000 €, ως μέρος του κεφαλαίου, ενώ ταυτόχρονα διατύπωσε επιφύλαξη για το υπόλοιπο της  απαίτησής της από οποιαδήποτε αιτία («ρητή επιφύλαξη για την με κάθε νόμιμο μέσο και αναγκαστικό μέτρο είσπραξη παντός υπολοίπου επιταχθέντος ποσού με αναγκαστική εκτέλεση ή αναγγελλία στον ίδιο ή άλλο πλειστηριασμό, καθώς και τα έξοδα εκτέλεσης γενικά μέχρι το τέλος του») ώστε να μην υπάρχει καμία ασάφεια, για το είδος και την ποιότητα  της παροχής για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, (τμήμα του συνολικού  κεφαλαίου της απαίτησης), ενώ  με την επιφύλαξη  ως προς το υπόλοιπο δεν μπορεί να συναχθεί παραίτηση από αυτό. Συνεπώς ο άνω λόγος ανακοπής πρέπει  να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 4055/2012, «Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης». Για την εφαρμογή της άνω διάταξης, που καθιέρωσε την αρχή της συγκέντρωσης των λόγων ανακοπής του άρθρου 935 ΚΠολΔ απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) να έχει προηγηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εναντίον ορισμένης πράξης της διαδικασίας εκτέλεσης, της οποίας το κύρος καλείται να εξετάσει άλλο δικαστήριο, είτε κυρίως είτε παρεμπιπτόντως, ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προγενέστερη αυτή δίκη, χωρίς, δηλαδή, να ενδιαφέρει αν  αυτή  εκκρεμεί, συζητήθηκε  ή  περατώθηκε τελεσίδικα,  β) οι μεταγενεστέρως προτεινόμενοι λόγοι να ήταν γεννημένοι και να μπορούσαν να προταθούν κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προγενέστερης δίκης, είτε με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής είτε με αυτό των πρόσθετων λόγων της, ως τέτοιοι δε νοούνται όχι μόνο οι γνωστοί στον ανακόπτοντα αλλά και οι άγνωστοι σ’ αυτόν.  Κρίσιμο για την ερμηνεία του άρθρου είναι η  δυνατότητα προβολής τους και όχι το αίτημα της προγενέστερης ανακοπής, δηλαδή η πράξη εκτέλεσης την ακύρωση της οποίας αυτή επιδιώκει. Η έννοια επίσης των «γεννημένων» λόγων περιλαμβάνει και όσους ήδη  προτάθηκαν στην προγενέστερη ανακοπή. Αντίθετα, λόγοι ανακοπής που γεννήθηκαν μετά το χρονικό σημείο, στο οποίο ήταν δυνατή η παραδεκτή κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στην προηγούμενη δίκη δεν υπάγονται στο απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ και θεωρούνται ως λόγοι οψιγενείς. Επίσης, λόγοι ανακοπής που, μολονότι γεννημένοι, ήταν απαράδεκτοι κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προηγούμενης δίκης της ανακοπής, γιατί δεν μπορούσαν να αποδειχθούν αμέσως (άρθρο 933 § 5 ΚΠολΔ), δεν νοούνται ως λόγοι που «μπορούν να προταθούν» και δεν θεωρούνται ότι καλύπτονται από το απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο των λόγων, αν αυτοί οι λόγοι αφορούν τυπικό ελάττωμα πράξης της εκτέλεσης ή την απαίτηση (ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006, 80, ΟλΑΠ 10/1993, Δ 1994, 562, ΑΠ 1711/2014, ΑΠ 1284/2008, ΑΠ 1660/2006 ΕλλΔνη 2008, 1410), γ) διεξαγωγή μεταγενέστερης δίκης στην οποία ανακύπτει, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, η εγκυρότητα της αυτής ή άλλης πράξης της εκτέλεσης. δ) ταυτότητα διαδίκων στην πρώτη και στη δεύτερη δίκη, δεδομένου ότι μόνο εκείνος που άσκησε προγενέστερη ανακοπή αποκρούεται με τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ και όχι τρίτος δανειστής του καθ’ ου. Οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι θεωρούνται ως συνέχεια του αρχικού διαδίκου στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Το απαράδεκτο του άρθρου 935 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο,  βαίνει παράλληλα, ανεξάρτητα και πέρα από εκείνο του άρθρου 933 παρ.4 ΚΠολΔ για τους καλυπτόμενους από το δεδικασμένο λόγους και η χρησιμότητα της διάταξης ακριβώς έγκειται στην κάλυψη περιπτώσεων, όπου δεν συντρέχουν οι όροι του. Δεν εφαρμόζεται, όταν  η άσκηση της νεότερης ανακοπής γίνεται κατά το άρθρο 69 § 1δ’ ΚΠολΔ, συντρεχόντων των όρων αυτού (ΑΠ 242/2001, ΕφΑθ 3124/2024, ΕφΚρ 182/2024, ΕφΑθ 1724/2023,  ΕφΚρητ 127/2023, ΕφΑθ 2472/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠερι 239/2025,  ΕφΠειρ 330/2024,   ΕφΠειρ 740/2022 https://www.efeteio-peir.gr/?,    Μάζης σε  Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ2, άρθρο 935  αρ.2, 3 σελ. 247επ. Γέσιου Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως 2017, Μιχαηλίδου, III. Η αρχή της συγκέντρωσης των λόγων της ανακοπής, σε: Η άμυνα κατά της εκτέλεσης, 2017, σ. 217-223).  