ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 629/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα)
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου, Εφέτη, Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλούντων: 1) …………………. και 2) ……………, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Καστανίδη.
Της εφεσίβλητης: Της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», με έδρα τη …………, όπως νομίμως εκπροσωπείται, ως ειδικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «………..», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο.
Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «….» με έδρα το ….. Αττικής, επί της οδού …………….., με Αρ.ΓΕΜΗ ……….. και ΑΦΜ …., Δ.Ο.Υ ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ, η πρώην με την επωνυμία «…………… (………………)» και διακριτικό τίτλο «…………… (………………., αντίκλητος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού «…………….» (……………)», η οποία εδρεύει στο ……………… και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Κωνσταντίνου Μπάκα, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.
Οι ενάγουσες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 11/4/2022 (αρ. κατάθεσης ………./2022) αγωγή εναντίον του εφεσίβλητου, με την οποία ζητούσε τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτήν και επ’ αυτής εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 3666/2023 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι ενάγουσες με την από 2/1/2025 έφεσή τους (αριθμ. εκθ. καταθ. ……../2025) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 4/12/2025, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο. Περαιτέρω, η εταιρία με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «……..», άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και κατά των εκκαλουσών την από 2/12/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλουσών ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις του, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας, κατόπιν δήλωσής του, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις,
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται προς συζήτηση: α) η από 2/1/2015, κατατεθείσα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2025 και ακολούθως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις με αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2025, έφεση κατά της εφεσίβλητης προς εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 3666/2023 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και β) η από 2/1/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……./2025) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία «…………….» και τον διακριτικό τίτλο «…………..», υπέρ της εφεσίβλητης εταιρείας και κατά των εκκαλουσών στην εκκρεμή έφεση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της συνάφειάς τους, αφού αφορούν στην ίδια προσβαλλομένη απόφαση, υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία και με τη συνεκδίκαση τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 80 επ., 246 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Κατά την εκφώνηση της παραπάνω έφεσης και πρόσθετης παρέμβασης από τη σειρά τους στο οικείο πινάκιο: Α) στην έφεση η εφεσίβλητη ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …../30-5-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ………………, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης με τη σχετική πράξη κατάθεσης, την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση σε αυτή για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 4/12/2025, επιδόθηκε στην εφεσίβλητη νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 498 παρ.2 του ίδιου Κώδικα. Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και για την οποία δεν απαιτείται κλήτευση αυτής κατ’ άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ. Επομένως, η εφεσίβλητη θα δικασθεί ερήμην, πλην όμως η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν κι αυτή παρούσα κατ’ άρθρο 524 παρ.4 εδ.1 του ΚΠολΔ, Β) στην από 2/12/2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά ήταν απούσα. Από την προσκομιζόμενη από την προσθέτως παρεμβαίνουσα υπ’ αριθ. ………../2025 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της παραπάνω πρόσθετης παρέμβασης με πράξη ορισμού της αναφερόμενης ως άνω δικασίμου και κλήση σε αυτή για συζήτηση επιδόθηκε στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 591 παρ.1 περ.β’ εδ.α’ του ΚΠολΔ, όπως η σχετική διάταξη εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου. Σχετικά με τη δικονομική θέση της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, όπως αυτή επηρεάζεται από την άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και τις συνέπειες που έχει η παράσταση στη δίκη των λοιπών συμμετεχόντων στη δίκη, λεκτέα τυγχάνουν τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….», «Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, «Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α’ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης». Την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου οι εν λόγω εταιρίες αποκτούν ανεξάρτητα αν το πλαίσιο μεταβίβασης και διαχείρισης των απαιτήσεων στηρίζεται στον ν. 3156/2003, αλλά σημασία έχει το εάν πρόκειται για εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015 (στις οποίες ρητά έχει απονεμηθεί από το νόμο η ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου), ανεξαρτήτως δηλαδή αν η μεταβίβαση της απαίτησης από τον αρχικό δικαιούχο προς τον ειδικό διάδοχο (εταιρίες ειδικού σκοπού- ΕΑΑΔΠ) και ακολούθως η ανάθεση από αυτόν της διαχείρισης έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 ή με βάση το ν. 4354/2015 (ΟλΑΠ 1/2023 ΤΝΠ Nomos).
