Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 633/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ   ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Απόφασης 633/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ……………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), με Α.Φ.Μ. ………….., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, στην προκειμένη δε περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά (άρθρα 1 παρ. 1, 36 παρ. 1, 41 παρ. 4 και 43 του ν. 4389/2016 και 85 παρ. 1 α’ του Κ.Ε.Δ.Ε.) και ήδη από την Προϊστάμενο του Κέντρου Βεβαίωσης και Είσπραξης (ΚΕΒΕΙΣ) Αττικής, το οποίο παραστάθηκε δια του δικαστικού πληρεξούσιου του Ν.Σ.Κ., Ευάγγελου Σαλαμάρα (ΑΜ ……), ο οποίος παραστάθηκε νόμιμα χωρίς την κατάθεση γραμματίου προείσπραξης, καθόσον ως δικηγόρος του Δημοσίου, ενεργών για λογαριασμό αυτού, απαλλάσσεται ρητά από τη σχετική υποχρέωση δυνάμει της διάταξης του άρθρου 61 παρ. 3 εδ. α΄ του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων).

Των εφεσίβλητων: 1)Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «…………….» (Α.Φ.Μ. …), που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, ο νόμιμος εκπρόσωπος του οποίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2)Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.) (Α.Φ.Μ. …..), ως οιονεί καθολικού διαδόχου, κατ’ άρθρο 51 παρ. 1 και 53 παρ. 1 περίπτ. Α’ ν. 4387/2016 (Φ.Ε.Κ. 85/Α’/12-5-2016), του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων -Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών» (ΙΚΑ – ΕΤΑΜ) που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του και ειδικότερα εν προκειμένω και από το Διευθυντή του Περιφερειακού Κ.Ε.Α.Ο. Πειραιά, που εδρεύει στον Πειραιά, επί της οδού ……………., το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου, Ανδρέα Μητρόπουλου (ΑΜ ΔΣΑ ………), με δήλωση του άρθρου 242 αρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε το με Νο ……………./04.02.2026 γραμμάτιο προείσπραξης τού ως άνω ΔΣ και 3)Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, με την επωνυμία «……………», η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………….» και τον διακριτικό τίτλο «…………..», που εδρεύει στο …… Αττικής, επί της ………………. και εκπροσωπείται νόμιμα, ο νόμιμος εκπρόσωπος του οποίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Β. Της (αυτοτελώς) προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «……….» (…………) και το διακριτικό τίτλο «………….», πρώην με την επωνυμία «………….» (………….) και διακριτικό τίτλο «…………….» (…………..), η οποία εδρεύει στο …….. Αττικής, επί της οδού ……….., με ΑΦΜ ………… Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και με αρ. ΓΕΜΗ …………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμ. 220/1/13.03.2Ο17 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16.3.2Ο17 ΦΕΚ (τ. Β’), η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….» (…………..), που εδρεύει στην …………….με αριθμό μητρώου …….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Η ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού, κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «…………..» (ΑΦΜ ………. ΔΟΥ ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ), κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 3156/2003, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου, Μάριου – Άγγελου Σούρρα (ΑΜ ΔΣΑ …), μέλους της ΔΕ ΧΑΡΑΚΤΙΝΙΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ [με ΑΜ ……], η οποία κατέθεσε το με Νο …./09.02.2026 γραμμάτιο προείσπραξης τού ως άνω ΔΣ.

Της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «……….» (Α.Φ.Μ. ……….), που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ο νόμιμος εκπρόσωπος του οποίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του καθ΄ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), με Α.Φ.Μ. ……, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, στην προκειμένη δε περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά (άρθρα 1 παρ. 1, 36 παρ. 1, 41 παρ. 4 και 43 του ν. 4389/2016 και 85 παρ. 1 α’ του Κ.Ε.Δ.Ε.) και ήδη από την Προϊστάμενο του Κέντρου Βεβαίωσης και Είσπραξης (ΚΕΒΕΙΣ) Αττικής, το οποίο παραστάθηκε δια του δικαστικού πληρεξούσιου του Ν.Σ.Κ., Ευάγγελου Σαλαμάρα (…… 600), ο οποίος παραστάθηκε νόμιμα χωρίς την κατάθεση γραμματίου προείσπραξης, καθόσον ως δικηγόρος του Δημοσίου, ενεργών για λογαριασμό αυτού, απαλλάσσεται ρητά από τη σχετική υποχρέωση δυνάμει της διάταξης του άρθρου 61 παρ. 3 εδ. α΄ του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων).

Των προς ους η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης: 1)Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.) (Α.Φ.Μ. …….), ως οιονεί καθολικού διαδόχου, κατ’ άρθρο 51 παρ. 1 και 53 παρ. 1 περίπτ. Α’ ν. 4387/2016 (Φ.Ε.Κ. 85/Α’/12-5-2016), του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων -Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών» (ΙΚΑ – ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού …………… και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του και ειδικότερα εν προκειμένω και από το Διευθυντή του Περιφερειακού Κ.Ε.Α.Ο. Πειραιά, που εδρεύει στον Πειραιά, επί της οδού ……………, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου, Ανδρέα Μητρόπουλου (ΑΜ ΔΣΑ ……….), με δήλωση του άρθρου 242 αρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε το με Νο ………../04.02.2026 γραμμάτιο προείσπραξης τού ως άνω ΔΣ, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, με την επωνυμία «……………», η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «……………….», που εδρεύει στο ….. Αττικής, επί της …………… και εκπροσωπείται νόμιμα, ο νόμιμος εκπρόσωπος του οποίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3) Επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, υπό την ιδιότητα της συμβολαιογράφου και συντάξασας τον πίνακα κατάταξης, …….., κατοίκου Αθηνών, οδός ………….., η οποία κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Το εκκαλούν άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των εφεσίβλητων, με αίτημα την ακύρωση άλλως μεταρρύθμιση του υπ’ αριθ. ……../18.10.2019 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών, ………., την από 18.11.2019 και με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, …………../18.11.2019 ανακοπή (άρθ. 979 ΚΠολΔ), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 877/2022 απόφαση που απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το ηττηθέν ανακόπτον, με την από 08.03.2024 (στο εκδόν δικαστήριο με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, ………./11.03.2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, προσδιορισμού στο παρόν Εφετείο ………./11.07.2024) έφεση. Η (αυτοτελώς) προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με ιδιαίτερο δικόγραφο την από 19.01.2026, με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, ……../19.01.2026 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της 1ης εφεσίβλητης και κατά του εκκαλούντος. Αμφότερα τα δικόγραφα προσδιορίστηκαν προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο (αρ. πιν. …. και ……, αντίστοιχα). Κατά την συζήτηση των υποθέσεων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρόντων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις, που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατάταξης, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθ’ ου η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης. Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε, κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ). Κατ’ ακολουθίαν, σε άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως νομιμοποιούνται μόνον ο επισπεύδων, οι αναγγελθέντες δανειστές και ο καθ` ου η εκτέλεση, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον. Τέτοιο συμφέρον του ανακόπτοντος θεωρείται ότι υπάρχει, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν η παραδοχή του αιτήματος της ανακοπής του δεν εξαντλείται μόνο στην ακύρωση της κατάταξης του καθ΄ ου αλλά συνδέεται συγχρόνως και με τη δυνατότητα κατάταξης του ανακόπτοντος. Έτσι αν, παρά την ακύρωση της κατάταξης και την εξαιτίας αυτής αποβολή του καθ΄ ου, κριθεί ότι ο ανακόπτων δεν δικαιούται να καταταγεί, η ανακοπή απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ’ ου η ανακοπή, δεδομένου ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετάσχοντες της δίκης άλλους δανειστές. Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, που δεν άσκησε ανακοπή. Κατά συνέπεια, όταν ασκείται ανακοπή κατά πλειόνων αναγγελθέντων και καταταγέντων δανειστών, η οποία εν τοις πράγμασι αποτελεί υποκειμενική σώρευση ανακοπών με την μορφή της παθητικής ομοδικίας (αρθ. 74 περ. 1 ΚΠολΔ), έναντι των οποίων προβάλλεται το υπαρκτό και η προνομιακή κατάταξη της απαίτησης του ανακόπτοντος, οι τελευταίοι, ως καθ’ ων η ανακοπή, συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθ. 74 περ. 2 ΚΠολΔ) και τούτο, για το λόγο ότι το υπαρκτό της απαίτησης του ανακόπτοντος και ο προνομιακός της χαρακτήρας κατά την κατάταξη συγκρίνεται ως προς καθένα από τους καθ’ ων, χωρίς να επηρεάζονται από αυτό οι μεταξύ τους σχέσεις αναφορικά με το ποσό της κατάταξης, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελούνται οι καθ’ ων, ώστε να παρίσταται ανάγκη σύγκρισης μεταξύ τους, ως προς τις απαιτήσεις τους για τις οποίες αναγγέλθηκαν και κατατάχθηκαν. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 977 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ίσχυε, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, κατά τον χρόνο διενέργειας του επίδικου πλειστηριασμού, αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976, καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 976 ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι απαιτήσεις του άρθρου 975 έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Από τα υπόλοιπα που απομένουν από την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 976 και του άρθρου 975 κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο 2 της παραγράφου 1. Σύμφωνα, εξ άλλου, με το άρθρο 977 παρ. 3 εδ. β ΚΠολΔ, όταν μετά την ικανοποίηση των ειδικών και των γενικών προνομίων, υπάρχει υπόλοιπο πλειστηριάσματος από το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) ή από το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), αυτό χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση των ειδικών ή γενικών αντίστοιχα προνομίων που δεν έχουν ακόμη ικανοποιηθεί. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 977 παρ. 3 εδ. γ ΚΠολΔ, το υπόλοιπο πλειστηριάσματος από το δέκα τοις εκατό (10%), μετά την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών, διαιρείται και πάλι στα δύο και στο ένα τρίτο κατά το άρθρο 977 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ για να ικανοποιηθούν αντίστοιχα τα ειδικά (από τα δύο τρίτα) και τα γενικά προνόμια (από ένα τρίτο) που δεν έχουν ικανοποιηθεί. Σημαντική τομή στο σύστημα του ΚΠολΔ, αναφορικά με τη διανομή του πλειστηριάσματος, αποτελεί η κατάταξη των μη προνομιούχων απαιτήσεων σε ποσοστό 10%, όταν αυτές συντρέχουν με απαιτήσεις εξοπλισμένες με γενικά και ειδικά προνόμια. Σκοπός του νομοθέτη με την ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 977 παρ. 3 ΚΠολΔ ήταν να ενθαρρύνονται και οι μη προνομιούχοι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση, ώστε ακόμα και αν υπάρχουν προνομιούχοι δανειστές, να λάβουν και αυτοί ποσοστό, έστω μικρό, του πλειστηριάσματος- (βλ.Αιτιολογική έκθεση του Ν.4335/2015, σελ. 23, άρθρο 977). Πρόσθετο επιχείρημα δε, αντλείται τόσον από το εδάφ. γ’ του άρθρου 977 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπου και ρητά προβλέπεται η εκ νέου κατάταξη των προνομιούχων δανειστών των άρθρων 975 και 976 ΚΠολΔ στο πλειστηρίασμα που αντιστοιχεί στο 10%, στην περίπτωση που προκύπτει υπόλοιπο μετά την κατάταξη των εγχειρόγραφων δανειστών, όσο και από το τελευτ. εδάφ. της παρ. 3 του άρθ. 977 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.4842/2021 και εφαρμόζεται σε πλειστηριασμούς που διενεργούνται μετά την 1-1-2022, όπου αναφέρεται ρητά ότι εάν υπάρχουν και εγχειρόγραφοι δανειστές, οι προνομιούχες απαιτήσεις των άρθρων 975 και 976 δεν συμμετέχουν στο 10% ακόμη και αν δεν ικανοποιήθηκε η απαίτησή τους. Είναι σαφές ότι δεν θα υπήρχε λόγος να γίνεται η ως άνω μνεία στο προϊσχύσαντα νόμο, σε περίπτωση που άνευ ετέρου αντιμετωπίζονταν ως εγχειρόγραφοι οι ενέγγυοι πιστωτές αν δεν ικανοποιούνταν προνομιακά (εν όλω ή εν μέρει). Αν ο νομοθέτης ήθελε να αποτελεί και με το προγενέστερο δίκαιο, κανόνα η διπλή κατάταξη των προνομιούχων απαιτήσεων θα το προέβλεπε ρητά, όπως άλλωστε έκανε στο άρθρο 160 του Πτωχευτικού Κώδικα, ειδικά και κατ` εξαίρεση από το άρθρο 977 του ΚΠολΔ, το οποίο ισχύει κατά τα λοιπά και στην πτωχευτική διαδικασία (άρθρο 156 ΠτΚ). Πέραν όμως από το γράμμα της διάταξης, η παραπάνω ερμηνεία οδηγεί στην καταστρατήγηση της βούλησής του νομοθέτη, ο οποίος θέλησε, για πρώτη φορά, να αναλώνεται το ποσοστό του 10% του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση των μη προνομιούχων πιστωτών. Η υλοποίηση της νομοθετικής ratio αυτής είναι αμφίβολη στην περίπτωση που αναγνωριζόταν η δυνατότητα κατάταξης των προνομιούχων πιστωτών στο υπόλοιπο 10%, κατά το μέτρο που δεν ικανοποιήθηκε ολικά ή εν μέρει η απαίτησή τους με βάση το προνόμιό της. Επιπροσθέτως των ανωτέρω, σύμφωνα με τη θεμελιώδη, δικονομική αρχή της διάθεσης, αν κάποιος δανειστής επέλεξε να αναγγείλει την απαίτησή του ως προνομιούχο, θα πρέπει η απαίτηση αυτή να καταταχθεί στον πίνακα κατάταξης ως τέτοια, μη επιτρεπόμενης της επικουρικής αίτησης περί μη προνομιακής κατάταξης. Ούτε ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, ούτε το δικαστήριο κατόπιν άσκησης σχετικής ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, μπορούν να προβούν σε μη προνομιακή κατάταξη δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο. 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιώδες στοιχείο του αναγγελτηρίου, μεταξύ άλλων, είναι το αίτημα κατάταξης και, όταν υπάρχει προνόμιο, σύμφωνα με ορθή άποψη, το αίτημα προνομιακής κατάταξης. Επομένως, με βάση όλα τα παραπάνω, τυχόν ερμηνεία, κατά την οποία οι μη ικανοποιηθείσες, εν όλω ή εν μέρει προνομιούχες απαιτήσεις, εξομοιώνονται κατ’ αποτέλεσμα προς τις εγχειρόγραφες και, συνεπώς, κατατάσσονται συμμέτρως (και) στο ποσοστό του 10% του πλειστηριάσματος, προσκρούει τόσο στη βούληση του νομοθέτη όσο και στο σαφές γράμμα του νόμου. Αν μετά την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών, δηλαδή των μη προνομιούχων απαιτήσεων, απομένει, υπόλοιπο από το 10%, τότε ικανοποιούνται τα γενικά και τα ειδικά προνόμια κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 977 παρ.1 εδ. Β ΚΠολΔ, ήτοι, τα γενικά προνόμια κατατάσσονται έως το 1/3 του υπολοίπου αυτού και τα ειδικά προνόμια έως τα 2/3 αυτού [ΑΠ 385/2024 ΝΟΜΟΣ].

