ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 623/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος : ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαθεοδωρόπουλο (ΑΜΔΣΠ: ………….).
Των εφεσίβλητων : 1) Της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………………», η οποία εδρεύει στο …………, Α.Φ.Μ. : ……….., και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Του ……….. και 3) ………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κάσση (ΑΜΔΣΠ : …….).
Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 7-2-2025 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/2025 αγωγή του κατά των εναγόμενων, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών η με αριθμό 4625/2025 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).
Ο εν μέρει ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 26-11-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 26-11-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση του εν μέρει ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων και κατά της με αριθμό 4625/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρο 614 αριθμ.3 ΚΠολΔ), επί της ασκηθείσας σε βάρος των εφεσίβλητων – εναγόμενων από 7-2-2025 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../2025 αγωγής του εκκαλούντος – ενάγοντος, εργαζόμενου ως τεχνίτη σε επισκευές πλοίων, διώκοντος με αυτήν την επιδίκαση διαφόρων χρηματικών απαιτήσεών του σε βάρος των εναγόμενων, συνολικού ποσού 77.215,62 ευρώ, απορρεουσών από επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ. 1, 517 εδ. α, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 26-11-2025 (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./26-11-2025 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ήτοι πριν από επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρο 499 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ) καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έλαβε χώρα την 10-10-2025, καθώς ουδείς των διαδίκων επικαλείται, ούτε άλλωστε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω νόμο, λόγω της φύσης της διαφοράς ως εργατικής, ρύθμιση που διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 22 του Ν. 5134/2024 με έναρξη ισχύος από την 16-9-2024 (άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού Ν. 5134/2024). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή (ειδική) διαδικασία των περιουσιακών/εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 και 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την από 7-2-2025 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/2025 αγωγή του, ο ενάγων εξέθετε ότι προσλήφθηκε την 24-9-2016 από την πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα επισκευών πλοίων και της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόμενων, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως τεχνίτης συναρμολογητής- εφαρμοστής μηχανημάτων και μηχανών σε εργασίες ναυπήγησης ή επισκευής πλοίων σε έργα που η εργοδότρια εταιρία αναλάμβανε να εκτελέσει, με πλήρες ωράριο και επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, έναντι ημερομισθίου 81,20 ευρώ, πλέον υπερωριών, επιδομάτων, προσαυξήσεων, αδείας και επιδόματος αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Επίσης, ιστορούσε ότι απασχολήθηκε στην πρώτη εναγόμενη μέχρι και την 29-5-2023, οπότε συνεπεία εργατικού ατυχήματος απώλεσε την εργασιακή του ικανότητα, ενώ η σύμβαση διήρκησε μέχρι την 21-1-2025, οπότε η πρώτη εναγόμενη προέβη σε μονομερή χωρίς προειδοποίηση καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ακολούθως, ισχυριζόταν ότι διατηρεί κατά των εναγόμενων αξιώσεις για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών των ετών 2020, 2021, 2022 και 2023 συνολικού ποσού 30.123,79 ευρώ, όπως οι επιμέρους απαιτήσεις του προσδιορίζονται αναλυτικά στο δικόγραφο της αγωγής, για διαφορά αδείας των ετών 2024 και 2025 συνολικού ποσού 1.504,44 ευρώ, όπως οι επιμέρους απαιτήσεις του προσδιορίζονται αναλυτικά στο δικόγραφο της αγωγής, για καταβλητέο υπόλοιπο αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ποσού 6.300,98 ευρώ, για πρόσθετη αποζημίωση λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ποσού 29.286,41 ευρώ και τέλος, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του ως εργαζομένου ποσού 10.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ζήτησε Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το συνολικό ποσό των 18.955 ευρώ (κατ’ άρθρο 106 ΚΠολΔ, αντί του συνολικού ποσού των 18.955,50 ευρώ), αποτελούμενο από τα επιμέρους κονδύλια α) ποσού 4.089,00 ευρώ για μη καταβολή 6ου ημερομίσθιου έτους 2020, β) ποσού 4.163,00 ευρώ για μη καταβολή 6ου ημερομίσθιου έτους 2021, γ) ποσού 4.207,50 ευρώ για μη καταβολή 6ου ημερομίσθιου έτους 2022, δ) ποσού 1.496,00 ευρώ για μη καταβολή 6ου ημερομίσθιου έτους 2023 και ε) ποσού 5.000,00 ευρώ για μέρος υπολοίπου αποζημίωσης απόλυσης, Β) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το συνολικό ποσό των 58.260,12 ευρώ, αποτελούμενο από τα επιμέρους κονδύλια 1) ποσού 1.450,00 ευρώ για διαφορά επί του ημερομισθίου έτους 2020, 2) ποσού 2.198,77 ευρώ για διαφορά αμοιβής εργασίας σε Κυριακές και αργίες του αυτού έτους, 3) ποσού 2.325 ευρώ για διαφορά επί του ημερομισθίου έτους 2021, 4) ποσού 2.653,73 ευρώ για διαφορά αμοιβής εργασίας σε Κυριακές και αργίες του αυτού έτους, 5) ποσού 2.952,00 ευρώ για διαφορά επί του ημερομισθίου έτους 2022, 6) ποσού 3.494,09 ευρώ για διαφορά αμοιβής εργασίας σε Κυριακές και αργίες του αυτού έτους, 7) ποσού 1.094,70 ευρώ για διαφορά επί του ημερομισθίου έτους 2023, 8) συνολικού ποσού 1.504,44 ευρώ για διαφορά αδείας των ετών 2024 και 2025, 9) ποσού 1.300,98 ευρώ για υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης, 10) ποσού 29.286,41 ευρώ για πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης και 11) ποσού 10.