Γίνεται δεκτό ότι σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ και πριν εκδοθεί επ’ αυτής απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου, ασκηθεί από τον καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη ανακοπή κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, η οποία στηρίζεται στην ήδη ανακοπείσα επιταγή προς πληρωμή, για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να συνεχισθεί η αναγκαστική εκτέλεση με την ήδη ανακοπείσα επιταγή προς πληρωμή που στη συνέχεια θα ακυρωθεί για κάποιο βάσιμο λόγο και προκειμένου να μην κριθεί ο ίδιος λόγος ανακοπής κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης απαράδεκτος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 935 ΚΠολΔ, πρέπει ο ανακόπτων την αναγκαστική κατάσχεση να διαλάβει στο σχετικό δικόγραφο ότι έχει επικαλεσθεί τον συγκεκριμένο λόγο ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή στην ανακοπή που άσκησε κατά αυτής, ότι ο λόγος αυτός αναμένεται να ευδοκιμήσει και ένεκα αυτού να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση η ήδη προσβληθείσα επιταγή προς πληρωμή και ότι ως εκ τούτου πρέπει η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης να ακυρωθεί ως στηριζόμενη σε άκυρη επιταγή προς πληρωμή. Τούτο δε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 69 παρ.1 στοιχ.δ του ΚΠολΔ που προβλέπει την προληπτική δικαστική προστασία με άσκηση ένδικου βοηθήματος μεταξύ άλλων και όταν η άσκηση δικαιώματος που θεσπίζεται από το νόμο εξαρτάται από την έκδοση απόφασης, συνήθως διαπλαστικής [βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νίκας) σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Ι (2000), άρθρο 69, σελ. 149, παρ.5]. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο της νέας ανακοπής δύναται να διατάξει κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ την αναβολή της συζήτησης αυτής εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη που αφορά στην με ανακοπή ακύρωση της στηρίζουσας την εκτέλεση επιταγής προς πληρωμή (ΕφΠειρ 239/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ο ανακόπτων στον πρώτο λόγο της ανακοπής του ισχυρίζεται ότι  ελλείπει η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ης, δεδομένου ότι από 18/6/2021 σύμβαση ανάθεσης σ΄αυτήν της διαχείρισης της ένδικης απαίτησης συνήφθη στο πλαίσιο των διατάξεων του Ν. 3156/2003, ο οποίος δεν απονέμει στην εταιρία διαχείρισης την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου,  ώστε να  αποκλείεται εκ του νόμου η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση της καθ’ ης υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας για την επίσπευση της εκτελεστικής διαδικασίας.  O λόγος όμως αυτός της ανακοπής ήταν ήδη γεγενημένος κατά το χρόνο άσκησης της προσκομιζόμενης από 19.12.2022 με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ ΕΑΚ …………../2022 ανακοπής που είχε ασκήσει ο ανακόπτων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά από κοινού με την άλλη εγγυήτρια  ………….,   κατά  της από 9.12.2024 επιταγής προς πληρωμή, παρά πόδας του πρώτου εκτελεστού απογράφου της  διαταγής πληρωμής,  στην οποία και  προτάθηκε.  Επομένως δεδομένου ότι   δεν προβλήθηκε με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 69 παρ. 1 δ και άρθρου 933παρ.5 ΚΠολΔ (η παρούσα ανακοπή δεν ασκήθηκε υπό την αίρεση ευδοκίμησης της προηγούμενης)  ούτε  είναι οψιγενής ο άνω λόγος ανακοπής και ανεξαρτήτως της έκβασης της άνω προγενέστερης δίκης,  πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατά τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση είναι  απορριπτέος  και ως μη νόμιμος,  διότι από την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ.4 Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμα και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης τους στις ως άνω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 (Ολ.ΑΠ 1/2023, areiospagos.gr).

Ο ανακόπτων στον  τρίτο λόγο της ανακοπής του ισχυρίζεται ότι από τα έγγραφα που κοινοποιήθηκαν σ΄αυτόν με την διαταγή πληρωμής δεν αποδεικνύεται η νομιμοποίηση της καθ΄ής και ιδίως δεν προκύπτει από αυτά  η πλήρης διαδοχή των νομικών προσώπων, που ήταν οι δικαιούχοι της απαίτησης, οι μεταβολές των οποίων δεν αποδείχθηκαν με την προσκόμιση των σχετικών ΦΕΚ. Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ομοίως ως απαράδεκτος κατά τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ, καθώς ήταν γεγενημένος και προτάθηκε στα πλαίσια της ανακοπής που προαναφέρθηκε που απευθυνόταν κατά της επιταγής προς πληρωμή.  Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος ανακοπής αυτή θα πρέπει να απορριφθεί.  Τα δικαστικά έξοδα της καθ’ής η ανακοπή για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, θα επιβληθούν σε βάρος του ανακόπτοντος, όπως ειδικότερα προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ  τυπικά  και κατ΄ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη, με αρ. 2580/2023  απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα που κατέθεσε αυτό.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την  από 31-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………………./2023    ανακοπή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του ανακόπτοντος τα δικαστικά έξοδα της καθ΄ής η ανακοπή,  τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) €.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 30.9.2026.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχώρησης του Εφέτη Δημητρίου Καβαλλάρη, αποτελούμενη από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς, Φεβρωνία Τσερκέζογλου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την   30.9.2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