Στην προκειμένη περίπτωση η υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………» (……….) που εδρεύει στο …. της …. (οδός ……….) με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών …….., κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» (ΑΦΜ ……….), κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν, στα πλαίσια τιτλοποίησης, μεταξύ άλλων, και της επίδικης απαίτησης. Ακολούθως, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……….» κατέστη καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………». Η ανωτέρω μεταβίβαση εγένετο στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 3156/2003 δυνάμει της από 18/6/2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε αυθημερόν στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον Τόμο … με αυξ. αριθμό …… και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …../18-06-2019 (άρθρο 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003). Συνεπώς, η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….» την 18/6/2019 κατέστη ειδική διάδοχος της «…………….» και ήδη «………..» μεταξύ άλλων και της επίδικης απαίτησης που απορρέει από την υπ’ αριθμ. ………../11-3-2005 Σύμβαση πίστωσης που συνάφθηκε στον Πειραιά με δανειολήπτη- πρωτοφειλέτη τον ……………….., αποβιώσαντα καθολικό δικαιοπάροχο των αντιδίκων και συγκεκριμένα θείο αυτών, και εγγυήτρια την ……….. Η διαχείριση των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν κατά τα ανωτέρω στην παραπάνω εταιρεία ειδικού σκοπού, μεταξύ των οποίων είναι και η ένδικη απαίτηση κατά του …………., ανατέθηκε στην ανώνυμη εταιρεία πρώην με την επωνυμία «……………» (και διακριτικό τίτλο «………….» (άρθρο 10 παράγραφοι 14, 15 του ν. 3156/2003) και ήδη με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «…………..» δυνάμει της από 18/6/2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε αυθημερόν στα βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με αυξ. αριθμό ….. και έλαβε αριθμό πρωτ. ………./18.6.2019 (άρθρο 10 παράγραφος 16 του ν. 3156/2003). Με την ιδιότητά της αυτή, η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα παρεμβαίνει για να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση, έχει δε δημιουργηθεί μεταξύ της προσθέτως παρεμβαίνουσας και της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία. Από τα προσκομιζόμενα μετ΄ επικλήσεως από την προσθέτως παρεμβαίνουσα έγγραφα προκύπτει η επικαλούμενη ιδιότητα και το έννομο συμφέρον της για την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ΄ άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρων 76 παρ. 1,3 και 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί εφέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016 ΤΝΠ Nomos), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικο του (ΑΠ 368/2019, ΜονΕφΛαρ 305/2022 στην ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, εν προκειμένω, η υπέρ η πρόσθετη παρέμβαση-εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 524 παρ. 4 εδάφ. α` του ΚΠολΔ), καθώς θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.
Περαιτέρω, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε από ή προς τις εκκαλούσες, η δε εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 10/11/2023 και οι εκκαλούσες άσκησαν την κατ’ αυτής έφεση με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά, κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, στις 2/1/2025, ήτοι πριν παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, ενώ έχει κατατεθεί εκ μέρους των εκκαλουσών το παράβολο που προβλέπεται με το άρθρο 495 παρ. 3 KΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………… e παράβολο).