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η εκκαλουμένη με αριθμό 4625/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή (αγωγή) ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 14.972,83 ευρώ, αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 56,25 ευρώ, αμφότερα τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη κατά το ποσό των 7.000,00 ευρώ, καθώς και καταδικάστηκαν οι εναγόμενοι στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος ύψους 600,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής (4625/2025) παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί τη μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή του.
ΙΙΙ. Από τη με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΠ_ΕΒ_……….._2026 από 16-3-2026 ένορκη βεβαίωση του …………. ενώπιον του δικηγόρου Πειραιώς …….. (ΑΜΔΣΠ : ……), η οποία λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος – εκκαλούντος μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόμενων – εφεσίβλητων (άρθρα 422 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό ……. Δ/10-3-2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς …………… με συνημμένη σε αυτήν την από 10-3-2026 γνωστοποίηση – κλήτευση, κοινοποιηθείσα νομοτύπως στον πρωτοδίκως παριστάμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόμενων – εφεσίβλητων και κατά νόμο αντίκλητο αυτών (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) ………., δικηγόρο Πειραιώς (ΑΜΔΣΠ : …….), που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει παραδεκτά το πρώτον στο παρόν Δικαστήριο ο ενάγων – εκκαλών (άρθρο 529 ΚΠολΔ), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε την 24.9.2016 από την πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα επισκευών πλοίων και της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόμενων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί με τη μορφή της εκ περιτροπής εργασίας, μη παρεχόμενης καθ’ όλες τις εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα, αλλά πάντοτε παρεχόμενης με πλήρες ωράριο και βάσει πενθημέρου, όπως αναφέρεται στην από 23.9.2016 αναγγελία πρόσληψής του και στην από 24.9.2016 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Στο άρθρο 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α΄), το οποίο αντικαθίσταται με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 ως ακολούθως, ορίζονται τα εξής: «[…] 3. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκεια της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής». Κατά το ίδιο άρθρο εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Ο ενάγων στην από 5.9.2024 αγωγή του (αρ. κατάθεσης …………./2024) αποδέχεται ότι προσελήφθη για να εργαστεί σε εργασίες ναυπήγησης ή επισκευής πλοίων όπου αναλάμβανε έργο η πρώτη εναγόμενη και για όσο διαρκούσε το έργο, ενώ κατά το υπόλοιπο διάστημα θα παρέμενε διαθέσιμος σε ετοιμότητα κλήσεως από την εργοδότρια πρώτη εναγόμενη και ότι η απασχόλησή του χαρακτηρίστηκε ως διαλείπουσα, υπό την έννοια της δεσμευτικής απασχόλησής του για την εκτέλεση συγκεκριμένων έργων που η εργοδότρια εταιρία θα αναλάμβανε. Ο ενάγων προσελήφθη με την ειδικότητα του τεχνίτη συναρμολογητή – εφαρμοστή μηχανημάτων και μηχανών, σε συγκεκριμένα έργα που η πρώτη εναγόμενη εργοδότρια εταιρία αναλάμβανε να εκτελέσει, έναντι συμφωνηθέντος ημερομισθίου 81,20 ευρώ μικτά, όπως η ειδικότητα αναφέρεται στην από 23.9.2016 αναγγελία πρόσληψής του, αλλά αποδεικνύεται και από την από 12.1.2025 εκτύπωση του λογαριασμού ασφάλισης του ενάγοντος στον e-ΕΦΚΑ, στην οποία αναφέρεται ότι από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2016, όταν και ασφαλίστηκε για πρώτη φορά στον ΕΦΚΑ από την πρώτη εναγόμενη, ασφαλίστηκε με τον κωδικό 871000, ο οποίος αντιστοιχεί στην ειδικότητα «Συναρμολογητές – εφαρμοστές μηχανημάτων και μηχανών» και αν είχε γίνει κάποιο λάθος από παραδρομή τον πρώτο μήνα, ή τον πρώτο χρόνο εν γένει, αυτό θα είχε διορθωθεί επιμελεία της πρώτης εναγόμενης και δεν θα ήταν ο ίδιος για όλα τα συναπτά έτη από το έτος 2016 έως και τον Αύγουστο του έτους 2024, όταν φαίνεται στην ως άνω εκτύπωση ότι ασφαλίστηκε για τελευταία φορά από την πρώτη εναγόμενη. Αυτή η ειδικότητα αντιστοιχεί στην υπό στοιχείο 14 ειδικότητα του κεφαλαίου Α των ΣΣ Ναυπηγοεπισκευαστικών Εργασιών (όλων των ως άνω ετών) «τεχνίτης εφαρμοστής-μηχανοτεχνίτης». Αυτός ο κωδικός χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση επαγγελματιών που ασχολούνται με τη συναρμολόγηση και την εφαρμογή διαφόρων τύπων μηχανών και μηχανημάτων. Δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι η ειδικότητά του ήταν τεχνίτης-μανουβραδόρος, ήτοι η υπό στοιχείο 11 του κεφαλαίου Α των ΣΣ Ναυπηγοεπισκευαστικών Εργασιών (όλων των ως άνω ετών) ειδικότητα, παρά το ότι αυτή (τεχνίτης εφαρμοστής – μανουβραδόρος) αναγράφεται στην από 24.9.2016 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, αλλά και στις από 10.4.2024 με αρ. κατάθεσης …………../2024 και από 5.9.2024 με αρ. κατάθεσης ………../2024 αγωγές του ενάγοντος στρεφόμενες κατά μεταξύ άλλων και κατά των εδώ εναγόμενων η πρώτη και κατά των εδώ εναγόμενων η δεύτερη. Σύμφωνα με τις ΣΣΝΕ η ειδικότητα του τεχνίτη μανουβραδόρου αφορά «άτομα με πείρα στη μεταφορά φορτίων μεγάλων βαρών. Πρέπει να έχουν έξι (6) χρόνια προϋπηρεσία σαν μαθητευόμενοι ή βοηθοί. Πρέπει να γνωρίζουν καλά την αντοχή των υλικών, σχέσεις τροχαλιών, να λύνουν και να δένουν ναυτικούς κόμπους, να κοτσάρουν και να ξεκοτσάρουν και να οδηγούν τους χειριστές γερανών. Να έχουν την ευθύνη για τα