Η από 08.03.2024 (με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στο εκδόν Δικαστήριο ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, …………./11.03.2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, προσδιορισμού στο παρόν Εφετείο ……../11.07.2024) έφεση του ηττηθέντος ανακόπτοντος, Ελληνικού Δημοσίου έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα νόμιμη επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ από τη δημοσίευση της τελευταίας (17.03.2022) έως την κατάθεση του δικογράφου της έφεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (11.03.2024) δεν παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών. Σημειώνεται ότι για το παραδεκτό της έφεσης δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, καθόσον το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής κάθε τέλους και παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του Καν. Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» (ΑΠ 1441/2024, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, www.areiospagos.gr). Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν μεταβάλλει την έννομη σχέση της δίκης, ο δε ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση. Αν, λόγω της μεταβίβασης, οι συνέπειες της απόφασης και το κατ’ άρθρο 325 ΚΠολΔ δεδικασμένο εκτείνονται και στον ειδικό διάδοχο, η παρέμβαση αυτή προσλαμβάνει τον χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης κατ’ άρθρο 83 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, ο παρεμβαίνων εξομοιώνεται με κύριο διάδικο και νομιμοποιείται να διενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις, ακόμη και σε περίπτωση ερημοδικίας του υπέρ ου η παρέμβαση αρχικού διαδίκου. Περαιτέρω, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στις οποίες έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων που έχουν μεταβιβαστεί στο πλαίσιο τιτλοποίησης κατά τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, νομιμοποιούνται να ενεργούν ως μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι, δικαιούμενοι να ασκούν στο δικό τους όνομα κάθε ένδικο μέσο και δικονομική πράξη, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης προς προάσπιση των δικαιωμάτων της αποκτώσας εταιρείας ειδικού σκοπού (ΟλΑΠ 1/2023 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….» άσκησε ενώπιον του παρόντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με αυτοτελές δικόγραφο, την από 19.01.2026 [ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/19.01.2026] πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης των καθ’ ων η ανακοπή – πρώτης εφεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» και κατά του εκκαλούντος. Προς θεμελίωση του έννομου συμφέροντος και της ενεργητικής της νομιμοποίησης, η παρεμβαίνουσα επικαλείται και προσκομίζει τα κάτωθι δημόσια έγγραφα: Την από 16.02.2024 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (Τόμος …, α.α. …, πρ. …../16.02.2024), δυνάμει της οποίας η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..», με έδρα την ……., κατέστη ειδική διάδοχος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, αποκτώντας, μεταξύ άλλων, και τις επίδικες απαιτήσεις κατά της οφειλέτιδας, ……….. Την από 16.02.2024 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (κατ’ άρθρο 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003), περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (Τόμος .., α.α. …, πρ. …./16.02.2024), δυνάμει της οποίας η παρεμβαίνουσα ορίστηκε διαχειρίστρια των ως άνω τιτλοποιηθεισών απαιτήσεων. Με βάση, επομένως, τα ανωτέρω έγγραφα, αποδεικνύεται ότι η «…………..» κατέστη ειδική διάδοχος της ………….. στις 16.02.2024, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης τής από 18.11.2019 ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου και της επελθούσας εκκρεμοδικίας. Ενόψει, δε, του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί επί της ανακοπής, καθώς και το απορρέον εξ αυτής δεδικασμένο, καταλαμβάνουν, κατ’ άρθρο 325 και 919 ΚΠολΔ και την ως άνω ειδική διάδοχο εταιρεία ειδικού σκοπού, η ………….., υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια και μη δικαιούχος διάδικος, έχει προφανές έννομο συμφέρον να παρέμβει στη δίκη αυτή. Η παρέμβαση αυτή, ενόψει των ανωτέρω, φέρει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 83 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθ. 80 και 83 ΚΠολΔ) με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου – πρώτης εφεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την από 28.03.2022 έφεση, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271, 272 παρ. 1 και 524 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ, όπως τα δύο πρώτα τροποποιήθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23.7.2015) και το άρθρο 524 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν και μετά το Ν. 4842/2021 από 1.1.2022 (ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021), τα οποία εφαρμόζονται και στην κρινόμενη έφεση, συνάγεται ότι, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, προϋπόθεση του παραδεκτού της τελευταίας είναι η νόμιμη κλήτευσή του ή η επίσπευση της συζήτησης από τον απολιπόμενο διάδικο για την ορισθείσα δικάσιμο. Έτσι, σε περίπτωση μη εμφάνισης του εφεσίβλητου στη συζήτηση της έφεσης, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, εφόσον, όμως, επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση ή έχει κληθεί νομίμως από τον παριστάμενο εκκαλούντα, στοιχεία στην έρευνα των οποίων οφείλει να προβεί αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, όπως ισχύει, επί ερημοδικίας του εφεσίβλητου, ως προς την έφεση, όπου η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη από το διάδικο που δεν εμφανίστηκε, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτή, αντίγραφα των οποίων είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει, μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση, ο παριστάμενος διάδικος. Στην προκείμενη περίπτωση από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το εκκαλούν υπ΄ αριθμ. ………/24.07.2024 και …………./25.07.2024 εκθέσεις επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …….. αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη και τρίτη των εφεσιβλήτων, αντίστοιχα. Όπως, όμως, αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο [05.02.2026] και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου η πρώτη και τρίτη των εφεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η διαδικασία, ωστόσο, ως προς την έφεση, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτές παρούσες, κατά τα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση αναφερόμενα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, εξεταζομένης της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων αυτής. Όσον αφορά, περαιτέρω, την πρώτη των εφεσίβλητων («……….»), όπως θα αναφερθεί αμέσως κατωτέρω, υπέρ αυτής άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων «…………», η οποία παραστάθηκε κανονικά. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, ο αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνων εξομοιούται με αναγκαίο ομόδικο του υπέρ ου η παρέμβαση, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 εδ. τελ. ΚΠολΔ. Συνεπώς, η απουσία της 1ης εφεσίβλητης αναπληρώνεται από την παρουσία της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, η οποία την αντιπροσωπεύει στη δίκη αυτή και, ως εκ τούτου, η πρώτη εφεσίβλητη – υπέρ ης η παρέμβαση θεωρείται δικονομικά παρούσα και δικάζεται αντιμωλία. Αναφορικά, όμως, με την τρίτη των εφεσιβλήτων, αυτή στερείται οποιασδήποτε εκπροσώπησης ή παρέμβασης υπέρ αυτής, με αποτέλεσμα να δικάζεται ερήμην. Ωστόσο, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, η ερημοδικία της αυτή δεν επιφέρει δυσμενείς δικονομικές συνέπειες αλλά η διαδικασία προχωρεί «σαν να ήταν και αυτή παρούσα» και συνεπώς το Δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα της έφεσης και της ανακοπής ως προς την εν λόγω τράπεζα με βάση τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία (τον προσκομιζόμενο πίνακα κατάταξης), παρά την δικονομική της απουσία. Ενόψει των παραπάνω, για το παραδεκτό της συζήτησης της έφεσης προσκομίστηκαν από το εκκαλούν, μετ΄ επικλήσεως, αντίγραφα των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των έγγραφων προτάσεων της πρώτης εφεσίβλητης, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη [κατ` άρθρο 524 παρ. 4 εδ. δ ΚΠολΔ], όχι όμως και για την τρίτη των εφεσιβλήτων, ενόψει του ότι αυτή δικάστηκε ερήμην και στον πρώτο βαθμό και, επομένως, δεν κατέθεσε προτάσεις.

Περαιτέρω, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα υπ΄ αριθμ. …………../20.01.2026 έκθεση επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών – Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………, μέλους της αστικής επαγγελματικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών, με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση. Όπως, όμως, αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου αυτή δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά ακολουθίαν, η ως άνω απολιπόμενη 2η εφεσίβλητη τράπεζα πρέπει να δικαστεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Εξάλλου, ενόψει του ότι η εταιρεία «…………….», ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των επίδικων απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου αυτής («……….»), άσκησε νόμιμα αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της 1ης εφεσίβλητης, ο παρεμβαίνων, όπως ήδη αναφέρθηκε, εξομοιώνεται κατά νόμο με αναγκαίο ομόδικο του υπέρ ου η παρέμβαση – αρχικού διαδίκου (άρθρο 83 ΚΠολΔ). Συνεπώς, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 εδ. τελ. ΚΠολΔ, η πρώτη εφεσίβλητη – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση αντιπροσωπεύεται δικονομικά από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα. Ακολούθως και για το παραδεκτό της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης αποδεικνύεται, επίσης, ότι ακριβές αντίγραφο, με κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της παρεμβαίνουσας και προς όλους τους αρχικούς διαδίκους της κύριας δίκης της ανακοπής, ήτοι επιπλέον της υπέρ ης η παρέμβαση, για την οποία έγινε λόγος αμέσως παραπάνω και προς όλους τους αρχικούς διαδίκους, όπως αυτοί εκπροσωπούνταν τόσο κατά τον χρόνο άσκησης της ανακοπής (2019) όσο και κατά τον παρόντα χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης και συγκεκριμένα: α) Προς το εκκαλούν – ανακόπτον, Ελληνικό Δημόσιο, τόσο εκπροσωπούμενο δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά, όσο και –ήδη- δια του Προϊσταμένου του Κέντρου Βεβαίωσης και Είσπραξης (ΚΕ.Β.ΕΙΣ.) Αττικής (βλ. τις υπ’ αριθμ. ……΄ και ….