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγουσες εκθέτουν ότι στις 24/2/2019 απεβίωσε αδιάθετος ο αδερφός της μητέρας τους-θείος τους, …………….., κάτοικος εν ζωή Πειραιά Αττικής. Ότι πλησιέστεροι εν ζωή συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήταν η σύζυγός του ………. …………… και τα τέκνα του, ………… και ………… Ότι στην κληρονομιά του αποβιώσαντος περιλαμβάνονταν χρέη προς την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………….» από την υπ’ αριθμ. …………/11-3-2005 σύμβαση πίστωσης που είχε καταρτίσει μαζί της, οι απορρέουσες από την οποία απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν -από τη δανείστρια τράπεζα- λόγω πώλησης (εκχώρηση επιχειρηματικών απαιτήσεων) στην αλλοδαπή εναγόμενη εταιρεία ειδικού σκοπού, ενώ δεν υπήρχε ενεργητικό. Ότι οι ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του προέβησαν στις 18/3/2019, η σύζυγος του αποβιώσαντος, την 1/4/2019, η θυγατέρα του θανόντος και στις 4/4/2020 ο υιός του, σε νομότυπη και εμπρόθεσμη αποποίηση της εξ αδιαθέτου επαχθείσας σε αυτούς κληρονομίας του συζύγου και πατρός τους. Ότι εν συνεχεία, η κληρονομιά του αποβιώσαντος περιήλθε στα ανήλικα τέκνα των ως άνω δύο τέκνων του, ήτοι στα εγγόνια του, τα οποία, κατόπιν χορήγησης δικαστικής άδειας στους γονείς τους προς αποποίηση της επαχθείσας σε αυτά κληρονομίας, προέβησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (δια των ασκούντων τη γονική μέριμνα του προσώπου τους), τα μεν της θυγατέρας του αποβιώσαντος στην υπ’αριθμ. ………../18-6-2020 δήλωση αποποίησης κληρονομίας, τα δε ανήλικα τέκνα του υιού του αποβιώσαντος στην υπ’ αριθμ. …./24-6-2020 δήλωση αποποίησης κληρονομίας ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά. Ότι, κατόπιν των ανωτέρω αποποιήσεων των κληρονόμων της πρώτης τάξης, στην κληρονομιά εκλήθησαν οι κληρονόμοι της δεύτερης τάξης της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ήτοι η μητέρα των εναγουσών, ……………, και μοναδική αδερφή του αποβιώσαντος, καθότι οι γονείς του είχαν προαποβιώσει, η οποία και αποποιήθηκε την επαχθείσα σε αυτή κληρονομιά, νομίμως και εμπροθέσμως, δυνάμει της υπ’αριθμ. …../7-9-2020 δήλωσης αποποίησης ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά. Ότι, κατόπιν της ως άνω αποποίησης, εκλήθησαν στην κληρονομιά οι ίδιες οι ενάγουσες, θυγατέρες της αδερφής του ως άνω αποβιώσαντος, οι οποίες, θεωρώντας πεπλανημένα ότι έχουν επαρκή προθεσμία για την αποποίηση της κληρονομίας, εσφαλμένη αντίληψη, η οποία ενισχύθηκε όταν το Μάιο του 2021 κι ενώ είχε μόλις αρθεί η αναστολή λειτουργίας των Δικαστηρίων λόγω των εκτάκτων μέτρων πρόληψης για τη διασπορά του κορωνοϊού, αναστολή που -σημειωτέον- αφορούσε και τις δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Πειραιά, προκειμένου να ορισθεί συγκεκριμένο ραντεβού για τη δήλωση αποποίησης κληρονομιάς, η οποία τους διαβεβαίωσε ότι δεν υφίσταται λόγος ανησυχίας, καθώς υπάρχει χρονικό περιθώριο για τη νομότυπη και εμπρόθεσμη ως άνω δήλωσή τους, προσδιορίζοντας ως ημερομηνία της δήλωσης αποποίησης της ανωτέρω επαχθείσας στις ίδιες κληρονομιάς την 20/7/2021, οπότε αμφότερες προέβησαν σε αυτή. Ότι η άγνοιά τους για τον υπολογισμό της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης της επαχθείσας στις ίδιες κληρονομιάς, λόγω των μεσολαβούντων χρονικών διαστημάτων αναστολής αυτής εξαιτίας των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού, σε συνδυασμό με την εσφαλμένη ενημέρωση που έλαβαν από το Ειρηνοδικείο Πειραιά, τους δημιούργησαν την πεπλανημένη πεποίθηση ότι είχαν εγκαίρως προβεί με τις ανωτέρω δηλώσεις τους σε νομότυπη αποποίηση της επίμαχης κληρονομιάς. Ότι η πλάνη αυτή διατηρήθηκε στις ίδιες μέχρι την 20/10/2021, οπότε απευθύνθηκαν σε δικηγόρο, προκειμένου να ζητήσουν τη νομική