μεταφορικά μέσα, να ξέρουν ή να μαθαίνουν πάντα το βάρος του μεταφερόμενου φορτίου και να διαλέγουν τα κατάλληλα συρματόσχοινα ή άλλα μέσα πρόσδεσης φορτίου», ενώ την ειδικότητα του τεχνίτη εφαρμοστή-μηχανοτεχνίτη θεωρούνται ότι τη φέρουν «οι απασχολούμενοι στη συντήρηση, επισκευή, αποσυναρμολόγηση, συναρμολόγηση, δοκιμαστική λειτουργία μηχανολογικών εγκαταστάσεων και μηχανών εσωτερικής καύσης είτε αυτά είναι εγκατεστημένα στην ξηρά είτε πάνω σε κατασκευαζόμενα ή επισκευαζόμενα πλοία. Πρέπει να έχουν έξι (6) χρόνια προϋπηρεσία είτε σε εργοστάσιο είτε στο Εμπορικό Ναυτικό. Λαμβάνεται υπόψη και το πτυχίο της μέσης ή της κατώτερης σχολής». Συνεπώς, η δεύτερη ειδικότητα αντιστοιχεί στην περιγραφή του αντικειμένου της εργασίας του ενάγοντος, όπως αυτή αποδεικνύεται. Καμία αμφιβολία δεν καταλείπεται στο παρόν Δικαστήριο ότι ο ενάγων εργαζόταν με καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης, όπως αποδεικνύεται από τα ανωτέρω αναφερόμενα, ωστόσο από την ερμηνεία των ως άνω αναφερόμενων ΣΣ Ναυπηγοεπισκευαστικών Εργασιών σε συνδυασμό με την από 12.6.2025 βεβαίωση του Συνδικάτου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου Ν. Αττικής και Εργαζομένων Ναυπηγοεπισκευαστικής Βιομηχανίας Ελλάδος, από τις ΣΣ καθορίζεται το νόμιμο ωράριο εργασίας και οι αποδοχές ανά ειδικότητα, ενώ το Σάββατο και η Κυριακή θεωρούνται ως ημέρες αργίας και οι εργαζόμενοι δικαιούνται καταβολής 6ου ημερομισθίου είτε αυτοί εργάζονται με καθεστώς πλήρους, μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β.1.Α5 περίπτωση 3 όλων των ανωτέρω ΣΣΝΕ ορίζεται ότι «Οι εργαζόμενοι με πρόσληψη αορίστου χρόνου για χρονικό διάστημα πάνω από ένα έτος στην επιχείρηση, λαμβάνουν ημερομίσθιο μέχρι 10% μικρότερο του προβλεπόμενου ημερομισθίου τους […]». Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων για τα έτη 2020 και 2021 λάμβανε ως συμφωνηθέν ημερομίσθιο 81,20 ευρώ, το έτος 2022 ημερομίσθιο 105 ευρώ και το έτος 2023 ημερομίσθιο 108 ευρώ. Σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα ως άνω ΣΣΝΕ για την ειδικότητα του ενάγοντος (τεχνίτη-εφαρμοστή) η νόμιμη αμοιβή του για το διάστημα από 8.11.2017 έως 31.12.2018 ήταν 87 ευρώ μικτά και αφαιρουμένου του ποσοστού 10%, ο ενάγων μπορούσε να αμείβεται έως 78,30 ευρώ και να είναι εντός των ορίων της ΣΣ. Δεν αποδείχθηκε ότι υπογράφηκε νεότερη ΣΣ μέχρι την 1η.1.2021 και αυτή ίσχυσε μέχρι τότε, όπως ορίζεται στο Κεφάλαιο Ζ περ. 17 της ΣΣ [Με τη λήξη της παρούσας σύμβασης και εάν δεν υπογραφεί νέα σύμβαση, η παρούσα συνεχίζει να ισχύει για τρία χρόνια], ενώ από 1η.10.2021 έως 31.12.2022 ίσχυσε η επόμενη ΣΣ με νόμιμο ημερομίσθιο της ειδικότητάς του 90,50 ευρώ μικτά και αφαιρουμένου του ποσοστού 10%, ο ενάγων μπορούσε να αμείβεται έως 81,45 ευρώ και να είναι εντός των ορίων της ΣΣ. Από την 15.7.2022 έως 31.12.2023 ίσχυσε η νέα ΣΣ, σύμφωνα με την οποία νόμιμο ημερομίσθιο της ειδικότητάς του ήταν 93,50 ευρώ μικτά και αφαιρουμένου του ποσοστού 10%, ο ενάγων μπορούσε να αμείβεται έως 84,15 ευρώ και να είναι εντός των ορίων της ΣΣ. Η τελευταία ΣΣ ίσχυσε έως 31.3.2024, αφού από 1.4.2024 έως 30.6.2025 ίσχυσε η νέα ΣΣ, σύμφωνα με την οποία νόμιμο ημερομίσθιο της ειδικότητάς του ήταν 100,50 ευρώ μικτά και αφαιρουμένου του ποσοστού 10%, ο ενάγων μπορούσε να αμείβεται έως 90,45 ευρώ και να είναι εντός των ορίων της ΣΣ. Συγκεκριμένα, κατά το έτος 2020, ο ενάγων εργάστηκε με την ειδικότητα του τεχνίτη εφαρμοστή επί 235 ημέρες συνολικά, όπως αυτές αποδεικνύονται από την από 12.1.2025 εκτύπωση του λογαριασμού ασφάλισης του ενάγοντος στον ΕΦΚΑ (για κάθε μήνα από τον 1ο έως τον 12ο/2020: 14,21,21,20,21,24,23,7,25,22,20 και 17 ημέρες αντίστοιχα), ενώ δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί εργασίας 250 ημερών, ούτε αυτός των εναγόμενων περί 217 ημερών εργασίας. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι νομίμως ο ενάγων αμειβόταν για το έτος 2020 με ημερομίσθιο 81,20 ευρώ, καθώς είναι εντός του πλαισίου της επιτρεπτής νόμιμης αμοιβής σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών σε συνδυασμό με την ισχύουσα ΣΣΝΕ (ΠΚ14/20.11.2017), αφού, όπως προελέχθη, θα μπορούσε να έχει συμφωνηθεί ημερομίσθιο από 87,00 ευρώ και όχι χαμηλότερο των 78,30 ευρώ και ως εκ τούτου απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο κρίνεται το υπό στοιχείο IV.i.α κονδύλιο περί διαφοράς ημερομισθίου για το έτος 2020 ύψους 1.450,00 ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δικαιούται το 6° ημερομίσθιο σύμφωνα με το Κεφάλαιο Δ των ως άνω ΣΣΝΕ περί ωραρίου εργασίας, όπου ορίζεται ότι το ωράριο υπολογίζεται σε πενθήμερη εβδομάδα, με Σάββατο και Κυριακή αργία και με έξι ημερομίσθια και δεδομένου ότι εργάστηκε για το έτος 2020 επί 235 ημέρες (235/5 ημέρες έκαστο πενθήμερο= 47), δικαιούται 47 6α ημερομίσθια X 81,20 ευρώ το συμφωνηθέν ημερομίσθιο, ήτοι 3.816,40 ευρώ, γενομένου εν μέρει δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του υπό στοιχείο IV.i.β κονδυλίου περί 6ου ημερομισθίου του έτους 2020. Κατά το έτος 2021, ο ενάγων εργάστηκε με την ειδικότητα του τεχνίτη εφαρμοστή επί 225 ημέρες συνολικά, όπως αυτές αποδεικνύονται από την από 12.1.2025 εκτύπωση του λογαριασμού ασφάλισης του ενάγοντος στον ΕΦΚΑ (για κάθε μήνα από τον 1ο έως τον 12ο/2021: 20,20,18,20,20,18,20,18,15,20,19 και 17 ημέρες αντίστοιχα), ενώ δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί εργασίας 250 ημερών, ούτε αυτός των εναγόμενων περί 210 ημερών εργασίας. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων αμειβόταν για το έτος 2021 με ημερομίσθιο 81,20 ευρώ, ενώ στο πλαίσιο της επιτρεπτής νόμιμης αμοιβής σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών σε συνδυασμό με την ισχύουσα ΣΣΝΕ (ΠΚ17/22.09.2021), θα μπορούσε, όπως προελέχθη, να έχει συμφωνηθεί ημερομίσθιο όχι χαμηλότερο των 81,45 ευρώ, άρα προκύπτει διαφορά 0,25 ευρώ για κάθε ημέρα και συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 56,25 ευρώ (0,25 X 225 ημέρες), γενομένου εν μέρει δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του υπό στοιχείο IV.ii.α κονδυλίου περί διαφοράς επί του ημερομισθίου του έτους 2021, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης εξόφλησης, που προβάλλουν οι εναγόμενοι. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δικαιούται το 6° ημερομίσθιο σύμφωνα με τα ανωτέρω και δεδομένου ότι εργάστηκε επί 225 ημέρες το έτος 2021, δικαιούται 45 (225/5 ημέρες) 6α ημερομίσθια X 81,45 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο, ήτοι 3.665,25 ευρώ, γενομένου εν μέρει δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του υπό στοιχείο IV.ii.β κονδυλίου περί 6ου ημερομισθίου του έτους 2021. Κατά το έτος 2022, ο ενάγων εργάστηκε με την ίδια ειδικότητα επί 215 ημέρες συνολικά, όπως αυτές αποδεικνύονται από την από 12.1.2025 εκτύπωση του λογαριασμού ασφάλισης του ενάγοντος στον ΕΦΚΑ (για κάθε μήνα από τον 1ο έως τον 12ο/2022: 20,18,25,10,10,18,19,16,19,19, 21 και 20 ημέρες αντίστοιχα), ενώ δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί εργασίας 240 ημερών, ούτε αυτός των εναγόμενων περί 199 ημερών εργασίας. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων νομίμως αμειβόταν για το έτος 2022 με ημερομίσθιο 105,00 ευρώ, καθώς είναι εντός του πλαισίου της επιτρεπτής νόμιμης αμοιβής σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών σε συνδυασμό με τις ισχύουσες για το έτος 2022 ΣΣΝΕ (ΠΚ17/22.09.2021 και ΠΚ16/1.7.2022), αφού, όπως προελέχθη, θα μπορούσε να έχει συμφωνηθεί ημερομίσθιο από 90,50 ευρώ και όχι χαμηλότερο των 81,45 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 14.7.2022 και από 93,50 ευρώ και όχι χαμηλότερο των 84,15 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 15.7.2022 έως 31.12.2022, συνεπώς το συμφωνηθέν ημερομίσθιο των 105,00 ευρώ υπερκαλύπτει το νόμιμο, χωρίς να χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η επιτρεπτή μείωση του 10% κατά τα άνω αναφερόμενα και ως εκ τούτου απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο κρίνεται το υπό στοιχείο IV.iii.α κονδύλιο περί διαφοράς ημερομισθίου έτους 2022 ύψους 2.952 ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δικαιούται το 6° ημερομίσθιο σύμφωνα με τα ανωτέρω και δεδομένου ότι εργάστηκε επί 215 ημέρες για το έτος 2022, δικαιούται 43 (215/5 ημέρες) 6α ημερομίσθια X 108 ευρώ (κατά την εκκαλουμένη απόφαση, αντί των 105,00 ευρώ) το συμφωνηθέν ημερομίσθιο, ήτοι 4.644 ευρώ (κατά την εκκαλουμένη απόφαση, αντί των 4.515 ευρώ), ωστόσο ο ενάγων αιτείται το ποσό των 4.207,50 ευρώ και αυτό θα του επιδικασθεί, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του υπό στοιχείο IV.iii.β κονδυλίου περί 6ου ημερομισθίου του έτους 2022. Κατά το έτος 2023, από 1.1.2023 έως 29.5.2023, ημέρα του εργατικού ατυχήματός του, ο ενάγων εργάστηκε με την ειδικότητα του τεχνίτη εφαρμοστή επί 86 ημέρες συνολικά, όπως αυτές αποδεικνύονται από την από 12.1.2025 εκτύπωση του λογαριασμού ασφάλισης του ενάγοντος στον ΕΦΚΑ (για κάθε μήνα από τον 1ο έως τον 5ο/2023: 21,19,17,15 και 14 ημέρες αντίστοιχα), ενώ δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί εργασίας 89 ημερών, ούτε αυτός των εναγόμενων περί 84 ημερών εργασίας. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων νομίμως αμειβόταν για το έτος 2023 με ημερομίσθιο 108,00 ευρώ, καθώς είναι εντός του πλαισίου της επιτρεπτής νόμιμης αμοιβής σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών σε συνδυασμό με την ισχύουσα για το έτος 2023 ΣΣΝΕ (ΠΚ16/1.7.2022), αφού, όπως προελέχθη, θα μπορούσε να έχει συμφωνηθεί για το χρονικό διάστημα από 1.1.2023 έως 31.12.2023 ημερομίσθιο από 93,50 ευρώ και όχι χαμηλότερο των 84,15 ευρώ, συνεπώς το συμφωνηθέν ημερομίσθιο των 108,00 ευρώ υπερκαλύπτει το νόμιμο, χωρίς να χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η επιτρεπτή μείωση του 10% κατά τα άνω αναφερόμενα και ως εκ τούτου απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο κρίνεται το υπό στοιχείο IV.iv.α κονδύλιο περί διαφοράς ημερομισθίου έτους 2023 ύψους 1.094,70 ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δικαιούται το 6° ημερομίσθιο σύμφωνα με τα ανωτέρω και δεδομένου ότι εργάστηκε επί 84 ημέρες (κατά την εκκαλουμένη απόφαση, αντί 86 ημέρες) για το έτος 2023, δικαιούται 16,8 (84/5 ημέρες) 6α ημερομίσθια X 108 ευρώ το συμφωνηθέν ημερομίσθιο, ήτοι 1.814,40 ευρώ, ωστόσο ο ενάγων αιτείται το ποσό των 1.496,00 ευρώ και αυτό θα του επιδικασθεί, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του υπό στοιχείο IV.iv.β κονδυλίου περί 6ου ημερομισθίου του έτους 2023. Σημειωτέον ότι οι εναγόμενοι προβάλλουν την ένσταση εξόφλησης για τις αποδοχές των ετών 2020 έως 2023, επικαλούμενοι τα συνολικά ποσά που κατέβαλαν κατ’ έτος στον ενάγοντα, στην οποία δεν αναφέρεται κανένα ποσό για την καταβολή 6ου ημερομισθίου για κανένα έτος, ισχυριζόμενοι ότι δεν το δικαιούται, καθώς εργαζόταν με το σύστημα εκ περιτροπής, ισχυρισμός ο οποίος ήδη κρίθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργάστηκε 235, 225 και 215 ημέρες για τα έτη 2020-2022, κατά μέσο όρο περίπου 19 ημέρες το μήνα, οι οποίες καλύπτουν τα 2/3 του μήνα και εν τοις πράγμασι ο ενάγων εργαζόταν σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, καθώς, αν στις ημέρες αυτές προστεθούν τα Σάββατα και οι Κυριακές, καλύπτεται ο αριθμός των ημερών εκάστου ημερολογιακού μηνός και ως εκ τούτου απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη κρίνεται