΄ αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης, αμφότερες από 20.01.2026, του ως άνω δικαστικού επιμελητή, του Εφετείου Αθηνών – Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………, μέλους της αστικής επαγγελματικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών, με την επωνυμία «…………….»), β)Προς το δεύτερο των καθ’ ων η ανακοπή – εφεσίβλητο [ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), τόσο δια του Διοικητή αυτού όσο και διά του Διευθυντή του Περιφερειακού Κ.Ε.Α.Ο. Πειραιά (βλ. τις υπ’ αριθμ. ….΄ και ……΄ αντίστοιχα, αμφότερες από 20.01.2026 εκθέσεις επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή, του Εφετείου Αθηνών – Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………….., μέλους της αστικής επαγγελματικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών, με την επωνυμία «…………..») και γ) Προς την τρίτη των καθ’ ων η ανακοπή [τράπεζα ………… υπό ειδική εκκαθάριση] (βλ. την υπ’ αριθμ. ……..΄/20.01.2026 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας, του Εφετείου Αθηνών – Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………., μέλους της ως άνω, ομοίως, αστικής επαγγελματικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών, με την επωνυμία «………»). Τέλος, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση επιδόθηκε και προς την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, συμβολαιογράφο Αθήνας, …….. (βλ. την υπ’ αριθμ. ……΄/20.01.2026 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή, του Εφετείου Αθηνών – Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………., μέλους της αστικής επαγγελματικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών, με την επωνυμία «……………..»), προς γνώση της εκκρεμούς δίκης και για τις νόμιμες συνέπειες, η οποία, ωστόσο, ως όργανο της εκτέλεσης, δεν φέρει την ιδιότητα του διαδίκου στην παρούσα δίκη της ανακοπής και η απουσία της δεν επάγεται δικονομικές συνέπειες. Κατόπιν των ανωτέρω, η ένδικη παρέμβαση εισάγεται παραδεκτά προς συζήτηση και πρέπει να συνεκδικαστεί με την έφεση, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 3 του ν. 4335/2015 “Μεταβατικές και άλλες διατάξεις” ορίζεται ότι “οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016. Ομοίως, οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο όγδοο του παρόντος…) εφαρμόζονται σε πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του παρόντος”. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, το οποίο φέρει τον τίτλο “Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις”, ορίζεται στο εδ. α` αυτού ότι κατά την αληθή τους έννοια οι διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, στο δε εδ. β` ότι για την κατάταξη των πιστωτών στην παραπάνω πρώτη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, που είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική δύναμη, το προϊσχύσαν δίκαιο εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάταξης των δανειστών στο σχετικό πίνακα, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, είχε επιδοθεί πριν την 1.1.2016. Ως επιταγή δε νοείται εκείνη που στηρίζει την περαιτέρω κύρια εκτελεστική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την επιβολή κατάσχεσης επί χρηματικών απαιτήσεων, όχι δε τυχόν προηγούμενες επιταγές, κατόπιν των οποίων δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους ή και άλλες περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δικονομικών τους συνεπειών (άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ), ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εκείνες από τις οποίες εγκύρως παραιτήθηκε ο επισπεύδων (ΑΠ 224/2022, 1151/2021 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, αν μετά την επίδοση μιας αρχικής επιταγής προς εκτέλεση δεν επακολουθήσει η επιβολή κατάσχεσης εντός του έτους (κατ’ άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ) ή άλλες περαιτέρω πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, επέρχεται αποδυνάμωση των δικονομικών και οικονομικών συνεπειών της. Στην περίπτωση αυτή, η εκτελεστική διαδικασία θεωρείται ως μηδέποτε αρξαμένη, οι δε τυχόν μεταγενέστερες πράξεις εκτέλεσης (όπως η αναγκαστική κατάσχεση), που ερείδονται επί νέας, δεύτερης επιταγής προς εκτέλεση, συνιστούν έναρξη νέας, αυτοτελούς εκτελεστικής διαδικασίας. Συνεπώς, εάν η δεύτερη αυτή επιταγή, η οποία και υποστηρίζει την τελική κατάσχεση, επιδοθεί μετά την 1.1.2016, εφαρμοστέες τυγχάνουν οι νέες διατάξεις των άρθρων 975, 976 και 977 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από τον Ν. 4335/2015, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η προγενέστερη επίδοση της αρχικής (η οποία και ατόνησε) επιταγής.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111, 118, 216 παρ. 1 και 979 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, με τον οποίο πλήττεται το εφαρμοστέο διαχρονικό δίκαιο των προνομίων, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν τη διαδικασία της εκτέλεσης (ιδίως οι ημερομηνίες επιδόσεως των επιταγών και της κατάσχεσης) και να διατυπώνεται το αίτημα μεταρρύθμισης του πίνακα. Η νομική αξιολόγηση των περιστατικών αυτών, ήτοι η κρίση για το ποιός νόμος τυγχάνει εφαρμοστέος βάσει των εκτιθέμενων ημερομηνιών, ανήκει στο Δικαστήριο (iura novit curia) και αποτελεί ζήτημα νομικής βασιμότητας (νόμω βάσιμου) του λόγου της ανακοπής και όχι ζήτημα του ορισμένου αυτού. Επομένως, αν το ανακόπτον εκθέτει με πληρότητα τις ημερομηνίες αλλά καταλήγει σε εσφαλμένο νομικό συμπέρασμα ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, ο λόγος δεν απορρίπτεται ως αόριστος αλλά ως μη νόμιμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν-ανακόπτον, Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, του πρώτου λόγου της ανακοπής του, με τον οποίο προσέβαλε τον υπ’ αριθμ. …………/18.10.2019 πίνακα κατάταξης δανειστών, της συμβολαιογράφου Αθήνας, …….., ως προς την κατάταξη απάντων των καθ΄ ων η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητων και ζήτησε την ακύρωση, άλλως μεταρρύθμισή του, ισχυριζόμενο ότι η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος εσφαλμένα εφάρμοσε το σύστημα των ποσοστών του άρθρου 977 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από τον Ν. 4335/2015), ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τις προϊσχύουσες διατάξεις του ΚΠολΔ, καθόσον η αρχική επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έλαβε χώρα το έτος 2013, ήτοι πριν την 1.1.2016. Προς θεμελίωση του λόγου αυτού, το ανακόπτον εξέθεσε πράγματι, με σαφήνεια και πληρότητα, στο ιστορικό του δικογράφου του όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα: 1)Ότι η πρώτη, από 1.5.2013, επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στην οφειλέτιδα, ……….., την 14.6.2013, δυνάμει: α)Του με αρ. ……./2013 πρώτου (α’) εκτελεστού απογράφου τής με αριθμ. ../2013 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) Του με αρ. …./2013 πρώτου (α’) εκτελεστού απογράφου τής με αριθ. ……../2013 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2)Ότι, ακολούθως, στην εν λόγω οφειλέτιδα επιδόθηκε εκ νέου, την 4.10.2018 (δυνάμει της υπ’ αριθμ. …..΄/4.10.2018 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ………….) και δεύτερη, από 1.10.2018, επιταγή προς εκτέλεση και 3)Ότι δυνάμει της δεύτερης αυτής από 4.10.2018  επιταγής επιβλήθηκε η αναγκαστική κατάσχεση επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, με την υπ’ αριθμ. …../19.12.2018 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, …….), η οποία και οδήγησε στον πλειστηριασμό στις 24.7.2019 και την κατακύρωση, με την με αρ. ………/24.7.2019 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου, στην επισπεύδουσα τραπεζική εταιρία και πρώτη των εφεσιβλήτων – 1η καθ’ ων η ανακοπή, αντί συνολικού πλειστηριάσματος ποσού εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000€) ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 877/2022 απόφασή του, απέρριψε τον πρώτο αυτόν λόγο της ανακοπής ως αόριστο, με την αιτιολογία ότι το ανακόπτον δεν εξειδίκευε εάν η επιταγή προς εκτέλεση, δυνάμει της οποίας πραγματοποιήθηκε η αναγκαστική εκτέλεση, επιδόθηκε μετά την 1.1.2016 έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός της ανακοπής ήταν πλήρως ορισμένος, καθώς περιείχε όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, όπως παραπάνω εκτέθηκαν, προκειμένου να κριθεί το νόμιμο ή μη αυτού. Κατά συνέπεια, ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, και, αφού κρατηθεί η ανακοπή προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να εξεταστεί ο πρώτος λόγος της ανακοπής ως προς τη νομική του βασιμότητα. Περαιτέρω, από τα εκτιθέμενα στην ανακοπή πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι μεταξύ της πρώτης επίδοσης, την 14.06.2013 τής από 01.05.2013 επιταγής προς εκτέλεση και της επιβολής της αναγκαστικής κατάσχεσης επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, με την υπ’ αριθμ. ………./19.12.2018 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, …….. μεσολάβησε χρονικό διάστημα ανώτερο της πενταετίας, χωρίς να διενεργηθεί καμία άλλη πράξη εκτέλεσης, με αποτέλεσμα η πρώτη, από 01.05.2013, επιταγή να έχει ατονήσει και να έχει απωλέσει την ισχύ της. Περαιτέρω, η εκτελεστική διαδικασία που οδήγησε τελικά στον πλειστηριασμό του ακινήτου της ως άνω οφειλέτιδας στηρίχθηκε αποκλειστικά στην επίδοση της δεύτερης επιταγής προς εκτέλεση, η οποία επιδόθηκε την 4.10.2018, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της 1ης Ιανουαρίου 2016. Επομένως, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας, εφαρμοστέο εν προκειμένω τυγχάνει ο ν. 4335/2015 και ορθά η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατέταξε τους δανειστές εφαρμόζοντας το σύστημα των ποσοστών (65% για τα ειδικά προνόμια, 25% για τα γενικά προνόμια και 10% για τους εγχειρόγραφους δανειστές) που ορίζει αυτός. Ειδικότερα, επειδή εν προκειμένω εφαρμοστέος τυγχάνει ο ν. 4335/2015, ορθά η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατέταξε τους δανειστές εφαρμόζοντας το σύστημα των ποσοστών και κατέταξε το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο και τον δεύτερο των καθ’ ων η ανακοπή – 2ο εφεσίβλητο “Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης” (Ε.Φ.Κ.Α.) ως συντρέχοντες δανειστές με γενικό προνόμιο, οριστικά, προνομιακά και σύμμετρα στο 25% του διανεμητέου πλειστηριάσματος (ήτοι στο συνολικό ποσό των 28.413,23 ευρώ), κατανέμοντας αυτό σύμφωνα με το ύψος των αναγγελθεισών απαιτήσεών τους (ήτοι ποσό 16.095,00 ευρώ για τη Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά και ποσό 12.318,23 ευρώ για τον ΕΦΚΑ). Καθόσον, επομένως, οι απαιτήσεις αμφοτέρων των ως άνω διέπονται από τις νέες διατάξεις, το αίτημα του ανακόπτοντος να μεταρρυθμιστεί ο πίνακας ώστε οι γενικοί προνομιούχοι δανειστές να καταταγούν στο 1/3 (33,33%) του εκπλειστηριάσματος κατά το προϊσχύον δίκαιο, είναι μη νόμιμο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ήτοι και κατά το μέρος που επιδιώκει την μεταρρύθμιση πίνακα και κατά του δεύτερου των καθ’ ων η ανακοπή.