συνδρομή του για τη λήψη δικαστικής άδειας αποποίησης της κληρονομιάς για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους. Ότι από άγνοια περί το δίκαιο δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια εντός της τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή στις ίδιες της κληρονομιάς του πιο πάνω αποβιώσαντος θείου τους, αφήνοντας έτσι να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης της κληρονομιάς, με αποτέλεσμα να θεωρούνται κατά πλάσμα δικαίου ότι αποδέχθηκαν κατά το περιελθόν σε καθεμία από αυτές ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου την κληρονομιά του ίδιου πιο πάνω αποβιώσαντος συγγενούς τους. Ότι η μη αποποίηση της κληρονομιάς εκ μέρους τους μέσα στην πιο πάνω νόμιμη προθεσμία, δεν συμφωνούσε με την πραγματική βούλησή τους, αλλά οφείλεται σε πλάνη τους και συγκεκριμένα στην άγνοια των περί αποποίησης της κληρονομιάς σχετικών διατάξεων του ΑΚ, η οποία μάλιστα ήταν και ουσιώδης, διότι αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο, για την αποδοχή της κληρονομιάς ώστε αν γνώριζαν την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα είχαν αφήσει να παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, αφού δεν είχαν πρόθεση να αποδεχθούν την επαχθείσα σ’ αυτές κληρονομιά, η οποία βαρύνεται με σημαντικά χρέη. Ότι η εναγόμενη εταιρεία ειδικού σκοπού, κατόπιν της μεταβίβασης σε αυτή λόγω πώλησης της επίμαχης πιστωτικής σύμβασης από τη δανείστρια τραπεζική εταιρεία έχει καταστεί δικαιούχος των πάσης φύσεως απαιτήσεων που απορρέουν από αυτή, και συνεπώς νομίμως στρέφεται η αγωγή κατ’ αυτής, έχει δε ήδη από τον χρόνο της απόκτησης αυτής αναθέσει τη διαχείριση των ανωτέρω απαιτήσεων στην εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία «………….» και ήδη με την επωνυμία «………..». Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγουσες, επικαλούμενες ουσιώδη πλάνη τους περί το δίκαιο, ζητούν να ακυρωθεί η εκ μέρους τους πλασματική αποδοχή της επαχθείσας σε αυτές, κατά τους κανόνες περί εξ αδιαθέτου διαδοχής, κληρονομιάς του θείου τους ………………., καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική τους δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης εταιρείας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούσες με την υπό κρίση έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, την αποδοχή της αγωγής και την καταδίκη της εφεσίβλητης στη δικαστική τους δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του Ν. 4354/2015, ο νομοθέτης προχώρησε στην ίδρυση της δευτερογενούς αγοράς τραπεζικών δανείων σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε η Ελληνική Δημοκρατία με το Μνημόνιο Κατανόησης της 19/8/2015, ο δε νόμος 4354/2015 διαπνέεται από έναν ξεκάθαρο τελολογικό προσανατολισμό που συνίσταται στην αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο βαίνει διαρκώς επιδεινούμενο ένεκα της παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης και του πρότερου υπερδανεισμού, και, συνακόλουθα, στην άμβλυνση των ζημιών που αναπόδραστα επάγεται για τα πιστωτικά ιδρύματα ο μεγάλος αριθμός μη εξυπηρετούμενων πιστώσεων, γεγονός που απολήγει να τορπιλίζει την εν γένει σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Υπό τούτο το πρίσμα, η εν θέματι νομοθετική στόχευση απομόχλευσης των ισολογισμών των πιστωτικών ιδρυμάτων, βελτίωσης της κεφαλαιακής τους εικόνας και διαμόρφωσης μιας νέας κοίτης χρηματοδότησής τους επιδιώκεται να πραγματωθεί μέσω της δημιουργίας οργανωμένης δευτερογενούς αγοράς δανειακών απαιτήσεων, ήτοι μέσω της ενίσχυσης των συναλλαγών με αντικείμενο την πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων που πηγάζουν από συμβάσεις δανειακού