η ένσταση εξόφλησης, που προβάλλουν οι εναγόμενοι για τα ποσά, που επιδικάζονται στον ενάγοντα για το 6ο ημερομίσθιο. Περαιτέρω, ο εκκαλών- ενάγων δεν προσβάλλει το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, με το οποίο του επιδικάζεται εν μέρει το κονδύλιο για οφειλόμενο έκτο (6ο) ημερομίσθιο των επίδικων ετών, πλην όμως, με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εκκαλών – ενάγων προσβάλλει την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο το ένδικο κονδύλιο της οφειλόμενης διαφοράς επί του ημερομισθίου των επίδικων ετών, διότι όλως εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το νόμιμο ημερομίσθιο του ίδιου (ενάγοντος) μπορούσε να είναι μειωμένο κατά 10% σε σχέση με το προβλεπόμενο από την εκάστοτε εφαρμοζόμενη ΣΣΝΕ, αν και η μείωση αυτή, όπως ισχυρίζεται, δεν αφορά τον ενάγοντα, αλλά αφορά αποκλειστικώς και μόνο τους απασχολούμενους μονίμως σε κάθε επιχείρηση με πλήρη και όχι μερική απασχόληση, όπως η εκ περιτροπής απασχόληση. Ωσαύτως, σχετική είναι η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης …………….., Προέδρου του Σωματείου «……………..», ληφθείσα με επιμέλεια του εκκαλούντος – ενάγοντος, ο οποίος (μάρτυρας) αναφέρει ότι η μείωση κατά 10% αφορά μόνο τους μόνιμους, δηλαδή τους πλήρους απασχόλησης, κατόπιν συμφωνίας με την εργοδοτική Ένωση, που αποτελεί κίνητρο για τις επιχειρήσεις ώστε να προσλαμβάνουν μόνιμους εργαζόμενους με 25 ένσημα το μήνα, άρα 300 ένσημα το χρόνο, και όχι τους έκτακτους. Αντίστοιχο με την εν λόγω ένορκη βεβαίωση περιεχόμενο έχει και η από 4-11-2025 βεβαίωση του ανωτέρω συνδικάτου, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει παραδεκτά το πρώτον (άρθρο 529 ΚΠολΔ) στο παρόν Δικαστήριο ο εκκαλών – ενάγων. Παρά ταύτα, ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, καθότι δεν επιβεβαιώνεται από τις ρυθμιστικές προβλέψεις της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΝΕ, κατά την οποία, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β.1.Α5 περίπτωση 3 κάθε ΣΣ «Οι εργαζόμενοι με πρόσληψη αορίστου χρόνου για χρονικό διάστημα πάνω από ένα έτος στην επιχείρηση, λαμβάνουν ημερομίσθιο μέχρι 10% μικρότερο του προβλεπόμενου ημερομισθίου τους», χωρίς με τη διάταξη αυτή να εισάγεται και να καθιδρύεται κάποια διάκριση μεταξύ εργαζόμενων αορίστου χρόνου με πλήρη και μερική απασχόληση, όπως αβασίμως διατείνεται ο ενάγων και συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον ως άνω λόγο έφεσης είναι απορριπτέα, όπως και ο ως άνω πρώτος λόγος έφεσης στο σύνολό του. Επιπλέον, ως προς το ένδικο κονδύλιο της διαφοράς επί αμοιβής εργασίας σε Κυριακές και αργίες, λεκτέα τα ακόλουθα : Σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β και τον όρο με τίτλο «Υπερωριακή Εργασία» της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΝΕ ορίζεται ότι «… οι απασχολούμενοι Σαββατοκύριακο θα παίρνουν (από την πρώτη ώρα) προσαύξηση των αποδοχών τους κατά 100%, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αντικατασταθεί με οποιαδήποτε παροχή σε είδος». Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους με επίκληση από τον εκκαλούντα – ενάγοντα Τροποποιητικούς Πίνακες Προσωπικού, τους οποίους συνέταξε και υπέβαλε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας η πρώτη εναγόμενη για τα έτη 2020-2022, ο ενάγων εργάστηκε την Κυριακή 11.10.2020 και 22.11.2020 και δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των (81,20 ευρώ Χ 2 =) 162,40 ευρώ για την κάθε Κυριακή και συνολικά το ποσό των (162,40 Χ 2 Κυριακές =) 324,80 ευρώ, πλην όμως, έχει εισπράξει από την πρώτη εναγόμενη για την αιτία αυτή, όπως συνομολογεί με την αγωγή, το ποσό των 411,23 ευρώ για το έτος 2020, οπότε η ένδικη αξίωση έχει αποσβεστεί λόγω εξοφλήσεως. Κατά συνέπεια, το υπό στοιχείο IV.i.γ κονδύλιο για διαφορά επί αμοιβής εργασίας σε Κυριακές και αργίες για το έτος 2020 ποσού 2.198,77 ευρώ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε η παροχή της εργασίας του σε άλλες ημερολογιακά προσδιοριζόμενες Κυριακές του αυτού έτους. Αντιθέτως, κατά το έτος 2021, όπως προκύπτει από τους ως άνω Τροποποιητικούς Πίνακες Προσωπικού της πρώτης εναγόμενης, εργάστηκε επί 14 Κυριακές και συγκεκριμένα την Κυριακή 3.1.2021, 7.2.2021, 21.3.2021, 28.3.2021, 4.4.2021, 11.4.2021, 23.5.2021, 6.6.2021, 5.9.2021, 12.9.2021, 10.10.2021, 17.10.2021, 7.11.2021 και 28.11.2021 και δικαιούται για την αιτία αυτή α) το ποσό των (81,20 ευρώ Χ 2 =) 162,40 ευρώ για την κάθε Κυριακή μέχρι το μήνα Οκτώβριο και συνολικά το ποσό των (162,40 Χ 10 Κυριακές =) 1.624,00 ευρώ και β) το ποσό των (81,45 ευρώ Χ 2 =) 162,90 ευρώ για την κάθε Κυριακή μετά το μήνα Οκτώβριο και συνολικά το ποσό των (162,90 Χ 4 Κυριακές =) 651,60 ευρώ και άρα για το έτος 2021 το συνολικό ποσό των (1.624,00 + 651,60 =) 2.275,60 ευρώ, έναντι του οποίου έχει εισπράξει από την πρώτη εναγόμενη για την αιτία αυτή, όπως συνομολογεί με την αγωγή, το ποσό των 621,27 ευρώ για το έτος 2021, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 1.654,33 ευρώ για το έτος αυτό. Συνακόλουθα, το υπό στοιχείο IV.ii.γ κονδύλιο για διαφορά επί αμοιβής εργασίας σε Κυριακές και αργίες για το έτος 2021 πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό κατά το ποσό των 1.654,33 ευρώ. Παρομοίως, κατά δε το έτος 2022, όπως προκύπτει από τους ως άνω Τροποποιητικούς Πίνακες Προσωπικού της πρώτης εναγόμενης, εργάστηκε επί 12 Κυριακές και συγκεκριμένα την Κυριακή 16.1.2022, 27.2.2022, 6.3.2022, 13.3.2022, 20.3.2022, 27.3.2022, 3.4.2022, 10.4.2022, 26.6.2022, 24.7.2022, 18.9.2022 και 16.10.2022 και δικαιούται για την αιτία αυτή α) το ποσό των (81,45 ευρώ Χ 2 =) 162,90 ευρώ για την κάθε Κυριακή μέχρι το μήνα Ιούλιο και συνολικά το ποσό των (162,90 Χ 9 Κυριακές =) 1.466,10 ευρώ και β) το ποσό των (84,15 ευρώ Χ 2 =) 168,30 ευρώ για την κάθε Κυριακή μετά το μήνα Ιούλιο και συνολικά το ποσό των (168,30 Χ 3 Κυριακές =) 504,90 ευρώ και άρα για το έτος 2022 το συνολικό ποσό των (1.466,10 + 504,90 =) 1.971,00 ευρώ, έναντι του οποίου έχει εισπράξει από την πρώτη εναγόμενη για την αιτία αυτή, όπως συνομολογεί με την αγωγή, το ποσό των 993,91 ευρώ για το έτος 2022, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 977,09 ευρώ για το έτος αυτό. Κατ’ ακολουθίαν, το υπό στοιχείο IV.iii.