Εξάλλου, στην ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης εάν αμφισβητηθεί η απαίτηση ή το προνόμιο ενός από τους καταταχθέντες δανειστές (καθ` ου η ανακοπή), τότε για το ορισμένο του σχετικού λόγου ανακοπής, αρκεί η άρνηση που προβάλλει ο ανακόπτων, ενώ ο καθ` ου φέρει το βάρος για την απόδειξη της ύπαρξης και της έκτασης της καταταχθείσας απαίτησής του, καθώς και του τυχόν εξοπλισμού της με προνόμιο, με την επίκληση με τις προτάσεις των παραγωγικών της απαίτησης ή του προνομίου πραγματικών γεγονότων. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, ο καθ` ου η ανακοπή οφείλει, κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεστεί, κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει), την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ` ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή. Η ανωτέρω άρνηση ή αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης για την οποία έγινε η κατάταξη, μπορεί να γίνει και στην περίπτωση ακόμη που αυτή αποδεικνύεται έναντι του καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη από έγγραφα ή από δεδικασμένο απόφασης, αφού η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών, καθώς και το δεδικασμένο απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ’ ου η εκτέλεση, δεν δεσμεύουν τρίτους, όπως είναι οι λοιποί δανειστές που αναγγέλθηκαν. Οι τελευταίοι, μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα κατάταξης, στο πλαίσιο της διεξαγόμενης, κατόπιν ανακοπής του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, δίκης, είναι τρίτοι έναντι του καθ` ου και δεν δεσμεύονται ούτε ωφελούνται από το μεταξύ αυτού και οποιουδήποτε δανειστή δεδικασμένο. Επομένως, ο ανακόπτων δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο που τυχόν υπάρχει μεταξύ του καθ` ου η ανακοπή και του καθ` ου η εκτέλεση (ΑΠ 370/2014, ΑΠ 1031/2013,  ΑΠ 270/2012, ΑΠ 1501/2006, ΕφΑθ 475/2022 ΝΟΜΟΣ).

Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν παραπονείται για την απόρριψη ως αόριστου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του δεύτερου λόγου της ανακοπής του, με τον οποίο αρνήθηκε γενικά την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεων που κατατάχθηκαν της πρώτης και τρίτης των καθ’ ων και ήδη πρώτης και τρίτης των εφεσίβλητων, ισχυριζόμενο ότι η γενική άρνηση εκ μέρους του των απαιτήσεων αυτών λειτουργεί ως αρνητική αναγνωριστική αγωγή, μετακυλίοντας το βάρος απόδειξης στους παραπάνω καθ’ ων – εφεσίβλητους και ότι, συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφαινόμενο ότι ο λόγος αυτός ήταν αόριστος και κατά τούτο απορριπτέος, με την αιτιολογία ότι ο ανακόπτων δεν απαλλάσσεται από το βάρος της επίκλησης έκαστης αμφισβητούμενης από τον ίδιο απαίτησης με το δικόγραφο της ανακοπής του. Ο λόγος αυτός της έφεσης, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν στην αμέσως ανωτέρω μείζονα πρόταση, πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προαναφέρθηκε, για το ορισμένο του συγκεκριμένου λόγου ανακοπής, ο οποίος ενέχει χαρακτήρα αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, αρκούσε η γενική άρνηση εκ μέρους του ανακόπτοντος – εκκαλούντος. Το τελευταίο, ως τρίτος δανειστής, δεν είχε το δικονομικό βάρος να επικαλεστεί τα παραγωγικά γεγονότα των απαιτήσεων της 1ης και 3ης των καθ’ ων η ανακοπή και ήδη 1ης και 3ης των εφεσίβλητων, καθώς το βάρος αυτό μετακυλίεται στους τελευταίους και αρκούσε για το ορισμένο του λόγου αυτού η διατύπωση της γενικής άρνησης που προέβαλε εν προκειμένω το ανακόπτον. Κρίνοντας, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ότι πρέπει να απορριφθεί έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει κατά το μέρος αυτό να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να κριθεί ο δεύτερος λόγος της ανακοπής ορισμένος και, περαιτέρω, νόμιμος, στηριζόμενος στα άρθρα 975, 976, 977, 1007 ΚΠολΔ, έχοντας τον χαρακτήρα αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, στηριζόμενος και στις διατάξεις των άρθρων 979, 216 και 338 ΚΠολΔ. Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, το βάρος απόδειξης της οποίας, ως προς την γένεση, την ύπαρξη, το ύψος και τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών τους φέρουν, όπως λέχθηκε, η πρώτη και τρίτη των καθ΄ ων η ανακοπή – 1η και 3η εφεσίβλητες. Όσον, δε, αφορά την τρίτη των καθ’ ων η ανακοπή, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….», η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από την εταιρεία «………..», κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίστηκε, ούτε, όμως, είχε δικονομικά παρασταθεί και κατά την πρωτοβάθμια δίκη, δικαζόμενη ως εκ τούτου ερήμην. Εφόσον, όμως, το ανακόπτον αμφισβήτησε γενικά την απαίτηση τής ως άνω 3ης  καθ΄ ης η ανακοπή – τράπεζας, δυνάμει της οποίας η τελευταία κατατάχθηκε τυχαία και σύμμετρα στο 10% του διανεμητέου εκπλειστηριάσματος, για το ποσό των 4.008,01 ευρώ, αυτή, έχοντας, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, το δικονομικό βάρος απόδειξης της αναγγελθείσας και καταταγείσας απαίτησής της, εξαιτίας της ερημοδικίας της, ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκόμισε προς θεμελίωση της ύπαρξης και του ύψους αυτής και συνεπώς δεν ανταπεξήλθε στο βάρος απόδειξης. Κατόπιν αυτών, ο 2ος  λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ως προς την τρίτη των καθ’ ων η ανακοπή, να αποβληθεί η εν λόγω πιστώτρια από τον επίδικο πίνακα κατάταξης για το ποσό των 4.008,01 ευρώ και να μεταρρυθμιστεί ο πίνακας κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, η πρώτη των καθ’ ων η ανακοπή, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία «………….», μολονότι δεν παραστάθηκε κατά την παρούσα δευτεροβάθμια διαδικασία, είχε παρασταθεί νομίμως κατά την πρωτοβάθμια δίκη, οι δε προτάσεις της προσκομίζονται νόμιμα, μετ΄επικλήσεως, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο αλλά και από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα. Η τελευταία, όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και επικαλείται στις [χωρίς αρίθμηση] προτάσεις της [ειδικότερα, τελευταία σελίδα αυτών υπό τον αριθμό 8] ως σχετικό, με τον αριθμό 6, ότι προσκομίζει όλα τα πρωτοδίκως προσαγόμενα σχετικά της, ουδέν προσκομίζει, ούτε και επικαλείται συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Όμως, από την επισκόπηση των πρωτοβάθμιων προτάσεων και των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι παρόντες διάδικοι και κυρίως από τον ίδιο τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης αποδεικνύεται η νόμιμη γένεση, η ύπαρξη, το ακριβές ύψος, καθώς και ο ειδικός προνομιακός χαρακτήρας της απαίτησης της πρώτης καθ΄ ης η ανακοπή –επισπεύδουσας, για την οποία και κατατάχθηκε στον επίδικο πίνακα και ειδικότερα από: α) το υπ’ αριθμ. ……/2013 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. …./2013 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) το υπ’ αριθμ. …../2013 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. …../2013 Διαταγής Πληρωμής του ίδιου Δικαστηρίου, και γ) τα οικεία πιστοποιητικά εγγραφής προσημειώσεων υποθήκης επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου. Επομένως, η πρώτη των καθ’ ων η ανακοπή ανταποκρίθηκε πλήρως στο βάρος απόδειξης που έφερε, με αποτέλεσμα ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της, να είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα από την εκτίμηση όλων των προσκομιζόμενων μετ` επικλήσεως εγγράφων που νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με επίσπευση της πρώτης καθ΄ ων η ανακοπή [1ης εφεσίβλητης] εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά, την 24-07-2019, ημέρα Τετάρτη και ώρα 10.00 π.