χαρακτήρα ως αυτοτελούς στοιχείου ενεργητικού του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος (βλ. Ν. Φράγκο, σε I. Βενιέρη ΔικΕμπΣυμβ, σ. 834). Οι διατάξεις του Ν. 4354/2015 που διέπουν την οργανωμένη δευτερογενή απόκτηση απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις καταστρώνονται σε δύο κύριους άξονες, ήτοι αυτόν της εκποίησης απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις και αυτόν της εξωτραπεζικής διαχείρισής τους. Με τις ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου στην ισχύουσα εκδοχή τους καθιερώνονται δύο διακριτά εταιρικά σχήματα, ήτοι δύο νέες μορφές ανωνύμων εταιρειών ειδικού σκοπού, για τις οποίες τίθενται ειδικές και αυξημένες προϋποθέσεις αδειοδότησης και λειτουργίας, ήτοι α) η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π. άρθρο 1 παρ. 1 στ. σ’ Ν, 4354/2015) και β) η Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Α.Α.Δ.Π., άρθρο 1 παρ. 1 στ. β’ Ν. 4354/2015). Αντίστοιχα δε, διαμορφώνονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, ήτοι, αφενός η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της οποίος το πιστωτικό ίδρυμα αποξενώνεται από τις απαιτήσεις, και αφετέρου η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, η οποία δύναται να καταρτίζεται τόσο μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και εταιρείας διαχείρισης (άρθρο 1 παρ. 1 στ. α’ Ν. 4354/2015), όταν δηλαδή το πιστωτικό ίδρυμα παραμένει κύριος και δικαιούχος των απαιτήσεων, ήτοι δεν μεταβιβάζει αυτές σε εταιρεία απόκτησης και κατ’ επέκταση διατηρεί την ιδιότητα του δανειστή έναντι των οφειλετών, πλην όμως αναθέτει απλώς τη διαχείριση τούτων σε εταιρεία διαχείρισης (Σπ. Ψυχομάνη, ΕμπΔικ3, αρ. 1133, σ. 333), η οποία και δύναται να διενεργεί εντεύθεν οποιαδήποτε πράξη θα μπορούσε να πραγματοποιήσει και το πιστωτικό ίδρυμα, όσο και μεταξύ εταιρείας απόκτησης και εταιρείας διαχείρισης (άρθρο 1 παρ. 1 στ. β’ και γ’ Ν. 4354/2015), οσάκις το πιστωτικό ίδρυμα μεταβιβάζει τις απαιτήσεις σε εταιρεία απόκτησης, η οποία υποχρεούται να αναθέσει τη διαχείριση των απαιτήσεων σε εταιρεία διαχείρισης (Πρβλ. Κ. Παπαχρήστου-Δημητρά, Η νομιμοποίηση, αρ. 182, σ. 109, ο οποίος αναφέρει ότι στην περίπτωση αυτή η ΕΑΑΔΠ αναθέτει υποχρεωτικά και μάλιστα εκ των προτέρων τη διαχείριση σε ΕΔΑΔΠ), κατά τις επιταγές της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 στ. γ΄ του Ν. 4354/2015. Ένα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα που ανέκυψαν κατά την εφαρμογή του Ν. 4354/2015 συνυφαίνεται με τη δικονομική λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων, καθώς οι ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου που συνθέτουν το κανονιστικό πλέγμα που διέπει το υπό εξέταση συμβατικό μόρφωμα της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των τραπεζικών απαιτήσεων έχουν σαφές δικονομικό αντίκτυπο. Ως μνημονεύθηκε ανωτέρω, οι εταιρείες διαχείρισης αποκτούν τις ρητώς προβλεπόμενες στη σύμβαση διαχειριστικές εξουσίες επί των επίσης ρητώς προσδιοριζόμενων συμβατικά απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η εξουσία είσπραξης των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και διεξαγωγής κάθε δικαστικής ενέργειας επί σκοπώ είσπραξης των απαιτήσεων. Στη θεωρία διακρίνεται η περίπτωση, κατά την οποία η εξουσία διαχείρισης των απαιτήσεων απονέμεται από πιστωτικό ίδρυμα, από εκείνη κατά την οποία έχει εμφιλοχωρήσει μεταβίβαση των απαιτήσεων σε εταιρεία απόκτησης, η οποία, εν συνεχεία, αναγκαστικά αναθέτει τη διαχείριση αυτών σε εταιρεία διαχείρισης. Κατά τη διάκριση αυτή, όταν η εταιρεία διαχείρισης αποκτά την εξουσία διαχείρισης από πιστωτικό ίδρυμα (άρθρο 2 παρ. 1, παρ. 2 στ. β’ και