γ κονδύλιο για διαφορά επί αμοιβής εργασίας σε Κυριακές και αργίες για το έτος 2022 πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό κατά το ποσό των 977,09 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (4625/2025) απέρριψε εν όλω το υπό στοιχείο IV.ii.γ και το υπό στοιχείο IV.iii.γ κονδύλιο για διαφορά επί αμοιβής εργασίας σε Κυριακές και αργίες για το έτος 2021 και για το έτος 2022, αντιστοίχως, ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως εν μέρει βάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών – ενάγων με το συναφή δεύτερο λόγο έφεσης. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3302/2004, κάθε μισθωτός, ο οποίος συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής του σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση. Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτό. Η αναλογία της χορηγούμενης άδειας υπολογίζεται βάσει ετήσιας αδείας 20 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχούς απασχόλησης. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησης του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται όπως ανωτέρω. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες, αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος, καθώς και τα επόμενα ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του και σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού. Με την από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ (άρθρο 6) προβλέπεται αυξημένη άδεια με βάση την προϋπηρεσία, ήτοι η χορήγηση 25 εργάσιμων ημερών, αν η παρεχόμενη εργασία είναι πενθήμερη, σε όσους μισθωτούς έχουν υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη. Επίσης, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Α και συγκεκριμένα στον ακροτελεύτιο όρο του με τίτλο «Χρόνος προϋπηρεσίας» της ΣΣ Ναυπηγοεπισκευαστικών Εργασιών ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «Έτος προϋπηρεσίας θεωρείται η πραγματοποίηση εκατόν τριάντα (130) ημερομισθίων». Αναφορικά δε με το αγωγικό κονδύλιο περί οφειλόμενης διαφοράς αδείας για τα έτη 2024 και 2025, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι λόγω της προϋπηρεσίας του δικαιούται 25 ημέρες άδειας για το έτος 2024 και 2025, και όχι 18 ημέρες, συνομολογώντας ότι για αυτή την αιτία για καθένα από τα δύο έτη οι εναγόμενοι του κατέβαλαν το ποσό των 1.934,28 ευρώ ως αποζημίωση αδείας κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, που έλαβε χώρα την 21.1.2025, ενώ με τις προτάσεις του ισχυρίζεται ότι είναι ασφαλισμένος από το έτος 2002. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη εργατικό ατύχημα την 29.5.2023 και, όπως ο ίδιος εκθέτει ρητά στην από 5.9.2024 με αρ. κατ. 10298/5617/2024 αγωγή του κατά των ίδιων εναγόμενων, εξαιτίας αυτού απώλεσε την εργασιακή του ικανότητα και έκτοτε σταμάτησε να παρέχει την εργασία του στην πρώτη εναγόμενη. Συνεπώς, κατά το χρόνο της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας δεν είχε θεμελιώσει, λόγω της συνεχούς αποχής του από την εργασία εξαιτίας του εργατικού ατυχήματος, δικαίωμα σε πλήρη άδεια για τα επίδικα έτη 2024 και 2025, κατά τα οποία δεν αποδείχθηκε ο χρόνος απασχόλησής του, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική νομική σκέψη, ενώ η διατήρηση της εργασιακής σχέσης μέχρι την καταγγελία της δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος αυτοδικαίως αποκτά δικαίωμα πλήρους ετήσιας άδειας για το διάστημα κατά το οποίο δεν παρείχε καθόλου εργασία λόγω του ατυχήματος και εκ τούτων παρέπεται ότι το υπό στοιχείο IV.v. κονδύλιο για διαφορά αδείας των ετών 2024 και 2025 τυγχάνει απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (4625/2025) απέρριψε το ως άνω κονδύλιο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία παραδεκτά αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα – ενάγοντα με τον τρίτο λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και ο ως άνω λόγος έφεσης στο σύνολό του. Ακόμα, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η πρώτη εναγόμενη κατήγγειλε την από 24.9.2016 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος την 21.1.2025, στην οποία (καταγγελία) αναφέρεται το συμφωνηθέν ημερομίσθιο 107,46 ευρώ (στις αποδείξεις μισθοδοσίας του αναφέρεται 108 ευρώ) και ότι η σύμβαση αφορούσε εκ περιτροπής απασχόληση, καθώς έτσι είχε συμφωνηθεί και παρεχόταν, ωστόσο αναφέρθηκε ανωτέρω πόσες ημέρες εργαζόταν καθένα από τα επίδικα έτη, ενώ από την 29.5.2023 σταμάτησε να παρέχει την εργασία του λόγω του εργατικού ατυχήματος. Σύμφωνα με το έγγραφο 4355/16/3.3.2011 του Υπουργείου Εργασίας, το χρονικό διάστημα που ο εργαζόμενος απασχολείται με καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, απαγορεύεται η καταγγελία σύμβασης, δεδομένου ότι επιβάλλεται ως μέτρο προληπτικό, η οποία, για να πραγματοποιηθεί, απαιτεί τη διακοπή της εκ περιτροπής απασχόλησης και την επαναφορά του εργαζόμενου στην πλήρη απασχόληση. Ωστόσο εν προκειμένω, αφού ο ενάγων είχε πάψει να εργάζεται στην πρώτη εναγόμενη από το εργατικό ατύχημά του την 29.5.2023, είχε de facto ανακληθεί το καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας και η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος δύναται να καταγγελθεί. Παρά το γεγονός ότι η σύμβαση εργασίας αφορούσε το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης, ο υπολογισμός της αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές, που θα λάμβανε ο ενάγων υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (σχετ. το έγγραφο 4355/16/3.3.2011 του Υπουργείου Εργασίας) τον τελευταίο μήνα απασχόλησης, συνυπολογιζόμενου του μισθού και κάθε άλλης παροχής σε είδος και σε χρήμα που δίδεται τακτικά και μόνιμα (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει και άρθρο 327 παρ. 1 του ΠΔ 80/2022), ειδικά δε για την αποζημίωση απόλυσης συνυπολογίζονται τα δώρα εορτών και επίδομα αδείας, προσαυξάνοντας κατά 1/6 του ημερομισθίου. Ειδικά για τους εργατοτεχνίτες, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 64 του Ν. 4808/2021 και στο άρθρο 327 παρ. 3 του ΠΔ 80/2022, ως μηνιαίος μισθός για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λογίζονται τα 22 ημερομίσθια και όχι τα 25 ημερομίσθια, που ισχυρίζεται ο ενάγων, καθώς δεν είχε συμφωνηθεί μηνιαίος μισθός αλλά ημερομίσθιο για τον εργαζόμενο ενάγοντα. Εν προκειμένω, η καταγγελία έγινε εγγράφως, όπως αποδεικνύεται από το σχετικό έγγραφο καταγγελίας της σύμβασης, το οποίο έλαβε ο ενάγων με επιφύλαξη για τα νόμιμα δικαιώματά του, ενώ οι εναγόμενοι υπολόγισαν το ποσό της αποζημίωσης με ημερομίσθιο 93,53 ευρώ, το οποίο στην απόδειξη πληρωμής αποζημίωσης απόλυσης Ιανουαρίου 2025 το αναφέρουν ως σύνολο συμφωνηθέντος ημερομισθίου, το οποίο δεν αντιστοιχεί ούτε στο νόμιμο, σύμφωνα με την ισχύουσα ΣΣΝΕ (από 1.4.2024 έως 30.6.2025) για την ειδικότητά του, η οποία αμείβεται με 100,50 ευρώ μικτά, ενώ με την απόκλιση του 10% μπορούσε να φτάσει τα 90,45 ευρώ, ούτε στο συμφωνηθέν ημερομίσθιο, όπως οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους συνομολογούν ότι για το έτος 2023 (και έπειτα) το ημερομίσθιο ανερχόταν σε 108 ευρώ, ενώ στην καταγγελία της σύμβασης αναφέρεται ως σύνολο μικτών αποδοχών κατά την απόλυση – ημερομίσθιο 107,46 ευρώ. Σημειωτέον ότι η αναλογία του έκτου ημερομισθίου δεν συνυπολογίζεται στην αποζημίωση, καθώς το ημερομίσθιο αυτό εξακολουθεί πλασματικά και αποτελεί ημερομίσθιο της έκτης ημέρας, που πλασματικά επίσης θεωρείται εργάσιμη (ΕφΠειρ 681/2022 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η αποζημίωση έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το ημερομίσθιο των 107,46 ευρώ X 22 ημέρες = 2.364,12 ευρώ, ποσό το οποίο πολλαπλασιάζεται X 5, καθώς ο ενάγων εργαζόταν επί 8 συμπληρωμένα έτη στην πρώτη εναγόμενη (από 9° 2016 έως 1° του 2025), ήτοι 2.364,12 X 5 = 11.820,60 ευρώ, στο οποίο ποσό θα συνυπολογισθούν τα δώρα εορτών και επίδομα αδείας, με προσαύξηση 1/6, ήτοι συν 1.970,10 ευρώ, συνεπώς, το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται στο ποσό των 13.790,70 (11.820,60 + 1.970,10) ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 12.003,02 ευρώ, που συνομολογεί ο ενάγων ότι του κατεβλήθη και άρα, του οφείλεται η διαφορά των 1.787,68 ευρώ, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης εξόφλησης, που προβάλλουν οι εναγόμενοι. Άλλωστε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, το καταβληθέν ποσό της αποζημίωσης απόλυσης υπολείπεται του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης λόγω προφανούς σφάλματος, οπότε δεν αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο η ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά διατάσσεται η συμπλήρωση της αποζημίωσης καταγγελίας, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 330 παρ. 2 εδ. τελευταίο του ΠΔ 80/2022. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (4625/2025) έκανε εν μέρει δεκτό το υπό στοιχείο V. κονδύλιο κατά το ίδιο ως άνω ποσό των 1.787,68 ευρώ, ως οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που παραδεκτά συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου έφεσης είναι απορριπτέα. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της σύμβασής του είναι άκυρη και συγκεκριμένα αφενός λόγω μη καταβολής πλήρους αποζημίωσης και αφετέρου ως αντίδραση στην ενάσκηση νόμιμου δικαιώματός του να ασκήσει τις υπ’ αρ. καταθ. ………./2024 και …………/2024 αγωγές του, η πρώτη με αντικείμενο την αποζημίωση λόγω εργατικού ατυχήματος, η δεύτερη με αντικείμενο την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, αδείας και επιδομάτων, ισχυρισμός ο οποίος κρίνεται ουδόλως πειστικός. Ωστόσο, αποδεικνύεται, όπως ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί, ότι η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε τον Ιανουάριο του 2025, ενώ το εργατικό ατύχημα έλαβε χώρα την 29.5.2023, αφότου δεν παρείχε την εργασία του λόγω εργασιακής ανικανότητάς του και του καταβάλλονταν οι αποδοχές του για μέρος αυτού του χρονικού διαστήματος (μέχρι το μήνα Μάρτιο του έτους 2024 αναφέρει ο ενάγων στην από 5.9.2024 και με αρ. κατ. …………/2024 αγωγή του, με βάση το μέσο όρο των μέχρι τότε μηνιαίων αποδοχών του). Αντιθέτως, η πρώτη εναγόμενη είχε ανάγκη από εργαζόμενο στη θέση του ενάγοντος και εξ αυτού του λόγου κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, καταβάλλοντας του μάλιστα, όπως συνομολογεί και ο ίδιος ο ενάγων, αποζημίωση απόλυσης 12.003,02 ευρώ την 31.1.2025, ποσό που υπολείπεται εν μέρει της ως άνω υπολογιζόμενης αποζημίωσης και καταβλήθηκε αμέσως μετά την καταγγελία και δεν αποδεικνύεται καμία πρόθεση της πρώτης εναγόμενης να μην καταβάλει την αποζημίωση καταγγελίας, που όφειλε, αλλά αυτό υπολείπεται λόγω αριθμητικού λάθους, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι με τις ως άνω ιδιότητές τους υποχρεούνται να του καταβάλουν τη