μ. έως 14.00 μ.μ., ενώπιον της πιστοποιημένης για διενέργεια ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, συμβολαιογράφου Αθηνών, ……….., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 2.805 αποσπάσματος εκ της υπ΄ αριθμ. ……../19-12-2018 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης οριζοντίου ιδιοκτησίας ακινήτου – μεζονέτας, του επί της εκτέλεσης δικαστικού επιμελητή, της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………., μέλους της αστικής επαγγελματικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών, με την επωνυμία «………..», η ακίνητη περιουσία της οφειλέτριας ……… Και ειδικότερα εκπλειστηριάστηκε η υπό ΚΑΕΚ: ………., αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία (μεζονέτα), των τετάρτου και πέμπτου ορόφων πάνω από την πυλωτή, στην οποία ανήκει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τής με το χαρακτηριστικό «ΘΕΣΗ ΓΚΑΡΑΖ 1» ανοικτής (ελεύθερης-μη περίκλειστης) θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής, της πολυκατοικίας της ………….., στον Πειραιά, συνολικής επιφάνειας 100,39 τ.μ., όπως αναλυτικά το ακίνητο περιγράφεται στον συνταχθέντα με αρ. ……../18.10.2019 πίνακα κατάταξης δανειστών της ως άνω συμβολαιογράφου – υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Η επισπεύδουσα πρώτη καθ΄ ης η ανακοπής [ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..»] σύμφωνα με την υπ΄ αριθμ. ……./24.7.2019 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του ως άνω ακινήτου, που συνέταξε η εν λόγω υπάλληλος του πλειστηριασμού, δικαιούτο να λάβει από την προαναφερόμενη, καθ΄ ης ο πλειστηριασμός – οφειλέτιδά της, δυνάμει του πρώτου εκτελεστού απογράφου  των υπ΄ αριθμ. ……./2013 και …………./2013 διαταγών Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που φέρουν τον τύπο του πρώτου απογράφου εκτελεστού με αριθμούς απογράφου …/2013 και …../201 3, αντίστοιχα, περί των οποίων οι υπ’ αριθμ. …./4-10-2018 και ……΄/4-10-2018 εκθέσεις επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …….., μέλους της αστικής επαγγελματικής εταιρείας, με την επωνυμία «……………», που έχουν κατατεθεί στην ως άνω συμβολαιογράφο, ως υπάλληλο του πλειστηριασμού, με την υπ’ αριθμόν ………../28-12-2018 πράξη της, από τις οποίες προκύπτει ότι επίσημο αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο των ανωτέρω διαταγών Πληρωμής, με τις σχετικές επιταγές προς πληρωμή, επιδόθηκε νόμιμα στην άνω οφειλέτιδα για να λάβει γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες και την οποία καλεί να πληρώσει στην επισπεύδουσα το ποσό των ΕΥΡΩ (125.167,06 €), το ποσό των (120.507,09) ευρώ, για επιδικασθέντα κεφάλαια, αντίστοιχα, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων με τον νόμιμο τόκο, εκτός από τους τόκους, μέχρι την εξόφληση και ακόμη το ποσό των Ευρώ (30,00) για την σύνταξη της εντολής προς εκτέλεση και όπως το ανωτέρω ποσό αναγράφεται και αναλύεται στις ως άνω εκθέσεις επίδοσης. Ακολούθως το ακίνητο κατακυρώθηκε στην ως άνω επισπεύδουσα, στην τιμή της πρώτης προσφοράς, ύψους 120.000€. Δυνάμει, δε, της συνταχθείσας από την υπάλληλο του πλειστηριασμού, με αρ. …………/28.12.2018  πράξης της η επισπεύδουσα είχε προβεί, πριν τον πλειστηριασμό, στην κατάθεση των επιδρώντων επί της διαδικασίας της κατάταξης εγγράφων, τα οποία και κατατέθηκαν εκ νέου, μετά από αυτόν, δυνάμει της συνταχθείσας από την εν λόγω υπάλληλο με αρ. …………/3.9.2019 πράξης της, που αφορούσαν τις αξιώσεις της σε βάρος της καθ΄ ης ο πλειστηριασμός – οφειλέτιδάς της, για τις οποίες αναγγέλθηκε νόμιμα, με την από 30.07.2019 αναγγελία της με την οποία ζήτησε τα εξής, σύμφωνα με όσα αναγράφονται στον επίδικο πίνακα κατάταξης: «Να καταταγεί στον πίνακα κατάταξης που θα συνταχθεί προνομιακά και οριστικά ως ενυπόθηκος πλέον δανείστρια και να λάβει κατά προτίμηση το ποσό των απαιτήσεών της, ανερχομένων συνολικά μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού στο ποσό των (122.653,09€ + 127.392,06€) των διακοσίων πενήντα χιλιάδων σαράντα πέντε ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (250.045,15€) και μάλιστα νομιμοτόκως, με το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, με ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο, πλέον των λοιπών νόμιμων χρεώσεων και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης αυτών ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητος ο πίνακας κατάταξης (άρθρο 1289 Α.Κ.), επίσης να λάβει και τα έξοδα της παρούσας μετά των επιδόσεων αυτής και τα έξοδα της πράξης κατάθεσης τίτλων και βαρύνοντα τον οφειλέτη κατά τους όρους της ως άνω δανειακής σύμβασης, ακόμη δε να λάβει και τα έξοδα που θα καταβληθούν για την είσπραξη και την εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεών της. Να καταταγεί στον πίνακα κατάταξης που θα συνταχθεί τυχαία ως εγχειρόγραφος δανείστρια και να λάβει κατά προτίμηση το ποσό των απαιτήσεών της (υπόλοιπο ποσό υπό στοιχεία Β’ και Γ’, απαίτηση  υπό στοιχεία Α’) ανερχομένων συνολικά μέχρι την  ημέρα του πλειστηριασμού στο ποσό των (65.012,44€  + 45.069,08€ +43.378,58) των εκατόν πενήντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα ευρώ και δέκα λεπτών  (152.460,10€) και μάλιστα νομιμοτόκως πλέον των λοιπών νόμιμων χρεώσεων και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης αυτών ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητος o πίνακας κατάταξης (άρθρο 1289 Α.