παρ. 4 Ν. 4354/2015), η νομιμοποίησή της θα στηρίζεται πάντοτε σε δικαιοπρακτικό θεμέλιο, ενώ όταν αποκτά τη διαχειριστική εξουσία από εταιρεία απόκτησης (άρθρο 1 παρ.1 στ. β’ και γ’ Ν. 4354/2015), η νομιμοποίησή της θα εδράζεται ευθέως στο νόμο (βλ. Κ. Παπαχρήστου- Δημητρά, Η νομιμοποίηση, αρ. 199-200, σ. 115-116). Ισχυρό θεωρητικό προβληματισμό ήγειρε και ο χαρακτήρας της νομιμοποίησης των εταιρειών διαχείρισης ως συντρέχουσας ή αποκλειστικής. Κατά τα προλεχθέντα, η εξουσία διαχείρισης απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων ανατίθεται σε μια εταιρεία διαχείρισης δυνητικά από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 4354/2015) και, υποχρεωτικά, ήτοι κατά ρητή νομοθετική επιταγή (άρθρο 1 παρ. 1 στ. γ’ Ν. 4354/2015), από την εταιρεία απόκτησης και εκδοχέα των εκχωρούμενων λόγω πωλήσεως πιστωτικών απαιτήσεων, δίχως όμως η τελευταία να νομιμοποιείται προς έγερση ενδίκων βοηθημάτων και διεξαγωγή των δικών που σχετίζονται με τις εκχωρούμενες απαιτήσεις, ως δικαιούχος διάδικος, καθώς ο νόμος προβλέπει ρητά ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο από τις εταιρείες διαχείρισης (άρθρο 1 παρ. 1 στ. γ’ εδ. γ’ Ν. 4354/2015), οι οποίες μάλιστα νομιμοποιούνται σε κάθε περίπτωση στις διεξαγόμενες για τις υπό διαχείριση απαιτήσεις δίκες, ως μη δικαιούχοι διάδικοι (άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015). Η νομιμοποίησή τους, δηλαδή, είναι εξαιρετική, ακριβώς λόγω της εξουσίας τους να προβούν στην άσκηση ένδικων βοηθημάτων προς το σκοπό είσπραξης των υπό διαχείριση απαιτήσεων ως μη δικαιούχοι διάδικοι. Τούτο είναι εύλογο, καθώς στις εταιρείες διαχείρισης χορηγείται, τόσο από τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, όσο και από τις εταιρείες απόκτησης, μόνον η εξουσία διαχείρισης και είσπραξης των απαιτήσεων, ήτοι δεν αποκτούν την κυριότητα αυτών και συνεκδοχικά δεν καθίστανται ειδικοί διάδοχοι του εκάστοτε αναθέτοντος τη διαχείριση. Μάλιστα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις η εταιρεία διαχείρισης δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή εκπρόσωπος της αναθέτουσας τράπεζας ή εταιρείας απόκτησης, αλλά «ιδίω ονόματι». Συγκεκριμένα, οι εταιρείες διαχείρισης στις οποίες ανατίθεται υποχρεωτικά από τις εταιρείες απόκτησης η διαχείριση των εξ αυτών αποκτηθεισών απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, δεν αποκτούν τις εν λόγω απαιτήσεις κατά κυριότητα και, συνεπώς, δεν καθίσταται ειδικοί -κατά το ουσιαστικό δίκαιο- διάδοχοι των εν λόγω ιδρυμάτων, νομιμοποιούνται δε όχι ως δικαιούχοι, αλλά ως μη δικαιούχοι διάδικοι να διεξάγουν τις περί των διαχειριζόμενων απαιτήσεων δίκες για δικαίωμα τρίτου, αιτούμενες, ωστόσο, έννομη προστασία στο όνομά τους, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, όχι, όμως για ίδιο λογαριασμό. Ενεργούν, δηλαδή, ως δυνάμει λειτουργήματος μη δικαιούχοι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας, τη θέση τους δε αυτή ουδόλως διαφοροποιεί το γεγονός ότι η ανάθεση της διαχείρισης σε αυτές γίνεται συμβατικά. Συνεπώς, η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση αυτών αντλείται απευθείας από το νόμο, εφόσον έχει συναφθεί η προβλεπόμενη από το Ν. 4354/2015 σύμβαση. Η αυστηρή προσήλωση στο γράμμα του άρθρου 2 παρ. 2 στ. β’ και παρ. 4 του Ν. 4354/2015 πυροδότησε συζητήσεις στη θεωρία σε σχέση με την παθητική νομιμοποίηση των εταιρειών διαχείρισης, καθώς διά της γραμματικής ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων διαφαίνεται ότι η ανάθεση της διαχείρισης επί σκοπώ a fortiori είσπραξης των απαιτήσεων δεν παρέχει θεμελιωτικό έρεισμα για την παθητική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης σε σχέση