διαφορά, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Συνεπώς, η από 21.1.2025 καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν είναι άκυρη και άρα, ο ενάγων δεν δικαιούται πρόσθετης αποζημίωσης εκ του νόμου (άρθρο 339 του ΠΔ 80/2022) και το σχετικό υπό στοιχείο VI. κονδύλιο ύψους 29.286,41 ευρώ κρίνεται απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (4625/2025) απέρριψε το ως άνω κονδύλιο για πρόσθετη αποζημίωση ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου έφεσης είναι απορριπτέα, όπως και ο λόγος αυτός στο σύνολό του. Τέλος, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομες και υπέστη υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του ως εργαζόμενου και ως εκ τούτου δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη. Ωστόσο, από τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης συντελέστηκε υπό παράνομες συνθήκες, όπως ο ενάγων ισχυρίζεται, αλλά την 21.1.2025 μετά από σχεδόν δύο έτη από το εργατικό ατύχημα του ενάγοντος, καταβάλλοντας του αποδοχές για μεγάλο μέρος του διαστήματος αυτού, δείχνοντας ένα ανθρώπινο πρόσωπο στον ενάγοντα, ευρισκόμενοι πλάι του, καταβάλλοντας του μέρος των ιατρικών εξόδων του ενάγοντος που σχετίζονται με το εργατικό ατύχημα, όπως αποδεικνύεται από προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους αποδείξεις καταβολής με αιτία «συνεισφορά …….. για κάλυψη εξόδων», για τους μήνες από Αύγουστο έως και Δεκέμβριο 2023 ποσού 1.500 ευρώ κάθε φορά. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται και αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός τους ότι οι ίδιοι προέβησαν στη δήλωση του εργατικού ατυχήματος στους αρμόδιους φορείς και ο ενάγων λαμβάνει τις αποδοχές, που δικαιούται εκ του νόμου από τον ΕΦΚΑ. Από όλα τα ανωτέρω, ουδεμία ηθική βλάβη του ενάγοντος αποδεικνύεται, απορριπτομένου του σχετικού κονδυλίου υπό στοιχείο VII. περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως ουσιαστικά αβάσιμου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (4625/2025) απέρριψε το ως άνω κονδύλιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πέμπτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα, όπως και ο ως άνω λόγος έφεσης στο σύνολό του. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η ένσταση συμψηφισμού, που προβάλλουν οι εναγόμενοι σχετικά με τα ποσά που ήδη έχουν καταβάλει, με όποια ποσά εντέλει επιδικασθούν από το παρόν Δικαστήριο, εκτός από αόριστη, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς για τα κονδύλια που έγιναν δεκτά ως ουσιαστικά βάσιμα, λήφθηκαν υπόψη τυχόν ποσά που οι εναγόμενοι είχαν καταβάλει για την ίδια αιτία, ενώ δεν αποδείχθηκε η καταβολή άλλων ποσών, που θα μπορούσαν να συμψηφιστούν με αυτά. Κατά συνέπεια και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εκ των οποίων η πρώτη ως εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρία, οι δε λοιποί με την ιδιότητά τους ως ομόρρυθμοι εταίροι, οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον για τα χρέη της εταιρίας (άρθρο 249 παρ. 1 του Ν. 4072/2012), να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 14.972,83 ευρώ (= 3.816,40 + 3.665,25 + 4.207,50 + 1.496 + 1.787,68), καθώς και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 2.687,67 ευρώ (= 56,25 + 1.654,33 + 977,09), όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
IV. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του (4625/2025) έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 14.972,83 ευρώ, καθώς και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 56,25 ευρώ, αμφότερα τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως εν μέρει βάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών – ενάγων με το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής του. Γενομένου δε εν μέρει δεκτού του δεύτερου λόγου έφεσης, που ευδοκίμησε, ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση (4625/2025) στο σύνολό της, δηλαδή και κατά το μη ανατραπέν μέρος της, για την ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΤριμΕφΠειρ 700/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 59/2024 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς), συμπεριλαμβανομένης και της διάταξής της περί δικαστικής δαπάνης που θα καθοριστεί εξαρχής και ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν η υπό κρίση αγωγή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 14.972,83 ευρώ (= 3.816,40 + 3.665,25 + 4.207,50 + 1.496 + 1.787,68), καθώς και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 2.687,67 ευρώ (= 56,25 + 1.654,33 + 977,09), όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, μετά τον καταμερισμό της δικαστικής δαπάνης ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός από τους διαδίκους, πρέπει μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος – ενάγοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά μερική παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος του τελευταίου, να επιβληθεί σε βάρος των εφεσίβλητων – εναγόμενων (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 26-11-2025 έφεση κατά της με αριθμό 4625/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 4625/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 7-2-2025 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………/2025 αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (14.972,83 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (2.687,67 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εφεσίβλητων – εναγόμενων μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος – ενάγοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 30 Σεπτεμβρίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