Κ.), επίσης να λάβει και τα έξοδα της παρούσας μετά των επιδόσεων αυτής και τα έξοδα της πράξης κατάθεσης τίτλων και βαρύνοντα τον οφειλέτη κατά τους όρους της ως άνω δανειακής σύμβασης, ακόμη δε να λάβει και τα έξοδα που θα καταβληθούν για την είσπραξη και την εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεών της. Ήτοι για συνολικό ποσό των (250.045,15€) ως ενυπόθηκος δανείστρια. Ήτοι για συνολικό ποσό των (152.460,10€) ως εγχειρόγραφος δανείστρια». Περαιτέρω, στον επίδικο πλειστηριασμό κατατέθηκαν και τα εξής, δυνάμει της συνταχθείσας με αρ. ………../5-9-2019 πράξης, της ως άνω υπαλλήλου, έγγραφα και ειδικότερα: 1) Της 3ης των καθ΄ ων η ανακοπή, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, υπό ειδική εκκαθάριση, με την επωνυμία «……………», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, για τις αξιώσεις της, για τις οποίες αναγγέλθηκε νόμιμα, με την από 4-9-2019 αναγγελία της, συνολικού ποσού ογδόντα τριών χιλιάδων πενήντα πέντε ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (83.055,49€), με το συμβατικό επιτόκιο και τον νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας, ανερχόμενο σε 2,5 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο του συμβατικού επιτοκίου, από την 6-10-2010 πλέον τελών, εξόδων και δικαιωμάτων, μέχρις τελείας και οριστικής εξοφλήσεως και ζήτησε να καταταγεί στον πίνακα κατάταξης που θα συνταχθεί, ως ανέγγυη πιστώτρια, 2) Η με αριθμό πρωτ. ……./19-7-2019-19 (Αριθ. Ειδ. Βιβλ. ……/19 αναγγελία του κ. Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Α’ Πειραιά, για προνομιακή της κατάταξη, ποσού τριάντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων εννέα ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (32.509,34€) 3)Η με αριθμό Αναγ. …. (Αριθ. Πρωτ. …../2-9-2019) αναγγελία        του Διευθυντή του ΕΦΚΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΚΕΑΟ Πειραιά, ως εκπροσώπου του ΕΦΚΑ, για απαίτησή του κατά της οφειλέτιδος ………., με την ιδιότητά της ως πρόεδρου και Δ/ντα συμβούλου, της εταιρείας με την επωνυμία «……………», ποσού δώδεκα χιλιάδων τριακοσίων δέκα οκτώ ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (12.318,23€). Εξάλλου, σύμφωνα με το με αριθμό …/20-12-2018  πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά και το με αριθμό …../2012-2018 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, υφίστανται τα παρακάτω βάρη, τα οποία προσαρτώνται στην με αριθμό ……./28-12-2018 πράξη της υπαλλήλου του πλειστηριασμού: 1) Προσημείωση κατά της άνω οφειλέτιδος και υπέρ της άνω επισπεύδουσας, για ποσό (137,163) ευρώ,  εγγραφείσα την 21-5-2007, 2) Προσημείωση κατά και υπέρ ιδίων ως άνω, για ποσό (143.637) ευρώ εγγραφείσα την 21-5-2007, 3) Συντηρητική κατάσχεση κατά της άνω οφειλέτιδος και υπέρ του …….., του ………….. για ποσό (30.000) ευρώ, εγγραφείσα την 30-7-2012, 4) Αναγκαστική Κατάσχεση κατά της άνω οφειλέτιδος υπέρ του «ΙΚΑ – ΕΤΑΜ ΠΕΙΡΑΙΑ» για ποσό (18.301,26) ευρώ, εγγραφείσα την 11-2-2010, 5) Αναγκαστική κατάσχεση κατά της άνω οφειλέτιδος και υπέρ της άνω επισπεύδουσας για ποσό (50.000) ευρώ με αριθ. και ημερ. Καταχ. ………../20-12-2018. Επειδή, ακολούθως, το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την πλήρη ικανοποίηση των αναγγελθέντων και γενικά δικαιούχων δανειστών η ως άνω συμβολαιογράφος προέβη στην σύνταξη του επίδικου πίνακα κατάταξης δανειστών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975 έως και 979 και 1007 ΚΠολΔ, αφού δε προαφαίρεσε από το συνολικό πλειστηρίασμα, ύψους 120.000€, το σύνολο των εξόδων της εκτέλεσης, ύψους 5.645,25€ καθώς και το ποσό των 701,84€, το ποσό το οποίο τελικά διανεμήθηκε στους αναγγελθέντες δανειστές ανήλθε σε 113.652,91€ και διανεμήθηκε στους δικαιούχους σύμφωνα με το νόμο ως εξής: « ΚΑΤΑΤΑΣΣΟΝΤΑΙ: Α) Στο 65% του άνω διανεμητέου ποσού, ήτοι στο ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα τεσσάρων Ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (73.874,39€) ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΑ ΚΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ, ΩΣ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΣ: Η επισπεύδουσα Ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….» στο ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα τεσσάρων Ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (73.874,39€). B) ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΑ ΚΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ: (Στο (25%) του διανεμητέου ποσού, ήτοι στο ποσό των (28.413,23€) 1) Το ΕΦΚΑ – ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΚΕΑΟ ΠΕΙΡΑΙΑ (Αναγγ. ….., Α.Π. …/2-9-2019) στο ποσό των δώδεκα χιλιάδων τριακοσίων δέκα οκτώ Ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (12.318,23€), το οποίο ποσό καλύπτει το σύνολο της αναγγελθείσας απαιτήσεώς του. 2)Η Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) Δ’ ΠΕΙΡΑΙΑ (αναγγ. Α.Π. …/19-7-2019, (Αριθ. Ειδ. Βιβλ. ……/2019) στο ποσό των δέκα έξι χιλιάδων ενενήντα πέντε (16.095,00€) Ευρώ. Γ) Στο (10%) του διανεμητέου ποσού,            ήτοι στο ποσό των (11.365,29€) {113.652,91 Χ 10%). ΤΥΧΑΙΑ, ΑΝΑΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΡΩΣ: 1)Η επισπεύδουσα Ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………» στο ποσό των επτά χιλιάδων τριακοσίων πενήντα επτά Ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (7.357,28€). 2)Η Ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………» στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτώ Ευρώ και ενός λεπτών (4.008,01€).». Περαιτέρω, στον επίδικο πίνακα κατάταξης έγινε μνεία ότι «οι ως άνω τυχαίως καταταγείσες προκειμένου να καταταγούν οριστικά οφείλουν να προσκομίσουν τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεώς τους, άλλως θα εκπέσουν του δικαιώματός τους και θα ανασυνταγεί ως προς αυτές o παρών πίνακας κατάταξης, γενομένης επικουρικής κατάταξης.». Κατόπιν των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η επισπεύδουσα 1η καθ΄ ης η ανακοπή είχε δικαίωμα να αναγγελθεί και να καταταχθεί στον επίδικο πίνακα κατάταξης για τα παραπάνω ποσά και ποσοστά, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του ανακόπτοντος και του συναφούς 2ου λόγου της ανακοπής που επανέφερε με τον 2ο λόγο της έφεσής του.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης κατά το μέρος που αφορά την ουσία της διαφοράς (ήτοι εν προκειμένω κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη του δεύτερου λόγου της ανακοπής), συμπαρασύρει αυτοδικαίως και εξαφανίζει στο σύνολό της την διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης περί επιβολής των δικαστικών εξόδων του πρώτου βαθμού, η οποία στερείται αυτοτέλειας και αποτελεί παρακολούθημα της κύριας διάγνωσης της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται για το ύψος των δικαστικών εξόδων που του επιβλήθηκαν πρωτοδίκως υπέρ της πρώτης και του δεύτερου των καθ’ ων – ισχυριζόμενο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επέβαλε σε βάρος του δικαστική δαπάνη ποσού 3.000 ευρώ υπέρ της πρώτης των καθ’ ων και 1.000 ευρώ υπέρ του δεύτερου των καθ’ ων (ΕΦΚΑ)- καθίσταται πλέον αλυσιτελής και παρέλκει η ειδικότερη ουσιαστική του έρευνα. Το παρόν Δικαστήριο, κρατώντας την υπόθεση, θα προβεί στην επιβολή και τον καθορισμό εκ νέου της δικαστικής δαπάνης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας,  σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 και 179 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.