με δίκες που διανοίγονται με πρωτοβουλία του οφειλέτη, υπό την έννοια ότι πρόκειται για πράξη που δεν συνυφαίνεται με την είσπραξη της απαίτησης. Όπως όμως συνάγεται ευθέως από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, η νομιμοποίηση της εταιρείας είναι εξαιρετική, αφού αυτή νομιμοποιείται στην άσκηση ένδικων βοηθημάτων προς το σκοπό είσπραξης των υπό διαχείριση απαιτήσεων ως μη δικαιούχος διάδικος. Αναφορικά δε με την παθητική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης, ο Ν. 4354/2015 δεν περιλαμβάνει μεν σχετική ρύθμιση, παρά τη διαλαμβανόμενη στην αιτιολογική έκθεση του νόμου ρητή πρόβλεψη περί ρύθμισης της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την εξωδικαστική και ενώπιον των δικαστηρίων παράσταση των εταιρειών διαχείρισης, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4, πλην όμως, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης δεν δικαιολογείται (βλ. ΕφΑνΚρ 21/2026, ΕφΘρ 110/2026 ΤΝΠ Nomos), τυχόν δε άρνηση της σχετικής δικονομικής δυνατότητας -θα οδηγούσε σε ουσιώδη αναίρεση του οικονομικού σκοπού της εταιρείας διαχείρισης και σε ανασφάλεια δικαίου. Λαμβανομένου δε υπόψη και του σκοπού του Έλληνα νομοθέτη περί δημιουργίας μιας δευτερογενούς αγοράς τραπεζικών δανείων προς το σκοπό εξυγίανσης των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, ελλείψει ρητής νομοθετικής πρόβλεψης, παρίσταται αναγκαία η τελολογική διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προκειμένου στην κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση των εταιρειών διαχείρισης να ενταχθεί και η παθητική νομιμοποίηση αυτών (βλ. ΕφΑνατΚρ 21/2026 ΤΝΠ Nomos, Πρβλ. Π. Γιαννόπουλο, Αρμ 2019.233-264, σ. 253). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναφέρονται και τα πραγματικά γεγονότα που θεμελιώνουν τόσο το έννομο συμφέρον και τη νομιμοποίηση του ενάγοντος όσο και ότι υφίσταται και παθητική νομιμοποίηση του εναγόμενου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής του δικαστικού αγώνα για συγκεκριμένη έννομη σχέση, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (ΑΠ 75/2018 ΤΝΠ Nomos) και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της (ΑΠ 1617/2011, ΝοΒ 2012/890). Η νομιμοποίηση συμπίπτει καταρχήν με την ιδιότητα του υποκειμένου του επίδικου δικαιώματος ή της υπό κρίση έννομης σχέσης, όπως αυτή ως προς το αντικείμενο και τους φορείς της καθορίζεται από τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που καλείται σε εφαρμογή (ΟλΑΠ 18/2005, Δνη 2005/706, Δ 2005/703). Γιο το λόγο αυτό τα γεγονότα στα οποία θεμελιώνεται η (κατά κανόνα ή συνήθης) νομιμοποίηση ταυτίζονται με τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση και της ιστορικής βάσης της αγωγής (Κ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, 2006, σελ. 68). Ωστόσο, νομιμοποιούμενοι διάδικοι δεν είναι πάντοτε τα υποκείμενα του επίδικου δικαιώματος. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος παρέχει την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε ορισμένα πρόσωπα, μολονότι αυτά δεν ισχυρίζονται ότι είναι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης (κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση). Πρόκειται για τις περιπτώσεις των μη δικαιούχων ή μη υποχρέων διαδίκων, που είναι μεταξύ άλλων ο πλαγιαστικώς ενάγων, η μητέρα όταν επιδιώκει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου (αρθ. 1479 ΑΚ), οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων (Ν. Νίκα, σε Κ. Κεραμέα/Δ. Κονδύλη/Ν. Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ I, 2000, άρθρο 68, αρ. 4, σ. 143- 144, Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία 12, §24 III, αρ. 5, σ. 363-364).
Στην προκειμένη περίπτωση η ως άνω αγωγή απαραδέκτως στρέφεται κατά της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, στην οποία μεταβιβάστηκαν δυνάμει της από 18/6/2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων οι απορρέουσες από την επίδικη υπ’αριθμ. …………../11-3-2005 σύμβαση πίστωσης απαιτήσεις της δανείστριας τράπεζας (εκχωρήτρια), καθώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην νομική σκέψη της παρούσας σε συνδυασμό με τα εκτιθέμενα στο υπό κρίση αγωγικό δικόγραφο, η εναγόμενη, κατέστη μεν φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, παράλληλα, όμως, όπως άλλωστε ήταν εκ του νόμου υποχρεωμένη, ανέθεσε τη διαχείριση των εξ αυτής αποκτηθεισών πιστωτικών απαιτήσεων στην εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία «………….» και ήδη με την επωνυμία «…………….» και το διακριτικό τίτλο «…………..», η οποία, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, είναι η αποκλειστικά νομιμοποιούμενη, κατ’εξαίρεση, παθητικά στη διεξαγωγή της παρούσας δίκης ως μη δικαιούχος διάδικος (βλ. και ΕφΠειρ 529/2026 https://www.efeteio-peir.gr), με αποτέλεσμα η υπό κρίση αγωγή να καθίσταται ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης εταιρείας. Εν προκειμένω πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι α) το γεγονός ότι η αγωγή επιδόθηκε και στη διαχειρίστρια εταιρεία, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, καθώς η εταιρεία διαχείρισης δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή εκπρόσωπος της αναθέτουσας τράπεζας ή εταιρείας απόκτησης, αλλά «ιδίω ονόματι», β) η κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση της ΕΔΑΔΠ είναι συντρέχουσα όταν η διαχείριση ανατίθεται ευθέως από το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα (ΕφΘρ 110/2026 ΤΝΠ Nomos), περίσταση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, γ) όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου οι εν λόγω εταιρίες αποκτούν ανεξάρτητα αν το πλαίσιο μεταβίβασης και διαχείρισης των απαιτήσεων στηρίζεται στον ν. 3156/2003, ανεξαρτήτως δηλαδή αν η μεταβίβαση της απαίτησης από τον αρχικό δικαιούχο προς τον ειδικό διάδοχο (εταιρίες ειδικού σκοπού- ΕΑΑΔΠ) και ακολούθως η ανάθεση από αυτόν της διαχείρισης έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 ή με βάση το ν. 4354/2015 (Ολ. ΑΠ 1/2023 ΤΝΠ Nomos). Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο.
Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης οι εκκαλούσες ισχυρίζονται επικουρικά ότι, αν γίνει δεκτό ότι παθητικά νομιμοποιείται σε έγερση της υπό κρίση αγωγής η ως άνω διαχειρίστρια εταιρεία, τούτο θα μπορούσε ευχερώς να συναχθεί από το δικόγραφο της αγωγής, όπου περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ανάθεση της διαχείρισης σε αυτήν, καθώς και από το γεγονός ότι η αγωγή επιδόθηκε και στη διαχειρίστρια εταιρεία και για το λόγο αυτό δεν έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή τους. Πλην όμως, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω, το γεγονός ότι η αγωγή επιδόθηκε και στη διαχειρίστρια εταιρεία, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, δεν αναιρεί την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης, καθώς η εταιρεία διαχείρισης ενεργεί «ιδίω ονόματι» και η αγωγή έπρεπε να στραφεί κατ’ αυτής, ενώ επιπλέον στο δικόγραφο της αγωγής οι ενάγουσες ρητά αρνούνται την παθητική νομιμοποίηση της διαχειρίστριας εταιρείας (βλ. σελ. 8 και 12 του δικογράφου της αγωγής). Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της υπό κρίση έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, αυτή είναι απορριπτέα στο σύνολό της, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω. Πρέπει να σημειωθεί ότι, ως προς την πρόσθετη παρέμβαση δεν θα περιληφθεί διάταξη στο διατακτικό, καθόσον αυτή δεν περιέχει ίδιο αίτημα που να πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει (ούτε καν σιωπηρά) το Δικαστήριο, αλλά απλώς διευρύνει τα όρια της εκκρεμούς διαδικασίας, αποτέλεσμα το οποίο επέρχεται αμέσως μετά την άσκησή της (βλ. ΑΠ 715/1998 ΕλλΔνη 40.630, ΕφΠειρ 111/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 5722/2011 ΕλλΔνη 53.822, ΕφΑθ 6524/1996 ΕλλΔνη 38.929). Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, λόγω της απόρριψης της έφεσης και της ήττας των εκκαλουσών, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που προκαταβλήθηκε κατά την κατάθεσή της από αυτούς, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 2/1/2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2025) έφεση με την από 2/12/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ερήμην της εφεσίβλητης, της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την αυτοτελή υπέρ της εκκαλούσας πρόσθετη παρέμβαση.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 10/8/2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, με σύνθεση για τη δημοσίευση, την Πρόεδρο Εφετών, Θεώνη Μπούρη, με μέλη τους Εφέτες (λόγω προαγωγής της Εφέτη Κωνσταντίνας Παπαντωνίου), Αγγελική Καγιούλη – Εισηγήτρια, Αναστασία Παρούση και με την παρουσία της Γραμματέως Ε.Δ, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι, στις 1.10.2026
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