Από τη διάταξη του άρθ. 979 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης έχει υποκειμενική ενέργεια, δηλαδή ωφελεί μόνο τον ανακόπτοντα και βλάπτει μόνον εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, του οποίου προσβάλλεται με αυτήν η κατάταξη, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα της κατανομής της ωφέλειας μεταξύ περισσότερων δανειστών, οι οποίοι κατά της κατάταξης της ίδιας απαίτησης άσκησαν κοινή ή ξεχωριστές ανακοπές που συνεκδικάστηκαν, οπότε, λόγω της ανάγκης ενιαίας ρύθμισης, η ωφέλεια από την αποβολή της απαίτησης κατά της κατάταξης της οποίας βάλλουν οι περισσότερες ανακοπές, κατανέμεται μετά από σύγκριση των απαιτήσεων των περισσότερων ανακοπτόντων, σε περίπτωση που θα γίνουν δεκτές οι συνεκδικαζόμενες ανακοπές τους. Η σύγκριση όμως αυτή δεν μπορεί να γίνει και για μη αποβαλλόμενη απαίτηση των καθ` ων οι ανακοπές, ώστε να ωφεληθούν και αυτοί από την αποβολή απαίτησης, την κατάταξη της οποίας δεν προσέβαλαν. Εάν το δικαστήριο, αφού δεχθεί ανακοπή και αποβάλει απαίτηση του καθ` ου η ανακοπή, η κατάταξη της οποίας είχε προσβληθεί με την ανακοπή, κατατάξει στη θέση της είτε εξ ολοκλήρου είτε σε ένα μέρος της, απαίτηση άλλου δανειστή που δεν είχε ασκήσει ανακοπή ή άλλη απαίτηση του καθ` ου η ανακοπή, την οποία όμως αυτός δεν είχε με δική του ανακοπή ζητήσει να καταταγεί, υποπίπτει σε πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 9 του ΚΠολΔ, αφού παραβιάζει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από την οποία προκύπτει ποιές απαιτήσεις ικανοποιούνται μετά την επιτυχή άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης των δανειστών και επίσης επιδικάζει κάτι που δε ζητήθηκε, κατά παραβίαση της καθιερούμενης από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ αρχής της διαθέσεως (ΑΠ 385/2024 ΝΟΜΟΣ). Αν, επομένως, ευδοκιμήσει λόγος ανακοπής που στρέφεται κατά της ύπαρξης ή του μεγέθους της απαίτησης καταταγέντος δανειστή, ο τελευταίος αποβάλλεται από τον πίνακα κατά το αντίστοιχο ποσό, στο οποίο κατατάσσεται και υποκαθίσταται πλέον ο ανακόπτων, προς ικανοποίηση της δικής του απαίτησης. Η υποκατάσταση αυτή τελεί υπό τον περιορισμό ότι ο ανακόπτων δεν μπορεί να λάβει ποσό ανώτερο από το ύψος της δικής του αναγγελθείσας και μη ικανοποιηθείσας απαίτησης. Το εναπομείναν τυχόν πλεόνασμα, μετά την ολοσχερή εξόφληση του ανακόπτοντος, δεν επιδικάζεται σε άλλους αναγγελθέντες δανειστές που παρέμειναν αδρανείς αλλά αποδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επίδικο υπ’ αριθμ. ……./18.10.2019 πίνακα κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Αθήνας ……….., το ανακόπτον, Ελληνικό Δημόσιο (Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά) ανήγγειλε νόμιμα και εμπρόθεσμα απαιτήσεις συνολικού ύψους 32.509,14 ευρώ. Λόγω της ανεπάρκειας του καθαρού προς διανομή εκπλειστηριάσματος (113.652,91 ευρώ), το ανακόπτον περιορίστηκε στο ποσοστό του 25% των γενικών προνομίων και κατατάχθηκε στον πίνακα για το ποσό των 16.095,00 ευρώ, παραμένοντας ανικανοποίητο για το εναπομείναν ποσό των 16.414,14 ευρώ (32.509,14 – 16.095,00). Από την άλλη πλευρά, η τρίτη των καθ’ ων η ανακοπή-εφεσίβλητη «………….» (………….) κατατάχθηκε στον ίδιο πίνακα, ως εγχειρόγραφος δανειστής, τυχαία και σύμμετρα στο ποσό των 4.008,01 ευρώ. Δυνάμει, δε, όσων έγιναν δεκτά κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου της ανακοπής, η ως άνω τραπεζική εταιρεία αποβάλλεται πλήρως από τον επίδικο πίνακα κατάταξης για το σύνολο του ποσού των 4.008,01 ευρώ, καθώς λόγω της ερημοδικίας της δεν ανταποκρίθηκε στο αντικειμενικό βάρος απόδειξης της αμφισβητούμενης απαίτησής της. Εξαιτίας της σχετικής ενέργειας της απόφασης επί της ανακοπής και του κανόνα της υποκατάστασης (κατ’ άρθρο 979 παρ. 2 ΚΠολΔ), το αποδεσμευθέν αυτό ποσό των 4.008,01 ευρώ δεν δύναται να διανεμηθεί στους λοιπούς αναγγελθέντες δανειστές που δεν άσκησαν ανακοπή αλλά καταλογίζεται αποκλειστικά και προνομιακά υπέρ του ανακόπτοντος, Ελληνικού Δημοσίου. Επειδή δε το αποδεσμευόμενο αυτό ποσό (4.008,01 ευρώ) υπολείπεται του ανικανοποίητου μέρους της απαίτησης του Δημοσίου (16.414,14 ευρώ), το ανακόπτον δικαιούται να υποκαταστήσει την ……. και να λάβει το ποσό αυτό στο σύνολό του. Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, κατά το μέρος που αφορά την τρίτη των καθ’ ων, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος και να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας, ώστε το ως άνω ποσό των 4.008,01 ευρώ να επιδικαστεί επιπλέον στο Ελληνικό Δημόσιο (Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά), διαμορφώνοντας τη συνολική του κατάταξη στο ποσό των 20.103,01 ευρώ (16.095,00 + 4.008,01), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Κατά την διάταξη του άρθρου 183 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, όταν εκδίδει οριστική απόφαση, κρίνει αυτεπαγγέλτως και για τα έξοδα της δευτεροβάθμιας δίκης, καθώς και για τα έξοδα του πρώτου βαθμού, στην περίπτωση που εξαφανίζει την πρωτοβάθμια απόφαση και κρατεί την υπόθεση προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 176 ΚΠολΔ, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στην πληρωμή των εξόδων του νικήσαντος αντιδίκου του, ενώ κατά το άρθρο 178 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα κατανέμονται ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους, όταν η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν παρουσίαζε ιδιαίτερη δυσχέρεια. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και την κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 134423/1992 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ορίζεται ότι στις δίκες που διεξάγονται με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο (ή νομικά πρόσωπα που απολαμβάνουν των προνομίων του), η δικαστική δαπάνη που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ αυτού περιορίζεται και ορίζεται μειωμένη, μη δυνάμενη να υπερβεί το εκάστοτε καθοριζόμενο ανώτατο χρηματικό όριο. Το ως άνω εξαιρετικό προνόμιο της επιδίκασης μειωμένης δικαστικής δαπάνης τυγχάνει εφαρμογής μόνο όταν η νομική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου (ή του αντίστοιχου φορέα) διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΝΣΚ), διά των μελών του (Δικαστικών Πληρεξουσίων ή Παρέδρων). Αντιθέτως, ο περιορισμός αυτός δεν εφαρμόζεται εάν το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ. εκπροσωπήθηκε στη δίκη από ιδιώτη δικηγόρο. Σημειώνεται, ότι ο ως άνω νομοθετικός περιορισμός της δικαστικής δαπάνης καταλαμβάνει αποκλειστικά την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του νικήσαντος διαδίκου και όχι τα λοιπά πραγματικά δικαστικά έξοδα (όπως το δικαστικό ένσημο, τα τέλη ή τα έξοδα επίδοσης). Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής και υπέρ των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) δυνάμει του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 2386/1996, είναι αναγκαστικού δικαίου και δεσμεύουν τα δικαστήρια της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δια του ως άνω δικαστικού πληρεξουσίου, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Ενόψει, δε, της τελικής έκβασης της δίκης, της εκατέρωθεν μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων αλλά και της ιδιαίτερης νομικής δυσχέρειας που παρουσίασε η ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, συντρεχόντων των όρων των άρθρων 178 και 179 ΚΠολΔ, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, της πρώτης των καθ’ ων (………….., ως εκπροσωπείται από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία “……………..”) και του δεύτερου των καθ’ ων (Ε.Φ.Κ.Α.), για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, ενώ, όσον αφορά την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, για τον παρόντα βαθμό. Αντίθετα, σε βάρος της εν όλω ηττηθείσας τρίτης των καθ’ ων (………) πρέπει να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος, το οποίο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, περιορίζεται στο εκ του νόμου ανώτατο όριο των τριακοσίων (300) ευρώ. Τέλος, επειδή κατά της απόφασης που εκδίδεται επί ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης αποκλείεται, δυνάμει της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 979 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την γενική διάταξη του άρθρου 585 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν θα οριστεί παράβολο ερημοδικίας για την απολειπόμενη, τρίτη των καθ’ ων η ανακοπή – τρίτη εφεσίβλητη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ερήμην της τρίτης των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και την ασκηθείσα αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 877/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την ανακοπή.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την ανακοπή.

Μεταρρυθμίζει τον υπ’ αριθμ. …………/18.10.2019 πίνακα κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Αθήνας, ……., μόνο ως προς την κατάταξη της τρίτης των καθ’ ων η ανακοπή.

Αποβάλλει την τρίτη των καθ’ ων η ανακοπή από το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτώ ευρώ και ενός λεπτού (4.008,01€), στο οποίο είχε καταταγεί τυχαία και σύμμετρα.

Κατατάσσει στο αποδεσμευθέν ως άνω ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτώ ευρώ και ενός λεπτού (4.008,01 €) το ανακόπτον, Ελληνικό Δημόσιο (Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά), οριστικά και προνομιακά.

Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, σε βάρος της ηττηθείσας τρίτης των καθ’ ων η ανακοπή.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του εκκαλούντος, της πρώτης των εφεσιβλήτων (όπως αυτή εκπροσωπείται από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα) και του δεύτερου των εφεσιβλήτων, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, καθόσον αφορά, δε, την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 1.10.2026.

                Η   ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